Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #1

Η σημερινή ανάρτηση είναι η πρώτη της σειράς που έχει ως θέμα την ιστορία της Παννονίας και των κατοίκων της μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση και την ίδρυση της ρωμαϊκής επαρχίας Παννονίας. Σε αυτήν την πρώτη ανάρτηση θα παραθέσω μερικά γενικά εθνογλωσσικά θέματα και στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω την ιστορία της Παννονίας από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα (όταν αρχίζει ο κελτικός εποικισμός της περιοχής) ως τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν μονιμοποιήθηκε οριστικά ο ρωμαϊκός έλεγχος στην περιοχή.

Η «επίσημη» χρονολογία της ρωμαϊκής κατάκτησης της Παννονίας είναι το 11 π.Χ., αλλά η χρονολογία αυτή είναι εντελώς θεωρητική για δύο λόγους. Από τη μια, οι Παννόνιοι είχαν ήδη αναγκαστεί ν΄αναγνωρίσουν την υποτέλειά τους στους Ρωμαίους δύο φορές παλαιότερα. Μια φορά το 35 π.Χ. όταν ο Οκταβιανός, ύστερα από την επιτυχή εκστρατεία του κατά των Ιαπόδων, συνέχισε ανατολικότερα καταλαμβάνοντας πρώτα τη Σισκία και επιδράμοντας στη συνέχεια στους Παννόνιους που ζούσαν στα ανατολικά της, χωρίς αυτοί να του έχουν δώσει casus belli, με σκοπό να εξασφαλίσει τροφή και λάφυρα για τους άνδρες του αλλά και για να τους εξασκήσει πολεμικά (Δίων, 49.36.1). Η δεύτερη φορά ήταν το 16 π.Χ. όταν, σύμφωνα πάντοτε με τον Δίωνα, ο Πούβλιος Σίλιος Νέρβας ύστερα από την επιτυχή αναχαίτιση μιας επιδρομής Παννονίων και Νωρικών στην Ιστρία, ανάγκασε τους επιδρομείς να «ομολογήσουν δουλεία» (Δίων, 54.20.2-3). Aπό την άλλη, ο ουσιαστικός ρωμαϊκός έλεγχος της Παννονίας προέκυψε μετά την καταστολή της εξέγερσης των δύο Βατώνων (Bellum Batonianum, 6-9 μ.Χ., από το κοινό όνομα των δύο Παννονίων ηγετών της εξέγερσης: ο Βάτων των Βρευκών και ο Βάτων των Δαισιτιατών).

Το βασικό βιβλιογραφικό θεμέλιο στο οποίο βασίζεται η παρούσα ανάρτηση είναι το εξαιρετικό βιβλίο του Ούγγρου καθηγητή αρχαιολογίας András Mócsy Pannonia and Upper Moesia: A History of the Middle Danube Provinces of the Roman Εmpire (Routledge, 1η έκδοση 1974, επανέκδοση 2014).

1. Η γεωγραφία της ρωμαϊκής Παννονίας

Η περιοχή που κατέληξε ν΄αποτελεί τη ρωμαϊκή επαρχία Παννονίας είχε ως βόρειο και ανατολικό σύνορο τον Δούναβη και συνόρευε στα νότια με τη ρωμαϊκή επαρχία Δαλματίας, στα νοτιοανατολικά με τη ρωμαϊκή επαρχία της Άνω Μυσίας (το σύνορο των δύο περιοχών ήταν αμέσως ανατολικά από το Σιγγιδούνον/Βελιγράδι), και στα βορειοδυτικά με την ιταλική επαρχία Βενετίας & Ιστρίας (η ιταλική regio X των μεταρρυθμίσεων του Αυγούστου, που ανατολικά έφτανε μέχρι και την Ήμωνα/Λιουμπλιάνα) και με την επαρχία Νωρικού βορειότερα. Στην εποχή του Τραϊανού, η Παννονία διαιρέθηκε σε δύο μικρότερες επαρχίες: η Κάτω Παννονία (Pannonia Inferior) περιελάμβανε την όχθη του μέσου Δούναβη από την Βουδαπέστη (το αρχαίο Aquincum) μέχρι το Βελιγράδι (το αρχαίο Σιγγιδοῦνον/Singidunum), ενώ η Άνω Παννονία (Pannonia Superior) περιελάμβανε το υπόλοιπο δυτικό τμήμα της Παννονίας.

Η νότια Παννονία διαβρέχεται από τους σημαντικούς ποταμούς Σάβο (Sāvus) και Δράβο (Dra(v)us), ενώ ο κύριος ποταμός της βόρειας Παννονίας είναι ο Αρραβών (ο Ἀραβών του Πτολεμαίου, ο σημερινός  Rába/Raab, στην εκβολή του οποίου στον Δούναβη υπήρχε η πόλη Αρραβώνα).

Σημαντικές παραδουνάβιες πόλεις της Παννονίας ήταν (κατά τη ροή του Δούναβη) η Βινδοβόνα (Vindobona, η σημερινή Βιέννη, τόπος θανάτου του αυτoκράτορα Μάρκου Αυρηλίου), ο Καρνούς/Καρνούντας (Carnuntum), η Βριγετίων (Brigetio, το Βρεγαίτιον του Πτολεμαίου, τόπος θανάτου του αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Α΄), το Ακουίγκον (Aquincum,  το Ἀκούιγκον του Πτολεμαίου, η σημερινή Βουδαπέστη) και το Σιγγιδούνον (Singidunum, το σημερινό Βελιγράδι). Σημαντικές πόλεις της ενδοχώρας ήταν (από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά) η Σκαρβαντία (Scarbantia), η Σαβαρία (Savaria, η σημερινή ουγγρική Szombathely), η Ποιτοβίων (Poetovio, το σημερινό σλοβενικό Ptuj), Η Σισκία/Σεγεστική (Siscia/Segestica, η σημερινή κροατική Sisak), το Νοβιόδουνον/Νεβιόδουνον (Neviodunum, κελτιστί το «Νεόκαστρον», το σημερινό σλοβενικό Drnovo), το Καρρόδουνον/Carrodunum, η Ανδαυτωνία (Andautonia, το Ἀνδαύτιον του Πτολεμαίου, κοντά στο σημερινό Zagreb της Κροατίας), η Κίβαλις (Cibalae, το σημερινό κροατικό Vinkovci, τόπος γεννήσεως των αυτοκρατόρων Βαλεντινιανού Α΄ και Βάλεντος και τόπος διάσημης μάχης του Κωνσταντίνου και του Λικινίου, το τοπωνύμιο είναι εκ του λατινικού cibalis «οισοφάγος, τράχηλος, στενωπός»), η Μούρσα (Mursa, τόπος διάσημης εμφύλιας ρωμαϊκής μάχης μεταξύ του Κωνσταντίου Β΄ και του σφετεριστή Μαγνεντίου) και, τέλος, το θρυλικό Σίρμιον (Sirmium, η σημερινή σερβική Sremska Mitrovica),  μία από τις τετραρχικές πρωτεύουσες και πρώτη πρωτεύουσα της υπαρχίας Ιλλυρικού (και πολύ πιθανόν πρώτη έδρα της λατρείας του πολιούχου του Ιλλυρικού Αγίου Δημητρίου που αργότερα μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όταν στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα η τελευταία έγινε πρωτεύουσα του Ιλλυρικού) και τόπος γεννήσεως πολλών Ρωμαίων αυτοκρατόρων όπως ο Δέκιος (από το χωριό του Σιρμίου Βουδαλία), ο Πρόβος και ο Μαξιμιανός Ερκούλιος.

2. Η εθνογραφία της Παννονίας: «Παννόνιοι», «Παίονες», και «Ιλλυριοί»

2.1. «Παννόνιοι»

Η περιοχή που κατέληξε να αποτελεί τη ρωμαϊκη επαρχία Παννονίας, πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση δεν συνιστούσε ούτε πολιτικά ενιαία ούτε εθνογλωσσικά ομοιογενή περιοχή. Ο όρος «Παννόνιοι» απαντά για πρώτη φορά σε ένα απόσπασμα του Πολυβίου (το απόσπασμα 122 εδώ που διέσωσε το λεξικό Σούδα), το οποίο ήταν μέρος του χωρίου που περιέγραφε την πρώτη ρωμαϊκή πολιορκία της Σισκίας/Σεγεστικής το 156 π.Χ., στα πλαίσια του τότε Δαλματικού πολέμου. Ο όρος «Παννόνιοι» στο απόσπασμα του Πολυβίου περιέγραφε τους πληθυσμούς που κατοικούσαν στην ελώδη κοιλάδα του ποταμού Σάβου, δηλαδή αυτοί οι τωόντι Παννόνιοι κατοικούσαν ένα μικρό μόνο τμήμα της μεταγενέστερης και διευρυμένης ρωμαϊκής Παννονίας.

Ο András Mócsy γράφει γι΄αυτή την πρώτη αναφορά των Παννονίων στην Ελληνο-Ρωμαϊκή γραμματεία:

[σλδ 12] In 156, probably during the Dalmatian War, the Romans laid siege to the Pannonian town of Siscia (Segestikè) at the mouth of the Kulpa in the Save valley [#54] and this advance to the east probably also involved the Scordisci. It is about this time that the first historical mention of the Pannonians occurs in a fragment of Polybius [#55]

[σλδ 365] #55: Polybius, fragment 64 (122).

Όπως θα εξηγήσω παρακάτω λεπτομερώς, σε όλη την υπόλοιπη ρωμαϊκή Παννονία βορείως του Δράβου και ΒΔ της Σισκίας, με την εξαίρεση των «Ιλλυριών» (Δαλματο-Παννονίων) Αζάλων που οι Ρωμαίοι μετεγκατέστησαν στην ΒΑ Παννονία, ο πληθυσμός ήταν Κελτικός (Βόιοι, Λατόβικοι, Βαρκιανοί, Ερκυνιάτες, Εραβίσκοι [οι Ἀραβίσκοι του Πτολεμαίου]) και συγγενής με τον κελτικό πληθυσμό του Νωρικού (Ταυρίσκοι), ενώ οι Κελτοί Σκορδίσκοι είχαν εγκατασταθεί στην ΝΑ Παννονία και ΒΔ Άνω Μυσία (και έδωσαν στο Σιγγιδούνον/Βελιγράδι το αρχαίο κελτικό του όνομα, PCelt *dūnom = «οχυρό»). Όπως θα εξηγήσω παρακάτω, η άπαξ απάντηση του όρου lingua Pannonica (Παννονική γλώσσα) εμφανίζεται ως προϊόν σύγχυσης σε ένα χωρίο του Τακίτου ως η γλώσσα του κελτικού φύλου των Οσίων που κατοικούσε εκτός Πανννονίας (πέρα από το Δούναβη ΒΑ της Βουδαπέστης, όπου επίσης κατοικούσαν τα κελτικά φύλα των Κοτίνων και των Αναρτίων). Ο Τάκιτος σωστά γράφει ότι οι υπερδουνάβιοι [Κελτοί] Όσιοι ήταν ομόγλωσσοι με τους «Παννόνιους» [Κελτούς] Εραβίσκους, αλλά δείχνει τη σύγχυσή του όταν εσφλαμένα γράφει ότι τα δύο αυτά φύλα ηταν Γερμανικά.

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όταν κάποιος αυτοπροσδιοριζόταν ως natione Pannonius, το μόνο που εννοούσε ήταν πως είχε γεννηθεί στη ρωμαϊκή επαρχία Παννονίας. Κατά τον 4° μ.Χ. αιώνα, ένα σημαντικό ποστοστό αυτών των «Παννονίων» ήταν πια «Παννονιο-Ρωμαίοι» (για σύγκριση, δείτε τη σειρά αναρτήσεων για τους Θρακο-Ρωμαίους), δηλαδή εκλατινισμένοι Ρωμαίοι της Παννονίας, ενώ αυτοί που παρέμεναν αναφομοίωτοι χαρακτηρίζονται από τον Άγιο Ιερώνυμο ως «αυτοί που μιλάνε την «εθνική» και βάρβαρη γλώσσα της Παννονίας και της Δαλματίας» (ο Ιερώνυμος παρεμπιπτώντως είχε γεννηθεί στην πόλη Στριδώνα νοτίως της Ήμωνας, στην βόρεια παραμεθόριο Παννονίας και Δαλματίας, και επομένως έχει ενδιαφέρον ότι ένας Ρωμαίος του Ιλλυρικού θεωρεί «εθνική» και βάρβαρη τη/μια γηγενή γλώσσα της περιοχής του), όταν μνημονεύει το Δαλματο-Παννονικό ρόφημα sabaia/sabaium (< ΙΕ *sab- «χυμός», λ.χ. PGmc *sapą > αγγλικό sap), το οποίο αναφέρει και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ως ρόφημα που έπιναν οι φτωχοί/φουκαράδες (paupertinus) επαρχιώτες του Ιλλυρικού.

Για να τα πάρουμε με τη σειρά.

Παραθέτω το παρακάτω παράδειγμα του επιγραφικού αυτοπροσδιορισμού natione Pannonius domo Sirmi[i] (γένει Παννόνιος από το Σίρμιον), τον οποίο αντιπαραβάλλω στους παραπλήσιους αυτοπροσδιορισμούς natione Noricus (γένει Νωρικός = από την επαρχία Νωρικού) και natione Dalmata (γένει Δαλματός = από την επαρχία Δαλματίας) από τις γειτονικές επαρχίες:

Η αναφορά του Αγίου Ιερώνυμου (και του Αμμιανού Μαρκελλίνου) για το ρόφημα που οι αναφομοίωτοι βαρβαρόφωνοι της Δαλματίας και των Παννονιών (in Dalmatia Pannoniaeque provinciis gentili barbaroque sermone = αυτοί που μιλάνε την «εθνική» και βάρβαρη γλώσσα των επαρχιών της Δαλματίας και των Παννoνιών) αποκαλούν sabaia/sabaium:

O Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει ότι, όταν ο Παννόνιος αυτοκράτορας Βάλης πολιόρκησε την Χαλκηδόνα κατά την καταστολή του πραξικοπήματος του Προκοπίου, οι κάτοικοι της πόλης τον αποκαλούσαν χλευαστικά από τα τείχη «Σαβαϊάριο» (Sabaiarius, σήμερα θα λέγαμε «Σαβαγιάρης», -ārius > -άριος > -άρις ~ –άρης λ.χ. κατεργάρης, βρομιάρης, κλανιάρης, κατρουλιάρης), από το ποτό sabaia που έπιναν οι φτωχοί/φουκαράδες (paupertinus) επαρχιώτες του Ιλλυρικού (ένα είδος μπίρας που γινόταν από τη ζύμωση κριθαριού και σιταριού = ex ordeo vel frumento).

[Αμμιανός, 26.8.2] Ad quam obsidendam, cum huius modi pugnarum peritis, Vadomario misso, ex duce et rege Alamannorum, Valens Nicomediam pergit. Exindeque profectus, oppugnationi magnis viribus insistebat, cuius e muris probra in eum iaciebantur, et irrisive compellebatur ut Sabaiarius. Est autem sabaia ex ordeo vel frumento, in liquorem conversis, paupertinus in Illyrico potus.

2.2. Η lingua Pannonica του Τακίτου

Όπως ανέφερα παραπάνω, το βόρειο και ανατολικό σύνορο της Παννονίας ήταν ο Δούναβης. Στα βορειοανατολικά του Aquincum (Βουδαπέστη) πέρα από τον Δούναβη (δηλαδή εκτός Παννονίας) κατοικούσαν τα υπερδουνάβια κελτικά φύλα των Οσίων, Κοτίνων (επί Μάρκου Αυρηλίου οι Ρωμαίοι τους επέτρεψαν να εγκατασταθούν στην Παννονία) και Αναρτίων, τα οποία ήταν ομόγλωσσα με τα κελτικά φύλα της Παννονίας, στα οποία ανήκαν οι γείτονές τους Εραβίσκοι. Οι δυτικοί υπερδουνάβιοι γείτονες αυτών των υπερδουνάβιων κελτικών φύλων ήταν τα γερμανικά φύλα των Μαρκομάννων και των Κουάδων. Ο Τάκιτος, όταν περιγράφει την εθνογραφία της περιοχής, γράφει ότι οι υπερδουνάβιοι Κελτοί Κοτίνοι μιλούσαν τη «Γαλατική γλώσσα» (lingua Gallica, σωστό), αλλά οι [επίσης υπερδουνάβιοι Κελτοί] Όσιοι μιλούσαν την «Παννονική γλώσσα» (lingua Pannonica, λάθος αντιπαράθεση στην Κελτική γλώσα των Κοτίνων), ότι οι Όσιοι και οι Κοτίνοι δεν ήταν γερμανικά φύλα, αλλά πακτιώτες των Γερμανικών φύλων (σωστό) και, σε άλλο χωρίο, ότι οι Όσιοι ήταν ομόγλωσσοι (και ομοηθείς και ομοθέσμιοι) με τους Παννονιο-Κελτούς Εραβίσκους (σωστό) και ότι τα δύο αυτά φύλα (Όσιοι και Εραβίσκοι) ήταν Γερμανικά (λάθος λόγω σύγχυσης και σε πλήρη αντίθεση με αυτό που γράφει αλλού).

[Τάκιτος, Γερμανία, 43.1-2] Cotinos Gallica, Osos Pannonica lingua coargit non esse Germanos, et quod tributa patiuntur.

[Τάκιτος, Γερμανία, 28.3] sed utrum Aravisci in Pannoniam ab Osis, Germanorum natione, an Osi ab Araviscis in Germaniam commigravererint, cum eodem adhuc sermone institutis moribus utantur,

Αυτό το χωρίο όπου ο Τάκιτος μπέρδεψε τα μπούτια του είναι η μόνη αναφορά της Ελληνο-Ρωμαϊκής γραμματείας σε «Παννονική γλώσσα». Ο András Mócsy σχολιάζει τη σύγχυση του Τακίτου σ΄αυτήν την άπαξ αναφορά στη lingua Pannonica στις σελίδες 59-60 του βιβλίου του. Γράφω κάτι από τη σελίδα 59 που δεν μπόρεσα να βρω για να σας την παεραθέσω και παραθέτω την σελίδα 60 που κατάφερα να βρω για να την διαβάσετε.

[σλδ 59] Otherwise the names of the Eravisci were not only undoubtedly Celtic but equally undoubtedly belonged to the Norican-Boian stock. Two passages in Tacitus’ Germania seem to rebut this. […] the Cotini spoke Celtic and the Osi ‘Pannonian’. Otherwise, there is no mention in ancient literature of a ‘Pannonian language’.

2.3. «Παίονες»

Οι αμύητοι στην εθνογραφική ορολογία της ελληνικής γραμματείας κατά την ύστερη αρχαιότητα πρέπει να γνωρίζετε ότι δεν θα βρείτε αναφορές σε «Παννονία» και «Παννονίους» από τον 2° μ.Χ. αιώνα και έπειτα, αλλά θα βρείτε αναφορές σε «Παιονία» και «Παίονες». Επειδή οι τωόντι αρχαίοι Παίονες που κατοικούσαν βορείως της κυρίως Μακεδονίας είχαν εξαφανιστεί ως εθνότητα λόγω εξελληνισμού, οι ελληνόφωνοι συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας, για λόγους αρχαιοπρέπειας, συνέχισαν να χρησιμοποιούν τους ομηρικούς και ηροδότειους όρους «Παίονες» και «Παιονία», για τους κατοίκους της ρωμαϊκής Παννονίας (αφομοιωμένους Παννοννιο-Ρωμαίους και αναφομοίωτους) που δεν είχαν καμία σχέση με τους αρχαίους Παίονες. Αυτός ο παρωνυμιασμός των Παννονίων σε «Παίονες» απαντά ήδη στους Ιλλυρικούς πολέμους του Αππιανού (2ος μ.Χ. αι.) και οι περισσότεροι μεταγενέστεροί του συγγραφείς (Ηρωδιανός, Ιουλιανός, Πρίσκος, Ζώσιμος κλπ) ακολουθούν το παράδειγμά του. Ο Δίων Κάσσιος είναι η μόνη σημαντική εξαίρεση που γνωρίζω, ο οποίος συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο Παννονίοι «που χρησιμοποιούν οι Ρωμαίοι και οι ίδιοι οι Παννόνιοι».

Όταν ο Αππιανός στην αρχή των Ιλλυρικών Πολέμων περιγράφει την επινοημένη κατά τον 1° μ.Χ. αιώνα «Ιλλυρική» γενεαλογία (στην οποία αναφέρονται ως απόγονοι του Ιλλυριού οι επώνυμοι των φύλων που κατοικούσαν στο ρωμαϊκό Ιλλυρικό, πολλά από τα οποία δεν ήταν τωόντι Ιλλυριοί), αναφέρει τον γιο του Αυταριέα «Παννόνιο ή Παίονα», και στη συνέχεια γράφει ότι αυτός ο «Παίων» είχε γιους τον Τριβαλλό και τον Σκορδίσκο (οι Τριβαλλοί ήταν θρακικό έθνος και οι Σκορδίσκοι Κελτικό, το οποίο, όμως, παννονιοποιήθηκε). Ο όρος «Παίων» εδώ, όπως και ό όρος «Παίονες» σε όλο το υπόλοιπο έργο, είναι παρωνύμιο για τους Παννονίους. Οι «Παίονες» ανάμεσα στους οποίους ζουν οι Σκορδίσκοι είναι φυσικά οι Παννόνιοι.

[Αππιανός, Ιλλυρικοί Πόλεμοι, 2-3]

[2] Αὐταριεῖ δὲ αὐτῷ Παννόνιον ἡγοῦνται παῖδα ἢ Παίονα γενέσθαι, καὶ Σκορδίσκον Παιόνι καὶ Τριβαλλόν, ὧς ὁμοίως τὰ ἔθνη παρώνυμα εἶναι.

[3] ὄθεν ἔστι καὶ νῦν Σκορδίσκων γένος ἐν Παιόσιν.

Ο Δίων Κάσσιος, όπως ήδη ανέφερα, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο «Παννόννιοι». Στο [49.36.1] γράφει ότι ο Οκταβιανός, αφού κατέλαβε την Σισκία/Σεγεστική, επιτέθηκε στους Παννόνιους (ὲπὶ Παννονίους ἐπιστράτευσεν), παρακάτω γράφει ότι οι Πανννόνιοι κατοικούν μεταξύ του Ίστρου, του Νωρικού, της Δαλματίας και της Άνω Μυσίας (49.36.2: οἱ δὲ δὴ Παννόνιοι νέμονται μὲν πρὸς τῇ Δελματίᾳ, παρ΄αὐτὸν τὸν Ἴστρον ἀπὸ Νωρικοῦ μέχρι τῆς Μυσίας τῆς ἐν Εὐρῶπῃ) και, παρακάτω, προσθέτει ότι κάποιοι Έλληνες συγγραφείς έχουν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν το αρχαίο πρόσρημα «Παίονες» (του λαού που κατοικούσε προς τη Ροδόπη και τη Μακεδονία) για τους Παννόνιους, ενώ οι Ρωμαίοι και οι ίδιοι οι Παννόνιοι χρησιμοποιούν για τους εαυτούς τους το εθνώνυμο «Παννόνιοι».

[Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 49.36.6] τῶν δὲ δὴ Ἑλλήνων τινὲς τἀληθὲς ἀγνοήσαντες Παίονας σφας προσεῖπον, ἀρχαίου μέν που τοῦ προσρήματος τούτου ὄντος […] οὖπερ καὶ ἐγὼ ἐκείνους μὲν Παίονας τούτους δὲ Παννονίους, ὥσπερ που καὶ αὐτοὶ ἑαυτοὺς καὶ Ῥωμαῖοι σφας καλοῦσι, προσαγορεύσω.

2.4. «Ιλλυριοί» και τωόντι Ιλλυριοί

Οι αρχαίοι συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου χρησιμοποιούσαν τον όρο «Ἰλλυριοί» για όλα τα φύλα που κατοικούσαν στη μεταβλητών ορίων περιοχή που οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν «Ιλλυρικό». Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες πηγές που δείχνουν επίγνωση του γεγονότος ότι δεν ήταν όλοι αυτοί οι «Ιλλυριοί» τωόντι Ιλλυριοί. Αυτοί οι «τωόντι Ιλλυριοί» (οι Illyrii proprie dicti του Πλινίου του Πρεσβυτέρου και οι proprie Illyrii του Πομπωνίου Μέλα) κατοικούσαν μεταξύ των Ταυλαντίων και των Πυραίων/Πλεραίων (χονδρικά από τη Λισσό μέχρι την Αλμισσό) και είναι οι μόνοι κάτοικοι του Ιλλυρικού για τους οποίους οι αρχαίες πηγές γράφουν ρητά ότι μιλούσαν την ιλλυρική γλώσσα (ἰλλυριστί). Ο Πολύβιος λ.χ. μας πληροφορεί ότι ο Μακεδόνας πρέσβης Αδαίος που στάλθηκε στον τωόντι Ιλλυριό βασιλιά Γένθιο, είχε μαζί του ως διερμηνέα έναν δίγλωσσο Ιλλυριό που γνώριζε την «Ιλλυρίδα διάλεκτον» του Γενθίου (Πολύβιος, 28.8.9παρὰ τοῦ Γενθίου … ἔπεμπε τὸν Ἀδαῖον καὶ σὺν τούτῷ … καὶ τρίτον τὸν Ἰλλυριὸν διὰ τὸ τὴν διάλεκτον εἰδέναι τὴν Ἰλλυρίδα). Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία αρχαία πηγή που να ισχυρίζεται ρητά ότι οι Δαλματοί και οι (μη Κελτοί) Παννόνιοι μιλούσαν «ιλλυρικά» ή ότι ήταν ομόγλωσσοι με τους «τωόντι Ιλλυριούς» νότιους γείτονές τους. Οι Δαλματοί και οι (μη Κελτοί) Παννόνιοι μάλλον ήταν ομόγλωσσοι (το υπονοεί ο Ιερώνυμος επειδή αναφέρεται σε μία «εθνική» και βάρβαρη γλώσσα της Δαλματίας και των Παννονιών) αλλά, όπως έχει επισημάνει και πρόσφατα ο γλωσσολόγος Joachim Matzinger, μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμα αποδειχθεί με τρόπο αποδεκτό από τη σύγχρονη γλωσσολογία ότι οι Δαλματοί (ή/και οι Παννόνιοι) ήταν ομόγλωσσοι με τους «τωόντι Ιλλυριούς».

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Σύμφωνα με τον Ερατοσθένη, οι βόρειοι γείτονες των Ιλλυριών ήταν οι Νεσταίοι που κατοικούσαν στην εκβολή του ποταμού Νέστου, στην περαία της νήσου Φάρος/Hvar (μετὰ Ἰλλυριοὺς Νεσταῖοι, καθ΄οὓς νῆσος Φάρος, ο Νέστος ήταν ο σημερινός Cetina, στην εκβολή του οποίου βρισκόταν η αρχαία Άλμισσα/Άλμισσός, η σημερινή Omiš). Ο Ψευδο-Σκύμνος μας παραδίδει μια παρόμοια εικόνα όταν γράφει ότι νότια από τους (ενετόφωνους) Λιβυρνούς κατοικούσαν οι Βουλινοί και οι Ύλλοι (στο Ακρωτήριο του Διομήδη κοντά στην εκβολή του Νέστου/Cetina) και, νοτίως από αυτούς, «ἡ δὲ Ἰλλυρὶς μετὰ ταῦτα παρατείνουσα γῆ» (Ψευδο-Σκύμνος, 403-415).

Παρόμοια εικόνα μας δίνουν οι Λατίνοι συγγραφείς όπως ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και ο Πομπώνιος Μέλας που ανέφερα ήδη, οι οποίοι τοποθετούν τους «τωόντι Ιλλυριούς» (Illyrii proprie dicti, proprie Illyrii) μεταξύ της Λισσού και της Επιδαύρου (το σημερινό Cavtat κοντά στο Dubrovnik), δηλαδή, χονδρικά, για τους δύο αυτούς Λατίνους συγγραφείς οι «τωόντι Ιλλυριοί» κατοικούσαν στη σημερινή βόρεια Αλβανία και το Μαυροβούνιο. Ο Πομπώνιος Μέλας, κινούμενος από νότο προς βορρά, γράφει ότι μετά (deinde) τους Ταυλαντίους, τους Εγχελείς και τους Φαίακες, υπήρχαν οι τωόντι Ιλλυριοί, και μετά (tum) από αυτούς υπήρχαν οι Πυραίοι, οι Λιβυρνοί και η Ιστρία. Ο Πλίνιος γράφει ότι οι proprioque dicti Illyrii βρίσκονταν μεταξύ Ταυλαντίων και Πυραίων (proprieque dicti Illyrii, et Taulantii et Pyraei retinent nomen).

Τα παραπάνω χωρία δείχνουν πόσο παρακινδυνευμένη (και αβέβαιη) είναι η εθνογλωσσική «ιλλυρικότητα» των Δαλματών και των (μη Κελτών) Παννονίων.

Ο András Mócsy παραθέτει τον παρακάτω εθνογλωσσικό χάρτη της ευρύτερης Ιλλυρίας:

Η περιοχή με τις βούλες στο μυχό της Αδριατικής δείχνει την ανατολική ενετόφωνη περιοχή (Κάρνοι, Κάταλοι, Κάταροι, Ίστροι, και Λιβυρνοί).

Η περιοχή με τις κατακόρυφες γραμμές δείχνει τη συμπαγώς κελτόφωνη περιοχή (τα νότιοδυτικά σύνορά της βρίσκονται στην Ήμωνα και την Σισκία).

Η περιοχή με τις διαγώνιες γραμμές δείχνει την θρακόφωνη περιοχή της Άνω Μυσίας.

Τέλος, η ευρεία περιοχή με τις οριζόντιες γραμμές είναι η «ιλλυρόφωνη» περιοχή, επειδή ο Mócsy για λόγους απλότητας ακολούθησε στον χάρτη την παράδοση να θεωρεί τους Δελματούς και τους Παννόνιους ως «ιλλυρόφωνα» έθνη.

Ωστόσο, στη σελίδα 4 του βιβλίου ο Mócsy αμφισβητεί την ομογλωσσία Δαλματο-Παννονίων και «τωόντι Ιλλυριών» με τα τα παρακάτω λόγια:

[σλδ 4] Analysis of the earliest information about the Illyrians on the Adriatic indicates that the name Illyrioi applies only to a small area in the south of what was later to become the province of Dalmatia; […] The Dalmatians and Pannonians, therefore, were either not Illyrians or at best were only related linguistically; but they did not speak the same language as their neighbours to the south, who alone are regarded in the sources as Illyrians.

Πιο πρόσφατα (2015), ο αλβανιστής γλωσσολόγος Joachim Matzinger σε ένα άρθρο του γραμμένο στα ιταλικά (Messapico e Illirico), αφού πρώτα επανέλαβε το συμπέρασμα του Radoslav Katičić (1976) ότι «οι ιλλυρικές ετυμολογήσεις δεν έχουν φτάσει ακόμα τον υψηλό πήχη των θρακικών ετυμολογήσεων» (on the whole, the Illyrian etymologies that could be proposed do not reach the standard of the Thracian ones), πρόσθεσε στη συνέχεια ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμα αποδειχθεί με αποδεκτό από τη σύγχρονη γλωσσολογία τρόπο η ομογλωσσία Δαλματο-Παννονίων και «τοώντι Ιλλυρίων».

Επομένως, είναι αβάσιμο να υποθέσουμε ότι οι μη Κελτοί Παννόνιοι μιλούσαν «ιλλυρικά» όπως οι «τοώντι Ιλλύριοι» νοτιότερα. Παρακάτω θα χρησιμοποιήσω τον όρο «Παννονική γλώσσα» για τη γλώσσα των μη Κελτών Παννονίων, τους οποίους μπορούμε να αποκαλέσουμε και «τωόντι Παννόνιους», γιατί ο όρος Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση χαρακτήριζε τα μη Κελτικά φύλα που κατοικούσαν κατά μήκος του ποταμού Σάβου.

3. Οι 3 γλώσσες της Παννονίας: Νεβιόδουνον, Παννονία, και Ποιτοβίων

Στην περιοχή που κατέληξε ν΄ αποτελεί τη ρωμαϊκή επαρχία Παννονίας μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές ΙΕ ποικιλίες. Υπήρχε η Κελτική (ειδικότερα Γαλατική) γλώσσα του Κελτικού πληθυσμού από την οποία προέκυψαν τα αναντίλεκτα κελτικά τοπωνύμια της περιοχής, υπήρχε η γλώσσα που έδωσε τον όρο «Παννονία» (μάλλον η Παννονική γλώσσα των «τοώντι Παννονίων») και, τέλος, στο βορειοδυτικό τμήμα της Παννονίας που κελτοποιήθηκε κατά την περίοδο 350-50 π.Χ. υπάρχουν κάποια υποστρωματικά τοπωνύμια (λ.χ. Ποιτοβίων) τα οποία δεν είναι ούτε «τωόντι παννονικά» ούτε κελτικά και μάλλον πρέπει να τα θεωρήσουμε Ενετικά. Στα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα η Ενετική γλώσσα έφτανε περίπου μέχρι την Ήμωνα/Λιουμπλιάνα, ωστόσο, όπως γράφει και ο John Wilkes, υπάρχουν κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι παλαιότερα η Eνετική γλώσσα μιλιόταν και ανατολικά της Ήμωνος, τουλάχιστον μέχρι τον άνω Δράβο, στον οποίο βρισκόταν το μη κελτικό και μη παννονικό τοπωνύμιο Ποιτοβίων.

3.1. Τα κελτικά τοπωνύμια της Παννονίας

Ο Πτολεμαίος αναφέρει κάποια τοπωνύμια στην Παννονία τα οποία είναι κάποια αναντίλεκτα και κάποια πολύ πιθανόν κελτικά.

Αναντίλεκτα κελτικά τοπωνύμια:

Ἰουλιοβόνα (η σημερινή Βιέννη) = περιέχει το δεύτερο κελτικό συνθετικό -bona = «οικισμός, βάση» που απαντά και στον συνηθέστερο εναλλακτικό τύπο Βινδοβόνα/Vindobona («Λευκή Βάση», PCelt *windos, *bona)

Βονωνία = το θέμα του τοπωνυμίου Bon- είναι ο ίδιος πρωτοκελτικός όρος *bona = «οικισμός, βάση» που ανέφερα παραπάνω. Υπήρχαν πολλές Βονωνίες ανά τον κελτικό κόσμο, λ.χ. η βορειοϊταλική Bonōnia > *Bolonia > Bologna, η γαλλική Bonōnia > *Bolonia > Boulogne-sur-Mer και η παραδουνάβια βουλγαρική Bonōnia > Vidin.

Νοβιόδουνον/Νεβιόδουνον (το Νοουίδουνον του Πτολεμαίου, το σημερινό σλοβενικό Drnovo) = πρόκειται για το συνηθέστατο κελτικό τοπωνύμιο *Nowyo-dūnom που σημαίνει «Νεόκαστρο» (PCelt *nowyos, *dūnom). Από ένα σημείο και έπειτα, εμφανίζεται η i-μετάλλαξη Noviodunum > Neviodunum που χαρακτηρίζει την ευρύτερη περιοχή (λ.χ. Carantania > *Carantia > *Carentia > Carinzia/Carinthia και Tarvisium > Traviso > Treviso).

Καρρόδουνον = πρόκειται για κελτικό τοπωνύμιο σε PCelt *-dūnom με πρώτο συνθετικό μάλλον τον κελτικό όρο *karros που εισήλθε στη λατινική ως carrus = «κάρο». Οι αμαξόβιοι πληθυσμοί είχαν τη συνήθεια να διανυκτερεύουν σε πρόχειρα οχυρά που έφτιαχναν βάζοντας τα κάρρα σε κυκλική διάταξη ως πρόχειρα τείχη (βλ. εδώ [11:05-12:10] για την περιγραφή ενός τέτοιου «καρρόδουνου» που έφτιαξαν οι Γότθοι στη μάχη της Αδριανουπόλεως).

Πολύ πιθανόν κελτικά τοπωνύμια:

Για την Ήμωνα (Λιουμπλιάνα) ως πιθανό κελτικό τοπωνύμιο (ΙΕ *h1ey-men- «πέρασμα, οἷμος» > *eymn./eymōn > PCelt *ēman/ēmūn ~ Ἡμᾶν/Ἤμων/Ēmōna) έχω αφιερώσει παλαιότερη ανάρτηση.

Βριγετίων (το Βρεγαίτιον του Πτολεμαίου) = το τοπωνύμιο μάλλον περιέχει τον κελτικό όρο *brixs «λόφος» (IE *bhr.g’- > PCelt *brig-, λ.χ. *Brigantī)

Σισκία/Σεγεστική = όταν την κατέκτησαν οι Ρωμαίοι το 35 π.Χ., η Σισκία/Σεγεστική βρισκόταν επί του κελτο-παννονικού γλωσσικού μεθορίου (βόρεια ζούσαν οι Κελτοί Λατόβικοι και Βαρκιανοί και νότια τα παννονικά φύλα όπως οι Κολαπιανοί και οι Βρεύκοι). Ωστόσο, και τα δύο τοπωνύμια με τα οποία η πόλη ήταν γνωστή έχουν καλές κελτικές ετυμολογίες. Η πόλη ήταν χτισμένη στο μόνο «ξερό/στεγνό» σημείο (λ.χ. ξηρός > ξηρά και λατ. *ters- «στεγνός, ξηρός» > terra) μιας ελώδους περιοχής γύρω από την εκβολή του ποταμού Κολάπεως (λατ. Colapis, σλοβεν. Kolpa, BCS Kupa) στο Σάβο και η μορφή Σισκία/Siscia ταιριάζει στο πρωτοκελτικό επίθετο IE *si-sk-us = «ξηρός» > PCelt *siskw-os = «ξηρός, στείρος» (λ.χ. OIr sesc/seisc = «ξηρός, στείρος»). Όσον αφορά το άλλο όνομα της πόλεως Σεγεστική/Segestica, με χαρά διαπίστωσα ότι ο κελτιστής Ranko Matasović με πρόλαβε και το παρέθεσε ως πιθανό απόγονο (“perhaps Segestica [toponym]”) του πρωτοκελτικό όρου IE *segh’os > PCelt *sego- «ισχύς» (λ.χ. το γαλατικό ανθρωπωνύμιο Segomāros = «τρανός σε ισχύ» και τα κελτιβηρικά τοπωνύμια Segovia, Segeda και Segontia). Η ίδια ρίζα *seg’h-/sog’h- έχει δώσει τους ελληνικούς όρους (αντ)ἔχω, Ἕκτωρ = μενεπτόλεμος/μενέμαχος/μενεχάρμης και ἐχυρός/ὀχυρός. Επομένως, η Σεγεστική είναι πολύ πιθανό να είναι κελτικό τοπωνύμιο με τη σημασία «εχυρή/ερυμνή» και αξίζει εντελώς αυτή τη σημασία, επειδή οι Ρωμαίοι δεν κατάφεραν να την εκπορθήσουν στις δύο πρώτες πολιορκίες (το 156 π.Χ. και το 119 π.Χ.) και, όταν τελικά την εκπόρθησαν το 35 π.X. ύστερα από πολιορκία ενός μηνός, η Σισκία/Σεγεστική έγινε το σημαντικότερο ρωμαϊκό οχυρό στην περιοχή. Όπως θα δείξω παρακάτω με ένα χωρίο του Αππιανού, Σεγεστική ήταν μάλλον η χώρα (τὴν Σεγεστικὴν γῆν) της Σισκίας/*Σεγέστας και Σεγεστανοί οι κάτοικοί της.

Παραθέτω τους πρωτοκελτικούς όρους *siskw-os = «ξηρός, στείρος» και *sego- «ισχύς» από το λεξικό πρωτοκελτικών όρων του Ranko Matasović.

Για την «εχυρή/ερυμνή» ιδιότητα της Σισκίας/*Σεγέστας (> Σεγεστική γῆ, Σεγεστανοί), παραθέτω τα παρακάτω λόγια του Mócsy:

[σλδ 12] In 156, probably during the Dalmatian war, the Romans laid siege to the Pannonian town of Siscia (Segestikè) at the mouth of the Kulpa in the Save valley.

[σλδ 13] When in 119 B.C. the Romans besieged Siscia for the second time [#59] … but is is very probable that the border between the Taurisci and the Scordisci lay west of Siscia. This can be deduced not only from the fact that the Scordisci took part in the battles each time the Romans besieged Siscia, in 156 and 119 B.C., but also from a passage in Strabo which states that the upper reaches of the Save belonged to the Taurisci, but Siscia to the Pannonians [#61]

σημ. #59: [Αππιανός, Ιλλυρικοί Πόλεμοι, 22] ἐς δὲ τὴν Σεγεστικὴν γῆν οἱ Ῥωμαῖοι δὶς πρότερον ἐμβαλόντες οὔτε ὅμηρον οὔτε ἄλλο τι εἰλήφεσαν: ὅθεν ἦσαν ἐπὶ φρονήματος οἱ Σεγεστανοί.

σημ. #61 [Στράβων, 7.5.2] Βοίους καὶ Ταυρίσκους, ἔθνη Κελτικὰ …  τὸ δὲ λοιπὸν ἔχουσι Παννόνιοι μέχρι Σεγεστικῆς …  ἐγγὺς δὲ τῆς Σεγεστικῆς ἐστι καὶ ἡ Σισκία φρούριον

[Στράβων, 4.6.10] ἐκβάλλει δ΄εἰς τὸν Σάον, ὥστ΄εὐμαρῶς εἰς τὴν Σεγεστικὴν κατάγεται καὶ τοὺς Παννονίους καὶ Ταυρίσκους. συμβάλλει δ΄εἰς τὸν Σάον κατὰ τὴν πόλιν καὶ ὁ Κόλαπις

[σλδ 22] The final goal  of this advance seems to have been the capture of Siscia, twice unsuccessfully besieged by the Romans (in 156 and again in 119 BC). This strong-point on the mouth of the Kulpa in the Save valley was the natural spring-board for an advance to the east, and it was in this context that Octavian’s propaganda put the capture of Siscia. It was said to be the most important base from which to launch an attack against the Dacians.

[σλδ 23] Siscia’s fate … in practical terms it remained in Roman hands. In the wars under Augustus it became the Roman army’s most important stronghold. Had not its fortress been firmly held by the Romans, Tiberius’ campaign against the Scordisci in 15 B.C. would have been impossible.

Στην επόμενη ανάρτηση θα παραθέσω τα χωρία του Mócsy που περιγράφουν την διαδικασία του κελτικού εποικισμού και της κελτοποίησης της Παννονίας, η οποία σταμάτησε απότομα το 60 π.Χ., όταν ο Δάκας βασιλιάς Βυρεβίστας πέτυχε το 60/59 π.Χ. μια συντριπτική νίκη κατά του ηγεμόνα των Βοΐων και Ταυρίσκων Κριτασίρου, δημιουργώντας με τις λεηλασίες του στη βόρεια Παννονία μια κατάσταση που ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αποκάλεσε τα «ερημωμένα μέρη των Βοΐων» (ΝΗ, 3.146: deserta Boiorum).

Γράφει ο Mócsy:

[σλδ 18] According to Strabo, Burebista carried out his conquests within a matter of a few years [#87] … His operations had, however, a lasting effect on the history of the Carpathian region, inasmuch as they put an end once and for all to Celticization in many areas.

(σημ. #87: [Στράβων, 7.3.11])

[σλδ 19] Within the Roman empire Burebista’s victory made a deep impression. There was reference to a ‘Boian desert’ in Pannonia for which Pliny the Elder uses the term deserta [#92].

(σημ. #92: [Στράβων, 7.3.11] Βοιρεβίστας ἀνὴρ ΓέτηςΒοίους δὲ καὶ ἄρδην ἠφάνησε τοὺς ὑπὸ Κριτασίρῳ καὶ Ταυρίσκους, [Στράβων, 7.5.2] ἠρήμωσαν οἱ Δακοὶ καταπολεμήσαντες Βοίους καὶ Ταυρίσκους, ἔθνη Κελτικὰ τὰ ὑπὸ Κριτασίρῳ, [Πλίνιος, ΝΗ, 3.146-7], παρέθεσα το χωρίο παραπάνω).

Από αυτό το σημείο και έπειτα, αρχίζουν να «ανασαίνουν» ιστορικά οι «τωόντι Παννόνιοι», επειδή ο Βυρεβίστας εξουδετέρωσε τους Κελτούς ηγεμόνες τους σε βορρά (Βόιοι, Ταυρίσκοι) και νότο (Σκορδίσκοι). Ωστόσο, όπως θα εξηγήσω στην επόμενη ανάρτηση στην ενότητα «το Δακικό πρόβλημα», η ισχύς που είχαν αποκτήσει οι Δάκες βασιλιάδες Βυρεβίστας και Κοτίσων ήταν και η κύρια αιτία που οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να κατακτήσουν και να οργανώσουν τις παραδουνάβιες περιοχές (Παννονία και Μυσία) ως προτειχίσματα και ορμητήρια κατά της Δακίας.

3.2. Η ετυμολογία του τοπωνυμίου Παννονία

Ο Julius Pokorny πολύ καιρό πριν πρότεινε την πειστικότατη ετυμολογία του τοπωνυμίου Πανννονία ως «ελώδης τόπος» (το κύριο χαρακτηριστικό της περιοχής) από την ΙΕ ρίζα *pen- «νερό, βάλτος» που έδωσε τον πρωτογερμανικό όρο ΙΕ *ponyom > PGmc *fanją = «βάλτος, λασπούρα» (λ.χ. παλαιό αγγλικό fenn > αγγλικό fen) και τον σανσκριτικό όρο IE *pon-k-os > Skt paṅka = «λάσπη, λασπούρα, μικρός βάλτος».

Αν δεχτούμε αυτήν την πειστική ετυμολογία, τότε το τοπωνύμιο Παννονία δεν μπορεί να είναι κελτικό, επειδή η ύστερη πρωτοκελτική γλώσσα απέβαλε το αρκτικό ΙΕ *p>f>h>∅ (λ.χ. IE *ph2tēr > EPCelt *fatīr > LPCelt *(h)atīr, λ.χ. OIr athair). Ο κελτικός απόγονος της ΙΕ ρίζας *pen- «νερό, βάλτος» υπάρχει και έχει χάσει κανονικά το αρκτικό /p/ (λ.χ. ΜIr en = «νερό» και PCelt *fen-āk-os > ΜIr enach = «βάλτος», Ουαλικό en-wyn = «βουτυρόγαλα» και ο αυστριακός ποταμός Inn < LPCelt *Enos < IE *pen-os).

Το διπλό «νν» του τοπωνυμίου Παννονία δείχνει ότι η γλώσσα που παρήγαγε αυτό το τοπωνύμιο διπλασίασε το ΙΕ σύμπλεγμα *ny>nn, όπως λ.χ. ο δυτικός γερμανικός κλάδος και η Αιολική ελληνική (λ.χ. οι πρωτογερμανικοί όροι *fanją και *kunją έδωσαν τα Παλαιά Αγγλικά fenn, cynn, και στους αττικοϊωνικούς όρους ἀλλότριος, μέτριος και περίοχος αντιστοιχούσαν οι αιολικοί τύποι ἀλλότερρος, μέτερρος και *πέριοχος > πέρροχος).

Αν το /a/ του τοπωνυμίου Παννονία προέρχεται από την τροπή ΙΕ *o>a (*ponyo- > *panna-) τότε ένα άλλο χαρακτητιστικό αυτής της παννονικής γλώσσας ήταν η τροπή *o>a που επίσης δεν είναι πρωτοκελτικό χαρακτηριστικό (αν και συνέβη αργότερα στην αρχαϊκή Παλαιά Ιρλανδική).

Επομένως, μέχρι στιγμής έχουμε επισημάνει δύο ΙΕ ποικιλίες στην Παννονία: μια κελτική (ΙΕ *p>f>h>∅ και IE *o>o) που δεν μπορεί να έχει δώσει το τοπωνυμίο Παννονία και μία «παννονική» που παρήγαγε το θέμα του τοπωνυμίου Πανν-ονία (IE *ponyo- > *panna-, IE *p>p, IE *o>a, IE *ny>nn).

Υπήρχε, όμως, και μια τρίτη ΙΕ ποικιλία στην Παννονία που παρήγαγε το τοπωνύμιο Ποιτοβίων/Poetoviō, το οποίο δεν είναι ούτε κελτικό ούτε «παννονικό».

3.3. Η ετυμολογία του τοπωνυμίου Ποιτοβίων/Poetoviō

Η αρχαία Ποιτοβίων/Poetoviō (το σημερινό σλοβενικό Ptuj και γερμανικό Pettau) βρισκόταν στην ΒΔ Παννονία, σε μια περιοχή που κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης ήταν κελτόφωνη. Ωστόσο , το τοπωνύμιο Ποιτοβίων δεν είναι ούτε κελτικό ούτε «τωόντι παννονικό». Η Σλοβενίδα καθηγήτρια αρχαιολογίας Marjeta Šašel Kos πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου το προσδιόρισε ως «προκελτικό» (pre-celtic, δηλαδή προϊόν μιας υποστρωματικής γλώσσας που κάποτε μιλιόταν στις μετέπειτα κελτόφωνες περιοχές της ΒΔ Παννονίας).

Μάλιστα, χωρίς να το ξέρει, η φωτογραφία που παρέθεσε στην πρώτη σελίδα του άρθρου της για την Ποιτοβίωνα είναι το κλειδί για να καταλάβετε την ετυμολογία του τοπωνυμίου. Η Ποιτοβίων ήταν κτισμένη σε μια διάβαση του άνω Δράβου, γύρω από την οποία βρισκόταν ένας εύφορος κάμπος που στα χρόνια της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας ήταν γνωστός ως Pettauer Feld = «Ποιτοβιώνιος Κάμπος». Ολόκληρη η περιοχή γύρω από αυτόν τον κάμπο ήταν ορεινή και ακατάλληλη για γεωργία.

Παραθέτω το τμήμα του αυστρο-ουγγρικού χάρτη του 1904 που απεικονίζει το εύφορο Pettauer Feld (δυστυχώς έπρεπε να ενώσω δύο γειτνιάζοντες χάρτες):

Παραθέτω τώρα το άρθρο της Kos στο οποίο χαρακτηρίζει το τοπωνυμίο Ποιτοβίων «προκελτικό» (σλδ 141: “the name Poetovium is pre-Roman, and also pre-Celtic“, στην υποσημείωση #9 της ίδιας σελίδας σωστά χαρακτηρίζει ως «απίθανη» [“not plausible“] μια απόπειρα κελτικής ετυμολόγησης από κάποιον κελτικό θεό της εκδίκησης) μαζί με την πρώτη σελίδα του άρθρου της, όπου έχει βάλει και μια σημερινή φωτογραφία του εύφορου κάμπου που είναι καλυμμένος με πάμπολλα χωράφια.

Από τη στιγμή που ο κάμπος της Ποιτοβίωνος ήταν ο μόνος εύφορος κάμπος στην ευρύτερη ορεινή περιοχή, τότε είναι λογική μια ετυμολογική πρόταση που να παραπέμπει σ΄αυτόν τον εύφορο κάμπο. Υπάρχει η ΙΕ ρίζα *peyH- «παχύς» που στην Ελληνική και τη Λιθουανική έδωσε όρους με τη σημασία «εύφορος κάμπος, λιβάδι».

Η σημασία «παχύς» διατηρείται στο πρωτογερμανικό επίθετο *poyH-d-os > PGmc *faitidaz*faitaz > αγγλικό fat = «χοντρός».

Τους μηδενόβαθμους ελληνικούς απογόνους πῖαρ = «λίπος», πίειρα (ἄρουρα) = «εύφορη γή» και Πῑερία (= εύφορη/πλούσια χώρα) τους έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση για την ετυμολογία των τοπωνυμίων Πῑερία και Ιρλανδία.

Εδώ θα περιγράψω τον ο-βαθμο ελληνικό απόγονο *poyH-w-eh2 > *poywā > poyyā > ποίᾱ ~ πόᾱ (ομηρικο ποίη) = «χόρτο, λιβάδι, μέρος πλούσιο σε χόρτο για βοσκή) και τα παράγωγα ποιονόμος/ποιηφάγος ~ «χορτοφάγος, που τρέφεται σε λιβάδια» (και το προπαροξύτονο ποιόνομος = «μέρος πλούσιο σε λιβάδια») που είναι ακριβής ΙΕ συγγενής με τον βαλτικό όρο *poyH-weh2 > *peywā > Λιθ. & Λετ. pieva = «λιβάδι».

Παραθέτω την ετυμολογική περιγραφή των συγγενών όρων ελλην. πόᾱ ~ ποίᾱ και βαλτ. pieva από τα ΙΕ ετυμολογικά λειξικά της σειράς Leiden-Brill:

Στο γειτονικό Νωρικό, ο Πτολεμαίος αναφέρει το τοπωνύμιο Ποιδικόν, το οποίο επίσης δεν μπορεί να είναι κελτικό, αν θέλουμε να το ετυμολογήσουμε ως «κάμπος, λιβάδι», από τον ίδιο ακριβώς ΙΕ τύπο *poyH-d- που έδωσε το πρωτογερμανικό *faitaz. Έχω σημειώσει και τα κελτικά εθνώνυμα με τη σημασία «παραποτάμιοι» (ΙΕ *h2nt-bhi > *h2mbhi > PCelt *ambi- ~ ἀμφι-/παρα- στα εθνώνυμα Ἀμβισόντιοι = «παρ-Ισόντι-οι», Ἀμβιδραυοί = «παρα-Δραυ-οί», Ἀμβιλικοί = «παρα-Λικ-οί») καθώς και τα κελτικά τοπωνύμια Ἀρελάτη (όπως η ομώνυμη πόλη της Γαλλίας PCelt *fare-lati- «παραποτάμια», ωραίο παράδειγμα κελτικής απώλειας του αρκτικού IE /p/), Γαυανόδουρον (PCelt *dworos/duros «πύλη, περίφραξη, οχυρό», όπως το Duro-cortorum/Reims της Γαλλίας) και Γησόδουνον (PCelt *dūnom).

Επομένως, τα τοπωνύμια Ποιδικόν και Ποιτοβίων (μήπως Poid-oviō ? ) είναι πολύ πιθανό να σημαίνουν «λιβάδι, μέρος πλούσιο σε χόρτο» (IE *poyH-d-os = «παχύς, εύφορος»), αλλά αν δεχτούμε αυτήν την ετυμολόγηση τότε είναι ξεκάθαρο ότι:

  1. Τα τοπωνύμια αυτά δεν μπορεί να είναι κελτικά, επειδή διατηρούν το ΙΕ *p που η ύστερη πρωτοκελτική απέβαλε (λ.χ. *perH-/*pr.H- > ελληνικά περί/παρά, αλλά κελτικά *fare- > *hare- > Ἀρελάτη = Παραποτάμια και Ἀρεμορικοί = Παραθαλάσσιοι)
  2. Τα τοπωνύμια αυτά δεν μπορεί να είναι «τωόντι Παννονικά» (αν η «παννονική» γλώσσα έκανε την τροπή *o>a, *ponyo- > *panna- > Πανν-ονία), επειδή διατηρούν άθικτο το /ο/ της ΙΕ διφθόγγου /oy/ (IE *poyH-d/t- > *poi-d/t-)

Σε ποια ΙΕ γλώσσα πρέπει επομένως να αποδώσουμε αυτά τα «λιβάδια» (Ποιδικόν, Ποιτοβίων) της ανατολικής περιαλπικής χώρας;

Ο καλύτερος υποψήφιος αυτών των προκελτικών τοπωνυμίων είναι η Αρχαία Ενετική γλώσσα (η οποία διατηρεί και το ΙΕ αρκτικό *p και την ΙΕ δίφθογγο *oy), για την οποία ο John Wilkes μας πληροφορεί ότι υπάρχουν επιγραφικά δεδομένα που δείχνουν ότι κάποτε εκτεινόταν ανατολικότερα της Ήμωνος (και βορειότερα) ως τον άνω Δράβο (upper Drau, οπου ήταν η Ποιτοβίων), αλλά, μετά την έναρξη των κελτικών μεταναστεύσεων κατά το πρώτο μισό του 4ου π.X. αιώνα, σταδιακά έχασε έδαφος στην ενδοχώρα εξαιτίας της επέκτασης της κελτοφωνίας.

Επομένως, κλείνω αυτήν την πρώτη ανάρτηση με το βασικό συμπέρασμα ότι πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση, στην περιοχή που κατέληξε να αποτελεί την ρωμαϊκή επαρχία Παννονίας υπήρχαν (τουλάχιστον) τρεις ΙΕ γλώσσες:

  1. Η Γαλατική Κελτική μιλιόταν στην βόρεια Παννονία από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και στην περιοχή των Σκορδίσκων στη νότια Παννονία από τις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Η κελτοφωνία κέρδιζε συνεχώς έδαφος μέχρι το 60-59 π.Χ. που ο Δάκας βασιλιάς Βυρεβίστας κατέλυσε τα κελτικά κέντρα εξουσίας.
  2. Η «τωόντι Παννονική» γλώσσα μιλιόταν ουσιαστικά μόνο στην κοιλάδα του ποταμού Σάβου (στο νότιο τμήμα της Ρωμαϊκής Παννονίας) και μάλλον και στην γειτονική Δαλματία (Δαλματο-Παννονική γλώσσα). Μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμα καθοριστεί με γλωσσολογικά πειστικό τρόπο αν η Δαλματο-Παννονική εθνογλωσσική ομάδα ήταν ομόγλωσση ή όχι με τους νοτιότερους «τωόντι Ιλλυριούς».
  3. Στην ΒΔ Παννονία (Άνω Σάβος και Άνω Δράβος), υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι η αρχαία Ενετική γλώσσα ήταν το γλωσσικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο επιβλήθηκε το κελτικό επίστρωμα.

Θα συνεχίσω στην επόμενη ανάρτηση με την ιστορία της Παννονίας από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα (όταν αρχίζει ο κελτικός εποικισμός της βόρειας Παννονίας) μέχρι τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν οριστικοποιήθηκε ο ρωμαϊκός έλεγχος της περιοχής.

Advertisements

8 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

8 responses to “Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #1

  1. Ριβαλντίνιο

    Και ο Ευάγριος, προτελευταία σειρά το “Παιονία” χρησιμοποιεί.

    Ο Προκόπιος έχει “Παννονία” :

    Γότθοι δὲ τὴν ἐπὶ τοῦ Ἴστρου διάβασιν ποιησάμενοι Παννονίαν

    καὶ ὑπὲρ τούτους Καρνίοι τε καὶ Νωρικοὶ ἵδρυνται. τούτων δὲ ∆ᾶκαί τε καὶ Παννόνες ἐν δεξιᾷ οἰκοῦσιν,

    Λαγγοβάρδας δὲ βασιλεὺς Ἰουστινιανὸς ἐδωρήσατο Νωρικῶν τε πόλει καὶ τοῖς ἐπὶ Παννονίας ὀχυρώμασί

    http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/Procopius%20Caesariensis_PG%2089/De%20bellis.pdf

    O Θεοφάνης ο Βυζάντιος ( παρατίθεται από τον Φώτιο ) έχει “Παννονία”.

    1η στήλη, 8η γραμμή πρίν το τέλος.

    Υ.Γ. Ωραία ανάρτηση !!! Συνεχίζω την ανάγνωση…

    • Γεια σου Ριβαλδίνιο λεβεντιά!

      Φέρε εδώ και το ωραίο χωρίο του Λυδού που είχες βρει που γράφει ότι οι Έλληνες για λόγους ευήχειας αποκαλούν τους Παννόνιους Παίονες.

      • Υ.Γ. Μήπως με δουλεύεις ;

        Για ποιο πράγμα βρε;

      • Ριβαλντίνιο

        Για ποιο πράγμα βρε;

        Επειδή το χωρίο του Λυδού υπάρχει στα σχόλια της ανάρτησης για τους Παίονες, οπότε γιατί να το γράψω εδώ ;

        _____________________________________
        Εδώ

        http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0229%3Atext%3DIll.%3Achapter%3D1%3Asection%3D3

        ἔστι καὶ νῦν Σκορδίσκων γένος ἐν Παίοσιν.

        ο Αππιανός εννοεί “Παννόνιους”, έτσι ; Θέλω να πώ οι Σκορδίσκοι δεν κατέβηκαν στην κανονική Παιονία ;

        ________________________________________-

        Στην Σικελία υπήρχε η εξελληνισμένη πόλη Σέγεστα/Έγεστα/Αίγεστα των Ελύμων. Οι Έλυμοι ήταν άγνωστης καταγωγής ( με εξαίρεση την μυθολογική καταγωγή τους ) και ίσως ήταν ιταλικό φύλο ( συγγενικό των Σικελών, των Λατίνων, των Σαμνιτών και λοιπών ιταλικών φύλων ). Έχει διατυπώσει κάποιος την θεωρία οι Παννόνιοι να ήταν Ιταλοί ;

      • Γεια σου Ριβαλδίνιο!

        1) Θυμόμουν ότι το είχες καταθέσει σε σχόλιο, αλλά δεν θυμόμουν σε ποια ανάρτηση το είχες βάλει.

        2) Ναι τους Παννονίους εννοεί. Οι Σκορδίσκοι έφτασαν να ελέγχουν την (μετέπειτα) Άνω Μυσία, αλλά για Παιονία ο Mocsy δεν γράφει τίποτε. Ακόμα και ο έλεγχος των Δαρδάνων βορείως της Παιονίας δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα σφικτός (όσο καιρό τους έλεγξαν οι Σκορδίσκοι).

        3) Η Ιταλική Σεγέστα/Εγέστα είναι ωραίο θέμα. Δυστυχώς, για την Ελυμική γλώσσα υπάρχουν ακόμα μόνο υποθέσεις. Δεν αποκλείεται να ήταν ΙΕ γλώσσα και το τοπωνύμιο Σεγέστα να σημαίνει «οχυρό».

        4) Για τους τωόντι Παννόνιους δεν ξέρω αν έχει κάποιος προτείνει ότι ήταν μέλη του Ιταλικού κλάδου (απίθανο κατά τη γνώμη μου), αλλά όπως εξήγησα με την σελίδα του Wilkes και την ετυμολογία της Ποιτοβίωνος, η Ενετική (που μάλλον ήταν περιφερικό μέλος του ιταλικού κλάδου) ήταν σίγουρα (μία από τις υποστρωματικές γλώσσες της βόρειας Παννονίας.

  2. Βας

    Σμερδαλεαι με αφήνεις έκπληκτο με τις γνώσεις σου! Καταρρίπτεται ο γελοίος αλβανικός εθνικισμός. Η γνώση σου ειναι εμπεριστατωμένη και αμερόληπτη. Συγχαρητήρια – πραγματικά – γιατι προσεγγίζεις τα εθνολογικά – γλωσσολογικά ζητήματα επιστημονικά.

    • Γεια σου Βας.

      Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η ανάρτηση αυτή έχει ως θέμα την Παννονία και όχι τους «τοώντι Ιλλυριούς» που κατοικούσαν στην βόρεια Αλβανία και το Μαυροβούνιο τους οποίους ο αλβανικός εθνικός μύθος θεωρεί ως προγόνους.

      Από εκεί και μετά, όλοι οι εθνικοί μύθοι έχουν κάποιο βαθμό «γελοιότητας» και ο αλβανικός δεν αποτελεί εξαίρεση.

      Με το νεφελώδες ζήτημα της καταγωγής των Αλβανών έχω ασχοληθεί σε παλαιότερες αναρτήσεις.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.