Tag Archives: 1

Η Ιστορία του όρου «Γραικός» #1

Αυτή η σειρά αναρτήσεων προέκυψε από ένα σχόλιο με ερωτήματα που έκανε πριν από καμιά δεκαριά μέρες ο Γιάννης σχετικά με τη λειτουργία του εθνωνυμίου «Γραικός» κατά την βυζαντινή περίοδο. Ο Γιάννης με ρώτησε αν έχω ασχοληθεί με το θέμα και κατά πόσο μπορούμε να πούμε ότι η απάντηση του όρου είναι μια μορφή «έμμεσης ελληνικής συνέχειας». Έκρινα πως η καλύτερη απάντηση σ΄αυτά τα ερωτήματα είναι μια σειρά δύο αναρτήσεων, επειδή οι προηγούμενες αναρτήσεις που έχω κάνει αφορούν την περιγράφη της λειτουργίας του όρου «Γραικός» σε συγκεκριμένα χωρία και δεν περιγράφουν το θέμα συλλογικά. Continue reading

33 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη με θέμα τον εθνολογικό σχολιασμό της «Οικουμενικής Ιστορίας» του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη, η οποία έχει ως θέμα τα γεγονότα της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.). Θα παραθέσω το κυρίως εθνολογικό μέρος στην δεύτερη ανάρτηση της σειράς. Continue reading

5 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Το ινδοευρωπαϊκό ρήμα #1

Σε μια προηγούμενη σειρά αναρτήσεων περιέγραψα την ΙΕ λεξιπλασία των γραμματικών ονομάτων (ουσιαστικά και επίθετα). Εδώ θα πω λίγα πράγματα για το ΙΕ ρήμα. Η ΙΕ ρηματική ρίζα μπορεί να σχηματίσει αθεματικό ή θεματικό ρήμα, το οποίο κλίνεται κατά πρόσωπο (1°,2°,3°), χρόνο (ενεστώτας, αόριστος, παρατατικός κλπ), αριθμό (ενικός, δυικός, πληθυντικός), έγκλιση (οριστική, υποτακτική, προστακτική, ευκτική) και φωνή (ενεργητική και μεσοπαθητική). Επιπλέον, υπάρχει μια σειρά δυνατών επιθημάτων που εξειδικεύουν σημασιολογικά την ρηματική πράξη της ρίζας.

Τέλος, το κάθε ρήμα μπορεί να σχηματίσει μετοχές, ρηματικά επίθετα και απαρέμφατα.

Οι περισσότερες σελίδες που θα παρουσιάσω είναι παρμένες από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του Benjamin Fortson (κεφάλαιο «το ρήμα» [The Verb]), την πρώτη έκδοση του οποίου μπορείτε να κατεβάσετε εδώ. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω στο διαδίκτυο την 2η έκδοση που έχω στην βιβλιοθήκη μου, αλλα και η πρώτη έκδοση του 2004 είναι άριστη για κάποιον που θέλει να μάθει τα βασικά.

1) Αθεματικά Ρήματα (*-mi)

Μάλλον πρόκειται για την παλαιότερη ρηματική κατηγορία, όπου οι ρηματικές καταλήξεις προσαρτώνται κατευθείαν στο ρηματικό θέμα χωρίς την μεσολάβηση του θεματικού φωνήεντος *e/o.

To πιο γνωστό παράδειγμα είναι το ρήμα *h1es-mi = «είμαι» από το οποίο κατάγεται το πρωτο-ελληνικό *ἐσμί που είναι ο πρόγονος του Αττικο-Ιωνικού εἰμί , του αιολικού ἔμμι και του Αρκαδο-Βοιωτο-Δωρικού ἠμί. Στον παρακάτω πίνακα παραθέτω την κλίση της οριστικής του ενεστώτα του ρήματος «είμαι» από την Χεττιτική (Hitt), Σανσκριτική/Βεδική (Ved), Ελληνική (Gk), Λατινική (Lat), Γοτθική (Goth) και Παλαιοσλαβωνική (OCS), ενώ στην τελευταία στήλη φαίνεται η κλίση του πρωτο-ρήματος *h1es-mi της μητρικής ΠΙΕ γλώσσας, όπως αναδομείται από την Συγκριτική Μέθοδο.

h1esmi

Η σύγκριση της κλίσης του ρήματος «είμαι» είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για να συνειδητοποιήσετε την φυλογενετική συγγένεια των ΙΕ γλωσσών. Εδώ πρέπει να εξηγήσω ότι συχνά θα δείτε τις μη Αττικο-Ιωνικές μορφές (λ.χ. Δωρικούς, Αρκαδικούς κλπ τύπους), γιατί δυστυχώς η Αττική διάλεκτος που εν τέλει επικράτησε ως η γλώσσα των Ελλήνων είναι σε πολλά θέματα η λιγότερο συντηρητική αρχαία ελληνική διάλεκτος. Λ.χ. το δεύτερο πρόσωπο ενικού *h1ès-si διατηρήθηκε αυτούσιο στην Ομηρική Ελληνική (ἐσσί), αλλά στην Αττική έγινε εἶ, ενώ το τρίτο πρόσωπο πληθυντικού *h1s-ènti έδωσε το πρωτο-ελληνικό henti > enti = ἐντί διατηρήθηκε στην Δωρική, αλλά στην Αττικο-Ιωνική συριστικοποιήθηκε σε ἐντί > ἐνσί(ν) και, μετά την Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2), έδωσε το εἰσί(ν).

Έτσι οι αναδομημένες καταλήξεις των αθεματικών ρημάτων είναι

Ενικός: -mi , -si , -ti ,

Πληθυντικός: -me- , -te- , -enti

2) Θεματικά ρήματα (*-o-h2)

O δείκτης αυτών των ρημάτων είναι το λαρυγγικό *h2 που προσαρτάται στο θεματικό φωνήεν *-e/o σχηματίζοντας την κατάληξη *-oh2 > -ō που δεν είναι άλλο από το γνωστό μας –ω (λ.χ. φέρω, ασκώ) του πρώτου προσώπου ενικού. Το τυπικό ΙΕ ρήμα που ακολουθεί αυτήν την κλίση είναι το *bher-oh2 = φέρω . Παραθέτω λοιπόν έναν πίνακα με την κλίση του ρήματος «φέρω» στην Σανσκρτιτική, Ελληνική, Λατινική, Γοτθική (στο γοτθικό αλφάβητο το «αι» αποδίδει τον ήχο /e/) και Παλαιοσλαβωνική. Επειδή ο Fortson στο λατινικό παράδειγμα χρησιμοποιεί το ρήμα agō πρόσθεσα ένα πινακάκι με το λατινικό ρήμα ferō.

bheroh2

Οι ΠΙΕ καταλήξειςτων προσώπων είναι:

Ενικός: -o-h2 , -e-si , -e-ti 

Πληθυντικός  -o-me , -e-te , -onti

To “du” ανάμεσά τους είναι ο δυικός βαθμός (dual).

Το αττικο-ιωνικό 3ο πληθυντικό φέρ-ουσι προέρχεται από το πρωτο-ελληνικό φέρ-οντι, το οποίο διατηρήθηκε στις Δωρικές και Αιολικές διαλέκτους. Ο αττικο-ιωνικός τύπος προέκυψε από την συριστικοποίηση -οντι > -ονσι και την εφαρμογή της ΑΕ2 -ονσι > -ουσι, όπως λ.χ. στο παράδειγμα δωρικό/πρωτο-ελληνικό γεροντία > *γερονσία > αττικο-ιωνικό γερουσία.

pheronti

3) Ο Ελληνο-Άριος Παρατατικός

Ο Ελληνο-Άριος κλάδος εμφανίζει την παρελθοντική αύξηση *e- (augment, άλλοι την ανασυνθέτουν ως *h1e-) που δεν υπήρχε στην ΠΙΕ γλώσσα, αλλά ήταν καινοτομία του θυγατρικού αυτού κλάδου. Αυτή η αύξηση δεν είναι άλλο από το γνωστό μας παίζω > έ-παιξα , έ-παιζα. Το *e- διατηρήθηκε αυτούσιο στην Ελληνική, στην Φρυγική (ε-δᾱες = ελλην. -θη-κε, ενέπαρκες [λ.χ. εγκαλέω > ἐνεκάλεσε], έ-στᾱες), στην Αρμενική (λ.χ. e-ber ~ έ-φερε), ενώ στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο όπου το *e>a (λ.χ. η κλητική *wl.kw-e > λύκ-ε, lup-e, vilk-e, vlĭč-e, αλλά σανσκριτικό vrk-a), η παρελθοντική αύξηση έγινε a-.

augment

Δίνω σαν παράδειγμα Ελληνο-Άριου παρατατικού το *e-bher-om > ελληνικό ἔ-φερ-ον ~ σανσκριτικό a-bhar-am και προσέξτε πόσο όμοιες είναι οι κλίσεις του παρατατικού στις δύο γλώσσες. Ο πίνακας περιέχει και την ευκτική ενεστώτα του γοτθικού «φέρω» που χρησιμοποιεί τις ίδιες καταλήξεις.

ebherom

Είναι τέτοια η ομοιότητα στην κλίση που μπορούμε άνετα να αναδομήσουμε τον πρωτο-ελληνο-άριο παρατατικό:

Ενικός: *e-bhero-m , *e-bhere-s , *e-bhere-t

Πληθυντικός: *e-bhero-men , *e-bhere-te , *e-bhere-n(t)

4) Ο Σιγματικός Αόριστος

Ο βασικός αόριστος των ΙΕ γλωσσών είναι ο λεγόμενος σιγματικός που παρεμβάλλει ένα *s ανάμεσα στο θέμα και στην κατάληξη. Για να τον κατανοήσετε παραθέτω πρώτα το παράδειγμα από την νέα ελληνική (λύνω > έλυσα , παίγ-jω > παίζω με αόριστο έ-παιγ-σα > έπαιξα). Από την αρχαία Ελληνική αναφέρω το παράδειγμα του ρήματος παύω.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ: παύ-ω , απαρέμφατο παύ-ειν , μετοχή παύ-ων/τὸν παύ-οντα

ΑΟΡΙΣΤΟΣ: ἔ-παυ-σα, απαρέμφατο παῦ-σαι , μετοχή παύ-σᾱς/τὸν παύ-σαντα

s-aorist

Περιγράφω απλά το παλαιοσλαβωνικό από τα παραδείγματα του Fortson. H IE ρίζα *wedh- «άγω» (λ.χ. ελληνικό ϝὀθρεῖν = ἄγειν)  έδωσε το παλαιοσλαβωνικό απαρέμφατο *wedh-tei > ved-ti > vesti (> voditi) το οποίο είχε αόριστο *wēdh-s– >vēd-s– > ves- λ.χ. *wēdh-s-me > věsomŭ = «οδηγήσαμε» (το -d- χάθηκε πριν από το -s- όπως στο δικό μας ἑλληνίδ-jω ~ ἑλληνίζω με αόριστο ἡλλήνιδσα > ἡλλήνισα).

5) Ο Παρακείμενος

Σχηματίζεται στον ο-βαθμό της ρίζας συχνά με διπλασιασμό (λ.χ. *leikw- ~ λείπω > *le-loikw- ~ λέλοιπα).

perfect

Στο δεύτερο πινακάκι της παραπάνω εικόνας βλέπετε ότι πολλές ΙΕ γλώσσες (λ.χ. Ελληνική, Σανσκριτική, Γερμανικός κλάδος, Σλαβικός κλάδος κλπ) έχουν σχηματίσει το ρήμα «γνωρίζω» από τον παρακείμενο του ρήματος «βλέπω» (δηλαδη «γνωρίζω κάτι» = «το έχω δει»).

*weid- «βλέπω» > παρακείμενος *woid-h2e «έχω δει > γνωρίζω» (λ.χ. ελληνικό οἶδα ~ παλαιοσλαβωνικό vědeti, με *oi>ě τυπικά στον σλαβικό κλάδο λ.χ. *kwoi-neh2 > ποινή ~ cěna).

Από την ρίζα *derk’- «βλέπω» προέρχεται το Ελληνικό ρήμα δέρκομαι και το Σανσκριτικό drs (όντας γλώσσα τύπου satem έτρεψε το ουρανωμένο *k’>s λ.χ. *dek’m.t- > ελληνικό δέκα ~ σανσκρ. dasa). Ο πρακείμενος των ρημάτων και στις δύο γλώσσες είναι διπλασιασμένος (“reduplikation” στην εικόνα παρακάτω) και προέρχεται από την πρωτο-μορφή *de-dork-h2e > ελληνικό δέδορκα ~ σανσκριτικό dadarsa:

dadarsa

6) Εγκλίσεις

Η ΠΙΕ γλώσσα διέθετε τις παρακάτω εγκλίσεις: οριστική (indicative), υποτακτική (subjunctive), προστακτική (imperative) και ευκτική (optative). Εδώ θα περιγράψω την προστακτική η οποία είναι πρακτικά ολόιδια σε ελληνική και σανσκριτική.

imperative

Στα αθεματικά ρήματα, η προστακτική του 2ου ενικού σχηματιζόταν με την προσάρτηση του επιθήματος *-dhi στον μηδενικό βαθμό της ρίζας.

Έτσι από την ρίζα *k’leu- «ακούω» (λ.χ. ελληνικό κλύω, σλαβικό slušati) έχουμε το σανσκριτικό sru-dhi = «άκου !», ενώ η ρίζα *h1ei- «πηγαίνω» έδωσε το ελληνικό ρήμα εἶμι = «πηγαίνω» με προστακτική ἴ-θι = «πήγαινε !»

Τώρα συγκρίνετε την σανσκριτική προστακτική sru-dhi = «άκου!» με την ελληνική αδελφή της κλῦθι !  (απλώς η ελληνική έχει ανώμαλο μακρό ῡ, όπως λ.χ. το πρωτο-γερμανικό *k’lutos > *hlūdaz > αγγλικό loud).

[Ιλιάδα, 1.33]

πολλὰ δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾽ ὃ γεραιὸς
Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ:
κλῦθί μευ ἀργυρότοξ᾽, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας
Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις,

«Άκου με αργυρότοξε !»

Στα θεματικά ρήματα η προστακτική σχηματίζεται ως εξής:

2ο πρόσωπο ενικού *bher-e : ελληνικό φέρε ! , σανσκριτικό bara !

2ο πρόσωπο πληθυντικού *bher-e-te : ελληνικό φέρετε ! (νεοελληνικό φέρτε !) , σανσκριτικό bàrata !

7) Μετοχές

Οι ενεργητικές μετοχές ενεστώτα σχηματίζονται με το επίθημα -e/ont- .

Ελληνικό φέρω > ὁ φέρ-ων/τὸν φέρ-οντα , ἡ φερ-όντ-jα > φέρονσα > φέρουσα , τὸ φέρον

Λατινικό ferō > ferens/ferentem

Γερμανικός κλάδος: η αγγλική λέξη friend = φίλος ετυμολογικά είναι ενεργητική μετοχή λ.χ. «ὁ φιλέων/τὸν φιλέοντα» του ρήματος «αγαπώ».

Το πρωτο-γερμανικό ρήμα είναι το frijōną και η ενεργητική μετοχή του το frijōndz (< IE -onts). O Ο γερμανικός «φίλος» προέρχεται από την ίδια ΙΕ ρίζα *prei- όπως και ο σλαβικός «φίλος» prijateljь.

Στην παλαιοσλαβωνική,  η ενεργητική μετοχή ενεστώτα ήταν για το αρσενικό γένος *-on(t)s > -ōn > -ūn > -y και για το θηλυκό *-ontj- > -ǫtʲ- > -ǫšt-.

Οι μεσοπαθητικές μετοχές στον Ελληνο-Άριο κλάδο σχηματίζονται με το επίθημα *-men-os ~ *-mh1n-os . Το επίθημα αυτό απαντά σποραδικά και στις γλώσσες εκτός του κλάδου. Έτσι, στο Ελληνικό φέρομαι > φερό-μενος αντιστοιχεί το Σανσκριτικό bhàra-māna και το Αβεστικό (αρχαία ποιητική περσική γλώσσα) barə-mna . Στις Φρυγικές επιγραφές απαντούν οι μετοχές γεγαριτμένος και τετικμένος. Στις μη Ελληνο-Άριες γλώσσες το επίθημα *-men-/mh1n- απαντά λ.χ. στο Λατινικό alumnus = (ανα)θρεμμένος.

Το στατικό επίθημα *-wes-/-wos (με μηδενικό βαθμό *-us-) σχηματίζει τις μετοχές του παρακειμένου λ.χ. αρσενικό *-wōs και θηλυκό *-us-i-eh2 λ.χ. ὁ εἰδῶς (τὸν εἰδότα)~ ἡ εἰδυῖα ~ τὸ εῖδὸς:

part-stat

8) Απαρέμφατα

Υπήρχε μια ποικιλία απαρεμφατικών επιθημάτων. Το πιο συχνό, που απαντά στον Ινδο-Ιρανικό και Βαλτο-Σλαβικό κλάδο είναι το *-t(e)i. H Ελληνική χρησιμοποίησε τα επιθήματα *-men- (αιολο-δωρικά αθεματικά απαρέμφατα λ.χ. πεφνέμεν ~ πεφνεῖν), *-sen- (θεματικά απαρέμφατα *-e-sen > -ehen > -een > -ειν) και *-wen- (λ.χ. δοϝέναι > δοῦναι).

infinitive

(συνεχίζεται στο μέρος #2)

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα