Οι Θρακο-Ρωμαίοι #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς για τους Θρακο-Ρωμαίους και θα παρουσιάσω ένα γενικό σχήμα για τον εκρωμαϊσμό των Θρακών/Βεσσών σε Ρωμαίους της Θράκης (Θρακο-Ρωμαίοι) και τη σχέση αυτών των Θρακο-Ρωμαίων της ύστερης αρχαιότητας με τους μεσαιωνικούς ομιλητές της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής. Στην επόμενη ανάρτηση της σειράς θα παρουσιάσω ορισμένα παραδείγματα γνωστών Θρακο-Ρωμαίων.

Οι σύγχρονοι όροι Θρακο-Ρωμαίοι, Γαλλο-Ρωμαίοι , Ισπανο-Ρωμαίοι και Βρετανο-Ρωμαίοι δημιουργήθηκαν για την περιγραφή των εκρωμαϊσμένων και εκλατινισμένων πληθυσμών, οι οποίοι κατά την Ρωμαϊκή περίοδο ζούσαν στην ευρύτερη Θράκη, την Γαλατία, την Ιβηρική χερσόνησο και την Βρετανία αντίστοιχα. Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι ειδικά οι Θρακο-Ρωμαίοι, δηλαδή ο λατινόφωνος πληθυσμός που προέκυψε στην Διοίκηση Δακίας και στο βόρειο τμήμα της Διοίκησης Θράκης μέσα από τον εκρωμαϊσμό και εκλατινισμό των γηγενών Θρακών/Βεσσών. Οι εκλατινισμένοι Θράκες/Βέσσοι ουσιαστικά κατοικούσαν στην Άνω και Κάτω Μυσία και, συνεπώς, ο όρος Μυσο-Ρωμαίοι δεν είναι καθόλου άστοχος. Το νότιο όριο αυτής της λατινόφωνης περιοχής είναι η περίφημη γραμμή του Jireček, την οποία πρέπει να φανταστούμε όχι σαν λεπτή γραμμή, αλλά σαν μια πλατύτερη γκρίζα ζώνη στην οποία η Ελληνική και η Λατινική χρησιμοποιούνταν εξίσου ως γλώσσα της διοίκησης και lingua franca. Πόλεις όπως το Δυρράχιο, οι Σκούποι και η Μαρκιανούπολις βρίσκονταν επί αυτής της γκρίζας ζώνης. Βορειότερα, οι παραδουνάβιες πόλεις (λ.χ. Σιγγιδούνον/Βελιγράδι, Βιμινάκιον, Ρατιαρία, Οίσκος/Παλατίολον), η Ναϊσσός, και η Ρεμεσιανή, ήταν λατινόφωνες όπως και το παραδίπλα Σίρμιον της Παννονίας.

Κοινωνιολεκτικά, ο πληθυσμός της Ρωμαϊκής Μυσίας μπορεί να κατανεμηθεί σε τρία στρώματα μιας πυραμίδας. Στη στενή κορυφή της πυραμίδας βρισκόταν η λόγια αστική ελίτ που αφιέρωνε χρόνο και χρήμα ώστε να μπορεί να μιλάει κάτι που προσέγγιζε την Κλασική Λατινική (το λατινικό αντίστοιχο των αττικιζόντων). Το λεπτό αυτό κοινωνιολεκτικό στρώμα είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα αλλά, όπως δείχνει η ύπαρξη του λογιώτατου (doctissimus) Νικήτα της Ρεμεσιανής που θα περιγράψω στην επόμενη ανάρτηση, στις αρχές του 5ου αιώνα υπήρχε ακόμα. Στο κατώτερο στρώμα βρίσκονταν οι απόμακροι επαρχιώτες Θράκες/Βέσσοι (λ.χ. οι ορεσίβιοι ποιμένες) που μιλούσαν μόνο Θρακικά/Βεσσικά, οι οποίοι καθώς περνούσαν οι αιώνες γίνονταν ολοένα και λιγότεροι (αλλά υπάρχουν πηγές που μαρτυρούν την ύπαρξή τους κατά τον 6° αιώνα). Τέλος, στο ενδιάμεσο κοινωνιολεκτικό στρώμα βρισκόταν ένα πληθυσμιακό κλάσμα που είχε καθημερινή επαφή με την αγορά των αστικών κέντρων, τα πάμπολλα στρατόπεδα, και τους σταθμούς των μεγάλων οδών, μέρη στα οποία μιλούσε (τόσο ως πρώτη όσο και ως δεύτερη γλώσσα) την επιχωρική sermo vulgaris (δημώδης Λατινική, το λατινικό αντίστοιχο της «ἰδιώτιδος» Ελληνικής). Καθώς περνούσαν οι αιώνες, το ενδιάμεσο αυτό στρώμα γινόταν ολοένα και περισσότερο μονόγλωσσο σ΄αυτή την επιχωρική δημώδη Λατινική, η οποία προς το τέλος της αρχαιότητας (~6ος μ.Χ. αιώνας) είχε εξελιχθεί στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, Eastern Balkan Romance, EBA), που αποτελεί τον κοινό πρόγονο της Αρμανικής/Βλαχικής, της Ρουμανικής, της Μογλενοβλαχικής και της Ιστρορουμανικής. Δυτικότερα, στην ακτή της Δαλματίας διαμορφώθηκε μια άλλη ποικιλία της Βαλκανικής Ρωμανικής, την οποία ονομάζουμε Δαλματική Ρωμανική.

Για όποιον ενδιαφέρεται, έχω κάνει μια σειρά αναρτήσεων με θέμα την διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες.

1. Η μοίρα των εκτός Ρωμανίας Ρωμαίων

Το ενδιαφέρον με τους ομιλητές της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής είναι ότι, στην πλειοψηφία τους, καθ΄όλο τον μεσαίωνα διατήρησαν το αρχαίο εθνώνυμο Rōmānus (> ABR Rumanu > αρμανικό Armãn(u), παλαιό ρουμανικό Rumân, ιστρορουμανικό Rumăr), χωρίς να έχουν δημιουργήσει κάποιο μεσαιωνικό πολιτικό μόρφωμα που να προωθούσε αυτό το ενδωνύμιο και ζώντας σε έναν κόσμο που τους θεωρούσε ητικά «Βλάχους» (εξαίρεση αποτελούν οι Μογλενόβλαχοι, οι οποίοι κάποια στιγμή ενέδωσαν σ΄αυτή την εξωνυμική πίεση, υιοθετώντας το σλαβικό εξωνύμιο Vlasi > MR Vlași= «Βλάχοι»). Όταν ο πατριάρχης Αθανάσιος Α΄ γύρω στο 1300 έγραψε για τους Ρουμάνους (οἱ περὶ τὸν Ἴστρον οἰκοῦντες) πως «δεν γνωρίζω να διαθέτουν κάποιο άλλο “χριστιανικό” (= ρωμαϊκό) στοιχείο πέρα από το ενδωνύμιό τους» (οὐκ οἶδα εἰ τάχα πρὸς τῇ κλήσει ἀσπαζομένους κατά τι τῶν Χριστοῦ), δείχνει ότι γνώριζε πολύ καλά ότι το ρουμανικό ενδωνύμιο Rumân προέρχεται από το λατινικό Rōmānus. Το χωρίο αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί είναι ένα από τα πολλά που διαψεύδουν αυτούς που προσπαθούν να ανασκευάσουν την κοσμική Ρωμαϊκή ταυτότητα των «Βυζαντινών» με την δικαιολογία ότι «Ῥωμαῖος» σημαίνει απλά Χριστιανός. Αντίθετα μ΄αυτόν τον ισχυρισμό, χωρία όπως το παραπάνω του Αθανασίου δείχνουν ότι μερικές φορές είναι ο όρος «Χριστιανός» αυτός που σημαίνει Ῥωμαῖος, με την πλήρη συνείδηση της αρχαίας ρωμαϊκής καταβολής.

Αυτό που περιγράφουν τα λόγια του πατριάρχη Αθανασίου (ότι από τους Ρουμάνους πέρα από το όνομα έλειπαν όλα τα άλλα στοιχεία που κάνουν κάποιον Ρωμαίο) είναι αυτό ακριβώς που ο Αντώνης Καλδέλλης (σλδ 76 του Hellenism in Byzantium) χαρακτηρίζει ως μετουσιωμένη ρωμαϊκή ταυτότητα (denatured Roman identity) των Ρωμαϊκών πληθυσμών που κατέληξαν να ζουν εκτός της Ρωμαϊκής πολιτείας (respublica Romana). Αυτοί οι μετουσιωμένοι Ρωμαίοι συνεχίζουν να απαντούν ως νομικώς ορισμένη εθνοτική ομάδα στα διάδοχα μεταρωμαϊκά βασίλεια κατά τους πρώτους αιώνες που ακολούθησαν την πτώση της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά το δεύτερο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα.  Η μετουσίωσή τους οφείλεται στο ότι έπαψαν να είναι η πολιτικοποιημένη εθνότητα (politicized ethnie) που ζούσε σύμφωνα με το Ρωμαϊκό νόμο (το «κατὰ Ῥωμαίων νόμους ζῆν» του Ζωσίμου) και με βασική παράμετρο του βίου τη συνεισφορά στα κοινά πράγματα των Ρωμαίων (pro Romana respublica, ad communia emolumenta conferre).

Θα περιγράψω αυτή τη μετουσίωση λεπτομερέστερα σε μελλοντική ανάρτηση, επειδή παίζει βασικό ρόλο στην κατανόηση της πτώσης τόσο της Δυτικής όσο και (αργότερα) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αυτό που θα παρουσιάσω εδώ στα γρήγορα, πριν περάσω στους Θρακο-Ρωμαίους, είναι ορισμένες μεταρωμαϊκές δυτικές αναφορές σε Ρωμαίους.

Η Βρετανία τέθηκε εκτός Ρωμαϊκής πολιτείας το 410 και ακολούθησε ο αγγλοσαξονικός εποικισμός της νήσου. Στα μέσα του 5ου αιώνα, οι γηγενείς Βρετανοί, συνασπιζόμενοι γύρω από το ημιμυθικό πρόσωπο του Αμβροσίου Αυρηλιανού, κατάφεραν να νικήσουν τους Αγγλο-Σάξονες εισβολείς στη μάχη του Βαδωνικού όρους (Mons Badonicus) και η περίοδος της πενηκονταετούς ειρήνης που εξασφάλισαν με τη νίκη τους, είναι ο κόκκος αλήθειας που κρύβεται πίσω από το μύθο της Χρυσής εποχής του Βασιλιά Αρθούρου (στο μύθο ο Αμβρόσιος Αυρηλιανός είναι ο θείος του Αρθούρου).

Ο σεβάσμιος Βέδας (Venerable Bede) έγραψε στα Λατινικά γύρω στο 730 την Εκκλησιαστική Ιστορία του Αγγλικού Γένους και περιγράφει τη μάχη του Βαδονικού όρους από την αγγλοσαξονική πλευρά (ήταν «ορίτζιναλ»  Άγγλος [Angle] από την Νορθούμπρια). Αν και αποκαλεί συχνά τους γηγενείς [βρυθονόφωνους] Βρετανούς «απτόλεμους και ανάλκιδες» (inertiignavi) ως προς τους Αγγλοσάξονες, εξηγεί τη νίκη τους με δύο λόγους:

  1. Οι Βρετανοί ήταν ήδη Χριστιανοί, ενώ οι Αγγλοσάξονες τότε ήταν ακόμα παγανοί και, συνεπώς, ο Θεός ήταν με το μέρος των Βρετανών (Brettones … victores … Deo favente).
  2. Είχαν για αρχηγό (dux) το Ρωμαίο Αμβρόσιο Αυρηλιανό (duce Ambrosio, Romano homine), τον οποίο ο Bede περιγράφει ως «τον τελευταίο των Ρωμαίων» (solus … Romanae gentis) της Βρετανίας.

Πως προέκυψαν αυτοί οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι της Βρετανίας;

Κάποιοι ήταν έποικοι (λ.χ. οι πρώτοι Ρωμαίοι άποικοι και η συνεχής ροή λατινόφωνων στρατιωτών που τελούσαν την στρατιωτική τους θητεία στα στρατόπεδα κοντά στο τείχος του Αδριανού, όπως αυτό της Βινδολάνδης, στο οποίο έχει βρεθεί σημαντική επιστολογραφία που περιγράφει την καθημερινότητα του στρατιωτικού βίου και τη νοσταλγία της πατρίδος), αλλά οι περισσότεροι ήταν εκλατινισμένοι γηγενείς Βρετανοί, οι οποίοι ζούσαν στα αστικά κέντρα. Ο αστικός εκρωμαϊσμός και ο γλωσσικός εκλατινισμός ήταν εντονότερος στη ΝΑ Βρετανία (στα αστικά κέντρα όπως το Κάντιον/Κέντ και το Λονδίνιον/Λονδίνο).

Και στη Βρετανία υπήρχε η ίδια κοινωνιογλωσσολογική πυραμίδα που περιέγραψα για την Άνω και Κάτω Μυσία: υπήρχαν λίγοι λόγιοι που μπορούσαν να μιλήσουν λόγια Λατινική, πολλοί επαρχιώτες που μιλούσαν μόνο Βρυθονική Κελτική και ουκ ολίγοι επαρχιώτες που μιλούσαν μια επιχώρια sermo vulgaris (δημώδη Λατινική) είτε ως πρώτη είτε ως δεύτερη γλώσσα. Το πρώτο αρχαιολογικό σημάδι που δείχνει τη Ρωμαϊκή εγκατάλειψη της Βρετανίας κατά τον 5° αιώνα είναι η εξαφάνιση των αστικών κέντρων και των βιλλών (villae, η κατοικία της επαρχιακής ρωμαϊκής ελίτ). Το μόνο που απέμεινε από τη Ρωμαϊκή παρουσία αιώνων ήταν κάποια ισχνή λόγια ελίτ (κυρίως εκκλησιαστική) που μπορούσε ακόμα να μιλήσει λατινικά και μια κελτόφωνη βρυθονική επαρχιακή πλειοψηφία, η οποία μιλούσε μια κελτική γλώσσα που είχε δανειστεί εκτενώς από τη Λατινική (η Παλαιά Ουαλική έχει περίπου 700 λατινικά δάνεια, αριθμός συγκρίσιμος με τα 630 περίπου λατινικά δάνεια της Πρωτο-Αλβανικής).

Ο Bede γράφει ότι στη Βρετανική νήσο υπήρχαν πέντε γλώσσες εθνών (quinquum gentium linguis): Βρυθονική, Πικτική (μια απομονωμένη βρυθονική ποικιλία που δέχτηκε ισχυρή επίδραση από την Γαελική των Ιρλανδών/Σκώτων εποίκων, η οποία εν τέλει την αντικατέστησε), Σκωτική (η Γαελική των Ιρλανδών/Σκώτων εποίκων της Dál Riata), Αγγλική (η Παλαιά Αγγλική των Αγγλοσαξόνων) και Λατινική, με την τελευταία να είναι η κοινή εκκλησιαστική γλώσσα των τεσσάρων προηγούμενων γλωσσικών ομάδων (Scripturarum … omnibus est facta communis).

Ότι έχω πει μέχρι τώρα για την πρώιμη μεταρωμαϊκή Βρετανία (Sub-Roman Britain, ~410-600) το περιγράφει ο Chris Wickham στις σελίδες 150-5 του καταπληκτικού βιβλίου του The Inheritance of Rome: A History of Europe from 400 to 1000 (paperback Penguin Books 2010), στο οποίο κάποια στιγμή θα αφιερώσω μια σειρά αναρτήσεων, γιατί εξηγεί πολύ ωραία τι ακριβώς έγινε (ομοιότητες και διαφορές) σε Δύση και Βυζάντιο κατά την περίοδο 400-1000.

Αντίθετα με την Βρετανία, η ηπειρωτική πρώην ρωμαϊκή δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από την επιβίωση εκτενών λατινόφωνων κοινοτήτων που μιλούσαν επιχώριες ποικιλίες της Ύστερης Δημώδους Λατινικής. Πρόκειται για τους γλωσσικούς προγόνους των σημερινών Ιταλών, Γάλλων, Ισπανών και Πορτογάλων κλπ. Εδώ είναι η γερμανική στρατιωτική μειοψηφία (Φράγκοι, Βισιγότθοι, Βάνδαλοι, Λομβαρδοί κλπ) η οποία αναγκάστηκε να λατινοφωνήσει.

Στην Φραγκική Γαλατία (Φραγκία) οι γηγενείς λατινόφωνοι Ρωμαίοι αναφέρονται συνεχώς μέχρι τον 7° μ.Χ. αιώνα (ίσως και αργότερα, διότι η δημώδης γαλλορωμανική αναφέρεται ως lingua Romana στους Όρκους του Στρασβούργου το 842). Στον Σαλικό νόμο (~ 500 μ.Χ.) των Φράγκων, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι αποτελούν νομικά διακριτές κατηγορίες, με το *werageldą (λ.χ. αγγλ. wergeld, η αποζημίωση που ο δολοφόνος πρέπει να πληρώσει στην οικογένεια του φονευθέντος) του Ρωμαίου να καθορίζεται στο μισό αυτού του Φράγκου (με απλούστερο λόγια, το «τομάρι» του Ρωμαίου άξιζε το μισό αυτού του Φράγκου). Τα έγγραφα των ύστερων Μεροβιγγείων βασιλέων (7ος αιώνας) που περιέχονται στο φορμουλάριο του Μαρκούλφου απαιτούν όρκους αφοσίωσης/υποταγής «από όλους τους Ρωμαίους και Φράγκους» και επιτρέπουν σε Ρωμαίους, Φράγκους, Βουργουνδούς και στα υπόλοιπα έθνη να συνεχίσουν να ζουν στις επαρχίες τους (pagi) με τους νόμους και τα έθιμά τους. Οι «Ρωμαίοι» που αναφέρονται σε αυτά τα έγγραφα του 7ου αιώνα είναι οι λατινόφωνοι κάτοικοι της Ακουιτανίαςνοτίως του Λιγήρου ποταμού (Loire), οι οποίοι έγιναν υπήκοοι των Μεροβιγγείων μετά το 507. Σύμφωνα με τον Wickham, κατά τον 7° αιώνα οι λατινόφωνοι πληθυσμοί βορείως του ποταμού νομικά τουλάχιστον ήδη θεωρούνταν «Φράγκοι».

wergeld-frank-roman

Η ίδια ιστορία ισχύει και στο Βισιγοτθικό βασίλειο της Ισπανίας. Μέχρι το 624 η νότια μεσογειακή ακτή της Ισπανίας είναι Ρωμαϊκό («Βυζαντινό») έδαφος που ανήκει διοικητικά στην Εξαρχία της Αφρικής (με πρωτεύουσα την Καρχηδόνα, όπου το 608 ήταν έξαρχος ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος). Οι γηγενείς λατινόφωνοι που κατοικούσαν στο Βισιγοτθικό βασίλειο της ενδοχώρας, μέχρι το πρώτο τρίτο του 7ου αιώνα διακρίνονται εθνοτικά και νομικά από τους Γότθους ως Ρωμαίοι (λ.χ. Lex Visigothorum, 9.2.9: Gothus sive Romanus” = «Γότθος ή Ρωμαίος»), αλλά είχαν απολέσει οποιοδήποτε αίσθημα αφοσίωσης προς την γειτονική Ρωμαϊκή πολιτεία και προς τα τέλη του αιώνα η διάκριση Γότθων και Ισπανο-Ρωμαίων είχε ξεθωριάσει τελείως. Παραθέτω μερικές σελίδες από το κεφάλαιο του Dietrich Claude στο βιβλίο Strategies of Distinction: Construction of Ethnic Communities, 300-800 (Brill, 1998) σχετικά με τη συμβίωση Ισπανο-Ρωμαίων και Βισιγότθων στην Ισπανία κατά την περίοδο 500-700.

Πρέπει να έχουμε κατά νου τα παραπάνω δυτικά παραδείγματα, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πως οι Θρακο-Ρωμαίοι της ύστερης αρχαιότητας εξελίχθηκαν στους μεσαιωνικούς Βλάχους. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της βλαχικής περίπτωσης είναι ότι οι «Βυζαντινοί» (οι ελληνίζοντες Ρωμαίοι δηλαδή), όταν μετά το 1000 ξαναρχίζουν να περιγράφουν τους πληθυσμούς της Βαλκανικής ενδοχώρας, έχουν πια υιοθετήσει το εξωνύμιο «Βλάχοι» για τους λατινόφωνους Βαλκάνιους που εισήγαγαν οι επήλυδες Σλάβοι (οι Πολωνοί μέχρι σήμερα ονομάζουν τους Ιταλούς «Βλάχους» και την Ιταλία «Βλαχία»).

Η ίδια ιστορία ισχύει και με τον άλλο ρωμανόφωνο πληθυσμό της Βαλκανικής, τους Δαλματούς. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μας πληροφορεί ότι μέχρι την εποχή που γράφει (μέσα 10ου αιώνα) οι Δαλματοί αυτοπροσδιορίζονταν ακόμα ως «Ῥωμᾶνοι» (ο Πορφυρογέννητος επινόησε ένα φαινόμενο εποικισμού από τη Ρώμη επί Διοκλητιανού, για να δικαιολογήσει το εθνώνυμο «Ῥωμᾶνοι» των Δαλματών). Οι Σλάβοι γείτονες τους, όμως, τους αποκαλούσαν «Βλάχους», όπως δείχνει το χρυσόβουλο του Βάνου της Βοσνίας Ματθαίου Νίνοσλαβ (13ος αιώνας) που καθορίζει τα νομικά δικαιώματα των «Βλάχων» (οι Δαλματοί Ραγουσάνοι, Ραγούσα ήταν το σημερινό Ντουμπρόβνικ) στο βασίλειο της Βοσνίας. Οι Δαλματοί Ῥωμᾶνοι αποκαλούνται «Βλάχοι» (Vlasi) και οι Σλάβοι της Βοσνίας «Σέρβοι».

[DAI, 29.3-7] Ὅτι Διοκλητιανὸς ὁ βασιλεὺς πάνυ τῆς χώρας Δελματίας ἠράσθη, διὸ καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώμης λαὸν ἀγαγὼν μετὰ τὰς φαμιλίας αὐτῶν, ἐν τῇ αὐτῇ τῆς Δελματίας χώρα τοῦτους κατεσκήνωσεν, οἵ καὶ Ῥωμᾶνοι προσηγορεύθησαν διὰ τὸ ἀπὸ Ῥώμης μετοικισθῆναι, καὶ ταύτην μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐπωνυμίαν ἐναποφέρονται.

ninoslav

Μέχρι και τα τέλη του 7ου μ.Χ. αιώνα, οι «Βυζαντινές» (Ρωμαϊκές) πηγές εξελάμβαναν τους λατινόφωνους πληθυσμούς της βαλκανικής ενδοχώρας ως Ρωμαίους. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα «Θαύματα» του Αγίου Δημητρίου, όπου οι Σερμησιάνοι που ήρθαν από το Σίρμιον στη Θεσσαλονίκη γύρω στο 680 μ.Χ. περιγράφονται από το συγγραφέα ως «λαὸς Ῥωμαίων» που, παρά την επιμειξία δύο γενεών με βάρβαρους εθνικούς, διατηρούσε ακόμα την «ὁρμή» (γενεαλογική αφετηρία, ορισμός ΙΙΙ) και τα ήθη του γένους των Ρωμαίων.

sermesianoi

Ας δούμε, λοιπόν, πως προέκυψαν αυτοί οι Θρακο-Ρωμαίοι γλωσσικοί πρόγονοι των Βλάχων και των Ρουμάνων.

2. Ο εκρωμαϊσμός των Βεσσών

Στη Λατινική γλώσσα, ο όρος «Βέσσοι» (Bessī) κατέληξε να είναι ο κύριος χαρακτηρισμός του βαλκανικού λαού που οι κλασικοί Έλληνες συγγραφείς  αποκαλούσαν «Θρᾷκες». Η γενίκευση του όρου Βέσσοι για όλους τους εθνοτικούς Θράκες που συνέχιζαν να μιλάνε τα θρακικά ιδιώματα (σε αντίθεση με τους εξελληνισμένους και εκλατινισμένους Θράκες που κατέληγαν να είναι, αντίστοιχα, «Γραικοί» και «Λατίνοι» Ρωμαίοι της Θράκης) είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία θα περιγράψω λεπτομερώς μια άλλη φορά. Έχω κάνει μια παλαιότερη ανάρτηση για τους Βέσσους, την οποία κάποια στιγμή θα συγχωνεύσω μαζί με νεότερο υλικό σε μια νεότερη ανάρτηση.

Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος εξορίστηκε το 8 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αύγουστο στην Τόμι της Μικράς Σκυθίας, απ΄όπου γράφει με παράπονο ότι ζει ανάμεσα σε άγρια και βάρβαρα έθνη (in media barbaria … fera gens), όπως οι Σκύθες Σαυρομάτες, οι Γέτες και οι Βέσσοι, έθνη ανάξια της ευφυίας του.

[Οβίδιος, Tristia, 3.10.4-5]

me sciat in media vivere barbaria

Sauromatae cingunt, fera gens, Bessique Getaeque

quam non ingenio nomina digna meo!

Παρακάτω, ο Οβίδιος αναφέρει τη μισέρια του να ζει κανείς ανάμεσα σε Βέσσους και Γέτες (4.1.67: vivere quam miserum est inter Bessoque Getaque). Σε άλλο κείμενό του, ο Οβίδιος αναφέρει ότι είχε μάθει την γετική γλώσσα (sermo geticus), στην οποία είχε γράψει ένα ποίημα (Ex Ponto, 4.13.19: Getico scripsi sermone).

Είναι ξεκάθαρο ότι οι Βέσσοι του Οβιδίου αντιστοιχούν στους Θράκες Μυσούς (Θράκες της Κάτω Μυσίας) του Στράβωνα, για τους οποίους ο γεωγράφος μας πληροφορεί ότι πλέον λέγονταν και «Μοισοί» (λόγω ταύτισης στην ελληνιστική Ελληνική των φθόγγων /ῡ/ και /οι/), απ΄όπου προέκυψε η λατινική γραφή Moesi:

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.2] οἱ τοίνυν Ἕλληνες τοὺς Γέτας Θρᾷκας ὑπελάμβανον: ᾤκουν δ᾽ ἐφ᾽ ἑκάτερα τοῦ Ἴστρου καὶ οὗτοι καὶ οἱ Μυσοὶ Θρᾷκες ὄντες καὶ αὐτοὶ καὶ οὓς νῦν Μοισοὺς καλοῦσιν

Αυτά για τους Βέσσους της Κάτω Μυσίας. Για τους Βέσσους της ύστερης αρχαιότητας που κατοικούσαν στην Άνω Μυσία, ο Ιωάννης Λυδός (6ος μ.Χ. αιώνας) ήξερε ότι κατάγονταν «από τους Τριβαλλούς που αναφέρει ο Αρριανός στην Ανάβαση του Αλεξάνδρου». Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι οι Τριβαλλοί ήταν Θρακικό έθνος, ενώ ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι ο ποταμός Άγγρος (ο σημερινός Δυτικός Μοράβας της Σερβίας) πήγαζε από τους Ιλλυριούς και διέρρεε μέσα από τον Τριβαλλικό κάμπο πριν την εκβολή του στον Βρόγκο (ο άξονας Νοτίου και Μεγάλου Μοράβα).

[Ιωάννης Λυδός, De mag., 1.45] Τριβαλλούς· οὕτως δὲ τοὺς Βέσσους Ἀρριανὸς ἐν τοῖς Περὶ Ἀλεξάνδρου προσηγόρευσεν

[Στράβων, Γεωγραφικά, 7.3.13 και 7.5.6τὸ τῶν Τριβαλλῶν ἔθνος Θρᾳκικὸν ὄν … Θρᾳκῶν δὲ Τριβαλλοί

[Ηρόδοτος, 4.49.2] ἐξ Ἰλλυριών δὲ ῥέων πρὸς Βορέην ἄνεμον Ἄγγρος ποταμός ἐσβάλλει ἐς πεδίον τὸ Τριβαλλικόν καὶ ἐς ποταμὸν Βρόγγον, ὁ δὲ Βρόγγος ἐς τὸν Ἴστρον

Επομένως, κατά την ύστερη αρχαιότητα ο όρος «Βέσσοι» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει όλους τους θρακόφωνους πληθυσμούς της Άνω και Κάτω Μυσίας.

Ας επιστρέψουμε τώρα στη Μικρά Σκυθία, όπου έζησε εξόριστος ο Οβίδιος. Ύστερα από την εγκατάσταση των Ρωμαίων αποίκων, σε επιγραφές του 2ου μ.Χ, αιώνα εμφανίζονται μερικά ανάμικτα χωριά (vici) Ρωμαίων και Βεσσών (veterani et cives Romani et Bessi consistentes vico) που προσδιορίζονται ως βετεράνοι και πολίτες (cives). Αναφέρω επί παραδείγματι το vicus Quintionis (το χωριό του Κοϊντίωνος) και το Ulmetum.

Πως αποκτούσαν τη ρωμαϊκή «πολιτεία» (υπηκοότητα) οι Βέσσοι;

Ο μόνος τρόπος που είχαν στη διάθεσή τους οι Βέσσοι πριν από την Constitutio Antoniniana του 212 που χάρισε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα σε όλους τους κατοίκους, ήταν η 25χρονη θητεία στα Auxilia (επικουρικά σώματα μη πολιτών) του ρωμαϊκού στρατού. Στα χρόνια του Αυγούστου, όποιος υπηρετούσε 25 χρόνια στα Auxilia αποκτούσε ρωμαϊκή πολιτεία και τα παιδιά του γεννιούνταν αυτομάτως Ρωμαίοι πολίτες. Ήδη από τα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα απαντούν Σπείρες Βεσσών (Cohors Flavia Bessorum I & II ~ Σπείρα Φλαβία Βεσσών Α΄ & Β΄). Με το πέρασμα του χρόνου, στρατιώτες που προσδιορίζονται ως natione Bessus αρχίζουν να απαντούν και σε άλλες στρατιωτικές μονάδες σε όλη την αυτοκρατορία (στην αρχή απαντούν και Σπείρες Θρακών ~ Cohortes Thracum).

Παραθέτω επί παραδείγματι δύο επιγραφές από τη Μακεδονία και μια από την Τραϊανική Δακία: μια δίγλωσση επιγραφή από τη δυτική Μακεδονία αναφέρει έναν πρώην εκατόνταρχο Ιούλιο Τήρη που υπηρέτησε τη θητεία του στην Α΄Φλαβία Σπείρα Βεσσών (το θρακικό όνομα Τήρης ήταν το όνομα τριών Οδρυσσών βασιλέων: Τήρης Α΄, Τήρης Β΄ και Τήρης Γ΄, ο γιος του Ιούλιος Ιουλιανός χαρακτηρίζεται eques Romanus ~ ἱππεὺς Ῥωμαίων) και μία ελληνική επιγραφή από τη Θεσσαλονίκη που αναφέρει δύο αδελφούς (Αυρήλιος Νικόλαος και Αυρήλιος Πυθόδωρος) που επίσης υπηρέτησαν στην ίδια σπείρα. Η επιγραφή από τη Δακία είναι μία από τις πολλές που αναφέρουν τη Β΄ Φλαβία Σπείρα Βεσσών.

Πως αποκτούσαν ρωμαϊκή συνείδηση οι Βέσσοι;

Ο θεσμός του ρωμαϊκού στρατού ήταν και ο σημαντικότερος θεσμός εκρωμαϊσμού. Στα στρατόπεδα εκγύμνασης οι Βέσσοι μάθαιναν τα προνόμια και τις υποχρεώσεις του Ρωμαϊκού ονόματος, τη ρωμαϊκή πειθαρχία και ευπείθεια στο ρωμαϊκό νόμο, τη δημώδη Λατινική και εξετίθεντο στην ιδεολογία της αφοσίωσης στην respublica και στον θείο (divus) αυτοκράτορα ως πατέρα της πατρίδος (pater patriae ~ πατήρ πατρίδος), τίτλος του Ρωμαίου αυτοκράτορα από τον Οκταβιανό Αύγουστο μέχρι και τον Μεγάλο Θεοδόσιο (τουλάχιστον). Για την διδαχή της ρωμαϊκής πειθαρχίας και της λατινικής γλώσσας δείτε στην επόμενη ανάρτηση την περίπτωση του αυτοκράτορα Μαξιμίνου του Θρακός. Εδώ θα παραθέσω μερικά πράγματα για τα άλλα στοιχεία που ανέφερα.

Ο στρατιωτικός όρκος (militia sacramenta) που διέσωσε ο Βεγέτιος στο De re militari (~ 400 μ.Χ.) περιέχει τα παρακάτω λόγια:

[De re militari, II.VDiligenter igitur lectis iunioribus animis corporibusque praestantibus, additis etiam exercitiis cotidianis quattuor uel eo amplius mensuum, iussu auspiciisque inuictissimi principis legio formatur. Nam uicturis in cute punctis milites scripti, cum matriculis inseruntur, iurare solent; et ideo militiae sacramenta dicuntur. Iurant autem per Deum et Christum et sanctum Spiritum et per maiestatem imperatoris, quae secundum Deum generi humano diligenda est et colenda. Nam imperator cum Augusti nomen accepit, tamquam praesenti et corporali Deo fidelis est praestanda deuotio, inpendendus peruigil famulatus. Deo enim uel priuatus uel militans seruit, cum fideliter cum diligit qui Deo regnat auctore. Iurant autem milites omnia se strenue facturos, quae praeceperit imperator, numquam deserturos militiam nec mortem recusaturos pro Romana republica.

Οι στρατιώτες ορκίζονταν στην Αγία Τριάδα και στον αυτοκράτορα ότι θα υπακούνε πάντοτε στον αυτοκράτορα, δεν θα γίνουν ποτέ λιποτάκτες, και ότι θα είναι πάντα έτοιμοι να αψηφήσουν το θάνατο υπέρ της Ρωμαϊκής πολιτείας (mortem recusaturos pro Romana republica).

Τα βόρεια παραδουνάβια Βαλκάνια (Παννονία και Μυσία) και η παραρρήνια Γαλατία εξελίχθηκαν στους δύο μεγάλους στρατώνες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Chris Wickham (βλ. Inheritance of Rome παραπάνω), στις παραμεθόριες περιοχές του Δούναβη και του Ρήνου (ripenses) η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας ήταν «τριχοειδής» (capillary, δηλαδή έκανε αισθητή την παρουσία της στην καθημερινή κοινωνική πράξη) και επηρέαζε πλατύτερα κοινωνικά στρώματα, σε σχέση με άλλες περιοχές. Οι βάρβαροι που κατάγονταν πέρα από τους ποταμούς και εγκαθίσταντο σ΄αυτές τις ακριτικές περιοχές για στρατιωτική θητεία (με την άδεια και προτροπή των Ρωμαίων), υφίσταντο «αποκοπή» (deracination) από τις πάτριες παραδόσεις τους, δηλαδή εκρωμαϊσμό:

[σλδ 46] A long frontier region developed on the northern boundaries of the empire, in which militarization was capillary, affecting much wider strata of society, than was the case elsewhere: northern Gaul and the Balkans were the largest such frontier regions, but there were smaller ones alsewhere too.

[σλδ 47] There was a major political difference between each side of the frontier: on one side Romans ruled, on the other they did not. […] Conversely, the soldiers of ‘barbarian’ origin largely deracinated themselves when they joined the army.

Για να δούμε μερικά ιστορικά παραδείγματα για τα παραπάνω λόγια του Wickham.

Σύμφωνα με το Ζώσιμο (1.71), ο αυτοκράτορας Πρόβος (276-282) επέτρεψε στο «Σκυθικό» έθνος των Βασταρνών (γερμανικό έθνος που κατοικούσε κοντά στο δέλτα του Δούναβη) να εγκατασταθεί στις περιοχές της Θράκης «καὶ διετέλεσαν τοῖς Ῥωμαίων βιοτεύοντες νόμοις» (όπου έζησαν σύμφωνα με τους νόμους των Ρωμαίων). Όταν συνέβη αυτό, οι γηγενείς πληθυσμοί της Θράκης είχαν ήδη περίπου δύο αιώνες που «τοῖς Ῥωμαίων βιοτεύοντες νόμοις».

Σύμφωνα πάντοτε με το Ζώσιμο (1.28), όταν ο αυτοκράτορας Αιμιλιανός είδε ότι οι στρατιώτες του από την Παννονία («Παιονία», λατινόφωνοι Βαλκάνιοι δηλαδή) ήταν άτολμοι και δεν ήθελαν ν΄αντιμετωπίσουν τους βάρβαρους «Σκύθες» (Γότθους) εισβολείς, «παραθαρσύνας δὲ ὡς οἷος τε ἦν, καὶ τοῦ Ῥωμαίων ἀξιώματος αναμνήσας» (τους ενθάρρυνε υπενθυμίζοντάς τους ότι η ατολμία τους δεν αρμόζει στο «ἀξίωμα» του να είσαι Ρωμαίος, το οποίο είναι προνόμιο που δεν χαρίζεται σ΄όποιον κι όποιον). Τα λόγια του αναπτέρωσαν το ηθικό των στρατιωτών, οι οποίοι κατατρόπωσαν τους βάρβαρους στη μάχη που ακολούθησε.

Θα κλείσω το θέμα του ρωμαϊκού στρατού ως εκρωμαϊστικού θεσμού με ένα ακόμα παράδειγμα από το Ζώσιμο (4.9). To 365 o αυτοκράτορας, ο Βαλεντινιανός Α΄ (ένας λατινόφωνος Βαλκάνιος από την Παννονία) πήγε στο Ρήνο για ν΄αντιμετωπίσει τους Αλεμανούς. Σε μια από τις πρώτες μάχες, το ρωμαϊκό στράτευμα ηττήθηκε επειδή το τάγμα των Βατάβων τράπηκε πρώτο σε φυγή. Όταν ο Βαλεντινιανός πληροφορήθηκε ότι οι υπεύθυνοι για την ήττα ήταν οι Βάταβοι, «ἐκέλευσε τὸ στρατόπεδον ἅπαν ἀναλαβὸν τὴν πανοπλίαν συνελθεῖν ὡς ἀκουσόμενον λόγων ὄφελος ἅπασι φερόντων κοινόν» (διέταξε να συγκεντρωθεί πάνοπλο όλο το στράτευμα, επειδή είχε κάτι να τους πει, το οποίο ήταν προς κοινό όφελος όλων). Έβαλε τους Βατάβους στη μέση του συγκεντρωμένου στρατεύματος και τους ζήτησε να αποθέσουν τα όπλα τους στο έδαφος. Στη συνέχεια ανακοίνωσε πως η ποινή («τίμημα») των Βατάβων ήταν να πουληθούν ως οἰκέτες (δούλοι) σε σκλαβοπάζαρο, όπως αρμόζει σε δραπέτες. Μόλις οι Βάταβοι άκουσαν την βαριά ποινή που τους επιβλήθηκε, έπεσαν στη γη και εκλιπαρούσαν τον Βαλεντινιανό να απελευθερώσει το στρατόπεδο από μια τέτοια μεγάλη ντροπή, «ἄνδρες ὑπισχνούμενοι φανῆσθαι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ ὀνόματος ἄξιοι» (υποσχόμενοι ότι θα αποδειχτούν άνδρες αντάξιοι του Ρωμαϊκού ονόματος). Τότε ο Βαλεντινιανός αποφάσισε να τους δώσει ακόμα μια ευκαιρία, λέγοντας ότι πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα την υπόσχεσή τους (τοῦ δὲ ἐντεῦθεν ἤδη τοῦτο ἔργῳ δειχθῆναι κελεύσαντος). Στη μάχη που ακολούθησε με τους Αλεμανούς, οι Βάταβοι «τοσαύτην περὶ τὸν πόλεμον ἐπεδείξαντο προθυμίαν ὥστε ἐξ άπείρου πλήθους ὀλίγους εἰς τὰ οἰκεία τῶν βαρβάρων διασωθῆναι» (έδειξαν τέτοια προθυμία στον πόλεμο, ώστε από το άπειρο πλήθος των βαρβάρων μόνο λίγοι κατάφεραν να επιστρέψουν ζωντανοί πίσω στα μέρη τους).

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στην στρατιωτική θητεία των Βεσσών.

Ο Βεγέτιος μας πληροφορεί ότι οι Βέσσοι ήταν οι καλύτεροι cunicularii (σκαπανείς που υπονόμευαν τείχη με λαγούμια) του Ρωμαϊκού στρατού και εξηγεί αυτήν τους την ικανότητα στην industria (τεχνογνωσία, δεξιοτεχνία, εμπειρία) που είχαν στην εξόρυξη χρυσού και αργύρου (auri argentique venas Bessorum rimatur industria). Στις καλές ημέρες του ρωμαϊκού στρατού, σύμφωνα με τον Βεγέτιο, κάθε μονάδα είχε σκαπανείς που ήξεραν να υπονομεύουν τα τείχη κατά τον τρόπο των Βεσσών (cuniculariosad morem Bessorum).

[De re militari, 2.11] Haec enim erat cura praecipua, ut quicquid exercitui necessarium uidebatur numquam deesset in castris, usque eo, ut etiam cunicularios haberent, qui ad morem Bessorum ducto sub terris cuniculo murisque intra fundamenta perfossis inprouisi emergerent ad urbes hostium capiendas. Horum iudex proprius erat praefectus fabrum.

[De re militari, 4.24] Aliud genus obpugnationum est subterraneum atque secretum, quod cuniculum uocant a leporibus, qui cauernas sub terris fodiunt ibique conduntur. Adhibita ergo multitudine ad speciem metallorum, in quibus auri argentique uenas Bessorum rimatur industria,

Και άλλοι συγγραφείς σύγχρονοι του Βεγετίου μνημονεύουν την τεχνογνωσία και εμπειρία των Βεσσών στην εξόρυξη μεταλλευμάτων.

Ο Παυλίνος της Νώλης μας πληροφορεί ότι οι Βέσσοι της Μεσογείου Δακίας που εκχριστιάνισε ο Θρακο-Ρωμαίος λογιότατος φίλος του Νικήτας της Ρεμεσιανής (θα τον περιγράψω λεπτομερώς στην επόμενη ανάρτηση), ήταν επιδέξιοι συλλέκτες χρυσού (callidi aurileguli).

Μετά τον εκχριστιανισμό του από τον Νικήτα, συνεχίζει ο Παυλίνος, ο Βέσσος ευφραίνεται (exultat Bessus!), επειδή, έχοντας πια το νου του στον Επουράνιο, έχει μεγαλύτερες απολαβές από τον χρυσό που ξεθάβει από τη γη με τα ίδια του τα χέρια (humi manique … conligit aurum).

Ο Κλαύδιος Κλαυδιανός στον πανηγυρικό για την υπατεία του Φλαβίου Μαλλίου Θεοδώρου γράφει πως στον Θεόδωρο ανήκαν όλες οι φλέβες χρυσού που εξορύσσουν οι Βέσσοι με την τεχνογνωσία τους (sollertia).

[Manlio Theodoro consuli, 38-41]

possessi, quidquid fluviis evolvitur auri
quidquid luce procul venas rimata sequaces 
abdita pallentis fodit sollertia Bessi

Όποιος διαθέτει δεξιοτεχνία σε ένα θέμα, κατά κανόνα αφήνει το στίγμα του στο τεχνικό λεξιλόγιο αυτού του τομέα. Πολύ πριν μάθω για την δεξιοτεχνία των Βεσσών ως σκαπανείς και μεταλλωρύχοι, είχα κάνει την γλωσσολογική υπόθεση ότι η ανετυμολόγητη λέξη τσάπα (ύστερη λατινική sappa/zappa, το βυζαντινό τζαπίον, αρμανικό sapã, ρουμανικό sapă) μπορεί να έχει δακοθρακική (πρωτοαλβανική) καταγωγή (μπορεί να συσχετιστεί με μια σειρά πιθανών συγγενικών αλβανικών όρων όπως çapë, çapkëthap κλπ) και να εισήλθε στην ύστερη Λατινική μέσα από την επιχώρια sermo vulgaris της βαλκανικής ενδοχώρας. Μόλις έμαθα ότι οι Βέσσοι ήταν ξακουστοί για την εμπειρία, τεχνογνωσία και δεξιοτεχνία τους ως σκαπανείς και μεταλλωρύχοι, η θρακική καταγωγή του όρου τσάπα μου φαίνεται πλέον πολύ πιθανή και πιστέυω ότι ο όρος τσάπα σχετίζεται με το εθνώνυμο Σαπαῖοι («μεταλλωρύχοι»; «σκαπανείς»; ) του θρακικού φύλου που έλεγχε τα ορυχεία των Φιλίππων και, παλαιότερα, και αυτά της Θάσου. Μια υποθετική ΙΕ ρίζα *sk’h2p- «σκάβω» μπορεί θεωρητικά να εξηγήσει και το ελληνικό σκάπτω/σκαπανεύς και το υποτιθέμενο θρακικό *stsap- ~ *tsap- που ενδεχομένως να συνδέει την τσάπα με τους Σαπαίους. Εναλλακτικά, η ΙΕ ρίζα *k’oph2os «οπλή, νύχι ζώου» (λ.χ. σανκ. śaphá, αγγλικό hoof), έδωσε το πρωτοαλβανικό *tsapa, που περιέχεται στο σύνθετο όρο *ko(m)-k’oph2os > PAlb *ka-tsapakëthap «αγκίστρι, μυτερό νύχι», και ο πρωτοαλβανικός όρος *tsapa είναι επίσης καλός υποψήφιος για την τσάπα (για την τροπή ts>s στo ΑΒΡ sapə, παραθέτω το ζεύγος PAlb *kurpitsa = «παγίδα, ενέδρα» > αλβ. kur(p)th ~ ρουμ. cursă).

Καθώς ο εκρωμαϊσμός της Άνω και κάτω Μυσίας προχωρούσε, οι επιτύμβιες επιγραφές όπου ο νεκρός χαρακτηρίζεται ως eques Romanus (Ῥωμαῖος ἱππεύς) γίνονται ολοένα και περισσότερες.

Όπως είπα στην αρχή της ανάρτησης, στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω μερικούς διάσημους Θρακο-Ρωμαίους της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Advertisements

15 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία

15 responses to “Οι Θρακο-Ρωμαίοι #1

  1. Μανούσος

    Ωστόσο μου μένει ανεξήγητο το πώς οι Ρουμάνοι λατινοφώνησαν τόσο γρήγορα, καθώς η ρωμαϊκή κατοχή της Δακίας, δηλ. μόλις μικρού μέρους της σημερινής Ρουμανίας και διήρκεσε λιγότερο από 100 χρόνια. Αξιοσημείωτη και η εξαφάνιση από το προσκήνιο της ιστορίας των λατινόφωνων Ρουμάνων από την αρχαιότητα έως τον 15ο-16ο αι. (όπως και οι Αλβανοί είναι αόρατοι, πλην όμως έχουν την δικαιολογία της απομόνωσης στα όρη στ’ άγρια βουνά).

    • Μα οι Ρουμάνοι δεν κατάγονται από την υπερδουνάβια/Τραϊανική Δακία (τα μέρη που κατοικούν σήμερα), αλλά από τις νοτίως του Δούναβη παρόχθιες περιοχές που παρέμειναν υπό Ρωμαϊκό έλεγχο μέχρι το 600 μ.Χ. πάνω κάτω.

      Η μετανάστευση των προγόνων των Ρουμάνων βορείως του Δούναβη έγινε (μάλλον με πολλαπλά κύματα) σχετικά αργά (τα πρώτα κύματα σίγουρα μετά το 800 και τα τελευταία ενδεχομένως και μετά το 1100). Μια καλή πίεση μετανάστευσης είναι η βυζαντινή κατάκτηση της Βουλγαρίας στις αρχές του 11ου αιώνα και η επιβολή στην περιοχή βαρύτερης και νομισματικής φορολόγησης (ο Βασίλειος Β΄ αρχικά διατήρησε την εις είδος και χαμηλή φορολόγηση του Τσάρου Σαμουήλ) στα μέσα του 11ου αιώνα. Αυτή η βαρύτερη οικονομική πολιτική ευθύνεται για την ευρεία απήχηση της εξέγερσης του Πέτρου Δελεάνου το 1040-1. Μέχρι και οι κάτοικοι του θέματος Νικοπόλεως πήγαν με τον Δελεάνο, επειδή ένας Κωνσταντινουπολίτης φοροσυλλέκτης τους είχε πιει το μεδούλι.

      Στο προοίμιο της σειράς παρέθεσα τα λόγια του εξειδικευμένου στη Ρουμανική ρωμανιστή γλωσσολόγου Carlo Tagliavini, ότι το consensus των γλωσσολόγων είναι πως οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων ζούσαν χονδρικά στην [υποδουνάβια] ιστορική Σερβία:

      Philological arguments indicate than Ancient Rumanian developed on the southern shore of the Danube. To this conclusion leads us the study of facts such as the concordances with Albanian which cannot exclusively be ascribed to a common substratum but must have developed during a period of symbiosis; the Bulgarian character (and only to a lesser degree, Serbian) of the old Slavic elements of Rumanian (all the northern Slavic elements, for instance, Ruthenian are more recent), the absence of Old Germanic elements, etc.

      Without denying the possibility of rests of Roman population north of the Danube, the majority of foreign linguists now consider that the territory of formation of the Rumanian language must have been approximately in historical Serbia.

      Άκου και τον Thede Kahl να λέει το ίδιο πράγμα σε αυτήν εδώ τη συνέντευξη.

  2. Μανούσος

    Οκ δεν είχα αντίθετη άποψη, αλλά δεν έχω και εικόνα της τρέχουσας επιστημονικής θεωρίας, παρά μόνο των ιδίων των Ρουμάνων ότι είναι τάχα αυτόχθονες απόγονοι των Δακών μέσες άκρες. Έχεις κανέναν άρθρο για την σερβική κοιτίδα;

    • Για την υποδουνάβια καταγωγή των Ρουμάνων υπάρχει το βιβλίο του Andre Du Nay The Origins of the Rumanians.

      Το όνομα Andre Du Nay είναι ψευδώνυμο ενός Ρουμάνου πανεπιστημιακού ο οποίος, όταν πρωτοεξέδωσε το βιβλίο στα τέλη του 70, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα γιατί επί Τσαουσέσκου, αν έλεγες για την υποδουνάβια καταγωγή των Ρουμάνων, στην καλύτερη περίπτωση έχανες μόνο τη θέση σου στο πανεπιστήμιο.

      Ο Du Nay έχει φιλότιμο και γράφει λογικότατα πράγματα, αλλά τα αγγλικά του είναι χάλια κι η έκδοση δεν είναι και η καλύτερη.

      Από εκεί και μετά, για περισσότερη βιβλιογραφία νομίζω πως μπορείς να ρωτήσεις τον Thede Kahl που είναι ακαδημαϊκός ειδήμων στο θέμα.

  3. Γειά σου Σμερδαλέε!
    Εξαιρετικές οι αναρτήσεις σου για το λατινοειδές ή λατινικόν των θρακικών (και όχι μόνον;) εθνοτικών ομάδων των Βαλκανίων.
    Μια ερώτηση, σχετική με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού τους που είναι στο επίκεντρο της εθνολογίας, και σχετίζεται και με τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων ρωμαίων ή ρωμαϊζόντων:
    Χρησιμοποιείς τον όρο της μετουσίωσης για να περιγράψεις, αν κατάλαβα καλά, την μετατροπή ενός πολιτικο-εθνοτικού προσδιορισμού σε εθνοτικό ή μάλλον και εθνοτικό και πολιτικο-εθνοτικό.
    Στην περίπτωση των θρακορωμαίων έχουμε την μετουσίωση, αλλά έχουμε στοιχεία για τον αυτοπροσδιορισμό τους;
    Αν δεν έχουμε στοιχεία επ’αυτού δεν είναι κάπως πρόβλημα;;
    Θέλω να πω, δεν είναι ο εθνοτικός κυρίως προσδιορισμός τους ως Θρακο-ρωμαίων προβληματικός αν δεν υπάρχει ένας αντίστοιχος αυτοπροσδιορισμός που να σημαίνει αυτό το “μείγμα” των προσδιορισμών;
    Εννοείται ότι δεν θεωρώ αναγκαίο να υπάρχει ακριβώς ο όρος Θρακορωμαίος αλλά κάτι που να σημαίνει “μείξη” προσδιορισμών.
    Επίσης, ένα συμπληρωματικό ερώτημα:
    Ποιά είναι κατά την γνώμη σου η διαφορά της επανεθνότισης των Θρακών σε Θρακορωμαίους από την αντιστοιχη των Ελλήνων σε ελληνόφωνους Ρωμαίους; Υπήρχε κάποια αντίστοιχη φάση “μεικτού” προσδιορισμού και αυτοπροσδιορισμού, ας πούμε ελληνορωμαίοι.
    Εννοείται πάλι ότι δεν είναι ανάγκη να υπάρχει ακέραιος αυτός ο όρος..

    • Γεια σου Γιάννη λεβεντιά!

      1) τον όρο «μετουσίωση» ο Καλδέλλης τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει την αλλοτρίωση που πάθαιναν οι Ρωμαϊκοί πληθυσμοί που κατέληγαν να ζουν εκτός Ρωμανίας. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι ήταν μια πολιτικοποιημένη εθνότητα (politicized ethnie) και στην ταυτότητά τους έπαιζαν σημαντικό ρόλο πολιτικές έννοιες όπως η υπακοή στο Ρωμαϊκό νόμο και η συνεισφορά στην respublica/πολιτεία.

      Όταν κάποιος Ρωμαίος κατέληγε να ζει εκτός Ρωμανίας, συνεχίζοντας να πιστεύει ότι είναι Ρωμαίος, αλλά χωρίς να διέπεται από τις παραπάνω έννοιες, διέθετε μια μετουσιωμένη ρωμαϊκή ταυτότητα. Κάτι σαν τους ελληνόφωνους Ρωμαίους μετά το 1204 που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι Ρωμαίοι, αλλά δεν κάνουν καμία κίνηση για να ενοποιηθούν.

      2) Για Θρακο-Ρωμαίους και Ελληνο-Ρωμαίους. Κατά την ύστερη αρχαιότητα οι εκρωμαϊσμένοι ελληνόφωνοι μπορούν κάλλιστα να περιγραφούν ως Ελληνο-Ρωμαίοι, κατ΄αντιστοιχία με τους όρους Γαλλο-Ρωμαίοι, Θρακο-Ρωμαίοι κλπ. Φυσικά η ιδιαιτερότητα των Ελληνο-Ρωμαίων ήταν ότι κατοικούσαν σε μια τεράστια έκταση που συνιστούσε ολόκληρο το ανατολικό μισό της αυτοκρατορίας.

      Όσον αφορά τον αυτοπροσδιορισμό, οι σύγχρονοι επινοημένοι όροι Θρακο-Ρωμαίοι, Γαλλο-Ρωμαίοι και Ελληνο-Ρωμαίοι φυσικά δεν έχουν καμία σημασία, επειδή είναι όροι που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί δεν χρησιμοποιούσαν. Και οι Γαλλο-Ρωμαίοι και οι Θρακο-Ρωμαίοι και οι Ισπανο-Ρωμαίοι πίστευαν ότι ήταν απλά Romani = Ρωμαίοι, ενώ οι Ελληνο-Ρωμαίοι μέχρι το 500 πάνω κάτω χρησιμοποιούσαν ακόμα τους όρους Έλληνες/Γραικοί (ότνα έπρεπε να διακριθούν από άλλες γκωσσικές ομάδες), αλλά από το 650 και μετά, όταν έχουμε την πρώτη απάντηση του όρου ρωμαϊστί με τη σημασία «ελληνιστί» και αυτοί αρχίζουν να πιστεύουν ολοένα και περισσότερο ότι είναι (σκέτο) Ρωμαίοι, και μάλιστα οι μόνοι Ρωμαίοι που έχουν απομείνει.

  4. Μελετώντας τις τελευταίες αναρτήσεις σου, που είναι ένα ακόμα διαμάντι, αλλά και προηγούμενες, θέλω να επεκτείνω κάποια μεθοδολογικά ζητήματα θέτοντάς τα υπό την μορφή ερωτημάτων, προς προβληματισμό:
    1, Σε αυτές τις μεταβατικές καταστάσεις όπου εν μέσω γιγαντιαίων γεωπολιτικών και ιστορικών αλλαγών εθνοτικές και εθνο-τοπικές ταυτότητες εγκαταλείπονται και νέες υιοθετούνται ή επιβάλλονται, ποιά είναι η σχέση ητικού και ημικού προσδιορισμού;
    Υπάρχει μήπως μια προσωρινή μεταβατική “αλλοίωση” των μεταξύ των σχέσεων (ως προσδιορισμων);
    2. Τελικά πόσο σημαντική είναι η επιβολή άνωθεν μιας ταυτότητας;
    Σίγουρα υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία τα οποία συνυπολογίζει μια “ευφυής” επιβαλλόμενη κρατική δύναμη, αλλά μήπως τελικά ισχύει αυτό που λένε πολλοί (όχι μόνον οι “νεωτερικοί”) ότι στο σύστημα εθνοτικός προσδιορισμόςκράτος ή εξουσία, το κράτος παίζει τον σημαντικότερο ρόλο;;
    3.ΜΙα ειδικότερη κατάσταση που κολλάει με τα προηγούμενα:
    Οι θρακορωμαίοι, αποτελούν μια γενική ονομασία για όσους θρακικούς πληθυσμούς υπό την επιρροή της λατινογλωσσίας και της ρωμαϊκής διοίκησης αλλοτριώνονται και μεταβάλλονται σε μιαν λατινογενή “συλλογή” νέων εθνοτήτων. Οκ, κατανοητό. Αλλά από ότι καταλαβαίνω, αν κάνω λάθος διόρθωσέ με, δεν μετασχηματίζονται σε λαούς που έχουν σαφή την ρωμαϊκή ταυτότητα, όπως οι “πρώην” έλληνες ή ελληνίζοντες ελληνόφωνοι.
    Πάνε απ’ ευθείας από τον “θρακισμό” σε έναν λατινογενή μεν αλλά μη ρωμαϊκό εθνοτισμό, δικό τους.
    Αντίθετα οι έλληνες ως πρώην έλληνες (ταυτοτικά) δεν διατηρούν την ταυτότητά τους ούτε παράγουν μιαν άλλη που θα προέκυπτε από την αλλοτρίωση της ελληνικής και την επιρροή της λατινικής-ρωμαϊκής, αλλά προσχωρούν με τα μπούνια στην ρωμαϊκή.
    Κανει μπάμ αν είναι έτσι πως τους γουστάρει ή τους κάνει το κράτος να τους γουστάρει το ρωμαϊκόν “μεγαλείο”, εξάλλου το κράτος γίνεται σιγά σιγά ελληνόφωνο, άρα ως δικό τους ζητάνε μεν να το οικειοποιηθούν εντελώς αλλά ταυτόχρονα αυτό (το κράτος) τους αλλοτριώνει, τους οικειοποιείται μεταβιβάζοντάς τους το κρατικό ιδεολογικο-κωδικό σύστημα ταυτότητας.
    Όλα αυτά χρειάζονται πολύ χρόνο μεν να “χωνευτούν” αλλά δεν γίνονται και από μόνα τους.

    • Λοιπόν, Γιάννη:

      1) Σχέση ητικού και ημικού προσδιορισμού.

      Ο ητικός προσδιορισμός είναι σημαντικός μόνο αν μπορεί να επηρεάσει τον ημικό. Το τρανότερο παράδειγμα τέτοιας επιρροής είναι οι πρώιμοι Νεοέλληνες Διαφωτιστές όπως ο Βούλγαρης και ο Κοραής που ζητάνε την υιοθέτηση του ητικού ονόματος «Γραικοί», με την δικαιολογία ότι «έτσι μας ξέρουν οι πεφωτισμένοι Δυτικοί». Εδώ έχεις ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ενός μη δυτικού λαού που προσπαθεί να ράψει μια ταυτότητα με γνώμονα όχι την ταυτότητα των προγόνων του, αλλά το πως τον βλέπουν οι «σοφότεροι» δυτικοί, επειδή θέλει να γίνει μέλος του δυτικού τους κόσμου.

      Ουσιαστικά, η ρωμέικια ταυτότητα επανερμηνεύεται ως «άκυρη» μόνο και μόνο επειδή δεν την αναγνωρίζουν/κατανοούν οι «σοφότεροι» Δυτικοί.

      Παραθέτω μια σελίδα του Δημήτρη Λιβάνιου για την προτροπή Βούλγαρη-Κοραή υπέρ του ονόματος «Γραικοί», με την δικαιολογία ότι «έτσι μας αποκαλούν οι δυτικοί».

      https://imgur.com/a/s0uzW

      2) σημασία άνωθεν επιβολής (top-down):

      Γιάννη, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για την δημιουργία και συντήρηση μιας εθνικής ταυτότητας που να εκτείνεται πέρα από μια έκταση 100Km x 100Km. Πέρα από αυτή την έκταση μόνο ισχυροί κρατικοί θέσμοι (κρατική παιδεία, στρατός, ΜΜΕ) μπορούν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν μια εθνική ταυτότητα.

      3) Θρακορωμαίοι

      Οι Θρακορωμαίοι είναι ο Ρωμαϊκός πληθυσμός που προέκυψε στην ευρύτερη Θράκη, το αποτέλεσμα του εκρωμαϊσμού και εκλατινισμού.

      Η εκτεταμένη και «τριχοειδής» (κατά Wickham) στρατιωτικοποίηση των παραδουνάβιων επαρχιών και οι νόμοι της respublica Romana είναι οι βασικοί παράγοντες που δημιούργησαν τη ρωμαϊκή κοινότητα της Μυσίας και της Παννονίας.

      Όταν οι ίδιες συνθήκες εφαρμόστηκαν αργότερα στη Μικρά Ασία μετά το 650 (η άπτωτη Ρωμανία), το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας νέας πολιτικοποιημένης κοινότητας Ρωμαίων (οι μεσαιωνικοί/ελληνόφωνοι Ρωμαίοι = «Βυζαντινοί»). Η μόνη διαφορά είναι ότι Μεσαιωνικοί Ρωμαίοι μιλούσαν την άλλη από «αμφότερες τις γλώσσες μας, Λατινικά και Ελληνικά», όπως είπε και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κλαύδιος.

      Κάποια στιγμή θα κάνω μια ανάρτηση όπου θα συγκρίνω το πως περιγράφει την πτώση της Δυτικής αυτοκρατορίας ο Γαλλο-Ρωμαίος Σαλβιανός (5ος μ.Χ. αι.) με αυτά που γράφει ο Ατταλειάτης για την παρακμή της Ρωμανίας κατά το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Λένε ακριβώς τα ίδια πράγματα, μόνο που ο ένας το λέει στα λατινικά και ό άλλος το λέει στα ελληνικά!!!

  5. Όπως τα περιγράφεις είναι. Νομίζω ξεκαθαρίσαμε την συμφωνία μας για το ζήτημα της κυρίως εκ του άνωθεν δημιουργίας της ευρύτερης εθνοτικο-πολιτικής ταυτότητας, αν και θα μπορούσαν να εκτεθούν μερικές διαφοροποιήσεις στην ιστορική πορεία, οι οποίες όμως και αυτές αν εξεταστούν καλύτερα “μας βγάζουν” σε μιαν έμμεση λειτουργία των κρατικών “μορφοποιητών” αλλά πάλι αυτή είναι πραγματική. Θέλω να πω πως η κρατική λειτουργία παράγει μερικές φορές με έμμεσο τρόπο εθνοτικές συσπειρώσεις, χωρίς να είναι άμεσος σκοπός της.
    Με αυτή την έννοια και τα ρωμαιογενή έθνη ή εθνότητες στην θρακική “ζώνη” προέκυψαν μεν από την εκ του άνωθεν πρακτική του ρωμαϊκού κράτους αλλά όπως σχηματίστηκαν, με τις ειδικές του ιδιομορφίες το καθένα ήταν και αποτέλεσμα των ιστορικών συγκυριών και της τυχαιότητας που περιέχει κάθε ιστορική συγκυρία.
    Απλά επισήμανα, ως εξωτερικός μη ειδήμων παρατηρητής ότι το “όνομα” της ρωμαϊκής ταυτότητας το οικειοποιήθηκαν οι ελληνόφωνοι και “αυτό” με την σειρά του, στην πραγματικότητα όχι το όνομα αλλά το κωδικό-ιδεολογικό σύστημα “ρωμαϊκότητα” τους απορρόφησε και τους αλλοτρίωσε από την προηγούμενη ταυτότητα.

    • ήταν και αποτέλεσμα των ιστορικών συγκυριών και της τυχαιότητας που περιέχει κάθε ιστορική συγκυρία.
      —-

      Θα σου δώσω ένα ωραίο παράδειγμα για τη σχέση συγκυρίας και ταυτότητας.

      Το 69 μ.Χ. το γερμανικό έθνος των Βατάβων αποφάσισε να επαναστατήσει εναντίον των Ρωμαίων. Ο Γάιος Ιούλιος Κίβιλις ήταν Ρωμαίος αξιωματικός Βαταβικής καταγωγής και είχε δύο επιλογές: ή να πάει με τους επαναστάτες ή να παραμείνει στο Ρωμαϊκό στρατό.

      Σε πρώτη φάση, ο Κίβιλις αποφάσισε να πάει με τους Βατάβους επαναστάτες: έβγαλε τη στρατιωτική ρωμαϊκή στολή, φόρεσε γερμανικά ρούχα, άφησε το μαλλί του μακρό και το έβαψε κόκκινο.

      Όταν συνειδητοποίησε ότι ούτε οι Βάταβοι ούτε και κανένα άλλο έθνος από μόνο του (una natione) δεν μπορούσε να αποτάξει τον [Ρωμαϊκό] ζυγό (servitium) όλης της Οικουμένη (totius orbis), ο Κίβιλις ξέβαψε τα μαλλιά του, τα έκοψε κοντά, ξαναφόρεσε τη ρωμαϊκή στρατιωτική του στολή και, ως Ρωμαίος, δικαιολόγησε τις προηγούμενες επιθέσεις του κατά του Ρωμαίου στρατηγού Βιταλλιανού ως μέρος του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου, τάσσοντας τον εαυτό του με το μέρος του Βεσπασιανού, που ήταν αντιπάλος του Βιταλλιανού. 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂

      [Τάκιτος, Ιστορία, 4.61] Civilis barbaro voto post coepta adversus Romanos arma propexum rutilatumque crinem patrata demum caede legionum deposuit; et ferebatur parvulo filio quosdam captivorum sagittis iaculisque puerilibus figendos obtulisse. ceterum neque se neque quemquam Batavum in verba Galliarum adegit, fisus Germanorum opibus et, si certandum adversus Gallos de possessione rerum foret, inclutus fama et potior. Munius Lupercus legatus legionis inter dona missus Veledae. ea virgo nationis Bructerae late imperitabat, vetere apud Germanos more, quo plerasque feminarum fatidicas et augescente superstitione arbitrantur deas. tuncque Veledae auctoritas adolevit; nam prosperas Germanis res et excidium legionum praedixerat. sed Lupercus in itinere interfectus. pauci centurionum tribunorumque in Gallia geniti reservantur pignus societati. cohortium alarum legionum hiberna subversa cremataque, iis tantum relictis quae Mogontiaci ac Vindonissae sita sunt.

      [Τάκιτος, Ιστορία, 5.25] [Civilis] Miscebantur minis promissa; et concussa Transrhenanorum fide inter Batavos quoque sermones orti: non prorogandam ultra ruinam, nec posse ab una natione totius orbis servitium depelli. Quid profectum caede et incendiis legionum nisi ut plures validioresque accirentur? Si Vespasiano bellum navaverint, Vespasianum rerum potiri: sin populum Romanum armis vocent, quotam partem generis humani Batavos esse?

  6. Η δυνατότητα των ελληνοφώνων πρώην ελλήνων ή ελληνορωμαίων (κατά την ταυτοτική τους ιδιότητα) να απορροφήσουν το όνομα και την στάμπα, αλλά και την πολιτική ουσία της ρωμαϊκότητας σχετίζεται (ως δυνατότητα) βεβαίως με την εγγύτητά τους προς το κράτος και την “καλύτερη” κοινωνικο-οικονομική θέση του, νομίζω. Δεν στέκει μια τέτοια προσέγγιση;
    Το γεγονός επίσης πως το κράτος δια της συνέχειάς του “εμποτίζει” μια εθνοτική ομάδα ή ένα σύνολο εθνοτικών ομάδων φαίνεται από το γεγονός ότι εκεί που υπήρξε κρατική συνέχεια όχι μόνον συνέχισε αλλά και εδραιώθηκε και αναπτύχθηκε η ειδική ρωμαϊκή ταυτότητα.
    Λογικά, δεν θα ήταν δυνατόν επίσης την ίδια ταυτότητα να διεκδικήσουν με την ιδια επιτυχία τα άλλα εθνοτικα σύνολα, αν και από ό,τι έχω καταλάβει ο Καλδέλλης δεν θεωρεί ότι και αυτά ήταν ξένα από την ειδική ρωμαϊκή ταυτότητα, εφόσον την θεωρεί κυρίως “πολιτική”. Διόρθωσέ με αν έχω παρερμηνεύσει μερικά πράγματα.
    Είναι πάντως, αυτή η μετουσίωση, όπως την έχεις περιγράψει και στα άλλα πόστ κάπως θλιπτική όχι μόνον για τους εθνικιστές αλλά και για όποιον τρέφει έναν θαυμασμό προς την αρχαία ελληνική ταυτότητα ή ακόμα και πρις την ελληνιστική ελληνική ταυτότητα, και δημιουργεί την απορία γιατί έγινε τόσο σε αντιδιαστολλή προς την ρωμαϊκή ταυτότητα, αν και η θρησκευτική εξήγηση είναι σχετικά επαρκής. Οι ελληνόφωνοι πήρανε πακέτο την χριστιανική και την ρωμαϊκή ταυτότητα, ίσως δεν χωρούσε τρίτο στοιχείο, εφόσον ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστικό προς τον χριστιανισμό και αντιστρόφως. Αναρωτιέμαι, αν είχε σωθεί το δυτικο ρωμαϊκό κράτος, και παρέμενε χριστιανικό βέβαια, θα αυτοορίζονταν και αυτοί Ρωμαίοι;
    Μάλλον, αλλά γιατί;; γιατί 2 στοιχεία μπορούν να ενωθούν και όχι 3;; ή μήπως (σε αυτή την δυνητική περίπτωση) θα υπήρχε πάλι πρόβλημα;
    Μήπως ακόμα και ένα καθαυτό ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος της δύσης δεν θα είχε την “ανάγκη” κάποιας “απάρνησης”;; Εικοτολογίες βέβαια..

  7. Λάθος εκ παραδρομής : “έγινε τόσο σε αντιδιαστολλή προς την ρωμαϊκή ταυτότητα..” εννοώ βέβαια σε αντιδιαστολλή προς την ελληνική ταυτότητα,..

  8. Σχετικά με το πολύ ενδιαφέρον, αλλά σκοτεινό, ζήτημα της επιβίωσης του ρωμαϊκού ονόματος στη Δύση, κοίτα τι γράφει ο Κοραής στον πρόλογο της έκδοσης των Αιθιοπικών του Ηλιοδώρου (1804, σ. δ’-στ’).

    Εξηγεί, καταρχάς, ότι τα δυτικά ερωτικά μυθιστορήματα (που εμφανίζονται από τον 10ο αιώνα και μετά) ονομάστηκαν «ρωμανά» (ρομάντζα), γιατί γράφονταν στη δημώδη (λατινική) γλώσσα που αποκαλούσαν «ρωμαϊκή ή ρωμανή», εν αντιθέσει με τα συγγράμματα που γράφονταν στην επίσημη γλώσσα που αποκαλούσαν «λατινική».

    Αυτό, βέβαια, είναι λίγο-πολύ γνωστό (το αναφέρεις κι εσύ στην αρχή της πρώτης ανάρτησης για τις ρωμανικές γλώσσες). Η αξιοσημείωτη πληροφορία που δίνει ο Κοραής είναι πως «Έτι και σήμερον οι Ισπανοί Ρωμανήν (Romance) ονομάζουσι την ιδίαν αυτών γλώσσαν˙ και το μεταφράζειν εις αυτήν απ΄άλλην γλώσσαν λέγουσιν Εκρωμαΐζειν (Romancear)». Δλδ, στις αρχές του 19ου αιώνα, το παρακλάδι της δημώδους λατινικής που είχε εξελιχθεί στην ισπανική γλώσσα, διατηρούσε ακόμα την παλιά ρωμαϊκή του ονομασία!

    Η δημώδης ονομασία μιας γλώσσας, φυσικά, δεν μπορεί να είναι ασφαλής δείκτης της γλωσσικής συνέχειας ή αλλαγής από καθαρά γλωσσολογική άποψη. Αν η δημώδης ισπανική των αρχών του 19ου αι. αποκαλούνταν πράγματι ρωμαϊκή από τα λαϊκά στρώματα, δεν σημαίνει αυτόματα πώς πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με την προγονική της τοπική δημώδη λατινική. Από την ανάποδη, το γεγονός ότι η δημώδης μεσαιωνική και νέα ελληνική αποκαλούνταν ρωμαίικη δεν αποδεικνύει (γλωσσολογικά) πως είναι μια διακριτή γλώσσα από την ελληνιστική και την κλασσική ελληνική.

    Kάποιοι λόγιοι, βέβαια, είχαν επιχειρήσει να κάνουν έναν τέτοιο διαχωρισμό, όπως λ.χ. ο Δημήτριος Καταρτζής που έγραφε: «Το να θαρρή κανείς πως μια γλώσσα, γιατί έχει γραμμένη γραμματική, δεν έχει κι απλώς, είν’ ενάντιο στον ορθό λόγο, καθώς και το να φρονή πως η ελληνική και ρωμαίκια είναι μια γλώσσα και όχι δύο» ή, ακόμα και ο ίδιος ο Κοραής, όπως φαίνεται από τον υπότιτλο του προλόγου των Αιθιοπικών (σ. α’): «και κατά παρέκβασιν, περί της κατά μικρόν βαρβαρωθείσης Ελληνικής, και της εξ αυτής γεννηθείσης των Γραικών γλώσσης»

    Ο Κοραής, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ονόμαζε Γραικούς τους Ρωμιούς (=τους παρηκμασμένους Έλληνες του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας), καθώς, σύμφωνα με την αντίληψή του, τα «αληθινά» εθνωνύμια βασίζονταν σε μια γλωσσική/πολιτισμική και όχι σε μια πολιτική (πόσω μάλλον σε μια αυτοκρατορική-απολυταρχική) κληρονομιά. Γι’ αυτό σημειώνει στη σελ. ε’ του προλόγου των Αιθιοπικών: «οι Ισπανοί Ρωμανήν (Romance) ονομάζουσι την ιδίαν αυτών γλώσσαν […] και τούτο δικαίως˙ επειδή και αυτή, και αι άλλαι όσαι εβλάστησαν από την γλώσσαν του δεκάτου αιώνος, ήσαν αληθώς γεννήματα της γλώσσης των Ρωμαίων. Tο παράξενον είναι ότι και η διαφθαρείσα των Ελλήνων γλώσσα ωνομάσθη παρομοίως Ρωμαϊκή, και οι λαλούντες αυτήν Γραικοί, Ρωμαίοι, όχι δι’ άλλο παρ’ ότι οι Ηγεμόνες των ωνομάζοντο Αυτοκράτορες Ρωμαίοι».

    • Καλώς τον Περτίνακα!!!

      Ωραία θέματα!

      1) Δλδ, στις αρχές του 19ου αιώνα, το παρακλάδι της δημώδους λατινικής που είχε εξελιχθεί στην ισπανική γλώσσα, διατηρούσε ακόμα την παλιά ρωμαϊκή του ονομασία!
      ——–

      Όντως, στην Παλαιά Ισπανική (OSp = Old Spanish), η φράση fablar Romançe (= υστερολατινικό fabulare Romanice) σήμαινε «ομιλείν δημωδώς» (δηλαδή στην δημώδη επιχώρια ρωμανική και όχι στην «καθαρεύουσα/λόγια» Λατινική).

      https://imgur.com/a/zv6iX

      Ακριβώς όπως στη Βαβυλωνία ο Λογοθέτης λέει στο λογιότατο του οποίου την αρχαΐζουσα Ελληνική δυσκολεύεται να κατανοήσει «μωρέ εγώ σε ρωτάω ρωμέικα …»

      [42:25]

      2) Κοραής: Tο παράξενον είναι ότι και η διαφθαρείσα των Ελλήνων γλώσσα ωνομάσθη παρομοίως Ρωμαϊκή, και οι λαλούντες αυτήν Γραικοί, Ρωμαίοι, όχι δι’ άλλο παρ’ ότι οι Ηγεμόνες των ωνομάζοντο Αυτοκράτορες Ρωμαίοι-
      ———-

      Καθόλου παράξενο, απλά ο Κοραής έπαθε αυτό που λέει ο Ρενάν: «για να αποκτήσεις εθνική ταυτότητα, πρέπει να κατανοήσεις «λάθος» την ιστορία σου». Ο Κοραής απέκτησε «Γραικική» ταυτότητα, επειδή κατάλαβε «λάθος» την ιστορία των Ρωμαίων/Ρωμιών προγόνων του.

      «lingua Romana = Ρωμαϊκή γλώσσα» είναι η γλώσσα των Ρωμαίων και, μετά το 600, οι μόνοι Ρωμαίοι που είχαν μείνει ως πλήρωμα της άπτωτης Πολιτείας των Ρωμαίων (respublica Romana) ήταν οι ελληνίζοντες Ρωμαίοι … που έλεγαν την clausura κλεισούρα και τον rationalis λογοθέτη.

      [Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.25]σκόπελοι γὰρ ὑπερφυεῖς ἐφ’ ἑκάτερα τῆς χώρας ὄντες στενωποὺς ἐπὶ μακρότατον ἐνταῦθα ποιοῦνται· κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιαύτας ὁδοὺς Ῥωμαῖοι καλοῦσιν.

      [Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.1.28] λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαῖοι.

      Με τη σειρά τους, όπως και ο Κοραής, οι ελληνίζοντες αυτοί Ρωμαίοι απέκτησαν εθνική (Ρωμαϊκή) ταυτότητα, επειδή κατάλαβαν «λάθος» την ιστορία των Ελλήνων προγόνων τους.

      Τα σοφά λόγια του Ρενάν από τον Grosby:

      https://imgur.com/a/vVE3x

      • Συμπλήρωμα:

        Αυτοί που πιστεύουν ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν προνόμιο μιας ολιγάριθμης ελίτ που ήταν ως επί το πλείστον συγκεντρωμένη στα λίγα διοικητικά κέντρα, πρέπει κάποτε να εξηγήσουν γιατί οι απλοί κάτοικοι των Ρωμαϊκών επαρχιών από το Γιβραλτάρ μέχρι την Τραπεζούντα κατέληξαν να ονομάζουν «ρωμαϊκή γλώσσα» τις επιχώριες δημώδεις ποικιλίες «αμφοτέρων των γλωσσών μας» (Graece ac Latine … utroque sermone nostro, που είπε και ο αυτοκράτορας Κλαύδιος), τις οποίες αντιπαραβάλλουν στη λόγια/κλασική Λατινική/Ελληνική (της λόγιας ελίτ).

        fablar Romançe οι Ισπανο-Ρωμαίοι

        zburãscu armãneashti οι Αρμάνοι/Βλάχοι (λατινόφωνοι Θρακο-Ρωμαίοι)

        μιλάω Ρωμέικα οι Ρωμιοί

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s