Οι Τσάκωνες και το ρήμα τσακώνω/τσακώνομαι

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω ένα ενδιαφέρον άρθρο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ για την ετυμολογία των όρων Τσάκωνες /Τσακωνιά και τσακώνω/τσακώνομαι.

Το άρθρο της Αρβελέρ, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ, είναι το παρακάτω:

Les termes Τσάκωνες – τσακωνίαι et lour évolution sémantique (Revenue des études Byzantines, tome 21, 1963, pp. 243-49)

Σήμερα όταν μιλάμε για Τσάκωνες εννοούμε την πληθυσμιακή ομάδα της Κυνουρίας που μιλάει τα τσακώνικα, ένα ιδιαίτερο νεοελληνικό ιδίωμα που προέρχεται από την δωρίζουσα επιχώρια Κοινή που κατά την ύστερη αρχαιότητα μιλιόταν στη Λακωνία και τις όμορες περιοχές της Πελοποννήσου όπως η Μεσσηνία. Ο καθοριστικός παράγοντας που ευθύνεται για την επιβίωση του Τσακωνικού ιδιώματος είναι η γεωγραφική απομόνωση των ομιλητών του, οι οποίοι εξωθήθηκαν από τους επήλυδες Σλάβους σε μια δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή με κακοτράχαλη ακτογραμμή, στην οποία δεν υπήρχαν λιμάνια για την επικοινωνία με τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο. Η έλλειψη λιμανιού στην τσακωνική ακτογραμμή, κατά τη γνώμη μου, είναι ο κύριος λόγος που το ιδίωμα της Τσακωνιάς διαφέρει τόσο πολύ από το γειτονικό ιδίωμα της Μάνης.

Παραθέτω δυο σελίδες από το βιβλίο Medieval & Modern Greek (CUP, 1969, 2η έκδοση 1983) του Robert Browning όπου εξηγεί τα παραπάνω.

1. Ο όρος «Τζάκωνες»

Στις σελίδες που παρέθεσα παραπάνω, υπογράμμισα με μπλε την αναφορά του Browning στην πρώτη απάντηση του όρου «Τσάκωνες» στο βιβλίο Περί της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (μέσα 10ου αιώνα). Ο Browning σ΄αυτές τις μπλε γραμμές έκανε το τυπικό σφάλμα -που έχουν κάνει και άλλοι πολλοί- να νομίζει ότι οι «Τζέκωνες» του Πορφυρογέννητου είναι οι Τσάκωνες της Κυνουρίας. Στην πραγματικότητα, ο Πορφυρογέννητος χρησιμοποιεί τον όρο «Τζέκωνες» με τη γενικότερη σημασία «απελάτες [= άτακτοι στρατιώτες, κυριολεκτικά «ζωοκλέφτες, κατσαπλιάδες»] που χρησιμοποιούνται ως καστροφύλακες».

Τα ακριβή λόγια του Πορφυρογέννητου είναι τα εξής:

Ὅτε δὲ πτωχεύσωσι, δίδονται αὐτοῖς καὶ συνδόται πρὸς τὸ δι’ αὐτῶν ἔχειν τὸ ἱκανὸν καὶ δουλεύειν τὴν ἰδίαν στρατείαν. ἐὰν δὲ παντελῶς ἐξαπορῶσιν καὶ οὐ δύνανται οὐδὲ μετὰ τῶν διδομένων αὐτοῖς συνδοτῶν τὴν ἰδίαν στρατείαν ἐξυπηρετεῖν, τότε ἀδορεύονται καὶ δίδονται εἰς ἀπελάτας, ἐξ ὧν καὶ Τζέκωνες ἀφορίζονται εἰς τὰ κάστρα.

Ο Πορφυρογέννητος μας πληροφορεί, λοιπόν, πως εκείνοι οι πτωχεύσαντες στρατιώτες που δεν έχουν το απαραίτητο ετήσιο εισόδημα για να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις του εξοπλισμού του Τακτικού Ρωμαϊκού στρατού (αγορά και συντήρηση συγκεκριμένης πανοπλίας, αλόγου κλπ) ακόμα κι αν τους χορηγηθούν «συνδότες» (συγχωριανοί που συνεπωμίζονταν τα στρατιωτικά έξοδα του στρατιώτη και η πολιτεία τους αφαιρούσε τα έξοδά τους από το φόρο που έπρεπε να καταβάλλουν), πρέπει να υποβιβάζονται στους «απελάτες» (σώματα ατάκτων, κυριολεκτικά «ζωοκλέφτες/κατσαπλιάδες»), από τους οποίους προέρχονται οι καστροφύλακες που λέγονται «τζέκωνες».

Παραθέτω την αγγλική μετάφραση του χωρίου από τον Arnold J. Toynbee.

Επομένως, οι Πελοποννήσιοι Τσάκωνες μπορεί να είναι γηγενείς της Πελοποννήσου, αλλά φέρουν ένα όνομα που τους επιβλήθηκε εξωτερικά από τη Ρωμαϊκή διοίκηση, το οποίο σημαίνει «άτακτοι που τελούν υπηρεσία καστροφυλάκων (η λεγόμενη «τζακωνική φύλαξις» ή δουλεία [= υπηρεσία]). Η Αρβελέρ, αφού εξηγεί ότι η συνήθης παρετυμολογία Τσάκωνες-Λάκωνες ξεκινάει με τον Γεώργιο Παχυμέρη (ἐκ τῶν Λακόνων οὓς καὶ Τζάκωνας παραφθείραντας ἔλέγον), παραθέτει τα εξής κείμενα στα οποία ο όρος «τζάκονες» χρησιμοποιείται με τη σημασία «καστροφύλακες [εκ των ατάκτων]»:

  1. Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματηνός αναφέρει έναν καστροφύλακα και τους υφιστάμενούς του «τζάκονες»: «καστροφύλαξ μετὰ τῶν τοῦ καστελλίου τζακόνων».
  2. Ένα έγραφο του 1295 αναφέρει τον όρο «τζακονική φύλαξις» (= υπηρεσία καστροφύλαξης).
  3. Ένα έγγραφο από τα Μετέωρα του 1347 ορίζει τους «τζάκονες» ως «φύλακες»: «ἐκ τῶν λεγόμενων τζακόνων εἴτη φυλάκων».
  4. Ο (Ψευδο-)Κωδινός γράφει «Τζάκονες φέροντες καὶ οὗτοι ἀπελατίκια [= εξοπλισμός απελατών/ατάκτων]» και «τῶν εἰς τὰ κάστρα εὑρισκομένων φυλάξεων, οἵτινες τσάκωνες ὀνομάζονται».

Επομένως, οι γηγενείς της Κυνουρίας απέκτησαν το όνομά «Τσάκωνες», επειδή ήταν ο πληθυσμός της ανατολικής Πελοποννήσου (που παρέμεινε υπό ρωμαϊκό έλεγχο) τον οποίο οι ρωμαϊκές αρχές χρησιμοποιούσαν ως άτακτους καστροφύλακες στα κάστρα της μεθορίου που χώριζαν την Κυνουρία από την σλαβοκρατούμενη Πελοπόννησο. Σύμφωνα με την Αρβελέρ, οι «ἐπ΄ἐσχάτων Τζακονίαι» της Κυνουρίας ήταν τα ακριτικά φυλάκια (les gardes) που φρουρούσαν/επιτηρούσαν τους γειτονικούς ανυπότακτους Εζερίτες Σλάβους.

Haldon 717 pg81

Η απώτερη καταγωγή του όρου «τζάκονες» = «(καστρο)φύλακες», πάντοτε σύμφωνα με την Αρβελέρ, είναι ο μεσαιωνικός ρωμαϊκός («βυζαντινός») στρατιωτικός όρος (σάκας ~ (ἡ) ζάξ/ζάκα = «φρουρά, εξώβιγλα, εμπροσθοφυλακή ή οπισθοφυλακή», τον οποίο οι Dain, Moravcsik και G.T. Dennis ετυμολογούν εκ του αραβικού saqat = «έφιππη φρουρά/ακολουθία». Ο όρος «σάκας» απαντά πολλάκις στο εγχειρίδιο Περί Παραδρομής (για την εναλλαγή σακ- ~ τσακ- πρβ. το securis > «τζεκούριν» ~ τσεκούρι):

Παραθέτω ένα από τα πολλά χωρία του Περί Παραδρομής το οποίο αναφέρει τον όρο «σάκας» με τη σημασία «εξώβιγλα, οπισθοφυλακή»:

[Περί Παραδρομής, 9.40-6] ὁ στρατηγός … ἐξώβιγλα ἀποστέλλων εἰς φυλακὴν ἑαυτοῦ … καὶ ὄπιθεν ἑαυτοῦ ἐπακολοθοῦντα ἄρχοντα ἐχέτω μεθ΄ἱππέων, οὓς δὴ σάκα ὀνομάζουσι.

2. Το ρήμα «τσακώνω/τσακώνομαι»

Όλοι ξέρετε ότι το ρήμα τσακώνω σημαίνει «συλλαμβάνω, πιάνω επ΄αυτοφώρω» (λ.χ. τον τσάκωσε η αστυνομία, σε τσάκωσα κλπ), ενώ ο μεσοπαθητικός του τύπος τσακώνομαι σημαίνει «καβγαδίζω». Η Αρβελέρ συνδέει τους όρους αυτούς με τον προρρηθέντα όρο «(ὁ) (τ)σάκας» = «εξώβιγλα, φρουρά», επειδή η λειτουργία των «(τ)σακών» ήταν να «τσακώσουν» (εντοπίσουν) το εχθρικό στράτευμα. Μόλις δύο αντίπαλοι «(τ)σάκες» συναντιούνταν, επειδή ήταν «απελάτες» (άτακτοι εξοπλισμένοι μόνο με «απελατίκια»και όχι τακτικοί στρατιώτες, δεν προέβαιναν σε κανονική τακτική μάχη, αλλά σε αψιμαχία απεμπλοκής, δηλαδή σε «τσακωμό»:

τσακωμός = αψιμαχία (απεμπλοκής) μεταξύ αντίπαλων «(τ)σακών» που συναντήθηκαν ξαφνικά.

και

τσακώνομαι = αψιμαχώ

3. ἀπελάται ~ expilatores

Το λατινικό αντίστοιχο του όρου ἀπελάτης = «ζωοκλέφτης» είναι ο όρος expilator = «επιδρομέας, λαφυραγωγός, κατσαπλιάς», και ο όρος αυτός απαντά ως ἐκσπηλάτωρες στο Περί Παραδρομής για να δηλώσει μια φρουρά/εξώβιγλα αντίστοιχη των βιγλατόρων. Ο συγγραφέας του Περί Παραδρομής (αξιωματικός του Νικηφόρου Φωκά) προειδοποιεί τους στρατηγούς των Αρμενιακών θεμάτων ότι οι Αρμένιοι δεν είναι καλοί βιγλάτορες (ἐπεὶ οἱ Ἀρμένιοι οὐ καλῶς οὐδὲ ἀσφαλῶς τὴν τῶν βιγλῶν ἐκτελοῦσι δουλείαν … Ἀλλ΄ἐπεὶ οὐδὲ αὐτοὶ οἱ μετὰ μισθοῦ καὶ ἀννώνας, Ἀρμένιοι ὄντες, καλῶς τὴν τῶν βιγλῶν ὑπηρετοῦσι δουλείαν) και γι΄αυτό θα πρέπει να βασιστούν σε τραπεζίτες, τους οποίους οι Αρμένιοι αποκαλούν ταρσινάριους (το αντίστοιχο των Χονσάρων > Hussars = ελαφρύ ιππικό επιδρομέων που τελούσε και υπηρεσία φρουράς και εξώβιγλας).

Advertisements

25 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Μεσαίωνας

25 responses to “Οι Τσάκωνες και το ρήμα τσακώνω/τσακώνομαι

  1. Ριβαλντίνιο

    Η Αρβελέρ, αφού εξηγεί την παρετυμολογία Τσάκωνες-Λάκωνες που ξεκινάει με τον Γεώργιο Παχυμέρη (ἐκ τῶν Λακόνων οὓς καὶ Τζάκωνας παραφθείραντας ἔλέγον),

    Ίσως οι ρίζες του συσχετισμού Τσάκωνες – Λάκωνες να ξεκίνησε και από τα κείμενα που αποτέλεσαν το Χρονικό της Μονεμβασίας , επειδή βάζει τις τζακονίες αμέσως μετά τους Λάκωνες :

    Τότε δη και οι Λάκωνες το πατρώον έδαφος καταλιπόντες οι μεν εν τη νήσω Σικελίας εξέπλευσαν, οι και εις έτι εισίν εν αυτή εν τόπω καλουμένω δέμεννα και δεμενίται αντί Λακεδαιμονιτών κατονομαζόμενοι και την ιδίαν των Λακώνων διάλεκτον διασώζοντες. Οι δε δύσβατον τόπον παρά τον της θαλάσσης αιγιαλόν ευρόντες και πόλιν οχυράν οικοδομήσαντες και Μονεμβασίαν ταύτην ονομάσαντες διατο μίαν έχειν των εν αυτώ ειςπορευομένων την είςοδον εν αυτή τη πόλει κατώκησαν μετά και του ιδίου αυτών επισκόπου. Οι δε των θρεμμάτων νομείς και αγροικικοί κατωκίσθησαν εν τοις παρακειμένοις εκείσε τραχανοίς τόποις, οι και επ’ εσχάτων τζακονίαι επωνομάσθησαν.

    • Γεια σας. Στο πλαίσιο του Χρόνικού της Μονεμβασιάς, υπήρξε πρόσφατα μία αρχαιολογική μελέτη στα Βυζαντινά Σύμμεικτα που ισχυρίζεται ότι και κάστρα της Δ. και Ν. Πελοποννήσου ήταν στα χέρια των Ρωμαϊκών πληθυσμών.

      • Γεια σου Ναπολέων!

      • Ριβαλντίνιο

        Κοίτα, εγώ από αυτά που έχω διαβάσει ποτέ δεν πίστεψα ότι στο δυτικό μισό της Πελ/σου εξαφανίστηκαν οι ελληνόφωνοι. Περιορίστηκαν απλά στις μεγάλες πόλεις ( π.χ. Πάτρα ) και στην επαρχία σουλάτσαραν οι Σλάβοι νομάδες που έδωσαν και τα τόσα μικροτοπωνύμια. Π.χ. στην ΒΔ Μάνη που τα σλαβικά μικροτοπωνύμια είναι μιλούνια λές και είμαστε στην ΒΔ Μακεδονία ή στην Ήπειρο, οι ελληνόφωνοι περιορίστηκαν στο Οίτυλο/Βοίτουλο, στην Καρδαμύλη/Σκαρδαμούλα , στο Λεύ(κ)τρο και στην Μαντίνεια ( αργότερα Μικρή και Μεγάλη ). Από την τελευταία την έκανε ο τελευταίος δεσπότης του Μορέα Θωμάς Παλαιολόγος για την Δύση. Υπάρχουν μάλιστα και βυζαντινολόγοι που πιστεύουν ότι στην Πελ/σο μπήκαν μόνο δύο σλαβικά φύλα , αυτοί που κατέληξαν να λέγονται Μηλιγγοί και Εζερίτες , και αφού έκοψαν βόλτες σε όλη την δυτική Πελ/σο , περιορίστηκαν από τους Βυζαντινούς γύρω από τον Ταϋγετο . Αλλά και στην Ήπειρο δεν αναφέρεται ονομαστικά κάποιο σλαβικό φύλο όπως στην Μακεδονία, πράγμα και αυτό πολύ περίεργο. Στην ίδια περιοχή ένα καλό ερώτημα είναι το πότε εξαφανίστηκε η σλαβοφωνία. Π.χ. στον Ταύγετο εξαφανίστηκε τον 15ο αι. κατά την αναφορά του Χαλκοκονδύλη.
        Μία ωραία εργασία αν δεν την έχεις υπόψιν σου είναι αυτή ( που είχε ανεβάσει στο scribd ο φίλος αρχικλέφταρος από το παλιό πηορουμ.γρ ) για την Βόρεια Ελλάδα : Παναγιώτης Παπαδημητρίου – Θεσμικές σχέσεις και στάδια ενσωμάτωσης των σλαβικών πληθυσμών στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το δεύτερο μισό του 7ου αι. μ.Χ.

      • Κοίτα, εγώ από αυτά που έχω διαβάσει ποτέ δεν πίστεψα ότι στο δυτικό μισό της Πελ/σου εξαφανίστηκαν οι ελληνόφωνοι.
        —-

        Καλά, βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας σοβαρός άνθρωπος που να ισχυρίζεται ότι «εξαφανίστηκαν» εντελώς οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί, απλώς συνέχισαν να κατοικούν σε περιοχές τις οποίες οι Σλάβοι επιδρομείς/έποικοι είχαν θέσει εκτός ρωμαϊκής επικράτειας και οι γηγενείς αναγκάστηκαν να αναπτύξουν ένα modus vivendi με τους νεήλυδες, κάτι που μετουσίωσε την πολιτική συνιστώσα της ταυτότητάς τους. Δεν εξαφανίστηκαν οι Γαλλο-Ρωμαίοι όταν οι Φράγκοι πολέμαρχοι απέκοψαν την Γαλατία από τη Ρωμαϊκή επικράτεια τον 5ο αιώνα (ίσια ίσα παρέμειναν με μεγάλη διαφορά ο κυρίαρχος δημογραφικά πληθυσμός, που στο τέλος αφομοίωσε γλωσσικά τους γερμανόφωνους, αλλά δέχτηκε την Φραγκική ταυτότητα των επήλυδων), αλλά προέκυψε μια συμβίωση μεταξύ ρωμανόφωνων και γερμανόφωνων, όπως λέει πολύ ωραία ο κανόνας 17 της Συνόδου του Tours το 817 μ.Χ.: από εδώ και πέρα, οι εκκλησιαστικές ομιλίες δεν θα διαβάζονται στα λατινικά, αλλά στις δύο γλώσσες που ολοι καταλαβαίνουν ευκολότερα: την rustica Romana lingua (αγροικική/«χωριάτικη» Ρωμαϊκή γλώσσα = Παλαιά Γαλλική) και την thiotisca lingua (η γερμανική των τοώντι Φράγκων).

        Γενικώς, όπως έχω εξηγήσει πολλές φορές, κανένας ιστορικός σήμερα δεν εξετάζει τη μαζική μετανάστευση ως «μπάλες του μπιλιάρδου» (δλδ ως «ολική» πληθυσμιακή αντικατάσταση, όπως η μία μπάλα «διώχνει» την άλλη και παίρνει τη θέση της), αλλά ως «χιονοστιβάδα» (όπως η χιονοστιβάδα κινείται από τη θέση Α στη θέση Β κερδίζοντας/ενσωματώνοντας συνεχώς νέο στρώμα χιονιού, έτσι και τα «μαζικά» μεταναστευτικά φαινόμενα πλέον ερμηνεύονται ως μικρά charter groups επήλυδων οι οποίοι επιβάλλουν την ταυτότητά τους σε προϋπάρχοντες γηγενείς πληθυσμούς).

      • Ριβαλντίνιο

        Έτσι είναι όπως τα λές Σμέρδ. Π.χ. η αρχαία Μεσσήνη έφαγε ένα γερό σεισμό το 360 – 370 μ.Χ. και σε συνδυασμό ίσως με την επιδρομή του Αλαρίχου ( στις πηγές δεν αναφέρεται λεηλασία της Μεσσήνης από τον Αλάριχο ) έγινε ολιγάνθρωπη. Με βάση όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα συνέχισε να κατοικείται , ίσως και συνεχώς, ως τον 15ο αι. Ίσως να υπήρξε εγκατάλειψη το 600 – 850 μ.Χ. λόγω των Σλάβων και επανακατοίκηση μετά τον 9ο αι. μ.Χ. όπου ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι θα ζούσαν ειρηνικά. Κατά την μαρτυρία του βίου ( 12ος αι. ) του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε ( 10ος αι. ) πλέον η Μεσσήνη λεγόταν και Βουρκάνο ( Βουλκάνο – σλαβικό λύκος, μάλλον κάποια σλαβική οικογένεια θα το έδωσε κατά τον Αναγνωστάκη , π.χ. και οι γνωστοί Ελεαβούρκοι ) : Μισύνης, ήν καί Βουρκάνον εγχωρίως καλούσιν.

      • Ίσως να υπήρξε εγκατάλειψη το 600 – 850 μ.Χ. λόγω των Σλάβων και επανακατοίκηση μετά τον 9ο αι. μ.Χ.
        —-

        Ο Florin Curta πιστεύει ότι η ακαριαία και ταυτόχρονη εξαφάνιση του αστικού βίου στην Ελλάδα στα χρόνια του Ηρακλείου (γύρω στο 620 μ.Χ.), δεν οφείλεται τόσο σε σλαβικές καταστροφές/επιδρομές, όσο στο ότι η ελλαδική αστική ελίτ αποφάσισε να εγκαταλείψει τις πόλεις και να καταφύγει στην ανατολή, όταν έμαθε ότι ο Ηράκλειος είχε σκοπό να εκκενώσει το στρατιωτικό και διοικητικό προσωπικό του Ιλλυρικού.

        Θα παραθέτω σε λίγο τις σελίδες 62-3 του The Edinburgh History of the Greeks, c. 500 to 1050, όπου o Curta εξηγεί τα παραπάνω.

      • Ορίστε οι σελίδες του Curta για όποιον ενδιαφέρεται:

        https://imgur.com/a/HjWcgpy

    • Καλημέρα Ριβαλδίνιο. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε το χρονικό της Μονεμβασιάς (του οποίου η σημαντική πληροφορία είναι ο πληθυντικός ἐπ΄εσχάτων τζακονίαι = «ακριτικά φυλάκια, κάστρα»), φαντάζομαι ότι πάλι κάποιος θα έφτανε να συσχετίσει τους Τσάκωνες με τους Λάκωνες λόγω γεωγραφικής επικάλυψης και γλωσσικής ομοιότητας (Τσ-άκωνες, Λ-άκωνες).

  2. Pingback: Οι Τσάκωνες και το ρήμα τσακώνω/τσακώνομαι – istoriaΝet

  3. Χρήστος

    Με καλοκαιρινή διάθεση.

    “στην επαρχία σουλάτσαραν οι Σλάβοι νομάδες”

    Οι Σλάβοι δεν ήταν νομάδες.
    Αγροκαλλιεργητές της Λακωνίας ήταν. Λέρες της Πελοποννήσου. (ατάκες από την ταινία Ας περιμένουν οι γυναίκες είναι για να μην παρεξηγηθώ).

    • Καλώς τον Χρηστάρα!

      Έτσι εδραίοι αγροτικοί πληθυσμοί ήταν οι Σλάβοι.

      • BTW, το «λέρες της Πελοποννήσου» του Ζουγανέλη μου θύμισε ένα θέμα με γλωσσικό ενδιαφέρον. Ο Γιαννιώτης συγγραφέας του Χρονικού των Τόκκων μιλάει υποτιμητικά για «τζέπελλους Μοραΐτες» τους οποίους ο δεσπότης του Μυστρά έστειλε να πάρουν την Γλαρέντζα της Ηλείας, την οποία είχε ήδη καταλάβει ο Δεσπότης της Ηπείρου Κάρολος Α΄ Τόκκος (που τελικά έφαγε τα μούτρα του στη ναυμαχία των Εχινάδων).

        Ο εκδότης του Χρονικού των Τόκκων, Giuseppe Schirò, δεν κατάφερε να ξεδιαλύνει τη σημασία του υποτιμητικού όρου «τζέπελλοι» και δοκιμαστικά το απέδωσε ως *τσάπελοι = «φουκαράδες που πουλάνε τσαπέλες = αποξηραμένα σύκα» (infilatori di ficchi secchi = αυτοί που παρασκευάζουν/πουλάνε αρμαθιές από αποξηραμένα σύκα, infilo = βάζω σε σειρά, κάνω αρμαθιά, fichi secchi = αποξηραμένα σύκα).

        Αν είναι σωστή η ερμηνεία του Schirò για τη σημασία του μυστήριου όρου «τζέπελλοι», τότε τα καλαματιανά σύκα ήταν ήδη από τότε ξακουστό εξαγώμενο προϊόν της Πελοποννήσου.

        κεφάλαιο 14, ενότητα 10: Πῶς ἐκινήθη ἡ μάχη μὲ τοὺς Μοραΐτες (για την Γλαρέντζα)

        Ἄρχισαν [νὰ] ταράσσονται ἐκεῖνοι τοῦ Μορέως
        φουσσάτο νὰ συνάζουσιν, νὰ ὑπᾶν εἰς τὴν Γλαρέντζα,
        σκοπῶντας νὰ εὑροῦν [ἐκεῖ] τζέπελλους Μοραΐτες.
        Καὶ ἐκεῖ ἦσαν ἀρχοντόπουλα μὲ σιδερένια δόν(τια),

        Απόδοση: ο Δεσπότης του Μυστρά έστειλε ένα στράτευμα (φουσσάτο) Μοραΐτών να πάρουν την Γλαρέντζα, οι οποίοι νόμιζαν ότι την Γλεαρέντζα την κρατούσαν όμοιοί τους «τζέπελλοι Μοραΐτες», αλλά την κρατούσαν αρχοντόπουλα με σιδερένια δόντια (και με διάθεση να κατακτήσουν και την υπόλοιπη Πελοπόννησο: ὁπου ἐλπίζουν καὶ θαρροῦν τὸ ἐπίλοιπον να ἐπάρουν).

        Παραθέτω το χωρίο και την δοκιμαστική ερμηνεία του Schirò:

        https://imgur.com/a/wiv7ePe

        Εγώ, όμως, υποψιάζομαι ότι ο Γιαννιώτης συγγραφέας του 15ου αιώνα με το «τζέπελλοι» μάλλον να είχε κατά νου τον οθωμανικό όρο cebelü = πάροικος στα τσιφλίκια ενός σπαχή ή ζαΐμη που ακολουθεί τον αφέντη του στον πόλεμο (άρα «όχι κανονικός/υπολογίσιμος στρατιώτης»).

      • Χρήστος

        Έτυχε και διάβαζα χτες την απογραφή των Κραβάρων στο οθωμανικό κατάστιχο ΜΜ10. Εκεί λέει ότι ανάλογα με τους ακτσέδες που αποδίδει το τιμάριο του κάθε τιμαριώτη σπαχη (sipahi) εκείνος πρέπει να παρέχει αντίστοιχη στρατιωτική υπηρεσία. Έτσι ο Κάρολος συμμετέχει με την πανοπλία του, 3 σιδηρόφρακτους στρατιώτες (cebellü), και μια σκηνή (cadir). Ο Καρατζάς με την πανοπλία του, έναν στρατιώτη (cebellü) και έναν βοηθητικό στρατιώτη (oğlan=παιδί). Δηλαδή ήταν κανονικοί στρατιώτες αλλά όχι ιππότες, αλλά δεν ήταν και παιδάρια oğlan. Αντίστοιχα και οι υπόλοιποι.

        ______________νὰ εὑροῦν [ἐκεῖ] τζέπελλους Μοραΐτες.
        Καὶ ἐκεῖ ἦσαν ἀρχοντόπουλα μὲ σιδερένια δόν(τια),____________

        Η αντίθεση αυτή που κάνει το κείμενο μεταξύ τζελλεπών και αρχοντόπουλων (δηλ. σπαχήδων με πανοπλία) ίσως προδίδει και την απόδοση των τιμαρίων. Γιατί αν οι Ηπειρώτες έχουν μόνο άρχοντες, χωρίς ακολούθους δηλαδή, τότε σημαίνει πως τα τιμάριά τους έχουν μικρή απόδοση σε ακτσέδες και δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν cebellü ή oğlan ή άλλα εκτός από τον εαυτό τους.

      • Ωραίος ο Χρηστάρας! Έτσι ακριβώς, όπως το είπες!

        Για να είναι κάποιος σπαχής/τιμαριώτης, έπρεπε να έχει γαιοκτημονική περιουσία με ετήσιο εισόδημα μεταξύ 3.000 και 20.000 άσπρα. Ο αριθμός «τζέπελλων» που έπρεπε να φέρνει μαζί του ήταν:

        (Ε-3.000)/3.000, όπου Ε = ετήσιο γαιοκτημονικό εισόδημα

        Αν λ.χ. ο σπαχής/τιμαριώτης είχε Ε=15.000 άσπρα, τότε ο έπρεπε να φέρνει μαζί του στη μάχη (15-3)/3 = 12/3 = 4 «τζέπελλους».

        Για να είναι κάποιος ζαΐμης έπρεπε να έχει ετήσιο γαιοκτημονικό εισόδημα μεταξύ 20.000 και 100.000 άσπρων και έπρεπε να φέρνει 1 «τζέπελλο» για κάθε 5.000 άσπρα γαιοκτημονικού εισοδήματος.

        Αν λ.χ. ο ζαΐμης είχε Ε= 70.000 άσπρα, τότε έπρεπε να φέρνει στη μάχη 70/5 = 14 «τζέπελλους».

        Θα παραθέσω σε λίγο τις απαραίτητες επεξηγηματικές σελίδες.

      • Λοιπόν, επειδή ανοίξαμε ωραία συζήτηση, θα κάνω ξεχωριστή ανάρτηση για τους οθωμανικούς σπαχήδες και ζαΐμηδες και τους «τζέπελλούς» τους.

    • Ριβαλντίνιο

      Σίγουρα έγιναν αγρότες αφού απέκτησαν μόνιμες εγκαταστάσεις. Αλλά αρχικά θα ήταν κτηνοτρόφοι νομάδες. Αλλιώς πως πέρασαν από την Βόρεια Ελλάδα στην Πελ/σο ; Το παράδειγμα των Αρβανιτών μας βοηθάει αν το προεκτείνουμε προς τα πίσω. Επίσης τα μικροτοπωνύμια ( χαράδρες, όρη , ρεματιές κ.λπ. ) τα δίνουν οι ποιμένες και όχι οι αγρότες, έτσι δεν είναι ;

      • Δεν νομίζω πως μπορούμε να πούμε ότι μόνο μια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα (εδραίοι γεωργοί, η ανίδρυτοι/νομάδες κτηνοτρόφοι κλπ) δίνει τα μικροτοπωνύμια. Ανά πάσα στιγμή συμβιώνουν διάφορες ομάδες που όλες συνεισφέρουν στην ονοματοδοσία.

        Για τους Αρβανίτες που ανέφερες, η αφορμή της ναυμαχίας των Εχινάδων (1427) που ανέφερα πριν από λίγο ήταν ότι ορισμένοι Αρβανίτες κτηνοτρόφοι από το Δεσποτάτο του Μυστρά παραβίασαν τα «σύνορα» όταν πήγαν να διαχειμάσουν τα κοπάδια τους στην Ηλεία (όπως συνήθιζαν), την οποία όμως τότε κρατούσε ο δεσπότης της Ηπείρου Κάρολος Τόκκος και οι στρατιώτες του Τόκκου διαγούμισαν τα κοπάδια των Αρβανιτών οι οποίοι, με τη σειρά τους, διαμαρτυρήθηκαν στο Δεσπότη του Μυστρά. Ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια της Κων/πόλεως και του στάλθηκε ο «έσχατος των Ρωμαίων στρατηγών» (ο τελευταίος έμπειρος και ικανός βυζαντινός στρατηγός) Δημήτριος Λάσκαρις Λεοντάρης που νίκησε τον Τόκκο στην επικείμενη ναυμαχία.

        The Byzantines initially seemed content to let Tocco alone, as he too had open scores with Zaccaria, but war between the two powers was provoked in late 1426, when Tocco’s forces seized the animals of Albanian herders during the latter’s annual migration from the Byzantine-controlled central uplands to the plain of Elis.[6]

    • Ριβαλντίνιο

      ( Συνεχίζοντας την καλοκαρινό χιούμορ του Χρήστου 🙂 )

      Αγροκαλλιεργητές της Λακωνίας ήταν. Λέρες της Πελοποννήσου.

      Μμμμ,,…, όταν οι Μηλιγγοί Ελεαβούρκοι και Σπανήδες μας ήταν τζάσηδες και αρχόντοι, η Αιτωλοακαρνανία ήταν ακόμη “Μικρή Βλαχία” . 🙂

      • Μμμμ,,…, όταν οι Μηλιγγοί Ελεαβούρκοι και Σπανήδες μας ήταν τζάσηδες και αρχόντοι, η Αιτωλοακαρνανία ήταν ακόμη “Μικρή Βλαχία” .
        —-

        Χέχε. Έτσι κάνει ο Γιαννιώτης συγγραφέας για όλους τους εχθρούς του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Δεσπότη της Ηπείρου Τόκκου.

        Όταν οι Αρβανίτες πολεμάνε για τον Τόκκο είναι «όμορφοι και ανδρειωμένοι Αρβανίτες», όταν όμως πολιορκούν τα Γιάννενα ως εχθροί του Δεσποτάτου, τότε είναι «Αρβανιτζέλια χοιροβοσκοί».

        Κάτσε να τα βρω στο κείμενο και θα τα παραθέσω.

      • Λοιπόν, ο Schirò μιλάει για τα δύο μετρά και σταθμά (due pesi e due misure) του Γιαννιώτη συγγραφέα: όποιος πολεμάει ΓΙΑ τον δεσπότη Τόκκο και το δεσποτάτο της Ηπείρου περιγράφεται θετικά, ενώ όποιος πολεμάει ΕΝΑΝΤΙΟΝ του Τόκκου και του δεποστάτου της Ηπείρου περιγράφεται αρνητικά:

        Οι Αρβανίτες που πολεμάνε ΓΙΑ τον Τόκκο και το δεσποτάτο της Ηπείρου είναι «ἀνδρειώμενοι», «θαυμαστοί», «ἔμορφης θεωρίας», ενώ η ηπειρωτική φρουρά που κρατούσε την Κλαρέντζα περιελάμβανε και στρατιώτες «από το Αλβανον, καλούς δοκιμασμένους» (άρα Αρβανίτες που πολεμούσαν για τον Τόκκο διαγούμισαν τα κοπάδια που μοραϊτες Αρβανίτες συνήθιζαν να διαχειμάζουν στην Ηλεία).

        Από την άλλη, οι Αρβανίτες που πολεμάνε ΕΝΑΝΤΙΟΝ του Τόκκου και του δεσποτάτου της Ηπείρου είναι «Αρβανιτζέλια χοιροβοσκοί», «κακόγνωμοι», «λείξευροι [λείξουροι] ὅλοι», «σκληροί», «άπιστοι», «πάντοτε ψευδολόγοι», «δυνάστες [καταπιεστές] των Ρωμαίων [της Ηπείρου]» και «κανένας Γιαννιώτης δεν θέλει το καλό ανθρώπου Αλβανίτου».

        https://imgur.com/a/tQ59ehv

        Τα πιο τυπικά παραδείγματα των «δύο μέτρων και σταθμών» του Γιαννιώτη συγγραφέα:

        https://imgur.com/a/BEwHWrT

      • Χρήστος

        Κι εγώ Πελοποννησιακή λέρα είμαι Ριβαλντίνιο 🙂
        Η καταγωγή τουλάχιστον.

  4. Gandalf

    Μια περίληψη για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί για την ετυμολογία του όρου.

    https://imgur.com/a/dq5TLHK

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.