Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #3

Όπως έγραψα στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης, στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την Δυτική ομάδα (Δωρικές και ΒΔ διάλεκτοι), ενώ την Παμφυλιακή την αφήνω για την επόμενη ανάρτηση.

Δυτική Ομάδα

Η «Δυτική» Ελληνική περιελάμβανε τις Δωρικές διαλέκτους της Πελοποννήσου (Μέγαρα, Κόρινθος, Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία), του νοτίου Αιγαίου (Μήλος, Θήρα, Κρήτη, Κως, Ρόδος, Ασιατική Δωρίδα κλπ) και τις συγγενικές Βορειοδυτικές διαλέκτους που μιλιόταν στην ΒΔ Πελοπόννησο (Ηλεία, Αχαΐα), στην δυτική στερεά (Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλοακαρνανία) και στην Ήπειρο. Η Δυτική Ελληνική μιλιόταν και στις δωρικές αποικίες όπως η Κυρήνη, η Κέρκυρα οι Συρακούσες, ο Τάρας, το Δυρράχιο, η Ποτίδαια, το Βυζάντιο, η Χαλκηδών κλπ.

Μερικές φορές ο όρος «Δωρική» ή «ευρύτερη Δωρική» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του όρου «Δυτική» Ελληνική. Η διάκριση μεταξύ «Δωρικών» και ΒΔ διαλέκτων είναι περισσότερο συμβατική παρά πραγματική. Οι δύο διαφορές μεταξύ των δύο υποομάδων της Δυτικής Ελληνικής που συνήθως αναφέρονται είναι:

  1. Οι Δωρικές χρησιμοποιούν την καινοτομία ἐνς > εἰς/ἐς + αιτιατική όπως η Αττικο-Ιωνική για την δήλωση κατεύθυνσης, ενώ οι ΒΔ διατηρούν τον παλαιότερο τύπο ἐν + αιτιατική. Έτσι στο δωρικό «βαίνω εἰς Κόρινθον» αντιστοιχεί το ΒΔ «βαίνω ἐν Κόρινθον».
  2. Οι ΒΔ διάλεκτοι εμφανίζουν από νωρίς την τάση σθ>στ (λ.χ. πρόσθεν, γενέσθαι > πρόστεν, γενέσται), η οποία είναι τυπική και στην Θεσσαλική. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν πως η εξέλιξη σθ>στ είναι ένδειξη πρώιμης τριβοποίησης του δασέος /tʰ/>/θ/ σε αυτήν την θέση που συνοδεύτηκε από τριβόμενη ανομοίωση (fricative dissimilation, λ.χ. τα /fθ/>/ft/ και /sχ/>/sk/ στα νεοελληνικά ελευθερία > λευτεριά και ἐσχάρα > σχάρα > σκάρα). Δηλαδή πιστεύουν ότι η εξέλιξη ήταν /stʰ/>/sθ/>/st/. Από την άλλη, άλλοι μελετητές θεωρούν προβληματική αυτήν την εξήγηση, επειδή πιστεύουν ότι η τριβοποίηση των δασέων συμφώνων είναι μεταγενέστερη της επιγραφικής απάντησης του φαινομένου.

Το βασικό χαρακτηριστικό της Δυτικής ομάδας είναι η συντηρητικότητά της. Αναμφίβολα πρόκειται για την πιο συντηρητική θυγατέρα της Πρωτο-Ελληνικής. Τα περισσότερα ισόγλωσσα της ομάδας είναι αρχαϊσμοί, δηλαδή μη συμμετοχή σε νεωτερισμούς που συνέβησαν στις άλλες διαλεκτικές ομάδες. Οι αποκλειστικοί κοινοί νεωτερισμοί (οι καλύτεροι δείκτες φυλογενετικής συγγένειας) της Δυτικής ομάδας είναι πολλοί λίγοι και αυτό οδήγησε μερικούς γλωσσολόγους στην αμφισβήτηση της ύπαρξης μιας μητρικής «πρωτοδυτικής» διαλέκτου.

Όπως έχω εξηγήσει στη σειρά αναρτήσεων για την «Κάθοδο των Δωριέων» (εδώ, εδώ και κυρίως εδώ), στην δεκαετία του 70, ο John Chadwick πρότεινε την ριζοσπαστική άποψη ότι η «Κάθοδος των Δωριέων» δεν συνέβη ποτέ και ότι οι Δωριείς ήταν οι δούλοι της «Αχαϊκής» (Αρκαδο-Κυπριακής) μυκηναϊκής ελίτ που μιλούσαν μια πιο συντηρητική κοινωνιόλεκτο ως προς την «μινωοποιημένη» Ελληνική της ελίτ, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την μυκηναϊκή κρίση της ύστερης χαλκοκρατίας και επαναστάτησαν κατά των αφεντών τους. Ο μύθος της «κατακτητικής Καθόδου», σύμφωνα πάντοτε με τον Chadwick, δημιουργήθηκε για να κρύψει την «ταπεινή» καταγωγή των μυκηναίων δούλων.

Η ριζοσπαστική αυτή θεωρία του Chadwick έχει πολλά γλωσσολογικά προβλήματα και έχει δεχθεί ευρύτατη κριτική. Οι περισσότεροι ελληνιστές γλωσσολόγοι και πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η κρίση της Ύστερης Χαλκοκρατίας (ξηρασία, έλλειψη μετάλλων, διακοπή του εμπορίου κλπ) οδήγησε τα μυκηναϊκά κέντρα σε έναν αλληλοεξοντωτικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ολοένα και λιγότερων διαθέσιμων πόρων, ο οποίος οδήγησε τελικά στην κατάρρευσή τους και στην μετανάστευση «αχαϊκών» πληθυσμών στην Κύπρο (παραδοσιακό χαλκουργικό κέντρο που κατά τον 11° π.Χ. αιώνα πρωτοπορεί στην «βιομηχανοποίηση» της καινοτομικής σιδηρουργίας). Το πληθυσμιακό «κενό» που δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο από τις εμφύλιες μυκηναϊκές διαμάχες και την μεταναστευτική έξοδο καλύφθηκε από ποιμενικούς πρωτοδωρικούς πληθυσμούς, οι οποίοι προήλθαν απο τον ΒΔ ελλαδικό χώρο.

Ο Julián Méndez Dosuna που έγραψε τα κεφάλαια για τις Δωρικές και Αιολικές διαλέκτους στο βιβλίο «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας: Από τις Αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα» γράφει (μετάφραση Ι. Βλαχόπουλου):

[σλδ 326-7, 1ης έκδοσης] Παρά τη γεωγραφική τους εξάπλωση, οι διάλεκτοι της δυτικής ελληνικής παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιογένεια. Αυτή η ομοιομορφία και η κατανομή τους σε ένα συνεχή γεωγραφικό χώρο είναι αλάνθαστες ενδείξεις ότι η γεωγραφική εξάπλωσή τους και η συνακόλουθη διάσπασή τους συνέβησαν σε σχετικά όψιμη εποχή (11ος-10ος αιώνας π.Χ.). Αντίθετα με τη ρομαντική άποψη που κυριάρχησε στον 19ο αιώνα, η άφιξη των Δωριέων δεν είναι αναγκαίο να συνδέθηκε με μια βίαιη κατάκτηση. Μια -σχετικά- ειρηνική μετανάστευση μπορεί να αποτελεί το εναλλακτικό σενάριο. Η πτώση των μυκηναϊκών βασιλείων μπορεί να προετοίμασε τον δρόμο για μια σταδιακή μετανάστευση από την βορειοδυτική Ελλάδα, μια πυκνοκατοικημένη καθυστερημένη περιοχή που βρισκόταν στις παρυφές του μυκηναϊκού κόσμου (βλ. και Β.2.2).

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες τόσο από αρχαιολόγους όσο και από γλωσσολόγους να αποδειχθεί ότι η εισβολή των Δωριέων αποτελεί ένα φανταστικό γεγονός. Σύμφωνα με την ριζοσπαστική πρόταση του Chadwick (1976, βλ. και Β.4, Γ.1), οι κατώτερες τάξεις των μυκηναϊκών βασιλείων μιλούσαν μια «κατώτερη» εκδοχή της μυκηναϊκής, που ταυτίζεται με την πρωτοδωρική, σε αντίθεση με τις άρχουσες τάξεις, που μιλούσαν την «κοινή, επίσημη» μυκηναϊκή, συγγενέστερη προς την αρκαδοκυπριακή (βλ. και Γ.3.2). […] Υποτίθεται ότι οι Δωριείς, μετά την κοινωνική αναταραχή που έθεσε τέλος στον μυκηναϊκό πολιτισμό, ανέτρεψαν τους πρώην κυρίους τους, οι οποίοι πιθανώς βρήκαν καταφύγιο στην Αρκαδία και την Κύπρο. Η αποκατάσταση αυτή έχει συναντήσει ευρύτατο σκεπτικισμό (Moralejo Alvarez 1977, Risch 1979, 1985, Crossland 1985, Méndez Dosuna 1985 και -*προσθήκη Σμερδαλέου*- η κριτική του Antonín Bartoněk, ενός από τους σημαντικότερους μελετητές των αρχαιοελληνικών διαλέκτων, και του ιστορικού Paul Cartredge που έχει ασχοληθεί ειδικά με την Λακωνία). […] Επιπλέον, η υπόθεση δεν ευσταθεί από την άποψη της κοινωνιογλωσσολογίας: Η ουράνωση και η συριστικοποίηση -διαδικασίες φωνολογικής εξασθένησης- είναι πολύ πιθανότερο να διαχυθούν στο κοινωνικό εύρος των ομιλητών αρχίζοντας «από κάτω» και όχι «από πάνω». Τέλος, θα πρέπει κανείς να διερωτηθεί γιατί η υποτιθέμενη ομιλία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με την ομιλία των ανθρώπων που ζούσαν στη βορειοδυτική Ελλάδα και όχι με την ομιλία των μυκηναίων κυρίων τους. Μια μετανάστευση Δωριέων από τη βορειοδυτική Ελλάδα παραμένει η μόνη πειστική εξήγηση των ιστορικών στοιχείων.

Η έκφραση δυτική ελληνική έχει συχνά χρησιμοποιηθεί ως γενικός όρος για δύο διαφορετικές υποομάδες: τη βορειοδυτική ελληνική και την καθαυτό δωρική. Όμως η διάκριση αυτή δεν είναι επιτυχής. Εκτός από την πρόθεση ἐνς και τις παραλλαγές της (εἰς, ἐς), που συναντώνται και στις περισσότερες μη δωρικές διαλέκτους, οι δωρικές διάλεκτοι δεν έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό που να απουσιάζει από τις βορειοδυτικές διαλέκτους. Μόνο μετά την αναχώρηση των προγόνων των Δωριέων για την Πελοπόννησο και τα νησιά ανέπτυξε η βορειοδυτική δωρική τα πιο χαρακτηριστικά διαλεκτικά γνωρίσματά της (βλ. και Β.7).

Για όσους δεν κατάλαβαν τι εννοεί ο Méndez Dosuna με το κοινωνιογλωσσολογικό επιχείρημα, εξηγώ πως εννοεί ότι είναι κοινωνιογλωσσολογικά απίθανο η μυκηναϊκή αρκαδοκυπριακή ελίτ να έκανε την τροπή *ti>si των νοτίων διαλέκτων (λ.χ. μυκηναϊκό e-ko-si = /ekhonsi/ ~ αρκαδικό ἔχονσι, αλλά δωρικό ἔχοντι) και, αργότερα, την ουράνωση των χειλοϋπερωικών πριν από /i/ (λ.χ. αρκαδοκυπριακό *kwis > *k’wis > tsis/sis, αλλά δωρικό τις) και αυτές οι αλλαγές να μην συνέβησαν και στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, γιατί πρόκειται για γλωσσολογικές εξελίξεις που, κατά κανόνα, ξεκινάνε ΑΠΟ τις κατώτερες κοινωνιολέκτους.

Αν πάρουμε ως κοινωνιογλωσσικό παράδειγμα την εξέλιξη της κλασσικής Λατινικής σε Πρωτο-Ρωμανική θα δούμε ότι συνέβη «ψίλωση» (αποβολή αρκτικού και μεσοφωνηεντικού /h/) και μονοφθογγοποίηση της διφθόγγου ae>ē>e (λ.χ. τα ιταλικά Graecus > Greco, aestātem > estate και vehiculum > veicolo, hospes/hospitem > ospite). Ο Chadwick ισχυρίζεται ότι οι αλλαγές αυτού του είδους ξεκίνησαν από την υψηλή κοινωνιόλεκτο της αρκαδοκυπριακής ελίτ και δεν εξαπλώθηκαν στην χαμηλότερη κοινωνιόλεκτο των Δωριέων δούλων, ενώ οι Λατίνοι συγγραφείς όπως ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρων, μας ξεκαθαρίζουν ότι η gēns rūstica έλεγε ēdus αυτό που «εμείς στην πόλη» λέμε haedus = «τράγος» (in Latio rure edus qui in urbe … haedus) και είναι αυτή η «αγροικική» (rūs/rūris > rūsticus/rūrālis) φωνολογία που επιβίωσε στις λατινογενείς γλώσσες (λ.χ. το ρουμανικό ied και το βλαχικό ed[u] προέρχονται από το «αγροικικό» ēdus και όχι από το «πολιτικό» haedus).

Αυτά, λοιπόν, για το θέμα της «Καθόδου των Δωριέων», αλλά ας περάσουμε τώρα στην γλωσσολογική περιγραφή της Δυτικής ομάδας. Ο Méndez Dosuna ξεκινάει την περιγραφή στην σελίδα 329 γράφοντας:

[σλδ 329] Τα παρακάτω χαρακτηριστικά μπορούν να αποδοθούν γενικά στο σύνολο της δυτικής ελληνικής:

  1. Διατήρηση του μακρού /ᾱ/: στάλᾱ = αττικό στήλη

  2. Διατήρηση του /ti/: δίδωτι, φᾶντι, ϝίκατι, διακάτιοι … αττικά δίδωσι, φᾱσί, εἴκοσι, διακόσιοι

  3. Τάση τροπής ερ>αρ: ἱαρός = αττικό ἱερός

  4. Κατάληξη πρώτου πληθυντικού προσώπου ενεργητικής φωνής σε -μες αντί για -μεν, λ.χ. φέρομες = αττικό φέρομεν (αποκλειστικό ισόγλωσσο της δυτικής ομάδας)

  5. Στο οριστικό άρθρο ονομαστική πληθυντικού τοί, ταί (όχι στην Κρήτη και στην Σύβαρι) = αττικά οἱ, αἱ.

  6. Αθέματο απαρέμφατο σε -μεν: ἀποδόμεν, εἶμεν/ἦμεν = αττικό ἀποδοῦναι, εἶναι. Η κατάληξη -μειν/-μην (συμφυρμός του -μεν με το θεματικό -ειν/-ην) συναντάται στη Ρόδο, την Κρήτη,την Ήπειρο και τη Σικελία (λ.χ. ρόδια ἐχθέμεν, ἐξήμειν = αττικά ἐκθέναι, ἐξεῖναι).

  7. Το λεξιλογικό ισόγλωσσο πρᾶτος = πρῶτος που παραμένει ανεξήγητο με την συνήθη ετυμολόγηση *pr.h3-tos, αλλά εξηγείται με την ετυμολόγηση *πρόατος > πρῶτος/πρᾶτος.

  8. *gwels- > δείλομαι/δήλομαι = βούλομαι (<*gwols-). Ο τύπος βώλομαι συναντάται στην κρητική και ροδιακή.

  9. Το -ξ- έχει επεκταθεί στον μέλλοντα και αόριστο όλων των ρημάτων σε -ζω (< *-d-yō και *-g(w)-yō). Η πρώιμη ελληνική σχημάτιζε τους σιγματικούς αορίστους ἐλπίδ– > ἐλπίζω > ἤλπιδ-σα > ἤλπισσα και ἁρπάγ– > ἁρπάζω > ἁρπάγ-σα> ἁρπαξα (με μακρό hā-). Η δυτική ομάδα γενίκευσε το «ξ» σε όλα τα ρήματα σε -ζω και, κατά συνέπεια, δείχνει τον αόριστο ἤλπιξα (λ.χ. ἐργάξασθαι, ἀγωνίξατο). Η Αττική, αντίθετα, γενίκευσε τον αόριστο ἤλπισσα > ἤλπισα και έτσι δείχνει τον τύπο ἥρπασα αντί του ἥρπαξα.

  10. Η συναιρέση [a:]+[o]/[ɔ:] δίνει /ᾱ/: (τοῦ) πολίτᾱο > πολίτ, τάων θυράων > τν θυρν (= τῶν θυρῶν), θερός > θερός = θεωρός, νᾱο-κόρος > νκόρος = νεωκόρος, Μενέλᾱος > Μενέλς. Η συναίρεση ᾱ+ε δίνει /ᾱ/: hā(w)elios > λιος = ἡέλιος/ἥλιος. Από, την άλλη, η συναίρεση α+[ε(:)] δίνει /η/: νικάετε > νικτε, νίκαε > νίκη, νικάεν > νικν = αττικά νικτε, νίκ, νικν.

  11. Χρονικά επιρρήματα σε -κα: ὅκα, πόκα, τόκα, πέ:ποκα = αττικά ὅτε, πότε, τότε, πώποτε (οι αιολικές διάλεκτοι έχουν -τα)

  12. Τοπικά επιρρήματα σε -ει: εἷ, πεῖ, ὅπει, τεῖδε, τουτεῖ κλπ. = αττικά οὗ, ποῦ, ὅπου, ἐνθάδε, ἐταῦθα.

  13. Το τροπικό μόριο είναι κᾱ = αττικό ἄν και ο υποθετικός σύνδεσμος αἰ = αττικό εἰ. Στις υποθετικές προτάσεις με αόριστη αντωνυμία η σειρά των λέξεων είναι αἴ τίς κᾱ = αττικό ἐάν τις.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εἴτε αρχαϊσμοί κληρονομημένοι από την πρωτοελληνική (βλ. και Β.1.4) είτε επιλογές κοινές και σε άλλες διαλέκτους. Οι αποκλειστικοί νεωτερισμοί, κοινοί σε όλα τα μέλη της ομάδας, οι οποίοι έχουν μεγάλη σημασία στην ταξινόμηση, είναι ελάχιστοι:

  1.  Τα αριθμητικά τέτορες, ἕβδεμος, τετρώκοντα = αττικά τέτταρες, ἕβδομος, τετταράκοντα.

  2. Ο δωρικός μέλλων σε -σεω: δελφ. ταγευσέω, κλεψέω, κρητ. βοᾱθησιῶ, πραξῆται, ηρακλ. ἐσσῆται, ἐργαξῆται, ροδ. ἀποδωσεῦντι κλπ = αττικά ταγεύσω, κλέψω, βοηθήσω, πράξεται, ἐργάσεται, ἀποδώσουσι. Ο «δωρικός» μέλλων είναι ανάμειξη του σιγματικού μέλλοντα σε -σω (π.χ. αττικό παιδεύσω) με τον αποκαλούμενο «συνηρημένο» μέλλοντα σε -εω (π.χ. αττικό ἐρῶ/ιωνικό ἐρέω, αττικό μενῶ κλπ). Μερικά αττικά ρήματα έχουν μέσους μέλλοντες αυτού του τύπου, π.χ. φευξοῦμαι, κλαυσοῦμαι, πεσοῦμαι.

  3. Ενεργητικές καταλήξεις στον παθητικό μέλλοντα: ροδ. ἐπιμεληθησεῦντι, ἀναγραφήμειν = αττικά ἐπιμεληθήσονται, ἀναγραφήσεσθαι.

Διακόπτω εδώ την περιγραφή του Méndez Dosuna για να προσθέσω ότι οι δύο τύποι μέλλοντα της Ελληνικής (σιγματικός και «συνηρημένος») ανάγονται αμφότεροι στο ΙΕ εφετικό (δήλωση επιθυμίας) μόρφημα *-h1s-. Απλά, ενώ μετά από άηχο κλειστό το λαρυγγικό χάθηκε (λ.χ. *deik’-h1s- > deiks- > δείξω = μέλλοντας του δείκνῡμι), μετά από ένηχο /ν,μ,λ,ρ/ το λαρυγγικό φωνηεντοποιήθηκε *h1>e (λ.χ. *ten-h1s- > tenehō > τενέω/τεν = μέλλοντας του τείνω). Μετά από αυτήν την επεξήγηση, συνεχίζω την περιγραφή του Méndez Dosuna.

Αν η μαρτυρία των αρχαίων γραμματικών είναι αξιόπιστη, ο τονισμός της δωρικής διέφερε από την αττική σε μερικά σημεία: αἴγες, γυναίκες, φάσαι = αττικά αἶγες, γυναῖκες, φᾶσαι και προχωρητικός ως προς την Αττική τονισμός ἀνθρώποι, φιλοσόφοι, ἐλύσαν, έλάβον = αττικά νθρωποι, φιλόσοφοι, λυσαν, λαβον.

Άλλα χαρακτηριστικά, ευρύτατα διαδεδομένα στις δωρικές διαλέκτους, αλλά οπωσδήποτε όχι γενικά, είναι:

  1. εα,εο,εω > ια,ιο,ιω (το «ι» πιθανότατα αντιστοιχούσε στο ημίφωνο /y/, για λεπτομέρειες βλ.   Méndez Dosuna 1993a) στην λακωνική, την ηρακλεωτική, τη δυτική αργολική, την κρητική και περιστασιακά αλλού: λ.χ. λακωνικό θεός > σιός/σιόρ και κρητικά ἀδελφεός > ἀδελφιός, θεός>θιός, γενεά > γενιά κλπ. Η αλλαγή δε επηρέασε κατοπινές χασμωδίες, που προέκυψαν από την απώλεια του δίγαμμα /w/: λακ. Κλεογένε:, ηρακλ. δενδρέων, κρητ. κρεῶν, ἐννέα. Σε άλλες διαλέκτους (Δελφοί, Μέγαρα, Θήρα, Κυρήνη, Ρόδος κλπ) το «ΕΥ» περιστασιακά αποδίδει το «ΕΟ»: ροδ. ἐπιμεληθησεῦντι, ἀποδωσεύνται (< -σέοντι, -σέονται).

  2. Στις περισσότερες διαλέκτους το αρκτικό ϝ- (δίγαμμα) επιζεί ως τον 4° αιώνα π.Χ.: π.χ. ϝέτος, ϝίδιος, παράλληλα με τα οἰκίαν, ἐργάξονται (< ϝοικ-, ϝεργ-) στην ηρακλεωτική (περίπου 300 π.Χ.). Εξαίρεση αποτελούν η θηραϊκή, η κωική και η ροδιακή, όπου το αρκτικό ϝ- χάθηκε νωρίς. Αντίθετα, στην Ήλιδα, την Αργολίδα, την Κρήτη και τη Λακωνία ο φθόγγος /w-/ διατηρήθηκε για μεγαλύτερο διάστημα, με αποτέλεσμα σε όψιμες επιγραφές και «γλώσσες» (σχόλια που βρίσκουμε σε αρχαίους λεξικογράφους) το «Β» (πιθανώς /v/) να μπορεί να αποδίδει περιστασιακά το ϝ-: πρβ. Ήλις (περίπου 200 π.Χ.) βοικίαρ = οἰκίας, Λακωνία (4ος π.Χ. αιώνας) προβειπάhας = προειπούσης, βείκατι. Πρβ. και το τσακωνικό ϝάρνος > βάννε = αρνί.

  3. Η αλλαγή λτ,λθ>ντ,νθ εμφανίζεται σποραδικά, π.χ. ἐνθεῖν = αττ. ἐλθεῖν, Μίντων = Μίλτων, Φίντων/Φιντίᾱς = Φίλτων/Φιλτίᾱς κλπ.

  4. Η αποκοπή των προθέσεων ἀνά, παρά είναι γενική. Επίσης των ποτί/αττ. πρός και κατὰ, ιδίως μπροστά από οδοντικά: π.Χ. δυτική λοκρική ἀνχο:ρέοντα = αττ. ἀναχωροῦντα, ηλ. πὰρ τὸ γράμμα, κὰτ τὸν <νόμον>, πὸτ τᾶρ Ἀθανᾶρ/πρὸς τῆς Ἀθηνᾶς. Ο τύπος ποι συναντάται στην αργολική και τις βορειοδυτικές διαλέκτους: Επιζεφύριοι Λοκροί ποὶ τὰς θύρας.

  5. Το γ΄ πρόσωπο πληθυντικού ενεργητικής προστακτικής σχηματίζεται σε -ντω: φερόντω (η δελφική, η κρητική, η θηραϊκή και η κυρηναϊκή έχουν τον τύπο -ντων: φερόντων). Στη μέση φωνή η κατάληξη -σθων είναι η περισσότερο διαδεδομένη, αλλά υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις με -νσθω και *-νσθων: αργολ. ποιγραψάνσθω, κερκ. ἐκλογιζούσθω = αττικά προσγραψάσθων, ἐκλογιζέσθων. Λοκρ. δαμευόσθων, ηλ. τιμό:στων = αττικάδημευέσθων, τιμάσθων.

  6. Ρήματα σε -άω μπορούν να μεταφερθούν στη συζυγία -έω: αιτωλικό νικέοντοις = αττ. νικῶσι, δελφ. συλέοντες (=συλάοντες), λοκρ. ἐπιτιμέων (=ἐπιτιμάων), κρητ. μοικίο:ν = μοιχάων κλπ.

  7. Θεματικά ενεργητικά απαρέμφατα σε -εν συναντώνται στη δελφική, την ηρακλεωτική, την αργολική, την κρητική, τη θηραϊκή, την κυρηναϊκή κλπ: δελφ. ἄγεν, παρέχεν = ἄγειν, παρέχειν, ηρακλ. ἀνγράφεν = ἀναγράφειν. Σε μερικές διαλέκτους το «βραχύ» απαρέμφατο έχει γενικευθεί ακόμη και στα ρήματα σε -έω: δελφ. ψαφοφορέν, καλυμν. μαρτυρέν = αττ. ψηφοφορεῖν, μαρτυρεῖν, όπου του -εῖν προέρχεται από τον αρχικό τύπο *-eyehen.

Στην εξέλιξη των μακρών φωνηέντων παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Ενώ η πρώτη αναπληρωματική έκταση είναι πανδωρική, η δεύτερη δεν εφαρμόστηκε στην αργολική και την κρητική, όπου το -νσ- στο εσωτερικό της λέξης διατηρείται κανονικά: αργολ. πάνσα, κρητ. ἐσπένσαμες, ἔχονσα = αττικά πᾶσα, ἐσπείσαμεν, ἔχουσα. Όσον αφορά το τελικό -νς, η διατήρησή του είναι σχεδόν καθολική στην αργολική: τὸνς υἱόνς = αττ. τοὺς υἱούς. Η κρητική εμφανίζει τύπους σε -νς παράλληλα με τύπους σε -ς χωρίς έκταση του φωνήεντος: τρίινς, νικαθές = αττ. τρεῖς αιτ. πληθ., νικηθείς. […] Η θηραϊκή και η κυρηναϊκή έχουν επίσης τελικό -ες, -ας, -ος, αλλά το εσωτερικό -νσ- προκάλεσε έκταση στη θηραϊκή (πᾶσα) και διφθογγισμό στην κυρηναϊκή (παῖσα). Διφθογγισμός του -νς μαρτυρείται επίσης στην Ηλειακή.

Στις περισσότερες διαλέκτους η απώλεια του ϝ στα συμπλέγματα -ρϝ-,-λϝ-,-νϝ-,-σϝ– δεν είχε συνέπειες. Στην δυτική αργολική, την κρητική, τη θηραϊκή, την κυρηναϊκή και τη ροδιακή προκάλεσε έκταση του φωνήεντος (τρίτη αναπληρωματική έκταση): ξένϝος, ϝόρϝος > κρητ. ξῆνος, ὤρος = αττ. ξένος, ὅρος.

Στην συνέχεια ο Méndez Dosuna εξηγεί την ταξινόμηση των δωρικών/δυτικών διαλέκτων σε «αυστηρές», «μέσες» και «ήπιες» (Doris severior, media, mitior). Η διάκριση αυτή δεν έχει καμία φυλογενετική αξία επειδή είναι επιγραφικά αποδείξιμη η μετάβαση μιας διαλέκτου από την μία κατηγορία στην άλλη και επειδή πολλές αποικίες ανήκουν σε άλλη κατηγορία ως προς την μητρόπολή τους.

Οι «αυστηρά Δωρικές» διάλεκτοι, όπως η Λακωνική, η Μεσσηνική και η Κρητική, δεν διακρίνουν τα δευτερογενή μακρά φωνήεντα από τα πρωτοελληνικά αντίστοιχά τους (λ.χ. *treyes > τρς, *gwolsā > βωλά = τρεῖς, βουλή). Οι «ήπιες Δωρικές» διάλεκτοι, όπως οι ΒΔ, η μεγαρική, η κορινθιακή και η ανατολική αργολική, κάνουν αυτήν την διάκριση όπως η Αττικο-Ιωνική. Οι «μέσες Δωρικές», όπως η δυτική αργολική και η δωρική του ανατολικού Αιγαίου (Θήρα, Ρόδος) ταύτισαν τα προϊόντα των ΑΕ1 και ΑΕ2 με τα πρωτοελληνικά μακρά φωνήεντα, αλλά διέκριναν τα δευτερογενή μακρά φωνήεντα της ΑΕ3 και των συναιρέσεων (λ.χ. ἠμί, βωλά, τως λύκως, αλλά τρεῖς, τοῦ λύκου, ξεῖνος, οὖρος). Τέλος, η Ηλειακή δείχνει υβριδικό χαρακτήρα: συμπεριφέρεται ως «ήπια» στο /e/ και ως «αυστηρή» στο /o/.

Οι βορειοδυτικές διάλεκτοι χαρακτηρίζονται από τα παρακάτω γνωρίσματα (Moralejo Alvarez 1973, Méndez Dosuna 1985):

  1. Διατήρηση της σύνταξης ἐν+αιτιατική: λοκρ. ἐν Ναύπακτον, ἐν ὐδρίαν = αττικά εἰς Ναύπακτον, εἰς ὑδρίαν.

  2. Κατά περίπτωση αρ αντί για ερ στις πρώιμες επιγραφές: λοκρ. πατάρα, ἀνφοτάροις, ἀμάραι (= πατέρα, ἀμφοτέροις, ἡμέραι). Στις μεταγενέστερες επιγραφές χρησιμοποιείται μόνο το ερ.

  3. σθ>στ, ιδίως στις πρώιμες επιγραφές: φωκ. ἀποπολιτεύσασται = αττ. -σασθαι, λοκρ. παματοφαγεῖσται, ἐχέστω = αττ. -φαγεῖσθαι, ἐχέσθω. Επιζεφύριοι Λοκροί μίστωμα = μίσθωμα.

  4. Δοτική ενικού -οι (μάλλον βράχυνση του -ωι και όχι η τοπική κατάληξη -οι): δελφ. τοῖ Ἀπολλώνι τοῖ Πυθίοι = τῷ Ἀπολλώνι τῷ Πυθίῳ, λοκρ. τοῖ Ἀσκλαπιοῖ, ἐν Νυπάκτοι = τῷ Ἀσκληπιῷ, ἐν Ναυπάκτῳ. Οι Επιζεφύριοι Λοκροί έχουν -ωι ή -ω.

  5. Δοτική πληθυντικού των συμφωνόληκτων θεμάτων σε -οις: αιτωλ. Ἀκαρνάνοις, ἱππέοις = αττ. Ἀκαρνᾶσι, ἱππεῦσι, δελφ. και δυτική λοκρ. πάντοις = αττ. πᾶσι, Επιζεφύριοι Λοκροί ἱερομναμόνοις = ἱερομνήμοσι. Η αιολική δοτική σε -εσσι συναντάται στη δελφική και τη λοκρική: δελφ. πρυτανίεσσι, πάντεσσι τοῖς ἀγώνεσσι = αττ. πρυτάνεσι, πᾶσι τοῖς ἀγῶσι, δυτική λοκρ. πάντεσι. Ας αναφερθεί εν προόδω ότι αυτές οι «αιολικές» δοτικές συναντώνται και στην κυρηναϊκή και την κορινθιακή.

  6. Μέση μετοχή με -είμενος, Επιζεφύριοι Λοκροί -ήμενος (< *-εέμενος) από ρήματα σε -έω: δυτική λοκρ. ἐνκαλειμένο:ι, δελφ πωλειμένος, επιζεφύριοι Λοκροί πωλημένος = αττ. ἐγκαλουμένῳ, πωλούμενος.

Η ηλειακή συμμετέχει σε όλα αυτά τα γνωρίσματα (Thévenot-Warelle 1988):

  1. ἐν τ΄ἰαρόν, ἐν Μίλητον = αττ. εἰς τὸ ἱερόν, εἰς Μίλητον

  2. ϝάργον, ἐλευθάρος = αττ. ἔργον, ἐλευθέρους. Το ρε>ρα εμφανίζεται στα λατρα[ιόμενον], κατιαραίων = αττ. λατρευόμενον, καθιερεύων (το ηλειακό /αι/ είναι από *-ρηϝ-ιω > -ρεϝιω > -ραιω, αντί για το κοινό -ρεύω.

  3. δικαστᾶμεν, λυσάστο: = αττ. δικασθῆναι, λυσάσθω. Στην μεταγενέστερη ηλειακή προκύπτει σσ (μέσω /sth/>/sts/;): ἀποδόσσαι, ποιήασσαι = αττ. ἀποδόσθαι, ποιήσασθαι

  4. τοῖ δηλομένοι = αττ. τῷ βουλομένῳ

  5. χρε:μάτοις, ἀγώνοιρ, Θεσπιέσσιν,φυγάδεσσι = αττ. χρήμασι, ἀγῶσι, Θεσπιεῦσιν, φυγάσι

  6. καδ(δ)αλε:μένο:ι, καζαλέ:μενον = αττ. καταδηλούμενος

Επιπλέον ιδιομορφίες της Ηλειακής είναι:

  1. <Ζ> (τριβόμενο /δ/;) αντί <Δ> στις πρώιμες επιγραφές: ζέκα, Ζί = αττ. δέκα, Διί

  2. dy,g(w)y και «ανώμαλο» *y- > /dd/ (απλό «Δ» στις αρχαϊκές επιγραφές): ὑπαδυγίοις, δικάδο:σα =αττ. ὑποζυγίοις, δικάζουσα. Το /dd/ έχασε την ηχηρότητά του και έγινε /tt/ τον 4ο αιώνα π.Χ.: νοστίττην, ἀττάμιον = αττ. νοστίζειν, ἀζήμιον.

  3. Απώλεια του [h-] (ψίλωση): ας σημειωθούν τα αδάσυντα σύμφωνα σε φράσεις όπως κ΄ἐκατόν, ἐν τίαροῖ = αττ. καὶ ἑκατόν, ἐν τῷ ἱερῷ.

  4. Το τελικό [-s] -ς εναλλάσσεται με το -ρ σε αρχαϊκές επιγραφές: τις, τιρ, τοῖρ Ϝᾱλείοις = τοῖς Ἠλείοις. Ο ρωτακισμός είναι καθολικός στην ύστερη ηλειακή.

  5. Το [s] μεταξύ φωνηέντων έγινε [-h-] τον 4ο αιώνα π.Χ. και χάθηκε αργότερα: ἀδεαλ<τ>ώhαιε, φυγαδεύαντι, ποιήαται = αττ. ἀδηλώσειε, φυγαδεύσωσι, ποιήσηται. Η δάσυνση του [s] -σ- μεταξύ φωνηέντων συναντάται επίσης στη λακωνική και τη δυτική αργολική: πρβ. ἐποίϝε:hε (5ος π.Χ. αιώνας), θηαυρόν (3ος π.Χ. αιώνας) = ἐποίησε, θησαυρόν.

  6. Το [ns] -νσ- στο εσωτερικό λέξης προκάλεσε έκταση, αλλά τα τελικά -ανς, -ονς συνήθως καταλήγουν σε διφθόγγους: μναίς […] καθυταίς (< *μνὰνς καταθυτάνς), Μακιστίοιρ. Οι εναλλακτικές εκδοχές -Ας, -Ος συναντώνται σε αρχαϊκές επιγραφές: ἐλευθάρΟς, ἱαρΟς = αττ. ἐλευθέρους, ἱερούς. Η παραλλαγή -Ας/-αις, -Ος/-οις στην αιτιατική πληθυντικού προκάλεσε υπερδιορθωτικό -Ας. -Ος στη δοτική πληθυντικού: τοῖρ ἈθαναίΟς, σὺν αὐτΟς = αττ. τοῖς Ἀθηναίοις, σὺν αὐτοῖς.

  7. Ρήματα σε -είω (-αίω μετά από /ρ/) παραγόμενα από ουσιαστικά: φυγαδείοι, κατιαραίων, πολιτειομένοιρ = αττ. φυγαδεύοι, καθιερέων, πολιτευομένοις. Πρόκειται για ενδιαφέροντα αρχαϊσμό, καθώς όλες οι άλλες διάλεκτοι έχουν -εύω κατ΄αναλογίαν με τα μη μη ενεστωτικά θέματα και τα ουσιαστικά σε -εύς.

  8. Οι λέξεις τελεστά «αξιωματούχος» (πρβ. αττ. τελεστής), παλαιστά = αττ. παλαιστής καιΠρονόα (αρσενικό; θηλυκό;) μπορεί να είναι ονομαστικές αρσενικώ σε -ᾱ (ή μηπως οι κλητικές τους σε -ᾰ;) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η κατάληξη -ας είναι καθολική: Ἐλλανοζίκας = αττ. Ἑλλανοδίκης, Λυσιάδας, Ἀγίας κλπ.

Η λακωνική είχε τις παρακάτω ιδιομορφίες:

  1. Μεταξύ φωνηέντων -σ->-h- σε πρώιμη εποχή: ἐποίε:hε, ἐνίκαhε, ἐνhε:βό:hαις, Ποhοιδᾶνι = αττ. ἐποίησε, ἐνίκησε, ἐνηβώσαις, Ποσειδῶνι. Πρβ. επίσης Αριστοφάνη Λυσιστράτη: μῶἁ, γερωχία = μοῦσα, γερουσία. Από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μετά το -h- παύει να γράφεται: μῶα, νεικάαρ = μοῦσα, νικήσας. Πρβ. επίσης το τσακωνικό ὁρῶσα > ορούα.

  2. Το τελικό [s] -ς υπέστη ρωτακισμό τον 2ο αιώνα π.Χ.: ἱερεύρ, νεικάαντερ = ἱερεύς, νικήσαντες. Πρβ. επίσης τις «γλώσσες» του Ησυχίου: σιόρ, ϝέτορ, βιώρ = αττ. θεός, ἔτος, ἴσως. Στην τσακωνική το -ρ επιβιώνει ως «συνδετικό» σύμφωνο τουρ άλλοι = τους άλλους.

  3. Πριν από κλειστά σύμφωνα το [s] γράφεται, ακόμη και στις οψιμότερες επιγραφές. Ωστόσο, κάποιες «γλώσσες» και το πλαστό ψήφισμα κατά του Τιμοθέου στον Βοήθιο παρέχουν ενδείξεις δάσυνσής του στην ύστερη λακωνική. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την τσακωνική: ἐττάν (< ἐς τάν, τσακ. /tʰan/), Ησύχ. ἄττασι (< ἄνστᾱθι = ἀναστήθι), αἰκχούνα = αττ. αἰσχύνη, ἀκκόρ = αττ. ἀσκός. Πρβ. τσακ. [akʰò] = ασκός.

  4. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το /tʰ/ γίνεται /s/ (πιθανώς μέσω του /ts/) από τα τέλη του 4ου αιώνα και εξής: ἀνέσηκε, σιοφόρος = αττ. ἀνέθηκε, θεοφόρος.

  5. <ΔΔ> = αττ. <Ζ>: Αριστοφάνης γυμνάδδομαι, μυσίδδην = αττ. γυμνάζομαι, μυθίζειν. Το /dd/ εξελίχθηκε στην τσακωνική σε /nd/: πρβ. λακ. *σερίδδω > /serìndu/ = θερίζω.

Η Κρητική δεν ήταν λιγότερο ιδιόρρυθμη:

  1. Το [h-] χάθηκε νωρίς

  2. Η εξέλιξη των *ts, *t(h)y, k(h)y αρχικά δηλώνεται με <Ζ> (7ος-6ος αιώνας π.Χ.): ἀνδάζασθαι, ὄζοι = ομηρ. ἀναδάσσασθαι, αττ. ὅσοι. Σε κάποιες περιπτώσεις συναντάνται η γραφή <Σ(Σ)> (ὅσσοι). Αργότερα (5ος-4ος π.Χ.) το <Ζ> αντικαθίσταται με <Τ(Τ)>: ὄττα, ἰάττας, θαλάτται = αττ. ὅσα, οὔσης, θαλάττῃ. Η ύστερη κρητική (3ος αιώνας π.Χ.) έχει <ΘΘ>: ὀθθάκιν, θάλαθθας, πορτιάθθαν = ὁσάκις, θαλάττης, προσοῦσαν.

  3. Τα αντίστοιχα ηχηρά συμπλέγματα *dy, *g(w)y και το «ανώμαλο» *y- συμπεριφέρονται παρόμοια: στις πρώιμες επιγραφές (7ος-6ος αιώνας π.Χ.) υπάρχει <Ζ>: Ζε:νί, δ[ι]κάζε[ν] = ομηρ. Ζηνί, αττ. δικάζειν. Αργότερα (5ος-4ος αιώνας π.Χ.) υπερισχύει η γραφή <Δ(Δ)>: Δῆνα, ἐνεκυράδδεν, σαλπίνδεν = ομηρ. Ζῆνα, αττ. ἐνεχυράζειν, σαλπίζειν. Τελικά το σύμπλεγμα /dd/ χάνει την ηχηρότητά του και γίνεται /tt/ <ΤΤ> (3ος αιώνας π.Χ.): Ττηνα, Τηνα, διακομιττόντων = ομηρ. Ζῆνα, αττ. διακομιζόντων.

  4. Τα συμφωνικά συμπλέγματα εμφανίζουν συχνή αφομοίωση: νυττί, ἐττά, πράδεθθαι, [πα]τρὸδ δόντος = νυκτί, ἑπτά, πράττεσθαι, πατρός δόντος.

  5. Το /L/ στο τέλος της συλλαβής γίνεται υπερωικό (πρβ. το «σκοτεινό» L της αγγλικής). Η γραφή <Υ> (που αποδίδει το /w/) είναι συχνή: ἀδευπιαί, πορτῆυθον = ἀδελφαί, προσῆλθον (*προσθήκη Σμερδ.*: πρβ. γαλλικό altre > autre).

Μερικά μη δωρικά χαρακτηριστικά της κρητικής πρέπει να συνδεθούν με ένα προδωρικό (δηλ. αρκαδοκυπριακό) υπόστρωμα (Duhoux 1988, Brixhe 1991):

  1. Ονομαστική πληθυντικού οἱ, αἱ / δωρικά τοί,ταί

  2. Ανύψωση του /e/ στις προθέσεις ἰν (< ἐν) και ἰς (<ἐνς)

  3. Το δεικτικό ὄνυ = αττ. οὗτος

  4. πορτί (< *προτί) αντί του ποτί (πότ, ποί) των άλλων δωρικών διαλέκτων.

  5. Πιθανώς το α΄ πληθυντικό πρόσωπο ενεργητικής φωνής -μεν (μαρτυρείται επίσης και το δωρ. -μες).

Την Παμφυλιακή την αφήνω για την επόμενη ανάρτηση. Θα κλείσω ανακεφαλαιώνοντας ορισμένα χαρακτηριστικά της Τσακωνικής που την συνδέουν με την ύστερη λακωνική:

  1.  Διατήρηση του μακρού /ᾱ/ ως /α/ έναντι του /η/ της Αττικής Κοινής: θηλυκό άρθρο α = η, α μάτη = η μήτηρ, αμέρα = ημέρα, αχώ = ηχώ, kʰώλακα = σκώληξ/σκουλήκι, βάσσα = βσσα, σάμερε = σήμερα, σάτζι = φέτος (~ στες), šιντουτά = ριζωτή/ριζωμένη
  2. Διατήρηση του δίγαμμα ως «β» σε μερικούς όρους: ϝαρνός > βάννε = αρνί, κυανός > κουβανέ = «μαύρος» (το δευτερογενές, αντιχασωδικό δίγαμμα στα υα/αυ > υϝα/αϝυ είναι σύνηθες στις διαλεκτικές επιγραφές λ.χ. Εὐϝαγόρας, ἀϝυτός)
  3. Τροπή θ>σ: θυγάτηρ > λακ. *συγάτηρ > συάτη > σάτη/σατέρε = θυγατέρα/θυγατέρες, λακ. *σερίδδω > σερίντου = θερίζω και σεριkʰά = θεριστής.
  4. δωρική κατάληξη -δδω > -ndu αντί για την κοινή -ζω: σερίντου = θερίζω, βαΰντου = βαΰζω, μοιράντου = μοιράζω, *ῥίδδα> šιντουτά = ριζωτή (η τροπή ri>rzi>ži/ši είναι τυπική, λ.χ. ζυμάρι> ζυμάžι, ανατριχίλα > ανατšιχία)
  5. Εμφάνιση του ρωτακισμένου τελικού -ς στα: τουρ άλλε = τις άλλες,  όπουρ = όπως, πουρ = πως, ταρ αμέρα = της ημέρας, σε λίγε ραμέρε = σε λίγες ημέρες.
  6. Δάσυνση sC>hC>Cʰ: ἐς/εἰς τάν/ον > λακ. ἐττάν > τσακ. αν/ον = «στην/στον», ἀσκός > λακ. ἀκκόρ > τσακ. αό = «ασκός», στόμα > ούμα,  σκώλᾱξ > ώλακα = «σκώληξ, σκουλήκι», σεριά = θεριστής, Αποερίτα = Αποσπερίτης, ἱστός > ιέ = «ύφασμα»

 

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #3

  1. Kostas

    “Τάση τροπής ερ>αρ: ἱερός = αττικό ἱερός”
    Κάτι δεν πάει καλά εδω!

    Μήπως μπορείς να κάνεις ένα άρθρο (ή σειρά) για τα τσακώνικα? Δεν έχω βρει πουθενά κάτι αναλυτικό. ‘Εψαχνα για την διατήρηση του δίγαμμα π.χ. και το μόνο παράδειγμα που έβρισκα ήταν αυτό με το βάννε. Είχα αγοράσει και το ντοκυμαντέρ “Α γρούσσα νάμου” μπας και είχε τίποτα ενδιαφέρον αλλα τίποτα…

    • Καλημέρα Κώστα!

      Ευχαριστώ για την επισήμανση του λάθους. Διορθώθηκε. Ό,τι διαβάζετε και δεν σας στέκει, σχολιάστε το, γιατί τις μεγάλες αναρτήσεις τις βγάζω χωρίς να προλάβω να τις διαβάσω.

      Ένας φίλος από την Τσακωνιά μου έδωσε πριν χρόνια ένα μικρό βιβλίο με παραμύθια και ποιήματα στα τσακώνικα. Μπορώ να κάνω μία ανάρτηση στο υλικό από αυτό το βιβλίο.

      Για το δίγαμμα και εγώ μόνο τα βάννε και κουβανέ έχω βρει μέχρι στιγμής.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s