Οι Ινδοευρωπαϊκές Γλώσσες #1: από τις θυγατέρες στη μητέρα

Η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών (ΙΕ) γλωσσών.  Σε αυτήν την ομάδα ανήκουν επίσης σχεδόν όλες οι γλώσσες που μιλούνται στην Ευρώπη τώρα εκτός από τα Βασκικά που ανήκουν στο προ-ΙΕ υπόστρωμα της δυτικής Ευρώπης, τα Ουγγρικά, τα Φινλανδικά και τα Εσθονικά που ανήκουν στην Φινο-Ουγγρική ομάδα της Ουραλικής γλωσσικής οικογένειας και τα Τουρκικά τα οποία ανήκουν στην Αλταϊκή ομάδα γλωσσών. Όλες οι άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες είναι ΙΕ και ταξινομούνται περαιτέρω σε κλάδους/υποσύνολα της ΙΕ οικογένειας. Έτσι τα Αγγλικά, τα Ολλανδικά, οι Σκανδιναβικές γλώσσες και τα Γερμανικά ανήκουν στον Γερμανικό κλάδο, τα Ιταλικά, τα Ισπανικά, τα Πορτογαλικά, τα Γαλλικά και τα Ρουμάνικα ανήκουν στον Ρωμανικό/Νεολατινικό κλάδο (ο οποίος έχει σαν πρόγονο την Λατινική, το πιο γνωστό μέλος του Ιταλικού κλάδου της ΙΕ οικογένειας), υπάρχει ο Κελτικός κλάδος, ενώ οι διάφορες σλαβικές γλώσσες της Ευρώπης είναι μέλη του Σλαβικού κλάδου. Στενά συνδεδεμένος με τον τελευταίο κλάδο είναι ο Βαλτικός στον οποίο ανήκουν τα Λιθουανικά και τα Λεττονικά. Τέλος, η Αλβανική γλώσσα σχηματίζει δικό της κλάδο εντός της ΙΕ οικογένειας όπως και η Ελληνική. Εάν περάσουμε στην Ασία, σημερινές ΙΕ γλώσσες είναι τα Αρμενικά και τα διάφορα μέλη του τεράστιου Ινδο-Ιρανικού κλάδου.

Στο παρελθόν υπήρχαν και άλλες ΙΕ γλώσσες, οι οποίες από ένα σημείο και μετά έπαψαν να υφίστανται όταν οι ομιλητές τους υιοθέτησαν άλλη γλώσσα. Στην αρχαία Μικρά Ασία υπήρχε ο Ανατολιακός Κλάδος (Χεττιτική, Λουβιανή, Καρική, Λυδική κλπ) και η Φρυγική γλώσσα (η οποία αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως η πιο συγγενική της Ελληνικής γλώσσα), ενώ στα αρχαία Βαλκάνια υπήρχε μια σειρά Παλαιοβαλκανικών γλωσσών (Ιλλυρική, Παιονική, Θρακική, Δακο-Μυσική), των οποίων το διασωθέν υλικό (ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια και λήμματα αρχαίων λεξικογράφων) είναι τόσο ισχνό, ώστε το μόνο που γνωρίζουμε με ασφάλεια είναι ή ένταξή τους στην ΙΕ οικογένεια. Στην αρχαία Ιταλία, η Λατινική κάποτε μιλιόταν μόνον στην περιοχή του Λατίου και, μαζί με μια σειρά συγγενικών γλωσσών (Φαλισκική, διάφορες Σαβελλικές/Οσκο-Ουμβρικές γλώσσες και, κατά πάσα πιθανότητα, η αρχαία Ενετική) συναποτελούσαν τον Ιταλικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας. Τέλος, ο Τοχαρικός κλάδος (δύο συγγενικές γλώσσες που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν Τοχαρική Α και Β) κάποτε μιλιόταν στο λεκανοπέδιο Ταρίμ.

Γιατί μιλάμε για ΙΕ οικογένεια;

Τα μέλη της ΙΕ οικογένειας εμφανίζουν πολλαπλές συστηματικές ομοιότητες σε όλα τα επίπεδα γλωσσολογικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, σημασιολογία, συντακτικό, λεξιλόγιο). Συστηματικές είναι οι ομοιότητες που δεν είναι προϊόντα σύμπτωσης ή δανεισμού. Παράδειγμα τυχαίας/συμπτωματικής ομοιότητας είναι η ελληνική και λατινική λέξη για τον θεό (θεός, deus). Οι δύο λέξεις ανάγονται σε εντελώς διαφορετικές ΙΕ ρίζες (*dhh1s-os > θεός και *deiwos > deus) και η ομοιότητα τους είναι καθαρά επιφανειακή. Τέλος, παράδειγμα δανεισματικής ομοιότητας είναι η ελληνική λέξη κόσα (δρεπανοειδές εργαλείο για το κόψιμο των χόρτων) και η ρουμανική coasă (το ίδιο εργαλείο). Η σημασιολογική και φωνολογική ομοιότητα  στην προκειμένη περίπτωση οφείλεται στο ότι οι σλαβικές γλώσσες είναι ο κοινός δανειστής λέξεων τόσο στην μεσαιωνική Ελληνική όσο και στην Ρουμανική. Το ότι η δανειστέα μορφή είναι το σλαβικό kosa φαίνεται τόσο από την πανσλαβική απάντηση του όρου όσο και από την πανσλαβική ύπαρξη ρημάτων που ανήκουν στην ίδια ρίζα με την γενικότερη σημασία του «θερίζω,δρέπω» (λ.χ. Σερβ-Κροατ. kositi). Επιπλέoν, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός κοινών σλαβικών δανείων στην ελληνική και στην ρουμανική, τα οποία επαληθεύουν το όλο σενάριο (λ.χ. πέστροφαpăstrăv και Σερβ-Κροατ pastrva). Αφού λοιπόν ορίσαμε την τυχαία/συμπτωματική και δανεισματική ομοιότητα, ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε στην έννοια της συστηματικής ομοιότητας, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην ταξινόμηση των γλωσσών.

Συστηματική Ομοιότητα και Αντιστοιχία

Η συστηματική ομοιότητα είναι αυτή που δεν είναι μεμονωμένη, αλλά υπακούει νομοτελειακά σε ένα είδος κανόνα αντιστοίχισης (correspondence principle). Ας θεωρήσουμε τις παρακάτω ελληνικές και αγγλικές λέξεις:

Ελληνικές: πατήρ, πτερόν/πετάω, πορδή, πούς/τον πόδα, καρδιά, όνομα, φέρω, φράτηρ, φαλακρός, ἅλας, ἕδρα, ἕξ(ι)

Αγγλικές: father, feather, fart, foot, heart, name, bear, brother, bald, salt, seat, six

Εκτός από την σημασιολογική και ηχητική ομοιότητα μπορούμε επιπλέον να παρατηρήσουμε ορισμένους συστηματικούς κανόνες φωνολογικής αντιστοιχίας:

-Το ελληνικό /p/ αντιστοιχεί στο αγγλικό /f/ (πατήρ-father, πτερόν-feather, πορδή-fart, πόδα-foot).

-To ελληνικό /t/ αντιστοιχεί στο αγγλικό /th/ (πατήρ-father, πτερόν-feather, φράτηρ-brother)

-Το ελληνικό /d/ (η προ-ελληνιστική φωνητική αξία του «δ») αντιστοιχεί στο αγγλικό /t/ (πορδή-fart, πόδα-foot, καρδιά-heart, ἕδρα-seat)

-Το ελληνικό /ph/ (η προελληνιστική φωνητική αξία του «φ») αντιστοιχεί στο αγγλικό /b/ (φέρω-bear, φράτηρ-brother, φαλακρός-bald)

-Η ελληνική δασεία /h/ (spiritus asper) στην αρχή μιας λέξης αντιστοιχεί στο αγγλικό /s/ (hάλας-salt, hέδρα-seat, hέξ(ι)-six)

Εάν επεκτείνουμε τον αριθμό των παραδειγμάτων θα καταλήξουμε στους παρακάτω κανόνες φωνολογικής αντιστοιχίας:

Ελληνικά κλειστά άηχα [p,t,k] – Αγγλικά εξακολουθητικά/τριβόμενα άηχα [f,th,h]

Ελληνικά κλειστά ηχηρά [b,d,g] – Αγγλικά κλειστά άηχα [p,t,k]

Ελληνικά δασέα άηχα [ph,th,kh] – Αγγλικά κλειστά ηχηρά [b,d,g]

Ελληνική αρκτική δασεία /h/ – Αγγλικό s

Όπως καταλάβατε, οι παραπάνω συστηματικοί κανόνες φωνολογικής αντιστοιχίας κάνουν πρακτικά μηδαμινή την πιθανότητα συμπτωματικής ομοιότητας, ούτε μπορούν να εξηγηθούν σαν αποτέλεσμα δανεισματικής ομοιότητας, μιας και οι παραπάνω κανόνες αντιστοιχίας δεν ισχύουν στην περίπτωση των δανείων: θέατρον > theater, καρδιακός > cardiac, μηχανικός > mechanic, χάος > chaos, φιλοσοφία > philosophy, βάρβαρος > barbarian, παῦσις > pause και, αντίστροφα, lord > λόρδος, wagon > βαγόνι, Anglo-Saxon > Αγγλο-Σάξων κλπ.

Ποια είναι λοιπόν η αιτία αυτών των ομοιοτήτων;

Φυλογενετική Συγγένεια: αναλογία Γλώσσας και Βιολογίας

Παρατηρώντας τόσο την πανίδα όσο και την χλωρίδα παρατηρούμε αμέσως ότι ο έμβιος κόσμος εμφανίζει αξιοθαύμαστη ποικιλία, αλλά και σημαντική ομοιότητα. Έτσι λ.χ. το ελαιόδενδρο, η κερασιά και η ροδακινιά έχουν όλα τους τα φρέσκα φύλλα πράσινα και κοινή «αρχιτεκτονική» στο βασικό σχήμα των καρπών τους (σκληρό κουκούτσι εντός περιβαλλόμενο από το σαρκώδες/εδώδιμο μέρος). Ο βάτραχος, ο άνθρωπος και το πρόβατο έχουν όλοι τους τέσσερα άκρα. Το σκουμπρί, ο λύκος και το κοτόπουλο έχουν σπονδυλική στήλη. Η γυναίκα, η αρκούδα και η κουνέλα έχουν γαλακτοχόους μαστικούς αδένες με τους οποίους θηλάζουν τα μικρά τους. Ο άνθρωπος και ο χιμπατζής έχουν αντιτακτό το μεγάλο δάκτυλο (αντίχειρα, ο άνθρωπος μόνο του χεριού, ο χιμπατζής και του ποδιού). Τα περισσότερα από τα ζώα που αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν κοινή βασική αρχιτεκτονική που χαρακτηρίζεται από σπονδυλική στήλη που εκτείνεται από το κεφάλι προς την ουρά (κεφαλουραίος άξονας), γενική αμφοτερόπλευρη συμμετρία (2 όμοια ημιμέρη), κεφάλι με 2 μάτια και ένα στόμα, 4 άκρα, καρδιά που δρα σαν αντλία αίματος τοποθετημένη στο μέσον του θώρακα, πεπτικό σύστημα που ξεκινάει από το στόμα και καταλήγει στον πρωκτό κλπ.

Γίνεται αμέσως αισθητό στον καθένα μας ότι οι ομοιότητες αυτές τόσο στον φυτικό όσο και στον ζωικό κόσμο δεν μπορεί να είναι τυχαίες, ούτε φυσικά δανεισματικές μιας και το γενικό αρχιτεκτονικό πλάνο του κάθε οργανισμού υπάρχει ήδη στο γενετικό του υλικό πολύ πριν την γέννησή του. Η μόνη επιστημονική εξήγηση για τις παραπάνω ομοιότητες είναι η φυλογενετική συγγένεια. Το μοντέλο της φυλογενετικής συγγένειας είναι αυτό ενός ενιαίου κορμού ο οποίος σιγά σιγά μέσα από την κλαδοποίηση παράγει «θυγατρικούς» κλάδους οι οποίοι, με τη σειρά τους, εμφανίζουν επιπλέον υποκλάδους κοκ. Έτσι, οι ομοιότητες μεταξύ δύο κλάδων εξηγούνται μέσα από την κοινή καταγωγή των κλάδων από τον ίδιο «μητρικό» κορμό. Αυτή η ειδοποίηση (speciation) μέσα από την γενετική απόκλιση δεν είναι τίποτε άλλο από την Δαρβινική Εξέλιξη. Οι αναπόφευκτες τυχαίες μεταλλάξεις σιγά σιγά αλλάζουν το γενετικό υλικό, οι οργανισμοί κληρονομούν τις μεταλλάξεις του γενετικού υλικού των γονέων τους και, με το πέρασμα των γενεών, οι γενετικές καινοτομίες επιτρέπουν την φαινοτυπική έκφραση καινούριων χαρακτηριστικών.

Αν επανέλθουμε στα παραπάνω παραδείγματα του ζωικού βασιλείου, καταλαβαίνουμε ότι ο βάτραχος, ο άνθρωπος και το πρόβατο έχουν τέσσερα άκρα γιατί όλα ανήκουν στην υπερομοταξία των Τετραπόδων και, κατά συνέπεια, έχουν όλοι κληρονομήσει την τετραποδία τους από έναν κοινό πρωτο-τετράποδο πρόγονο, ο οποίος πρώτος ανέπτυξε αυτό το χαρακτηριστικό. Το σκουμπρί, ο λύκος και το κοτόπουλο έχουν όλα τους σπονδυλική στήλη επειδή όλα ανήκουν στην υποσυνομοταξία των Σπονδυλωτών και, κατά συνέπεια,  έχουν όλα κληρονομήσει την σπονδυλότητα του κοινού τους προγόνου.  Η γυναίκα, η αρκούδα και η κουνέλα, έχουν όλες τους μαστικούς αδένες επειδή όλες τους ανήκουν στην ομοταξία των Θηλαστικών και, κατά συνέπεια, έχουν όλες τους κληρονομήσει από τον κοινό τους πρωτο-θηλαστικό θηλυκό πρόγονο το χαρακτηριστικό των γαλακτοχόων μαστικών αδένων. Τέλος, ο άνθρωπος και ο χιμπατζής έχουν και οι δύο αντιτακτό το μεγάλο δάκτυλο επειδή και οι δύο ανήκουν στην τάξη των Πρωτευόντων και, κατα συνέπεια, έχουν κληρονομήσει την αντιταξία από τον κοινό τους πρόγονο που πρώτος ανέπτυξε το εν λόγω χαρακτηριστικό, για να μπορεί να πιάνεται από τα κλαδιά πιο αποτελεσματικά κατά την δενδροαναρρίχηση.

Αν σας ζητούσα να ταξινομήσετε σε σειρά φθίνοντος βαθμού ομοιότητος ως προς τον άνθρωπο τα παρακάτω ζώα: άλογο, χιμπατζής, τόννος (ψάρι) και κότα, οι περισσότεροι εμπειρικά θα δίνατε την παρακάτω ταξινόμηση:

χιμπατζής, άλογο, κότα, τόννος

Η εμπειρική σας ταξινόμηση επιβεβαιώνεται από τον βαθμό ομοιότητος του γενετικού υλικού (DNA). Tο κάθε γονίδιο κωδικοποιεί μία τουλάχιστον πρωτεϊνη (η δυνατότητα RΝΑ splicing αυξάνει τις δυνατότητες) και, κατά συνέπεια, η αλληλουχία τριπλετών στο γονίδιο αντιστοιχεί σε αλληλουχία αμινοξέων της πρωτεΐνης. Με άλλα λόγια, εξετάζοντας τις ομοιότητες στην αμινοξεακή αλληλουχία των πρωτεϊνών εξάγουμε συμπεράσματα για την ομοιότητα των αντίστοιχων γονιδίων. Πρόσφατα, η εξέταση όλου του γενετικού υλικού ανθρώπου και χιμπατζή έδειξε ότι τα δύο πρωτεύοντα είδη έχουν μια εκτιμώμενη γενετική ομοιότητα της τάξης του 98-98,5%. Τα δύο είδη κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο που έζησε 5-7 εκατομμύρια χρόνια πριν (5-7 mya).

Αν χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της πρωτεΐνης Κυττόχρωμα-C (Cytochrome-C ή CytC) και εξετάσουμε τον βαθμό ομοιότητος που έχουν οι ποικιλίες της στα διάφορα είδη ζώων από τον άνθρωπο και τον χιμπατζή μέχρι τον τόννο και το φυτό σιτάρι τότε προκύπτει το παρακάτω δενδρόγραμμα συγγένειας:

Cytochrome C

Η πρωτεϊνη αποτελείται από περίπου 110 αμινοξέα. Ο άνθρωπος και ο χιμπατζής έχουν ακριβώς ολόιδια όλη την πρωτεϊνη (δηλαδή ομοιότητα 110/110 ή 100%). Η ποικιλία του καγκουρό εμφανίζει 8 διαφορετικά αμινοξέα ώς προς την ποικιλία ανθρώπου-χιμπατζή (δηλαδή η ομοιότητα είναι 102/110 ή 92,7%), αυτή του αλόγου εμφανίζει 12 διαφορετικά αμινοξέα (δηλαδή ομοιότητα 98/110 ή 89%) κοκ. Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι η εμπειρική ιεράρχηση της ομοιότητας που κάναμε «με το μάτι» επιβεβαιώνεται και από την γονιαδιακή/πρωτεϊνική σύγκριση. Μιας και τα αμινοξέα είναι 20, η πιθανότητα να βρεθεί ένα συγκεκριμένο αμινοξύ σε μια συγκεκριμένη θέση είναι 1/20. Η πιθανότητα να βρεθεί το αμινοξύ α1 στην θέση θ1 και, ταυτόχρονα και ανεξάρτητα, το αμινοξύ α2 στην θέση θ2 είναι (1/20)*(1/20) = 1/400.

Με άλλα λόγια, η πιθανότητα να είναι προϊόν τύχης και όχι κοινής καταγωγής η πλήρης ομοιότητα ανθρώπου και χιμπατζή και στις 110 θέσεις είναι (1/20)^110, ένας αριθμός που είναι τόσο απειροελάχιστος, ώστε ούτε το κουμπιουτεράκι τσέπης μπορεί να τον υπολογίσει.

Ακόμα και αν υπολογίσουμε την πιθανότητα τυχαίας σύμπτωσης ανάμεσα σε δύο πρωτεϊνικές ποικιλίες που εμφανίζουν ομοιότητα σε 10 «μόνο» θέσεις (10/110) αυτή είναι (1/20)^10 ~ 1/10.000.000.000.000 !!! Για να καταλάβετε για τι τάξη μεγέθους μιλάμε, η πιθανότητα να πιάσεις το Τζόκερ (5+1) χωρίς σύστημα είναι περίπου 4/100.000.000 και η πιθανότητα να πιάσεις το Τζόκερ δύο φορές συνεχόμενες είναι το τετράγωγο αυτού, δηλαδή 16/10.000.000.000.000.000. Με άλλα λόγια, η πιθανότητα να είναι προϊόν τύχης και όχι κοινής καταγωγής η ομοιότητα της δομής ανάμεσα στο κυττόχρωμα-C ανθρώπου και σιταριού είναι 400.000 φορές μικρότερη από την πιθανότητα να κάνεις Τζόκερ και μόνο 62,5 φορές μεγαλύτερη από την πιθανότητα να πιάσεις τζόκερ δύο φορές συνεχόμενες χωρίς σύστημα!

Έχοντας το παραπάνω βιολογικό παράδειγμα φυλογενετικής συγγένειας και εξελικτικής απόκλισης μπορούμε επιτέλους να ξεδιαλύνουμε το μυστήριο των γλωσσικών συστηματικών ομοιοτήτων και αντιστοιχιών. Οι γλώσσες που εμφανίζουν τέτοιου είδους ομοιότητες και αντιστοιχίες συνδέονται με φυλογενετική συγγένεια ή, με άλλα λόγια, κατάγονται από μια κοινή μητρική πρωτο-γλώσσα.

IE-tree

IE-tree

Εκτός από την φυλογενετική ή συγγενική ομοιότητα («κάθετη» συγγένεια) υπάρχει και η ομοιότητα «επαφής» («οριζόντια» ομοιότητα). Ο Γερμανικός κλάδος της ΙΕ οικογένειας δείχνει και τους δύο τύπους: είναι φυλογενετικά συγγενής με τον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο (τα ισχυρότερα κριτήρια φυλογενετικής ταξινόμησης τον συνδέουν με τις Βαλτο-Σλαβικές γλώσσες), αποσχίστηκε όμως νωρίς αποφεύγοντας την σατεμοποίηση και βρέθηκε δυτικότερα επί ενός Κελτο-Ιταλικού υποστρώματος με το οποίο ανέπτυξε σχέσεις «επαφής» που μαρτυρούνται από τις λεξικές ρίζες που δανείστηκε από αυτό το υπόστρωμα. Η περιγραφή του Don Ringe είναι η εξής:

Ringe-Germanic

Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει ότι δεν έχουν όλες οι ομοιότητες/αντιστοιχίες το ίδιο «ειδικό βάρος» στο θέμα της φυλογενετικής ταξινόμησης. Οι γλωσσολόγοι έχουν από καιρό καταλάβει ότι οι ισχυρότεροι δείκτες φυλογενετικής συγγένειας είναι οι ΚΟΙΝΟΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ στην ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ/ΚΛΙΤΙΚΗ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ.

Θα παραθέσω ένα παράδειγμα. Στην αρχαία Ελληνική, η προσωπική ανωνυμία ἐγώ (ομηρικό ἐγών) έχει αιτιατική ἐμέ. Στην Λατινική, η ονομαστική είναι egō και η αιτιατική . Στη Σανσκριτική (αρχαία Ινδική) η ονομαστική είναι aham και η αιτιατική mā(m) και, τέλος, στην Αγγλική η ονομαστική είναι I (< παλαιοαγγλικό Ih ~ γερμανικό Ich) και η αιτιατική είναι me. Ας δούμε την κλίση της αντωνυμίας σε αυτές της γλώσσες.

ego

Tο γεγονός ότι όλες αυτές οι γλώσσες έχουν παρόμοια ονομαστική και, όλες έχουν διαφορετικές αλλά μεταξύ τους παρόμοιες αιτιατικές είναι κάτι που είναι υπερβολικά απίθανο να έχει συμβεί ανεξάρτητα σε κάθε γλώσσα. Η πιο εύλογη και πιθανότερη εξήγηση είναι ότι όλες οι παραπάνω γλώσσες έχουν κληρονομήσει την ίδια λειτουργική μορφολογία από τον κοινό τους πρόγονο. Με άλλα λόγια, είναι πολύ πιθανότερο η εναλλαγή θέματος ονομαστικής-αιτιατικής να σχηματίστηκε ΜΙΑ ΦΟΡΑ στην μητρική πρωτο-γλώσσα και να κληροδοτήθηκε στις θυγατρικές γλώσσες, από το να σχηματίστηκε πολλές φορές ανεξάρτητα.

Ιστορικά καταγεγραμμένο παράδειγμα γλωσσικής φυλογενετικής συγγένειας: Οι Λατινογενείς Γλώσσες

Η επίσημη γλώσσα της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν τα Λατινικά. Ενώ στο ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας η Λατινική δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει την Ελληνική σαν κοινή γλώσσα, στο δυτικό μέρος της αυτοκρατορίας η Λατινική εν τέλει επικράτησε ως κοινή γλώσσα. Ενώ οι πιο μορφωμένοι κάτοικοι προσπαθούσαν συνειδητά να διατηρήσουν την κλασική μορφή της Λατινικής, η πλειοψηφία των πολιτών με την πάροδο του χρόνου, ανέπτυξε αρχικά επιχώριες ποικιλίες της δημώδους Λατινικής και εν τέλει ξεχωριστές λατινογενείς γλώσσες τις οποίες σήμερα ονομάζουμε Ρωμανικές. Πριν από την κωδικοποίηση των πρότυπων εθνικών γλωσσών, οι λατινογενείς γλώσσες ήταν απλωμένες πάνω σε ένα γλωσσικό συνεχές μέσα στο οποίο δεν υπήρχαν διακριτά γλωσσικά όρια, αλλά επιχώριες ποικιλίες των οποίων οι διαφορές βαθμιαία και σταδιακά αυξάνονταν όσο αυξανόταν η γεωγραφική απόσταση των ομιλητών τους. Έτσι ξεκινώντας από την νότιο Ιταλία, εάν κάποιος ανέβαινε προς βορρά, θα έβλεπε καθώς μετακινούνταν από τη μια ομάδα χωριών στην άλλη, νέες γλωσσικές διαφορές να προστίθενται σταδιακά. Στην βορειοδυτική Ιταλία, οι επιχώριες γλωσσικές ποικιλίες θα έμοιαζαν περισσότερο στις αμέσως γειτνιάζουσες «γαλλικές» παρά στις μη άμεσα γειτνιάζουσες «ιταλικές». Αντίστοιχα, οι νοτιοδυτικές «γαλλικές» ποικιλίες θα έμοιαζαν περισσότερο με τις άμεσα γειτνιάζουσες βορειοανατολικές «ισπανικές» παρά με τις μη γειτνιάζουσες βορειοανατολικές «γαλλικές». Τελικά ο υποθετικός ταξιδιώτης μας θα έφτανε στον Ατλαντικό Ωκεανό χωρίς να έχει μπορέσει να εντοπίσει «διακριτά γλωσσικά όρια». Κατά την μετάβαση από το σημείο Α στο σημείο Β, τα φθίνοντα γλωσσικά χαρακτηριστικά του σημείου Α σιγά σιγά συγχέονται ομαλά και βαθμιαία με τα αύξοντα γλωσσικά χαρακτηριστικά του σημείου Β. Μέσα σε ένα τέτοιο συνεχές το πλησιέστερο στην έννοια της διακριτής γλώσσας είναι ο λεγόμενος γλωσσικός πόλος.

Εάν εξετάσουμε την γλωσσική αλλαγή των αρχικών λατινικών λέξεων που επήλθε σε κάθε πόλο καταλήγουμε πάλι σε έναν κανόνα συστηματικής αντιστοιχίας.

Λατινικά: pòrtus, pòrta, fons/fòntem, nox/nòctem, lac/làctem, dirèctus, pètra, hèrba, lùpus, fòcus

Ιταλικά: porto, porta, fonte, notte, latte, diretto, pietra, erba, lupo, fuoco

Ισπανικά: puerto, puerta, fuente, noche, leche, derecho, piedra, hierba, lobo, fuego

Γαλλικά: port, porte, fonts, nuit, lait, droit, pierre , herbe, loup, feu

Ρουμανικά: port (λόγιο δάνειο), poartă, -, noapte, lapte, piatră, iarbă, lup, foc

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μπορούμε να παρατηρήσουμε τους παρακάτω κανόνες αντιστοιχίας:

-Το λατινικό συμφωνικό σύμπλεγμα ct έγινε tt στον Ιταλικό πόλο, ch στον Ισπανικό, jt στον Γαλλικό και pt στον Ρουμανικό.

-To τονισμένο /ò/ διφθογγοποιήθηκε συστηματικά στον Ισπανικό πόλο (ò>ue), λιγότερο συστηματικά στον Ρουμανικό πόλο (oa), αλλά όχι στον Γαλλικό και ενίοτε στον Ιταλικό (fuoco αλλά porta).

-To τονισμένο /è/ διφθογγοποιήθηκε σε /ye/ = γραμμένο «ie» μερικώς στον γαλλικό και ιταλικό πόλο και συστηματικώς στον ισπανικό και ρουμανικό. Επιπλέον, πριν από συμφωνικά συμπλέγματα, η δίφθογγος /ye/ μεταλλάχθηκε σε /ya/~/ea/ στην Ρουμανική.

-Τα άηχα μεσοφωνηεντικά σύμφωνα ηχηροποιήθηκαν στον Ισπανικό πόλο (p,t,k > b,d,g)

Με βάση τους παραπάνω κανόνες φωνολογικής αντοιστοιχίας, μπορούμε να «μαντέψουμε» την αρχική λατινική λέξη εάν γνωρίζουμε μόνο τους απογόνους της. Έτσι βλέποντας ότι το «κεφάλι» στα Ιταλικά είναι tèsta, στα Ισπανικά tièsta και στα Ρουμανικά țeastă μπορούμε να «μαντέψουμε» ότι η λατινική λέξη ήταν σίγουρα tèsta. Αντίστοιχα, από την Ιταλική λέξη για την «πάλη» lòtta, την Ισπανική lùcha, αλλά και από τον Ρουμανικό συγγενή lùptă «πόλεμος» μπορούμε άνετα να «μαντέψουμε» τον λατινικό όρο lùcta για την πάλη.

Η Συγκριτική Μέθοδος και η Ανασύνθεση πρωτο-μορφών :

«Τὰ ἀφανῆ τοῖς φανεροῖς τεκμαίρου» (Σόλων)

Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται ότι ακόμα και όταν η μητρική πρωτο-γλώσσα είναι άγνωστη ή δεν έχει καταγραφεί ιστορικά, όταν γνωρίζουμε τις συστηματικές φωνολογικές αντιστοιχίες των θυγατρικών γλωσσών μπορούμε να αναδομήσουμε/αποκαταστήσουμε την άγνωστη λεξική μορφή της μητρικής πρωτογλώσσας. Η διεξοδική και μεθοδική μελέτη των συστηματικών φωνολογικών αντιστοιχιών ονομάζεται Συγκριτική Μέθοδος (Comparative Method) και αποτελεί την ραχοκοκαλιά της γλωσσολογικής επιστήμης. Όταν η συγκριτική μέθοδος εφαρμόζεται στην μελέτη φυλογενετικά συγγενικών γλωσσών, τότε είναι δυνατή η Ανασύνθεση/Αποκατάσταση/Αναδόμηση (Reconstruction) των όρων και των λειτουργικών μορφημάτων της πρωτογλώσσας από την οποία αυτές κατάγονται.

Στον παρακάτω πίνακα μπορείτε να δείτε την γενική ομοιότητα στην κλίση του ρήματος «είμαι» σε διάφορες ΙΕ γλώσσες και την αποκατεστημένη κλίση του ρήματος στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα μέσα από την εφαρμογή της Συγκριτικής Μεθόδου. Οι γλώσσες είναι η Χεττιτική (Hitt), η Σανσκριτική/Βεδική (Ved), η Ελληνική (Grk), η Λατινική (Lat), η Γοτθική (Goth) και η Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (Old Church Slavonic, OCS). Η αναδομημένη Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή κλίση (PIE) είναι στην δεξιότερη στήλη.

h1esmi

Η Αποκατεστημένη Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) Γλώσσα

Ας επιστρέψουμε στην σύγκριση των ελληνικών και αγγλικών όρων που μελετήσαμε πιο πάνω. Οι κανόνες συστηματικής αντιστοιχίας στους οποίους καταλήξαμε δείχνουν το ελληνικό /p/ να αντιστοιχεί στο αγγλικό /f/ και το ελληνικό /ph/ να αντιστοιχεί στο αγγλικό /b/. Ποιον φθόγγο είχε στις συγκεκριμένες θέσεις η κοινή ΠΙΕ πρόγονος των δύο γλωσσών; Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τα στοιχεία που έχουμε από τις υπόλοιπες ΙΕ γλώσσες. Από εκεί φαίνεται ότι οι περισσότερες θυγατρικές γλώσσες έχουν /p/ εκεί που υπάρχει ελληνο-αγγλική αντοιστοιχία /p/-/f/ και /b/ εκεί που η ελληνο-αγγλική αντιστοιχία είναι /ph/-/b/. Ενώ το /p/ της πρωτογλώσσας αναδομείται άνετα και χωρίς ιδιάιτερη δυσκολία, στην δεύτερη περίπτωση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Είπα ότι εκεί που υπάρχει ελληνο-αγγλική αντιστοιχία /ph/-/b/ οι περισσότερες γλώσσες (λ.χ. Κελτικές, Βαλτικές, Σλαβικές, Αλβανική) συμφωνούν με την αγγλική, αλλά η Λατινική έχει /f/ (φράτηρ~brother~frater) και η Σανσκριτική (αρχαία Ινδική) /bh/ (bhratr.). Αν γενικεύσουμε το πεδίο μελέτης θα δούμε ότι τα αγγλικά [b,d,g] (που αντιστoιχούν στα ελληνικά [ph,th,kh]), αντιστοιχούν συνήθως σε Σανσκριτικά [bh,dh,h] και σε λατινικά [f,h].

Έτσι λ.χ. το αγγλικό guest «καλεσμένος» αντιστοιχεί στο λατινικό hostis «ξένος, εχθρός», ενώ το αγγλικό break «σπάω» αντιστοιχεί στο λατινικό frangο «σπάω». Για να μην πολυλογώ, μετά από μια ενδελεχή έρευνα όλων των περιπτώσεων προκύπτει το συμπέρασμα ότι εκεί όπου υπάρχει ελληνο-αγγλική αντιστοιχία /ph,th,kh/-/b,d,g/, η ΠΙΕ μητρική γλώσσα είχε κατά πάσα πιθανότητα δασείς ηχηρούς φθόγγους [*bh,*dh,*gh,*g’h] σαν αυτούς της Σανσκριτικής. Ο αστερίσκος συνοδεύει κάθε αποκατεστημένη μορφή, για να μας υπενθυμίζει ότι η μορφή αυτή είναι προϊόν θεωρητικής ανασύνθεσης το οποίο δεν έχει καταγραφεί/απαντηθεί ιστορικά. Στην περίπτωση της ΠΙΕ γλώσσας, η οποία εκτιμάται ότι μιλιόταν την περίοδο 4500-3000 π.Χ. χωρίς φυσικά να έχει καταγραφεί πουθενά, ο αστερίσκος είναι μόνιμος σύντροφος, ανεξαρτήτως του πόσο πιθανή ή απίθανη είναι η αποκατεστημένη μορφή.

Οι γλωσσολόγοι σήμερα πιστεύουν ότι η ΠΙΕ γλώσσα πέρασε από τρεις φάσεις. Η πρώτη συχνά ονομάζεται Αρχαϊκή ΠΙΕ και μιλιόταν πριν από την απόσχιση του Ανατολιακού κλάδου. Η μεσαία ονομάζεται Μέση ΠΙΕ και ομιλιόταν όταν αποσχίστηκαν ο Τοχαρικός και Ιταλο-Κελτικός κλάδος, ενώ η τελευταία φάση ονομάζεται Ύστερη ΠΙΕ και από αυτές κατάγονται  οι λεγόμενοι σάτεμ ΙΕ κλάδοι (Βαλτο-Σλαβικός, Ινδο-Ιρανικός,Αρμενική, Αλβανική). Η θέση της Ελληνικής και του Γερμανικού κλάδου είναι κάπως ιδιάζουσα και «μεταιχμιακή». Με άλλα λόγια, μπορούν να ιδωθούν είτε ως όψιμες Μέσες είτε ως πρώιμες Ύστερες ΙΕ γλώσσες. Ενώ η Ελληνική συμμερίζεται σημαντικές καινοτομίες με κλάδους που εν τέλει σατεμοποιήθηκαν (Αρμενική και Ινδο-Ιρανική), το περίεργο είναι ότι δεν σατεμοποιήθηκε η ίδια, αλλά εξελίχθηκε σε γλώσσα τύπου κέντουμ.

Το φωνητικό σύστημα της Αρχαϊκής (και σε μεγάλο βαθμό της Μέσης) ΠΙΕ έχει αποκατασταθεί ως εξής:

Σύμφωνα:

Ηχηρά κλειστά [*b (?), *d, *g, *g’] (ο τόνος δηλώνει ουράνωση)

Ηχηρά δασέα [*bh,*dh,*gh,*g’h]

Άηχα κλειστά [*p, *t, *k, *k’]

Χειλοϋπερωικά [*kw, *gw, *gwh]

Ένηχα [*n, *m, *l, *r, *s, *w, *y]

Λαρυγγικά [*h1, *h2, *h3]

Φωνήεντα:

Bραχέα και Μακρά [*a , *o , *e , * i,  *u  και *a: = ā, *o: = ō, *e: = ē , *i: =ī , *u: =ū]

Επίσης υπήρχαν και οι δίφθογγοι *ai, *ei και *au, *eu (μερικοί γράφουν τα δεύτερα μέλη των διφθόγγων σαν ημιφωνικά *j~y και *w) και, στις περισσότερες περιπτώσεις, το a των διφθόγγων ανάγεται στο *h2(e) (h2 ένα από τα προαναφερθέντα λαρυγγικά)

(συνέχεια στο μέρος #2)

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Οι Ινδοευρωπαϊκές Γλώσσες #1: από τις θυγατέρες στη μητέρα

  1. Αρκετά ενδιαφέροντα τα άρθρα σας και εκτιμώ ότι θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως κάποιου είδους “εισαγωγή” τόσο στην περί ΙΕ γλώσσας θεωρία όσο και στην κατανόηση του αντικειμένου της γλωσσολογίας.

    Μία παρατήρηση, αν μου επιτρέπετε. Γράψατε “Έτσι βλέποντας ότι το «κεφάλι» στα Ιταλικά είναι testa, στα Ισπανικά tiesta και στα Ρουμανικά țeastă μπορούμε να «μαντέψουμε» ότι η λατινική λέξη είναι testa.”
    Στα Ισπανικά, εξ όσων γνωρίζω, η λέξη tiesta γίνεται κατανοητή περισσότερο ως το άνω ή κάτω μέρος του σκεπάστρου των βαρελιών, ενώ η σημασία της “κεφαλής” θεωρείται από το DRAE ως παρωχημένη και απαντά μόνον στην Αστούρια. Αντίθετα, η λατινική λέξη testa έχει περάσει στα Ισπανικά αμετάβλητη και μάλιστα η πρώτη ερμηνεία που δίδεται στα λεξικά είναι ακριβώς η ίδια με ό,τι αναφέρατε. Ωστόσο, στον καθημερινό λόγο οι Ισπανοί φίλοι μου προτιμούν το cabeza (καμπέθα) και θεωρούν ολίγον λόγια τη χρήση του προαναφερόμενου όρου. Από την άλλη, για τον “ξεροκέφαλο” χρησιμοποιούν τόσο το testarudo (προφανώς προερχόμενο από το testa) όσο και το cabezota (κάτι σαν “κεφάλας”, που θα λέγαμε εμείς).

    Να’ στε καλά και να συνεχίζετε να μας προκαλείτε την περιέργεια της αναζήτησης.

    • Ευχαριστώ για την διευκρίνιση πάνω στο tiesta. Σχετικά με το testarudo, οι Ιταλοί χρησιμοποιούν το testardo με την ίδια σημασία.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s