Tag Archives: s

Το εμφατικά αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} του Βαλκανικού ΙΕ ομίλου

Σε μια παλαιότερη ανάρτηση παρέθεσα την ευρέως αποδεκτή άποψη του μεγάλου ΙΕστή Warren Cowgill ότι το ελληνικό αρνητικό μόριο «όχι» (αρχ. οὐκ, οὐκί, οὐ, οὐχί) ανάγεται στο ΙΕ εμφατικό αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} = not in this lifetime! (όχι σ΄αυτή τη ζωή!) και μάλλον είναι ΙΕ συγγενής του αρμενικού αρνητικού μορίου očʿ. Continue reading

Advertisements

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες #5

Στις προηγούμενες τέσσερις αναρτήσεις (#1, #2, #3, #4) ασχολήθηκα με τη στοιχειώδη φωνολογία των ρωμανικών γλωσσών, ώστε να γίνει κατανοητό πως προέκυψαν όλες αυτές οι διαφορετικές προφορές στις θυγατρικές ρωμανικές γλώσσες. Στην παρούσα ανάρτηση θα επιχειρήσω να καλύψω τα στοιχειώδη στο θέμα της σταδιακής απλοποίησης της δημώδους λατινικής κλιτικής μορφολογίας, ώστε να επισημάνω την πρωτορωμανική μορφολογία από την οποία προέκυψε η μορφολογία των θυγατρικών ρωμανικών γλωσσών. Continue reading

6 Comments

Filed under Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Ο ρωτακισμός ως γλωσσολογικό φαινόμενο

Ο όρος ρωτακισμός (rhotacism, rhotacization) στην γλωσσολογική ορολογία χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τροπή ενός συμφώνου σε /r/. Υπάρχουν διάφορα ήδη ρωτακισμού.

Ο ρωτακισμός /L/>/R/

Αυτός είναι ίσως ο πιο κοινός και διαδεδομένος τύπος ρωτακισμού και χαρακτηρίζεται από την τροπή του υγρού ένηχου /L/ στο άλλο υγρό ένηχο /R/ (/L/>/R/).

Στην μεταγενέστερη Ελληνική αυτός ο τύπος ρωτακισμού ήταν πολύ συχνός στο προσυμφωνικό /λ/, λ.χ. ἀδελφός > αδερφός, Βούλγαρος > Βούργαρος, λβανίτης > Αρβανίτης και το αντιδάνειο κόλπος > λατ. colfus > κόρφος (κόλπος, gulf, κόρφος).

Ο CD Buck γράφει γι΄αυτό το συχνό μεταγενέστερο ελληνικό φαινόμενο πως αρχίζει να εμφανίζεται σιγά σιγά στις αρχαίες επιγραφές του 2ου μ.Χ. αι.:

[σλσ 64 από την μαλακή/paperback έκδοση (1998) του “The Greek Dialects” (1955)]

The change of λ to ρ before a consonant, regular in popular Mod. Grk. (ἀδερφός = ἀδελφός, etc.) appears in occasional forms from the second century A.D. on, e.g. Delph. Δερφοί, Att. ἀδερφοί.

Παραθέτω τις επιγραφές με τα παραδείγματα Δερφοί και ἀδερφός, αὐτάδερφος, ἐξάδερφος που αναφέρει ο Buck.

Derfoi

exaderfos

Αυτό το είδος ρωτακισμού συνέβη και στις γλώσσες που ήρθαν σε στενή επαφή με την μεσαιωνική Ελληνική, λ.χ. ο βουλγαρικός όρος *vlĭkodlakŭ > rkolak ~ βουρκόλακας/βρυκόλακας (βρυκόλακας) και το βλαχικό Virgaru ~ Βούργαρος.

Ο ρωτακισμός /L/>/R/ ήταν καθολικός στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας, με την εξαίρεση των βορειοανατολικότερων ινδικών ποικιλιών στις οποίες συνέβη το αντίστροφο φαινόμενο /R/>/L/ και μεμονωμένων ιρανικών παραδειγμάτων όπως λ.χ. οι Αλανοί (< Aryan-, Αλανοί, Ιράν). Θα αναφέρω μερικά τυπικά Ινδο-Ιρανικά παραδείγματα:

*wl.kwos = «λύκος» > Σανσκριτικό vr.ka (vr.ka), Αβεστικό vəhrka (vəhrka), Αρχαίο Περσικό varka (varka) κλπ.

*pl.h1-nos = «γεμάτος» > Σανσκριτικό rṇá (pūrṇá), Νεοπερσικό por (por)

*solwos = «ὅλος» > Σανσκριτικό sarva- (sarva), Αβεστικό haurva

*seh2wl./*suh2l = «ήλιος» > Σανσκριτικό svàr/Sūrya, Αβεστικό hvarə/rō

O ρωτακισμός /L/>/R/ σε μεσοφωνηεντική θέση ήταν τυπικός της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, πρόγονος Βλαχικής/Αρουμανικής και Ρουμανικής), όπως δείχνει η εξέλιξη των παρακάτω λατινκών όρων:

sol/solem = «ήλιος» > βλαχικό soare = ρουμανικό soare (soare)

sal/salem = «αλάτι» > βλαχικό sare = ρουμανικό sare (sare)

malum = «μῆλον» > βλαχικό mer[u], ρουμανικόr (mer, măr)

basilica > βλαχικό bãsearicã, ρουμανικό biserică (bãsearicã, biserică)

angelus > ρουμανικό înger (înger)

στῦλος > λατινικό stylus > βλαχικό stur[u] και ρουμανικό stur (stur[u], stur)

Θεσσαλονίκη > Βλαχικό runã (ονόματα της Θεσσαλονίκης), αλλά έλλειψη ρωτακισμού στο λοοσσών/Ελασσόνα > Lãsun, κάτι που δείχνει ότι, αντίθετα με αυτά που ισχυρίζεται ο ρουμάνος Madgearu, η Ελασσόνα έγινε γνωστή στους Βλάχους αργότερα από την Θεσσαλονίκη, όταν είχαν πάψει πια να ρωτακίζουν. Θα είμαι ευγνώμων σε όποιον αναγνώστη μπορεί να μου πει το όνομα του Ολύμπου στην Βλαχική των Περιολύμπιων Βλάχων.

Lasun

Από την Ρουμανική αναφέρω τον υποστρωματικό όρο *wèg’h-ulos «μικρός κλέφτης, κλεφτύλος» > *vjèdzula «ασβός» > viezure (viezure ~ αλβανικό vjedhvjed(h)ull).

Έχει ενδιαφέρον ότι ο ρωτακισμός της ΑΒΡ δεν συνέβη στο λατινικό διπλό -LL-, κάτι που δείχνει πως όταν ήταν ενεργός ο ρωτακισμός στην ΑΒΡ υπήρχε ακόμα διάκριση στην προφορά μεταξύ μονών και διπλών συμφώνων.

agnellus > βλαχικό njel[u] , ρουμανικό miel

cellārium (κελάρι) > βλαχικό tsilar, ρουμανικό celar

caballus > cavallus > βλαχικό cal[u] και ρουμανικό cal.

Να σημειωθεί τέλος ότι ο ρωτακισμός της ΑΒΡ δεν συμβαίνει κατά κανόνα στα σλαβικά δάνεια (άρα είχε λίγο πολύ ολοκληρωθεί στην ΑΒΡ όταν άρχισαν να εισρέουν τα σλαβικά δάνεια μετά το ~600-650 μ.Χ.), με την εξαίρεση του πρώιμου πρωτοσλαβικού δανείου στην Ρουμανική EPrSlv. *magyla > măgură (măgură). Μετά την σλαβική τροπή *a>o, ο ύστερος πρωτοσλαβικός τύπος *mogyla απαντά σε τοπωνύμια όπως Mogila, Mogilnice κλπ.

Ο ρωτακισμός /N/>/R/

Ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /N/ είναι τυπικό χαρακτηριστικό της Τοσκικής Αλβανικής και της Ρουμανικής.

Υπάρχει μόνον ένας όρος που δείχνει ρωτακισμό και στην Γκεγκική Αλβανική:

*h2neh2t-ih2 «πάπια» (ελληνικό νῆσσα/νῆττα, λατινικό anas) > Πρώιμο Πρωτο-Αλβανικό *anātsa > Ύστερο Πρωτο-Αλβανικό *arātsa > Ρουμανικό rață και αλβανικό rosë (μέσω των τυπικών τροπών ā>ο και *tj>ts>s, λ.χ. motër και pus).

Τόσο στην Τοσκική Αλβανική όσο και στην Ρουμανική αυτός ο ρωτακισμός δεν συμβαίνει στα σλαβικά δάνεια, κάτι που σημαίνει ότι είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του γύρω στο ~600-650 μ.Χ.

Ο καλύτερος τρόπος για να παρουσιάσω τον τοσκικό ρωτακισμό είναι μέσα από το αρχαιοελληνικά και λατινικά δάνεια στην Πρωτο-Αλβανική.

Αὐλών/Αὐλώνα > Τοσκικό Vlorë ~ Γκεγκικό Vlonë

μηχανή (mēkhanē) > πρωτο-αλβανικό *mēkânë > Τοσκικό mokër ~ Γκεγκικό mokën (*ē>ā>o, όπως λ.χ. στο IE *mēkwe > *motše > mos ~ ελληνικό μήτε).

λάχανον > πρωτο-αλβανικό *lakânë > Τοσκικό lakër ~ Γκεγκικό lakën

δράπανον > πρωτο-αλβανικό *drapânë > Τοσκικό drapër ~ Γκεγκικό drapën (drapër)

ὀρφανός > λατ. òrfanus > Τοσκικό varfër ~ Γκεγκικό vorfën (varfër)

λατινικό (h)arēna = «άμμος» (λ.χ. βλαχo-ρουμανικό arinã ~ arină) > Τοσκικό rë ~ Γκεγκικό në (rërë)

λατ. campàna > δαλματ. campuàna ~ campuòna > Τοσκικό këmborë ~ Γκεγκικό këmbonë

σπλήν > λατ. splēneticus > Τοσκικό shpretkë (shpretkë)

fēmina > Τοσκικό femër ~ Γκεγκικό femën (femër)

Με τα παραπάνω δάνεια κατά νου, μπορείτε να καταλάβετε την διτυπία στον παρακάτω γνήσιο αλβανικό όρο:

ΙΕ *woinom > Πρωτο-Αλβανικό *waina = «κρασί» > Τοσκικό  verë ~ Γκεγκικό venë (verë)

tosk-rhotacism

Σημειώνω τέλος ότι ο Τοσκικός Ρωτακισμός δεν συνέβη στο Πρωτο-Αλβανικό *-nj-:

castanea > castànja > gështenjë

cuneus > cunju > kunj

Και οι γνήσιοι αλβανικοί όροι:

*meln.-yeh2 > *melanjā (~ ελληνικό μέλας/μέλαινα) > mëllenjë

*wl.kw-ānjā > ujkonjë = «λύκαινα»

Το τελευταίο πρωτο-αλβανικό θηλυκό επίθημα *-ānjā>-ònja απαντά και στην βλαχο-ρουμανική «λύκαινα» μόνο που έχει προσαρτηθεί στον λατινικό όρο για τον «λύκο» lupus.

Βλαχικό lupoanje ~ Ρουμανικό lupoaie

Η διφθογγοποίηση του τονισμένου ò>oa είναι όπως στα poartă, noapte κλπ, ενώ η Ρουμανική «λύκαινα» κανονικά απώλεσε το μετατονικό /n/ (λ.χ. cùneus > cùnju > cui, cotòneus > cutùnju > gutui) . Έχει γλωσσολογικό ενδιαφέρον το ότι η ΑΒΡ διφθογγοποίηση ò>oa στην «λύκαινα» συνέβη στο /o/ που προέκυψε από την Αλβανική τροπή *ā>o, γιατί το υποστρωματικό λεξιλόγιο της ΑΒΡ χωρίζεται σε αυτό που δείχνει την τροπή *(ē>)ā>o, όπως η Αλβανική (λ.χ. cioară, moș) και σε αυτό που δείχνει την τροπή *ā>a (λ.χ. rață, mazăre, balaș).

Ας αφήσουμε τώρα τον Τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού /N/ και ας δούμε το αντίστοιχο φαινόμενο στην Ρουμανική:

minūtus > δημώδες λατινικό *minūntus > runt (mărunt)

cānūtus > δημώδες λατινικό *cānūntus > runt (cărunt)

fenestra > fereastră (fereastră)

Σύμφωνα με τον Andre DuNay, ο Ρουμανικός ρωτακισμός ήταν πιο διαδεδομένος στο παρελθόν, αλλά υποχώρησε επειδή στην Πρότυπο Ρουμανική προτιμήθηκαν οι αρρωτάκιστοι τύποι.

Από την Ιστρο-Ρουμανική αναφέρω τα παραδείγματα:

Rōmāni > Rumâri ~ Rumêri (εδώ)

bene > bine (λ.χ. βλαχικό ghine) > bire (προτελευταίος όρος στην πρώτη λίστα απογόνων)

vinum > vinu > viru > vir (πάντοτε προτελευταίος όρος πρώτης λίστας)

Στην Βλαχική ο ρωτακισμός είναι πάρα πολύ σπάνιος. Το μόνο παράδειγμα που κατάφερα να βρω είναι το «παράθυρο»:

fenestra > fireastrã (fireastrã)

Ο ρωτακισμός /D/>/R/

Αυτός ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /d/ είναι σήμερα τυπικός των Σικελικών ποικιλιών της περιοχής του Παλέρμου (λ.χ. i denti > i renti, με το /r/ ν΄ακούγεται σαν το πολωνικό /rz/ του rzeka). Στον αρχαίο κόσμο το φαινόμενο απαντούσε στην μεν Μικρά Ασία στην Λουβική (λ.χ. para = pada) και στην Παμφυλιακή Ελληνική στην δε Ιταλία συστηματικά στην Ουμβρική και σποραδικά στην αρχαϊκή Λατινική (aduorsum > aruorsum, pedes > peres κλπ). Στην Ουμβρική το αποτέλεσμα του ρωτακισμού δηλωνόταν με «rs» στο λατινικό αλφάβητο και στο εγχώριο αλφάβητο με ένα ειδικό ρω (ř). Η επιλογή των γραμμάτων «rs» στο λατινικό αλφάβητο φέρνει στο νου μου τον σικελικό ήχο που ακούγεται σαν το πολωνικό /rz/.

rhotacism-d

Από την Παμφυλιακή παραθέτω την παρακάτω επιγραφή (Άσπενδος, 2ος π.χ. αι.):

Epitimidas

Λιμναῖις Ἐπιτῑμίραυ (= Λιμναῖις Ἐπιτῑμίδᾱο)

Γενική του ονόματος Ἐπιτῑμίδᾱς > Ἐπιτῑμίρᾱς.

Ορισμένα αόριστα λήμματα του Ησυχίου που δείχνουν ρωτακισμό δ>ρ, συνήθως θεωρούνται παμφυλιακά, όπως λ.χ. το

ϝείδω > ἀβήρω (ἀείδω, ἀ(β)ηδών, ἀβηροῦσιν = ᾀδοῦσιν)

Για τον Ουμβρικό ρωτακισμό (*pede > peři ~ persi, *ad– > ar/ař/ars– κλπ) παραθέτω τις παρακάτω σελίδες από τον CD Buck:

umbrian-rhotacism

Βρήκα δύο παραδείγματα ρωτακισμού δ>ρ στην Μακεδονία.

Ο Ησύχιος κατέγραψε το λήμμα ῥοῦτο = τούτο (που μάλλον εξηγείται από την εξέλιξη τοῦτο> *δοῦτο > οῦτο), ενώ το θρακικό όνομα Καρβερένθης που απαντά 7 φορές, αποκλειστικά σε επιγραφές της Καλίνδοιας, δείχνει την εξέλιξη –δένθης/ζένθης > –ρένθης.

Karberenthes

Όπως έχω εξηγήσει αλλού, πιστεύω ότι το Θρακικό επίθημα -δένθης/-ζένθης περιέχει το IE *g’enh1-tis που απαντά και στο σλαβικό *zętĭ, με εξέλιξη *g’>dz>d(h), όπως στην Αλβανική (και ενίοτε στο ρουμανικό υπόστρωμα) και την Αρχαία Περσική (λ.χ. αλβανικό *g’enh1-ros > dhëndërr «γαμπρός» ~ διαλεκτικό ρουμανικό dandâr = «ξένος» (< σώγαμπρος) και *h2r.g’i-pyo- «αετός»> αρχαίο Περσικό ardifya ~ Αβεστικό arzifya). 

ardifya

dandar

Ο σιγματικός ρωτακισμός /S/>/Z/>/R/

Ο «σιγματικός» ρωτακισμός είναι το τελευταίο είδος ρωτακισμού που θα περιγράψω. Σε μεσοφωνηεντική θέση ήταν τυπικός στην Λατινική, στον Δυτικό και Βόρειο υποκλάδο του Γερμανικού κλάδου και στην Ερετριακή Ιωνική. Σε τελική θέση, ο σιγματικός ρωτακισμός ήταν τυπικός της Ηλειακής διαλέκτου και της ύστερης Λακωνικής, ενώ απαντά ενίοτε και στην Σανσκριτική, όταν η επόμενη λέξη ξεκινούσε από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο.

Στην Λατινική το μεσοφωνηεντικό /s/ προφερόταν ως ηχηρό /z/ (λ.χ. μουσική > λατ. musica = /mūzica/). Κάποια στιγμή στην πολύ αρχαϊκή Λατινική αυτό το ηχηρό /z/ ρωτακίστηκε (/z/>/r/), όπως φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα:

flōs με πλάγιες πτώσεις σε *flōz > flōr (λ.χ. αιτιατική flōrem)

s με παράγωγο *pūz-ulentus > rulentus (pus, purulentus)

*h2ous > *auzis > auris (auris, αλλά auscultō)

*h1eus «καίω» > λατινικό ustiō = «έγκαυμα» με ρήμα zō > ūrō (ustio, uro)

*swesōr > *swezōr > sorōr «αδελφή» (sorōr)

*h2ewsōs > *auzōza > aurōra (aurora)

*h2eus-om > *auzom > aurum = «χρυσός» (aurum)

*g’enh1os > genus με πληθυντικό *g’enh1es-h2 > *geneza > genera

Κατά κανόνα, ο ρωτακισμός δεν συνέβη σε μεσοφωνηεντικό «s»= /z/ που ακολουθείται από /r/ (λ.χ. caesariēs, miser) αν και υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις όπως τα soror και aurora που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Latin-rhotacism

Στον Γερμανικό κλάδο, όπως ανέφερα, ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού *s>z συνέβη στον Δυτικό (λ.χ. Αγγλικά, Γερμανικά) και Βόρειο υποκλάδο (Σκανδιναβικές γερμανικές γλώσσες), αλλά όχι στον Ανατολικό υποκλάδο στον οποίο ανήκε η Γοτθική.

ΙΕ *h2ous- > πρωτογερμανικό *ausô > αγγλικό ear, αλλά γοτθικό auso (ear, auso)

IE *h2kous- «ακούω» > πρωτογερμανικό *hausijaną > αγγλικό hear, αλλά γοτθικό hausjan (hear, hausjan)

Πρωτογερμανικό *batizô = «καλύτερα» > αγγλικό better, αλλά γοτθικό batiza (batizô, better, batiza)

Στο ίδιο φαινόμενο οφείλεται η εναλλαγή was ~ were (was, were) στην Αγγλική.

Τέλος, όπως ανέφερα παραπάνω, ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού σίγμα ήταν χαρακτηριστικό της Ερετριακής Ιωνικής και των περιερετριακών διαλέκτων. Η έκταση του ρωτακισμού φαίνεται στον παρακάτω χάρτη.

Σε ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο του Greek Personal Names: Their Value as Evidence,” ο Dennis Knoepfler προτείνει πειστικότατα (ακολουθώντας την κατανομή των ονομάτων σε Ὠρωπο- σε Ερέτρια και στην γειτονική Ωρωπία) ότι ο Βοιωτικός Ὠρωπός δεν είναι παρά ο Ἀσωπός προφερμένος με Ερετριακό ρωτακισμό και Ιωνική κράση (λ.χ. ὁ ἀνήρ > ὡνήρ ~ ὁ σωπός > *Ὡζωπός >ρωπός).

Oropos

Επιγραφικά, ο Ερετριακός Ρωτακισμός (s>z>r) φαίνεται στους τύπους ἔχουρι = ἔχουσινδημoρίων = δημοσίων, Ἀρτεμίρια = Ἀρτεμίσια κλπ.

eretrian-rhotacism

Ο ίδιος τύπος ρωτακισμού απαντά σποραδικά σε διάφορες περιοχές στο /s/ πριν από /m/ (λ.χ. σεισμός = /se:zmòs/) και πριν από ηχηρό κλειστό /b,d,g/ (λ.χ. Πελασγός = /Pelazgos/), δηλαδή σε εκείνες τις θέσεις όπου το /s/ προφέρεται ως ηχηρό /z/.

Παραδείγματα:

Περιερετριακά Μίσγος > Μίργος, Μίργων κλπ

Θεσσαλικό και Ερετριακό Θεόσδοτος > Θεόρδοτος

Λακωνικό Θεοκοσμίδᾱς > Θιοκορμίδᾱς

Mirgos

Όταν μετά από ένα τελικό σίγμα ακολουθεί λέξη που αρχίζει από φωνήεν τότε το τελικό σίγμα στην ουσία βρίσκεται σε μεσοφωνηεντική θέση. Επίσης, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από ηχηρό κλειστό /b,d,g/, τότε το τελικό /s/ μπορεί να προφερθεί ως ηχηρό /z/. Στην Βεδική/Σανσκριτική αυτό συνέβη στον «Όφιν τὸν Πυθμένιο» *h3ogwhis bhudhnios > Ahir Budhnya. Ενώ εν γένει η λέξη ahi = «ὄφις» προφέρεται χωρίς το τελικό /s/, στην συγκεκριμένη φράση το /s/ επιβίωσε και ρωτακίστηκε, επειδή ακολουθεί ηχηρό κλειστό /b/.

Ahir

Στην Ηλειακή, αυτός ο ρωτακισμός του τελικού σίγμα εμφανίζεται ήδη στις παλαιότερες επιγραφές, πολλές φορές ταυτόχρονα με κανονικό /s/. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα και μετά ο τελικός ρωτακισμός γίνεται κανόνας στην Ηλειακή διάλεκτο και λίγο αργότερα γίνεται κανόνας και στην Λακωνική (λ.χ. ἀσκός > ἀκκόρ).

final-rhotacism

Από την Ηλειακή επιγραφή αναφέρω τα: τᾶρ πόλιορ = τᾶς πόλιος, τοῖρ ἄλλοιρ προξένοιρ καὶ εὐεργέταιρ κλπ.

Από την Λακωνική επιγραφή που παρέθεσα: Εὐδόκιμορ Δᾱμοκράτεορ = Εὐδόκιμος Δᾱμοκράτεος, Ἀριστείδᾱρ = Ἀριστείδᾱς.

24 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Αλβανική πάχυνση s»sh #3: τρία ενδιαφέροντα τοπωνύμια γύρω από τη Σκόδρα

Θα κάνω μία τρίτη ανάρτηση με θέμα την αλβανική πάχυνση s>sh, επειδή υπάρχουν τρία ενδιαφέροντα τοπωνύμια γύρω από τη Σκόδρα που αξίζουν σχολιασμό. Τα τοπωνύμια αυτά είναι τα: Shas, Shurdah και Sapë. Παραθέτω έναν χάρτη για να κατατοπιστείτε.

Scodra

Αποφάσισα να τα εξετάσω διότι, από τη μια δείχνουν διαδακτικά την διάκριση των δύο αλβανικών συριστικών (/s/,/sh/), από την άλλη τυχαίνει να γνωρίζουμε τα λατινικά ονόματα των δύο τοπωνυμίων. Τα τοπωνύμια αυτά αναφέρονται σε ένα ενδιαφέρον φραγκικό κείμενο του 1332 . Ο συγγραφέας είναι εμφανώς αντισέρβος και αντιορθόδοξος και γράφει πως οι «Λατίνοι» και οι Αλβανοί της περιοχής θα βοηθήσουν όποιον καθολικό ηγεμόνα αποφασίσει να τους «ελευθερώσει» από τον σερβικό ζυγό.

One factor, among others, which makes this kingdom easy to conquer, is that it is inhabited by two peoples, i.e. the Albanians and the Latins who, in their beliefs, their rites and their obedience, both abide by the Roman Catholic Church. Accordingly, they have archbishops, bishops and abbots, as well as religious and secular clerics of lower rank and status. The Latins have six towns with bishops: firstly Antibarum (Bar), the seat of the archbishop, then Chatarensis (Kotor), Dulcedinensis (Ulcinj), Suacinensis (Shas) (2), Scutarensis (Shkodra) and Drivascensis (Drisht) (3), which are inhabited by the Latins alone. Outside the town walls, the Albanians make up the population throughout the diocese. There are four Albanian towns: Polatum Maius (Greater Pult) (4), Polatum Minus (Lesser Pult), Sabatensis (Sapa) (5) and Albanensis (Albanopolis) (6) which, together with the towns of the Latins, are all legally subject to the Archbishop of Bar and his church as their metropolitan. The Albanians indeed have a language quite different from Latin. However they use Latin letters in all their books (7). The sway of the Latins is thus confined to the limits of their towns. Outside the towns, they do possess vineyards and fields, but there are no fortifications or villages actually inhabited by the Latins. The Albanians for their part, the larger of the two peoples, could assemble over fifteen thousand horsemen for warfare according to the custom and manner of the country, who would be courageous and industrious warriors. Since the said Latins and Albanians suffer under the unbearable yoke and extremely dire bondage of their odious Slav leaders whom they detest – the people being tormented, the clergy humiliated and oppressed, the bishops and abbots often kept in chains, the nobles disinherited and held hostage, episcopal and other churches disbanded and deprived of their rights, and the monasteries in decay and ruin – they would all to a man believe that they were consecrating their hands in the blood of the aforementioned Slavs if a French prince were to appear before them whom they could make leader of their war against the said evil Slavs, the enemies of our true faith. With the help of the aforementioned Albanians and Latins, one thousand French knights and five or six thousand foot soldiers could without a doubt easily conquer the whole length and breadth of this kingdom.

Λοιπόν ο συγγραφέας αναφέρεται στους δύο Καθολικούς λαούς που κατοικούν αυτά τα μέρη: «Λατίνοι» (οι Δαλματοί «Ρωμανοί» του Πορφυρογέννητου και ίσως Βενετσιάνοι άποικοι) και Άλβανοί. Οι Λατίνοι ζουν σε 6 πόλεις: Αντιβάριον (Antibari/Bar), Καταρινοί (Chatarensis = κάτοικοι της Cattora/Kotor), Ουλκινιάτες (Dulcedinensis = κάτοικοι Dulcigno/Ulqin/Ulcinj), Σουακιάτες (Suacinensis = κάτοικοι Suacium/Suazzo/Shas/Šas/Svač), Σκοδρινοί (Scutarensis = κάτοικοι Scutari/Skadar/Shkodër και Δριβαστινοί (Drivascensis = κάτοικοι Drivastum/Drivast/Drisht). Έξω από τα τείχη αυτών των πόλεων δεν υπάρχουν Λατίνοι, αλλά Αλβανοί που είναι η κυρίαρχη δημογραφική ομάδα και κατοικεί στα χωριά και σε 4 πόλεις: Μείζον και Έλασσον Πουλάτον (Polatum/Pult), Σαβατινοί (Sabatensis = κάτοικοι Sappa/Sapë) και «Αρβανίτες» (Albanensis = κάτοικοι Αρβάνου/Αλβανοπόλεως, ίσως Zgërdhesh  ή όλο το Άρβανον που διοικεί οι Κροές [Κροαί/Krujë] ;). Απέδωσα το Albanensis ως «Αρβανίτες», διότι και τα δύο ετυμολογικά σημαίνουν «κάτοικος Αρβάνου», αλλά και επειδή το αρβανίτικο Arbëreshë, ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό Arbanensis. Οι Albanensis του κειμένου φυσικά ήταν Γκέγκηδες και όχι Τόσκηδες όπως οι εν Ελλάδι Αρβανίτες.

Arbanensis > Arbâneshi > τοσκ. Arbëreshë  ~ βλαχ. Arbinesci (με an>in όπως anima > inimă/inimã και επίθημα όπως το ρουμανικό românesc)

Το κείμενο τελειώνει λέγοντας πως η «φραγκική» κατάκτηση θα είναι εύκολη, επειδή οι Αλβανοί και οι Λατίνοι έχουν βαρεθεί την καταπίεση των «μισητών» και εχθρών της [καθολικής] πίστεώς μας [Ορθόδοξων] Σλάβων και περιμένουν την Φραγκική «απελευθέρωση».

Οι σημειώσεις του Robert Elsie για τα τοπωνύμια είναι οι παρακάτω:

Svach

1) Shas

Αυτό το τοπωνύμιο έχει την ίδια φωνολογική ιστορία με το Δυρράχιο. Αντίθετα με το σλαβικό όνομα, τόσο το Ιταλικό όσο και το Αλβανικό όνομα δεν μπορούν να παραχθούν άμεσα από το Λατινικό όνομα Suacium. Το μεν Ιταλικό όνομα θα έπρεπε να ήταν **Suaccio και το μεν Αλβανικό **Shaq. Η σλαβική εξέλιξη ακολούθησε κανονικά την πρώτη σλαβική ουράνωση (kʲ> č= /tš/ , ενεργή μέχρι το ~ 550 μ.Χ.) και έδωσε Suacium > Suakju > Svač όπως λ.χ. *kūdom > *kydo [= kjudo] > čudo. Άρα οι Σλάβοι φαίνεται να έμαθαν το τοπωνύμιο Suacium κατά τις πρώιμες επιδρομές του 6ου αιώνα, όπως αυτή του 548 μ.Χ. στα μέρη της Επιδάμνου που περιγράφει ο Προκόπιος:

[7.29.1-2] Ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον Σκλαβηνῶν στράτευμα διαβάντες ποταμὸν Ἴστρον Ἰλλυριοὺς ἅπαντας ἄχρι Ἐπιδαμνίων ἔδρασαν ἀνήκεστα ἔργα, κτείνοντες καὶ ἀνδραποδίζοντες τοὺς ἐν ποσὶν ἡβηδὸν ἅπαντας καὶ τὰ χρήματα ληϊζόμενοι. Ἤδη δὲ καὶ φρούρια ἐνταῦθα πολλά τε καὶ δοκοῦντα ἐχυρὰ τὰ πρότερα εἶναι οὐδενὸς ἀμυνομένου ἐξελεῖν ἴσχυσαν, καὶ περιήρχοντο ξύμπαντα κατ̓ ἐξουσίαν διερευνώμενοι.

O σλαβικός τύπος Šas, από την άλλη, συνεχίζει το αλβανικό Shas. To ιταλικό Suazzo/Sfazzi, με τη σειρά του, χρειάζεται την διαμεσολάβηση μιας βαλκανο-ρωμανικής ποικιλίας που συμφωνεί με την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (Βλαχική και Ρουμανική) στην τροπή του μετατονικού λατινικού -kj- σε -ts- αντί για -tš- (λ.χ. facies > ιταλικό faccia, αλλά βλαχικό fatsã και ρουμανικό față, με /ts/ όπως puteus > putju > βλαχικό putsu = ρουμανικό puț = ιταλικό pozzo).

Με άλλα λόγια, η ίδια ακριβώς ιστορία που ισχύει με το Δυρράχιο:

Λατινικά: Durràchium , Suàcium (ίσως αρχικά να ήταν *Sàcium, διότι η Δαλματική είχε την συνήθεια διφθογγοποίησης του τονισμένου -άρα μακρού- à>uà λ.χ. càrnem > crne , carnàlis > carnl)

Σλαβικά: Dŭračĭ/Drač , Svač

Ρωμανικά: Durazzo , Suazzo/Sfazzi

Αλβανικά: Durrës , Shas

Τα Αλβανικά ονόματα δεν κατάγονται άμεσα από τις λατινικές μορφές, αλλά προέκυψαν είτε από τις μεταγενέστερες Ρωμανικές (λ.χ. puteus > putju > putsu > αλβ. pus) είτε από τις Σλαβικές μορφές (porǫčiti > αλβ. porosit).

Αν το Suacium προέκυψε από δαλματική διφθογγοποίηση του **Sacium τότε αναρωτιέμαι αν το τοπωνύμιο μπορεί να συσχετιστεί με την ρίζα *sokwos «υγρό, χυμός» που έδωσε το πρωτοσλαβικό *sokŭ = «χυμός», το ελληνικό ὁπός = «φυτικό εκχύλισμα, χυμός», το λιθουανικό sakai = «ρετίνη, πίσσα» και το αλβανικό *saka > gjak = «αίμα». Το λέω αυτό διότι αν δείτε τον χάρτη που παρέθεσα θα δείτε ότι το Suacium/Shas βρίσκεται δίπλα σε μια μικρή λίμνη (Liqeni Shasit/Šasko Blato).

2) Shurdhah

H Σάρδος/Sarda/Shurdhah έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία και, κατά τη γνώμη μου, μία επίσης ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Η Σάρδος ήταν ένα κάστρο σε στρατηγική θέση που έλεγχε τον δρόμο ΛισσούΟυλπιάνας. Ο δρόμος αυτός στα μέρη της Σάρδας ακολουθεί το φαράγγι του Δρίνου ποταμού. Το όνομα «Σάρδος» απαντά ήδη στον Στέφανο Βυζάντιο ο οποίος γράφει:

Σάρδος = πόλις Ἰλλυρίας, οἱ πολίται Σαρδινοί

Sarda Shurdah

Shurdhah

Η αρχαία πολίχνη καταστράφηκε από τους Γότθους, αλλά ένας νέος οικισμός με το ίδιο όνομα ιδρύθηκε αμέσως σε ερυμνότερη θέση. Ο νέος οικισμός, λόγω της στρατηγικής του θέσης ανήκε φυσικά στον αρχαιολογικό ορίζοντα Kruja-Komani. Όπως η Κρούια έλεγχε τον δρόμο Δυρραχίου-Δίβρας, έτσι η Σάρδος έλεγχε τον δρόμο Λισσού-Ουλπιάνας, όπως ήδη ανέφερα.

Popović

Το αλβανικό Shurdhah φαίνεται να προέρχεται από μια επαυξημένη μορφή του Sarda, γιατί έχει ένα περίεργο -h που, δεδομένης της χρονολογίας, μπορεί να προήλθε είτε από ένα *{b,d,g} μέσω του ρυθμικού κανόνα (λ.χ. *bhlaid-uros > *bledura > *bleδurë > blehurë) είτε από ένα πολύ πρώιμο σλαβικό μεσοφωνηεντικό -j- (λ.χ. krajĭ > krah , krajina > krahinë):

krah

Επομένως, απ΄όσο βέβαια είμαι σε θέση να εκτιμήσω, το Αλβανικό Shurdhah πρέπει να προέρχεται είτε από το **Sardada/Sardaba/Sardaga (ἡ Σαρδάς/τὴν Σαρδάδα  ??? ) είτε από το πρώιμο σλαβικό **Sardaja/Sardajĭ/Sardajŭ (ίσως το τελευταίο, για να κάνουν την Sarda αρσενική, όπως έκαναν με πολλές πόλεις επειδή η σλαβική λέξη «πόλη»/gordŭ είναι γένους αρσενικού: Ρώμη/Rūmā > Rymŭ > Rim. Αν εξαιρέσουμε το περίεργο τελικό /h/ τότε τόσο η πάχυνση s>sh όσο και η εξέλιξη aR>ëR>uR είναι κανονικές για την Αλβανική (λ.χ. mancō > mëngoj ~ mungoj).

Τώρα θέλω να πάω πιο πίσω ετυμολογικά και να προτείνω μια ετυμολογία της αρχαίας Σάρδου που ίσως να την συσχετίσει με την Θρακική Σαρδική/Σερδική/Serdica. Στην βικιπαίδεια γράφει ότι η Σαρδική/Σερδική πήρε το όνομά της από το κελτικό φύλο των Σερδών, αλλά δεν κατάφερα να βρω σοβαρή επιβεβαίωση και κελτική ετυμολογία. Οι Κέλτες φυσικά έχουν αφήσει τοπωνύμια στα Βαλκάνια, όπως λ.χ. τα Singidunum και Noviodunum , αλλά δεν υπάρχει κάποιος λόγος για ν΄απορρίψουμε την Δακο-Θρακική ετυμολογία. Η Δακο-Μυσική ετυμολόγηση της Σαρδικής/Σερδικής μας επιτρέπει να την συσχετίσουμε με την Σάρδο, δεδομένου ότι όχι πολύ μακριά από την δεύτερη, ο Πτολεμαίος κατέγραψε το δακο-μυσικό (δαρδανικό) τοπωνύμιο Thermidava, πόλη που ο αυτοκράτορας Τραϊανός επισκέφτηκε όταν ταξίδευσε από την Λισσό στην Ουλπιάνα.

Sardica

Πρώτα απ΄όλα, βλέποντας την εξέλιξη Sardica > Serdica αμέσως έχουμε κάθε λόγο να υποψιαστούμε την Αλβανική i-μετάλλαξη calix/calicem > qelq και amita > emtë. Τώρα, μπορούμε να ετυμολογήσουμε τα τοπωνύμια Σάρδος και Σαρδική ως «Οχυρό» αν τα ανάγουμε στην ΙΕ ρίζα *twor-d-eh2 > *twordā. Η ρίζα *twer- «έχω, κρατώ» επαυξημένη με ένα οδοντικό επαύξημα *-d/t- έχει δώσει λέξεις για «οχυρό» στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο, όπως *twr.-d/t- > tvrđava και tvirtove. Η σημασιολογική εξέλιξη έχω/κρατώ > οχυρό είναι ανάλογη της ελληνικής (ἔχω > ἐχυρός/ὀχυρός > οχυρό, tvrd ~ ὀχυρός) και της αγγλικής hold > stronghold . H ίδια ρίζα *twer- έδωσε την ελληνική λέξη *twer-jeh2 > *tserjā > *σεριά > σειρά = «σχοινί, λάσσο» (= μέσο κατασχέσεως , σχέσις < sgh-e-tis , ίδια ρίζα με το *segh- > ἔχω) και το παράγωγο Σειρήνες = «παγιδεύτριες, σαγηνεύτριες» (η σαγήνη ήταν δίχτυ ψαρέματος, δηλαδή πάντοτε μέσο κατάσχεσης). Η εξέλιξη *tw>ts>s είναι τυπική της ελληνικής λ.χ. *tweis- > *tseih-ō > σείω :

tw

Επομένως, αν οι παλαιοβαλκανικές γλώσσες (Δακο-Θρακική, Ιλλυρική κλπ) έκαναν την ίδια τροπή *tw>ts>s με την Ελληνική τότε η εξέλιξη *twor-d-eh2 > *twordā > *tsardā > sardā = «οχυρό» είναι δυνατή. Θυμίζω πως ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *twer- *tur- κρύβεται πίσω από το ελληνικό *tur-tis > τύρσις ~ τύρρις = «πύργος» που φαίνεται να είναι η πηγή του Λατινικού turris. Δυστυχώς, σε ολόκληρο τον Orel δεν έχω βρει ένα παράδειγμα εξέλιξης του ΠΙΕ *tw στην Αλβανική, για να δω αν δείχνει την ίδια τροπή με την Ελληνική. Πάντως, είναι γνωστό ότι το *w στην πρωτοαλβανική είχε ουρανωτικές ιδιότητες τρέποντας τα ts/dz σε tš/dž (που αργότερα έγιναν s/z), λ.χ.

*wig’m.ti > widzati > wdzati > ati > zet , *weik’-potis > witspati > wtsati > wdzati > ati > zot (με ανώμαλο /o/ που δείχνει ότι σε κάποια φάση πρέπει να έγινε έκταση *a>ā>o.

Αναλόγως, η εξέλιξη των ΙΕ χειλοϋπερωικών *kw,gw,gwh πριν από πρόσθια φωνήεντα (i,e) δείχνει πάλι τις ουρανωτικές ιδιότητες του /w/: *penkwe > penk’we > pentswe > pene > pense > pesë .

Οι ουρανωτικές ιδιότητες του *w στην αλβανική φαίνονται καλύτερα στην ανώμαλη ΙΕ ρίζα *k’won-/k’un- «σκύλος». Η αλβανική λέξη για το σκύλο είναι λατινικό δάνειο canis/canem > qen , αλλά υπάρχουν δύο όροι που περιέχουν την γνήσια αλβανική λέξη για τον σκύλο:

*k’un- > *k’unu-abla «σκυλόμηλο» > *tsunu-abla >thënubël > thënukël

*k’won- > *k’won-mom > *tswanma > *anma > samë «σκυλόσκατα»

Τα παραπάνω βέβαια δεν είναι απόδειξη της αλβανικής εξέλιξης *tw>ts>s, αλλά μια έμμεση ένδειξη προς αυτήν την κατεύθυνση.

3) Sapë

Η Sapa/Sapë -πλέον περισσότερο γνωστή ως Vau i Dejës = ο πόρος (λατ. vadum > αλβ. va) του Deja- βρίσκεται στο σημείο που ο Δρίνος αφήνει τα ορεινά και εισέρχεται στην πεδιάδα της Σκόδρας/Zadrime (= σλαβ. «Μετά τον Drim/Δρίνο). Αμέσως μόλις εισέλθει στα πεδινά, ο Δρίνος «σχίζεται, χωρίζεται» στα δύο: ο ένας παραπόταμος εκβάλλει στον ποταμό Bojana/Bunë και ο άλλος συνεχίζει ως Δρίνος στα νοτιοδυτικά όπου εκβάλλει στη θάλασσα στη Λισσό. Το περίεργο με το τοπωνύμιο Sapë είναι πως δεν έχει παχύ sh, ενώ βρίσκεται σε μια περιοχή που είναι γεμάτη με «πεπαχυμένα» τοπωνύμια όπως Scodra > Shkodër, Sarda > Shurdhah, Drivastum > Drisht, Suacium > Shas, Isamnus > Ishëm. Γιατί λοιπόν η Sappa/Sabatensis δεν είναι **Shapë;

Μία λύση είναι να υποθέσουμε ότι η Sapa είναι μεταγενέστερος οικισμός που ιδρύθηκε μετά το 800 μ.Χ. από μη αλβανόφωνους («λατίνους» ή σλάβους) όταν η Αλβανική είχε πάψει να παχαίνει το /s/ των δανείων. Μία άλλη λύση είναι να υποθέσουμε ότι το /s/ της Sapë έχει την ίδια καταγωγή με το /s/ των τοπωνυμίων Durrës και Shas, δηλαδή να πρόκειται για τοπωνύμιο που εισήλθε πριν το 800 μ.Χ. στην Αλβανική, αλλά με /ts/ (puteus > putju > putsu > pus) ή /tš/ (porǫčiti > porosit).

Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να ψάξουμε ή για έναν ρωμανικό τύπο **tsàppa < **tjàppa < **tjèppa < **tèppa (λ.χ. λατιν. tèrra > tjerra > tjarra > βλαχ. tsarã ~ ρουμανικό țară) ή για ένα ρωμανικό *sappa (λ.χ. *sappa > ρουμανικό sapă = ιταλικό zappa = «τσάπα») που όμως έγινε γνωστός στους Αλβανούς μετά το 800 μ.Χ. ή για έναν σλαβικό τύπο *čapa λ.χ. čap (σερβο-κροατική ετυμολογία #3) = čaplja = «ερωδιός» που απαντά τοπωνυμικά στα Čapljina, Čaplja, Čapljinac . Μία ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η Sapë να προέρχεται από το σλαβικό ρήμα cěpati = «σχίζω, σπάζω» (με τροπή ě>a όπως στο sěno > sanë = σανό και το σερβοκροατικό orěχŭ > orah ~ Αράχωβα), επειδή εκεί ο Δρίνος «σχίζεται» σε δύο παραποτάμους. Όσο ενδιαφέρουσα και αν είναι αυτή η ετυμολογία,το πρόβλημα είναι πως περιέχει όχι το /č/ της πρώτης σλαβικής ουράνωσης, αλλά το /c/ της δεύτερης σλαβικής ουράνωσης (ενεργή κατά την περίοδο ~ 550-700 μ.Χ., όταν οι σλάβοι έμαθαν τις λέξεις «εκκλησία» και «ξύδι» από τους Γερμανούς , *koip- > *kaip- > *kěp- > cěp-, όπως *kwoina > cěna ~ ποινή) και δεν έχω καταφέρει να βρω παράδειγμα Αλβανικής τροπής σλαβ. /c/ > αλβ. /s/. Τέλος, δεν ξέρω κατά πόσο το Sapë μπορεί να θεωρηθεί διαλεκτική ποικιλία του Αλβανικού çapë (που φαίνεται να προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *sk’ep- «σχίζω» (~ «σχίσιμο» του Δρίνου) και έχει αναπτύξει ποικίλες σημασίες, μεταξύ των οποίων και «βήμα» (~ διάβαση ποταμού va). Αν το τελευταίο κατάγεται από το πρωτο-αλβανικό *apā, όπως γράφει το βικιλεξικό, τότε η γλωσσολογικά αναμενόμενη αλβανική μορφή του είναι *sapë (λ.χ. *penkwe > *pene > pesë και *kwērsneh2 > *orna > sorrë).

seno

32 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Αλβανική πάχυνση s»sh #2: χρονολογία και γεωγραφική έκταση

Στην προηγούμενη ανάρτηση σχολίασα ορισμένα γλωσσολογικά επιχειρήματα του Eqrem Çabej σχετικά με την κανονική φωνολογική εξέλιξη των αρχαίων τοπωνυμίων της Αλβανίας στην Αλβανική γλώσσα. Προσπάθησα να δείξω ότι, αντίθετα με ότι ισχυρίστηκε ο Çabej, κανένα από αυτά τα τοπωνύμια δεν μπορεί να ξεπεράσει το όριο του 650 μ.Χ. ως terminus ante quem της άφιξης των γλωσσικών προγόνων των Αλβανών στην Αλβανία. Όσοι διαβάσατε την προηγούμενη ανάρτηση θα παρατηρήσατε ότι κεντρική θέση σε αυτήν την κανονική φωνολογική εξέλιξη έχει η αλβανική «πάχυνση» s>sh. Επομένως, αυτή η δεύτερη ανάρτηση θα έχει σαν θέμα αυτό το φαινόμενο.

1) ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ: Η Αλβανική έχει εφαρμόσει την πάχυνση s>sh σε όλα τα λατινικά δάνεια τόσο στο μονήρες /s/ όσο και σ΄αυτό των συμφωνικών συμπλεγμάτων /sk/,/st/ και /sp/:

-Αρκτικό μονήρες #s:

socius > shoq/shok

surdus > shurdh

saeculum > seculum > shekull

sānctus > shenjtë

sanitās/sanitātem > shëndet

(locus) solānus > shullë (= το Σούλι ~ γκεγκικό shullâ)

-Μεσοφωνηεντικό μονήρες -s- (στην Βαλκανική Ρωμανική το διπλό -ss- συμπεριφέρεται φωνητικά σαν -s- λ.χ. ρουμανικό fossa > foasă):

fossa > fushë

fossātum > fshat

passus > pash

sessus > shesh

sanguisuga > * saguisungia > shushunjë

sīderō > shiroj

-Αρκτικό #sk

scamnum > shkëmb

scāla > shkallë

schola > shkollë

scūtum > shqyt

scortea > scortja > shkorsë

scintilla > *scintilia > shkëndijë

Sclavus > Shqa (παραδοσιακά «Βούλγαρος» και regio Sclavenica (= «Σκλαβηνία») > Shqinikë = «Βουλγαρία»)

Shqinike

-Μεσοφωνηεντικό -sk-:

piscis > peshk

masculus > mashkull

muscus > mushk/myshk

muscellārius > mushkëllyer

discus > dishkë/dishtë

– Αρκτικό #st:

stabulum > shtallë

status > shtat

strātum > shtrat

stringō > shtrëngoj

strictus > *strinctus > shtrenjtë

– Μεσοφωνηεντικό -st-:

Augustus > Gusht

magister > mjeshtër

castanea > shtenjë

medicaster > mëgashtër

hastīle > shtijë

colostrum > qumësht

cresta > creshtë

christiānus > shter/krishterë

Αρκτικό #sp:

spodium > shpuzë

spatha > shpatë

2) ΣΛΑΒΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ: Από τα πρώιμα σλαβικά δάνεια (~ 650-800 μ.Χ.) που καταγράφει ο Vladimir Orel τα περισσότερα δείχνουν πάχυνση s>sh, ενώ υπάρχουν λίγα που δείχνουν κανονικό /s/. Τα μεταγενέστερα σλαβικά δάνεια έχουν όλα κανονικό /s/. Αυτό σημαίνει ότι η Αλβανική πάχυνση s>sh ήταν ακόμα ενεργή κατά τον 7° και το πρώτο μέρος του 8ου μ.Χ. αιώνα, αλλά  στο δεύτερο μισό του αιώνα (~750-800 μ.Χ.) η φωνολογική αυτή διαδικασία είχε πάψει να υφίσταται.  ΟΣΑ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΕΙΣΗΛΘΑΝ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ~800 μ.Χ. ΔΕΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΠΑΧΥΝΣΗ S>SH !!!

Έχω μαζέψει τα 11 πρώιμα σλαβικά δάνεια που περιέχουν /s/ που κατέγραψε ο Orel στην παρακάτω εικόνα. Τα 7 κόκκινα δείχνουν πάχυνση /s/>/sh/ και τα 4 μπλε δείχνουν κανονικό /s/.

slav-s

skovordici

-Πρώιμα σλαβικά δάνεια που δείχνουν πάχυνση:

*kolesŭka > kolesh

*sapŭ > shap

*sŭsora > sharë

*sorka > sharkë

*trĭsŭ > trishe

*bystrŭ > bushtër

*skovordĭcĭ > shkërdhec

-Τελεπρώιμα (επιτρέψτε μου τον ιατρικό όρο 🙂 ~ τελεδιαστολικός = στο τέλος της διαστολής) σλαβικά δάνεια που δεν δείχνουν πάχυνση:

*posyla > posullë

*sębrŭ > sembër (το σλαβικό αυτό δάνειο εισήλθε και στην ελληνική ως σέμπρος)

*sǫditi > sundoj και sodit

Παραθέτω και μια εικόνα από λίγα παραδείγματα σλαβικών μεταγενέστερων (μετά το 800 μ.Χ.) σλαβικών δανείων της Αλβανικής που αναφέρει ο Orel στο ετυμολογικό λεξικό (AED):

albslav-s

Επομένως ελπίζω να καταλάβατε γιατί στην προηγούμενη ανάρτηση πολλές φορές σχολίασα πως τα περισσότερα τοπωνύμια που αναφέρει ο Çabej απλώς δείχνουν ότι είχαν εσέλθει στην Αλβανική κάποια στιγμή πριν από το ~800 μ.Χ. Τα τοπωνύμιο Scodra > Shkodër και Drivastum > Drisht δείχνουν τις ίδιες ακριβώς φωνολογικές τροπές με τα σλαβικά δάνεια *skovordĭcĭ > shkërdhec και *bystrŭ > bushtër και, επομένως, απλώς δείχνουν ότι έγιναν γνωστά στους Αλβανούς πριν από το ~800 μ.Χ. Βέβαια το γεγονός ότι υπάρχει μόνον ένα σλαβικό τοπωνύμιο που δείχνει τον «ρυθμικό» κανόνα (το προαναφερθέν shkërdhec) μας ωθεί να συμπεράνουμε πως το Drivastum και η Ragusa (όπως και η ρωτακισμένη στην Τοσκική Αυλώνα) ήταν γνωστά στους Αλβανούς πριν το ~650 μ.Χ. όταν αρχίζουν να εισρέουν τα σλαβικά δάνεια.

Η πάχυνση ή μη πάχυνση των σλαβικών δανείων μας επιτρέπει να χωρίσουμε τα σλαβικά τοπωνύμια των δυτικών Βαλκανίων σε εκείνα που ήταν γνωστά στους Αλβανούς πριν από το 800 μ.Χ. και σε εκείνα που έγιναν γνωστά στους Αλβανούς μετά το 800.

Το καλύτερο παράδειγμα για να καταλάβετε την παραπάνω διάκριση είναι το σλαβικό τοπωνύμιο/υδρωνύμιο *Bystrica = «γοργορέουσα ~ Γοργοπόταμος». Το σλαβικό επίθετο bystrŭ αρχικά σήμαινε «γρήγορος», αλλά επειδή το τρεχούμενο νερό είναι και καθαρό/διαυγές, με τον καιρό απέκτησε και την σημασία «διαυγής, καθαρός». Στην ΒΑ Αλβανία απαντά ως Bushtricë, ενώ στην ΝΔ Αλβανία ως Bistricë .

Bystrica

Τουλάχιστον τρεις αιώνες (και μάλλον περισσότεροι) χωρίζουν την γνώση από μεριάς των Αλβανών των δύο σλαβικών τοπωνυμίων. Το Bushtricë είναι ένα από τα παλαιότερα σλαβικά τοπωνύμια που εισήλθαν στην Αλβανική γλώσσα. Δείχνει τόσο πάχυνση st>sht όσο και απόδοση του σλαβικού y ως /u/ (λ.χ. koryto > karrutë):

bushter

To ΝΔ Bistricë , από την άλλη, εισήλθε τόσο αργά στην Αλβανική που όχι μόνο έχει κανονικό /s/, αλλά οι Σλάβοι/Βούλγαροι πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τον ιωτακισμό y>i (~1000 μ.Χ.) λ.χ. bystrŭ > bistar, koryro > korito και byti > biti.

Όχι μόνον αυτό, αλλά αν προσέξετε τον παραπάνω χάρτη με τους ποταμούς θα παρατηρήσετε ότι οι ποταμοί Isamnus > Ishëm και Scampinus > Shkumbin δείχνουν πάχυνση *s>sh ενώ, αντίθετα, οι ποταμοί Vovusa > Vojusë/Vjosë, Asamus > Osum και ο Seman έχουν κανονικό /s/, κάτι που σημαίνει ότι εισήλθαν στην Αλβανική γλώσσα μετά το ~800 μ.Χ.

Αυτό δείχνει περίτρανα ότι ενώ μεν οι πρόγονοι των Αλβανών ήρθαν στην βόρειο Αλβανία κάποια στιγμή πριν από το ~650 μ.Χ., τα μέρη νοτίως του Skhumbin παρέμειναν terra ignota/incognita για τους Αλβανούς μέχρι το ~800 μ.Χ. τουλάχιστον. Με άλλα λόγια, η κατανομή της πάχυνσης s>sh λέει την ίδια πάνω κάτω ιστορία με την κατανομή των σλαβικών τοπωνυμίων:

albslav toponyms

Για αυτό το λόγο στην προηγούμενη ανάρτηση έγραψα πως ενώ η Αυλώνα είναι γνωστή στους Αλβανούς πριν από το 650 μ.Χ. , κατά την περίοδο 650-800, οι Αλβανοί την Αυλώνα μάλλον την άκουγαν από άλλους, παρά την έβλεπαν. Από τον Σκαμπίνο και κάτω τα περισσότερα τοπωνύμια είναι σλαβικά που έχουν περάσει στην Αλβανική με κανονικό /s/, λ.χ. Gostimë , Sopot , Ostrovicë κλπ.

Σε αυτό το σημείο θέλω να γράψω δυο λόγια για την ετυμολογία του Ιλλυρικού υδρωνυμίου Ίσαμνος (Ishëm). Ο ποταμός αναφέρεται ως Isamnus από τον Vibius Sequester (~ 400 μ.Χ.). Μία ετυμολογική πρόταση είναι να το δούμε ως διμορφηματικό *wiso-mnos με πρώτο μόρφημα την ΙΕ ρίζα *weis- «ρέω» (που απαντά στα υδρωνύμια Vistula και Wesser) και με δεύτερο μόρφημα τον μηδενικό βαθμό *-mn- του ΙΕ επιθήματος *-men- (λ.χ. *poh2i-men-s > *poh2i-mēn > ποιμήν και *poh2i-mn-iom > ποίμνιον δίπλα στο λιθουανικό *peh2i-mōn > piemuo που έχει μετατεθειμένους τους βαθμούς ablaut ως προς το ποιμήν).

Isamnus

Η ρίζα *weis- είναι περίεργη, διότι στις περισσότερες γλώσσες εξειδικεύτηκε σημασιολογικά. Στην Ελληνική, την Σανσκριτική και την Λατινική έγινε «δηλητήριο» (~ αυτό που ρέει από τα δόντια του φιδιού/το κεντρί του σκορπιού και την μέλισσας):

*wisos > ελληνικό ἰός ~ λατινικό virus ~ σανσκριτικό víṣa

Στον Γερμανικό κλάδο, η ρίζα τράπηκε προς τη σημασία «λάσπη, γλίτσα, χυλός»: αγγλικό ooze , παλαιοαγγλικό *wōsą > wōs κλπ.

Η εξέλιξη από το Isamnus στο Αλβανικό Ishëm ήταν κανονικότατη: το s πρόλαβε να παχυνθεί και το σύμπλεγμα -mn- απλοποιήθηκε σε -m- όπως στα:

scamnum > shkëm > shkëmb   και   damnum > dëm

Η Αλβανική πάχυνση *s>sh δεν απαντά μόνο σε τοπωνύμια της Αλβανίας, αλλά και έξω από αυτήν. Παραθέτω μία άλλη σελίδα όπου πάντοτε κάποιοι Αλβανοί μελετητές προσπαθούν να δείξουν ότι κατοικούν “sans interruption” στην περιοχή τους. Τα περισσότερα είναι μια αντιγραφή της λίστας του Çabej με τα ίδια πάντοτε γλωσσολογικά σφάλματα που συζήτησα στην προηγούμενη ανάρτηση (λ.χ. δήθεν «κανονικότητα» στο Δυρράχιον > Durrës και στο Θύαμις > Çameria)

Shtip

Βέβαια, αναφέρουν και ορισμένα ενδιαφέροντα που αξίζουν σχολιασμό και περαιτέρω ανάλυση.

Ξεκινάω με τα Astibus > Štip και Στοπόνιον/Στιπόνιον > Štiponje (σημερινό Ihtiman, οι θρυλικές Πύλες του Τραϊανού που αναφέρονται ως Щїпонѣ στην επιγραφή του Μοναστηρίου).

Ενώ γι΄αυτά τα δύο θα βρείτε πολλούς μελετητές να προτείνουν Αλβανική διαμεσολάβηση για την εισαγωγή στην Σλαβική γλώσσα, μου κάνει εντύπωση πως κανένας μέχρι τώρα δεν έχει παρατηρήσει ότι η «πάχυνση» sk,st είναι κανονικότατη και στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική όταν ακολουθεί πρόσθιο φωνήεν (συνήθως /i/ και πιο σπάνια /e/).

Christianus > βλαχικό Crishtin ~ ρουμανικό Creștin

castigō/castigāre > βλαχικό cîshtigari ~ ρουμανικό știga

schidia > schedia (ιταλ. scheggia) > ρουμανικό štează

Επομένως, ειδικά τα Štip και Štiponje , οι Σλάβοι μπορεί να τα παρέλαβαν τόσο από τους Αλβανούς όσο και από τους (Α)Ρουμάνους.

Η άλλη ενδιαφέρουσα πάχυνση συνέβη στο όνομα της Ναϊσσού. Οι Σλάβοι παρέλαβαν αυτό το τοπωνύμιο με «αλβανοειδές» παχύ s>sh και ίσως με αλβανική i-μετάλλαξη.

Το σλαβικό όνομα Niš (παλαιοσλαβωνικό Nišĭ) δεν προέρχεται άμεσα από το Ναϊσσός/Naissus.

Nish

Το σλαβικό παχύ /š/ μπορεί να εξηγηθεί από την αλβανική πάχυνση του τύπου fossa > fushë και sessum > shesh : Naissus > Naìshë

Tο παλαιοσλαβωνικό (OCS) /i/ μπορεί να προέλθει μόνο είτε από την δίφθογγο *ei είτε από το μακρό */ī/ λ.χ.

IE *steigh- (λ.χ. στείχω) > OCS stignǫ

IE *leis-tos > OCS listŭ

steigh

H προαπαιτούμενη δίφθογγος *ei που χρειάζονται οι Σλάβοι μπορεί να προκύψει από το /ai/ της Ναϊσσού μέσω αλβανικής i-μετάλλαξης του τύπου calix/calicem > qelq , amita > emtë:

i-mutation

Με άλλα λόγια, αν αποδώσουμε στην Αλβανική της τροπές Naissus > Naìshë > Neìshë τότε το παλαιοσλαβωνικό Nišĭ προκύπτει εντελώς κανονικά !!!

Και μιας και είμαστε στην Ναϊσσό, θα πω δυο λόγια για την Δαρδανική/Δακο-Μυσική ετυμολογία του αρχαίου αυτού τοπωνυμίου. Η πόλη είναι χτισμένη στην ένωση του ποταμού Nišava με τον Νότιο Μοράβα (Južna Morava). Επομένως το κύριο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι τα νερά της. Υπάρχει η ΙΕ ρίζα *sneh2- «ρέω, κινούμαι σε υγρό» που έχει δώσει τα ελληνικά ναῦς, νάχω> αττικο-ιωνικό νήχω , νάω,  νᾶμα και τις ποτάμιες νύμφες Ναϊάδες (< Ναϝιάδες).

Επομένως, μπορούμε να αναδομήσουμε την ΙΕ ρίζα *sn(e)h2-w-i-sos > δαρδανικό *Nawiša/Nāwiša = «μέρος με νάματα/Ναϊάδες».

Ένα άλλο τοπωνύμιο στο οποίο οι Αλβανοί πρόλαβαν να κάνουν πάχυνση s>sh είναι τα Σκόπια: Scupi > Shkup. Πάντως, οι Σλάβοι το παρέλαβαν από κάποιον που το προέφερε με κανονικό /s/: Skopje/Skoplje.

Τέλος, ορισμένοι Ρουμάνοι γλωσσολόγοι έχουν προτείνει ως αλβανικό ~ δακικό κατάλοιπο το παχύ /ș/ στα υδρωνύμια Mureș (o Μάρις του Ηροδότου), Someș (ο Samus των Λατίνων) και Timiș (Tibisis/Tibiscus), ενώ στα διάφορα ονόματα του Σέρετου/Ἱερασού/Gerasus (Siret < IE *ser- «ρέω») βλέπουν την τυπική αλβανική εξέλιξη *s>j>gj  λ.χ. *sokwos > gjak, *serpena > gjarpër , iūnctūra > gjymtyrë (με ΑΒΡ nct>npt>mpt>mt όπως λ.χ. στο βλαχ. strinctus > strinptu > strimtu).

Siret

46 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα