Tag Archives: ἐσθής

Η Ρωμαία στολή ως εθνοτικός δείκτης

Στα μέσα του 14ου αιώνα ο Ιταλός Fazio Degli Uberti συνέγραψε το έργο Dittamondo (κάτι σαν «Επιχείρηση ανά τον Κόσμο»), ένα διδασκαλικό ποίημα στο οποίο ο συγγραφέας ταξιδεύει νοερά ανά την υφήλιο μαζί με τον αρχαίο Ρωμαίο γεωγράφο Γάιο Ιούλιο Σολίνο σχολιάζοντας την (κλασική κυρίως) γεωγραφία και ιστορία των διαφόρων περιοχών. Continue reading

Advertisements

22 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η ΙΕ ρίζα *wes- «ντύνομαι»

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους απογόνους της ΙΕ ρίζας *wes- «ντύνομαι», εστιάζοντας περισσότερο στους ελληνικούς απογόνους που δείχνουν την ευχρηστία του επιθήματος *-men-.

Στην Λατινική, η ρίζα έδωσε τα ουσιαστικά *wes-tis > vestis = «ένδυμα», το παράγωγο ρήμα *wes-t-iō > vestiō = «ντύνομαι» και, μεταξύ άλλων, το παράγωγο ουσιαστικό αυτού του ρήματος *wes-t-i-mn.-t-om > vestimentum = «ένδυμα, ρουχισμός».

Οι παραπάνω όροι επιβιώνουν στους λατινογενείς αγγλικούς όρους vest ~ «γιλέκο, πανοφόρι» (λ.χ. bulletproof vest = «αλεξίσφαιρο γιλέκο»), invest = «επενδύω» και investment = «επένδυση».

Ο γνήσιος αγγλικός απόγονος της ρίζας *wes- είναι το ρήμα wear = «φορέω», από το πρωτογερμανικό *wos-eye-*wazjaną. Προσέξτε ότι το πρωτογερμανικό ρήμα περιέχει τον ο-βαθμό της ρίζας *wes- > *wos- και το αιτιακό-επαναληπτικό (causative-iterative) ρηματικό επίθημα *-eye-. Με άλλα λόγια, έχει δομηθεί ακριβώς όπως το ελληνικό *bher- > *bhor-eyo-h2*phoreyōφορέω.

Στην Αλβανική, το ρήμα *wos-eye- > *wasja > *wesja (λόγω i-μετάλλαξης a/o..i > e..i, όπως στο calix/calicem > qelq) > vesh = «ντύνομαι» (Ετυμολογία 2), δείχνει την ίδια ακριβώς δομή με το πρωτογερμανικό *wos-eye- > *wazjaną που ανέφερα παραπάνω.

Στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο βρίσκουμε το Σανσκριτικό και Αβεστικό ρήμα vaste = «φορέω, επενδύω».

Στην Αρμενική βρίσκουμε την ρίζα *wes- με ρινική ένθεση *-nu- στο ρήμα *wesnu– > zgenum = «ντύνομαι» (με την πρόθεση *g’hō- > *zu- > z- μπροστά, που είναι συγγενής με την σλαβική πρόθεση za) και το ουσιαστικό *wes-tu- > zgest = «ένδυμα» (πάντοτε με την ίδια πρόθεση μπροστά).

Η ΙΕ ρίζα *wes- στην Ελληνική

Στην Ελληνική το βασικό ρήμα «ντύνομαι» προέκυψε με ρινική ένθεση όπως και το Αρμενικό zgenum:

*wes-nū-mi > *ϝέσνῡμι > ἕννυμι ~ εἵνῡμι, με τροπή του δίγαμμα σε δασεία στην Αττικο-Ιωνική όπως στο *wesperos > ἕσπερος.

Το κυριότερο ουσιαστικό είναι το ουδέτερο *wes-mn. > ϝέσμα > αττικο-ιωνικό εἷμα ~ δωρικό ϝῆμα ~ αιολικό ἔμμα. Η διαλεκτική ποικιλία οφείλεται στο ότι το σύμπλεγμα *-sm- υπέστη την λεγόμενη Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (AE1) της οποίας το αποτέλεσμα διαφέρει κατά διάλεκτο.

Υποκοριστικό του τελευταίου είναι το γνωστό μας *wes-mn.-t-iom > *εἱμάτιον > ἵμάτιον, με τροπή του κλειστού /e:/>/ī/, όπως στο αττικό *g’heslyoi > χίλιοι (ιωνικό χείλιοι ~ δωρικό χήλιοι ~ αιολικό χέλλιοι).

Άλλα ουσιαστικά είναι το θηλυκό *wes-dh-eh2t-s > ἡ ἐσθής (τὴν ἐσθῆτα), το ἔσθημα και η ἔσθησις (~ ρουχισμός), καθώς και το μάλλον λακωνικό *westom > ϝέστον > βέστον ~ βέττον = «ιμάτιον».

Υπάρχει και το ρήμα *wes-dh- > ἐσθέω = «ἕννῡμι».

Αν επιστρέψουμε στο ουδέτερο *wes-mn. > εἷμα = «φόρεμα, ένδυμα» μπορούμε να εκτιμήσουμε την ευχρηστία του ΙΕ επιθήματος *-men- στους παρακάτω παράγωγους όρους:

*wes-mon-s > *wes-mōn > εἷμων = «αυτός που φοράει το εἷμα»:

ἀνείμων = «αυτός που δεν φοράει εἷμα, γυμνός»

εὐείμων = «αυτός που φοράει καλό εἷμα, καλοντυμένος»

δυσείμων = «αυτός που φοράει κακό εἷμα, κακοντυμένος»

λευκοείμων ~ λευχείμων = «αυτός που φοράει λευκό εἷμα, ασπροντυμένος»

μελανείμων = «αυτός που φοράει μελανό εἷμα, μαυροντυμένος»

λαμπρείμων, λαμπροείμων, φαιδροείμων = «αυτός που φοράει λαμπερό/φαιδρό εἷμα, λαμπροντυμένος»

Αν θέλουμε να περάσουμε στο ουσιαστικό που δηλώνει την ρηματική πράξη του «ντύνομαι», δηλαδή το «ντύσιμο» τότε υπάρχει ο παράγωγος όρος:

*wes-mon-ieh2 > εἱμονίᾱ ~ «ντύσιμο»: λ.χ. δυσειμονία = καχειμονία = «δυσχλαινία» (χλαῖνα) κλπ.

Από τα ουσιαστικά αυτά προέκυψε το ρήμα *wes-mon-eye- > εἱμονέω = «ντύνομαι, φοράω εἷμα»:

λαμπρειμονέω ~ λευχειμονέω = «φοράω εορτινό/απαστράπτον ~ λευκό εἷμα»

μελανειμονέω = «φοράω μαύρα»

Λ.χ. ο πολυθεϊστής ρήτορας Λιβάνιος του 4ου μ.Χ. αιώνα χρησιμοποιεί την ενεργή μετοχή «οἱ μελανειμονοῦντες» για τους χριστιανούς μοναχούς (με τα μαύρα ράσσα) όταν λέει στον Μεγάλο Θεοδόσιο πως υπάρχουν και εκείνοι οι μελανειμονούντες που λένε ότι δήθεν νηστεύουν, ενώ τρώνε σαν ελέφαντες.

[Λιβάνιος, Ομιλίες, 30.8] Σύ μὲν, (ὦ βασιλεῦ), […] οἱ δὲ μελανειμονοῦντες οὗτοι καὶ πλείω μὲν τῶν ἐλεφάντων ἐσθίοντες […]

Libanios-melaneimonountes

21 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα