Tag Archives: Χωνιάτης

Η Ρωμαία στολή ως εθνοτικός δείκτης

Στα μέσα του 14ου αιώνα ο Ιταλός Fazio Degli Uberti συνέγραψε το έργο Dittamondo (κάτι σαν «Επιχείρηση ανά τον Κόσμο»), ένα διδασκαλικό ποίημα στο οποίο ο συγγραφέας ταξιδεύει νοερά ανά την υφήλιο μαζί με τον αρχαίο Ρωμαίο γεωγράφο Γάιο Ιούλιο Σολίνο σχολιάζοντας την (κλασική κυρίως) γεωγραφία και ιστορία των διαφόρων περιοχών. Continue reading

Advertisements

22 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Τα γεωγραφικά «Ρωμαίων ήθη»

Είμαι σίγουρος ότι ο τίτλος της ανάρτησης πρέπει να σας φάνηκε παράξενος. Τι θα πει «γεωγραφικά ήθη»; Continue reading

5 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των «βυζαντινών» λογίων

Το 1804 ο αμερικάνος φιλέλληνας (και δυτικός φιλέλληνας σημαίνει λάτρης της αρχαίας Ελλάδος) Nicholas Biddle έκανε το υπερπόντιο ταξίδι και ήρθε στην Ευρώπη. Το 1804 βρίσκεται στο Παρίσι και παρακολουθεί τη στέψη του Ναπολέοντα, ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε για λίγο στην Αγγλία όπου είχε την ευκαιρία να συζητήσει με τους καθηγητές του  πανεπιστημίου του Cambridge για την σχέση μεταξύ της νεοελληνικής γλώσσας και της γλώσσας του Ομήρου.

At Cambridge, Biddle took part in a conversation with Cambridge professors involving comparison between modern Greek dialect and that of Homer; the incident captured Monroe’s attention.

Το 1806 έκανε το μοιραίο λάθος και αποφάσισε να γνωρίσει αυτοπροσώπως την «κοιτίδα του Δυτικού πολιτισμού».

Biddle

Nicholas Biddle

Όταν το καράβι τον άφησε στην Κλαρέντζα της Ηλείας, αγνάντευσε το Ιόνιο πέλαγος και είδε τη σκιά της Ιθάκης. Θυμήθηκε τον Οδυσσέα και έγραψε:

“I felt that I was alone in a foreign country, distant from all that was dear to me, surrounded by barbarians who yet occupied a soil interesting from its former virtues and its present ruin“.

«Ένιωσα πως ήμουν μόνος σε μια ξένη χώρα, μακριά από ό,τι μου ήταν αγαπητό, περικυκλωμένος από βάρβαρους που κατοικούν έναν τόπο ενδιαφέροντα για τις παλιές του δόξες και τον τωρινό του ξεπεσμό».

Φτάνοντας στην Αθήνα, «τὸ Πρυτανεῖον τῆς Ἑλλάδος» κατά τον Πλάτωνα, έγραψε:

“Where are her orators? Gone forth to enlighten distant nations without a solitary ray for their country. […]  Where are her people? Are these few wretches, scarcely superior to the beasts whom they drive heedlessly over the ruins, are these men Athenians?”

«Πού είναι οι ρήτορές της; Έφυγαν να διαφωτίσουν ξένα έθνη χωρίς να στείλουν ούτε μια αχτίδα φωτός στον τόπο τους. […] Πού είναι οι πολίτες της; Είναι αυτοί οι ολίγοι φουκαράδες, μετά βίας ανώτεροι από τα κοπάδια ζώων που ανέμελα οδηγούν πάνω από τα ερείπια, είναι αυτοί οι άνθρωποι Αθηναίοι

Όταν τυχαίνει και συναντάμε τέτοιες περιγραφές από Δυτικούς περιηγητές της πρώιμης νεωτερικής εποχής, έχουμε την δικαιολογία έτοιμη: Η Τουρκοκρατία φταίει για τον ξεπεσμό !

Αλήθεια, ποια είναι η γνώμη των «Βυζαντινών» (δηλαδή των Ρωμαίων) λογίων για την Ελλάδα και τους κατοίκους της  πριν την Τουρκοκρατία;

Θα ξεκινήσω από την ύστερη αρχαιότητα.  Στα χρόνια του «φιλέλληνα» αυτοκράτορα Αδριανού έχουμε μια άνθηση του ενδιαφέροντος για την Κλασική Περίοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πλούταρχος και ο περιηγητής Παυσανίας γράφουν για την κλασική Ελλάδα εκείνη ακριβώς την εποχή με μια δόση ρομαντισμού και νοσταλγίας. Πολλά από τα μέρη που επισκέπτεται ο Παυσανίας είναι ήδη ερείπια στις μέρες του. Άλλοι λιγότερο αρχαιόπληκτοι συγγραφείς δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Έτσι λ.χ. ο ανώνυμος Ιστορικός του Οξυρρύγχου δεν γράφει για τους «Απολλώνιους» Δελφούς «του Φωτός», αλλά γράφει ότι η περιοχή ήταν ένα βοσκοτόπι όπου οι Φωκείς και οι δυτικοί Λοκροί έβοσκαν τα πρόβατά τους και μάλωναν κάθε φορά που συναντιούνταν, επειδή οι μεν προσπαθούσαν να κλέψουν τα ζώα των δε. Μην εκπλαγείτε λοιπόν αν τύχει και διαβάσετε σε κανένα σοβαρό βιβλίο ιστορικών ή αρχαιολόγων για την ελλαδική αρχαϊκή περίοδο ότι τα «πανελλαδικά Ιερά» στην προ-πανελλαδική τους φάση  έπαιζαν τον ρόλο «διαιτητών» σε τέτοιου είδους τσομπανο-καυγάδες.

Delphoi Phokeis-Lokroi

Σύγχρονος του Πλουτάρχου και του Παυσανία ήταν ο Απολλώνιος ο Τυανεύς. Ήταν ο πρώτος που «έπαιξε» με έναν στίχο από τον «Ορέστη» του Ευριπίδη και αρκετοί βυζαντινοί λόγιοι αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του. Στον στίχο 485 του «Ορέστη», ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα του Τυνδάρεω (ή αν προτιμάτε το πιο νορμάλ μη αττικο-ιωνικό Τυνδάρᾱος, του Τυνδάρᾱου) τα παρακάτω λόγια προς τον νοστήσαντα γαμπρό του Μενέλαο:

«Βεβαρβάρωσαι, χρόνιος ὢν ἐν βαρβάροις»

δηλαδή «βεβαρβαρώθηκες, ζώντας χρόνια στους βαρβάρους (μακριά από την Ελλάδα)».

Ο Απολλώνιος αντίθετα θα γράψει:

«Ἐβαρβαρώθην οὐ χρόνιος ὤν ἀφ΄Ἑλλάδος, ἀλλὰ χρόνιος ὤν ἐν Ἑλλάδι»,

δηλαδή «εκβαρβαρώθηκα όχι επειδή βρίσκομαι χρόνια εκτός Ελλάδος, αλλά επειδή είμαι χρόνια στην Ελλάδα».

Γύρω στο 400 μ.Χ. ο μαθητής της περίφημης Ὑπατίας Συνέσιος θα πάρει το καράβι από την Κυρήνη για να επισκεφθεί το κάποτε «Πρυτανεῖον τῆς Ἑλλάδος» Αθήνα. Όταν είδε αυτό που είδε έγραψε στον αδελφό του την επιστολή 136 που βρήκα εδώ και βαριέμαι να την αποδώσω πολυτονικώς οπότε συγχωρέστε με που κάνω αντιγραφή-επικόλληση:

Τω αυτώ.

Οναίμην των Αθηνών οπόσα βούλει, ώστε μοι δοκώ πλείν η παλαιστή και δακτύλω γεγονέναι σοφώτερος. έξεστι δε και αυτόθεν της νέας σοφίας πείράν σοί τινα παρασχείν. αμέλει γαρ Αναγυρουντόθεν σοι γράφω, και Σφηττοί γέγονα και Θριώζε και Κηφισιάσι και Φαληροί. και κακός κακώς δεύρό με κομίσας απόλοιτο ναύκληρος· ως ουδέν έχουσιν αι νυν Αθήναι σεμνόν αλλ’ η τα κλεινά των χωρίων ονόματα. και καθάπερ ιερείου διαπεπραγμένου το δέρμα λείπεται γνώρισμα του πάλαι ποτέ ζώου, ούτως ενθένδε φιλοσοφίας εξωκισμένης λείπεται περινοστούντα θαυμάζειν την ακαδήμειάν τε και το Λύκειον και νή Δία την ποικίλην στοάν, την επώνυμον της Χρυσίππου φιλοσοφίας, νυν ουκέτ’ ούσαν ποικίλην. Ο γαρ ανθύπατος τας σανίδας αφείλετο, αις εγκατέθετο την τέχνην ο εκ Θάσου Πολύγνωτος. Νυν μεν ουν εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις Αίγυπτος τρέφει τας Υπατίας δεξαμένη γονάς, αι δε Αθήναι, πάλαι μεν ην η πόλις εστία σοφών, το δε νυν έχον σεμνύνουσιν αυτάς οι μελιττουργοί. Ταύτ’ άρα και η ξυνωρίς των σοφιστών των Πλουταρχείων, οίτινες ου τη φήμη των λόγων αγείρουσιν εν τοις θεάτροις τους νέους, αλλά τοις εξ Υμηττού στάμνοις.

Δηλαδή με λίγα λόγια, «κακό ψόφο νά χει ο ναύκληρος που μας έφερε εδώ» (του χάλασε το όνειρο της Αθήνας που είχε) , γιατί η σημερινή Αθήνα δεν έχει τίποτε το αξιοσέβαστο πέρα από τα ονόματα των γειτονιών της. Η φιλοσοφία έχει εγκαταλείψει την πόλη και ενώ εμείς στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου «εκτρέφουμε» Υπατίες εδώ, η πόλη που κάποτε ήταν εστία σοφών, έχει σαν μόνο αξιοθαύμαστο πράγμα το μέλι που φτιάχνουν οι μελιττουργοί του Υμηττού.

Τον 10ο μ.Χ. αιώνα έζησε ένας από τους μεγαλύτερους «βυζαντινούς» ποιητές, ο Ιωάννης Κυριώτης, γνωστός και σαν «Γεωμέτρης». Είναι ο πρώτος βυζαντινός λόγιος που θα ακολουθήσει το παράδειγμα του Απολλώνιου του Τυανέα που αναφέρθηκε παραπάνω. Η γνώμη του για τον κυρίως ελλαδικό χώρο φαίνεται από τον στίχο:

Οὐ βαρβάρων γῆν, ἀλλ᾽ ἰδὼν Ἑλλάδα,

Ἐβαρβαρώθης καὶ λόγον καὶ τρόπον.

Ἰωάννης Γεωμέτρης (10ος αι. μ.Χ.), Carmina varia, 33. MPG 106, 922.

Δηλαδή, δεν χρειάζεται να πας σε κάποια μακρινή γη βαρβάρων, τράβα στην Ελλάδα και θα εκβαρβαρωθείς και στον λόγο και στους τρόπους.

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα ο Μιχάλης Χωνιάτης (αδελφός του Μέγα Λογοθέτη και Ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη) στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη όπου «σπούδαζε» στην Αθήνα σαν μητροπολίτης. Η γνώμη του μετά από 3 χρόνια παραμονής για την Αθήνα και τους κατοίκους της φαίνεται στις επιστολές που έστειλε προς τους γνωστούς τους στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν είναι πια πόλη, είναι ένα χωριό. Ένα χωριό ρημαγμένο, φτωχό, με κατοίκους πεινασμένους και ρακένδυτους. Δεν μιλούν καν τη γλώσσα που μιλά ο ίδιος. Η ομιλία που είχε εκφωνήσει μπροστά στο αθηναϊκό του ποίμνιο ήταν σκοτεινή και ακατανόητη, τίποτα δεν είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι  από όσα τους είχε πει αυτός ο ενθουσιώδης και περίεργος ιεράρχης. Ο Ακομινάτος έκανε τρία χρόνια να μάθει να μιλά και να καταλαβαίνει το τοπικό ιδίωμα και άρχισε να ανησυχεί, μήπως στο τέλος εκβαρβαρωθεί και ο ίδιος μιλώντας αυτό το είδος της βάρβαρης διαλέκτου.

 «Ω! πόλη των Αθηνών!», αναφωνεί σε κάποιο από τα κείμενά του. «Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί! Όταν σου μιλούσα απλά και φυσικά (δηλαδή τεχνητά μιας και εννοεί ότι μιλούσε σε αττικίζοντα λόγο) με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, φαινόταν σαν να μιλούσα για κάτι ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα των Περσών ή των Σκυθών».
… Τυχαίνει και στην Ποικίλη Στοά να βρίσκεται ένα μικρό απομεινάρι, σημάδι ποιμένων και αυτό και φαγωμένο στις πλίνθους από την πάροδο του χρόνου…
Οι πιο φτωχοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, μαζεύουν τα μπογαλάκια τους και φεύγουν, πάνε να βρουν αλλού την τύχη τους, «…ώστε εξέλιπεν και φυσητήρ, ου σιδηρεύς παρ’ ημίν, ου χαλκεύς, ου μαχαιροποιός».
«Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά».
«Η εξαιρετική πραότητα της χώρας έχει διατηρηθεί. Ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά».
Σε ολόκληρη την Αττική δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο! Έπρεπε να τραβιέται μέχρι το μοναστήρι της Κέας που διέθετε βιβλιοθήκη για να βρει βιβλία να διαβάσει. Λέει η Αρβελέρ:
«Πράγμα σκανδαλώδες, γιατί η λέξη “ρωμιός” είναι η μόνη που είναι αυτοκρατορική. Το Βυζάντιο ποτέ δεν αποκαλούσε τον εαυτό του Βυζάντιο. Οταν ο Ψελλός ή ακόμη και ο Μιχαήλ Χωνιάτης λένε “οι Βυζαντίου πολίτες” εννοούν τους Κωνσταντινουπολίτες. Δεν εννοούν τίποτε άλλο. “Εσείς οι Βυζαντίου πολίτες” γράφει ο Μιχαήλ Χωνιάτης από την Αθήνα, όπου ήρθε ως μητροπολίτης, στον αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη. Διαμαρτύρεται ο Χωνιάτης στον αδελφό του, που ήταν πρωθυπουργός, γιατί οι τρυφεροί πολίτες της Κωνσταντινουπόλεως τον έστειλαν σε έναν τόπο όπου δεν έβρισκε ένα βιβλίο. Κι έπρεπε να πηγαίνει στο μοναστήρι της Κέας για να βρει».
Παραθέτω την επιστολή 28 του Χωνιάτη προς τον «Κυρ Γεώργιο Τεσσαρακονταπήχυ»:
MChoniates
Ξανά βλέπουμε να παραφράζει τον στίχο 485 του Ευριπίδειου Ορέστη λέγοντας «βεβαρβάρομαι χρόνιος ὤν ἐν Ἀθήναις», ενώ περιγράφει το ποίμνιό του σαν «βάρβαρο όχλο με άμουσα ήθη». Θεωρεί την Ελλάδα «κατώτατη εσχατιά» που σημαίνει τόσο «νοτιότερη περιφέρεια της αυτοκρατορίας», όσο και «κατώτατο πολιτισμικά μέρος της αυτοκρατορίας», ενώ ο διορισμός του είναι «φυλακή» της οποίας τα δεσμά είναι κάτοχοι αιώνιοι. Σε κάποια φάση αναρωτιέται «τι χρωστάμε εμείς οι “διαβασμένοι” και πρέπει να συζούμε και να υπομένουμε την «απαιδευσιά» αυτών που έχουν απωθήσει τη φιλοσοφία και ενώ κάποτε αττίκιζαν, τώρα “βαρβαρίζουν”;»

6 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας