Tag Archives: Χεττιτική

Οι μικρασιατικοί παρατατικοί σε -εσκ-

Η σημερινή ανάρτηση συνεχίζει το γενικό θέμα της προηγούμενης για το «μικρασιατικό Sprachbund». Έχω ήδη ενσωματώσει το θέμα της παρούσας ανάρτησης στην λίστα της προηγούμενης. Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι ο παρατατικός επανάληψης/συνήθειας σε -εσκ- της επικής ομηρικής και της ασιατικής Ιωνικής διαλέκτου, ο παρόμοιος παρατατικός σε -ισκ- των νεοελληνικών διαλέκτων της Λυκαονίας (Σίλλη Ικονίου) και Καππαδοκίας (και σποραδικά της Ποντιακής) και η αρκετά πιθανή επίδραση των Ανατολιακών γλωσσών (Χεττιτική, Λουβική, Καρική, Λυδική, Λυκική, Ισαυρική, Πισιδική, Σιδητική κλπ) στο σχηματισμό αυτών των ιδιαίτερων παρατατικών της μικρασιατικής Ελληνικής. Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Η πρόθεση sC- » isC- στη μικρασιατική Κοινή

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την απάντηση στην ελληνιστική Κοινή της Μικράς Ασίας ενός διαχρονικότατου επιχώριου φαινόμενου των γλωσσών της Μικράς Ασίας που απαντά ήδη στην Χεττιτική (16ος π.Χ. αι.) και παραμένει ενεργό στη σύγχρονη Τουρκική. Πρόκειται για την πρόθεση sC- > isC-, δηλαδή την πρόθεση ενός προτακτικού i- στο αρκτικό σύμπλεγμα sC- (C= κλειστό σύμφωνο, λ.χ. /t,k,p/). Continue reading

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Το προθετικό i- της Δυτικής Ρωμανικής

Εύχομαι Χρόνια Πολλά σε όλους και καλό εορτασμό του Ευαγγελισμού και της -τυπικής- έναρξης της Εθνεγερσίας.

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ να βρω ένα γλωσσολογικό θέμα που να σχετίζεται με την 25η Μαρτίου και, κάποια στιγμή, θυμήθηκα τις Γαλλικές Εφημερίδες της εποχής που περιγράφουν την Ελληνική Επανάσταση. Κάντε κλικ πάνω στην παρακάτω εικόνα για μεγέθυνση.

strange

Nouvelles étrangères: Grèce: Toute la Morée est en armes!

Νέα εξωτερικά (από το εξωτερικό): Ελλάδα: Όλος ο Μωριάς στα όπλα!

Όσοι ξέρετε αγγλικά αλλά όχι γαλλικά (όπως εγώ) θα αναγνωρίσετε την ομοιότητα του γαλλικού επιθέτου étranger = «ξένος, εξωτικός» με τα αγγλικά strange = «παράξενος» και stranger = «ξένος». Πράγματι και τα δύο ανάγονται στο παλαιό γαλλικό επίθετο estrange που, με τη σειρά του, προέρχεται από το λατινικό επίθετο extrāneus = «εξωτικός, ξένος».

Η απώλεια του /s/ στο τέλος κλειστής συλλαβής κατά την μετάβαση από την Παλαιά στην σύγχρονη Γαλλική (estranger > étranger) μου θύμισε ένα γλωσσολογικό φαινόμενο που συνδέει την Γαλλιβηρική Ρωμανική (πρόγονος των ρωμανικών γλωσσών της Γαλλίας και της Ιβηρικής χερσονήσου) με τις γλώσσες της Μικράς Ασίας.

Στην σημερινή ανάρτηση, λοιπόν, θα περιγράψω ένα ισόγλωσσο που συνδέει την Γαλλική με τις ρωμανικές γλώσσες της Ιβηρικής χερσονήσου (Ισπανική, Πορτογαλική κλπ). Το ισόγλωσσο αυτό είναι η προσθήκη ενός προθετικού i- στα αρκτικά συμπλέγματα sC- (C= consonant = σύμφωνο). Αυτό το προθετικό i- είναι μία από τις φωνολογικές εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την Δυτική Πρωτο-Ρωμανική (ΔΠΡ) ή Γαλλιβηρική Ρωμανική, δηλαδή την μορφή της Ύστερης Δημώδους Λατινικής που μιλιόταν από τις Άλπεις μέχρι τον Ατλαντικό. Μερικές άλλες φωνολογικές εξελίξεις της ΔΠΡ ήταν η ηχηροποίηση των μεσοφωνηεντικών p,t,k > b,d,g και η εξέλιξη του μεσοφωνηεντικού ct>jt, με το jt να ακολουθεί στη συνέχεια διαφορετική εξέλιξη σε Γαλλορωμανική και Ιβηρορωμανική.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα αυτών των ΔΠΡ εξελίξεων.

λατ. scriptus = « γραπτός, γραμμένος» > ΔΠΡ *iscripto > *escripto > ισπ. & πορτ. escrito, γαλλ. écrit

λατ. fócus = «φωτιά, εστία» > ΔΠΡ fógo > ισπ. fuégo, πορτ. fogo, γαλλ. feu (g>γ>∅)

λατ. lac/lactem > ΔΠΡ lajte > ισπ. leche (jt>tj>tš), πορτ. leite, γαλλ. lait

Επομένως, το προθετικό sC> isC > esC προέκυψε πολύ πριν την διάσπαση της ΔΠΡ (γαλλιβηρική ρωμανική, δυτική πρωτορωμανική) σε γαλλορωμανικό και ιβηρορωμανικό κλάδο. Αυτή η διάσπαση συνέβη χονδρικά κατά την περίοδο 700-1000 και, ήδη γύρω στο 1000, στην βόρεια Γαλλία ομιλείται πια η «Παλαιά/Αρχαϊκή Γαλλική». Το προθετικό /i/ πρέπει να είχε γίνει σύνηθες φαινόμενο στην δημώδη Λατινική της δυτικής Ευρώπης ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα (~500 μ.Χ.).

Ένα διάσημο κείμενο που έχει εξέχουσα θέση στην μελέτη των Ρωμανικών/λατινογενών γλωσσών είναι οι Όρκοι του Στρασβούργου (842), όπου οι εγγονοί του Καρλομάγνου χωρίζουν την αυτοκρατορία του παππού τους. Στο κείμενο απαντούν 3 διαφορετικές γλώσσες: Λατινική, Ρωμανική (lingua Romana, η γαλλορωμανική της εποχής, ο άμεσος πρόδρομος της Παλαιάς Γαλλικής) και Γερμανική (lingua Teudisca, «Τευτονική», όψιμη Παλαιά Φραγκονική, μια διάλεκτος της πρώιμης Παλαιάς Άνω Γερμανικής).

Λατινική (προλογίζει ότι ακολουθεί κείμενο στην Ρωμανική):

Cumque Karolus haec eadem verba romana lingua perorasset, Lodhuvicus, quoniam major natu erat, prior haec deinde se servaturum testatus est:

Γαλλορωμανική:

“Pro Deo amur et pro christian poblo et nostro commun saluament, d’ist di in auant, in quant Deus sauir et podir me dunat, si saluarai eo cist meon fradre Karlo, et in adiudha et in cadhuna cosa si cum om per dreit son fradra saluar dift, in o quid il mi altresi fazet. Et ab Ludher nul plaid nunquam prindrai qui meon uol cist meon fradre Karle in damno sit.”

Λατινική (προλογίζει ότι ακολουθεί κείμενο στην Τευτονική):

Quod cum Lodhuvicus explesset, Karolus teudisca lingua sic hec eadem verba testatus est:

Τευτονική:

“In godes minna ind in thes christiānes folches ind unsēr bēdhero gehaltnissī, fon thesemo dage frammordes, sō fram sō mir got gewizci indi mahd furgibit, sō haldih thesan mīnan bruodher, sōso man mit rehtu sīnan bruodher scal, in thiu thaz er mig sō sama duo, indi mit Ludheren in nohheiniu thing ne gegango, the mīnan willon imo ce scadhen werdhēn.”

Στο Γαλλορωμανικό κείμενο μπορείτε να δείτε δύο από τις φωνολογικές γαλλιβηρικές εξελίξεις που προανέφερα:

λατινικά potere, adiutum > podir, adiudho (t>d>δ) (λ.χ. βλαχικά puteari, agjut[u] = βοηθώ)

λατινικό directus > per dreit (ct>jt)= «όπως πρέπει/αρμόζει» (λ.χ. ιταλικό diritto = δίκαιο, βλαχικό nidreptu = άδικος)

Ας γυρίσουμε όμως στο θέμα της ανάρτησης, δηλαδή στην πρόθεση sC- > isC- > esC-.

Εκτός από την Γαλλιβηρική Ρωμανική, η πρόθεση sC- > isC- είναι επίσης διαχρονικό επιχωρικό φαινόμενο των γλωσσών της Μικράς Ασίας. Το βρίσκουμε ήδη κατά την 2η π.Χ. χιλιετία στην Χετττική (~1500 π.Χ.), στην Ελληνιστική Κοινή της Μικράς Ασίας (λ.χ. στήλη > ἰστήλη, στρατιώτης > ἰστρατιώτης), στην Αρμενική, μάλλον στην Φρυγική (τα παραδείγματα είναι λίγα και αμφιλεγόμενα), στην Ποντιακή (σκιά > ισκιά/ισκιάδι, σμίλαξ > ισμίλα) και, φυσικά, στην Τουρκική (Σπάρτη [στην Μικρά Ασία] > Isparta, αλβ. Shkodër > τουρκ. İşkodra, istatistik κλπ).

isC

istratiwths

Είναι πολύ πιθανό η νεοελληνική λέξη σκιά > ισκίος > ίσκιος να έχει εισέλθει στην Κοινή Νεοελληνική από τις Μικρασιατικές Διαλέκτους (λ.χ. ο ποντιακός όρος ισκιά = σκιά που προανέφερα).

Πάμε τώρα στην Γαλλιβηρική Ρωμανική (δυτική πρωτορωμανική, ΔΠΡ).

french

  1. Το πρώτο βήμα ήταν η πρόθεση sC- > isC-.
  2. Το δεύτερο βήμα ήταν η τροπή i>e που είναι τυπική της Ύστερης Δημώδους Λατινικής ~ Πρωτορωμανικής (λ.χ. λατ. lignum = «ξύλο» > ρωμ. legno > ιταλ. legno, βλαχ. lemnu, ισπ. leño κλπ): isC- > esC-
  3. Το τρίτο βήμα συνέβη μόνο στην Γαλλική, κατά την μετάβαση από την Παλαιά στην σύγχρονη Γαλλική, και είναι η απώλεια του /s/ στο τέλος κλειστής συλλαβής (λ.χ. λατ. gustus, testa, Augustus > γαλλ. goût, tête, août): esC- > ehC > éC-

Στα παρακάτω παραδείγματα δείχνω την εξέλιξη από την Λατινική, στην ΔΠΡ, και από την ΔΠΡ στην Ισπανική και την Γαλλική (λατ. > ΔΠΡ > Ισπ. , Γαλλ.):

scriptum > escripto > escrito , écrit

schola > escola > escola , école

statum > estado > estado , été

studiāre > estudiāre > estudiar , étudier

sponsa > esponsa > esposa , épouse

spatha (δημ. spata) > espada > espada, épée

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Οι Ανατολιακές Γλώσσες #2: γλωσσολογικά

Μετά την πρώτη εισαγωγική στο θέμα ανάρτηση περνάω στο γλωσσολογικό μέρος.

1) Η αρχαϊκότητα του Ανατολιακού Κλάδου

Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κάποιος όταν αρχίζει να μελετάει τον Ανατολιακό κλάδο είναι η αρχαϊκότητά του εντός της ΙΕ οικογένειας. Η ΠΙΕ γλώσσα που αναδομούμε εξετάζοντας όλες τις άλλες θυγατρικές γλώσσες έχει:

-τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό ουδέτερο)

– δυικό βαθμό και υποτακτική και ευκτική έγκλιση

– αόριστο και παρακείμενο χρόνο και θεματικά ρήματα

– ενεργητική μετοχή σε *-nt (λ.χ. *bher-ont– > φέρων/φέροντος ~ ferens/ferentem , αγγλικό friend = «φιλοῦν» κλπ)

– ρηματικά επίθετα σε *-tos (λ.χ.ὁράω > ὁρατός/ἀόρατος ~ vincō > victus/invictus , barbātus κλπ) και συγκριτικό επίθημα σε *-jos- (η πηγή των ελληνικών συγκριτικών του τύπου μείζων, ἐλάσσων).

– υπερανεπτυγμένο λεξιλόγιο για «τροχό» και «κάρο» (νεωτερισμοί που άρχισαν να διαχέονται μετά το ~3500 π.Χ.)

Όταν εξετάζουμε τον Ανατολιακό κλάδο βρίσκουμε ότι έχει:

– δύο γένη: «έμψυχο» και «ουδέτερο»

– δεν έχει δυικό βαθμό ούτε υποτακτική και ευκτική έγκλιση

– δεν έχει τον ΙΕ αόριστο και παρακείμενο ούτε έχει τα ΙΕ θεματικά ρήματα (φέρω), αλλά μόνο τα αθεματικά σε *-mi

– δεν έχει  ρηματικά επίθετα σε *-tos ούτε συγκριτικά σε *-jos-.

– η μετοχή σε *-nt έχει παθητική σημασία (με άλλα λόγια το «φέρων» σημαίνει «φερόμενος»)

–  ισχνή συμμετοχή στην κοινή ΠΙΕ ορολογία του «τροχού» και του «κάρου». Υπάρχουν δύο μόνο όροι, αλλά δεν είναι όροι από τον πυρήνα του λεξιλογίου.

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Ανατολιακός κλάδος αποσχίστηκε πολύ νωρίς σε σχέση με τις άλλες θυγατρικές γλώσσες και, η ισχνή συμμετοχή στο λεξιλόγιο του «τροχού» και του «κάρου», δείχνει ότι είχε ήδη αποσχιστεί πριν το ~3500 π.Χ. Αυτό ώθησε τον Sturtevant να θεωρήσει τον Ανατολιακό κλάδο όχι θυγατέρα της ΠΙΕ, αλλά αδελφή της από κάποια «Ινδο-Χεττιτική» μητέρα. Η θέση του Sturtevant εν τέλει κρίθηκε υπερβολική και οι περισσότεροι γλωσσολόγοι σήμερα θεωρούν τον Ανατολιακό κλάδο ως την παλαιότερη κόρη της ΠΙΕ γλώσσας. Η μητέρα του Ανατολιακού κλάδου ονομάζεται «Αρχαϊκή ΠΙΕ» και οι άλλες θυγατρικές γλώσσες κατάγονται από την «Μέση» και «Ύστερη» ΠΙΕ. Προφανώς, ο σχηματισμός του τροχο-καρικού λεξιλογίου συνέβη στην Μέση ΠΙΕ (~μετά το ~3500), ενώ η σατεμοποίηση και ο κανόνας RUKI αποτελούν νεωτερισμούς της Ύστερης ΠΙΕ.

Sturtevant

wheel-vocabulary

2) Πρωτο-Ανατολιακές και Χεττιτικές φωνολογικές εξελίξεις

α) Η διατήρηση των ΠΙΕ λαρυγγικών *h2 και *h3 ως .

Το  πιο γνωστό χαρακτηριστικό των ανατολιακών γλωσσών είναι η διατήρηση των λαρυγγικών φθόγγων που στις άλλες θυγατρικές γλώσσες ή χάθηκαν ή φωνηεντοποιήθηκαν. Στην μεταγραφή των Χεττιτικών και Λουβιανών επιγραφών ο ήχος αποδίδεται με το γράμμα . Στις άλλες γλώσσες αυτό το υπέστη περεταίρω εξέλιξη προς την πλήρη συμφωνοποίηση (λ.χ. στην Λυκική, που καταγράφεται πολύ αργότερα, το λαρυγγικό εξελίχθηκε σε υπερωικό σύμφωνο που αποδίδεται ποικίλως ως χ,k,q).

PrAnatolian

Παραδείγματα:

– *terh2– > *tr.h2-u-nt- > Χεττιτικό και Λουβιανό Taruntaš ~ Λυκικό Trqqas (θέμα Trqqñt- , q~kw < +u) ~  interpretatio graeca Τροκόνδας (ισαυρικό όνομα).

Ο ελληνικός απόγονος της ρίζας *terh2- «διαβαίνω, υπερβαίνω» είναι το επίθετο *tr.h2-nos > τρᾱνός

*h2enti (ελληνικό ἀντὶ, λατινικό ante) > Χεττιτικό anza (< *ant-) ~ Λυκικό χñt = «μπροστά»

– *h3er- «πουλί/αετός» (ελληνικό ὄρνῑς/ὄρνῑθα ~ ὄρνεον, πρωτοσλαβικό orĭlŭ) > Χεττιτικό, Λουβικό και Παλαϊκό āran- = «αετός»

*peh2ur (ελληνικό *puh2r > *pūr > πῦρ) > Χεττιτικό pàḫḫur = «φωτιά»

-*pl.h2– (ελληνικό *p(e)lh2-k- > πλάξ, πέλαγος) > Χεττιτικό pali- ~ «εὐρυ-»

-*h2eru- «κατάρα» (ελληνικό ἀράομαι, κατάρα) > PrAnat. ērut- > λουβιανό īrut- «κατάρα»

 pelh2k

Trqqas

h2eru

h2eru2

β) Τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα κλειστά *{bh,dh,gh} έχασαν την δασύτητά τους και τράπηκαν σε Πρωτο-Ανατολιακά *{b,d,g}. Οι Χεττίτες είχαν έναν περίεργο τρόπο για να δηλώσουν την ηχηρότητα ή αηχότητα των συμφώνων (b/p, g/k, d/t). Στην μέση της λέξης η αηχότητα δηλωνόταν με διπλό σύμφωνο. Έτσι, η γραφές a-ta και a-da απέδιδαν την προφορά /ada/, ενώ οι γραφές at-ta και ad-da απέδιδαν την προφορά /ata/. Σε αρκτική θέση το σύμφωνο ήταν πάντοτε μονό και, επομένως, δεν υπάρχει τρόπος για να ξεχωρίσουμε τα ηχηρά σύμφωνα από τα άηχα ανάλογά τους. Αυτός ο γραφικός κανόνας ονομάζεται νόμος του Sturtevant.

hittite-cc

*dheg’hōm «γη» > Χεττιτικό te-e-kàn = tēkan , μάλλον προφερόταν /dēgàn/

*nebhes- «νέφος» > Χεττιτικό pis, μάλλον προφερόταν /nēbis/

*g’hesr. «χέρι» > Χεττιτικό keššar, μάλλον προφερόταν /gesar/

Αντίθετα, βρίσκουμε:

*kat-h2e (ελληνικό κατά, κάτω) > Χεττιτικό katta

*h4èpo (ελληνικό ἀπὸ, ινδο-ιρανικό apa) > Χεττιτικό appa

*h2ēk-r. (λατινικό acer, έλληνικό ἄκαστος) > Χεττιτικό hiqqar

katta

γ) Η Πρωτο-Ανατολιακή διατήρησε αυτούσια τα τρία ΠΙΕ υπερωικά *k,*k’,*kw. Αργότερα, οι διάφορες θυγατρικές γλώσσες ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Ενώ, η Χεττιτική έτρεψε το ουρανωμένο *k’>k , η Λουβιανή το έτρεψε σε *k’>ts (“z”). Η Χεττιτική διατήρησε τα χειλοϋπερωικά *kw,*gw (<*gw και *gwh) τα οποία συμβόλιζε ως ku: λ.χ. *gwhen-ti > kuenzi = «θείνει», *kwis > kuiš = «ποιός, τίς». Η Λουβιανή και η Λυκική έτρεψαν το *gw>w λ.χ. *gwen- > λουβ. wāna = «γυναίκα», *gwous > λύκ. wawa = «βοῦς».

δ) Όλες οι Ανατολιακές γλώσσες πλην της Λυκικής έχουν κάνει τις τροπές *o>a και *ō>ā. H Λυκική, από την άλλη, έκανε την τροπή *ο>e (λ.χ. η κατάληξη ουδετέρων *-om > –em > –). Αυτό σημαίνει ότι η Πρωτο-Ανατολιακή γλώσσα διατήρησε τα ΠΙΕ  *o και *ō αυτούσια.

ε) Ένα χαρακτηριστικό της Χεττιτικής που δεν συμμερίζεται η Λουβική είναι η τροπή *ti > tsi (“zi”). Έτσι, οι ΠΙΕ καταλήξεις των αθεματικών ρημάτων *-ti (3° ενικό) και *-nti (3° πληθυντικό) είναι -ti, -nti στην Λουβική, αλλά -zi, -nzi στην Χεττιτική. Ο διαχωρισμός θυμίζει αυτόν της ταξινόμησης Risch-Porzig στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους (βόρεια δίδωτι, φέροντι, νότια δίδωσι, φέρονσι > φέρουσι λόγω τροπής *ti>tsi>si).

Hittite-zi

ζ) Στην Χεττιτική, μερικές φορές, το ΠΙΕ *e τρέπεται σε a, συχνά πριν από ένηχα (m,n,r,l), λ.χ. *terkw- «χορεύω» > tarku- , *endo (ελληνικό ἐνδο-)> anda ενώ, ενίοτε, το τονισμένο *ò>ā, λ.χ. *wòdr. > wātar και ένα παράδειγμα μετοχής σε -nt με παθητική σημασία (αντί για την ενεργητική όλων των άλλων ΙΕ γλωσσών): *gwhn-ònt- > kunānt- «φονευμένος».

3) Οι φωνολογικές εξελίξεις των άλλων Ανατολιακών γλωσσών.

Ι) Λουβική

α) Όπως είπα παραπάνω, η Λουβική έχει τρέψει το ΠΙΕ ουρανωμένο υπερωικό *k’>ts (“z”), λ.χ. :

*h1èk’wos > Σφηνοειδής Λουβ. azzu-/aššu- ~ Ιερογλυφική Λουβ. asuwa «ἵππος»

*k’ei- «κεῖμαι» > ziyari = «κεῖται»

*k’is (λατ. cis) > zi «αυτό»

β) Το ηχηρό χειλοϋπερωικό *gw>w: *gwen- > wāna

γ) Τα ΠΙΕ *g(h) και *g'(h) απωλέσθηκαν πριν από i,e και j : *g’hesr. «χέρι» > Χεττιτικό keššar/kiššar , αλλά Λουβιανό iššara, *geibh- «αριστερός» (λ.χ. νορβ. keiva) > Λουβιανό ipala = «αριστερός»

δ) Ο Νόμος του Bojan Čop (Čop’s law): Το τονισμένο *è πριν από από ηχηρό, ένηχο και συριστικό σύμφωνο (b,d,g,m,n,l,r,s) τράπηκε σε /à/ και το επόμενο σύμφωνο γράφεται διπλό:

*mèdhu- (μέθυ) > PrAnat. *mèdu > λουβ. màddu «κρασί» , *mèlit- (μέλι) > PrAnat *mèlit- > λουβ. màllit- , *wès– «καλός» > λουβ. waššar- «χάρη»

ε) Το μεσοφωνηεντικό (και ενίοτε το αρκτικό) ιερογλυφικό λουβιανό d είχε μια περίεργη προφορά (μάλλον τριβόμενου /δ/) και μερικές φορές γράφεται ως r (λ.χ. κλαδί > κλαρί), ενώ σε πολλά Λουβιανά δάνεια της Χεττιτικής γίνεται σύγχυση L~D, κάτι που ξανά υποδηλώνει λουβιανή προφορά τριβόμενου /δ/.

*pod– «πόδι» > λουβ. para

λουβ. dabar- «δυνατός» > Χεττ. labar- «βασιλιάς, άρχων»

Luwian-d

Το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και στην Λυδική και στην Λυκική γλώσσα λ.χ. Σαδυάττης ~ Αλυάττης , Δήμητρα, Ζεύς/Δεύς > Lamẽtru, Lev, Labarna ~ Tabarna, Λύγδαμις ~ Tugdamme. Επίσης συνέβη και με την προελληνική λέξη λαβύρινθος που απαντά στην Γραμμική Β ως da-pu2-ri-to, αλλά και στο όνομα δυσσεύς ~ Ὀλυττεύς (> λατιν. Ulix).

Lametru

ε) Η κατοχή στην Λουβιανή δεν δείχνεται με την γενική πτώση, αλλά με τα συσχετιστικά επίθετα σε  -ašša και *-ejo > -ija. H λειτουργία αυτών των επιθέτων είναι όπως το ομηρικό Αἴας ὁ Τελαμώνιος = τοῦ Τελαμῶνος. Έτσι *dheg’hom- > λουβ. tiyamm(i) = «χθών» και tiyammašša = «χθόνιος». Αντίστοιχα γίνεται στα τοπωνύμια: Taruntašša«η πόλη του Taruntaš». Όταν χρειάζεται να δειχθεί κατοχή στον πληθυντικό αριθμό ενός ουσιαστικού τότε προστίθεται πριν από τις καταλήξεις ένας τροποποιητής σε -anz- (που κατάγεται από μία παλαιά ανατολιακη αιτιατική των εμψύχων). Έτσι, η λέξη malašša «τελετή» συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό αριθμό και, επομένως, δίνει το συσχετιστικό επίθετο malašš-anz-ašša «αυτό που σχετίζεται με τις τελετές».

assa

στ) Η Λουβιανή χρησιμοποιεί ένα επίθημα -wanni- για να δηλώσει γεωγραφική καταγωγή. Το επίθημα αυτό προέρχεται από το ΙΕ *-wen- μέσω εφαρμογής του νόμου του Čop. Έχει προταθεί ότι, το μεταγενέστερο ελληνικό επίθημα -ηνός (λ.χ. Λακαπηνός = από την Λάκαπα) που ήταν τόσο συχνό στην Μικρά Ασία προέρχεται από αυτό το λουβιανό επίθημα είτε μέσω απλοποίησης του διπλού nn συνοδευόμενης από αναπληρωματική έκταση: -ανν- > -ᾱν- > -ην- είτε επειδή, σε κάποια φάση, το τονισμένο /α/ εκτάθηκε για άλλους λόγους.

wanni

II) Παλαϊκή

Δεν υπάρχουν πολλά να γράψω εδώ, γιατί στα περισσότερα η Παλαϊκή συμφωνεί με την Χεττιτική, εκτός από το ότι διατηρεί αυτούσιο το *ti και έχει τρέψει τα χειλοϋπερωικά σε ḫu (λ.χ. ΠΙΕ *h1ēgwh > παλ. auwanti = χεττ. akuwanzi = «πίνουν»). Τέλος, ο Ben Fortson πιστεύει ότι πίσω από το όνομα Παφλαγονία μπορεί να κρύβεται μια διπλασιασμένη μορφή της Pala (λ.χ. *Pa-pla).

Palaic

III) Λυκική

Απαντά σε δύο μορφές: Λυκική Α (η «κανονική») και Λυκική Β ή Μιλιανή. Αν και στενά συγγενική με την Λουβική, κατά τον Fortson δεν κατάγεται από την δεύτερη.

α)  Το γράμμα «χ» που χρησιμοποιείται στο αλφάβητο, λέει ο Fortson, δεν ήταν τριβόμενο αλλά κλειστό. Αντίθετα, αυτά που γράφονται b,d,g είχαν τριβόμενη προφορά (όπως τα νεοελληνικά β,γ,δ). Υπάρχει ένα γράμμα “z” που έχει την ίδια φωνητική αξία με το Χεττιτικό “z”= /ts/.

β) Μετά από έρρινα σύμφωνα (n,m) και μετά από έρρινα φωνήεντα (ã,ẽ) τα άηχα κλειστά ηχηροποιούνται (λ.χ. nt>nd όπως και στην ελληνιστική και μεσαιωνική ελληνική δόντι = /δό(n)di/) λ.χ. το *-went- > -wãt- προφερόταν ως /wãd/.

γ) Όπως και η Λουβική έτσι και η Λυκική έτρεψε το ΠΙΕ ουρανωμένο *k’>ts και στην συνέχεια το συριστικοποίησε σε ts>s, λ.χ. *k’ei- «κεῖμαι» > si- (~ λουβ. zi-).

δ) Σε αντίθεση με όλες τις άλλες Ανατολιακές γλώσσες, έτρεψε το χειλοϋπερωικό *kw>t πριν από /i/, όπως λ.χ. η Ελληνική (*kwi-meh2 >  τιμή, *kwis > τις). Έτσι η Λυκική έχει *kwis > ti «ποιος».

ε) Το ηχηρό χειλοϋπερωικό, όπως και στην Λουβική, έγινε *gw(h)>w, λ.χ. *gwous > *gwawa > wawa = «βοῦς».

στ) Έχω ήδη αναφέρει ότι τα λαρυγγικά που στην Χεττιτική και στην Λουβική έγιναν , στην Λυκική έγιναν υπερωικά σύμφωνα που γράφονται, ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκονται, ως χ,k,q:

– *h2enti > Χιττ. anza ~ Λυκικό χñt , *tr.h2-unt- > Χεττ. Taruntaš ~ Λυκ. Trqqas (θέμα Trqqñt-) ~ Ισαυρικό Τροκόνδος (ελληνική απόδοση)

ζ) Η Λυκική φαίνεται να έχει τρέψει το μεσοφωνηεντικό *-s->-h- πάλι όπως και η Ελληνική, λ.χ. *h1s-ont- >*asant- > ahãntãi  > ahñtãi «περιουσία», Σιδητικό masara = Λυκικό mahãna = «θεοί».

η) Η Λυκική είναι η μόνη Ανατολιακή γλώσσα που δεν έχει τρέψει το ΠΙΕ *o>a, αλλά *o>e, λ.χ. *endo > Λουβ. anda ~ Λυκ. ñte και ουδέτερα σε *-om > –em > –.

θ) Μία από τις πιο περίεργες τροπές της Λυκικής είναι η εξέλιξη *dw>kb: *dwi- > kbi- = δι- (όπως διφασικός) και *dhugh2tēr > *duγatra > *duatra > *dwatra > kbatra = «θυγάτηρ»

ι) Το ελληνικό όνομα Ἀπολλόδοτος σε δίγλωσση επιγραφή αποδώθηκε στην Λυκική ως Natrbbijẽmi. Επειδή pijẽmi = «δοτός», είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι Natr είναι ο Λυκικός Απόλλων.

Lycian

IV) Λυδική

Η Λυδική έχει καταγραφεί σε καμιά 100αριά επιγραφές, αλλά η πρόοδος στην μετάφρασή τους ήταν σχετικά αργή.

α) Τα άηχα κλειστά φαίνεται να ηχηροποιούνται μετά από έρρινα και το μεσοφωνηεντικό d φαίνεται να είχε τριβόμενη αξία (/δ/), όπως και στην Λυκική.

β) Μία περίεργη Λυδική τροπή ήταν η εξέλιξη j(=/y/)>d (= /δ/). *piyom > bidv, *yont- > dẽt και, κατά ορισμένους, Luwiya > Lūda ~ Λυδοί, Λυδία.

γ) Υπήρχε ένα συσχετιστικό επίθετο σε *-li > -λ (=lʲ), λ.χ. Bakillλ = «Βάκχιος».

Lydian

V) Καρική

Η πρόοδος στην γνώση της Καρικής υπήρξε χειρότερη και από αυτήν της Λυδικής. Θα το καταλάβετε από το ότι ο Fortson βάζει σε δύο παραγράφους Καρική, Πισιδική και Σιδητική. Το μόνο αξιοπερίγραπτο είναι η τροπή του χειλοϋπερωικού στην λέξη *kwis > χi = «τις», χωρίς όμως να ξέρουμε πως προφερόταν το γράμμα «χ».

Carian

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Οι Ανατολιακές Γλώσσες #1: προλεγόμενα

Ο Ανατολιακός κλάδος των ΙΕ γλωσσών (Anatolian branch, Anatolian languages) αποτελείται από εκείνες τις συγγενικές ΙΕ γλώσσες που μιλούνταν στην Μικρά Ασία κατά την 2η π.Χ. χιλιετία και συνέχισαν να μιλούνται μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Με άλλα λόγια, οι Ανατολιακές γλώσσες είναι οι θυγατέρες της πρωτο-Ανατολιακής γλώσσας. Τονίζω αυτό το σημείο για να ξεκαθαρίσω ότι στην Μικρά Ασία υπήρχαν και παλαιότερες μη ΙΕ γλώσσες όπως λ.χ. η Χαττική (να μην συγχυστεί με την ΙΕ ανατολιακή Χεττιτική), όπως αργότερα υπήρχαν και μη Ανατολιακές ΙΕ γλώσσες όπως η Ελληνική, η Φρυγική και η Θρακική (Βιθυνία, Μυσία). Ενώ η Ελληνική κατά πάσα πιθανότητα μιλιόταν στην περιοχή της Μιλήτου ήδη από τον 14ο π.Χ. αιώνα, οι Φρύγες και οι Θράκες εισήλθαν στην ΒΔ Μικρά Ασία μετά το 1200 π.Χ. και μάλλον ήταν οι καταστροφείς της Τροίας VIIb2 (~ 1050 π.Χ.).

Οι Ανατολιακές γλώσσες, λοιπόν, ήταν η Χεττιτική, η Λουβιανή (εμφανίζεται σε δύο μορφές ιερογλυφική και σφηνοειδή), η Παλαϊκή, η Λυκική, η Καρική, η Λυδική, η Σιδητική και η Πισιδική.

Αναμφίβολα, η πιο γνωστή γλώσσα είναι η Χεττιτική επειδή ήταν η επίσημη γλώσσα της Χεττιτικής αυτοκρατορίας.

hittites

Οι Χεττίτες έγιναν γνωστοί στους λαούς της ανατολής ως «Χετταίοι/Χατταίοι», επειδή βρέθηκαν να κατοικούν στα εδάφη των δευτέρων. Επειδή το πρώτο χεττιτικό πολιτικό κέντρο ήταν η πόλη της Kanesh/Anisa/Nesa , οι Χεττίτες ονόμαζαν την γλώσσα τους “Nesili” (= γλώσσα της Kanesh/Nesa). H Kanesh κατακτήθηκε από τον Πιθάνα και εξελίχθηκε σε πολιτικό κέντρο από τον γιο του Ανίττα.  Αργότερα, ο Hattusili I μετέφερε την πρωτεύουσα της επεκταμένης αυτοκρατορίας στην πόλη Hattusa.

Στην Χεττιτική αυτοκρατορία ήταν σε εκτενή χρήση και η Λουβιανή γλώσσα, ιδίως στην θρησκευτική σφαίρα. Μετά την κατάρρευση της Χεττιτικής αυτοκρατορίας, η Λουβιανή έγινε η επίσημη γλώσσα των Νεοχεττιτικών βασιλείων.

Στην δυτική ακτή της Μικράς Ασίας υπήρχε ένας όμιλος κρατιδίων που ήταν γνωστός στους Χεττίτες ως όμιλος Aššuwa και, αργότερα, Arzawa. Ο ελληνικός όρος Ασία (Γραμμική Β a-si-wi-ja = /Asiwija/) σχεδόν σίγουρα σχετίζεται με τον χεττιτικό όρο Aššuwa. Άρα «Ασία» αρχικά ήταν μόνον η δυτική ακτή της Μικράς Ασίας.

Assuwa

Στην νότια ακτή της Μικράς Ασίας, στην ενδοχώρα της Παμφυλιακής Σίδης, μιλιόταν η Σιδητική γλώσσα και στα δυτικά της η Πισιδική. Αν η πρώτη συλλαβή της Πισιδίας προέρχεται από την ΙΕ πρόθεση *h1opi-/h1epi- (ἐπί, ὄπισθεν) τότε η Πισιδία μπορεί να σήμαινε κάτι σαν «πίσω/πάνω από τη Σίδη».

h1epi

Σημείωσα τον σλαβικό συγγενή του ελληνικού ἐπὶ ~ ob γιατί η Οχρίδα (Ohrid) σημαίνει “On the Rocks” [o(b)-hrid].

Πιστεύω ότι από το όνομα της Σίδης μπορεί να προέρχεται η ελληνική λέξη σίδηρος (δωρικό σίδᾱρος). Σε μία παλαιότερη ανάρτηση επιχείρησα να συνδέσω την λέξη σίδηρος με την ΙΕ ρίζα *sweid- «λάμπω» που έδωσε το λατινικό sīdus = «άστρο».

Σήμερα οι περισσότεροι μελετητές δέχονται ότι η γνώση της σιδηρουργίας ξεκίνησε στην Μικρά Ασία, αλλά «πρωτο-βιομηχανοποιήθηκε» στην Κύπρο κατά τον 11° αιώνα. Η Κύπρος θεωρείται σήμερα η περιοχή από την οποία η σιδηρουργία έφτασε στην Ελλάδα γύρω στο 1000 π.Χ. Η Κυπριακή σιδηρουργία του 11ου αιώνα ίσως ήταν η αιτία του Μυκηναϊκού εποικισμού της νήσου. Μόλις ξεκινάει η «βιομηχανία» σιδήρου στο νησί τον 11° αιώνα, βρίσκουμε και το πρώτο ελληνικό όνομα σε επιγραφή τάφου στην Παλαιά Πάφο με αρκαδο-κυπριακή γενική στο κυπριακό συλλαβάριο: o-pe-le-ta-u = Ὀφέλτᾱυ (Ὁφέλτᾱο, = [ο τάφος] του Οφέλτᾱ ~ Πηληϊάδᾱο > Πηληϊάδεω στον πρώτο στίχο της Ιλιάδας «του Πηληϝ-ι-άδη»).

Θυμίζω εδώ ότι η πρωτο-ελληνική γενική των πρωτόκλιτων σε -ᾱς ήταν -ᾱο. Η Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτος έτρεψε το ο>υ (λ.χ. ἀπὸ > ἀπὺ, ἀνά > ὀν- > ὑν-) και προέκυψε η γενική -αυ, η Δωρική, η ΒΔΕ και η Θεσσαλική γενική προέκυψε με συναίρεση -ᾱο>-ᾱ που επιβιώσε στην Ελληνιστική Κοινή (λ.χ. ὁ Σατανᾶς, τοῦ Σατανᾶ), η Αττική δανείστηκε την γενική -ου των δευτερόκλιτων (ὁ Καλλίᾱς, τοῦ Καλλίου) και η Ιωνική έτρεψε κανονικά ᾱ>η και κατόπιν διετέλεσε την αττικο-ιωνική ποσοτική μετάθεση (λ.χ λᾱός > ληός > λεώς) παράγοντας την γενική -ᾱο > -ηο > -εω (Πηληϊάδεω παραπάνω).

iron

Opheltau

Αυτά με τις γενικές των πρωτόκλιτων. Αλλά ας γυρίσουμε στην Σίδη και την σιδηρουργία.

Αν η Σίδη έπαιξε κάποιο ρόλο στην μεταβίβαση της σιδηρουργίας από την Ανατολία στην Κύπρο τότε μπορεί να σχετίζεται ετυμολογικά με τη λέξη σίδηρος και αυτό ίσως εξηγεί γιατί πρωτοεποικίστηκε από Αχαϊκούς πληθυσμούς ταυτόχρονα με την Κύπρο. Αργότερα, η Σίδη ήταν ένα ακμάζον εμπορικό κέντρο και οι έμποροί της ήταν παροιμιώδεις για την αδιαλλαξία τους κατά τις διαπραγματεύσεις των τιμών.

Side

Απόγονος της Σιδητικής και Πισιδικής γλώσσας ήταν η Ισαυρική γλώσσα που επιβίωσε μέχρι τον 6° μ.Χ. αιώνα. Το όνομα «Τροκόνδας» ήταν το πιο συχνό μη ελληνικό όνομα σε εκείνα τα μέρη και είναι εξελληνισμένη μορφή του ανατολιακού θεωνυμίου Tarhuntas.

Trokondas

Πότε κι από που εισήλθαν στην Ανατολία οι ομιλητές των Ανατολιακών Γλωσσών;

Η πρώτη επιγραφική απάντηση μεμονωμένων Λουβιανο-Χεττιτικών όρων και ονομάτων γίνεται σε παλαιο-ασσυρικές επιγραφές του 20ου π.Χ. αιώνα. Γύρω στο 1900 π.Χ. στο karum (= εμπορικό προάστιο) της Kanesh, εμφανίζονται οι πρώτες ασσυριακές επιγραφές με Λουβιανο-Χεττιτικά ονόματα που περιέχουν επίσης τους Χεττιτικούς όρους για «συμβόλαιο» και «διανυκτέρευση».

karum

Αυτό δείχνει ότι γύρω στο 1900 π.Χ. όχι μόνον οι Ασσύριοι ήταν εξοικειωμένοι με τους Χεττίτες και τους Λουβιανούς, αλλά και ότι ήδη υπήρχαν οι δύο ξεχωριστές γλώσσες (Χεττιτική και Λουβιανή). Η παγκόσμια αυθεντία στην Ανατολιακή Γλωσσολογία Craig Melchert πιστεύει ότι η Χεττιτική και η Λουβιανή του 1400 π.Χ. είχαν τον ίδιο περίπου βαθμό συγγένειας που η Ιρλανδική έχει σήμερα με την Ουαλική. Επειδή οι τελευταίες ανάγονται σε έναν κοινό πρόγονο (πρωτο-νησιωτική Κελτική) που μιλιόταν 2000 χρόνια πριν, αυτό σημαίνει ότι η πρωτο-Ανατολιακή γλώσσα είχε ήδη σχηματιστεί γύρω στο 3400 π.Χ.

Κατά την ευρέως αποδεκτή θεωρία της Στεπικής κοιτίδας των ΙΕ γλωσσών, η πρωτο-Ανατολιακή γλώσσα αναπτύχθηκε στα ανατολικά Βαλκάνια (ανατολική αρχαία Θράκη) από ομιλητές της Πρώιμης ΠΙΕ (Early PIE) που γύρω στο 4000 π.Χ. εγκατέλειψαν τις στέπες για το δέλτα του Δούναβη, όπου η ελώδης περιοχή τους επέτρεπε την διαχείμαση κοπαδιών κατά την δυσχείμερη εκείνη περίοδο (στο παρα πέντε γλιτώσαμε έναν νέο παγετώνα κατά τους παλαιοκλιματολόγους). Οι Χεττίτες αργότερα είχαν προσευχές που ανέφεραν έναν θεό του ουρανού Sius (< *dyew- , όπως Ζεύς) να «σηκώνεται από τη θάλασσα». Αυτό μπορεί να είναι διατηρητέο φράσημα από μια εποχή που οι πρωτο-Ανατολιακοί πληθυσμοί έβλεπαν τον ήλιο ν΄ανατέλει από μια θάλασσα στα ανατολικά τους. Κάτι τέτοιο ταιριάζει με την Θράκη και τον Εύξεινο Πόντο. Σύμφωνα με τον David Anthony, δεν αποκλείεται οι πρώτοι πρωτο-ανατολιακόφωνοι να πέρασαν στην ΒΔ Μικρά Ασία γύρω στο 3000 π.Χ. ιδρύοντας την Τροία Ι.

Anatolian-Balkans

Η αυθεντία της ιστορίας των Χεττιτών Trevor Bryce , αφού μιλάει για την συνήθη αρχαιολογική αβεβαιότητα και αδυναμία στον εντοπισμό των πληθυσμιακών μεταναστεύσεων και αφού περιγράφει τα διάφορα σενάρια, συμφωνεί με την πλειοψηφία των μελετητών που χρονολογούν την είσοδο των ανατολιακόφωνων στην Μικρά Ασία κατά την 3η π.Χ. χιλιετία και θεωρεί πιθανό ότι οι καταστροφείς της Τροίας ΙΙg (~ 2300 π.Χ.) ήταν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Λουβιανών.

Trevor-Bryce1

Αν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Χεττιτών είχαν εισέλθει λίγο νωρίτερα τότε ο ερχομός των πρωτο-Λουβιανών μπορεί να είναι η αιτία που τους ώθησε ανατολικότερα. Αυτό είναι το σενάριο που θεωρεί ως πιθανότερο και ο Craig Melchert. Αφού κι αυτός μιλάει για τις συνήθεις αρχαιολογικές  αβεβαιότητες, περιγράφει τα διάφορα σενάρια που έχουν προταθεί και, τέλος, διαλέγει το πιθανότερο σενάριο. Κατά τον Melchert:

1) Σίγουρα μπορούμε να απορρίψουμε την θεωρία του Renfrew και άλλων για ύπαρξη ΙΕων στην Ανατολία από το 7000 π.Χ.

2) Θεωρεί πιο πιθανό το σενάριο εισόδου από τα Βαλκάνια, ενδεχομένως σε διαδοχικά κύματα, κατά την περίοδο 3500-2500 π.Χ. , με τους Λουβιανούς να είναι μάλλον το τελευταίο κύμα που ώθησε τους Χεττίτες και τους Παλαίους προς τα ανατολικά.

Melchert1

Melchert2

Η υπόθεση του Ανατολιακού ΙΕ υποστρώματος στην Ελλάδα

Είναι γνωστό ότι η κυρίαρχη άποψη για την χρονολογία εισαγωγής των πρωτο-Ελλήνων στην Ελλάδα είναι τα τέλη της 3ης π.Χ. χιλιετίας (~2100 π.Χ.). Επειδή η Ελληνική κατάγεται από μία πρωτο-Ελληνο-Άρια γλώσσα που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ύστερης ΠΙΕ (Late PIE) εκτός από την σατεμοποίηση (η Ελληνική και η Φρυγική γλίτωσαν στο παρά πέντε την σατεμοποίηση που συνέβη στην Αρμενική και στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο), η οποία φαίνεται να ξεκίνησε στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας στις στέπες (αφού είχαν ήδη απομακρυνθεί από τις στέπες οι γλώσσες centum), είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο ελληνο-φρυγικός υποκλάδος της Ελληνο-Άριας ομάδας εγκατέλειψε τις στέπες στο παρά πέντε, δηλαδή λίγο μετά το 3000 π.Χ. Έχω κάνει μια παλιά ανάρτηση για το θέμα, επομένως δεν χρειάζεται να επαναλάβω.

Ότι οι πρωτο-Έλληνες συνάντησαν μη ΙΕ λαούς στην Ελλάδα, αυτό είναι βέβαιο. Αυτό που δεν είναι τόσο βέβαιο είναι το έαν κάποιοι φορείς των Ανατολιακών ΙΕ γλωσσών «πρόλαβαν» να εισέλθουν στον Ελλαδικό χώρο πριν από τους πρωτο-Έλληνες. Δεδομένου ότι υπάρχουν κάποια μη ελληνικά ελλαδικά τοπωνύμια (παραδοσιακά ταξινομήσιμα ως «προελληνικά») που φαίνεται να είναι Ανατολιακής καταγωγής, λ.χ. τα τοπωνυμικά επιθήματα -νθος και -σσος που φαίνεται να έχουν τα ανατολιακά ανάλογα -nda και -ssa (< IE *-osjo, επίθημα που σχηματίζει συσχετιστικά επίθετα λ.χ. Tarhuntassa = «η πόλη του Tarhuntas»), τα ορωνύμια Παρνασσός, Πάρνων, Πάρνηθα ~ Χεττιτικό Parnassa (parna = «σπίτι, ναός», από την ΙΕ ρίζα *peru- «πέτρα»), τα τοπωνύμια Γυρτώνη, Γόρτυν, Γορτυνία (~ λουβ. gurta = «ακρόπολις» από τη ρίζα *ghordhos = «περιτειχισμένος οικισμός») και μερικά μη ελληνικά ανθρωπωνύμια στην δυτική Κρήτη (όπου σύμφωνα με την παράδοση ζούσαν οι γηγενείς Κύδωνες) που φαίνεται να έχουν Χεττιτικά (Τασκ- ~ Tašk-) αντίστοιχα, έχει προταθεί από τους Leonard Palmer, Alfred Heubeck κ.α. η θεωρία του προελληνικού «Λουβιανού» υποστρώματος, σύμφωνα με την οποία, ομιλητές μιας ανατολιακής («λουβιανής») γλωσσας πρόλαβαν να εποικίσουν τον ελλαδικό χώρο πριν από τους πρωτο-Έλληνες και άρα τα τοπωνύμια και το λεξιλόγιο που άφησαν στους Έλληνες είναι προελληνικά. Έτσι, ο λαβύρινθος μπορεί να συνδεθεί με το Καρικό τοπωνύμιο Λαβράυνδα/Λαβρύανδα και μπορεί να σημαίνει είτε «ανάκτορο» (αν συνδέεται με την χεττιτο-λουβιανή ρίζα labar-dabar = «άρχω, ἀνάσσω») είτε «δωμάτιο με πελέκεις» αν συνδέεται με το Λυδικό λάβρυς = πέλεκυς.

Palmer

Αν οι πρωτο-Έλληνες εισήλθαν  στην Ελλάδα γύρω στο 2100 π.Χ. και αν  ο ανατολιακός κλάδος βρισκόταν στην Θράκη απέναντι από την Τροία ήδη από το 3000 π.Χ., τότε οι ομιλητές του δευτέρου έχουν ένα περιθώριο περίπου μιας χιλιετίας, για να εγκατασταθούν στην Ελλάδα και το Αιγαίο πριν από τους πρωτο-Έλληνες και να εναποθέσουν τα τοπωνύμιά τους.

Η γλώσσα των Τρώων κατά την ύστερη χαλκοκρατία

Η μετάφραση των Χεττικών επιγραφών έδειξε ότι ανάμεσα στα κρατίδια Aššuwa/Arzawa ήταν και η Wiluša, στην οποία μνημονεύεται και η πόλη Taruiša. Σε άλλες επιγραφές, η Wiluša τοποθετείται βορείως του ποταμού Seha (Κάικος) και μνημονεύεται μαζί με την Lazba (Λέσβος). Η θέση αυτών των τοπωνυμίων, η ομοιότητά τους με τα ελληνικά Ϝίλιος/Ϝίλιον (Wīlios) και Τροία/Τρωάς, το γεγονός ότι η Wiluša περιγράφεται ως «αἰπεία, αἰπεινή» στην Λουβιανή ποιητική γλώσσα (ālati Wilušati = [ήρθε] από την αιπεινή Ίλιο, το ανατολιακό αφαιρετικό επίθημα -ti αντιστοιχεί λειτουργικά στο ελληνικό -όθεν ~ Ἀβυδόθεν) όπως και στον Όμηρο και, τέλος, το γεγονός ότι οι χεττιτικές επιγραφές αναφέρουν τον ηγεμόνα Alaksandu της Wiluša (~ Ἀλέξανδρος = Πάρις) έχει πια πείσει τους πάντες για την ταύτιση των δύο τοπωνυμικών ζευγών. Έχω παραθέσει σε παλαιότερη ανάρτηση ένα ωραίο ντοκυμαντέρ για την ιστορική Τροία της ύστερης χαλκοκρατίας.

Η ερώτηση που προέκυψε σε αυτό το θέμα είναι τι γλώσσα μιλούσαν οι ιστορικοί κάτοικοι της Τροίας της ύστερης χαλκοκρατίας;

Η πιθανότερη απάντηση είναι ότι μιλούσαν μια Ανατολιακή/«Λουβιανή» γλώσσα, όπως και οι λοιποί λαοί Aššuwa/Arzawa. Οι ενδείξεις είναι οι παρακάτω:

1) Το όνομα Wiluša/Ἴλιος έχει μια πολύ καλή Ανατολιακή ετυμολογία. Το αρχικό /ῑ/ της Ῑλίου είναι μακρό (wīl-) και υπάρχει η ΙΕ ρίζα *wel-/*welsu- «βόσκω» που στην ελληνική έχει δώσει τον όρο *Welsu-tiom > *Wēlution > Ἠλύσιον πεδίον (~ άριστο βοσκοτόπι)  και το συγγενικό *Welsw-id- > *Wēlis = Ἦλις (στην ηλειακή διάλεκτο Ϝάλις με την τυπική τροπή η>ᾱ λ.χ. ϝράτρᾱ = ῥήτρα). Η Ήλιδα ήταν το καλύτερο βοσκοτόπι της Πελοποννήσου και ήταν τόσο ἱππόβοτος όσο και βούβοτος (Βουπράσιον = μέρος που πωλούνται βοοειδή, πρατήριον ~ πιπράσκω). Η Τροία βρισκόταν σε έναν εύφορο και εύυδρο κάμπο που διαβρεχόταν από τους ποταμούς Σκάμανδρο και Σιμόεντα και συχνά καλείται ἱππόβοτος στην Ιλιάδα και οι Τρώες ἱππόδαμοι.

Troad

Troy-horses

Η ρίζα *wel-/*welsu- έχει δώσει στην Χεττιτική το όρο welluwant = «βοσκήσιμο χόρτο» και σύνθετους όρους με πρώτο συνθετικό το wēllu-. Η Λουβιανή γλώσσα, από την άλλη, δείχνει συχνά την τροπή *e,ē > i,ī λ.χ. το αρνητικό μόριο *ne– εμφανίζεται ως ni– και η ρίζα *h2eru- «κατάρα» έδωσε το λουβιανό ḫērut- > ḫīrut «κατάρα». Επομένως, είναι φυσιολογικό να αναμένουμε την Λουβιανή εξέλιξη *welsu-sa > * *welluša > *wēluša > Wīluša = «βοσκόκαμπος».

h2eru

h2eru2

2) Νότια της Τρωάδος, στην Ασιατική Αιολίδα, λίγο κάτω από την Λέσβο, κατά την ιστορική περίοδο, υπήρχε η πόλη Ελαία που έδωσε το όνομά της στον Ελαϊτικό κόλπο . Ο Στέφανος Βυζάντιος κατέγραψε μια παράδοση σύμφωνα με την οποία το παλαιότερο όνομα της Ελαίας ήταν Δαῖνις. Στην Λουβιανή γλώσσα dāin = «ἔλαιον» και dāiniya = «ἐλαιώδης». Άρα το τοπωνύμιο Ελαία δεν είναι παρά η ελληνική μετάφραση του παλαιότερου λουβιανού τοπωνυμίου «Δαῖνις».

Dainis

3) Στον αρχαιολογικό ορίζοντα VIIb1 της Τροίας (~ 1150 π.Χ.) βρέθηκε μία χάλκινη σφραγίδα με επιγραφή στην Ιερογλυφική Λουβιανή. Η επιγραφή αναφέρει το όνομα του γραφέα, το επάγγελμά του και το όνομα της γυναίκας του.

TroyVIIb1-seal

Αυτά τα τρία γλωσσολογικά στοιχεία (λουβιανό όνομα Wīluša για τον κάμπο της Τροίας/Taruiša, λουβιανό όνομα dāin : Δαῖνις = Ἐλαία νοτίως της Τρωάδος και ιερογλυφική λουβιανή στην Τροία VIIb1 ~ 1150 π.Χ.) αν συνδυαστούν με το ότι οι Χεττίτες θεωρούσαν τους Τρώες Aššuwa/Arzawa όπως και τους νότιους ανατολιακόφωνους γείτονές τους και με την άποψη που δέχονται οι περισσότεροι μελετητές για είσοδο των Ανατολιακόφωνων λαών στην Μικρά Ασία από την Τροία με τελευταίους τους Λουβιανούς, κάνουν πολύ πιθανή και ελκυστική την υπόθεση λουβιανοφωνίας στην Τροία της ύστερης χαλκοκρατίας.

Εδώ τελειώνω την πρώτη ανάρτηση της σειράς. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι μια γλωσσολογική περίληψη των Ανατολιακών γλωσσών.

40 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Γλωσσολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα