Tag Archives: ταυτότητα

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #2

Μετά τα προλεγόμενα της πρώτης ανάρτησης στη σημερινή ανάρτηση θα περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα. Αυτές είναι:

  1. Ιστορίες όπως αυτή του Γενέσιου (γραμμένη γύρω στο 940, εξιστορεί τα γεγονότα του 9ου αιώνα) και του Λέοντα του Διακόνου (γραμμένη κατά το διάστημα 995-1000, εξιστορεί τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή, την έχω περιγράψει σε τρεις αναρτήσεις, #1, #2, #3). Κατά την ίδια περίοδο γράφτηκαν τα πρώτα βιβλία των «Συνεχιστών Θεοφάνους», γράφτηκαν κάποιες από τις συνέχειες του χρονικού του Γεωργίου του Μοναχού (το δικό του γνήσιο χρονικό τελειώνει με τον θάνατο του Θεόφιλου το 842) και ο Μανουήλ ο Πρωτοσπαθάριος έγραψε ένα χαμένο χρονικό που χρησιμοποίησε ως πηγή ο Συμεών ο Λογοθέτης/Μάγιστρος για το δικό του χρονικό, το οποίο (σύμφωνα με τον Warren Treadgold) ολοκλήρωσε το τελευταίο έτος της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (969).
  2. Τακτικά εγχειρίδια (η καινοτομία της περιόδου), όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (γράφτηκαν λίγο μετά το 900, έχω κάνει ήδη μια λεξικολογική και εθνολογική ανάρτηση γι΄αυτό το σύγγραμμα), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (γράφτηκε γύρω στο 965), το «Περὶ Παραδρομής» που συγγράφηκε την ίδια περίοδο με τη «Στρατηγική Έκθεση» από υψηλόβαθμο αξιωματικό του επιτελείου του Νικηφόρου Φωκά και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (γράφτηκαν γύρω στο 1000)
  3. Τα πάμπολλα γραπτά του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, ίσως ο πολυγραφότερος των βυζαντινών αυτοκρατόρων
  4. Άλλες πηγές όπως οι επιστολές του Πατριάρχη Νικολάου Α΄ Μυστικού, τα ποιήματα του Ιωάννη Κυριώτη του Γεωμέτρη κλπ.

Continue reading

29 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #1: προλεγόμενα

Το θέμα αυτής της ανάρτησης και των επομένων θα είναι η Ρωμαϊκή ταυτότητα όπως αυτή περιγράφεται στις πηγές του 10ου αιώνα. Η γραμματεία του 10ου αιώνα ξεκινάει με τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (η συγγραφή τους ολοκληρώθηκε λίγο μετά το 900) και τελειώνει με την Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου (γράφτηκε κατά την περίοδο 995-1000 και εξιστορεί τις νικηφόρες εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή). Πριν όμως περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα, τις οποίες θα παραθέσω στις επόμενες αναρτήσεις, στη σημερινή πρώτη ανάρτηση θα αναφέρω μερικά γενικά πράγματα, όπου μεταξύ άλλων θα σχολιάσω και ορισμένα χωρία από την Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή (γραμμένη γύρω στο 815), για να επισημάνω μερικά στοιχεία της ρωμαϊκής ταυτότητας που υπήρχαν ήδη πριν από το 900 μ.Χ. Continue reading

4 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Συνέντευξη με τον Ιωάννη Στουραΐτη

Σε παλαιότερη ανάρτηση είχα αναφέρει ότι ο βυζαντινολόγος Ιωάννης Στουραΐτης δέχτηκε να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων που ετοιμάσαμε με τον Περτίνακα πάνω στο θέμα της συλλογικής ταυτότητας στο Βυζάντιο.

Η συνέντευξη πήρε επιτέλους την τελική της μορφή και ο κύριος Στουραΐτης την ανήρτησε στην ιστοσελίδα του. Continue reading

5 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η φύση της Ρωμαϊκής ταυτότητας των Βυζαντινών #1

Στη σημερινή ανάρτηση θα επιχειρήσω ν΄αποσαφηνίσω την φύση της Ρωμαϊκής ταυτότητας των «Βυζαντινών» από τον 10ο αιώνα και μετά, προσπαθώντας να δείξω την πλάνη των αξιωμάτων του τύπου «οι Βυζαντινοί ήταν μόνον πολιτικά Ρωμαίοι» και «Ρωμαίος σήμαινε μόνον Ορθόδοξος Χριστιανός». Στην επόμενη ανάρτηση θα προσπαθήσω να εφαρμόσω τα γενικά συμπεράσματα αυτής της ανάρτησης σε ορισμένα χωρία, για να δείξω ότι, τουλάχιστον από τα τέλη του 10ου αιώνα και μετά, Ρωμαίος δεν ήταν «μόνον ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων».

Παρόλο που έχω ήδη αφιερώσει μια παλαιότερη ανάρτηση για το θέμα, το ξαναπιάνω γιατί θέλω να περιγράψω το θέμα σφαιρικότερα.

Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι οι Βυζαντινοί ήταν «μόνον πολιτικά Ρωμαίοι» ή ότι για τους Βυζαντινούς «Ρωμαίος σήμαινε μόνον Ορθόδοξος Χριστιανός», στην πραγματικότητα αυτό που θέλει να πει είναι πως οι Βυζαντινοί δεν ήταν εθνοτικοί ή εθνικοί Ρωμαίοι. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που οδήγησαν από νωρίς πολλούς βυζαντινολόγους στην άρνηση της εθνοτικής/εθνικής ρωμαϊκής ταυτότητας. Αυτό που θα κάνω σε αυτήν την ανάρτηση είναι να περιγράψω τους λόγους αυτής της άρνησης και, στη συνέχεια, να δείξω γιατί αυτή η άρνηση είναι στην πραγματικότητα μια εσφαλμένη αντίληψη, η οποία έρχεται σε πλήρη ασυμφωνία με αυτό που μας λένε οι ίδιες οι βυζαντινές πηγές.

Ας αρχίσουμε με τους απαραίτητους ορισμούς.

Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι οι Βυζαντινοί ήταν «μόνον πολιτικά Ρωμαίοι», εννοεί ότι Ρωμαίος ήταν απλά ο κάθε υπήκοος του βυζαντινού αυτοκράτορα, δηλαδή Ρωμαίος ήταν απλά όποιος κατοικούσε εντός των συνόρων του βυζαντινού κράτους. Αυτήν την ταυτότητα, η Gill Page την ονομάζει «Πολιτική Ρωμαϊκή ταυτότητα».

Όταν πάλι κάποιος ισχυρίζεται ότι «Ρωμαίος σήμαινε απλά και μόνο Ορθόδοξος Χριστιανός», εννοεί ότι στα μάτια των Βυζαντινών όλοι οι Ορθόδοξοι λαοί θεωρούνταν Ρωμαίοι. Αυτή την θεώρηση θα την ονομάσω «Θρησκευτική Θεώρηση».

Η άποψη που τελικά επικράτησε από νωρίς στην Βυζαντινολογία ήταν ο συνδυασμός των δύο παραπάνω θεωρήσεων, την οποία θα ονομάσω «Πολιτικοθρησκευτική Θεώρηση». Σύμφωνα με αυτήν την «μεικτή» θεώρηση, Ρωμαίος ήταν ο κάθε Ορθόδοξος υπήκοος του βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ας ορίσουμε τώρα τις ρωμαϊκές ταυτότητες που δεν αναγνωρίζουν οι παραπάνω θεωρήσεις. Η «Εθνοτική» και η «Εθνική» θεώρηση της Ρωμαϊκής ταυτότητας μοιάζουν στο ότι δέχονται ότι η Πολιτικοθρησκευτική θεώρηση από μόνη της δεν αρκεί για να ορίσει πλήρως την ρωμαϊκότητα των Βυζαντινών και χρειάζονται επιπλέον κριτήρια για τον πλήρη ορισμό αυτής της Ρωμαϊκότητας (λ.χ. γλώσσα, ήθη, καταγωγή, ενδυμασία κλπ). Η θεωρητική διαφορά των δύο θεωρήσεων είναι ότι η «εθνοτική» (ethnicταυτότητα μπορεί να υπάρξει και χωρίς μια κεντρικά ελεγχόμενη πολιτική οντότητα και βασίζεται πρωτίστως στην ερμηνεία της ομοιότητας και αλληλεγγύης των μελών μέσα από την συμβολική κοινή καταγωγή τους, ενώ η «εθνική» (national) ταυτότητα μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα σε μια κεντρικά ελεγχόμενη πολιτική οντότητα και βασίζεται πρωτίστως στην έννοια ενός αυτόνομου έθνους πολιτών που αποδέχονται συνειδητά το «ὁμότροπον» που καλλιεργείται από κεντρικά ελεγχόμενους θεσμούς (λ.χ. κοινή επίσημη γλώσσα, νομοθεσία, εκπαίδευση, εκκλησία κλπ). Οι δύο αυτές θεωρήσεις δεν αλληλοαποκλείονται, γιατί μία Εθνική ταυτότητα μπορεί να έχει και Εθνοτική συνιστώσα (όταν λ.χ. οι κεντρικά ελεγχόμενοι θεσμοί τονίζουν το «ὅμαιμον» του Έθνους, Ethnic Nationalism), αλλά μπορεί και να αδιαφορεί εντελώς για την προώθηση της πεποίθησης κοινής καταγωγής των μελών της. Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ανεθνοτικά έθνη και το είδος του εθνικισμού τους μπορεί να είναι πολιτικό (Civic Nationalism, οι κεντρικά ελεγχόμενοι θεσμοί τονίζουν τον πολιτικό ρόλο του μέλους) ή πολιτισμικό (Cultural Nationalism, οι κεντρικά ελεγχόμενοι θεσμοί προωθούν έναν χαρακτηριστικό κοινό πολιτισμό στα μέλη) ή και τα δύο.

Οι λόγοι άρνησης της εθνοτικής/εθνικής ρωμαϊκής ταυτότητας

Οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν από νωρίς στην απόρριψη της εθνοτικής/εθνικής ρωμαϊκής ταυτότητας και στην γενική αποδοχή της «πολιτικοθρησκευτικής» θεώρησης είναι οι παρακάτω:

  1. Το ρεύμα του Μοντερνισμού/Νεωτερισμού στην Εθνολογία
  2. H θεωρία της «Πολυεθνικής Αυτοκρατορίας»
  3. Η θεωρία της «Χριστιανικής Οικουμενικότητας»
  4. Η θεώρηση της Κωνσταντινουπόλεως ως «φίλαυτης πόλης-κράτους»
  5. Η Δυτική απόρριψη της Ρωμαϊκότητας των «Βυζαντινών»
  6. Η Νεοελληνική απόρριψη της Ρωμαϊκότητας των «Βυζαντινών»

Παρακάτω θα πω μερικά λόγια για καθέναν από τους παραπάνω λόγους και τα προβλήματά τους.

Ο Μοντερνισμός/Νεωτερισμός

Ο Μοντερνισμός ή Νεωτερισμός είναι το θεωρητικό εθνολογικό ρεύμα που είχε ως κύριο εκφραστή τον Ernest Gellner. Ήταν το κυρίαρχο θεωρητικό εθνολογικό ρεύμα (η εθνολογική «ορθοδοξία») κατά την περίοδο 1965-1990. Σύμφωνα με τους μοντερνιστές/νεωτεριστές το Έθνος (Nation) είναι παράγωγο του Εθνικισμού και ο Εθνικισμός (nationalism) είναι ένα αποκλειστικό φαινόμενο της Νεωτερικής Εποχής (~1750 και μετά) που δεν υπήρχε στις προνεωτερικές κοινωνίες, επειδή τότε δεν υπήρχαν οι αποτελεσματικοί και κεντρικά ελεγχόμενοι μηχανισμοί ομογενοποίησης των μαζών που χαρακτηρίζουν την νεωτερική εποχή (λ.χ. αστικοποίηση, κρατική παιδεία, ΜΜΕ, κλπ).

Παραθέτω την γενική περιγραφή του μοντερνισμού και μερικά λόγια του ίδιου του Gellner από τις σελίδες 6 και 16 του βιβλίου του Anthony D. Smith Ethno-symbolism and Nationalism: A Cultural Approach (Routledge, 2009, το έχω παραθέσει για κατέβασμα μαζί με άλλα εθνολογικά βιβλία εδώ).

modernism-Gellner

Μεταφράζω τα βασικά:

Κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970, ο μοντερνισμός εξελίχθηκε σε καθιερωμένη ορθοδοξία, εξωθώντας τελείως από τον ακαδημαϊκό κόσμο τις [απαρχαιωμένες] «διηνεκιστικές» θεωρίες (perennialist views). Παντού η νεωτερικότητα των εθνών παρουσιαζόταν ως αυτονόητη αλήθεια. Όποιος αμφισβητούσε αυτό το δόγμα κατηγορούνταν για «αναχρονιστικό εθνικισμό», δηλαδή για το ότι έβλεπε το προνεωτερικό παρελθόν μέσα από τους φακούς του νεωτερικού εθνικισμού και αυτό γιατί …

οι νεωτεριστές διεκήρυτταν ότι:

  1. Ο Εθνικισμός, ως ιδεολογία και κίνημα, ήταν πρόσφατη καινοτομία
  2. Τα Έθνη ήταν και αυτά πρόσφατες καινοτομίες
  3. Και τα δύο αυτά φαινόμενα ήταν προϊόντα του «εκσυγχρονισμού», δηλαδή της παγκόσμιας τάσης των κοινωνιών για μετάβαση στην κατάσταση της «νεωτερικότητας»

Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Gellner:

[…] οι μοντερνιστές σαν και εμένα πιστεύουμε ότι “ο κόσμος δημιουργήθηκε περίπου στα τέλη του 18ου αιώνα,” και τίποτα από αυτά που προϋπήρχαν πριν από αυτήν την αφετηρία δεν παίζει κάποιο ρόλο στα ζητήματα που μελετάμε.

Καταλαβαίνετε, επομένως, ότι αυτή η «καθιερωμένη ορθοδοξία» δεν ήταν γόνιμο έδαφος για την εξέταση των εθνικών/εθνοτικών φαινομένων στο προνεωτερικό Βυζάντιο.

Η πρώτη κριτική στον μοντερνισμό ήρθε το 1982 με το βιβλίο του John A. Armstrong “Nations before Nationalism,” το οποίο άσκησε ιδιαίτερη επιρροή στον μαθητή του Gellner Anthony D. Smith. Ο Smith κατέληξε στο ν΄απορρίψει τον μοντερνισμό του Gellner και να συνθέσει την δική του θεωρία, την οποία ονόμασε «Εθνοσυμβολισμό». Σύμφωνα με τον Smith, οι μοντερνιστές απέτυχαν να διακρίνουν την διαφορά ανάμεσα στην εθνοτικότητα (ethnicity) και τον εθνικισμό (nationalism) και παρέλειψαν εντελώς την εξέταση της πρώτης. Η απάντηση των μοντερνιστών ήταν ότι η εθνοτικότητα έχει δευτερευούσα σημασία στην διαδικασία της νεωτερικής εθνοδόμησης. Ο Smith συμφωνεί με τους μοντερνιστές ότι η εθνοτική ταυτότητα δεν είναι «αέναη ιδιότητα», αλλά κοινωνικό κατασκεύασμα που δημιουργείται, συντηρείται και αναδιαμορφώνεται μέσα από κοινωνικές διεργασίες, αλλά διαφωνεί μαζί τους στο θέμα της νεωτερικής αποκλειστικότητας των εθνοτικών/εθνικών φαινομένων. Η βασική θέση του Smith είναι ότι τα φαινόμενα αυτά μπορούν να εμφανιστούν και στις προνεωτερικές εποχές, αρκεί φυσικά να υπάρχουν οι απαραίτητες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

Το βασικό σφάλμα που καταλογίζει ο Smith στους μοντερνιστές (σλδ 16-7) είναι ότι, δεχόμενοι αξιωματικά ότι δεν υπάρχουν εθνοτικά/εθνικά φαινόμενα πριν την νεωτερική εποχή, δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την επαρκή μελέτη των προνεωτερικών κοινωνιών (“circularity” ~ φαύλος κύκλος) και, κατά συνέπεια, ουδέποτε απέδειξαν την ισχύ του αξιώματός τους. Έτσι οδηγήθηκαν σε μια [τεχνητή] ριζική τομή (radical truncation) της Ιστορίας.

Smith-problems

Αυτό που εγώ θέλω να επισημάνω για τους μοντερνιστές, όπως ο Gellner και ο Hobsbawm, είναι ότι αμφότεροι παραδέχονται ότι η Αγγλία του 16ου αιώνα δημιουργεί πρόβλημα στην θεωρία τους, γιατί αμφότεροι δέχονται ότι το Αγγλικό έθνος ήδη υπήρχε στην Αγγλία της Ελισάβετ Α΄ και, γενικότερα, κατά την περίοδο της δυναστείας των Τυδώρ. Ο Hobsbawm ονόμασε αυτόν τον αγγλικό προνεωτερικό [εθνικό] πατριωτισμό … avant la lettre (~ πριν από την «κανονική» του εποχή, σλδ 17 από το ίδιο πάντοτε βιβλίο).

England1

Σε αυτό το σημείο, επομένως, πρέπει να διαρωτηθούμε τι ακριβώς είχε η Αγγλία της Ελισάβετ Α΄ τον 16ο αιώνα που δεν το είχε λ.χ. η Ρωμανία του Νικηφόρου Φωκά τον 10ο αιώνα όταν, σύμφωνα με τον Καλδέλλη, κατά τον 10ο αιώνα η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης ήταν το παλαιότερο κράτος της εποχής του με τον πιο πειθαρχημένο και τεχνολογικά εκσυγχρονισμένο εθνικό στρατό της εποχής (ο οποίος έπαψε να είναι εθνικός Ρωμαϊκός κατά το δεύτερο μισό του επόμενου αιώνα, όταν πια οι Βυζαντινοί αρχίζουν να βασίζονται ολοένα και περισσότερο σε εξειδικευμένους μισθοφόρους) με μια κοινωνική συνοχή που ήταν θεμελιωμένη στην ισότητα του Ρωμαϊκού νόμου και σε μια βαθιά αίσθηση κοινής και αρχαίας Ρωμαϊκής ταυτότητας. Παραθέτω τις σελίδες 189 και 233 από το “Hellenism in Byzantium” του Καλδέλλη.

10th-ce

Μεταφράζω:

Στα τέλη της πρώτης χιλιετίας η Αυτοκρατορία της Νέας ρώμης ήταν το παλαιότερο και δυναμικότερο κράτος σε όλον τον κόσμο […] Τα σύνορά του, που εδώ και καιρό προστατεύονταν από εγχώρια ακριτικά στρατεύματα, τώρα επεκτείνονταν από τον πιο πειθαρχημένο και τεχνολογικά εκσυγχρονισμένο στρατό της εποχής. Η συνοχή της βυζαντινής κοινωνίας ήταν θεμελιωμένη στην ισότητα του Ρωμαϊκού νόμου και στο βαθύ αίσθημα μιας κοινής και παμπάλαιας Ρωμαϊκής ταυτότητας.

[Επί Αλεξίου Κομνηνού] … «χιλιάδες Τούρκοι μισθοφόροι προσλαμβάνονταν για ν΄αντιμετωπίσουν τους Νορμανδούς, και Φράγκοι για ν΄αντιμετωπίσουν τους Τούρκους. Ο στρατός έπαψε να είναι εθνικός Ρωμαϊκός θεσμός.

Ο Anthony Smith εξηγεί τις αιτίες που έκαναν τους μοντερνιστές σαν τον Gellner και τον Hobsbawm να συμφωνήσουν με τους λεγόμενους «Νεοδιηνεκιστές» (Neo-Perennialists) ότι η Αγγλία της περιόδου των Τυδώρ, πληρεί τις προϋποθέσεις ύπαρξης ενός Αγγλικού έθνους.

Smith-England

Μεταφράζω τα βασικά:

Έχω ονομάσει αυτήν την κριτική [στον μοντερνισμό] «νεοδιηνεκιστική» επειδή, παρόλο που απορρίπτει την απαρχαιωμένη [«διηνεκιστική»] αντίληψη  που έβλεπε έθνη παντού και πάντοτε στην Ιστορία, αναβιώνει ωστόσο την πεποίθηση ότι τουλάχιστον κάποια έθνη είχαν αναπτυχθεί σε προνεωτερικές εποχές.

Για τους ιστορικούς του Μεσαίωνα, η Αγγλία είναι ο καλύτερος υποψήφιος [προνεωτερικού έθνους]. Αυτό γιατί η Αγγλία είναι ένα από τα παλαιότερα και ισχυρότερα παραδείγματα κεντρικού κράτους. Από την ύστερη Αγγλο-Σαξονική περίοδο (10ος αιώνας), το μεγαλύτερο μέρος από την περιοχή που αποτελεί σήμερα την Αγγλία διοικούνταν από μία πρωτεύουσα, με τους Νορμανδούς να αναδομούν ένα ήδη ενοποιημένο βασίλειο. Από τον 14ο αιώνα, ένας Αγγλικός νόμος και μία Αγγλική γλώσσα υποστήριζε τα όργανα του κράτους και το σύστημα των διοικητικών του μερίδων. Για τους νεοδιηνεκιστές όπως οι Adrian Hastings, John Gillingham και Patrick Wormald, όλα αυτά είναι απόδειξη της ύπαρξης ενός Αγγλικού έθνους τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα.

Αν οι απόψεις αυτές επικρατήσουν, ο μοντερνισμός θα γίνει ανυποστήρικτος.

Δηλαδή η ιδιαιτερότητα της Αγγλίας του 1500 που κάνει ακόμα και τους μοντερνιστές να πιστεύουν ότι υπήρχε ένα προνεωτερικό αγγλικό έθνος είναι η πολιτική ενοποίηση 500 ετών και ο μακροχρόνιος εθισμός των πολιτών στην ύπαρξη ενός Κοινού Αγγλικού Νόμου και μιας Κοινής Αγγλικής γλώσσας.

Διέθετε αυτές τις προϋποθέσεις η Ρωμανία ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα προνεωτερικό Έθνος Ρωμαίων; Η γνώμη του Καλδέλλη (σλδ 76-78) είναι ότι η Ρωμανία περνάει άνετα (flies past) τον πήχη αυτών των ελάχιστων προϋποθέσεων με την μία κυρίαρχή της γλώσσα, θρησκεία, την ενιαία κρατική δομή πολλών αιώνων και τον επαρκώς ομοιόμορφο πολιτισμό της.

Kaldellis-nation2

Όσο για την «μοντερνιστική πλάνη» (modernist fallacy), όπως την ονομάζει, αφού παραθέτει μερικές πηγές που την απορρίπτουν, ο Καλδέλλης παραθέτει στη συνέχεια την άποψη τριών μελετητών (Ober, Cohen, Anderson) που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα του Περικλή πληρούσε τις προϋποθέσεις του σύγχρονου έθνους (πολιτικά ενοποιημένη Αττική, κοινή νομοθεσία και θρησκεία και μέσα μαζικής ιδεολογικής διάχυσης όπως το δημοτικό θέατρο).

Kaldellis-nation

 Η Θεωρία της Πολυεθνικής Αυτοκρατορίας

Ο δεύτερος λόγος που οδήγησε πολλούς μελετητές να πιστεύουν ότι οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν ν΄αναπτύξουν μία εθνοτική/εθνική Ρωμαϊκή ταυτότητα είναι το γεγονός ότι αποτελούσαν μια πολυεθνική αυτοκρατορία και, κατά συνέπεια, η κοινή ρωμαϊκότητα που συνέδεε όλους αυτούς τους ετερογενείς, ετερόγλωσσους και ετεροηθείς πληθυσμούς δεν μπορούσε παρά να είναι «ρηχή» (δηλαδή μόνον πολιτικοθρησκευτική). Πόσο Ρωμαίος λ.χ. ένιωθε ο Ίσαυρος Ταρασικουδίσσας ο Ρουσουμβλαδιώτης (Tarasis Kudissa = ισαυριστί Ταράσις υιός του Κούδιος, ο μετέπειτα Ζήνων) όταν στέφθηκε αυτοκράτορας σε μια εποχή (5ος μ.Χ. αιώνας) που οι Ίσαυροι αποκαλούνται συνεχώς «βάρβαροι» στις πηγές και οι Ρωμαίοι τόσο πριν όσο και μετά από τον Ζήνωνα τους πολεμάνε για να τους υποτάξουν;

Φυσικά, οι ορεσίβιοι Ίσαυροι είναι μια ακραία περίπτωση γιατί πρόκειται για έναν λαό που, λόγω απομόνωσης, κατάφερε ν΄αποφύγει τόσο τον εξελληνισμό κατά την Ελληνιστική εποχή όσο και τον εκρωμαϊσμό, ο οποίος δεν μπορούσε να ξεκινήσει όσο οι Ίσαυροι παρέμεναν ανυπότακτοι. Ωστόσο δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ότι στα χρόνια Ηρακλείου (2 αιώνες μετά τον Ζήνωνα) υπήρχε ακόμα μία διακριτή ισαυρική εθνοτική ομάδα. Ο Λέων Γ΄ ο «Ίσαυρος» ήταν από την Γερμανίκεια της Συρίας που δεν ανήκε στην ιστορική Ισαυρία και, σύμφωνα με πολλους μελετητές, ο Θεοφάνης τον έκανε «Ίσαυρο» είτε από λάθος είτε εσκεμμένα για να τον παρουσιάσει ως «δυσγενή» μέσα από την συσχέτιση με αυτόν τον κάποτε βάρβαρο λαό. Άλλες πηγές τον χαρακτηρίζουν «Συρογενή» και, σύμφωνα με μια αραβική πηγή, οι γλώσσες που ήξερε ο Λέων Γ΄ ήταν τα αραβικά και τα «ρωμαϊκά» (μάλλον η πηγή εννοεί ελληνικά).

Leo-Isaurian

Ενώ σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι ο αυτοκράτορας Ηράκλειος ήταν αρμενικής καταγωγής, έχει ενδιαφέρον ότι ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος τον χαρακτηρίζει «Ηράκλειος ο Λίβυος», επειδή ξεκίνησε την καριέρα του από την Καρχηδόνα, όπου ο ομώνυμος πατέρας του είχε διοριστεί Έξαρχος. Ο Walter Kaegi γράφει για τον Ηράκλειο πως «ήταν Αρμένιος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν περισσότερο Αρμένιος απ΄ότι ήταν “Βυζαντινός” (=Ρωμαίος)».

Heraclius

Και ο Καλδέλλης στην σελίδα 97:

Kaldellis-Libyan

Αυτά τα σφάλματα των βυζαντινών πηγών σχετικά με την καταγωγή διαπρεπών προσώπων πρέπει να μας κάνουν ν΄αμφισβητήσουμε την ικανότητα των βυζαντινών να διακρίνουν αυτά τα εσωτερικά «έθνη». Όπως γράφει ο Στράβων, στο τέλος ήρθαν οι Ρωμαίοι και οι περισσότεροι λαοί άρχισαν να χάνουν τη γλώσσα («διάλεκτοι») και το εθνωνύμιό τους («ονόματα»).

[Στράβων, 12.4.6] καὶ γὰρ Φρύγες ἐπεκράτησαν καὶ Μυσοὶ μετὰ τὴν Τροίας ἅλωσιν, εἶθ᾽ ὕστερον Λυδοὶ καὶ μετ᾽ ἐκείνων Αἰολεῖς καὶ Ἴωνες, ἔπειτα Πέρσαι καὶ Μακεδόνες, τελευταῖοι δὲ Ῥωμαῖοι, ἐφ᾽ ὧν ἤδη καὶ τὰς διαλέκτους καὶ τὰ ὀνόματα ἀποβεβλήκασιν οἱ πλεῖστοι, γεγονότος ἑτέρου τινὸς μερισμοῦ τῆς χώρας, οὗ μᾶλλον φροντίσαι δεῖ τὰ νῦν οἷ᾽ ἔστι λέγοντας, τῇ δὲ ἀρχαιολογίᾳ μετρίως προσέχοντας.

Όταν οι πηγές μας λένε ότι κάποιος ήταν Παφλαγών, Καππαδόξ ή Κίλιξ το γένος, αυτό που εννοούν είναι ότι ήταν ένας Ρωμαίος που καταγόταν από την Παφλαγονία, την Καππαδοκία ή την Κιλικία. Όσον αφορά τις εθνότητες που επιβίωσαν όπως οι Αρμένιοι, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «έχει αρμενική καταγωγή» και στο «είναι Αρμένιος». Για να καταλάβουμε την διαφορά των δύο φράσεων, ο Καλδέλλης παραθέτει το παράδειγμα του στρατηγού Ελλάδος Κεκαυμένου, ο οποίος μας λέει ότι ο εκ μητρός παππούς του Δημήτριος Πολεμάρχιος πολέμησε στο πλευρό του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ κατά των Ρωμαίων (πολέμαρχος = βοεβόδας; ) και τιμήθηκε αργότερα με τον τίτλο του πατρικίου «όταν ο Βουλγαροκτόνος αποκατέστησε την ειρήνη στην Βουλγαρία», ενώ ο εκ πατρός παππούς του, πριν διοριστεί στρατηγός Ελλάδος, ήταν Αρμένιος τοπάρχης που είχε υπάρξει «εχθρός της Ρωμανίας». Γνωρίζοντας πολύ καλά την καταγωγή των παππούδων του, ο Κεκαυμένος ένιωθε τόσο «γνήσιος» Ρωμαίος που αλλού γράφει πως είναι άδικο για τους Ρωμαίους να προβιβάζει ο αυτοκράτορας «εθνικούς» (= ξένους) σε υψηλά αξιώματα.

kekaumenos

Από εκεί και μετά, όπως γράφει ο Καλδέλλης στην σελίδα που παρέθεσα λίγο παραπάνω:

Δεν πρέπει να θεωρούμε την Ρωμανία σαν πολυεθνική αυτοκρατορία, αλλά σαν το έθνος-κράτος των Ρωμαίων, το οποίο τύχαινε να περιλαμβάνει και μερικές μερικώς αφομοιωμένες μειονότητες, όπως συμβαίνει και με όλα τα σύγχρονα έθνη-κράτη ή, καλύτερα, με όλα τα κράτη της Ιστορίας.

Αν πρέπει να μιλήσουμε για την εθνοτικότητα στο Βυζάντιο, πρέπει να σκεφτόμαστε με όρους βαθμών αφομοίωσης που κυμαίνονται από πρόσφατους νεήλυδες μέχρι «πλήρεις» Ρωμαίους.

Είναι ακραία υπερβολή να λέμε για τις «εθνοτικές μειονότητες» του Βυζαντίου ότι «η ίδια η ύπαρξή τους υπονόμευε την έννοια της βυζαντινής ομοιογένειας» (όπως ισχυρίζονται οι μελετητές που αναφέρει στην υποσημείωση #171).

Ο Νικήτας Χωνιάτης, σχολιάζοντας τον κατακερματισμό της αυτοκρατορίας και την αυτονόμηση πολλών επαρχιών μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού το 1180, γράφει πως, μετά την άλωση του 1204, έπασχε κακως το «ὁμογενές» των Ρωμαίων, οι οποίοι «κατὰ δήμους καὶ φατρίας διέστησαν», «τοὺς θεσμοὺς τῆς συγγένειας ἠγνόησαν», «κατ΄ἀλλήλων ὡπλίσθησαν, καὶ γεγόνασι φυλὴ φυλὴ», «οὐδ΄ οὕτω μὲν ὡς εἰς μίαν συνηρμόσθησαν γνώμην, οὐδ΄ ἐς συνασπισμόν ἀλληλους παρακροτήσαντες ἐπαρήξαι», με αποτέλεσμα να συμβεί «ἀπαλλοτρίωσις τῆς ὁμογένειας» και «πολυαρχία», τα οποία εκμεταλλεύτηκαν οι Λατίνοι κατακτώντας κατακερματισμένες και μη αλληλοβοηθούμενες φατρίες.

[ΝΧωνιάτης, 625] καὶ ἡ τῶν πρὸς ἕω Ῥωμαίων περὶ τὸ κακῶς πάσχον ὁμογενὲς ἀνεπίστροφος γνώμη καὶ ἡ παντελὴς παρόρασις καὶ ἐπίλησις οὐκ εὐφόρητα ἔβαλλεν· οὔτε γὰρ χρήμασιν οὔτε στρατεύμασι τῶν δυσμικῶν ἀντελαμβάνοντο πόλεων. Ἀλλοἱ μὲν Λατῖνοι τῆς Ἀσίας ἀναχωρήσαντες τὴν Θρᾴκην ἔκοπτον, μόνην ἀναρριπτοῦσαν τὸν ὑπὲρ ἐλευθερίας Ῥωμαίων κίνδυνον· οἱ δὲ τοῦ ἐκ σφῶν κινδύνου παρὰ δόξαν ἀνεθέντες οὐδενὸς ἦσαν ἀγαθοῦ, οὔτε μὴν σωτήριόν τι καὶ φυλακτήριον ἑαυτοῖς καὶ τοῖς φυλέταις μετήλθοσαν, ἀλλεἰς νοῦν ἀδόκιμον παραδοθέντες, ὥστε τὰ μὴ καθήκοντα δρᾶν καὶ μηδαμῶς ἰέναι πρὸς αἴσθησιν, κατὰ δήμους καὶ φατρίας διέστησαν, πόλεις ἐξέμηναν, κατἀλλήλων ὡπλίσθησαν, τοὺς θεσμοὺς τῆς συγγενείας ἠγνόησαν, καὶ γεγόνασι φυλὴ φυλὴ καὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδας, τὸ πάλαι παρὰ τῷ προφήτῃ θρηνούμενον, οἱ μὲν τῷδε συννεύσαντες καὶ ὡς βασιλεῖ σφῶν προσφερόμενοι, οἱ δἐκείνῳ προσρέψαντες, ὡς καὶ τοῖς πολλοῖς κρίνεσθαι εἰς κατάραν καὶ πλησμονὴν καὶ τῆς ὁμογενείας ἀπαλλοτρίωσιν. ὡς δέ ποτε συνέδραμον ἐς φιλίαν, οὐδοὕτω μὲν ὡς εἰς μίαν συνηρμόσθησαν γνώμην, οὐδἐς συνασπισμὸν ἀλλήλους παρακροτήσαντες ἐπαρῆξαι ὅλως ταῖς ἑσπερίαις προέθεντο πόλεσιν, ἀλλεἰς χειροτονίας βλέψαντες βασιλέων οἱ μὲν κατὰ τὰ ποτώμενα τῶν ζώων συμφορηδὸν συνανίπτανται τῷδε καὶ συναπαίρουσιν, οἱ δὲ καὶ ῥάμνους ἀκανθώδεις ἐς ἀρχὴν προχειρίζονται. καὶ ἦν πολυαρχία πάλιν τὸ γεγονὸς ἐπινεμομένη τὴν ἕω καὶ θηρίον τρικάρηνον ὑπὸ τῶν ἀβελτέρων διαπλεχθέν.

NChon-625

Σε αυτό το χωρίο που ο Χωνιάτης περιγράφει τι χάθηκε μετά το 1180, στην ουσία μας περιγράφει τι υπήρχε μέχρι το 1180. Και αυτό που υπήρχε ήταν «ομογένεια», «θεσμοί συγγένειας» και «συνηρμοσμένη γνώμη», δηλαδή ένα είδος ενότητας (unity) που, σύμφωνα με τον Άραβα Ibn Abd Rabbih (10ος αιώνας), ξεχώριζε τους Al-Rūm από τα άλλα έθνη.

Byz-unity

Rabbih-Rum

Πως λοιπόν κατάφεραν οι Ρωμαίοι να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο συνοχής και ομογένειας ξεκινώντας από μια «πολυεθνική αυτοκρατορία» (πρώιμη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία); Η απάντηση του Καλδέλλη (σλδ 95,99) είναι πως το κατάφεραν επειδή η εθνοτικότητα (δηλαδή η αντίληψη περί καταγωγής), αν και εμφανίζεται σποραδικά στις πηγές, στην πραγματικότητα ΔΕΝ ήταν ουσιώδες συστατικό της Ρωμαϊκής ταυτότητας. Το Ρωμαϊκό έθνος ήταν πολιτικοπολιτισμικό έθνος και όχι εθνοτικό. Η ρωμαϊκή ταυτότητα βασιζόταν στην κοινή γλώσσα, τον κοινό πολιτισμό, την κοινή θρησκεία, τα κοινά ήθη και τους κοινούς νόμους. Σε αυτό θέμα, σύμφωνα πάντα με τον Καλδέλλη, το Βυζάντιο μοιάζει με τις ΗΠΑ (“civic nation”).

Kaldellis-mee

Kaldellis-mee2

Σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη (577), οι Λατίνοι κατακτητές [συγκρινόμενοι με τους Ρωμαίους]

[ΝΧων, 577] παρεζηλωμένῃ θεόθεν ἐπὶ μὴ ἐχέφροσιν ἔθνεσιν, ἢ οὐδἔθνεσιν ἀληθῶς, ἀλλἀμυδροῖς καὶ σποραδικοῖς γένεσιν,

ήταν «μη εχέφρονα έθνη, ή μάλλον ούτε καν αληθινά έθνη, αλλά ασήμαντα (αμυδρά) και διάσπαρτα (σποραδικά) γένη (=φυλές)».

NChon-577

Δυστυχώς, ο Χωνιάτης δεν μας εξηγεί στην συνέχεια τις προϋποθέσεις ενός «ἀληθῶς ἔθνους», αλλά μάλλον είχε κατά νου όλα αυτά που περιγράφει ότι χάθηκαν μετά το 1180.

Η Θεωρία της Χριστιανικής Οικουμενικότητας

Ο τρίτος λόγος που συνήθως προτάσσεται για να δικαιολογήσει τον μη εθνικό ή εθνοτικό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής ταυτότητας είναι η λεγόμενη Χριστιανική Οικουμενικότητα. Σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, όταν οι βυζαντινοί λένε «Ρωμαίος» στην πραγματικότητα απλά εννοούν «Ορθόδοξος Χριστιανός» (ή κατ΄άλλους εν γένει Χριστιανός). Αυτή η άποψη βασίζεται σε τρεις «περίεργες» πηγές που θα αναφέρω παρακάτω. Κύριος υποστηρικτής αυτής της θεωρίας ήταν ο Ρώσος Dimitri Obolensky ο οποίος στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία», προσπάθησε να περάσει την άποψη ότι οι εκτός αυτοκρατορίας Ορθόδοξοι Σλάβοι θεωρούνταν από τους Βυζαντινούς «αδελφοί Ρωμαίοι».

Αυτοί που υποστηρίζουν αυτήν την θεωρία σχεδόν πάντοτε ξεκινάνε με τον Ιουστινιανό ο οποίος, για να δικαιολογήσει την reconquista, προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν τον «ἐλέῳ θεοῦ» επιχθόνιο ποιμένα όλων των Χριστιανών. Ο Ιουστινιανός ωθήθηκε προς αυτήν την ιδεολογία επειδή, μετά την reconquista της δύσης, ένα σωρό γερμανοί βάρβαροι, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν υπάρξει ποτέ Ρωμαίοι πολίτες, κατέληξαν να είναι υποτελείς του. Το μόνο κοινό που είχαν αυτοί οι βάρβαροι με τους άπτωτους Ρωμαίους της Ανατολής ήταν το ότι αμφότεροι ήταν Χριστιανοί.

Η επόμενη μαρτυρία που επικαλούνται οι «οικουμενιστές» είναι η απάντηση του Θεόδωρου Βαλσαμώνος όταν ρωτήθηκε από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας για την σχέση των Ορθόδοξων πληθυσμών της Αιγύπτου με τους Ορθόδοξους Ρωμαίους. Ο Βαλσαμών απάντησε πως «όλοι οι Ορθόδοξοι είναι Ρωμαίοι όπου κι αν ζουν». Αυτό που ξεχνάνε να πουν οι «οικουμενιστές» είναι ότι ο Ιωάννης της Χαλκηδόνος έφτασε στο αντίθετο συμπέρασμα από αυτό του Βαλσαμών, λέγοντας πως οι Ορθόδοξοι της Αιγύπτου ήταν διαφορετική ομάδα από τους «ἡμέτερους Ῥωμαίους».

Η τρίτη μαρτυρία των «οικουμενιστών» είναι μια ακόμα πιο περίεργη δήλωση του Πατριάρχη Αντωνίου Δ΄ το 1393 (όταν στην ουσία δεν υπάρχει πια αυτοκρατορία) σε μια επιστολή του προς τον ηγεμόνα της Μόσχας, όπου ισχυρίζεται ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας «έχει οικουμενική εξουσία σε όλους τους Ρωμαίους, δηλαδή σε όλους τους Χριστιανούς»! Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό του Αντωνίου, όλοι οι Χριστιανοί (όχι μόνο οι Ορθόδοξοι) είναι Ρωμαίοι.

Παραθέτω τις σελίδες του Καλδέλλη (102,104) όπου παρουσιάζοναι αυτές οι τρεις μαρτυρίες των «οικουμενιστών».

ecumenical1

ecumanical2

Πέρα από αυτές τις τρεις δηλώσεις οικουμενικής ρωμαϊκότητας που χρησιμοποιούν οι «οικουμενιστές», υπάρχουν δεκάδες άλλα χωρία που δείχνουν ξεκάθαρα ότι «πολύ απλά, οι Βυζαντινοί δεν θεωρούσαν Ρωμαίους τους βάρβαρους Ορθοδόξους/Χριστιανούς. Η Ορθοδοξία ήταν αναγκαία συνθήκη για να είναι κάποιος Ρωμαίος, αλλά δεν ήταν ικανή (δηλαδή δεν αρκούσε από μόνη της)».

Οι Ρώσοι ήταν «βάρβαροι Σκύθες» πριν τον ορθόδοξο εκχριστιανισμό τους και παρέμειναν «βάρβαροι Σκύθες» μετά τον εκχριστιανισμό τους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι είχαν απωλέσει τα «ελληνικά τους όργια» και τις «ελληνικές τους θυσίες».

Το 1043, οι Ορθόδοξοι Ρώσοι του Γιάροσλαβ του Σοφού επιτέθηκαν δια θαλάσσης στο Βυζάντιο. Ο Σκυλίτσης που περιγράφει τα γεγονότα  (μπερδεύοντας τον Γιάροσλαβ με τον πατέρα του Βλαδίμηρο) γράφει:

[Const9.6]   Ἐγένετο δὲ καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον μῆνα τῆς αὐτῆς ἰνδικτιῶνος καὶ ἡ τοῦ ἔθνους τῶν Ῥῶς κίνησις κατὰ τῆς βασιλίδος. οὗτοι γὰρ κοινοπραγοῦντες μέχρι τοῦδε Ῥωμαίοις καὶ εἰρηνεύοντες μετ’ αὐτῶν, ἀδεῶς τε ἀλλήλοις ἐπεμίγνυντο καὶ ἐμπόρους ἐς ἀλλήλους ἔπεμπον. κατὰ δὲ τοῦτον τὸν χρόνον φιλονεικίας γενομένης ἐν Βυζαντίῳ μετά τινων ἐμπόρων Σκυθῶν, συμπληγάδος τε ἐξ αὐτοῦ ἐπακολουθησάσης καί τινος Σκύθου φονευθέντος ἐπιφανοῦς, ὁ τότε κατάρχων τοῦ γένους τούτων Βλαδιμηρός, […] ὑφ’ ἡγεμόνι ταττόμενα Νικολάῳ τῷ παρακοιμωμένῳ καὶ Βασιλείῳ μαγίστρῳ τῷ Θεοδωροκάνῳ, ἐφ’ ᾧ τοὺς αἰγιαλοὺς ἐπισκοπεῖν καὶ παρατρέχειν καὶ φυλάττεσθαι,
μή τις ἀπόβασις γένηται τῶν βαρβάρων, τὸν δὲ πάντα στόλον κατὰ τὸν Φάρον προσμένειν κελεύσας.

Μπορεί οι Ρώσοι πλέον να ήταν Ορθόδοξοι και ομόπιστοι των Ρωμαίων, αλλά παρέμεναν «βάρβαροι Σκύθες» και όχι Ρωμαίοι.

Οι Βούλγαροι ήταν «βάρβαροι Σκύθες» πριν τον ορθόδοξο εκχριστιανισμό τους και παρέμειναν «βάρβαροι» (αλλά με τον καιρό έπαψαν να θεωρούνται «Σκύθες» επειδή ήταν εδραίοι) μετά τον εκχριστιανισμό τους και πάντοτε διακριτοί από τους Ρωμαίους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι είχαν απωλέσει την «ελληνικήν τους ειδωλολατρεία» (δηλαδή των Τεγκρισμό).

Στα Τακτικά του ο Λέων ο Σοφός γράφει για τις μάχες στα τέλη του 9ου αιώνα μεταξύ των Ρωμαίων και των πλέον Ορθόδοξων Βουλγάρων:

[Τακτικά, 18.40] Ἐπεὶ δὲ Τούρκων ἔμνήσθην, […] ὅτε συμμάχοις αὐτοῖς ἐχρησάμεθα, Βουλγάρων τὰς εἰρηνικὰς παραβεβηκότων σπονδάς, καὶ τὰ τῆς Θράκης χωρία καταδραμόντων, οἷς ἡ δίκη ἐπεξελθοῦσα τῆς εἰς Χριστὸν τὸν Θεὸν παρορκίας, […] καὶ γὰρ τῶν ἡμετέρων δυνάμεων κατὰ Σαρακηνῶν ἀσχολουμένων Τούρκους ἡ θεία πρόνοια ἀντὶ Ῥωμαίων κατὰ Βουλγάρων ἐστράτευσε, πλοΐμου στόλου τῆς ἡμῶν βασιλείας τὸν Ἴστρον αὐτοὺς διαπεράσαντος τε καὶ συμμαχήσαντος, καὶ τὸν κακῶς κατὰ Χριστιανῶν ὁπλισθέντα Βουλγάρων στρατὸν τρισὶ μάχαις κατὰ κράτος νενικηκότας, ὡσανεὶ δημίους ἐξαποστείλασα κατ΄αὐτῶν, ἵνα μὴ ἑκόντες Ῥωμαῖοι Χριστιανοὶ Χριστιανῶν Βουλγάρων αἵμασι χραίνοιντο.

Η «θεία πρόνοια» (στην πραγματικότητα η βυζαντινή διπλωματία) παρότρυνε τους «Τούρκους» (Ούγγρους) να επιτεθούν στους Βούλγαρους «για να μην λερωθούν οι Χριστιανοί Ρωμαίοι με το αίμα των Χριστιανών Βουλγάρων».

Όταν ο τελευταίος Βούλγαρος Τσάρος Ιβάν Βλάντισλαβ πέθανε πολιορκώντας το Δυρράχιο, ο Σκυλίτσης  γράφει πως πέθανε εξαιτίας της βαρβαρικής του αυθάδειας και υπεροψίας (φρύαγμα, «όγκος»)

[Bas2+Const8.41]   Ἀδείας δὲ λαβόμενος ὁ Ἰωάννης ἄπεισι πολιορκήσων τὸ Δυρράχιον μετὰ φρυάγματος καὶ ὄγκου βαρβαρικοῦ. ἔνθα πολιορκίας συστάσης καὶ συμπλοκῆς γενομένης πίπτει,

Οι (Ορθόδοξοι) Χριστιανοί Βούλγαροι ήταν ομόπιστοι των Ρωμαίων, αλλά παραμένουν βάρβαροι και όχι Ρωμαίοι.

Ο Νικόλαος Μεσαρίτης λέει στους νέους Λατίνους αφέντες της Κωνσταντινούπολης (μετά το 1204) πως [εμείς οι Ρωμαίοι της Κωνσταντινούπολης] «θα μπορούσαμε εύκολα να είχαμε καταφύγει στον Λάσκαρι (Νίκαια) ή στις χώρες των (Ορθόδοξων) βαρβάρων που συμμερίζονται την πίστη μας, αλλά μείναμε εδώ και υπομένουμε μύρια δεινά από το έθνος σας».

Mesarites

Το συμπέρασμα του Καλδέλλη από αυτή την δήλωση είναι πως «οι βυζαντινοί ιερείς αναγνώριζαν πως υπήρχαν «ομόπιστοι βάρβαροι» ή, με άλλα λόγια, ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν αρκούσε για να είναι κάποιος Ρωμαίος.»

Όσον αφορά την άλλη πιο εξωφρενική «οικουμενιστική» θεώρηση ότι όλοι οι Χριστιανοί (ακόμη και οι μη Ορθόδοξοι, όπως οι Καθολικοί) ήταν Ρωμαίοι, εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ ρητορικής προπαγάνδας και πραγματικότητας. Όταν οι «Λατίνοι» της Πρώτης Σταυροφορίας πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξιος Κομνηνός δίνει εντολή στους τοξότες να μην τους πετυχαίνουν «στο ψαχνό», ώστε να αποφευχθεί ο «ἐμφύλιος φόνος». Εδώ όλοι οι Χριστιανοί παρουσιάζονται ως «ομόφυλοι» από την Κομνηνή και ο Αλέξιος συμπεριφέρεται σαν καλός Χριστιανός. Ωστόσο, σε όλη την υπόλοιπη Αλεξιάδα, η Κομνηνή παρουσιάζει τους Λατίνους σαν βάρβαρους που μισούν τους Ρωμαίους και, ακόμα και σ΄αυτό το χωρίο, οι «Λατίνοι/Κελτοί» αντιπαραβάλλονται στους Ρωμαίους.

[10.9.6-7]  Ἐπεὶ δ’ ἀναισχύντως τοὺς Λατίνους τοῖς τείχεσι πελάζοντας ἑώρα καὶ τὸ συμφέρον βουλευομένῳ μὴ ὑπείκοντας, τὰ μὲν πρῶτα μεταπεμψάμενος τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Νικηφόρον τὸν ἐμὸν Καίσαρα παρεκελεύσατο ἄνδρας πολεμικωτάτους ἀναλαβόμενον καὶ τοξείας εἰδήμονας τοῦ τείχους ἄνωθεν καταστῆσαι παρεγγυησάμενος συχνοὺς μὲν ὀϊστοὺς κατὰ τῶν Λατίνων πέμπειν, μὴ κατὰ σκοποῦ δέ, ἀλλὰ διαμαρτάνειν τὰ πλείω, ὡς μόνον ἐκφοβεῖν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, ἀναιρεῖν δὲ μηδαμῶς. Ἐδεδίει γάρ, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, τὸ τῆς ἡμέρας σεβάσμιον καὶ τὸν ἐμφύλιον φόνον οὐκ ἤθελεν. […] ὅλας ἡνίας κατὰ τῶν Λατίνων λῦσαι, τὸ μὲν ἵνα τῶν ἵππων πληττομένων ἀπο παύηται τὸ πολὺ τῆς ὁρμῆς τῶν Κελτῶν καὶ μὴ ῥᾳδίως κατὰ τῶν Ῥωμαίων ἱππάζωνται, τὸ δέ τι, ὃ καὶ μᾶλλον, ἵνα μὴ χριστιανοὶ κτείνωνται.

Αλλού η Κομνηνή γράφει πως ο Νορμανδός Ρομπέρτος Γυϊσκάρδος ήταν «εχθρός των Ρωμαίων, ετερόφυλος και βάρβαρος ως προς εμάς και τα έθιμά του ασύμβατα με τα δικά μας».

[1.10.1-2] καὶ τὸν ἐπὶ τυραννικῇ γνώμῃ διαβόητον Ῥομπέρτον ἐκεῖνον τὸν ἀλαζόνα, ὃν Νορμανία μὲν ἤνεγκε, φαυλότης δὲ παντοδαπὴ καὶ ἐθρέψατο καὶ ἐμαίευσεν. Ἡ δὲ Ῥωμαίων ἐχθρὸν τηλικοῦτον ἐφ’ ἑαυτῆς εἵλκυσε πρόφασιν δεδωκυῖα τῶν ἀπ’ ἐκείνου πολέμων τοῖς πρὸς ἡμᾶς κῆδος ἑτερόφυλόν τε καὶ βάρβαρον καὶ τὰ πρὸς ἡμᾶς ἀπροσάρμοστον, μᾶλλον δὲ ἀπροσεξία τοῦ τότε κρατοῦντος Μιχαὴλ τοῦ τὰς τοῦ γένους σειρὰς πρὸς τοὺς Δούκας ἀνάπτοντος.

Δε νομίζω πως μετά από αυτό το χωρίο κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι «Ρωμαίοι ήταν απλά όλοι οι Χριστιανοί», όπως ισχυριζόταν ο Ιουστινιανός και ο Πατριάρχης Αντώνιος Δ΄.

Ποια η απάντηση των «οικουμενιστών» σε όλα αυτά τα χωρία που καταρρίπτουν την εξίσωση Ρωμαίος = Χριστιανός (Ορθόδοξος ή εν γένει); Η απάντηση του Obolensky ήταν πως αυτά τα χωρία είναι «παρεκλίνοντα λόγια» (“aberrant words”) που είναι «κατάλοιπα» ενός «υπολειμματικού “Ελληνικού” πολιτισμικού σοβινισμού». Η απάντηση του Καλδέλλη είναι πως τα λόγια αυτά είναι φυσιολογική απόρροια ενός Ρωμαϊκού -και όχι «Ελληνικού»- σοβινισμού. Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι ήταν ένα Έθνος Ρωμαίων που είχε πλήρως διαμορφωμένα εθνικά/εθνοτικά τοιχία «εμείς-αυτοί», τα οποία τους επέτρεπαν να ξεχωρίζουν τους ετερόφυλους Χριστιανούς ως βάρβαρους, δηλαδή όχι Ρωμαίους.

Obolensky1

Obolensky2

Η Κωνσταντινούπολη ως «φίλαυτη Πόλις-Κράτος»

Ένας από τους πιο σημαντικούς βυζαντινολόγους των τελευταίων δεκαετιών, ο Paul Magdalino, παρόλο που δέχεται ότι υπήρχε «κάποιου είδους βυζαντινός εθνικισμός», διατύπωσε την άποψη ότι οι Βυζαντινοί ήταν ανίκανοι να γίνουν αληθές έθνος επειδή, εκτός από τους «συνήθεις λόγους» (πολυεθνική αυτοκρατορία και χριστιανική οικουμενικότητα), η Κωνσταντινούπολη δεν έπαψε ποτέ να είναι «φίλαυτη Πόλις-Κράτος» (“parochial” = αυτός που στενόμυαλα κοιτάει μόνο το δικό του συμφέρον). Με άλλα λόγια, δεν ενδιαφερόταν για τους πληθυσμούς των επαρχιών που έλεγχε και απλώς ονόμαζε Ρωμαίους όλους τους Χριστιανούς που εξουσίαζε. Στην συνέχεια ο Magdalino παραθέτει μερικούς περίεργους αφορισμούς που εγώ προσωπικά αδυνατώ να καταλάβω, όπως  λ.χ. «το αληθινό έθνος δημιουργεί την πρωτεύουσά του και δεν δημιουργείται από αυτήν».

Εδώ πρέπει να πω ότι δεν είναι περίεργο που ο Magdalino έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα, γιατί εξειδικεύεται στην Περίοδο της Βασιλείας του Μανουήλ Κομνηνού, όταν πια δεν υπήρχε ο εθνικός Ρωμαϊκός στρατός και, στο τέλος της οποίας, πλήχθηκε η συνοχή της Πρωτεύουσας με τις επαρχίες και οδήγησε σε επαρχιακές αυτονομήσεις. Βέβαια, όπως ανέφερα παραπάνω, για τον Χωνιάτη αυτή είναι η κατάσταση αφού χάθηκε η «ομογένεια» και η «συνηρμοσμένη γνώμη», τις οποίες θαύμαζαν στους «Ρουμ» οι Άραβες του 10ου αιώνα.

Magdalino

Magdalino2

Η απάντηση του Καλδέλλη είναι πως ακόμα κι αν δούμε το Βυζάντιο ως «πόλη-κράτος», δεν υπάρχει ασυμβατότητα ανάμεσα στο Έθνος και στην πόλη-κράτος. Όπως ανέφερα και παραπάνω, τρεις μελετητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πόλις-κράτος της Αθήνας πληρεί τις προϋποθέσεις του σύγχρονου έθνους. Όταν έχασαν την Κωνσταντινούπολη, οι Ρωμαίοι μετέφεραν την «Ἀρχή τῶν Ῥωμαίων» στην Νίκαια (όπως κάποτε την μετέφεραν από την Παλαιά στην Νέα Ρώμη) και δημιούργησαν την νέα τους πρωτεύουσα, όπως τα «αληθή έθνη» του Magdalino. Ο Ιωάννης Βατάτζης απάντησε στον Παπα Γρηγόριο Θ΄ το 1239 που είχε χρίσει τον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινινουπόλεως πως «ο [πραγματικός] αυτοκράτορας εξουσιάζει το έθνος και τον λαό, και όχι τις πέτρες και τα ξύλα με τα οποία δομήθηκαν τα κτίρια της Πόλης». Τέλος, υπάρχει ένα σχόλιο του Πατριάρχη Γεννάδιου που, αν και λίγο μεταγενέστερο, έχει σχέση με το θέμα μας. Ο Γεννάδιος γράφει πως δεν έχει σημασία το αν κάποιος είναι Θεσσαλός ή «Βυζάντιος» (=Κων/πολίτης), αφού οι Θεσσαλοί και οι Βυζάντιοι έχουν την ίδια γλώσσα, την ίδια πίστη και τα ίδια ήθη. Φυσικά, εδώ πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι οι Κωνσταντινουπολίτες δεν είχαν ακριβώς τα ίδια έθιμα με τους επαρχιώτες, τους οποίους συχνά κοιτάνε υπεροπτικά, όπως λίγο πολύ συμβαίνει με τους πρωτευουσιάνους όλων των κρατών.

Gennadios

Οι Αρνητές της Ρωμαϊκότητας των Βυζαντινών

Τους δύο τελευταίους λόγους της άρνησης ύπαρξης ρωμαϊκής εθνότητας/ρωμαϊκού έθνους θα τους βάλω μαζί. Αυτοί είναι η Δυτική/Καθολική άρνηση της Ρωμαϊκότητας των «Βυζαντινών» και η αντίστοιχη Νεοελληνική, η οποία γίνεται για να ικανοποιήσει την ανάγκη «Ελληνικής» συνέχειας.

Αν και είναι οι λιγότερο ακαδημαϊκά σημαντικοί από τους λόγους, είναι αυτοί που πιο συχνά βλέπει κάποιος στο διαδίκτυο, όταν βλέπει κόσμο που δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το «Βυζάντιο» να προσπαθεί -γελοιωδώς- ν΄ αποδείξει ότι οι «Βυζαντινοί» δεν ήταν Ρωμαίοι, αλλά Έλληνες/Γραικοί που ήταν μόνον κατ΄όνομα Ρωμαίοι.

Είχα κάνει λίγο πριν τις γιορτές μια ανάρτηση για τον εικαιορρήμονα και ακριτόμυθο Ζουράρι, όπου μπορείτε να δείτε πόσο εύκολα ένας «ουτιδανός νεοελληνίσκος» μπορεί να συμφωνήσει με τους «Λατίνους/Κελτούς/Φράγκους» ότι οι «Βυζαντινοί» ήταν “Graeci” και όχι Ρωμαίοι.

Ο Ιερώνυμος Βουλφ ήξερε πολύ καλά γιατί αναγκάστηκε να εφεύρει τους όρους «Βυζάντιο» και «Βυζαντινοί», ακριβώς όπως ο Λιουπράνδος της Κρεμόνας ήξερε πολύ καλά γιατί ζήτησε προσβλητικά να δει τον «Βασιλέα των Γραικών». Όποιος όμως θέλει να καταλάβει τους «Βυζαντινούς» πρέπει να καταλάβει γιατί η απάντηση που πήρε από αυτούς τους «Βυζαντινούς» ήταν:

Was it not unpardonable,” they said, “to have called the universal emperor of the Romans, the august, great, only Nicephorus: “of the Greeks”‘;-a barbarian, a pauper: of the Romans’? Oh sky! Oh earth! Oh sea!

Δεν ήταν ασυγχώρητη προσβολή να πεις τον οικουμενικό Βασιλέα των Ρωμαίων, τον Αύγουστο/Σεβάσμιο και τρανό Νικηφόρο Φωκά «βασιλέα των Γραικών» και τον βάρβαρο και «κουρελιάρη» (Όθων Α΄) «βασιλέα των Ρωμαίων»; Ω Ουρανέ! Ω Γη! Ω Θάλασσα!

Και περιγράφει στην αναφορά του που έγραψε στα λατινικά τις συζητήσεις που έγιναν στα ελληνικά:

Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse.

Δηλαδή «ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».

Το ότι μια μικρή μερίδα αττικιζόντων λογίων άρχισε από τον 12ο αιώνα και μετά να φλερτάρει ολοένα και περισσότερο με την ιδεά ότι είναι «Έλληνες» δεν έχει καμία σημασία με την ικανότητα των «ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων» να αυτοπροσδιορίζονται ως «γένος/έθνος Ρωμαίων», τουλάχιστον από τον 10ο αιώνα και μετά.

Από εκεί και μετά, όπως λέει ο Καλδέλλης σχετικά με ορισμένους που ισχυρίζονται ότι μετά το 1204 «ατόνισε η Ρωμαϊκή παράδοση» και έχουμε την εμφάνιση «Ελληνικού Εθνικισμού», οι ελληνόφωνοι μετά το 1204 που κατοικούν στα «Δυτικά» και «Ανατολικά» Ρωμαϊκά εδάφη (Ήπειρος και Νίκαια) συνεχίζουν να είναι το ίδιο Ρωμαίοι όπως ήταν και οι πρόγονοί τους και δεν κερδίζουμε τίποτε στο θέμα της κατανόησης της ταυτότητάς τους με το να τους βαφτίζουμε «Έλληνες/Γραικούς».

Greeks

Αφού εξήγησα τους βασικούς λόγους στους οποίους οφείλεται η δυσκολία αποδοχής της εθνοτικής/εθνικής Ρωμαϊκής ταυτότητας των Βυζαντινών, στην επόμενη ανάρτηση θα προσπαθήσω να δείξω, μέσα από την παράθεση ορισμένων χωρίων, γιατί η «πολιτικοθρησκευτική» θεώρηση (Ρωμαίος είναι μόνον ο κάθε Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων) δεν αρκεί από μόνη της και έρχεται σε ασυμφωνία με ένα σωρό χωρία από τον 10ο αιώνα και έπειτα.

8 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Ο Ζουράρις και η βλακώδης επιχειρηματολογία του περί συνέχειας

Οι περισσότεροι πιστεύω ότι έτυχε να δείτε την ομιλία του Ζουράρι στην Βουλή, με την οποία ο κατά φαντασίαν λόγιος πιστεύει ότι «απέδειξε» τη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας.

Εδώ πρέπει να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που ακούω το Ζουράρι να μιλάει, θυμάμαι την φράση από την τανία Ace Ventura: Pet detective:

“You see, the engine is running, but there’s nobody behind the wheel.”

«Βλέπεις, η μηχανή δουλεύει, αλλά δεν υπάρχει κανένας πίσω από το τιμόνι.» 🙂

Αυτή εδώ είναι η «αποδεικτική» ομιλία του Ζουράρι, με την οποία ο ίδιος, λόγω της απύθμενης άγνοιάς του και των ιδεών ανοήτου μεγαλείου που τον χαρακτηρίζουν, πιστεύει ότι έβαλε στην θέση του αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «σκῶρ» (με πληθυντικό τα σκατά, ετερόκλιτο ουδέτερο r/n).

Ζουράρις #1 [02:30] Όταν μιλάς για ασυνέχεια πρέπει να μας πεις επιστημονικά σε ποιο σημείο [και] πότε τελείωσε ο Ελληνισμός.

Με άλλα λόγια, ο εικαιορρήμων (εἰκαῖος = άσκοπος, άχρηστος) και ακριτόμυθος Ζουράρις ρωτάει να μάθει πότε συνέβη η ρωγμή στη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας, η οποία προκάλεσε την ασυνέχεια.

Λοιπόν, ο πατέρας της Σύγχρονης Εθνολογίας Fredrik Barth στο βιβλίο “Ethnic Groups and Boundaries” (1969, βιβλίο που σήμερα θεωρείται ως το πρώτο πόνημα σύγχρονης εθνολογίας) πολύ απλά λέει πως, για να κατανοήσουμε την εθνοτικότητα (ethnicity) ως φαινόμενο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο εθνοτικό τοιχίο (ethnic boundary) «εμείςαυτοί (οι άλλοι)» και στις συνειδητές και υποκειμενικές διαδικασίες κοινωνικής διαπραγμάτευσης με τις οποίες αυτό ανεγείρεται, διατηρείται ή/και αναδιαμορφώνεται.

Η συνειδητή διατήρηση ενός στατικού εθνοτικού τοιχίου σημαίνει εθνοτική «συνέχεια», ενώ η αναδιαμόρφωσή του σημαίνει εθνοτική «ασυνέχεια» και επανεθνοτισμό.

Fredrik-Barth

Μετάφραση:

Τα τοιχία των εθνοτικών ομάδων

Το κυρίως θέμα πάνω στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η [εθνολογική] έρευνα, από αυτήν την άποψη (δλδ την συνειδητοποίηση ότι οι εθνοτικές ομάδες δεν είναι απλά αναπαραγόμενες βιολογικές οντότητες αλλά κοινωνικές συλλογικότητες που διαπραγματεύονται συνεχώς την έννοια του «εμείς»), γίνεται πια το εθνοτικό τοιχίο που αφορίζει την εθνοτική ομάδα και όχι το περιεχόμενο που αυτό περιέχει. Τα τοιχία αυτά είναι φυσικά κοινωνικά (δλδ κοινωνικές (εφήμερες) κατασκευές) […] Αν μία εθνοτική ομάδα διατηρεί την ταυτότητά της όταν τα μέλη της αλληλεπιδρούν [κοινωνικά] με άλλους, αυτό προϋποθέτει κριτήρια καθορισμού του ανήκειν (membership) και τρόπους σημάνσεως του ανήκειν και μη ανήκειν (αποκλεισμός, exclusion).

Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» πρέπει να εξεταστεί τόσο σε συγχρονικό επίπεδο όσο και σε διαχρονικό. Αν σκεφτούμε τον ιστορικό χρόνο σαν τον άξονα ενός σαλαμιού, το συγχρονικό τοιχίο είναι η διάκριση «εμείς-αυτοί» στην παρούσα χρονική τομή (φέτα του σαλαμιού) ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιοι είμαστε «εμείς» τώρα και ποιοι είναι οι τωρινοί «άλλοι»;

Το διαχρονικό εθνοτικό τοιχίο είναι η προβολή στο παρελθόν της εθνοτικής διάκρισης «εμείς-αυτοί» ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιους θεωρούμε εμείς τώρα ως προγόνους μας και ποιους δεν θεωρούμε ως προγόνους μας σε μια προγενέστερη χρονική τομή;

salami

Όπως ήδη έχω αναφέρει, κάθε φορά που υπάρχει αναδιαμόρφωση σε αυτά τα δύο τοιχία «εμείς-αυτοί» υπάρχει εθνοτική ασυνέχεια ή, διαφορετικά, επανεθνοτισμός.

Ο Πλούταρχος κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα πίστευε πως ήταν Έλλην, απόγονος των προγενέστερων ενδόξων Ελλήνων (των οποίων τους βίους περιγράφει στα πάμπολλα βιβλία του και των οποίων τα λόγια παραθέτει, όταν αυτοί οι προγενέστεροι Έλληνες πρόγονοί του χαρακτήριζαν τους Ρωμαίους ως βάρβαρους και αλλόφυλουςκαι θεωρούσε τους Ρωμαίους της εποχής του ως βάρβαρους/αλλόφυλους κατακτητές αλλά, επειδή ο Τίτος Φλαμινίνος ήταν χρηστός και λογικός άρχων, αυτό έκανε τους Ρωμαίους υποφερτή «αλλόφυλη αρχή» της Ελλάδος η οποία, επειδή προτιμά τις συνηθισμένες μορφές αυτοδιακυβέρνησής της, δεν αγάπησε εύκολα τους «αλλόφυλους αφέντες» της.

[Πλούταρχος, Φλαμινίνος, 2.4]

δ᾽ Ἑλλὰς οὔπω πολλὰ συνενηνεγμένη Ῥωμαίοις, ἀλλὰ τότε πρῶτον ἐπιμιγνυμένη ταῖς πράξεσιν, εἰ μὴ φύσει τε χρηστὸς ἦν ἄρχων καὶ λόγῳ μᾶλλον πολέμῳ χρώμενος, ἐντυγχάνοντί τε προσῆν πιθανότης καὶ πρᾳότης ἐντυγχανομένῳ καὶ τόνος πλεῖστος ὑπὲρ τῶν δικαίων, οὐκ ἂν οὕτως ῥᾳδίως ἀντὶ τῶν συνήθων ἀλλόφυλον ἀρχὴν ἠγάπησε. ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ δηλοῦται.

Ειδικότερα, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι κάποιος Ρωμαίος χαρακτήρισε τον Φιλοποίμενα ως «τον έσχατον των Ελλήνων» (τον τελευταίο των (ένδοξων) Ελλήνων), γιατί μετά από αυτόν η Ελλάς δεν γέννησε κανέναν άξιο άνδρα. Επίσης, στον Βίο του Αράτου, ο ίδιος ο Πλούταρχος θεωρεί ότι η ανάκτηση του Ακροκορίνθου από τους Αχαιούς του Αράτου και η εκδίωξη της Μακεδονικής/βασιλικής φρουράς από εκεί ήταν «η έσχατη Ελληνική πράξη». Άντε τώρα ο Ζουράρις να καταλάβει γιατί η εκδίωξη των Μακεδόνων από τον Ακροκόρινθο θεωρείται από τον Πλούταρχο ως  «η τελευταία (ένδοξη) Ελληνική πράξη», αλλά αυτό είναι για άλλη ανάρτηση.

[Πλούταρχος, Φιλοποίμην, 1.4]

αὐτοί γε μὴν ἐν τοῖς ἄλλοις ἔργοις καὶ τὴν Φιλοποίμενος ἐποιοῦντο παίδευσιν, ὡς κοινὸν ὄφελος τῇ Ἑλλάδι τὸν ἄνδρα τοῦτον ὑπὸ φιλοσοφίας ἀπεργασόμενοι. καὶ γὰρ ὥσπερ ὀψίγονον ἐν γήρᾳ ταῖς τῶν παλαιῶν ἡγεμόνων ἐπιτεκοῦσα τοῦτον ἀρεταῖς Ἑλλὰς ἠγάπησε διαφερόντως καὶ συνηύξησε τῇ δόξῃ τὴν δύναμιν. Ῥωμαίων δέ τις ἐπαινῶν ἔσχατον αὐτὸν Ἑλλήνων προσεῖπεν, ὡς οὐδένα μέγαν μετὰ τοῦτον ἔτι τῆς Ἑλλάδος ἄνδρα γειναμένης οὐδὲ αὑτῆς ἄξιον.

[Πλούταρχος, Άρατος, 24.1-2]

δὲ Ἄρατος εὐθὺς τό τε Ἡραῖον ὑφ᾽ ἑαυτῷ καὶ τὸ Λέχαιον ἐποιήσατο: καὶ νεῶν μὲν εἰκοσιπέντε βασιλικῶν ἐκυρίευσεν, ἵππους δὲ πεντακοσίους καὶ Σύρους τετρακοσίους ἀπέδοτο τόν τε Ἀκροκόρινθον ἐφύλαττον οἱ Ἀχαιοὶ τετρακοσίοις ὁπλίταις καὶ πεντήκοντα κυσὶ καὶ κυνηγοῖς ἴσοις ἐν τῷ φρουρίῳ τρεφομένοις.

Οἱ μὲν οὖν Ῥωμαῖοι τὸν Φιλοποίμενα θαυμάζοντες Ἑλλήνων ἔσχατον προσηγόρευον, ὡς μηδενὸς μεγάλου μετ᾽ ἐκεῖνον ἐν τοῖς Ἕλλησι γενομένου: ἐγὼ δὲ τῶν Ἑλληνικῶν πράξεων ταύτην ἐσχάτην καὶ νεωτάτην φαίην ἂν πεπρᾶχθαι, τοῦτο μὲν τόλμῃ, τοῦτο δὲ τύχῃ ταῖς ἀρίσταις ἐνάμιλλον, ὡς ἐδήλωσεν εὐθὺς τὰ γινόμενα.

Από ένα σημείο και μετά, οι ελληνικές πόλεις-κράτη και τα Κοινά απώλεσαν κάθε ουσιαστική δυνατότητα αυτονομίας σε μείζονα θέματα και δεν κουνιόταν ούτε φύλλο αν δεν το ενέκρινε η «ἀλλόφυλος ἀρχή» των Ρωμαίων. Το μόνο που μπορεί να κάνει ένας Έλληνας σήμερα, γράφει αλλού ο Πλούταρχος, είναι να ασχοληθεί με τα τοπικά κοινά της πόλης του και να έχει ισχυρούς Ρωμαίους φίλους, γιατί οι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους. Αλλού ο Πλούταρχος συμβουλεύει τους σύγχρονούς του Έλληνες να μην προσπαθήσουν να μιμηθούν τις ένδοξες πράξεις [ελευθερίας] των προγόνων τους, επειδή δεν είναι καιροί για τέτοια γελοία πράγματα. Η Ρωμαϊκή αιχμή ήταν νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρούσε ατασθαλίες.

[Πλούταρχος, Πολιτικά Παραγγέλματα, 814α]

τὰ μὲν γὰρ μικρὰ παιδία τῶν πατέρων ὁρῶντες ἐπιχειροῦντα τὰς κρηπῖδας ὑποδεῖσθαι καὶ τοὺς στεφάνους περιτίθεσθαι μετὰ παιδιᾶς γελῶμεν, οἱ δ᾽ ἄρχοντες ἐν ταῖς πόλεσιν ἀνοήτως τὰ τῶν προγόνων ἔργα καὶ φρονήματα καὶ πράξεις ἀσυμμέτρους τοῖς παροῦσι καιροῖς καὶ πράγμασιν οὔσας μιμεῖσθαι κελεύοντες ἐξαίρουσι τὰ πλήθη, γέλωτά τε ποιοῦντες οὐκέτι γέλωτος ἄξια πάσχουσιν, ἂν μὴ πάνυ καταφρονηθῶσι. πολλὰ γὰρ ἔστιν ἄλλα τῶν πρότερον

Επιπλέον, μετά από τρεις αιώνες αδιατάρακτης εξουσίας, όπως παραδέχεται και η Ελληνίδα ποιήτρια Μελιννώ στον Ύμνο της υπέρ της Ρώμης, η Μοίρα φαινόταν να είχε δώσει στην «δαΐφρονα άνασσα» και «Άρηος θυγατέρα» Ρώμη το «βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής.» Η Μελιννώ μάλλον ήταν από τους Επιζεφύριους Λοκρούς αλλά, επειδή προσπάθησε να μιμηθεί την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς, σχηματίστηκε η λάθος εντύπωση κατά την ύστερη αρχαιότητα ότι ήταν Λέσβια.

Romans-barbariansΟ Ύμνος της Μελιννούς για την Ρώμη:

melinno-rome

Χαίρε μοι Ῥωμα, θυγάτηρ Ἄρηος,

χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσα,

σεμνὸν ἃ ναίεις ἐπὶ γᾶς Ὄλυμπον

αἰὲν ἄθραυστον.

Σοι μόνᾳ, πρέσβιστα, δέδωκε Μοῖρα

κῦδος ἀρρήκτω βασιλῇον ἀρχᾶς,

ὄφρα κοιρανῇον ἔχοισα κάρτος

ἁγεμονεύεις

«Χαίρε Ρώμη, θυγάτηρ Άρηος, χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσασε εσένα μόνον, ω πρέσβιστη, έχει δώσει η Μοίρα βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής

δαΐφρων ἄνασσα = Βασίλισσα με μαχητικό φρόνημα

βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής = βασιλική δόξα αδιάκοπης (δλδ αιώνιας) εξουσίας.

Στην παρακάτω σελίδα παραθέτω την περιγραφή της άποψης του Πλουτάρχου για τους Ρωμαίους και τους «πάλαι καὶ νῦν» Έλληνες από τον Αντώνη Καλδέλλη στις σελίδες 55-6 του Hellenism in Byzantium:

kaldellis-plutarch

Επαναλαμβάνω το identikit του Πλουτάρχου:

  1. Ομόφυλοί μου Συνέλληνες, «εμείς» είμαστε Έλληνες, απόγονοι των ενδόξων [Ελλήνων] προγόνων μας που έχουμε κατακτηθεί από «αυτούς» τους βάρβαρους/αλλόφυλους Ρωμαίους, οι οποίοι είναι μια υποφερτή αλλόφυλος αρχή, επειδή δεν είναι εντελώς βάρβαροι.
  2. Δεν είναι καιρός «εμείς» να μιμηθούμε τις ένδοξες πράξεις των Ελλήνων προγόνων μας, αλλά είναι καιρός να σκύψουμε το κεφάλι, γιατί «αυτή» η Ρωμαϊκή αιχμή είναι νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρεί ανόητες ατασθαλίες.
  3. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε «εμείς» οι νυν Έλληνες είναι να γίνουμε «βλαχοδήμαρχοι» στις πόλεις μας και ν΄αποκτήσουμε ισχυρούς Ρωμαίους φίλους για κάνα ρουσφέτι, γιατί «αυτοί» οι αλλόφυλοι/βάρβαροι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους.

Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» που έχει ανεγείρει ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρο.

Σχεδόν έναν αιώνα μετά τον Πλούταρχο, ο ελληνόφωνος Ρωμαίος συγκλητικός από την Βιθυνία Δίων ο Κάσσιος είναι ο πρώτος γνωστός εκρωμαϊσμένος ελληνόφωνος και το άκρως αντίθετο του Πλουτάρχου. Ίσως ήταν εξαίρεση στην εποχή του, αλλά ήταν ο πρόδρομος αυτών που ακολούθησαν. Συνέγραψε στην Ελληνική μία Ρωμαϊκή Ιστορία, η οποία περιγράφει τα πράγματα από την Ρωμαϊκή οπτική γωνία. Ήταν η αγαπημένη πηγή των «Βυζαντινών» για την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία και ο «βυζαντινός» διοικητής του θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος, που έγραψε γύρω στο 1070, τον χαρακτηρίζει «Δίωνα τον Ρωμαίο» για να τον ξεχωρίσει από τον «Δίωνα τον Χρυσόστομο».

Dion

Από τη μια, ο πολιτικός εκρωμαϊσμός των ελληνοφώνων αρχίζει σταδιακά να διαβρώνει την εθνοτική αντίθεση Έλλην-Ρωμαίος ενώ, από την άλλη, οι Ρωμαίοι αρχίζουν να διαβρώνουν την αντίθεση Έλλην-βάρβαρος, όταν υιοθετούν τον όρο «βάρβαρος» για τους μη Ρωμαίους (ιδίως αυτούς που κατοικούσαν στο Barbaricum εκτός της αυτοκρατορίας). Τέλος, ο Χριστιανισμός ανεγείρει ένα νέο θρησκευτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» μεταξύ των νυν ελληνόφωνων Χριστιανών και των πάλαι και νυν πολυθεϊστών «Ἑλλήνων».

Μετά το 400 μ.Χ. η κυρίαρχη σημασία του όρου «Ἕλλην» είναι αυτή με την οποία χρησιμοποιεί τον όρο ο Χριστιανισμός: «Ἕλλην» είναι πια ο «δυσσεβής» πολυθεϊστής, για το 90% περίπου του πληθυσμού της αυτοκρατορίας που είναι πια χριστιανικό και, από τον Θεοδόσιο και μετά, ζει σε μια επισήμως «Φιλόχριστο των Ρωμαίων Πολιτεία».

Στα χρόνια του Ιουστινιανού, στον επίσημο νομικό κώδικα του κράτους, «οι Ἕλληνες» είναι οι «δυσσεβείς, μυσαροί, ανόσιοι, αλιτήριοι, νοσούντες από “ανοσιομανία” και δήθεν παιδευόμενοι (επειδή μορφώνονται στην λάθος και «θύραθεν/έξωθεν» παιδεία), εξαιτίας των οποίων η Φιλόχριστος των Ρωμαίων Πολιτεία πλήττεται από την δίκαια οργή του φιλάνθρωπου Θεού.» Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί απαντούν στο άρθρο [CJ, 1.11] του Ιουστινιανικού κώδικα που φέρει τον τίτλο De Pagani/Περὶ Ἑλλήνων.

CJ-1-11

Αν δούμε τι πιστεύουν οι «Βυζαντινοί» κατά την περίοδο 600-1000 μ.Χ θα δούμε ότι έχουν διαβρωθεί/αναδιαμορφωθεί όλα τα εθνοτικά τοιχία του Πλουτάρχου και έχει ανεγερθεί ένα νέο θρησκευτικό.

Εδώ κάθε νοήμον πρωτεύον που ξέρει να μετράει μέχρι το 10 είναι σε θέση να καταλάβει ότι μεταξύ Πλουτάρχου και των πρώιμων Βυζαντινών έχει συμβεί ένας ριζικότατος επανεθνοτισμός και, κατά συνέπεια, υπάρχει μια σαφέστατη εθνοτική ασυνέχεια στην διαχρονική ελληνόφωνη κοινότητα.

Ενώ για τον Πλούταρχο «οι πρόγονοί μας» ήταν οι παλαιότεροι [ελεύθεροι] Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι βάρβαροι/αλλόφυλοι κατακτητές, οι ελληνόφωνοι πρώιμοι «Βυζαντινοί» πιστεύουν ότι είναι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι» (= Ρωμαίοι που έμαθαν να μιλάνε Ελληνικά), ότι η «πάτριος/πατρώα» (προγονική) γλώσσα τους ήταν τα Λατινικά, ότι οι πρόγονοί τους ήταν οι «Πάλαι Ῥωμαῖοι» που ίδρυσαν την Ἀρχή τῶν Ῥωμαίων/Ῥωμαίων Πολιτεία (Imperium Romanum, Res Publica Romana) και, τέλος, πιστεύουν ότι οι [αρχαίοι] Έλληνες ήταν οι «δυσσεβείς» και «μυσαροί» εχθροί των Χριστιανών προγόνων τους. Πριν από κάθε μάχη του 10ου μ.Χ. αιώνα, τα εμψυχωτικά λόγια ενός «βυζαντινού» στρατηγού προς τους «βυζαντινούς» στρατιώτες του είναι «θυμηθείτε ότι είστε Ρωμαίοι!»

Οι ελληνόφωνοι ως «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι»:

Οι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαῖοι» πλέον λένε τις clausurae κλεισούρες και τον rationalis λογοθέτη.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.25] κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιάυτας ὁδούς καλοῦσι Ῥωμαίοι.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.128] λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαίοι.

Οι «πάλαι Ρωμαίοι» που για τον Πλούταρχο ήταν «ἀλλόφυλοι», για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Θεόφιλο είναι οι αγαθοί τα πολέμια πρόγονοι των Ρωμαίων στρατιωτών του και ζητάει  από τους τελευταίους να επανακτήσουν την πολεμική αρετή των Ρωμαίων προγόνων τους (πρὸς τὴν τῶν προγόνων Ῥωμαίων ἐπανάγεσθαι ἀρετὴν).

capillare

Για τον Πλούταρχο ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας «αλλόφυλος Ρωμαίος». Για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, αντίθετα, ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας εκ των «ὅτε βασιλέων» που μιλούσε την «πάτριο Ρωμαϊκή φωνή» την οποία, μετά τον Ηράκλειο, οι «ἑλληνίζοντες» διάδοχοί του Καίσαρα απέβαλαν.

ConstPorph-patrios

Για τον Ιωάννη Κυριώτη τον Γεωμέτρη, ο Ιούλιος Καίσαρ είναι ο ένδοξος αγαθός τα πολέμια πρόγονος των «Αὐσονίων» (= γνήσιων Ρωμαίων, «βυζαντινών») τον οποίο καλεί ν΄αναστηθεί και να πάρει γρήγορα τα όπλα (ὅπλα λάμβανε θᾶττον), επειδή τα τόξα των «Μυσών» (Βουλγάρων) αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τα δόρατα των «Αυσονίων» και ο «Ίστρος » (Βουλγαρία) κατάφερε να πάρει το στεφάνι της «Ρώμης» (αναφέρεται στην ταπεινωτική ήττα του νεαρού Βασιλείου Β΄ από τον Τσάρο Σαμουήλ στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού το 986).

Ausonians-Geometres

Για τον Πλούταρχο, η gens Fabia ήταν ένας αριστοκρατικός οίκος των «αλλόφυλων Ρωμαίων». Για τον Ατταλειάτη ήταν οι «πάλαι Ῥωμαίοι» και οι πρόγονοι των Φωκάδων και του Νικηφόρου Βοτανειάτη.

Ἐκ τούτων οὖν, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ καὶ ἡ τοῦ γένους ἀναφορὰ περιάγει, οἱ Φωκάδες αὐτοὶ καταγόμενοι τὴν τε περιφάνειαν ἄνωθεν ἔσχον καὶ τὸ τῆς ἀνδρίας ἀλκιμώτατον καὶ ἀνύποιστον ἐκ τῶν ἐκείνων Φαβίων, ὥς που διὰ βίβλου τινὸς παλαιᾶς ἐχειραγωγήθην ποτέ, τὴν ἀρχὴν τοῦ γένους ἐφέλκοντες. Οὖτοι δὲ οἱ Φάβιοι ἐν τῇ παλαιᾷ Ῥώμῃ τὰς πρώτας ἔσχον ἀρχὰς καὶ τιμὰς καὶ ῥίζα πάντων τῶν εὐγενῶν καὶ κατὰ χεῖρα καρτερῶν ἐγνωρίζοντο καὶ οὐδεὶς τούτων ἐσφάλη ποτὲ περὶ πολέμους καὶ κινδύνους ἀγωνιζόμενος.

Μετάφραση: Εκ τούτων λοιπόν, όπως δείχνει η διήγηση και περιγραφή της καταγωγής, αυτοί οι Φωκάδες κατάγονται από τους ξακουστούς Φαβίους, από τους οποίους έχουν κληρονομήσει την περιφάνεια και το αλκιμώτατο (= τολμηρό) και ανύποιστο (=ακαταμάχητο) της ανδρείας τους. Αυτοί οι Φάβιοι κατείχαν τα υψηλότερα αξιώματα και τιμές στην Παλαιά Ρώμη και ήταν η ρίζα όλόκληρης της αριστοκρατίας και όλων των «κατὰ χεῖρα καρτερῶν» ανδρών (~ τρανών πολεμιστών). Ουδείς εξ αυτών ουδέποτε απέτυχε αγωνιζόμενος σε πολέμους και κινδύνους.

Όσο για την Λατινική ως την «πάτριο/πατρώα» (=προγονική) γλώσσα των «βυζαντινών» (ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων), εκτός από το χωρίο του Πορφυρογέννητου που παρέθεσα παραπάνω, υπάρχουν άλλες δύο αναφορές.

Ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης που εξιστόρησε γύρω στο 630 μ.Χ. τα γεγονότα της βασιλείας του Μαυρικίου πολλάκις αναφέρεται στην «Λατινίδα φωνή» ως την «πάτριο/πατρώα», «επιχώριο» και «συνήθη» γλώσσα των Ρωμαίων, στους οποίους πιστεύει ότι ανήκει, ασχέτως αν έγραψε την ιστορία του σε αυτήν που ονομάζει ως «εὐγενίδα Ἑλλάδα γλῶττα» (εννοεί την κλασική γλώσσα στην οποία γράφει και όχι την «ἰδιώτιδα» φωνή του απλού κόσμου).

skulka

[…] τῆς διαφρουρᾶς κατημέλησεν, ἣν σκούλκαν σύνηθες τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν.

Η «διαφρουρά», στην πάτριο φωνή των [νῦν ἑλληνιζόντων] Ρωμαίων λέγεται «σκούλκα».

Θα καταλάβετε τον δημώδη λατινικό όρο «σκούλκα» μόλις σας δώσω τον ορισμό του όρου «σκουλκάτωρες» από τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού.

[Τακτικά, 4.26] Σκουλκάτωρες δὲ οἱ κατάσκοποι λέγονται οἵτινες μανθάνοντες τὰ τῶν ἐχθρῶν ἀπαγγέλλουσιν.

«Σκουλκάτωρες», λοιπόν, είναι οι κατάσκοποι που στέλνονται για να κρυφακούσουν αυτά που λένε οι εχθροί. Ευχαριστώ τον Simplizissimus που μου υπέδειξε πως ο όρος ανάγεται στο λατινικό exculcatores = « πρόσκοποι» και όχι στο auscultatores = «ακουστές»,  όπως νόμιζα μέχρι τώρα.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής που έγραψε την Χρονογραφία του κατά την περίοδο 810-814 μ.Χ., όταν περιγράφει μια ρωμαϊκή εκστρατεία του 587 μ.Χ. κατά των Αβάρων στην Θράκη, γράφει:

ἑνὸς γὰρ ζώου τὸν φόρτον διαστρέψαντος, ἕτερος τὸν δεσπότην τοῦ ζώου προσφωνεῖ τὸν φόρτον ἀνορθῶσαι τῇ πατρῴᾳ φωνῇ· τόρνα, τόρνα, φράτερ.” καὶ ὁ μὲν κύριος τῆς ἡμιόνου τὴν φωνὴν οὐκ ᾐσθάνετο, οἱ δὲ λαοὶ ἀκούσαντες καὶ τοὺς πολεμίους ἐπιστῆναι αὐτοῖς ὑπονοήσαντες εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, “τόρνα, τόρναμεγίσταις φωναῖς ἀνακράζοντες. ὁ δὲ Χαγάνος μεγάλην δειλίαν περιβαλόμενος ἀκρατῶς ἔφυγεν. καὶ ἦν ἰδεῖν Ἀβάρους τε καὶ Ῥωμαίους ἀλλήλους διαδιδράσκοντας, μηδενὸς διώκοντος.

Κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης, βλέποντας ότι ο φόρτος πάνω σε σε έναν νωτοφόρο ημίονο ήταν έτοιμος να πέσει, προσεφώνησε προς τον δεσπότη (χειριστή) του ζώου στην πατρώα φωνή «τόρνα, τόρνα φράτερ!» («γύρνα (τον), γύρνα (τον), αδελφέ! (τον φόρτο)»). Οι δε λαοί (οι υπόλοιποι στρατιώτες) κατάλαβαν ότι με το «τόρνα, τόρνα!» εννοούσε «γύρνα (πίσω), γύρνα (πίσω)!» και, πανικόβλητοι, άρχισαν να υποχωρούν ατάκτως. Το περίεργο του συμβάντος είναι ότι και οι Άβαροι υποχώρησαν πανικόβλητοι, κάτι που γεννά το ερώτημα ποια ήταν η lingua franca των ετερογενών αβαρικών εκστρατευτικών σωμάτων; Στα αβαρικά στρατεύματα υπήρχαν, εκτός από τους μάλλον τουρκόφωνους Αβάρους, γερμανόφωνοι Γήπες/Γήπιδες, Σλάβοι και, μεταξύ άλλων, αυτόμολοι Ρωμαίοι). Μήπως η lingua franca του Αβαρικού Χαγανάτου ήταν η δημώδης Λατινική της εποχής; Τέλος πάντως, δεν είναι αυτό το θέμα της παρούσης αναρτήσεως.

Οι ελληνόφωνοι «Βυζαντινοί» (δηλαδή οι μεσαιωνικοί ελληνίζοντες Ρωμαίοι) όχι μόνο θεωρούσαν ως προγόνους τους «αλλόφυλους Ρωμαίους» του Πλουτάρχου και τη λατινική γλώσσα αυτών ως την «πάτριο/πατρώα» γλώσσα τους, αλλά θεωρούσαν τον ίδιο τον Πλούταρχο «ἀλλότριο». Ο δάσκαλος του Μιχαήλ Ψελλού Ιωάννης Μαυρόπους (ανήκε στο ίδιο λόγιο ρεύμα με τον Ψελλό που ισχυρίζεται στα γραπτά του ότι μόνος του αναβίωσε την λησμονημένη μελέτη της Ελληνικής φιλοσοφίας) σε ένα ποίημά του ζητάει από τον Χριστό, αν έχει διάθεση να σώσει [από την καταδίκη στην κόλαση] την ψυχή κάποιων αλλότριων, ας σώσει τις ψυχές του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου.

εἴπερ τινός βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων

τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,

Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι,

ἄμφω γάρ εἰσι καί λόγον καί τόν τρόπον

τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες,

εἰ δ’ ἠγνόησαν ὡς Θεός εἶ τῶν ὅλων,

ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον

δι’ ἥν ἅπαντας δωρεάν σῲζειν θέλεις.

Εδώ φυσικά, ο όρος «ἀλλότριος» σημαίνει ειδικά «αλλόπιστος», δηλαδή ο Πλάτων και ο Πλούταρχος είναι «Ἕλληνες» (=μη Χριστιανοί) όπως είναι και οι μουσουλμάνοι Άραβες και οι ζωροαστριστές Πέρσες, καθώς και οι τεγκριστές Βούλγαροι και οι Ρώς πριν από τον εκχριστιανισμό τους.

hellenes-polytheists

Στο [10:40] του παρακάτω βίντεο, η Αρβελέρ αναφέρει τα λόγια με τα οποία ο Πατριάρχης Φώτιος ανακοίνωσε τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής.

«Έχω την ευχάριστη είδηση να σας πω ότι το Βουλγαρικόν έθνος απεποιήθη την Ελληνικήν [του] ειδωλολατρεία και έγινε χριστιανόν […]»

Η «ελληνική ειδωλολατρεία» των (στεπαίων/τουρκόφωνων) Βουλγάρων ήταν ο Τεγκρισμός (ο Τεγκρί ήταν ο Τουρκομογγολικός θεός του Ουρανού).

Τις «ελληνικές» θυσίες και τα «ελληνικά» όργια που οι παγανοί «Ταυροσκύθες» Ρως κληρονόμησαν από τον «Σκύθη» Αχιλλέα και τους Μυρμιδόνες του, τα έχω περιγράψει εδώ, ενώ εδώ έχω περιγράψει τον αυτοχαρακτηρισμό του Ζωροάστρη Σασσανίδη βασιλέα Χοσρόη Β΄ ως «Έλληνα» (σε αντίθεση με την Χριστιανή γυναίκα του «Σειρέμ»/Shirin), σε μια επιστολή του στα Ελληνικά που διέσωσε ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης.

Επομένως, για να περάσω στις άλλες κοτσάνες του Ζουράρι, η απάντηση στην ερώτηση του «πότε συνέβη η ασυνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας;» είναι κατά τον βαθμιαίο επανεθνοτισμό και την αναδιαπραγμάτευση ταυτοτήτων που υπέστησαν οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατά την περίοδο 350-600 μ.Χ. Ο όρος που περιγράφει αυτή τη διαδικασία είναι «εκρωμαϊσμός» (romanization).

Τα λόγια του Αντώνη Καλδέλλη για το θέμα, σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχε με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Μελέτης του Δυτικού Πολιτισμού στο Texas Tech Steve Balch μπορείτε να τα ακούσετε στο [08:20-10:20]

 Καλδέλλης: Ανέφερες την [ρωμαϊκή] συνέχεια του Βυζαντίου που είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσω ότι δεν ενδιαφέρομαι για τις συνέχειες που συνήθως συζητούνται στις ημέρες μας, δηλαδή τις σύγχρονες εθνικιστικές ιδεολογίες συνέχειας. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, «Βυζάντιο και συνέχεια» σημαίνει πως οι Νεοέλληνες είναι οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και το Βυζάντιο είναι η απαραίτητη για την σύνδεση γέφυρα.

Steve Balch: Εσύ όμως πιστεύεις ότι οι Βυζαντινοί αν και ελληνόφωνοι ένοιωθαν Ρωμαίοι.

Καλδέλλης: Απολύτως! Όταν προτάσσεις την ρωμαϊκή συνέχεια του Βυζαντίου, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι δέχεσαι πως υπάρχει μια ελληνική [εθνοτική] ασυνέχεια. Αυτό που συναντάς [στις πηγές] είναι ότι, κατά την ύστερη αρχαιότητα, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του ανατολικού μέρους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σταματούν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, για ποικίλους λόγους, γίνονται Ρωμαίοι και Χριστιανοί και τέτοιοι παραμένουν για τα επόμενα 1000 χρόνια [του Βυζαντίου]. Βρίσκω ενδιαφέρουσα την ασυμφωνία πραγματικότητας και ιδεολογίας που υπάρχει στους κλασικιστές που πιστεύουν ότι η Ρώμη κατέκτησε την Ελληνική Ανατολή, αλλά κατακτήθηκε από τον ανώτερο πολιτισμό της τελευταίας. Δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα! Οι κλασικιστές έχουν αυτήν την εντύπωση επειδή σπανίως εξετάζουν την περίοδο μετά τον 2ο/3ο μ.Χ. αιώνα [όταν οι Έλληνες υπάρχουν ακόμα σαν εθνότητα που αντιστέκεται στον εκρωμαϊσμό και όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος γράφει στην Ελληνική το προσωπικό του ημερολόγιο και ολόκληρο φιλοσοφικό σύγγραμμα]. Αν εξετάσεις όμως την κατάσταση μερικούς αιώνες αργότερα, βρίσκεις τους ελληνόφωνους να είναι Ρωμαίοι, χωρίς να κρύβουν πίσω από αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό τους κάποια λανθάνουσα και ελλοχεύουσα Ελληνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες μελετητές, όχι όλοι τους φυσικά, αλλά αυτοί που δέχονται το Εθνικό Αφήγημα, πιστεύουν ότι οι Έλληνες συνεχίζουν να υπάρχουν «υπογείως» και ότι η Ελληνική τους ταυτότητα συνεχίζει να υπάρχει «υποβρυχίως» για 1200 περίπου χρόνια, μέχρι που τελικά ξαναναδύεται στην επιφάνεια. Δεν έγιναν φυσικά έτσι τα πράγματα!

Πάμε στην επόμενη κοτσάνα του Ζουράρι.

Ζουράρις #2 [03:07]: Η γλώσσα … οι λέξεις θεός, θάλασσα, χέζω υπάρχουν από τα ομηρικά χρόνια καταλαβαίνετε ότι δεν μπορύμε να μιλούμε περί ασυνεχείας.

Εδώ ο ακριτόμυθος παλιάτσος δείχνει περίτρανα την εθνολογική του άγνοια, μην μπορώντας να κατανοήσει ότι η γλωσσική συνέχεια και η εθνοτική συνέχεια είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Είμαι σίγουρος ότι ψεύδεται και για την υποτιθέμενη γλωσσολογική μελέτη στην οποία αναφέρεται. Η γλωσσική «συνέχεια» δεν «αποδεικνύεται» ούτε με 4 λέξεις ούτε με 14. Όταν οι γλωσσολόγοι εξετάζουν την εξέλιξη μιας γλώσσας, εξετάζουν την φωνολογία της, την μορφολογία της, το συντακτικό της, το λεξιλόγιό της και τις σημασιακές αλλαγές των όρων.

Οι Αμερικάνοι συνεχίζουν να μιλάνε την αποικιακή Αγγλική που έφεραν οι Άγγλοι άποικοι στον νέο κόσμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι είναι Άγγλοι επειδή συνεχίζουν να μιλάνε Αγγλικά και συνεχίζουν να τα ονομάζουν Αγγλικά. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, και ύστερα από μια διαδικασία επανεθνοτισμού που διήρκεσε έναν περίπου αιώνα, οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί ανέγειραν ένα εθνικό τοιχίο, το οποίο πλέον χωρίζει δύο διαφορετικά νεωτερικά έθνη.

Ένας Αμερικάνος σχολιαστής του Άμαζον (ιταλοαμερικάνος αν κρίνω από το όνομά του), αφού διάβασε το τελευταίο βιβλίο του Καλδέλλη, κατάλαβε πόσο λάθος είναι ο όρος «Βυζάντιο» έναντι του όρου Ανατολική/Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, κατάλαβε πόσο ακόμα πιο λάθος είναι να θεωρούνται οι «Βυζαντινοί» ως «Γραικοί» [από την Δύση] λέγοντας «πρέπει επειδή μιλάμε Αγγλικά εμείς να θεωρούμαστε Άγγλοι και όχι Αμερικάνοι;»

Michael Popolino:

This is a excellent and scholarly work that puts the so-called “Byzantine” Empire into a clearer perspective. Connected to his thesis that the emperors did not have the absolute power we have always assumed them to have, and that a form of republicanism was very much alive in the empire, Kaldellis approaches this civilization as the continuation of the late Roman empire in the East, and not what other scholars of the period have fabricated into a “Byzantine”, or even worse, “Greek” one. [Consider that the common language of the United States is English. So, should we consider ourselves to be English rather that American?] I am looking very forward to the second volume that will go deeper into arguing that the empire was a continuation, albeit transformed in many ways, of the late Roman empire. Although, I am somewhat puzzled as to why he retains “Byzantine” in the title of his book.

Αντίστοιχα, το ότι οι Βραζιλιάνοι είναι πορτογαλόφωνοι δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα Βραζιλιάνικο έθνος διαφορετικό του Πορτογαλικού και η κοινή ισπανοφωνία Ισπανών, Μεξικάνων και Αργεντίνων δε σημαίνει ότι οι λαοί αυτοί δεν αποτελούν τρία διαφορετικά έθνη (και υπάρχουν άλλα πολλά πολλά ισπανόφωνα έθνη). Τέλος, οι Σέρβοι και οι Κροάτες μιλάνε την ίδια γλώσσα και όχι μόνο δεν ανέπτυξαν ποτέ στην ιστορία τους μία κοινή εθνοτική ταυτότητα, αλλά δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό όνομα για την κοινή τους γλώσσα. Ο όρος «Σερβο-Κροατική» γλώσσα (ή καλύτερα Βοσνιο-Σερβο-Κροατο-Μαυροβουνιακή) είναι, κατά μία άποψη, τόσο παράλογος όπως ο όρος «Μεξικο-Κολομβιανο-Αργεντινική» για την Ισπανική της Νοτίου Αμερικής.

Η γλώσσα είναι ένα σημαντικό κριτήριο εθνοτικότητας, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να καθορίσει την εθνοτική ταυτότητα. Ανήκει σε αυτό που ο Fredrik Barth, στο χωρίο που έχω παραθέσει παραπάνω, ονόμασε «πολιτισμικό περιεχόμενο», συνιστώντας μας να μην εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό -αν θέλουμε να κατανοήσουμε τα εθνοτικά φαινόμενα- αλλά στο εθνοτικό τοιχίο (υποκειμενική και συνειδητή ανέγερση, διατήρηση ή/και αναδιαμόρφωση της διάκρισης «εμείς-αυτοί»), στο οποίο μας προτρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας.

Ένας από τους μεγαλύτερους εθνολόγους της εποχής μας, ο Anthony D. Smith, στην σελίδα 27 του μνημειώδους βιβλίο του “The Ethnic Origin of Nations” γράφει:

Smith-language

Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που δείχνουν ότι η γλώσσα, που για πολύ καιρό θεωρούνταν ως ο βασικότερος, αν όχι ο μόνος, δείκτης εθνοτικότητας, συχνά είναι ασήμαντη ή και διαχωριστική στην αντίληψη της εθνοτικής κοινότητας. […] Παρόλα αυτά, κάποιοι μελετητές συνεχίζουν να θεωρούν την γλώσσα ως το διακριτικό σημάδι της εθνοτικότητας (το Volksgeist = ιδιάζον χαρακτηριστικό ενός λαού, όπως το όρισε ο Χέρντερ στα τέλη του 18ου αιώνα), μία θεώρηση που οδηγεί σε χονδροειδή απλοποίηση και παρεξήγηση των εθνοτικών κοινοτήτων, τόσο στην προνεωτερική όσο και στην σύγχρονη περίοδο.

Ο Peter Heather, στην εθνολογική εισαγωγή του βιβλίου του Empires and Barbarians, περιγράφει με ένα πολύ ωραίο παράδειγμα πως το «πολιτισμικό περιεχόμενο» του Barth έχει δευτερεύουσα σημασία στην Εθνολογία. Όταν βλέπουμε κάποιον να φοράει σκωτσέζικο κιλτ καταλαβαίνουμε ότι είναι Σκωτσέζος. Ωστόσο, το ίδιο άτομο παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δεν φοράει κιλτ ή, ακόμα και όταν γνωρίζει μόνο αγγλικά, αγνοώντας την Σκωτική Γαελική γλώσσα των προγόνων του (όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των Σκωτσέζων σήμερα που αρκούνται να δείχνουν την ιδιατερότητά τους με την σκωτσέζικη προφορά της Αγγλικής). Αυτό που κάνει κάποιον Σκωτσέζο είναι η συνειδητή (και φυσικά υποκειμενική) αποδοχή της σκωτσέζικης ταυτότητας των προγόνων του και τα εθνοτικά τοιχία με τα οποία η σκωτσέζικη εθνότητα απέκτησε την δική της υπόσταση, σε αντιπαραβολή με τις άλλες εθνότητες της Βρετανίας.

Heather-kilt

Επομένως, πιστεύω πως εξήγησα επαρκώς και την δεύτερη κοτσάνα του ακριτόμυθου και εικαιορρήμονα Ζουράρι.

Πάμε παρακάτω.

Ζουράρις #3 [03:45]: Το 1237 π.χ. ο Βατάτζης …

Επειδή ο Βατάτζης παραδέχτηκε αυτό που του είπε ο Πάπας, ότι δηλαδή η σοφία πηγάζει από το «γένος μας» (των Ελλήνων), ο Ζουράρις πιστεύει οτι υπήρχε ελληνικό έθνος κατά τον 13ο αιώνα.

Αυτό που δεν γνωρίζει ο Ζουράρις είναι πως για να υπάρχει Ελληνική εθνοτική κοινότητα δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» μόνον οι αττικίζοντες λόγιοι οι οποίοι, σύμφωνα με μια εκτίμηση, τον 10ο αιώνα ήταν 300 ψυχές σε 18 εκατομμύρια «χυδαίας» λαοθάλασσας (δηλαδή αποτελούσαν το 0,00166% της αυτοκρατορίας), αλλά χρειάζεται αυτό που οι εθνολόγοι ονομάζουν «κοινωνικό βάθος» και «ευθυγράμμιση των κοινωνικών στρωμάτων». Ελληνική εθνότητα υπάρχει από τότε που η πλειοψηφία των «χυδαίων» ελληνοφώνων που γνώριζαν μόνο την «ἰδιώτιδα» (= άτεχνη, άκομψη, ανεπιτήδευτη) Ελληνική γλώσσα άρχισαν και αυτοί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» και να θεωρούν τους εαυτούς τους ως απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Αυτή η κατάσταση επιτεύχθηκε μετά τον νεοελληνικό διαφωτισμό (από τον οποίο προέκυψε μια μέση αστική τάξη πλήρως συνειδητοποιημένη για την Ελληνική της ταυτότητα) και, ειδικότερα για την λαοθάλασσα, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το οποίο, μέσα από την δωρεάν κρατική παιδεία, επανεθνότισε αυτήν την λαοθάλασσα.

Η λαοθάλασσα αυτή μέχρι και τον 19ο αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν ή κακόψυχοι γίγαντες που ο θεός τους τιμώρησε στέλνοντάς τους τεράστια κουνούπια με σιδερένιες μύτες για να τους πιουν το αίμα ή ότι οι Έλληνες ήταν οι πρόγονοι των Φράγκων και των Μυλόρδων που έρχονταν και προσκυνούσαν τα «παλιολιθάρια» (αρχαιοελληνικά ερείπια).

(Πηγές για τα παραπάνω εδώ και εδώ)

Επιπλέον, το ότι ο Βατάτζης και ένα σωρό άλλοι λόγιοι μετά τον Ιωάννη Τζέτζη και των Γεώργιο Τορνίκη (που πρώτοι γύρω στο 1150 αυτοπροσδιορίστηκαν ως «Έλληνες») κάνουν χρήση της Ελληνικής ταυτότητας, δεν σημαίνει ότι δεν έπαψε να υπάρχει η προϋπάρχουσα πλήρης εθνοτική ασυνέχεια (ακόμα και στην λόγια αντίληψη) μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων και των «ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων» της περιόδου 600-1100 μ.Χ.

Για την απόδειξη της Ελληνικής εθνοτικής ασυνέχειας αρκεί μία και μόνο ρωγμή και αυτή υπάρχει σαφέστατα κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ.

Ζουράρις #4 [04:30] 1237 [ο Βατάτζης]. 5 αιώνες πιο πριν στις επιστολές που γίνονται στη σύγκρουση με τον Λιουπράνδο … πολλές φορές όπως ξέρετε [η ταυτότητα ενός λαού] μαθαίνεται από τους αντιπάλους, από τους ξένους … Όλες οι επιστολές των δυτικών στα λατινικά μιλάνε για τους «Έλληνες» επισκόπους. Episcopi Graeci …

Λοιπόν ο Ζουράρις εδώ όχι μόνο δείχνει την ανιστοριογνωσία του όταν χρονολογεί τον Λιουτπράνδο της Κρεμόνας «5 αιώνες πιο πριν από το 1237», όταν ο άνθρωπος ήρθε στην Κων/πολη δυο φορές τον 10ο αιώνα, δηλαδή 3 αιώνες πριν το 1237, αλλά κατάφερε να δείξει περίτρανα την ασχετοσύνη του σε εθνολογικά θέματα.

Λέει ότι η ταυτότητα ενός λαού μαθαίνεται από το πως τον βλέπουν οι άλλοι. Εδώ έχει παραβιάσει εντελώς την βασική αρχή της εθνολογίας που λέει ότι για την κατανόηση της εθνοτικής ταυτότητας εξετάζουμε την ημική (emic) αντίληψη ενός λαού (αυτοπροσδιορισμό) και όχι τις διάφορες ητικές (etic, αντιλήψεις άλλων για τον λαό).

Δεν θα καταλάβουμε την ταυτότητα των Ούγγρων λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι «βυζαντινοί» τους αποκαλούσαν «Τούρκους», «Δάκες» και «Παίονες». Οι Ούγγροι μια ζωή αυτοπροσδιορίζονται ως «Μαγκιάροι» (Magyars) και δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση συσχέτισης με τους αρχαίους Δάκες και τους Παίονες.

Αντίστοιχα, οι Αμερικάνοι δεν είναι «Γραικοί» μόνο και μόνο επειδή όλοι οι ισπανόφωνοι νοτιοαμερικάνοι και οι πορτογαλόφωνοι Βραζιλιάνοι τους αποκαλούν “Gringos” (< ισπανικό Griegos = «Γραικοί»).

Οι λατινοαμερικάνοι κληρονόμησαν από τους γλωσσικούς τους προγόνους που κάποτε ζούσαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία την συνήθεια να ονομάζουν τους αλλόγλωσσους «Γραικούς» (λ.χ. η λατινική παροιμία Graeca sunt non leguntur = «Ελληνικά είναι δεν διαβάζονται» και η αγγλική παροιμία it’s all Greek to me). Σε κάποια φάση, οι αγγλόφωνοι άποικοι ήταν οι αρχετυπικοί αλλόγλωσσοι «άλλοι» που ήξεραν οι λατινόφωνοι του νέου Κόσμου και ο όρος «Γραικός» άρχισε να σημαίνει ειδικά «Αμερικάνος». Οι ίδιοι οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση ταύτισης με τους «Γραικούς».

Στο παρακάτω βίντεο, μια Βραζιλιάνα ρωτάει έναν Αμερικάνο αν θεωρεί προσβλητικό τον χαρακτηρισμό “Gringo”.

[01:00]

Βραζιλιάνα: Είναι προσβλητικός για εσάς τους Αμερικάνους ο χαρακτηρισμός Gringo;

Αμερικάνος: Σε εμάς είναι λίγο προσβλητικός, γιατί συνήθως τον ακούμε από Μεξικάνους που χρησιμοποιούν το Gringo με προσβλητική διάθεση για εμάς τους Αμερικάνους. Αλλά ξέρουμε ή, καλύτερα, εγώ προσωπικά γνωρίζω, ότι εσείς οι Βραζιλιάνοι δεν τον χρησιμοποιείτε προσβλητικά, αλλά για εσάς είναι ένας γενικός όρος που σημαίνει «ξένος, μη Βραζιλιάνος».

Ο εικαιορρήμων Ζουράρις πιστεύει ότι θα καταλάβει την ταυτότητα των «Βυζαντινών» (= Μεσαιωνικών Ρωμαίων) από τον Λιουτπράνδο και όχι από την αντίδραση των ίδιων των Ρωμαίων όταν, εντελώς προπαγανδιστικά, ο Λιοτπράνδος αποκάλεσε τον Νικηφόρο Φωκά «αυτοκράτορα των Γραικών».

Η αντίδραση των Ρωμαίων στο «Γραικοί» του Λιουτπράδου ήταν:

[Περιγράφει ο Λιουτπράνδος στα Λατινικά τις συζητήσεις που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στα Ελληνικά]

[Rel, 47] Imperatorem, inquiunt, universalem Romanorum, augustum, magnum, solum Nicephorum scripsisse Graecorum, hominem quendam barbarum, pauperem Romanorum, non piguit! O coelum! o terra! o mare! Sed quid, inquiunt, faciemus hominibus istis sceleratis, criminosis?

«Δεν ντράπηκε [ο Πάπας] (non piguit, ο τελευταίος ορισμός Β.2 εδώ) όταν έγραψε τον οικουμενικό (universalem), σεβάσμιο (augustum), τρανό (magnum) και μοναδικό (solum) Αυτοκράτορα των Ρωμαίων Νικηφόρο ως [αυτοκράτορα] «των Γραικών» και, ταυτόχρονα, [όταν έγραψε] έναν βάρβαρο και πένητα [ως αυτοκράτορα] «των Ρωμαίων»; Ω Ουρανέ! Ω Γη! Ω Θάλασσα! Τι θα κάνουμε μ΄αυτά τα συκοφαντικά παλιοτόμαρα!»

[Rel., 51] Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse.

Δηλαδή «ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».

Τι είναι πιο σημαντικό για την κατανόηση της «βυζαντινής» ταυτότητας: το ότι οι δυτικοί προπαγανδιστικά τους αποκαλούσαν «Γραικούς» για να τους απορρωμαιοποιήσουν ή το ότι οι ίδιοι οι «βυζαντινοί» ένιωθαν προσβεβλημένοι όταν τα «συκοφαντικά παλιοτόματα» (homines scelerati, criminosi) τους παρωνυμίαζαν ως «Γραικούς» αντί για Ρωμαίους, που ήταν το πραγματικό τους όνομα, μιας και η βασική ιδεολογία τους ήταν η translatio Urbis και το γεγονός ότι πίστευαν πως ήταν (και ήταν) οι μόνοι «ἄπτωτοι Ῥωμαίοι» που είχαν απομείνει;

Τέλος, το άλλο σφάλμα του Ζουράρι είναι πως υπέθεσε ότι το λατινικό “Graeci” σημαίνει μόνον «Ἕλληνες». Όταν όμως ο Fazio Degli Uberti τον 14ο αιώνα μεταφράζει στην Ελληνική το ιταλικό “sono Greco“, γράφει “ime Romeos” (είμαι Ρωμαίος)!

dittamondo

Όποιος θέλει να κατανοήσει την «βυζαντινή» ταυτότητα πρέπει να καταλάβει την ημική αντίληψη των «Βυζαντινών». Και αυτή κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ. είναι ξεκάθαρη: είμαστε «ἀληθεῖς Ῥωμαῖοι», είμαστε «Αὔσονες/Αὐσόνιοι» (= γνήσιοι Ρωμαίοι) και δεν έχουμε καμία σχέση -πέρα από την γλωσσική- με τους «δυσσεβείς, μυσαρούς και ανόσιους Ἕλληνες».

[Τακτικά, 20.40] Ἀλλὰ μετὰ Θεὸν καὶ ἐν τοῖς ὅπλοις ἔχε τὴν πεποίθησιν, καὶ μὴ τοῦτων ἀμέλει διὰ τὴν ἄλλην φρουράν, εἴγε Ῥωμαῖος ὑπάρχεις ἀληθής. Πρώτη γὰρ σωτηρία καὶ τελευταία τῷ ἀληθινῷ στρατιώτῃ ἡ τῶν ὅπλων ἐστὶν ἐπιμέλεια καὶ μεταχείρισις, τὰ δὲ ἄλλα καὶ τοῖς χυδαίοις τῶν ὄχλων ἐπινοείται πολλάκις. Καὶ γὰρ καὶ τοῖς πάλαι Ῥωμαίοις κατ΄ἀρχὰς ἀντὶ τειχῶν τῇ Ῥώμῃ φόσσαν καὶ τὰ ὅπλα χρηματίζειν λέγεται. Καὶ Λακεδαιμονίῳ ποτὲ στρατιώτῃ ἐρωτώμενῳ: «ποῦ οἱ τῆς γῆς ὑμῶν ὅροι;» λέγεται εἰπεῖν «ὧδε» δείξαν τὸ ἐν τῇ χερὶ κατεχόμενον δόρυ.

Μετάφραση: [Στρατηγέ] μετά τον Θεό να βασίζεσαι στα όπλα σου, τα οποία δεν πρέπει ν΄αμελήσεις βασιζόμενος μόνο στην θεοφύλαξη (ἄλλην φρουράν), αν είσαι αληθινός Ρωμαίος. Γιατί η πρώτη και τελευταία σωτηρία για τον αληθινό στρατιώτη είναι η επιμέλεια και συντήρηση των όπλων, κι ας νομίζουν ένα σωρό άλλα πράγματα οι χυδαίοι (= κοινοί) των όχλων. Λέγεται δε ότι οι «πάλαι Ῥωμαῖοι» στην αρχή προστάτευαν την Ρώμη όχι με τείχη, αλλά μόνο με μια τάφρο (φόσσα) και τα όπλα τους. Και όταν ρωτήθηκε ένας Λακεδαιμόνιος στρατιώτης «που είναι τα όρια της γης σας;» λέγεται ότι απάντησε «εδώ» δείχνοντας το δόρυ που κρατούσε στο χέρι του.

30 Comments

Filed under Εθνολογία, Μυθοθρυψία

Ο Ιωάννης Καναβούτζης και η μεταβυζαντινή ταυτότητα

Κοιτώντας στο phorum είδα ότι άνοιξε συζήτηση πάνω στον Ιωάννη Καναβούτζη (θυμίζω πως στην μεσαιωνική ελληνική η γραφή «τζ» αποδίδει τον ήχο /τσ/ που σήμερα αποδίδουμε ως «τσ») στην οποία συμμετέχουν πολλοί σχολιαστές του ιστολογίου (Πέρτιναξ, Μπάμπης, Έκτωρ κλπ).

Ο Καναβούτζης ανήκει στους μετα-βυζαντινούς συγγραφείς, δηλαδή σε εκείνη την γενιά συγγραφέων στους οποίους η παραδοσιακή «Βυζαντινή» Ρωμαϊκή ιδεολογία έχει παύσει να έχει νόημα και αντιστάθμισαν το κενό με στροφή προς την Ελληνική αρχαιότητα. Όπως έχω γράψει σε προηγούμενη ανάρτηση, η αποκορύφωση αυτού του ρεύματος είναι ο Γεώργιος Γεμιστός/Πλήθων και ο μαθητής του Λαόνικος Χαλκοκονδύλης που έφτασαν σε σημείο να απορρίψουν πλήρως την Ρωμαϊκή ιδεολογία (εξού και ο όρος μετα-βυζαντινοί).

Ο εθνολογική περιγραφή της λεγόμενης υστερο-βυζαντινής περιόδου (1261-1453) είναι πολύ δύσκολη και δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο προς το τέλος της. Έχω δώσει για κατέβασμα το βιβλίο της Gill Page που μελετά την βυζαντινή ταυτότητα κατά την ίδια λίγο πολύ περίοδο. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι διάφοροι συγγραφείς κατανέμονται ο καθένας σε διαφορετική θέση στο φάσμα Ρωμαίος-Έλλην και αυτό διότι η Ρωμαϊκή Οικουμενική Ιδεολογία πέθανε το 1204. Όπως λέει και ο Edward Luttwak στην εκπομπή που έχω παρεθέσει σε παλαιότερη ανάρτηση, το διάδοχο Παλαιολόγειο κράτος μόνο κατά λέξη πια ήταν Ρωμαϊκό και δεν ήταν παρά μόνο μία σκιά της Ρωμαϊκής Πολιτείας που υπήρχε πριν την άλωση του 1204.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κατά την περίοδο 1204-1453, οι ελληνόφωνοι υφίστανται την μετάβαση ταυτότητας που συνέβη στην Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατά τον 5ο αιώνα. Εκεί, η παλαιά Ρωμαϊκή ταυτότητα έδωσε χώρο στις νέες «βασιλειακές» ταυτότητες (regnal identities, ο όρος είναι της Susan Reynolds) που άρχισαν να σχηματίζονται στα «βάρβαρα» διάδοχα βασίλεια.

regnal-id

Στην περίπτωση των υστεροβυζαντινών υπάρχουν δύο ειδών βασιλειακές ταυτότητες:

1) Νικαιακή και Παλαιολόγεια «βασιλειακή» ταυτότητα. Η αυτοκρατορία της Νικαίας ήταν σίγουρα το πιο οργανωμένο διάδοχο «βυζαντινό» κράτος. Οι ιστορικοί της Νίκαιας (Ακροπολίτης, Παχυμέρης) προσπάθησαν να οικειοποιηθούν την παλαιά πολιτική Ρωμαϊκή ταυτότητα ράβοντάς την όμως στα μέτρα τους. Η νέα Ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα που φρόντισαν να προώθησουν ήταν μια συρρικνωμένη εκδοχή της παλαιάς Ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας. Έτσι λ.χ. μέρος της προπαγάνδας της Νίκαιας ήταν η «απορωμαιοποίηση» του άλλου ισχυρού διάδοχου Ρωμαϊκού κράτος, δηλαδή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Περιττό να πω ότι ήταν ένα καθαρά ιστορικό ατύχημα το ότι η Νίκαια ελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη το 1261. Θα μπορούσε κάλλιστα να το είχε επιτύχει το Δεσποτάτο της Ηπείρου αν δεν είχε συμβεί η ήττα στην μάχη της Κλοκοτνίτσας το 1230. Η ήττα αυτή προκάλεσε την παρακμή του Δεσποτάτου και έδωσε το προβάδισμα στην Νίκαια. Οι ιστορικοί της Νίκαιας περιγράφουν με τέτοιο τρόπο το Δεσποτάτο της Ηπείρου ώστε να μην δηλώνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για ένα ισότιμα Ρωμαϊκό διάδοχο κράτος. Εκφράσεις όπως «τὸ δύτικὸν γένος», «οἱ τῶν δυτικῶν [μερῶν] οἰκήτορες» χρησιμοποιούνται ακριβώς για να αποφευχθεί ο όρος «οι δυτικοί Ρωμαίοι», ενώ συχνά οι Ηπειρώτες Ρωμαίοι χαρακτηρίζονται «ἐναντιόφρονες τῶν Ῥωμαίων» (= εχθροί των Ρωμαίων) και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας του Ηπειρώτη ηγεμόνα «βουλγαρικώτερος ἤ μᾶλλον βαρβαρικώτερος». Αντίθετα, στα μέρη όπως η Πελοπόννησος ή το Μελένικο που δεν εκλαμβάνονταν ως απειλή για την πολιτική ηγεμονία της Νίκαιας, οι παραδοσιακοί Ρωμαϊκοί πληθυσμοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται Ρωμαίοι και διαχωρίζονται εθνοτικά από τους Φράγκους και τους Βούλγαρους. Παραθέτω 3 σελίδες από την Gill Page όπου εξηγεί αυτήν την Νικαιακή προπαγάνδα:

Akropolites

Ελπίζω να παρατηρήσατε τον Ακροπολίτη να γράφει πως όταν η Θεσσαλονίκη πέρασε από τους Ηπειρώτες στους Νικαιάτες «ήρθε σε Ρωμαϊκά χέρια ενώ προηγουμένως την κρατούσαν οἱ ἐναντιόφρονες Ῥωμαῖοις».

Αντίθετα με την προπαγάνδα της Νίκαιας, ο Ιωάννης Καντακουζηνός αργότερα, όταν προσπαθεί να φέρει την Ήπειρο υπό τον έλεγχο της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας  θυμίζει στους Ηπειρώτες πως η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν η πατρίδα τους από τον καιρό του Ιούλιου Καίσαρα και γι΄αυτό το δίκαιο είναι να δεχθούν τον έλεγχο των Παλαιολόγων.

kntzn-Epeiros

Αντίθετα, λοιπόν, από τους ιστορικούς της Νίκαιας που προσπαθούσαν προπαγανδιστικά να απορωμαιοποιήσουν τους Ηπειρώτες Ρωμαίους, η Παλαιολόγεια Κωνσταντινούπολη που δεν απειλούταν από άλλους Ρωμαίους ανταγωνιστές, οικειοποιήθηκε την παλαιά Ρωμαϊκή ταυτότητα που υπήρχε πριν το 1204 και το 1340 προσπαθεί να πείσει τους Ηπειρώτες ότι ήταν ανέκαθεν Ρωμαίοι μέχρι την Λατινοκρατία του 1204 και γι΄αυτό πρέπει να ξαναεπιστρέψουν στην Ρωμαϊκή (= Παλαιολόγεια) Αυτοκρατορία και να μην συμμαχούν με τους «βάρβαρους [Ανδεγαβούς] Ταραντίνους».

2) Τέλος δεν λείπουν εκείνοι οι μεταβυζαντινοί συγγραφείς που αναπτύσσουν μία Οθωμανική βασιλειακή ταυτότητα και γίνονται οι ιστορικοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι βιογράφοι των Οθωμανών Σουλτάνων. Τέτοια παραδείγματα είναι λ.χ. οι ιστορικοί της Αλώσεως όπως ο Δούκας και ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος που έγραψε την βιογραφία του Μωάμεθ του Πορθητή. Όπως γράφει ο Καλδέλλης στο “Ethnography after antiquity” (University of Pennsylvania Press, 2013) «οι ιστορικοί της Αλώσεως είναι βασικά Ιστορικοί των Οθωμανών Τούρκων και περιγράφουν τις κατακτήσεις τους»:

[σλδ 142-3] Ethnography reappeared vigorously, in fact more so than at any other time in Byzantine history, in Laonikos Chalkokondyles, who wrote his Histories after the Fall and, to a lesser degree, in the other historians of the Fall, Doukas and Kritoboulos. The history of this period could be written only in retrospect, when the City had fallen and it was clear that the Byzantine order would not be reconstituted soon, or again. This called for approaches that dispensed with the fixtures and certainties of the ancient imperial and Christian world view. I will say a few words about these historians here, as the following sections will not focus on them. This book will reach only until the later fourteenth century, when Byzantium was absorbed into the Ottoman empire and relations with the west took on a new aspect. Beyond that was a different world that followed different rules: the three historians of the Fall were basically historians of the Turks, a perspective that sets them apart from the Byzantine tradition as ethnographers.

Εκτός από την ανάπτυξη διαδόχων βασιλειακών ταυτοτήτων μία άλλη μετα-βυζαντινή αντίδραση στην διάβρωση της Ρωμαϊκής ταυτότητας ήταν η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα και η ανάτπυξη ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας. Η ελληνική ταυτότητα ήταν ένα μέσο συνοχής των ελληνόφωνων λογίων σε μια εποχή που ο παραδοσιακός Βυζαντινός κόσμος ήταν πλέον πολιτικά κατακερματισμένος και δεν υπήρχε ελπίδα Ρωμαϊκής ανάκαμψης/ανάστασης. Όπως έγραψα πιο πάνω, αυτή η διαδικασία έφτασε στην πληρέστερη μορφή της στον Πλήθωνα και τον Χαλκοκονδύλη. Ο Ιωάννης Καναβούτζης κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμος να σβήσει τελείως το Ρωμαϊκό του παρελθόν, όπως δεν είναι ακόμα έτοιμος να γίνει πλήρης Έλληνας.

Σε αυτήν την ανάρτηση θα προσπαθήσω να δείξω την υβριδική στάση του Καναβούτζη που είναι τυπική πολλών υστερο-βυζαντινών ή μετα-βυζαντινών συγγραφέων που δεν ακολούθησαν την ακραία λύση του Πλήθωνα και του Χαλκοκονδύλη.

Ο Καναβούτζης, αν και πιστεύει πως είναι ιστορικός, στην πραγματικότητα δεν είναι διότι δεν διηγείται ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο του αφιερώνεται στον Λατίνο άρχοντα της Αίνου και της Σαμοθράκης με σκοπό να δείξει την σημασία της δεύτερης: παίζοντας με τον μύθο του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως προσπαθεί να «δείξει» ότι η Σαμοθράκη ήταν η προγονική γη των Τρώων και η Τροία ήταν η μητρόπολις της Ρώμης, άρα η Σαμοθράκη είναι η κοιτίδα των «Λατίνων» όπως ο άρχοντας του νησιού στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο.

Παραθέτω το βιβλίο του Καναβούτζη σε pdf για κατέβασμα.

kanaboutzes

Kanaboutzes-intro

Kanaboutzes-theme

Ακριβώς επειδή δεν είναι πραγματικός ιστορικός μαθαίνουμε λίγα πράγματα για την εποχή του και τις πεποιθήσεις που κυριαρχούν. Ενώ είναι σίγουρο ότι έχει κατά νου μία εθνοτική ταυτότητα για τον ελληνόφωνο πληθυσμό, δεν την κατονομάζει ποτέ, με συνέπεια να μην γνωρίζουμε αν ήταν εθνοτικός Ρωμαίος ή εθνοτικός Έλληνας. Πάντως, ακουμπάει εφαπτομενικά και τις δύο ταυτότητες. Η κάθε εθνοτική ομάδα που έχει κατά νου έχει τη δική της γλώσσα, δηλαδή, όπως και ο Χαλκοκονδύλης, έχει μία Χερντεριανή όψη των πραγμάτων (Ο Herder πίστευε πως η γλώσσα είναι το volksgeist = ιδιάζον στοιχείο κάθε λαού και, κατά συνέπεια, για τον Herder οι εθνοτικές ομάδες ταυτίζονταν με τις γλωσσικές ομάδες).

Έτσι λ.χ. οι Τούρκοι μιλάνε την τουρκική τους γλώσσα/διάλεκτο και οι λατινόφωνοι «Ρωμᾶνοι» μιλούσαν την λατινική τους γλώσσα.

Kanaboutzes kas-dag

Kanaboutzes-Romanoi

[σλδ 16] ὁ Διονύσιος […] ἔμαθε τὴν γλῶσσαν τὴν λατινικήν καὶ λατινικὰ γράμματα καὶ ἀνέγνωσεν ὅλα τὰ ἱστορικὰ βιβλία, ὅσα ἔγραψαν οἱ Ῥωμᾶνοι καὶ οἱ ἄλλοι Λατῖνοι περὶ τῆς κτίσεως τῆς Ῥώμης […]

[σλδ 47] […] ἀκροτήριον ὁ οἱ παλαιοὶ ἔλεγον Ἄβυδον ἀπὸ τῆς πόλεως ἥτις ὑπήρχεν ἐκεῖ, οἱ δὲ σήμερον λέγουσι Γενησάρη τουρκικῇ διαλέκτῳ ὁ σημαίνει νέον κάστρον […]

Ἱδαῖα γοῦν ἐκλήθησαν τὰ ὄρη ταῦτα […] ἅτινα καλοῦσιν σήμερον οἱ Τούρκοι τῇ ἑαυτῶν γλώσσῃ Κας Ταγ ἤτοι Βουνός τῶν Χηνῶν.

Όπως είδατε παραπάνω, ο Καναβούτζης αποδίδει τον όρο «Ῥωμαῖοι» του Διονυσίου ως «Ῥωμᾶνοι» (< λατ. Rōmāni), ενώ ονομάζει την Βυζαντινή αυτοκρατορία «Βασιλεία τῶν Ῥωμαίων» και περιγράφει τον [λατινόφωνο] αυτοκράτορα Ιουστινιανό ως «τὸν μέγα εἰς τοὺς καθ΄ἡμᾶς βασιλεῖς» (= ο τρανότερος των δικών μας βασιλέων). Αυτό δείχνει μια ταύτιση με το Βυζάντιο και την Ρωμαϊκή του ταυτότητα. Η μόνη φορά που ονομάζει τους αρχαίους λατινόφωνους ως «Ῥωμαίους» αντί για «Ῥωμάνους» είναι σε έναν χρησμό όπου έλαβαν την προφητεία της παγκόσμιας κυριαρχίας. Υποθέτω ότι εδώ εσκεμμένα επέλεξε τον όρο που χρησιμοποιεί για τους βυζαντινούς διότι η Βυζαντινή Ρωμαϊκή οικουμενικότητα πήγαζε από την αρχαία Ρωμαϊκή, άρα η προφητεία παγκόσμιας «Ρωμανικής» κυριαρχίας ήταν ταυτόχρονα και προφητεία παγκόσμιας «Ρωμαϊκής» (Βυζαντινής)  κυριαρχίας.

Στην σελίδα 26 οι αρχαίοι Ρωμαίοι παρουσιάζονται ως οι «πρόγονοι» και οι «πατέρες» των Βυζαντινών Ρωμαίων και όπως οι πρώτοι έκαναν την Ρώμη από μικρή, άδοξη και ταπεινή σε μεγάλη, ένδοξη και περίφανη έτσι και οι Βυζαντινοί συνέχισαν να κάνουν την πολιτεία που παρέλαβαν «μεγαλωτέρα καὶ ἐνδοξοτέρα».

Kanaboutzes-Justinian

Kanaboutzes-Romaioi

Η προφητεία παγκόσμιας κυριαρχίας που εξέλαβαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι και στην οποία προτιμά τον όρο «Ῥωμαίοι» αντί του συνήθους «Ῥωμᾶνοι»:

[σλδ 33] νικηθεὶς οὖν ὁ μάντις ὑπὸ τῶν παρακλήσεων εἶπε πρὸς αὐτοὺς: ἀπήλθατε ἄνδρες Ῥωμαῖοι καὶ εἰπατε τῷ βασιλεῖ ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς Ῥωμαίοις ὅτι πρόκειται ἵνα γένηται κεφαλὴ τοῦ κόσμου ὅλου ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐν ᾦ εὐρέθη ἡ κεφαλή αὕτη […] ἀπὸ τότε ἐκλήθη ὁ λόφος ἐκεῖνος Καπιτολῖνος ἤγουν τόπος τῆς κεφαλῆς. Κάπιτα γὰρ οἱ Ῥωμαῖοι λέγουσι τὰς κεφαλὰς.

Όπως είπα όμως ο Καναβούτζης θεωρεί πως είναι ένας από τους πολλούς διαχρονικούς Έλληνες ιστορικούς.

[σλδ 36] εἶπον τοῦτο καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ χρονικοί καὶ ἱστορικοί Ἕλληνες

Βέβαια και ο Νικήτας Χωνιάτης ενέτασσε τον εαυτό του στους «Ἑλληνες ιστορικοὺς», μιας και θεωρούσε την ιστορία ελληνική τέχνη, αλλά εκείνος ήταν ακόμα ξεκάθαρα Ρωμαίος τόσο πολιτικά όσο και εθνοτικά: αντιπαραβάλλει τους μιξοβάρβαρους πολίτες στον Ρωμαίο άνδρα και παραθέτει τα λόγια με τα οποία περιγράφει ο αδελφός του Μιχαήλ τον Λέοντα Σγουρό που αψήφησε την Κων/πολη και αυτονόμησε την νότιο Ελλάδα λίγο πριν την Άλωση πολεμώντας εναντίον των ομοφύλων του (πολιόρκησε την Αθήνα στην οποία ήταν ο Μιχαήλ) :

[Χων. 606] μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ῥωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστοῦται μόνοις χείλεσι τὸν Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ.

Λέει πως είναι Χριστιανός και Ρωμαίος, αλλά είναι Χριστιανός μόνο στα χείλη (λόγια) και πολέμησε τους Ρωμαίους, αυτός που φορούσε τα ρούχα και μιλούσε τη γλώσσα των Ρωμαίων, αλλά είχε ψυχή που δεν έμοιαζε με αυτήν αυτών που αποκαλούνται Χριστιανοί.

Γράφει η Gill Page για το θέμα:

Sgouros

 Με άλλα λόγια, ο Σγουρός πίστευε φυσικά πως ήταν Ρωμαίος, διέθετε όλο το «πολιτισμικό πακέτο» της Ρωμαϊκής εθνοτικής ταυτότητας (ρούχα και γλώσσα), αλλά ο Χωνιάτης δεν τον θεωρεί Ρωμαίο γιατί είχε «κακή ψυχή» και πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων.

Όπως όμως είπα, ο Χωνιάτης σαν λόγιος που διέθετε ελληνική παιδεία, αραιά και που χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς «Ἕλληνες» και τους αντιπαραβάλλει στους βάρβαρους «Λατίνους» που λεηλατούν την Πόλη:

[585] Πὼς ἂν εἴην ἐγὼ τὸ βέλτιστον χρῆμα, τὴν Ἱστορίαν, τὸ κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων, βαρβαρικαῖς καθ’ Ἑλλήνων πράξεσι χαριζόμενος;

Επομένως, ο Καναβούτζης κινείται λίγο πολύ στις ίδιες γραμμές με τον Χωνιάτη με τη μόνη διαφορά ότι ουδέποτε αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμαίος ή μας μιλάει για Ρωμαίους συγχρόνους του, ενώ μόνο σε αυτό το σημείο αυτοπροσδιορίζεται ως ένας «ἐκ τῶν Ἑλλήνων χρονικῶν καὶ ἱστορικῶν».

Kanaboutzes-barbarian

Στην δεύτερη σελίδα στην παραπάνω εικόνα φαίνεται ο αυτοπροσδιορισμός του ως ένας «ἐκ τῶν Ἑλλήνων χρονικῶν καὶ ἱστορικῶν» και στην πρώτη σελίδα κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση. Δεν ταυτίζει την εθνότητά του με τους αρχαίους Έλληνες αλλά κάνει αναλογική σύγκριση («οἱ Ἑλληνες τότε… έτσι καὶ εμείς τώρα», αλλά ποιοί ακριβώς είμαστε «εμείς» τώρα;): Όπως οι Ἑλληνες θεωρούσαν τους ομόθρησκούς τους Τρώες ως «βάρβαρους», έτσι και εμείς τώρα θεωρούμε τους ομόθρησκους Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανίτες και Ρώσους ως «βαρβάρους», γιατί δεν είναι μόνο η θρησκεία (Ορθοδοξία) κριτήριο βαρβαρότητας αλλά και το γένος (καταγωγή), η γλώσσα, η τάξη της πολιτείας και η παίδευση.

[σλδ 35] πῶς οἱ Ἕλληνες εἶχον τοὺς Τρῶας ὡς βαρβάρους, ἐπειδὴ μίαν πίστιν εἶχον καὶ τοὺς αὐτοὺς θεοὺς προσεκύνουν καὶ ἐσέβοντο, λέγομεν ὅτι τὸ βάρβαρον οὐδὲν νοεῖται περὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ νοεῖται διὰ τὸ γένος καὶ τὴν γλῶτταν καὶ τὴν τάξιν τῆς πολιτείας καὶ τὴν παίδευσιν. Ἡμεῖς γὰρ Χριστιανοί ὄντες καὶ μίαν πίστιν ἔχοντες καὶ ἕν βάπτισμα μετὰ πολλών ἐθνῶν ὅμως βαρβάρους ἔχομεν καὶ λέγομεν τοὺς Βουλγάρους, τους Βλάχους, τους Ἀλβανίτας τοὺς Ῥούσους καὶ καθ΄ἐξῆς τὰ ἄλλα ἔθνη. Οὕτω καὶ οἱ Ἕλληνες μίαν πίστιν ἔχοντες μετὰ τῶν ἐθνῶν ὅμως πάντας ὅσοι ἦσαν ἔξω τοῦ γένους αὐτῶν καὶ τῆς γλώσσης τῆς ἑλληνικῆς ἐκάλουν βαρβάρους.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Όπως οι Έλληνες είχαν τους Τρώες ως βαρβάρους παρόλο που είχαν την ίδια πίστη και προσκυνούσαν και σέβονταν τους ίδιους θεούς, έτσι λέμε ότι το βάρβαρο δεν προσδιορίζεται από την πίστη, αλλά προσδιορίζεται από το γένος και τη γλώσσα και την τάξη της πολιτείας και την παιδεία. Εμείς όντας Χριστιανοί έχουμε κοινή πίστη και βάπτισμα με πολλά έθνη τα οποία θεωρούμε βάρβαρα, όπως οι Βούλγαροι, οι Βλάχοι, οι Αλβανίτες, οι Ρώσοι και ένα σωρό άλλα έθνη. Έτσι και οι Έλληνες έχοντας μία πίστη με τα έθνη που ήταν έξω από το γένος τους και την ελληνική γλώσσα, αποκαλούσαν τα έθνη αυτά βάρβαρα.

Αν προσέξατε καλά οι Έλληνες είναι ένας λαός του παρελθόντος (οἱ Ἕλληνες εἶχον, οἱ Ἑλληνες ἐκάλουν). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν 3 αντιπαραθέσεις, δύο σύγχρονες και μία ετερόχρονη:

1) Τότε οι Έλληνες θεωρούσαν τους ομόθρησκους Τρώες ως βάρβαρους.

2) Τώρα εμείς θεωρούμε του ομόθρησκούς μας Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανίτες, Ρώσους κλπ ως βάρβαρους.

3) Οι Έλληνες ήταν «τότε» ενώ εμείς (ποιοι άραγε;) είμαστε στο «τώρα».

Όπως έγραψα προηγουμένως, εδώ ο Καναβούτζης ξεχωρίζει τους ελληνόφωνους ως εθνοτική ομάδα χρησιμοποιώντας σαν κριτήρια το γένος, την γλώσσα, την πολιτική τάξη και την παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν μας παρέχει το όνομα της ελληνόφωνης εθνοτικής ομάδας. Πάντως, παρόλου που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Ἕλλην ἱστορικός και χρονικός», φαίνεται να θεωρεί τους Ἕλληνες λαό του παρελθόντος.

Το άλλο παράδοξο στοιχείο έχει να κάνει με τον Ιουστιανό τον «μέγα καθ΄ἡμᾶς βασιλέα». Ενώ θεωρεί τον λατινόφωνο Ιουστινιανό «δικό μας», παρόλα αυτά θεωρεί τους Βλάχους και τους Αλβανίτες «βάρβαρους». Βέβαια, ο Ιουστινιανός ήταν αυτοκράτορας και των προγόνων των Βλάχων και των Αλβανιτών και, στο θέμα της Δακο-Θρακικής καταγωγής του και της λατινικής του γλώσσας (το γένος και η γλώσσα του Καναβούτζη) ο «δικος μας» Ιουστινιανός ήταν πιο κοντά στους «βάρβαρους» Βλάχους και Αλβανίτες παρά στους ελληνόφωνους.

Ο Andre Du Nay στο “The Origins of the Rumanians” γράφει πως στις δυτικές δημώδεις ρωμανικές γλώσσες το λατινικό imperator ξεχάστηκε επειδή η Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έπεσε τον 5ο αιώνα και ο όρος επανήλθε ως λόγιο δάνειο μετά τον Καρλομάγνο. Αντίθετα, στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ABΡ), το λατινικό imperator μέσα από την δημώδη του μορφή imperatus συνέχισε να χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο επειδή στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο θεσμός Imperator Romanorum/Βασιλεύς Ῥωμαίων συνέχισε να υφίσταται. Το δημώδες ΑΒΡ imperatus εξελίχθηκε στο Βλαχικό ampiratu, στο Ρουμανικό împărat και στο Αλβανικό mbret.

imperator

Τέλος, ο Καναβούτζης δεν ξεχνά να ξεκαθαρίσει ότι σαν καλός Χριστιανός μισούσε τον «ἑλληνισμό» (= ειδωλολατρεία) και εκείνα τα έθιμα της εποχής του που κατάγονταν από τους [αρχαίους] Έλληνες. Έτσι, ενώ ένας Έλληνας σήμερα μάλλον αισθάνεται υπερηφάνεια όταν μαθαίνει ότι η λέξη νεράιδα προέρχεται από το αρχαίο «Νηρηίδες» = «κόρες του Νηρέα», ο Καναβούτζης θεωρούσε τον όρο «βρομιά ελληνικής ασχημοσύνης» που δεν ξεπλύθηκε, γιατί οι Έλληνες φλυαρούσαν για «πόρνους καὶ ἀσελγεῖς θεοὺς» και φυσικά χαιρόταν που ο «ελληνισμός έπαψε να υφίσταται για χάρη του αληθινού και πρώτου και μόνου Θεού και της Αγίας Τριάδος».

Kanaboutzes-hellenism

9 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας