Tag Archives: συλλογικό

Το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι σχετικά μικρή και γλωσσολογικού περιεχομένου. Το θέμα της είναι το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από όλες τις σλαβικές γλώσσες για τον σχηματισμό εθνικών ονομάτων από τοπωνύμια. Continue reading

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Το ΙΕ συλλογικό μόρφημα *-h2k- στην δήλωση ιδιότητας

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την λειτουργία του ΙΕ μορφήματος *-h2k-  στον σχηματισμό ορισμένων ΙΕ λέξεων που σχηματίστηκαν, για να δηλώσουν τον κάτοχο μιας ιδιότητας.

Το ενδιαφέρον μου γι΄αυτό το μόρφημα ξεκίνησε όταν διάβασα τις ετυμολογικές παρατηρήσεις της Birgit Anette Olsen για την λατινική λέξη virāgō = «ανδρομενής γυναίκα, γυναίκα που διαθέτει ανδρικές αρετές». Το θέμα της Olsen δεν ήταν το μόρφημα *-h2k-, αλλά το επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 που ακολουθεί μετά από αυτό στην λέξη virāgō:

ΙΕ *wiHr-os = «άνδρας» (ετυμολογικά «δυνατός», *wiHs = «δύναμη, ανδρικό σθένος» > vīsἴς ~ ἶφι) > λατινικά vir = «άνδρας», virīlis = «ανδροπρεπής, ανδρικός» και virīlitās = «ανδρότητα»

ΙΕ *wiHr-e/oh2kh3onh2 > virāgō

Η λέξη αποτελείται από τρία μορφήματα:

1) Το πρώτο είναι το *wiHr-os όπου το θεματικό φωνήεν το έγραψα ως μεταπτωτικό (ablauting) e/o γιατί θα υποστεί τις συνέπειες του λαρυγγικού *h2 που ακολουθεί και, επομένως, θα πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ της «χρωματιστικής» και της «αχρωματιστικής» υπόθεσης στο *oh2.

Η Olsen το γράφει ως *wiHr-e-h2k-h3onh2 για να έχει το κεφάλι της ήσυχο.

2) Το τελευταίο είναι το επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 που εδώ έχει κτητική (possessive) σημασία (λ.χ. ἐλαιών = το μέρος που έχει πολλές ελιές, καλαμών = το μέρος που έχει πολλά καλάμια, Στράβων = αυτός που διαθέτει κάποιο είδος «στραβομάρας», γάστρων = αυτός που έχει μεγάλη γαστέρα = κοιλιά, Rūbicō = Ρουβικών = «ο ποταμός που έχει κόκκινα νερά» κλπ).

Ήδη αυτά τα δύο μορφήματα θεωρητικά αρκούν για να δώσουν στην λέξη virāgō την σημασία της (λ.χ. *h2ner-h3onh2 > Nerō = Νέρων = «δυνατός άνδρας» ~ Ἄνδρων).

3) Όμως ανάμεσα στα δύο μορφήματα υπάρχει και το *-h2k- και, για να υπάρχει, πρέπει κάποτε να είχε μια συγκεκριμένη σημασιακή λειτουργία. Έτσι μου πρωτοδημιουργήθηκε το ενδιαφέρον γι΄αυτό το μόρφημα που, καθώς περνούσε ο χρόνος, το έβρισκα συνεχώς μπροστά μου σε πολλές ΙΕ γλώσσες.

Οι περισσότερο παρατηρητικοί και μυημένοι πρέπει ήδη να διερωτηθήκατε γιατί το *k ηχηροποιήθηκε σε /g/. Η απάντηση είναι γνωστή και οφείλεται στις ηχηροποιητικές ιδιότητες του λαρυγγικού *h3 που ακολουθεί. Για πολύ καιρό οι γλωσσολόγοι δεν ήξεραν ότι το πρώτο λαρυγγικό του επιθήματος Hoffmann ήταν το *h3 (συμβόλιζαν το σημαντικό αυτό επίθημα ως *-(i)Honh2) μέχρι που ο Eric Hamp παρατήρησε ότι, ενίοτε, το επίθημα αυτό έχει την τάση να ηχηροποιεί το προκείμενο σύμφωνο και προσδιόρισε από αυτήν την ιδιότητα του επιθήματος το άγνωστο λαρυγγικό ως *h3.

*peh3(i)- «πίνω» > *ph3tom > ποτόν, *ph3i- > πιπίσκω, αλλά ηχηροποίηση *ph3>b στο bibō

*h2ep- «νερό» > πρωτοκελτικό *h2eph3onh2 > *abōn = «ποταμός» (αν δεν είχε ηχηροποιηθεί από το *h3 το *p θα χανόταν λ.χ. *ph2ter- > athair).

*meh2k’es– > μῆκος > περι-μήκε(σ)-τος > περιμήκετος, αλλά με ηχηροποίηση *th3>d σε λέξεις όπως

*h2endhes- > ἄνθος > *h2endhes-t-h3onh2 > Ἀνθηδών = «μέρος με πολλά άνθη».

*sriHges- > ρῖγος ~ frīgor > *sriHge(s)-th3onh2 > frīgēdō ~ ῥῑγεδανός

Ένα άλλο παράδειγμα ηχηροποίησης *kh3>g είναι η λατινική «σκουριά» rūbīgō (= αυτό που διαθέτει την ιδιότητα της «κοκκινάδας»):

*h1roudh-i-h2k-h3onh2 > rūbīgō (i+h2>ī), αλλά έχω αναφέρει παραπάνω και τον ποταμό Ρουβικώνα (Rūbicō) που, αντίθετα με την «σκουριά», το βραχύ του /ι/ δείχνει ότι δεν περιέχει το μόρφημα *-h2k- που εξετάζω, αλλά ένα απλό *-k-.

Βλέπουμε πάλι στην λατινική «σκουριά» το «μυστήριο» μόρφημα *-h2k- να βρίσκεται μεταξύ των δύο μορφημάτων που θεωρητικά αρκούν για να δώσουν στην λέξη τη σημασία της. Η μόνη διαφορά εδώ είναι πως το λαρυγγικό h2 εξέτεινε το συζευκτικό *-i- του Caland:

ih2kh3onh2 > –īkh3onh2 > -īgō(n)

Θα παραθέσω σε αυτό το σημείο την ετυμολογική περιγραφή της Birgit Olsen για την λέξη virāgō.

Olsen-virago

Να σημειωθεί ότι τόσο ο Pinault (“collectif”) όσο και η Olsen βλέπουν πίσω από το «παραπανίσιο» μόρφημα *-h2k- μια συλλογική (collective) λειτουργία του λαρυγγικού *h2. Αντίθετα όμως με την Olsen που προσπαθεί να εξηγήσει το *k ως συνέπεια «λαρυγγικής σκλήρυνσης» (laryngeal hardening *h2s> -ks, h2h3 > k/g) πιστεύω ότι η απλούστερη εξήγηση του Pinault για ένα «συλλογικό *h2 που επαυξήθηκε με *k» (un collectif en *H2 èllargi par *-k-) είναι προτιμότερη.

Η συλλογική αξία του *h2 σε αυτές τις περιπτώσεις αυξάνει την ποιότητα/ιδιότητα που περιγράφει η ρίζα στην οποία προσάπτεται, όπως λ.χ. στο παράδειγμα:

*swel- «φέγγω,καίω» > *swel-eh2 > ἕλᾱ = «κάψα του ήλιου», αλλά *swel-h2-s > σέλας = «έντονη λάμψη».

*kr.t-us > κρατύς = «δυνατός», *kr.t-e(s)-ros > κρατερός, αλλά *kr,t-h2-yos > κραταιός = «πολύ δυνατός, ἐρισθενής»

Επομένως, αν λάβουμε υπόψη και την συλλογική λειτουργία του μορφήματος *-h2k- τότε η λέξη

*wiHre-h2k-h3onh2 > virāgō ίσως αρχικά σήμαινε «η γυναίκα που έχει υπέρμετρη ανδρότητα».

Τελικά το μόρφημα *-h2k- εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο εύχρηστα μορφήματα για να δηλωθεί η «κατοχή μιας ιδιότητας».

Παραδείγματα από την Λατινική όπου το *-h2k- συνοδεύει το επίθημα Hoffmann προκαλώντας έκταση στα προκείμενα *i,*u (ih2>ī, uh2>ū) είναι τα επιθήματα σε -īgō και -ūgō αντίστοιχα.

Μερικά λατινικά παραδείγματα σε *-i-h2k-h3onh2 > -īgō

– *h1roudh-i-h2k-h3onh2 > rūbīgō = σκουριά (= αυτό που διαθέτει ἔρευθος/rubor = «κοκκινάδα»)

*k’el- «καλύπτω, κρύβω» > *kal-i-h2k-h3onh2 > cālīgō = «νέφος ομίχλης/σκότους που κάλυψε/έκρυψε έναν τόπο»

claudus = «κουτσός, χωλός » > claudīgō = «κουτσότητα, χωλότητα»

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας είχε το παρατσούκλι Κλαύδιος/Claudius επειδή ήταν claudus = κουτσός.

Η νόσος Claudicatio Intermittens = Διαλείπουσα Χωλότης οφείλει το όνομά της στο βασικό της σύμπτωμα που είναι διαλείπουσες κρίσεις χωλότητος που εναλλάσσονται με διαλείμματα φυσιολογικού βαδίσματος.

surdus = «κουφός» > surdīgō = «κουφότητα, κουφαμάρα»

– *melit- > mel = «μέλι» > *mell-i-h2k-h3onh2 > *mellīgō > mellīgō = «μελιτόεις χυμός»

pullus = «σκούρος, μαύρος» (λ.χ. πελλός, πελιδνός) > pullīgō ~ «μαυρίλα»

– *wegw-/*ugw- «υγρός» > ūvidus > *uvilīgō > ūlīgō = «υγρασία»

Μερικά λατινικά παραδείγματα σε *-u-h2k-h3onh2 > -ūgō

– *h2elbh-u-h2k-h3onh2 > albūgō = «άσπρο στίγμα, σημείο που διαθέτει ασπράδα» (albus)

– *h2eyos > aes = «χαλκός» *h2es-u-h2k-h3onh2 > aerūgō = «σκουριά του χαλκού»

– Αντίστοιχα, ferrum = «σίδηρος» > ferrūgō = «σκουριά του σιδήρου»

– *h2esp-ros > asper = «αδρός, τραχύς» (η πηγή του νεοελληνικό άσπρος) > asperūgō = είδος φυτού με αγκαθωτά φύλλα.

– *h2ewsom > aurum = «χρυσός» > aurūgō = «χλωμάδα, ωχρότητα, κιτρινάδα» (λ.χ. «χρυσή» = ίκτερος).

– *wl.h2neh2 = «μαλλί» > lānā > lānūgō = «ουσία με υφή μαλλιού»

– *seh2l- = «αλάτι» > salsus = «αλατωμένος, αλμυρός» > salsūgō = «άλμη, αλμύρα»

Το μόρφημα *-h2k- χωρίς το επίθημα Hoffmann

Το συλλογικό μόρφημα *-h2k- διατηρεί την σημασία του και χωρίς το επίθημα Hoffmann. Θα αρχίσω παραθέτοντας λατινικά λήμματα σε:

*-u-h2k-os > -ūcus

*k’ad- > cadō = «πέφτω» με παράγωγο παρατσούκλι το *k’ad-u-h2k-os > cadūcus = «αυτός που πέφτει συχνά ~ που έχει την συνήθεια να πέφτει».

– Στο λήμμα albūgō που αναφέρθηκε παραπάνω αντιστοιχεί το albūcus = «ασφόδελος, βολβός ασφοδέλου»

– Από την ΙΕ ρίζα *mendh- «μασάω, μασουλάω» που έδωσε το λατινικό ρήμα mandō (πρόγονος του ιταλικού mangiare) προέκυψαν τα παρατσιούκλια με τη σημασία «φαγανός, λείξουρος»:

*mondh-u-h2k-h3onh2 > mandūcō (χωρίς ηχηροποίηση *-kh3>g όπως ο Ρουβικών που αναφέρθηκε παραπάνω) και *mondh-u-h2k-os > mandūcus

Τα θηλυκά αντίστοιχα των παραπάνω είναι σε:

*-u-h2k-(e)h2 > -ūca

– *wer(s)- «ύψος, κορυφή» > *wers-u-h2k-a > verrūca «ύψωμα, προεξοχή» και η πόλη *Wers-u-h2k-h3onh2 > Verrūgō που ήταν κτισμένη πάνω σε λόφο (σημερινό Colle Ferro = «Σιδηρόλοφος»).

– aes «χαλκός» > aerūca = «πρασινάδα του χαλκού» (το χρώμα του αγάλματος της Ελευθερίας)

carrus/carrum = «κάρο» (κελτικό δάνειο στην Λατινική) > carrūca ~ carrūcea > «καρότσα»

mat(t)ea > mat(t)eūca > matjuca > ματσούκα

festūca = «ραβδί ~ ματσούκα», lactūca = «μαρούλι» , mastrūca ~ «σισύρα/σίσυρνα»

*-e/o-h2k-os > -ācus

*h₁ēgʷʰ- «πίνω» (λ.χ. *n.-h1ēgwh- > νηφάλιος = sōbrius) > *h1ēgwh-ryos > ēbrius = «μεθυσμένος» και, περισσότερο ως παρατσούκλι, *h1ēgwh-ry-e-h2k-os >  ēbriācus ~ «μεθύστακας, αυτός που μεθάει συχνά, που έχει την συνήθεια να μεθάει»

merus = «άκρατος, ανόθευτος, καθαρός» > *mer-e-h2k-os > merācus = «άκρατος» ειδικά για κρασί.

opācus = «σκοτεινός, σκιερός»

Παραλλαγή του θεματικού επιθήματος *-e/o-h2k-os > -ācus είναι το αθεματικό επίθημα *e/o-h2k-s > -āx

*-e/o-h2k-s > -āx

audeō = «τολμώ» > audāx = «τολμηρός, τολμητής, τολμητίας»

bellum = «πόλεμος» > bellāx = «πολεμήιος (ἀρειμάνιος)». Μήπως άραγε και στο ελληνικό επίθετο κρύβεται ένα συλλογικό *h2 όπως στο επίθετο κραταιός; polem-os > *polem-e-h2-yos > πολεμαῖος > Πτολεμαῖος ~ ἄριστ-ος > *arist-e-h2-yos > Ἀρισταῖος. Το λέω γιατί το /α/ στα ονόματα αυτά δεν είναι αναμενόμενο (*-os > *-e-yos > –ειος λ.χ. ἀγρός > ἀγρεῖος).

– bibō = «πίνω» > bibāx = «πότης, αυτός που πίνει συχνά, που έχει την συνήθεια να πίνει»

capiō = «πιάνω, περιέχω, χωράω» > capāx = για χώρους και δοχεία «χωρητικός» για ανθρώπους «ικανός (που τα πιάνει γρήγορα)» > ιταλ. capace > «καπάτσος»

– *k’ers- «τρέχω» > λατινικό currō με παράγωγο *k’ors-e-h2k-s > currāx = «δρομαῖος» (πάλι με περίεργο /α/ που μπορεί να εξηγηθεί ως συλλογικό/αυξητικό *h2>a, δρόμος αν και υπάρχει και το ρήμα δρομάω)

– *h1ed- «τρώω» > λατινικό ρήμα edō και παράγωγο παρατσούκλι edāx = «φαγανός»

– *h1em- «παίρνω»> λατινικό emō = «αποκτώ, αγοράζω» με παρατσούκλι emāx = «αυτός που έχει μανία να αγοράζει»

– *bheugw- = «φεύγω» > λατινικό ρήμα fugiō με παράγωγο *bhugw-e-h2k-s > fugāx > αγγλικό fugacious

– *gwher- «θερμαίνω» > *gwhornos > furnus και *gwhorn-e-h2k-s > fornāx

– *bher- «φέρω» > λατινικό ρήμα ferō με παράγωγο *bher-e-h2k-s > ferāx = «που φέρει πολλούς καρπούς» (fructifer)

– *bher- «μεταφέρω > παίρνω» > nhor-s > *bhōr = «κλέφτης» (φώρ, fūr) με παράγωγο fūrāx = «αυτός που έχει την συνήθεια να κλέβει»

«Ναι θα φύγω, αλλά μην αρπάξεις τίποτα έτσι, γιατί το χεράκι σου κουβεντιάζεται ότι είναι μορτάρικο στη γειτονιά. Στο λέω θα ψαχτούμε όλοι!» που λέει και ο Ζήκος στην κυρα Δέσποινα.

[01:04:05]

– Λατινικό ρήμα teneō = «κρατάω» με παράγωγο το *ten-e-h2k-s των όρων tenāx και pertināx = «επίμονος, έμμονος» που πέρασαν στα αγγλικά ως tenacious και pertinacious αντίστοιχα.

vīvō = «ζω», vīvus= «ζωντανός» > vīvāx και longivīvāx = «ἀμετρόβιος, δηρόβιος, μακρόβιος»

Νομίζω πως τα παραπάνω παραδείγματα αρκούν από την Λατινική για να καταλάβουμε πως χρησιμοποιήθηκε το συλλογικό μόρφημα *-h2k-.

Το μόρφημα *-h2k- στην Ελληνική

Αθεματικά παραδείγματα σε -αξ. Εδώ η εφαρμογή του νόμου του Osthoff βράχυνε το μακρό *eh2>ᾱ>α στην ονομαστική (-ᾱκ-ς > -ακ-ς) και, μερικές φορές, το βραχύ α πέρασε και στις άλλες πτώσεις.

*newos > νέος και *newe-h2k-s > νέαξ ~ νεᾱνίᾱς

*meryos = «νεαρός πολεμιστής» > *mery-e-h2k-s > μεῖραξ (νεανίας ~ νεανίς)

λεῖος > λείαξ = «νεαρό αγόρι που δεν έχει βγάλει ακόμα γένια και έχει λεία μάγουλα»

φαιός > Φαίαξ

*drem- «τρέχω» > δρόμος > *drom-e-h2k-s > δρόμαξ ~ currāx

*ish1ros > ἱερός > *ish1r-e-h2k-s > ἱέραξ > νεοελληνικό γεράκι (πουλί ιερό στον Απόλλωνα)

*gwhon-os > φόνος και *gwhon-e-h2k-s > φόναξ = «που έχει τη συνήθεια να σκοτώνει»

λάβρος > λάβραξ > νεοελληνικό λαβράκι

λίθος > λίθαξ = «πέτρινος, τόπος με πολλές πέτρες»

σκύλος > σκύλαξ

στόμφος > στόμφαξ

*sreu- > ῥέϝω με μηδενικό βαθμό *sru- (λ.χ. περίρρυτος) που έδωσε τον όρο ῥύαξ > ρυάκιον > ρυάκι

Θεματικά παραδείγματα σε *-h2k-os > -ακος. Όλα σχεδόν τα ελληνικά παραδείγματα έχουν βραχύ /α/ και τα περισσότερα παράγωγα άλλων λέξεων είναι επίθετα σε *i-h2-k-os που σχηματίστηκαν μετά την φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2>a λ.χ. γωνίᾱ > γωνιακός.

Ένα παράδειγμα δίχως -ι- είναι το *ml.dh-(e)h2 > μάλθα/μάλθη ~ «πηλός» > *ml.dh-h2-kos > μαλθακός.

Σε όλους αυτούς τους όρους δεν μπορούμε να απομονώσουμε το μόρφημα *-h2k-, αλλά έχουμε να κάνουμε με την προσθήκη του επιθήματος *-kos σε ρίζα που περιείχε ήδη το θηλυκό *h2.

Με τη σειρά του όμως, το επίθημα -ιακός γενικεύτηκε και επεκτάθηκε δίνοντας παράγωγα επίθετα μη θηλυκών όρων, όπως λ.χ. ἥλιος > ἡλιακός.

Ο μόνος ελληνικός όρος που μπορεί να αναχθεί στο ΙΕ *-u-h2k-h3onh2 όπως το λατινικό επίθημα -ūgō είναι το μυθικό εθνώνυμο Λαιστρῡγών (ίσως λαισ- ~ «μεγάλος» λ.χ. λαίσπαις = «βουβαλόπαιδο» ή λαισ- «πρόστυχος, πόρνος» λ.χ. λαίσκαπρος). Με περισσότερη επιφύλαξη παραθέτω και το ὀλολῡγών = θόρυβος βατράχου/πουλιού (βέβαια μπορεί να είναι ηχομιμητικό).

Κατάφερα επίσης να βρω μόνο έναν ελληνικό όρο που περιέχει το σύνθετο επίθημα *-i-h2k-h3onh2 που έδωσε το λατινικό επίθημα -īgō. Αυτός είναι οι πελῑγᾶνες = πελῑγόνες (~ γέροντες, δημογέροντες, σώμα γηραιών συμβούλων). Η γραφή πελειγᾶνες σε μία επιγραφή του Μακεδονικού Δίου που χρονολογείται γύρω στο 180 π.Χ., όταν το μακρό /ῑ/ αποδιδόταν πια γραπτά ως «ει» (λ.χ. «τειμή» = τμή) μας δείχνει ξεκάθαρα ότι η λέξη είχε μακρό /ῑ/.

πολιός = «γκρίζος», πολιοκρόταφος = «με γκρίζες τρίχες στους κροτάφους» > πελῑγών ~ πελῑγᾶν = «αυτός που έχει γκρίζα μαλλιά» ~ «γέρων».

Peliganes

Το μόρφημα *-h2k- στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο

Στον Σλάβικό κλάδο, το συλλογικό μόρφημα *-h2k- εμφανίζεται στα παρακάτω επιθήματα:

1) *-h2k-os > *-ak-os > πρωτοσλαβικό επίθημα επιθέτων *-okŭ όπως:

*dhelbh- «σκάβω» > *dhl.bh-h2k-os > *dl.bakos > πρωτοσλαβικό *dĭlbokŭ = «βαθύς» (λ.χ. σλαβομακ. Dlaboka Reka = Βαθύς Ποταμός).

2) *-e-h2k-os > *-ākos > πρωτοσλαβικό -akŭ όπως στο πανσλαβικό novak (= νέϝᾱξ).

Από τον Βαλτικό κλάδο θα αναφέρω ένα παράδειγμα του τελευταίου επιθήματος *-e-h2k-os > *-ākos που στην Λιθουανική κατέληξε -okas λόγω της τροπής *ā>o: λιθουανικό juodas = «μαύρος» > juodòkas = «μαυριδερός» (δείτε τον όρο παρακάτω στην σελίδα του Orel που θα παραθέσω).

Το μόρφημα *-h2k- στην Αλβανική

Σύμφωνα με τον Vladimir Orel η Αλβανική έχει και τα δύο παραπάνω επιθήματα:

*-h2k-os > *-akos > πρωτοαλβανικό -aka > αλβ. -ak ~ -akë (αν και μερικά από αυτά ίσως να είναι το σλαβικό δανεισμένο)

*-e-h2k-os > *-ākos > πρωτοαλβανικό -āka > αλβ. -ok (λόγω της αλβανικής τροπής *ā>o)

Orel-ak-ok

Η ρίζα *sker- «ξεπετάγομαι, πηδάω» (λ.χ. ελληνικά skr.-yō > σκαίρω, σκαρθμός και λιθουανικό *skēr-> skėrys = «ακρίδα») έδωσε τον αλβανικό όρο *skor-e-h2k-os > *skarāka > harrok = «τράγος» (κυριολεκτικά «πηδηχταράς»). Όσοι αγνοείτε την αλβανική φωνολογική εξέλιξη και απορείτε για την τροπή *sk>ks>h πριν από *{r,l,m,n,w,j,b,d,g,Ø} παραθέτω τα *skurda > hudhër, *skuna > hu, *skunta > hundë, *skina > hi κλπ.

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα