Tag Archives: Ρωμαϊκή

Αντώνης Καλδέλλης: η κοινωνική εμβέλεια της Ρωμαϊκής ταυτότητας στο Βυζάντιο #2

Όπως ανέφερα ήδη στην πρώτη ανάρτηση της σειράς, σε αυτήν την δεύτερη ανάρτηση θα κάνω μια παρουσίαση του άρθρου του Αντώνη Καλδέλλη The Social Scope of Roman Identity in Byzantium: An Evidence-Based Approach, το οποίο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο βυζαντινολογικό περιοδικό Βυζαντινά Σύμμεικτα (τεύχος 27, σλδ 173-210). Continue reading

Advertisements

22 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

Η Ρωμαία στολή ως εθνοτικός δείκτης

Στα μέσα του 14ου αιώνα ο Ιταλός Fazio Degli Uberti συνέγραψε το έργο Dittamondo (κάτι σαν «Επιχείρηση ανά τον Κόσμο»), ένα διδασκαλικό ποίημα στο οποίο ο συγγραφέας ταξιδεύει νοερά ανά την υφήλιο μαζί με τον αρχαίο Ρωμαίο γεωγράφο Γάιο Ιούλιο Σολίνο σχολιάζοντας την (κλασική κυρίως) γεωγραφία και ιστορία των διαφόρων περιοχών. Continue reading

22 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η βυζαντινή αντίληψη περί πολιτείας

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα τις βαθμίδες εθνοπολιτικής κατάστασης των βάρβαρων/εθνικών που ενοχλούσαν τη Ρωμαϊκή Πολιτεία, όπως αυτές περιγράφονται στο «Στρατηγικόν» του Μαυρίκιου. Continue reading

9 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Οι «Βέσσοι» της ύστερης αρχαιότητας

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και, ταυτόχρονα, λιγότερο μελετημένες εθνογλωσσικές ομάδες της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας είναι οι «Βέσσοι», δηλαδή οι πληθυσμοί της βαλκανικής ενδοχώρας που συνέχισαν να μιλάνε δακομυσικά ιδιώματα μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, πέρα από τον παράλληλο -μερικό ή ολικό- εκλατινισμό τους (βλ. Θρακική γλώσσα, Δακο-Μυσική γλώσσα). Κατά την ύστερη αρχαιότητα (4ος μ.Χ. αιώνας και έπειτα) ο «βεσσικός χώρος» περιελάμβανε τα εδάφη της παλαιάς  Άνω και Κάτω Μυσίας (Moesia Superior & Inferior). Τα εδάφη αυτά λίγο αργότερα διαιρέθηκαν διοικητικά στην Διοίκηση Δακίας που ανήκε στην Υπαρχία του Ιλλυρικού και στα βορειοδυτικά εδάφη της Διοικήσεως Θράκης που ανήκε στην Υπαρχία του Ανατολικού. Continue reading

4 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Ιστορία

Η θέση της Ελληνικής στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η σημερινή ανάρτηση, η πρώτη για το 2016, είναι στην ουσία απάντηση σε μερικά ερωτήματα του σχολιαστή October490 (το σχόλιό του είναι το 19ο εδώ).

Ρωτάει ο Οκτώβρης490:

Γιατί δηλαδή να μη δεχτούμε το Ρωμαίο, από την αυτοκρατορική περίοδο κι έπειτα, ως πολιτικό όρο, που δηλώνει τον κάτοικο δηλαδή της Αυτοκρατορίας που έχει δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη κι όχι κατ’ ανάγκη τον απευθείας απόγονο του Ρωμύλου. Γιατί δηλαδή να μην εικάσουμε, ότι αν πετύχαινες εκείνον το Βυζαντινό στο καφενείο, μετά αφού είχε γράψει εκείνη την αράδα και τον ρωτούσες τι εννοεί, να σου απαντούσε : «Παιδάκι μου, Έλληνας/Ρομά/Μυσός/Δάκας γεννήθηκα, αλλά είμαι και Ρωμαίος/Ευρωπαίος/Αμερικανός πολίτης ! Και μάλιστα, ψιλοντρέπομαι για την ελληνική=εθνική καταγωγή της γιαγιάς μου, αφού το ελληνικό, άναρχο και φιλελευθερο πνεύμα έχει λοιδωροιθεί τα μάλα από τους Χριστιανούς, γι αυτό διαλαλώ όπου σταθώ τη …Ρωμαϊκότητά = Χριστιανικότητά μου!»
Αν οι κάτοικοι πάλι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είχαν την Λατινική ως επίσημη και δεν αισθάνονταν Έλληνες, τότε γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον 6-7ο (;) αιώνα μιλάει επίσημα την Ελληνική κι η Λατινική εξαφανίζεται; Ενώ ας πούμε διαιωνίζεται στη Δακία, την Ιταλική και Ιβηρική χερσόνησο και στη Γαλατία, έστω και σαν διάλεκτοι μιας μητρικής γλώσσας;

Λοιπόν, φίλε Οκτώβρη490, χωρίζω τα ερωτήματά σου σε δύο θέματα:

  1. Γιατί η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αν οι ελληνόφωνοι δεν αισθάνονταν εθνοτικοί Έλληνες και σε κάποια φάση η Λατινική έδωσε τη θέση της στην Ελληνική ως επίσημη γλώσσα του κράτους;
  2. Γιατί η ρωμαϊκή ταυτότητα των “Βυζαντινών” δεν ήταν «μόνον πολιτική» ή «μόνον Ορθόδοξη Χριστιανική» (γράφεις Ρωμαϊκότητα = Χριστιανικότητα);

Σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση και θ΄αφήσω για την επόμενη ανάρτηση την απάντηση στην δεύτερη ερώτηση, στην οποία θέλω να εστιάσω περισσότερο, για να δείξω πόσο εσφαλμένες είναι οι θεώρησεις «μόνο πολιτικά Ρωμαίοι» και «Ρωμαίοι = Ορθόδοξοι Χριστιανοί».

Η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στο Ανατολικό μέρος της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επειδή είχε αποκτήσει αδιασάλευτο κοινωνικό κύρος και επειδή ανάμεσα στις αρετές που χαρακτηρίζαν τους Ρωμαίους κατακτητές ήταν η πρακτικότητα. Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι δεν είχαν κανέναν λόγο να αντικαταστήσουν την καθιερωμένη lingua franca (Ελληνιστική Κοινή) της ελληνιστικής Ανατολής με την Λατινική, αφού η Ελληνική τους βόλευε διοικητικά μια χαρά. Η άποψη ότι πρέπει να φτάσουμε στους διαδόχους του Ηρακλείου «ώστε η Ελληνική να πάρει τη θέση της Λατινικής ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης» στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην πραγματικότητα δεν είναι εντελώς ακριβής. Ήδη κατά το πρώτο μισό του 1ου μ.Χ. αιώνα ο λατινόφωνος αυτοκράτορας Κλαύδιος συνεχάρη έναν βάρβαρο (= καταγόμενο από το Barbaricum = μέρη εκτός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) για το ότι έμαθε «και τις δύο γλώσσες μας, Λατινικά και Ελληνικά» (δηλαδή και τις δύο [επίσημες] γλώσσες της Ρωμαϊκής μας αυτοκρατορίας, “Graece ac Latine … cum utroque sermone nostro sis paratus“, uterque = αμφότερος, noster = δικός μας). Στην Σύγκλητο της Ρώμης, ο Κλαύδιος πάντα, συχνά έκανε εκτενείς λόγους στην Ελληνική και όταν δίκαζε συχνά απαντούσε ελληνιστί απαγγέλλοντας ομηρικούς στίχους! Εκτός αυτού έγραψε στην Ελληνική ολόκληρα βιβλία Ιστορίας (20 βιβλία Ετρουσκικής/Τυρρηνικής Ιστορίας και 8 βιβλία Καρχηδονιακής Ιστορίας)!

[Suetonius, Divus Claudius, 42.1]

Nec minore cura Graeca studia secutus est, amorem praestantiamque linguae occasione omni professus. cuidam barbaro Graece ac Latine disserenti: ‘cum utroque,’ inquit, ‘sermone nostro sis paratus; et in commendanda patribus conscriptis Achaia, gratam sibi prouinciam ait communium studiorum commercio; ac saepe in senatu legatis perpetua oratione respondit. multum uero pro tribunali etiam Homericis locutus est uersibus. quotiens quidem hostem uel insidiatorem ultus esset, excubitori tribuno signum de more poscenti non temere aliud dedit quam: «ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
Denique et Graecas scripsit historias, Tyrrhenicon uiginti, Carchedoniacon octo.

Αγγλική Μετάφραση:

He applied himself with no less attention to the study of Greek literature, asserting upon all occasions his love of that language, and its surpassing excellency. A barbarian once holding a discourse both in Greek and Latin, he addressed him thus: ” Since you are skilled in both our tongues.” And recommending Achaia to the favour of the senate, he said, ” I have a particular attachment to that province, on account of our common studies.” In the senate he often made long replies to ambassadors in that language. On the tribunal he frequently quoted the verses of Homer. When at any time he had taken vengeance on an enemy or a conspirator, he scarcely ever gave to the tribune on guard, who, according to custom, came for the word, any other than this:

ἄνδρ᾽ ἐπαμύνασθαι ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
” “‘Tis time to strike when wrong demands the blow.
” To conclude, he wrote some histories likewise in Greek, namely, twenty books on Tuscan affairs, and eight on the Carthaginian;

Ο Geoffrey Horrocks, στο μνημειώδες βιβλίο του «Ελληνικά: Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» 1η έκδοση υπάρχει μεταφρασμένη στα Ελληνικά από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας για όποιον ενδιαφέρεται, ενώ την δεύτερη «βελτιωμένη» αγγλική έκδοση την έχω παραθέσει για κατέβασμα εδώ) σχολιάζει αυτό το χωρίο όπου ο Κλαύδιος μιλάει «για τις δύο γλώσσες μας: Λατινικά και Ελληνικά» (Graece ac Latine … utroque sermone nostro) γράφοντας:

Horrocks-Claudius

Ο στωϊκός [λατινόφωνος] αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (2ο μισό 2ου μ.Χ. αιώνα) κρατούσε το προσωπικό ημερολόγιο στην Ελληνική και έγραψε στην Ελληνική ολόκληρο φιλοσοφικό πόνημα. Ο Ρωμαίος ποιητής Ιουβενάλις (~100 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι οι αριστοκράτισσες της Ρώμης της εποχής του, χρησιμοποιούσαν την ελληνομάθειά τους για να τονίσουν την κοινωνική τους θέση: κουτσομπόλευαν μεταξύ τους ελληνιστί και πάνω στο σεξ φώναζαν ελληνιστί «ψυχή μου! ζωή μου!»

kaldellis-greek

Juvenal

Juvenalis

Γίνεται, λοιπόν, εύκολα αντιληπτό γιατί η Ελληνική γλώσσα στην Ελληνιστική Ανατολή δεν απειλήθηκε ποτέ από την Λατινική των Ρωμαίων κατακτητών. Η Ελληνική διατήρησε το κοινωνικό της κύρος και, επομένως, δεν υπήρχε κοινωνική πίεση γλωσσικής αντικατάστασης όπως υπήρχε στο δυτικό μισό και στην βαλκανική ενδοχώρα (όπου οι Κελτικές, Θρακο-Ιλλυρικές κλπ γλώσσες θεωρήθηκαν κοινωνικά κατώτερες και, σταδιακά, έδωσαν την θέση τους στην Λατινική). Εξ αρχής στην Ελληνιστική Ανατολή οι αποφάσεις της Συγκλήτου και των αυτοκρατόρων εκδίδονταν μεταφρασμένες στα Ελληνικά. Όταν σε κάποια φάση σταμάτησαν να υπάρχουν λατινόφωνοι αυτοκράτορες και υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί (όπως ο Ιουστινιανός και ο Βελισάριος, αμφότεροι εκλατινισμένοι «Βέσσοι») τότε δεν είχε νόημα να συνέχιζε η Λατινική ως γλώσσα του στρατού, της διοίκησης και της αυλής. Όταν πρωτοργανώθηκαν τα πρώτα μεγάλα Θέματα στην Μικρά Ασία κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, οι δύο βασικές γλώσσες των στρατιωτών ήταν τα Ελληνικά και τα Αρμενικά. Η Ρωμαϊκή Αυλή προσαρμόστηκε γλωσσικά, ακριβώς όπως, λίγο αργότερα, προσαρμόστηκε και θρησκευτικά όταν αποφάσισε να υιοθετήσει τις ανεικονικές (εικονοκλαστικές) συνήθειες των ακριτικών περιοχών, για να ισχυροποίησει τους δεσμούς συνάφειάς της με τους ακρίτες που σταμάτησαν την εξάπλωση των Αράβων στην οροσειρά του Ταύρου.

Βέβαια το ότι η Ελληνική γλώσσα διατήρησε το κοινωνικό της κύρος δεν έχει καμία σχέση με το αν οι ομιλητές της αισθάνονταν ή όχι εθνοτικά Έλληνες, ακριβώς όπως η επιβίωση της Αγγλικής στην Αμερική δεν έχει καμία σχέση με το αν οι Αμερικάνοι αισθάνονται ή όχι εθνοτικά/εθνικά Άγγλοι.

Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Ανατολικού μισού διατήρησαν μεν την γλωσσική τους ταυτότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επανεθνοτίστηκαν σταδιακά κατά την ύστερη αρχαιότητα. Όπως νομίζω ότι έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, η γλωσσική συνέχεια/ασυνέχεια δεν έχει καμία σχέση με την εθνοτική συνέχεια/ασυνέχεια.

Οι Αμερικάνοι διατήρησαν την Αγγλική τους γλώσσα, αλλά έπαψαν να είναι Άγγλοι άποικοι, ενώ οι «Ελληνιστές» Ιουδαίοι του Λουκά είχαν χάσει την «πάτριο» Εβραϊκή γλώσσα (και την συγγενική της Αραμαϊκή που είχαν υιοθετήσει οι περισσότεροι Ιουδαίοι ως μητρική, επειδή είχε καταλήξει να είναι η lingua franca του σημιτικού κόσμου) και, από ένα σημείο και μετά, μιλούσαν μόνον Ελληνικά, διατηρώντας όμως την εβραϊκή τους συνείδηση (Ιουδαϊκή θρησκεία και αίσθηση εβραϊκής καταγωγής).

Οι ελληνόφωνοι υπήκοοι της Ρωμαϊκής ανατολής διατήρησαν την γλώσσα τους, αλλά έχασαν την αρχαία εθνοτική τους ταυτότητα. Όταν οι πηγές αρχίζουν να τους περιγράφουν πάλι ως διακριτή εθνοτική ομάδα από τον 10ο αιώνα και έπειτα είναι πια εθνοτικοί Ρωμαίοι και όχι «εθνοτικοί Έλληνες που είναι μόνον πολιτικά ή θρησκευτικά Ρωμαίοι». Δεν θέλουν να έχουν καμία απολύτως σχέση με τους «δυσσεβείς Έλληνες» και όταν θέλουν να διαχωριστούν από τα «ετερόγλωσσα γένη» της αυτοκρατορίας, το κάνουν προβάλλοντας την εθνοτική τους ρωμαϊκή ταυτότητα (Ρωμαίοι = μόνον οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι). Τα «ετερόγλωσσα γένη» (Αρμένιοι, Σλάβοι, Αλβανοί, Βλάχοι, Μαρδαΐτες κλπ) είναι πολιτικοί Ρωμαίοι και, κατά κανόνα χριστιανοί ορθόδοξοι (εκτός από τους Αρμένιους που ήταν χωρισμένοι θρησκευτικά σε μιαφυσίτες και «τατσάτους» = Αρμένιοι που προσχώρησαν στο Χαλκηδονικό Δόγμα = την δική μας Ορθοδοξία), αλλά δεν είναι εθνοτικοί Ρωμαίοι.

Ο Νικήτας Χωνιάτης είναι ξεκάθαρος όταν περιγράφει την διαφορά ανάμεσα στα «ἑτερόγλωττα γένη» που στερούνται παιδείας απάσης και της φωνής Ελληνίδος, χαρακτηριστικά που διαθέτει ο «εὐγενής Ῥωμαῖος ἀνήρ».

[ΝΧωνιάτης, 204-5] ἀλλὰ δὴ καὶ τοῖς ἀπὸ γενῶν ἑτερογλώττων ὑποβαρβαρίζουσιν ὑπηρέταις, ὧν ὁ σίελος τοῦ λόγου προηκοντίζετο, […] καὶ ταῦτα παιδείας ἁπάσης ἐστερημένοις καὶ φωνῆς Ἑλληνίδος τὰ ἴχνη μεταδιώκουσιν ὡς αἱ σκοπιαί τε καὶ αἱ πέτραι πρὸς τὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα τὸ τῆς ἠχοῦς ὑστερόφωνον. […]  εἰ δέ που καὶ παρεζεύγνυτό τις αὐτοῖς εὐγενὴς Ῥωμαῖος ἀνήρ,

Αλλά επιστρέφω στην Ελληνική γλώσσα γιατί η εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.

Η αξιοθαύμαστη συντηρητικότητα της Ελληνικής, δηλαδή το γεγονός ότι η Ελληνική υπέστη μικρή σχετικά αλλαγή κατά τα τελευταία 2000 χρόνια και δεν διασπάστηκε σε ελληνογενείς γλώσσες (όπως η Λατινική διασπάστηκε σε λατινογενείς/ρωμανικές γλώσσες), οφείλεται στο ότι η Ελληνική είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ρωμαίων, δηλαδή των Ρωμαίων που παρέμειναν όλοι «μαντρωμένοι» στην ίδια πολιτική οντότητα κατά την περίοδο 400-1200, στην οποία υπήρχαν ενεργοί μηχανισμοί γλωσσικής σύγκλισης (παθητική έκθεση των αμόρφωτων μαζών στην Ελληνιστική Κοινή των Γραφών κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, «δημώδης» μεσαιωνική Κοινή που ο απλός κόσμος χρησιμοποιούσε στον στρατό και στις εμπορικές του συναλλαγές, ίδια πρότυπα εκπαίδευσης σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας κλπ). Γράφει ο Horrocks για τις αιτίες της συντηρητικότητας της Ελληνικής:

Horrocks-slow-change

Παραθέτω την Ελληνική μετάφραση των Σταύρου-Τζεβελέκου της πρώτης έκδοσης του χωρίου αυτού:

[σλδ 474-5] Αν και είναι σαφές ότι η ομιλούμενη ελληνική άλλαξε σημαντικά κατά την μεσαιωνική περίοδο – με μια αξιοσημείωτη αύξηση της κατά τόπους ετερογένειας ανάμεσα στους αναλφάβητους ομιλητές των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων-, η συνεχιζόμενη παρουσία του βυζαντινού κράτους και των θεσμών του (πρωτίστως του εκπαιδευτικού συστήματος, της διοίκησης και της ορθόδοξης Εκκλησίας) εξασφάλισε ότι η εξέλιξη γενικά της προφορικής γλώσσας υπόκεινταν στους περιορισμούς που σχετίζονταν με τη γνώση της λόγιας γραπτής γλώσσας στις ποικίλες της μορφές, ή έστω με την έκθεση στην γραπτή γλώσσα (κυρίως τη γλώσσα της θείας λειτουργίας, η οποία είχε καθολική επιρροή). Ακόμη και ο τελείως αναλφάβητος δεν μπορούσε να ξεφύγει από την (παθητική) πρόσληψη της εκκλησιαστικής ελληνικής ή από τις εξομοιωτικές συνέπειες της θητείας του στον αυτοκρατορικό στρατό, ενώ οι ανώτερες τάξεις, συγκεντρωμένες στα μεγάλα αστικά κέντρα, εξακολουθούσαν όχι μόνο να διατηρούν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, αλλά επίσης να μαθαίνουν- και μάλιστα να χρησιμοποιούν ἐμπρακτα- τους παραδοσιακούς τύπους της γραπτής ελληνικής, διαδικασία η οποία επηρέασε το λόγο τους και αναχαίτισε την εξέλιξη σημαντικών τοπικών αποκλίσεων σε λόγιες ποικιλίες, πέρα από το φωνολογικό επίπεδο.

Έτσι, τα πρώιμα μεσαιωνικά ελληνικά, αντίθετα από τα λατινικά, δεν διασπάστηκαν σε τοπικές διαλέκτουςοι οποίες αργότερα θα αποκτούσαν επίσημο χαρακτήρα και θα εξελίσσονταν σε ξεχωριστές γλώσσες ανεξάρτητων κρατών.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η Ελληνική δεν άλλαξε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Χωρίς κατάλληλη προετοιμασία δεν μπορούμε αυθόρμητα να κατανοήσουμε την Αττική του Θουκυδίδη, πόσο μάλλον την γλώσσα του Ομήρου. Αλλά το αξιοθαύμαστο με την Ελληνική είναι ότι εμείς σήμερα μπορούμε αυθόρμητα και χωρίς προετοιμασία να καταλάβουμε την δημώδη Ελληνική της Κωνσταντινουπόλεως στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (~600 μ.Χ.)! Επειδή ο Μαυρίκιος είχε επιβάλλει «μέτρα λιτότητας» για να σώσει την οικονομικά εξασθενισμένη αυτοκρατορία, είχε γίνει αντιπαθής στον απλό λαό. Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής διέσωσε ένα σκωπτικό δημώδες ποιηματάκι που οι Κωνσταντινοπολίτες είχαν βγάλει για τον Μαυρίκιο.

maurice1

maurice2

Όπως καταλαβαίνετε αμέσως, ο μέσος ελληνόφωνος σήμερα δεν έχει κάποιο πρόβλημα στην κατανόηση του ποιήματος αυτού που συντέθηκε 1400 χρόνια πριν! Η μόνη διαφορά στην φωνολογία είναι το ότι τα «υ,οι» προφέρονταν ακόμα ως /y/=/ü/ και δεν είχε ολοκληρωθεί ο ιωτακισμός τους.

Εὔρηκε τὴν δαμαλίδα | ἁπαλήν καὶ τρυφεράν = βρήκε την δαμαλίδα απαλή και τρυφερή

καὶ ὡς τὸ καινόν ἀλεκτόριν | ταύτῃ <ἐ>πεπήδηκεν = και σαν το νεαρό κοκόρι την επήδηξε

καὶ ἐποίησε παιδία | ὡς τὰ ξυλοκούκουδα = και έκανε παιδιά σαν τα ξυλοκούκουδα

καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι | ἀλλ΄ὅλους ἐφίμωσεν = και ουδένας τολμάει να λαλήσει, αλλ΄ όλους τους εφίμωσε

Βλέπουμε ότι υπάρχουν μόνο 2 άγνωστες λέξεις (ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > αλεκτόρι(ν) = «κοκόρι», ξυλοκούκουδον = «καρπός με ξύλινο/σκληρό φλοιό» και δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν τον σημερινό όρο δάμαλις/δαμαλίς > δαμάλα = «νεαρή αγελάδα»). Βλέπουμε, επίσης, ότι στην δημώδη Ελληνική του 600 μ.Χ. το απαρέμφατο παραμένει ακόμα ενεργό (τολμᾷ λαλῆσαι και όχι τολμᾷ ἵνα λαλήσει > τολμάει να λαλήσει), αν και ήδη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, σε δημώδη κείμενα των αιγυπτιακών παπύρων, η περίφραση ἵνα+υποτακτική αρχίζει σιγά σιγά να αντικαθιστά το αρχαίο απαρέμφατο, ότι το επίθετο ὅλος (που αρχικά σήμαινε «ολόκληρος, ακέραιος») έχει ήδη αποκτήσει την νεοελληνική του σημασία, αντικαθιστώντας το αρχαίο επίθετο πᾶς, βλέπουμε την τυπική νεοελληνική ουδετεροποίηση (δηλαδή προσθήκη του ουδέτερου επιθήματος -ιον > -ιν, ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > ἀλεκτόρι(ν) = κοκόρι, όπως νῆσος > νησίον > νησί και γέφυρα > γεφύριον > γεφύρι), βλέπουμε ότι το ρήμα (επι-)πηδάω έχει την νεοελληνική σημασία πηδάω = «γαμάω», ότι δεν είχε ακόμη γίνει η συνίζηση παιδία > παιδιά (λ.χ. ελευθερία > λευτεριά) και βλέπουμε ότι ο αόριστος επ-επήδηκεν έχει σχηματιστεί με το επίθημα του αρχαίου παρακειμένου -κα (λ.χ. το νεοελληνικό ζεύγος έδωσα ~ έδωκα) λόγω της συγχώνευσης παρακειμένου και αορίστου που συνέβη στην πορεία της Ελληνικής (κάτι που τελικά οδήγησε αργότερα στον σχηματισμό ενός νέου περιφραστικού παρακειμένου με το βοηθητικό ρήμα έχω, λ.χ. δέδωκα > έχω δώσει). Ο δεύτερος στίχος διατηρεί το μέτρο του μόνο αν το «καὶ ὡς» διαβαστεί ως μονοσύλλαβο «κι΄ως» (πράγματι ο Horrocks το διαβάζει ως c’os = /kyos/). Τα «ξυλοκούκουδα» είναι οι καρποί όπως το καρύδι με σκληρό, ξυλινο φλοιό. Ο όρος κούκουδον (< κόκκουδον) είναι μάλλον ομόρριζος το νεοελληνικού όρου κόκαλο (< κόκκαλον).

Το δημώδες αυτό ποίημα είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο μέτρο που αποτελείται από δύο ημίστιχα 8+7 (στο τέλος του 8ου στίχου έχω προσθέσει το σύμβολο [|]). Αυτό το δεκαπεντασύλλαβο μέτρο είναι η ραχοκοκαλιά της μεσαιωνικής και νεοελληνικής ποίησης, τόσο της δημώδους όσο και της λόγιας και ήταν σίγουρα ήδη διαμορφωμένο κατά την ύστερη αρχαιότητα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Jeffreys (1974), η απαρχή αυτού του «πολιτικού» (= δημώδους) 15σύλλαβου στίχου είναι οι λαϊκές έμμετρες επευφημίες στους θριάμβους στην Ρώμη της [ύστερης] «Δημοκρατικής» Περιόδου, δηλαδή στην Ρώμη της εποχής του Καίσαρα!

Βρε κοίτα να δεις κάτι περίεργα πράγματα!

Η μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ποιητική παράδοση που ήταν γνωστή σε κάθε αγράμματο από την Κέρκυρα μέχρι την Κύπρο και από την Πελοπόννησο μέχρι την Τραπεζούντα, αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys, δεν ανάγεται στους αρχαίους Έλληνες, αλλά στους Ρωμαίους κατακτητές των Ελλήνων!

Φυσικά, ένας «Βυζαντινός» δεν θα έβρισκε καθόλου περίεργο το ότι ένα νήμα ποιητικής συνέχειας «μήκους» 2200 ετών συνδέει τους «νῦν» με τους «πάλαι» Ρωμαίους και ότι αυτή η συνήθεια μεταφέρθηκε κατά την translatio Urbis (μεταφορά της Πόλεως).

Δεκαπεντασύλλαβο μέτρο με σπάσιμο 8+7, λοιπόν, από την Ρώμη του Καίσαρα στην Νέα Ρώμη του Μαυρικίου και από τον Μαυρίκιο στο δημοτικό τραγούδι από την Αράχωβα της ύστερης Τουρκοκρατίας «Ο Χάρος κι ο Τσοπάνης» που παρουσιάζει παρακάτω ο Horrocks:

kharos-horrocks

Κι ο Χάρος τον εβίγλισεν | από ψηλή ραχούλα

[…]

Άσε με, Χάρο μ΄, άσε με | τρεις μέρες και τρεις νύχτες

[…]

πόχω γυναίκα παρανιά | και χήρα δεν της πρέπει

(παρανιά = παρανέα = πολύ νέα, λ.χ. παραψήθηκε = ψήθηκε πολύ)

Αν μετρήσετε τις συλλαβές (kyo-χà-ros-ton-e-vi-γli-sen | a-pò-psi-lì-ra-χù-la) θα δείτε την ίδια μετρική δομή 15=8+7.

Η γλώσσα του ποιήματος και η έννοια του Χάρου είναι κληρονομιά από την αρχαία Ελλάδα (Χάρων > Χάρος, Νηρηίδες > Νεράιδες κλπ), ενώ το μέτρο του ποιήματος (αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys) και το ρήμα βιγλίζω/βιγλεύω = (κατα)σκοπεύω (βίγλα = σκοπιά < λατ. vigilia) είναι κληρονομιά από την αρχαία Ρώμη.

Γράφει ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του:

[12.97] Περὶ βίγλας καὶ φυλακῆς βάνδου ἐν καιρῷ μάχης

Δύο δὲ σκουλκάτωρας ἤγουν κατασκόπουςβιγλάτωρας χρησίμους καὶ ἀγρύπνους καὶ ἀνδρείους ἐπιλέγεσθαι καὶ δύο μανδάτωρας.

[12.42] Πρὸς τούτοις κελεύομέν σοι, […] καθ’ἑκάστην τοῦρμαν σκουλκάτωρας ἤγουν βιγλεύοντας ἀφορίσῃς,

[14.12] […] τὸ ὀφεῖλον βιγλεύειν καὶ τὰς πόρτας τοῦ φοσσάτου φυλάττειν ἤγουν τοῦ περιφραγμένου ἀπλίκτου,

(σκουλκάτωρες < exculcatores = «πρόσκοποι», γι΄αυτό σκούλκα = βίγλα)

Για να καταλάβετε πόσο ασυνήθιστο είναι να μπορεί κάποιος να κατανοεί αυθόρμητα την μορφή της γλώσσας του πριν από 1400 χρόνια, σας παραθέτω το Πάτερ Ημών στην Παλαιά Αγγλική του 10ου αιώνα (δηλαδή «μόλις» 1000 χρόνια πριν), την οποία κανένας τωρινός αγγλόφωνος δεν μπορεί πια να κατανοήσει αυθόρμητα.

Παλαιά Αγγλική, 995 μ.Χ.:

Fæder ūre, ðū ðē eart on heofonum,

Sī ðīn nama gehālgod.

[…]

Urne gedægwhamlīcan hlāf syle ūs tōdæg.

Βικτωριανή Αγγλική, ~ 1800 μ.Χ.:

Our Father, which art in heaven;

Hallowed by thy Name.

[…]

Give us this day our daily bread.

Τωρινή Αγγλική:

Our Father in heaven,

hallowed be your name,

[…]

Give us today our daily bread.

Αν θέλετε μια γεύση από τα Παλαιά Αγγλικά του ~800 μ.Χ. (δηλαδή τα Αγγλικά πριν από 1200 χρόνια) μπορείτε να διαβάσετε το Παλαιοαγγλικό ποίημα Beowulf και, παρόλο που γνωρίζετε Αγγλικά, δεν θα καταλάβετε τίποτε!

[Στίχοι, 53-60]

Þā wæs on burgum Bēowulf Scyldinga,
lēof lēod‐cyning, longe þrāge
folcum gefrǣge (fæder ellor hwearf,
aldor of earde), oð þæt him eft onwōc
hēah Healfdene; hēold þenden lifde,
gamol and gūð‐rēow, glæde Scyldingas.
Þǣm fēower bearn forð‐gerīmed
in worold wōcun, weoroda rǣswan,

[τωρινή Αγγλική]

Now Beowulf bode in the burg of the Scyldings,
leader belovéd, and long he ruled
in fame with all folk, since his father had gone
away from the world, till awoke an heir,
haughty Healfdene, who held through life,
sage and sturdy, the Scyldings glad.[1]
Then, one after one, there woke to him,
to the chieftain of clansmen, children four:

Θα κάνω εδώ και μια γλωσσολογική παρατήρηση στο fēower bearn = four children (= τέσσερα παιδιά).

Ο παλαιός αγγλικός όρος bearn = «παιδί» προέρχεται από το πρωτογερμανικό *barną = «παιδί», λέξη ομόρριζη με το αγγλικό birth = «γέννα» (αμφότερα από την ΙΕ ρίζα *bher- «φέρω, κυοφορώ», IE *bhr.-tis > πρωτογερμανικό *burþiz > αγγλικό birth). Ο όρος αυτός επιβιώνει ως αρχαϊσμός στην Σκωτσέζικη Αγγλική.

Έτσι στην ταινία “Made of Honor” όπου μια αμερικάνα πάει στην Σκωτία για να παντρευτεί έναν Σκωτσέζο, η θεία του Σκωτσέζου την ρωτάει σε Σκωτσέζικα Αγγλικά αν έχουν “bearns” και, επειδή η αμερικάνα δεν κατάλαβε τι την ρώτησε, ο αρραβωνιαστικός της συμπληρώνει “bearns means children” (“bearns” είναι τα παιδιά) και απαντάει στην θεία του “no, no auntie, we haven’t had any “bearns” yet” (Όχι θείτσα, δεν κάναμε ακόμα παιδιά).

Η αμερικάνα λέει στην Θεία “I’m so sorry, I’m having hard time understanding your accent” (Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δυσκολεύομαι να καταλάβω την προφορά σας).

[00:07-00:19]

Και το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει αν δώσουμε σε έναν Βούλγαρο ή Σλαβομακεδόνα να διαβάσει την προγονική του Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (OCS), την οποία οι Κύριλλος και Μεθόδιος κωδικοποίησαν τον 9ο αιώνα από τις σλαβόφωνες περιοχές γύρω από την Θεσσαλονίκη. Η σημερινή πρότυπος Βουλγαρική και ο πρότυπος Σλαβομακεδονική απέχουν χρονικά από την OCS 1100 χρόνια. Παραθέτω την παλαιοσλαβωνική μετάφραση από ένα χωρίο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

OCS-Luke

[Κατά Λουκάν, 2.4-7] Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ, 5 ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ. 6 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, 7 καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

i rodi synŭ svoi prĭvěnĭcĭκαὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον

roditi = τίκτω (< τί-τκ-ω < διπλασιασμένο ρήμα από την ρίζα *τεκ- «γεννάω», λ.χ. Θεο-τόκος = Bogo-rodica)

synŭ = υἱός (αμφότερα από την ρίζα *seuH- «γεννάω», όπως και το αγγλικό son)

prĭvěnĭcĭ  = πρωτότοκος (εξελίχθηκε στο σερβικό prvenac, παράγωγο του prĭvŭ  = «πρώτος»)

Όποιος γνωρίζει κάποια σύγχρονη νοτιοσλαβική γλώσσα μπορεί να μας πει τι καταλαβαίνει όταν διαβάζει το παραπάνω χωρίο από την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική.

Αν η Ελληνική δεν είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ἑῴων Ῥωμαίων, θα είχε σίγουρα διασπαστεί σε πολλές νεοελληνικές γλώσσες, όπως συνέβη με την Λατινική στην «πεπτωκυῖα» Δύση.

Θα παραθέσω επίσης και το πρώτο γνωστό κείμενο της Αλβανικής (Gjon Buzuku, 16ος αιώνας), το οποίο όμως, αντίθετα με την σύγχρονη Πρότυπο Αλβανική που κωδικοποιήθηκε από τις τοσκικές διαλέκτους, είναι γραμμένο στη μεσαιωνική Γκεγκική. Επομένως, εκτός από την «χρονική» απόσταση 500 ετών, όποιος επιχειρήσει την σύγκριση πρέπει να λάβει υπόψη και την «επιχωρική» απόσταση που χωρίζει την Τοσκική από την Γκεγκική διάλεκτο. Η Γκεγκική δεν έχει υποστεί τον Τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού -n-, διατηρεί τα έρρινα φωνήεντα της ύστερης πρωτοαλβανικής, διατηρεί το αλβανικό απαρέμφατο και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «έχω», ενώ η Τοσκική έχει υποστεί ρωτακισμό, έχει τρέψει τα έρρινα φωνήεντα σε schwa, έχει χάσει το απαρέμφατο λόγω επαφής με την μεσαιωνική Ελληνική (λ.χ. τολμᾷ λαλῆσαι > τολμάει να λαλήσει παραπάνω, όπως και η Βουλγαρική και η Σλαβομακεδονική και εν μέρει η Σερβική) και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «θέλω». Το τελευταίο χαρακτηριστικό το έχει και η Βουλγαρική, η Σλαβομακεδονική και η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (Βλαχική/Αρουμανική και Ρουμανική). Έχει δηλαδή ενδιαφέρον ότι η Γκεγκική Αλβανική δεν συμμετέχει σε αυτόν τον κοινό νεοτερισμό, αλλά συμφωνεί με τις ρωμανικές ποικιλίες που παρέμειναν εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο μέλλοντας με βοηθητικό ρήμα το «θέλω» σε αυτές τις βαλκανικές γλώσσες οφείλεται σε υστερομεσαιωνική Ελληνική επίδραση, διότι η πρώιμη μεσαιωνική Ελληνική σχημάτιζε τον μέλλοντα με τα ρήματα «έχω/μέλλω» και, μετά τον 11ο αιώνα, άρχισε να τον σχηματίζει με το ρήμα «θέλω» (λ.χ. θέλει ἵνα > θενα > θανα > θα). Γράφει ο Horrocks, γι΄αυτά τα θέματα του Βαλκανικού Sprachbund:

sprachbund1

sprachbund2

Αφού λοιπόν εξήγησα τις βασικές διαφορές μεταξύ της Τοσκικής και της Γκεγκικής Αλβανικής, παραθέτω το πρώτο αλβανικό κείμενο στην μεσαιωνική Γκεγκική, για όποιον ενδιαφέρεται να συγκρίνει την μορφή της γλώσσας πριν από 500 χρόνια.

Buzuku

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Μεσαίωνας, Σλαβικές γλώσσες