Tag Archives: ρωμαίος

Μια συζήτηση για τους όρους Ρωμιός, Γραικός και Έλλην

Στα σχόλια μιας άλλης ανάρτησης ξεκινήσαμε μια συζήτηση με τον σχολιαστή ”Μωχό τον Μάντη” για τη σημασία του όρου ”Ρωμιός” κατά την Οθωμανική περίοδο και για τη λειτουργία των τριών όρων ”Ρωμιός”, ”Γραικός” και ”Έλληνας”. Επειδή στη συζήτηση ήρθε και ο φίλος Πέρτιναξ, που πρόσφατα παρακολούθησε το συνέδριο ” ‘Ελλην, Ρωμηός, Γραικός: Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες,” αποφάσισα να κάνω αυτήν την ανάρτηση, ώστε να έχουμε συγκεντρωμένες στα σχόλιά της τις διάφορες απόψεις. Continue reading

78 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Uncategorized

Μυθοθρυψίες: η εξίσωση Ρωμαίος = ορθόδοξος πολίτης ανεξαρτήτως γλώσσας

Έτυχε τις προάλλες να διαβάσω διαδικτυακές συζητήσεις πιτσιρικάδων και ένας από αυτούς αμόλησε το κλασικό παραμύθι ότι τάχα ο όρος Ρωμαίος στην «βυζαντινή» αυτοκρατορία ήταν, μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας, όρος γενικός και κενός εθνοτικής σημασίας, που προσδιόριζε κάθε ορθόδοξο πολίτη της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως γλώσσας. O λόγος που έκανε αυτόν τον ορισμό ήταν για να «υποστηρίξει» ότι οι ελληνόφωνοι πολίτες ήταν «Έλληνες».

Την εξέλιξη της «βυζαντινής» ταυτότητας την έχω αναλύσει διεξοδικά αλλού. Εδώ θα επικεντρωθώ στην εθνοτική φάση της Ρωμαϊκής ταυτότητας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον 10ο αιώνα και έπειτα. Όποιος ενδιαφέρεται για την γενικότερη γραμμική εξέλιξη από την αρχαία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μέχρι τον 10ο αιώνα μπορεί να διαβάσει τις παρακάτω σειρές αναρτήσεων:

1) Οι παρεξηγημένοι «Βυζαντινοί»

2) Εθνολογικές παρατηρήσεις στον Σκυλίτση

Το παραμύθι της διαχρονικής ανεθνοτικής πολιτικο-θρησκευτικής σημασίας του όρου Ρωμαίος σχηματίστηκε για να εξυπηρετήσει κυρίως δύο σκοπούς του Νεοελληνικού Έθνους-Κράτους:

1) Για να δώσει την εντύπωση μιας «πολυεθνοτικής αυτοκρατορίας», της οποίας συστατικό μέρος είναι μια επινοημένη «διαχρονική μεσαιωνική Ελληνική εθνότητα» που δρα σαν o απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ των [αρχαίων] Ελλήνων και των Νεοελλήνων. Όπως θα φανεί, η Αρχή των Ρωμαίων μπορεί να ήταν πολυεθνοτική, αλλά η κυρίαρχη εθνότητα από τον 10ο αιώνα και μετά ήταν το «γένος των Ρωμαίων». Το αν κάποιοι αττικίζοντες λόγιοι Ρωμαίοι, από τον 12ο αιώνα και μετά, άρχισαν σιγά σιγά να φλερτάρουν με την ιδέα ότι είναι «Έλληνες», αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Αν κάποιος ψάχνει για ειλικρινείς εθνοτικούς Ἐλληνες αυτοί εμφανίζονται πολύ αργά στην «Βυζαντινή» ιστορία (λ.χ. ο εν τέλει καθολικός στο θρήσκευμα Δημήτριος Κυδώνης) και μερικοί από αυτούς είναι μετα-βυζαντινοί, μεγαλωμένοι ή εντός ή σε άμεση γειτνίαση με τα Φραγκικά Δουκάτα, όπως λ.χ. ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και ο δάσκαλός του Γεμιστός Πλήθων. Όπως γράφει πολύ ωραία ο Καλδέλλης, αυτοί οι άνθρωποι ενστερνίστηκαν πλήρως την ητική φραγκική αντίληψη περί «Γραικών», την οποία εξωράισαν περαιτέρω αποδίδοντάς την ως «Έλληνες με αρχαία κληρονομιά» και αυτό γιατί η μεγάλη αυτοκρατορία της εποχής τους ήταν η Οθωμανική και η πάλαι ποτέ κραταιά Αρχή των Ρωμαίων δεν ήταν παρά μια μακρινή ανάμνηση και η ιδεολογία της εντελώς άγνωστη σε αυτούς.

Γράφει ο Καλδέλλης για το θέμα στην σελίδα 174 του καινούριου βιβλίου του “Ethnography after Antiquity: Foreign Lands and Peoples in Byzantine Literature” (University of Pennsylvania Press, 2013):

Looking ahead to the early fifteenth century, converts to Catholicism such as Argyropoulos and Bessarion would fully accept the western view and regard the Byzantines as Greeks, not “really” Romans at all, going further in this respect than Kydones ever did. By that point the apporpriation of the Roman legacy by the West was complete, and there was hardly anyone left on the Byzantine side to reclaim it. […] One radical solution, proposed by Plethon and his student Laonikos, was το sever their ties to both the Roman and Orthodox legacies and construct a new Hellenic identity. […] But that is a story for a different discussion.

2) Για να δράσει σαν επικουρικός συνεκτικός μύθος μεταξύ των ελληνόφωνων και αλλόγλωσσων προνεωτερικών εθνοτήτων που συμμετείχαν ως συστατικά στοιχεία στην διαμόρφωση του Νεολληνικού Έθνους. Έγραψα επικουρικός μύθος διότι η επίσημη ελληνική θέση δεν αναγνώρισε ποτέ γλωσσικές ή εθνοτικές συστατικές μειονότητες αλλά, όταν ανεπίσημα γίνεται κουβέντα, πολλές φορές ένα «έλα μωρέ όλοι Ρωμιοί ήμασταν» προβάλλεται για να δώσει στα γρήγορα ένα αίσθημα ιστορικής συνοχής χωρίς να χρειάζεται πολλή σκέψη. Χωρίς να μεταβούμε καν στο «Βυζάντιο», μια γρήγορη ματιά στην εθνολογική κατάσταση της ύστερης οθωμανικής αυτοκρατορίας δείχνει ξεκάθαρα ότι η ταυτότητα του Ρωμιού δεν ήταν λειτουργικά ταυτόσημη με την ιδιότητα μέλους του ορθοδόξου Rum μιλετιού, αλλά είχε μια χαρά προνεωτερική εθνοτική υπόσταση.

Ότι οι προνεωτερικές εθνοτικές ομάδες που έδρασαν ως συστατικά του νεοελληνικού έθνους συμμερίζονταν άσπετη οικειότητα λόγω της μακραίωνης συμβίωσής τους τόσο στην Οθωμανική όσο και στην «Βυζαντινή» [=Ρωμαϊκή] αυτοκρατορία ως πολιτικοί Ρωμαίοι, δηλαδή Χριστιανοί Ορθόδοξοι υπήκοοι του Βασιλέα των Ρωμαίων, αυτό είναι τόσο αυτονόητο που δεν χρειάζεται καν να το τονίσω. Η συνεκτική ισχύς της μακροχρόνιας οικειότητας περιγράφεται πιστεύω άριστα με τις ρήσεις του Ιωάννη Κίνναμου και του Νικήτα Χωνιάτη όταν περιγράφουν το ίδιο ιστορικό γεγονός: Ο Ιωάννης Κομνηνός παρατήρησε με έκπληξη ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στα νησιά της λίμνης «Πουσγούσης» (σημερινή Beyşehir) στα δυτικά του Ικονίου και βορείως της Ατταλείας τα είχαν βρει με το πέρασμα του χρόνου με τους Ικονιάτες Τούρκους εισβολείς και πολέμησαν μαζί τους εναντίον του αυτοκρατορικού εκστρατευτικού σώματος που πήγε να τους απελευθερώσει.

Pousgouse

Τα σχόλια των δύο ιστορικών για το γεγονός αυτό ήταν:

Κίνναμος: «χρόνῳ γὰρ δὴ καὶ ἔθει μακρῷ Πέρσαις τὰς γνώμας ἀνακραθέντες ἦσαν»

«Με το πέρασμα αρκετού χρόνου και μετά από μακροχρόνιο «ἔθος» [συνήθεια/οικειότητα] οι γνώμες τους αναμείχθηκαν με αυτές των «Περσών» [Τούρκων]».

Χωνιάτης: «οὔτω χρόνῳ κρατυθὲν ἔθος γένους καὶ θρησκείας ἐστὶν ἰσχυρότερον»

«Το «έθος» [συνήθεια/οικειότητα] που έχει ενισχυθεί με το πέρασμα του χρόνου είναι ισχυρότερο από το «γένος» [«ράτσα»] και την θρησκεία».

Και επειδή το νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις, η ίδια αρχή εξηγεί γιατί ο «Προμαχών των Ρωμαίων» εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων ήταν ο σελτζουκικής καταγωγής Ιωάννης Αξούχ. Τα εσπέρια τάγματα (σταυροφόροι) τον δώρισαν ως δούλο στον Αλέξιο Κομνηνό όταν τον αιχμαλώτισαν σαν ανήλικο τουρκόπουλο κοντά στην Νίκαια της Βιθυνίας. Ο Αλέξιος τον διόρισε «συμπαίστορα» (σύντροφο για παιχνίδι) στον ανήλικο γιο του Ιωάννη. Ανάμεσα στα δύο παιδιά αναπτύχθηκε ισχυρότατη και αδελφική φιλία και ο ενήλικος Αξούχ κατέληξε να είναι ο πιο πιστός και έμπιστος σύντροφος του Ιωάννη, όταν ο τελευταίος έγινε αυτοκράτορας, και Μέγας Δομέστικος της αυτοκρατορίας. Ο Χωνιάτης γράφει ότι ο σεβασμός της βυζαντινής κοινωνίας για τον Αξούχ ήταν τέτοιος που μέχρι και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας όταν τον συναντούσαν στον δρόμο τους κατέβαιναν από το άλογο και υποκλίνονταν μπραστά του.

Axouch

Ας περάσουμε τώρα στο βασικό θέμα της μυθοθρυψίας. Πόσο ανεθνοτική και αποκλειστικά πολιτικο-θρησκευτική ήταν η Ρωμαϊκή ταυτότητα από τον ύστερο 10ο αιώνα και έπειτα;

Αν, όπως ισχυρίζεται ο μύθος, η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν όντως μόνον πολιτικο-θρησκευτική (statist-religious) τότε θα υπήρχαν δύο συνέπειες:

1) Οι «Βυζαντινοί» θα ήταν εξορισμού ανίκανοι να διακρίνουν «εσωτερικούς “άλλους”» όσο οι τελευταίοι ήταν επίσης ορθόδοξοι και ισοπολίτες.

2) Μετά την κατάλυση της Ρωμαϊκής Πολιτείας (άλωση του 1204), στις περιοχές που δεν επέστρεψαν ποτέ στην ανασυσταθείσα Παλαιολόγεια Ρωμαϊκή Πολιτεία του 1261 (ή που επέστρεψαν εφημέρως), η ταυτότητα «Ρωμαίος» θα είχε απολέσει την μία της συνιστώσα (πολιτική/statist) και, κατά συνέπεια, θα ήταν πρακτικό συνώνυμο του «Ορθόδοξου χριστιανού».  Αυτό σημαίνει ότι και σε αυτές τις περιοχές, η διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και Ορθοδόξων «άλλων» θα ήταν επίσης αδύνατη.

Αν αποδείξουμε ότι τα παραπάνω δύο δεν ισχύουν τότε θα έχουμε αποδείξει ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα δεν ήταν μόνον πολιτικο-θρησκευτική, αλλά κάτι περισσότερο. Όπως θα γίνει ολοφάνερο παρακάτω, οι πρωτογενείς μας πηγές δείχνουν αναντίλεκτα ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα από τον 10ο αιώνα και μετά, εκτός από παραδοσιακά θρησκευτικο-πολιτική είναι πλέον και ξεκάθαρα εθνοτική ή, με άλλα λόγια, η ορθοδοξία και η ισοπολιτεία από μόνες τους πολλές φορές δεν αρκούν για να θεωρείται κάποιος Ρωμαίος από τις πηγές μας. Χρειάζονται επιπλέον πολιτισμικά κριτηρία (γλώσσα, ήθη, ενδυμασία κλπ) έτσι ώστε κάποιος να θεωρηθεί Ρωμαίος και «ὁμόφυλος» των Ρωμαίων ιστορικών της περιόδου.

Ο βυζαντινολόγος Mark Bartousis στις σελίδες 192 και 196 του βιβλίου του “The Late Byzantine Army: Arms and Society, 1204-1453” (University of Pennsylvania Press, 1992) παρακάτω ορίζει την Ρωμαϊκή ταυτότητα της ύστερης περιόδου και τον τρόπο ένταξης (αφομοίωση) σε αυτήν:

Bartusis ethnic Roman

Μεταφράζω τα λόγια του:

Εθνοτικά «Βυζαντινοί» στρατιώτες, ή «Ρωμαίοι» όπως οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν, ήταν εκείνοι οι στρατιώτες που γίνονταν αποδεκτοί από τους άλλους «Βυζαντινούς» ως «ομόφυλοι». Με άλλα λόγια, ήταν αυτοί που μιλούσαν ελληνικά, ήταν Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα, κατείχαν «βυζαντινά» έθιμα και ενδυμασία και, εν τέλει, ήταν αδύνατον να διακριθούν πολιτισμικά από τους υπόλοιπους «Βυζαντινούς».

Ένα μεγάλο μέρος του στρατού αποτελούνταν από ξένους, δηλαδή ανθρώπους που δεν ήταν «Ρωμαίοι» και των οποίων η γλώσσα δεν ήταν ελληνική. Οι περισσότεροι αυτών ήταν ή διαφόρων ειδών «Λατίνοι» (Ιταλοί, Γερμανοί, Καταλανοί, Φράγγοι και Ισπανοί), «Τούρκοι» (Τούρκοι, Αλανοί [* ιρανόφωνος λαός στην πραγματικότητα] και Κουμάνοι), ή «Σλάβοι» (Σέρβοι, Βούλγαροι και άλλοι νότιοι Σλάβοι [λ.χ. Μηλιγγοί και Εζερίτες]), αλλά και μια σειρά άλλων εθνοτικών ομάδων όπως Βλάχοι, Αλβανοί, Μογγολοί και Γεωργιανοί εμφανίζονται επίσης να υπηρετούν στον στρατό. Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ «ΡΩΜΑΙΟΣ». ΜΟΝΟΝ Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ, ΜΕ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΚΑΠΟΙΟΝ «ΡΩΜΑΙΟ». Πολλοί ξένοι, ιδίως οι Λατίνοι, πραγματοποιούσαν την μετάβαση μετά από μία ή δύο γενιές.

Με άλλα λόγια, ο Bartousis μας πληροφορεί ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν εθνοτικής φύσεως και ότι το ορθόδοξο θρήσκευμα και η κατοικία εντός της αυτοκρατορίας δεν αρκούσαν από μόνα τους για να θεωρείται κάποιος Ρωμαίος, αλλά επιπρόσθετα απαραίτητα κριτήρια εθνοτικής Ρωμαϊκότητας ήταν η ελληνοφωνία και ένα ολόκληρο πολιτισμικό πακέτο. Ορθόδοξοι αλλά αλλόγλωσσοι και αλλοηθείς πληθυσμοί που κατοικούσαν εντός της αυτοκρατορίας όπως λ.χ. οι Βλάχοι, οι Αλβανοί , οι Βούλγαροι κλπ. δεν εκλαμβάνονταν ως «ὁμόφυλοι Ρωμαίοι», αλλά ως «εσωτερικοί» αλλόφυλοι και «γένη τοῖς Ῥωμαίοις ὑπήκοα». Οι Αρμένιοι επίσης είναι μία άλλη εθνοτική ομάδα της αυτοκρατορίας που συχνά διακρίνεται από τους Ρωμαίους.

Η Gill Page σε ένα βιβλίο με θέμα την Βυζαντινή ταυτότητα από τον 12ο αιώνα μέχρι την άλωση του 1453 μ.Χ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήδη τον 12ο αιώνα υπάρχουν δύο ειδών Ρωμαϊκές ταυτότητες. Η πολιτική Ρωμαϊκή ταυτότητα αγκάλιαζε όλους τους Ορθόδοξους υπήκοους του Βασιλέα των Ρωμαίων. Η εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα, από την άλλη, χαρακτήριζε μόνον ορισμένους πολιτικούς Ρωμαίους, αυτούς που πληρούσαν ορισμένα επιπλέον κριτήρια, όπως η χρήση της Ελληνικής ως μητρικής γλώσσας, ορισμένα έθιμα, τρόπος ενδυμασίας κλπ. Η Page περιγράφει τις δύο ταυτότητες στις παρακάτω σελίδες:

Roman-IDs

Γύρω στο 965 μ.Χ. ο Νικηφόρος Φωκάς έγραψε την «Στρατηγική Έκθεσή» (Praecepta Militaria) όπου ξεκινάει εξηγώντας πως οι στρατολογημένοι «οπλίτες» πρέπει να επιλέγονται από ευμήκεις Ρωμαίους και Αρμένιους κάτω των σαράντα ετών.

[PM, 1.3-5] Πρέπον ἄρα καὶ ὀφειλόμενον ἐστιν ἀπὸ τε Ῥωμαίων καὶ Ἀρμενίων στρατιώτας ἐκλεξασθαι ἄνδρας ὁπλίτας εὐμήκεις τὰς ἡλικίας καὶ πλεῖον τῶν τεσσαράκοντα μὴ ὄντας χρόνων.

PM-Romans-Armenians

Ο Edward Luttwak γράφει για το χωρίο:

praecepta

Σε αυτό το χωρίο ο στρατολογήσιμος ανδρικός πληθυσμός διακρίνεται σε «Ρωμαίους» και «Αρμένιους» και καλό είναι να στοχαστούμε λίγο σε τι ακριβώς μπορεί να έγκειται αυτή η διάκριση. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η διάκριση είναι εθνογλωσσική, θρησκευτική («Ρωμαίοι» = «ορθόδοξοι» Χαλκηδονικοί, «Αρμένιοι» = «αιρετικοί» Μιαφυσίτες) ή γεωπολιτική («Ρωμαίοι» = όσοι έχουν γεννηθεί εντός της Ρωμαΐδος, «Αρμένιοι» = οι αρμενικοί πληθυσμοί που γεννήθηκαν εκτός Ρωμαΐδος, αλλά ήρθαν για να υπηρετήσουν στον Ρωμαϊκό στρατό, όπως λ.χ. οι Αρμένιοι που έφερε ο Μελίας/Μλέχ όταν ίδρυσε το θέμα της Λυκανδού). Δυστυχώς, το συγκεκριμένο χωρίο δεν επιτρέπει την αποσαφήνιση της φύσης του διαχωρισμού και, κατά συνέπεια, πρέπει να πάμε παρακάτω στην ιστορία του Λέοντος του Διακόνου.

Το πρώτο παραδείγματα χρήσης της εθνοτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας που βγάζει μάτια απαντά στην ιστορία του Λέοντος του Διακόνου που έγραψε κατά την περίοδο 995-1000 την ιστορία των πολέμων του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή. Ὀταν περιγράφει την κατάκτηση του Αραβικού Εμιράτου της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961, ο Λέων αναφέρει ότι ο Φωκάς ενοίκισε τη νήσο με «φατρίες» Ρωμαίων, Αρμενίων και «συγκλύδων ἀνδρῶν» (ανδρών ποικίλης άλλης καταγωγής):

[Ιστορία Λέοντος Διακόνου, 2.8]][Ὁ Νικηφόρος] καὶ τὴν νῆσον ἐξημερώσας ἅπασαν, Ἀρμενίων τε καὶ Ῥωμαίων καὶ συγκλύδων ἀνδρῶν φατρίας ἐνοικισάμενος,

Λίγο νωρίτερα, ο Λέων αναφέρει ότι όταν ο Νικηφόρος διέταξε τον στρατό του να κόψει τα κεφάλια των «βαρβάρων» Κρητών Αράβων που είχαν σκοτωθεί με αιφνίδια έφοδο από την «Ῥωμαϊκή αἰχμή» (υποσχόμενος ένα αργύριον για κάθε κομμένο κεφάλι), «τὸ τῶν Ἀρμενίων στῖφος» (= τα  Αρμενικά σώματα του στρατού) επιτέλεσαν το έργο με μεγάλη προθυμία.

ἀκονιτὶ οὖν ἐν μικρᾷ χρόνου ῥοπῇ τὸ τῶν τεττάρων μυριάδων τῶν βαρβάρων ἡβηδὸν παραπώλετο πλῆθος, ἔργον γεγονὸς αἰχμῆς Ῥωμαϊκῆς. ἀλλὰ τῷ τοιούτῳ καινῷ τροπαίῳ ἕτερον ὁ στρατηγὸς ἐξήρτυε τρόπαιον. μισθὸν δὲ τῷ κάραν κομίζοντι δίδοσθαι διεβεβαιοῦτο ἀργύριον. τοῦτο τὸ δόγμα ἀσμένως δεξάμενος ὁ στρατὸς, καὶ μάλιστα τὸ τῶν Ἀρμενίων στῖφος, τὰ βαρβαρικὰ ἐναπέτεμε κάρηνα καὶ ταῖς πήραις ἀπέθεντο.

Τον όρο «φατρία/φράτρα» ο Λέων τον δανείστηκε από τον αγαπημένο του Όμηρο, του οποίου την γλώσσα μιμείται συχνά. Στα ομηρικά επή ο όρος σημαίνει «φυλή,φάρα» και ετυμολογικά σχετίζεται με τον όρο φράτηρ = αδελφός, δηλαδή η φράτρᾱ/φ(ρ)ᾱτρίᾱ είναι η «ομάδα ομαιμόνων αδελφών».

Επομένως, οι «φατρίες/φράτρες» Ρωμαίων, Αρμενίων και «συγκλύδων ανδρών» (= ανδρών διαφόρων άλλων καταγωγών) που συναπαρτίζουν τον ρωμαϊκό στρατό του Φωκά και που στάλθηκαν ως “charter groups” στην ανακτημένη Κρήτη είναι εθνοτικές ομάδες. Όλοι τους είναι πολιτικοί Ρωμαίοι, αλλά μόνο κάποιοι από αυτούς είναι και εθνοτικοί Ρωμαίοι. Προφανώς οι τελευταίοι είναι εκείνοι οι Χρίστιανοί Ρωμαίοι πολίτες που έχουν ως μητρική την Ελληνική. Οι συγγραφείς της αγγλικής μετάφρασης της ιστορίας του Λέοντος του Διακόνου (Alice-Mary Talbot, Denis Sullivan) έχουν την εξής σημείωση για το συγκεκριμένο χωρίο:

fatriai

Αν περάσουμε στον 11ο αιώνα και στον Μιχαήλ Ατταλειάτη που έγραψε την ιστορία του το 1081, βρίσκουμε αρκετά παραδείγματα εθνοτικού διαχωρισμού των «πολιτικών Ρωμαίων» σε εθνοτικούς Ρωμαίους και αλλόγλωσσους.

Όταν ο αυτοκράτορας Ρωμανός Διογένης κατέκτησε με τα στρατεύματά του την Ιεράπολη:

ἐπανελθὼν δὁ βασιλεὺς εἰς τὸν χάρακα μετὰ τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποσόβησιν, ἔγνω τὴν ἀκρόπολιν τῆς Ἱεραπόλεως ἐνοικίσαι καὶ στρατηγὸν ἀποδεῖξαι ταύτης, ἐφᾧ κατὰ μικρὸν καὶ τὴν ἄλλην πόλιν Ῥωμαίων γενέσθαι καὶ Ἀρμενίων κατοικητήριον, καὶ διὰ τοῦτο χρονίσας ἐκεῖσε, καὶ φρουράν, ὅση τις ἐδόκει πρὸς φυλακὴν αὐτάρκης, καὶ στρατηγὸν ἐπιστήσας Φαρασμάτιον ἐκεῖνον βέστην τὸν Ἀποκάπην, ἐξ Ἀρμενίων τὸ γένος ἕλκοντα,

διόρισε στρατηγό τον βέστη Φαρασμάτιο Αποκάπη, «ἐξ Ἀρμενίων τὸ γένος ἕλκοντα» και ενοίκισε την πόλη με Ρωμαίους και Αρμενίους. Όλοι είναι πολιτικά Ρωμαίοι, αλλά μόνο κάποιοι είναι εθνοτικοί Ρωμαίοι (ανήκουν στο γένος των Ρωμαίων) και οι υπόλοιποι είναι εθνοτικοί Αρμένιοι (ανήκουν στο Αρμενικό γένος).

Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η περιγραφή του Ατταλειάτη της σύστασης των στρατευμάτων που ο αποστάτης δουξ Δυρραχίου Νικηφόρος Βασιλάκης στρατολόγησε το 1078/9 από τις πέριξ του Δυρραχίου περιοχές: Ρωμαίοι, Βούλγαροι και Αρβανίτες. Τόσο οι Βούλγαροι όσο και οι Αλβανοί ήταν Ορθόδοξοι που κατοικούσαν εντός της αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δεν αρκούσε για να θεωρηθούν Ρωμαίοι από τον Ατταλειάτη, όταν διαχωρίζει εθνοτικά τον στρατό που κάταφερε να συλλέξει ο αποστάτης Νικηφόρος Βασιλάκης σε Φράγγους εξ Ιταλίας και Ρωμαίους, Αρβανίτες και Βούλγαρους «ἐκ πασῶν τῶν ἐπικειμένων [τοῦ Δυρραχίου] χωρῶν».

Attaleiates Vasilakes

 […] ὁ πρωτοπρόεδρος Βασιλάκης, […] καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον, στρατιὰν ἐκ πασῶν τῶν ἐπικειμένων ἐκεῖσε χωρῶν συνελέγετο, καὶ Φράγγους μεταπεμψάμενος ἐξ Ἰταλίας […] εἶχε γὰρ καὶ Ρωμαίων πολλῶν στρατιωτικὸν, Βουλγάρων τε καὶ Ἀρβανιτῶν, καὶ οἰκείους ὑπασπιστὰς οὐκ ὀλίγους …

Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν από την εξέταση της περιγραφής του Ατταλειάτη της επιδρομής του Νέστορα στην Κωνσταντινούπολη.

Attaleiates Nestor

Ο Ατταλειάτης ξεκινάει με τις παραδουνάβιες «μιξοβάρβαρες χώρες» («τὸ περὶ τὸν Ἴστρον μιξοβάρβαρον»), όπου υπάρχουν πόλεις που κατοικούνται από πολυετερόγλωσσα πλήθη (Βούλγαροι, Βλάχοι, Πατζινάκοι κλπ, «πόλεις, ἐκ πάσης γλώσσης συνηγμένον ἔχουσαι πλῆθος»). Με το που εγκαταστάθηκαν οι Πατζινάκοι («Σκύθαι») σε εκείνα τα μέρη, ο «Σκυθικός» τρόπος του βίου υιοθετήθηκε και από τα άλλα έθνη της περιοχής («Πρὸς αὶς οἱ περαιωθέντες Σκύθαι τὸ πρότερον τὸν Σκυθικόν ἐπιφέρουσι βίον»). Τα παραδουνάβια αυτά έθνη άρχισαν να σκέφτονται την αποστασία και την συμμαχία με τους Πατζινάκους βορείως του Δούναβη. Ο βασιλεύς αποφάσισε να τους στείλει ως «σατράπη» τον Νέστορα «ἀπὸ Ἰλλυριῶν τὸ γένος ἕλκοντα καὶ δοῦλον πατρῷον γεγονότα τοῦ βασιλεύοντος». Η «Ιλλυρική» καταγωγή του Νέστορα δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά από τη στιγμή που ο Ατταλειάτης ονομάζει «Ιλλυρικόν» το θέμα της Βουλγαρίας (που βρίσκόταν δυτικά της Σερδικής/Σόφιας), είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο Νέστωρ ήταν από το θέμα της Βουλγαρίας. Πάντως, ο κλασικίζων όρος που ο Ατταλειάτης χρησιμοποιεί για τους Βούλγαρους σε άλλο χωρίο είναι «Μυσοί».

Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις· Μυσοὶ δέ, οἷς εἰδικὴ προσηγορία τὸ τῶν Βουλγάρων καθέστηκεν ὄνομα, τηνικαῦτα τοὺς τῆς δουλώσεως ἀποπτύσαντες χαλινοὺς εἰς ἀποστασίαν προκεχωρήκεσαν […] θᾶττον ἐξ ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν συνεστήσατο στρατιάν, καὶ μετὰ τῶν δυνάμεων τῇ Σαρδικῇ τῇ νῦν λεγομένῃ Τριαδίτζῃ καὶ διαὐτῆς Ἰλλυρικῷ προσβαλὼν κατὰ κράτος τοὺς ἀποστατήσαντας ἐτροπώσατο,

Ο Νέστωρ έγινε «σατράπης» στην Δρίστρα και συμμετείχε στα αποστατικά σχέδια των εγχωρίων είτε από φόβο  για τη ζωή του, «εἴτε τῷ ὁμοτίμῳ τοῦ γένους», είτε γιατί ο Νικηφόρος/Νικηφορίτσης του είχε απαλλοτριώσει την περιουσία του στην Κωνσταντινούπολη. Κατά συνέπεια, αφού εξασφάλισε τη συμμαχία του έθνους των υπερδουνάβιων Πατζινάκων, ξεκίνησε τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και την επιδρομή στη Ρωμαϊκή χώρα. Φτάνοντας έξω από την Κωνσταντινούπολη πρότεινε ότι θα διέλυε την πολιορκία αν του παρέδιδαν τον Νικηφόρο που του είχε στερήσει την περιουσία. Ο Ατταλείατης γράφει ότι ο βασιλεὺς αρνήθηκε να ανταλλάξει την ζωή του ανδρός με την «σωτηρίαν τοῦ γένους παντὸς τῶν Ρωμαίων». Τελικά, εσωτερικές προστριβές οδήγησαν τον Νέστορα πίσω στις παραδουνάβιες χώρες όπου μετά από λίγο πέθανε.

Το αμέσως επόμενο θέμα που περιγράφει ο Ατταλειάτης είναι μια εμφύλια διαμάχη. Μια μοίρα των εσπερίων στρατευμάτων με έδρα την Αδριανούπολη ζήτησε να έρθει στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει με τον βασιλέα την διακοπή της πληρωμής τους. Οι περί τον βασιλέα που ευθύνονταν για την διακοπή της πληρωμής, έστειλαν στρατεύματα για να στήσουν ενέδρα στην μοίρα των ομοφύλων τους, τους οποίους κατέσφαξαν σαν να ήταν εχθροί.

Ο «ἀπὸ Ἰλλυριῶν τὸ γένος ἕλκων» Νέστωρ περιγράφεται ως «ὁμότιμος» στο γένος με τους παραδουνάβιους «μιξοβάρβαρους». Τι θα πει αυτό; Ο Νέστωρ είναι ομότιμός τους επειδή όπως και αυτοί δεν ανήκει στο γένος των Ρωμαίων. Η φράση του Ατταλειάτη μας δείχνει ότι ο ιστορικός όχι μόνο πίστευε ότι υπήρχαν πολλά γένη που κατοικούσαν εντός της Ρωμαϊδος (ανέφερα παραπάνω ότι διαχώρισε τους πληθυσμούς γύρω από το Δυρράχιο σε Ρωμαίους, Αρβανίτες και Βούλγαρους), αλλά επιπλέον πίστευε ότι υπήρχε μια διαφορά στην «κλίμακα “τιμής”» ανάμεσα στο Ρωμαϊκό γένος και στα υπόλοιπα γένη της Ρωμαΐδος. Το όλο συνονθύλευμα των μιξοβαρβάρων και των υπερδουνάβιων Πατζινάκων ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και επέδραμε στην Ρωμαϊκή χώρα. Η παράδοση του Νικηφόρου θα έλυνε την πολιορκία και τις επιδρομές και, κατά συνέπεια, θα ήταν σωτήρια για όλο το γένος των Ρωμαίων. Από την άλλη, τόσο η μοίρα από την Αδριανούπολη που σφαγιάστηκε στην ενέδρα του επόμενου κεφαλαίου όσο και τα ενεδρεύοντα στρατεύματα ανήκαν στο γένος των Ρωμαίων και, κατά συνέπεια, περιγράφονται ως μεταξύ τους «ὁμόφυλα» από τον Ατταλειάτη.

Τους Πατζινάκους του Κεγένη που εγκαταστάθηκαν στο Παρίστριον τους περιγράφει και ο Σκυλίτσης που γράφει καμιά δεκαριά χρόνια μετά τον Ατταλειάτη. Παρόλο που υποσχέθηκαν ότι θα βαπτίζονταν, κατέληξαν να ζουν εντός της αυτοκρατορίας και οι ηγεμόνες τους τιμήθηκαν με τίτλους, ο Σκυλίτσης γράφει ότι έγιναν «φίλοι και σύμμαχοι των Ρωμαίων» και όχι Ρωμαίοι:

δὲ Κεγένης εἰς τὴν βασιλίδα φοιτήσας, καὶ ἐς λόγους ἐλθὼν τῷ βασιλεῖ φιλοφρόνως τε καὶ μεγαλοπρεπῶς ὑπεδέχθη, καὶ ὑποσχόμενος αὐτός τε τὸ ἅγιον δέξασθαι βάπτισμα, παραπεῖσαι δὲ καὶ τοὺς συνόντας αὐτῷ τοῦτο ποιῆσαι, ἐς πατρικιότητά τε ἀνήχθη, καὶ φρούρια τρία ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς ὄχθαις ἱδρυμένων τοῦ Ἴστρου εἰλήφει καὶ γῆς πολλὰ στάδια, καὶ  τοῦ λοιποῦ τοῖς φίλοις ἀνεγράφη καὶ συμμάχοις Ῥωμαίων. τὸ πλέον δ’, ὅτι καί, ὡς ὑπέσχετο, ἀνεδέξατο τὸ ἅγιον βάπτισμα αὐτός τε καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, Εὐθυμίου τινὸς εὐλαβοῦς μοναχοῦ πεμφθέντος, τοῦ τὰ τοῦ θείου λουτροῦ παρὰ τῷ Ἴστρῳ ποταμῷ ἐκτελέσαντος καὶ πᾶσι μεταδόντος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

Ο Σκυλίτσης, όταν περιγράφει τις μάχες που συνέβησαν κατά τις αποστασίες του Βαρδά Σκληρού και του Ισαάκιου Κομνηνού ξεκαθαρίζει ότι αυτές είναι «ἐμφύλιες» και ξεκαθαρίζει ότι οι στρατιώτες των αντιμαχόμενων παρατάξεων ήταν «ὁμόφυλοι καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι»:

προεμήνυε δ’ οὗτος τὸν τοῦ βασιλέως θάνατον καὶ τὰς μελλούσας κατασχεῖν τὴν Ῥωμαίων γῆν ἐκ τῶν ἐμφυλίων πολέμων ἀπαραμυθήτους τύχας.

καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἀποκομίσαντος τοῦ Σκληροῦ τοῖς βασιλεῦσι καὶ τῷ τὴν βασιλείαν ἰθύνοντι Βασιλείῳ, γράμματα ἐφοίτων πρὸς τὸν στρατοπεδάρχην ἐμφυλίου μὲν μὴ κατάρχειν πολέμου

ἐξερχόμενοι οὖν ἀφ’ ἑκατέρων τῶν στρατοπεδειῶν ἐπὶ χορτολογίαν οἵ τε τοῦ Κομνηνοῦ στρατιῶται καὶ οἱ τοῦ ἀντιθέτου μέρους καὶ ἀλλήλοις ἐπιμιγνύμενοι, οἷα ὁμόφυλοι καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι, προετρέποντο ἀλλήλους

Αυτή η ορολογία όμως δεν χρησιμοποιείται στην περιγραφή των μαχών που συνέβησαν κατά την βουλγαρική αποστασία του Πέτρου Δελεάνου (η βουλγαρική αυτή αποστασία περιγράφεται αναλυτικά στη σειρά αναρτήσεων «Εθνολογικές παρατηρήσεις στον Σκυλίτση»). Οι Βούλγαροι που ξεσήκωσε ο Δελεάνος σε αποστασία ήταν και ορθόδοξοι και πολίτες της αυτοκρατορίας. Το γένος τους όμως περιγράφεται ως Βουλγαρικό και αντιπαραβάλλεται σε αυτό των Ρωμαίων όταν ο Σκυλίτσης γράφει ότι ο Δελέανος ξεσήκωσε άπαν το Βουλγαρικό γένος και οι Βούλγαροι αποστάτες σκότωναν όποιον Ρωμαίο έπιαναν στα χέρια τους, ενώ κατά την πολιορκία της Θεσσαλονίκης, αυτοί οι Βούλγαροι μάχονται εναντίον της «Ρωμαϊκής στρατιάς» και της «Ρωμαϊκής φάλαγγας».

Τούτῳ τῷ ἔτει καὶ ἡ ἀποστασία γέγονε Βουλγαρίας μετὰ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς αὐτῶν καταδουλώσεως καὶ ὑποταγῆς τοῦτον τὸν τρόπον. Πέτρος τις Βούλγαρος, Δελεάνος τὴν προσηγορίαν, δοῦλος Βυζαντίου τινὸς ἀνδρὸς ἀποδρὰς ἐκ τῆς πόλεως ἐπλανᾶτο ἐν Βουλγαρίᾳ, καὶ κατήντησεν ἄχρι Μοράβου καὶ Βελεγράδων (φρούρια δὲ ταῦτα τῆς Πανονίας κατὰ τὴν περαίαν τοῦ Ἴστρου διακείμενα καὶ γειτονοῦντα τῷ κράλῃ Τουρκίας), καὶ υἱὸν ἑαυτὸν ἐφήμιζε Ῥωμανοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Σαμουήλ, τεχθέντα αὐτῷ ἀπὸ τῆς θυγατρὸς τοῦ κράλη Οὐγγρίας, ἣν ἔτι ζῶντος αὐτοῦ Σαμουὴλ μισήσας ἐδίωξε καὶ ἠγάγετο τὴν πανωραίαν Εἰρήνην τὴν Λαρισσαίαν καὶ τὸ γένος ἀνέσειε τῶν Βουλγάρων, πρὸ ὀλίγου τὸν τράχηλον ὑποβαλὸν τῇ δουλείᾳ καὶ λίαν ὀριγνώμενον ἐλευθερίας. διὸ καὶ πιστεύσαντες τοῖς παρ’ αὐτοῦ λεγομένοις βασιλέα τε αὐτὸν Βουλγαρίας ἀναγορεύουσι, καὶ ἄραντες ἐκεῖθεν διά τε Ναϊσσοῦ καὶ τῶν Σκούπων, τῆς μητροπόλεως Βουλγαρίας, ἵεντο ἀνακηρύττοντες καὶ ἀνευφημοῦντες τοῦτον, καὶ πάντα τὸν παρευρεθέντα Ῥωμαῖον ἀνηλεῶς καὶ ἀπανθρώπως ἀναιροῦντες.

μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν τῷ τάφῳ τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου προσελθόντες οἱ ἐπιχώριοι, καὶ πάννυχον ἐπιτελέσαντες δέησιν καὶ τῷ μύρῳ τῷ ἐκ τοῦ θείου τάφου βλύζοντι χρισάμενοι, ὡς ἐκ μιᾶς ὁρμῆς ἀναπετάσαντες τὰς πύλας ἐξέρχονται κατὰ τῶν Βουλγάρων. συνῆν δὲ τοῖς Θεσσαλονικεῦσι τὸ τάγμα τῶν μεγαθύμων. ἐξελθόντες δὲ καὶ τῷ ἀπροσδοκήτῳ καταπληξάμενοι τρέπουσι τοὺς Βουλγάρους, μηδ’ ὅλως πρὸς ἄμυναν ἢ ἀλκὴν στῆναι βουληθέντας, τοῦ μάρτυρος προηγουμένου τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς καὶ τὴν πορείαν προομαλίζοντος, καθὼς ἐνωμότως διεβεβαίουν οἱ αἰχμαλωτισθέντες Βούλγαροι, λέγοντες νεανίαν ἔφιππον ὁρᾶν προηγούμενον τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλλαγος, ἐξ οὗ πῦρ ἐξαλλόμενον ἐπυρπόλει τοὺς ἐναντίους.

Αν περάσουμε στον 12ο αιώνα, η διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και «εσωτερικών» αλλόφυλων «άλλων» γίνεται ακόμα πιο εμφανής.

Ο «Συνεχιστής του Σκυλίτση» (έγραψε γύρω στο 1110, τον οποίο ο Warren Treadgold ταυτίζει με το Σκυλίτση και ο Paul Stephenson θεωρεί την ταύτιση πολύ πιθανή) διαχωρίζει δύο φορές Ρωμαίους και Βουλγάρους όταν αμφότεροι πολεμούν μαζί για την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας.

Η πρώτη διάκριση γίνεται όταν το  Ρωμαίοι, Βούλγαροι και λοιποί αντιμετωπίζουν τους «Ούζους» (Ογούζους) που το φθινόπωρο του 1064 είχαν εισβάλλει στα Βαλκάνια.

[Συνεχιστής Σκυλίτζη, 114] Ἐν δὲ τῇ δύσει κατὰ τὴν τρίτην ἰνδικτιῶνα, ἀρχόντων τῶν περὶ
τὸν Ἴστρον πόλεων τοῦ μαγίστρου Βασιλείου τοῦ Ἀποκάπη καὶ τοῦ μαγίστρου Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου, τὸ τῶν Οὔζων ἔθνος, γένος δὲ καὶ οὗτοι σκυθικὸν καὶ τῶν Πατζινάκων εὐγενέστερον καὶ πολυπληθέστερον, παγγενεὶ μετὰ τῆς ἰδίας ἀποσκευῆς τὸν Ἴστρον περαιωθὲν ξύλοις μακροῖς καὶ λέμβοις αὐτοπρέμνοις καὶ βύρσαις, τοὺς διακωλύοντας τὴν αὐτῶν περαίωσιν στρατιώτας, Βουλγάρους τέ φημι καὶ Ῥωμαίους καὶ λοιποὺς τοὺς ὄντας σὺν αὐτοῖς,

Η δεύτερη διάκριση γίνεται όταν το 1071 ο δούξ Βουλγαρίας Νικηφόρος Καραντηνός και ο διάδοχός του Δαλασσηνός προσπάθησαν ν΄αναχαιτίσουν τους Σέρβους εισβολείς του Κωνσταντίνου Βοδίνου που είχαν ενωθεί με Βούλγαρους εξεγερθέντες, υπό την ηγεσία του Γεωργίου Βόιτεχ. Τα νομιμόφρονα στρατεύματα που ελέγχουν οι δούκες Βουλγαρίας διακρίνονται σε Ρωμαίους και Βούλγαρους. Στην πρώτη  μάχη που εξελίχθηκε σε βυζαντινή ήττα «πίπτουσι γὰρ πολλοὶ ἐκ τε Ῥωμαίων καὶ Βουλγάρων

[Συνεχιστής Σκυλίτση, 163] Ὁ δὲ ἀσμένως ὑπακούει αὐτῶν, τριακοσίους τε τῶν αὑτοῦ ἀπολεξάμενος καὶ τῷ οἰκείῳ αὐτοῦ υἱῷ Κωνσταντίνῳ, τῷ καὶ Βοδίνῳ ὀνομαζομένῳ, παραδοὺς εἰς Βουλγαρίαν ἐξαποστέλλει. Ἔξεισι γοῦν εἰς τὰ Πρισδρίανα, ἔνθα καὶ συναθροισθέντες οἱ ἐν τοῖς  Σκοπίοις προέχοντες, ὧν ἔξαρχος ἦν Γεώργιος ὁ Βοϊτάχος, τοῦ τῶν Κοπχάνων γένους καταγόμενος, βασιλέα Βουλγάρων αὐτὸν ἀνεκήρυξαν, Πέτρον ἀντὶ Κωνσταντίνου μετονομάσαντες. Ὅπερ ἀκούσας ὁ ἐν Σκοπίοις διέπων τὴν ἀρχὴν τοῦ δουκὸς Νικηφόρος ὁ Καραντηνός, τοὺς ὑφ’ ἑαυτὸν στρατηγοὺς παραλαβὼν ἄπεισιν εἰς τὰ Πρισδρίανα μετὰ τῶν βουλγαρικῶν  δυνάμεων. Ἐν ὅσῳ δὲ οὗτος τὰ πρὸς τὸν πόλεμον ἐξήρτυεν, ἐπικατέλαβε διάδοχος αὐτοῦ Δαμιανὸς ὁ Δαλασσηνός. Ἑνωθεὶς τοίνυν μετὰ τοῦ Καραντηνοῦ πολλά τε κερτομήσας αὐτὸν καὶ ἐς ἕκαστον δὲ τῶν σὺν αὐτῷ στρατηγῶν ἐμπαροινήσας οὐκ ὀλίγα καὶ ὡς ἀνάνδρους μυκτηρίσας αὐτούς, συνταξάμενος συμβάλλει τοῖς Σέρβοις εὐθέως. Καὶ γίνεται μάχη φρικτὴ καὶ τροπὴ τῶν Ῥωμαίων φρικωδεστέρα. Πίπτουσι γὰρ πολλοὶ ἐκ τε Ῥωμαίων καὶ Βουλγάρων, ζωγροῦνται δὲ πλεῖστοι καὶ αὐτὸς ὁ δοὺξ Δαμιανὸς ὁ Δαλασσηνὸς ὅ τε λεγόμενος Προβατᾶς καὶ ὁ Λογγιβαρδόπουλος καὶ ἕτεροι συχνοὶ σὺν αὐτοῖς.

Το ότι οι Βλάχοι ήταν ορθόδοξοι και κατοικούσαν εντός της αυτοκρατορίας δεν αρκεί για να καταταχθούν από τον Ευθύμιο Μαλάκη στον ρωμαϊκό πόλο του διπόλου Ρωμαίος-βάρβαρος. Για τον Ευθύμιο Μαλάκη, οι ορεσίβιοι Βλάχοι της Ελλάδος είναι ληστρικοί βάρβαροι.

Vlachs Kontostephanos

Αυτό που τους κατατάσσει στον βαρβαρικό πόλο είναι τόσο η αλλογλωσσία τους όσο και ο ανίδρυτος (= μη εδραίος δηλαδή νομαδικός) και ληστρικός τους χαρακτήρας. Με άλλα λόγια, όπως οι διάφοροι υποδουνάβιοι Σκύθες (Πατζινάκοι και Κουμάνοι) που κατέληξαν να ζουν εντός της αυτοκρατορίας και οι Αλβανοί αργότερα, οι Βλάχοι θεωρούνται «ἀνίδρυτα ἔθνη ὁδοστατῶν» (= «νομαδικά έθνη ανίκανα να οργανωθούν πολιτικά που παρεμποδίζουν την μετακίνηση εντός της αυτοκρατορίας εξαιτίας της ληστρικότητάς τους»). Το αν όντως όλα τα μέλη αυτών των πληθυσμών ήταν πράγματι «ανίδρυτοι οδοστάτες» είναι φυσικά μια άλλη ιστορία. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ρητορική της διαφοροποίησης που χρησιμοποιούν οι Ρωμαίοι συγγραφείς, για να διαχωρίσουν αυτό που εκλαμβάνουν ως το «πολιτισμένο» και εδραίο ελληνόφωνο γένος των Ρωμαίων από αυτά τα έθνη «εσωτερικών “βαρβάρων”». Γράφει για το θέμα η Αρβελέρ:

Diaspora2

Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Καλδέλλης, με το ορθόδοξο θρήσκευμα κάποιος κέρδιζε πόντους στην θρησκευτική κλίμακα αξιολόγησης («Ἕλλην» ~ μη χριστιανός, αιρετικός χριστιανός, ορθόδοξος χριστιανός), αλλά αυτό από μόνο του δεν τον μετακινούσε «ούτε βήμα» στο εθνοπολιτισμικό δίπολο Ρωμαίος-βάρβαρος. Ὀσο ο εχθρικός «άλλος» ήταν αλλόθρησκος η ρητορική εξίσωση Ρωμαίος = Χριστιανός ήταν χρήσιμη. Όταν όμως ο εχθρικός «άλλος» ήταν ομόθρησκος, τότε οι Βυζαντινοί έδειχναν το πραγματικό Ρωμαϊκό τους πρόσωπο και τον Ρωμαϊκό τους πολιτισμικό σοβινισμό.

Kaldellis Roman chauvinism

Επομένως, στο προαναφερθέν συμπέρασμα του Bartusis ότι «από μόνη της η κατοικία εντός της αυτοκρατορίας δεν αρκούσε για να κάνει κάποιον Ρωμαίον», πρέπει να προσθέσουμε το συμπέρασμα του Καλδέλλη (και άλλων φυσικά βυζαντινολόγων) ότι «από μόνη της η ορθοδοξία δεν αρκούσε για να κάνει κάποιον Ρωμαίο». Πως γίνεται λοιπόν, η Ρωμαϊκή ταυτότητα να είναι κενή εθνοτικής σημασίας και «πολιτικο-θρησκευτική» στην φύση της όταν από τον 11ο αιώνα και μετά οι Ρωμαίοι μπορούν να αυτοδιακριθούν από τους ομόθρησκους «εσωτερικούς “βάρβαρους”» (τουλάχιστον στα γραπτά των επηρμένων λογίων) με την ίδια ευκολία με την οποία μπορούν να αυτοδιακριθούν από τους εξωτερικούς «Ἑλληνες» βαρβάρους, όπως οι «Σκύθες» Ρως με τα «ἑλληνικά» τους όργια και τον «ἑλληνικόν» τους τρόπον θυσίας και σπονδής;

Οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της Φιλιππουπόλεως αυτοπροσδιορίζονται ως «καθαροί Ρωμαῖοι» για να διακριθούν από τους ομόθρησκους Βούλγαρους ισοπολίτες τους, τους οποίους ο Νικηφόρος Γρηγοράς θεωρεί ομόφυλους των Βουλγάρων που κατοικούσαν στην δεύτερη Βουλγαρική αυτοκρατορία και αλλόγλωσσους των Ρωμαίων.  Είναι δυνατόν ο όρος Ρωμαίος σε αυτήν την αναφορά να είναι κενός εθνοτικής σημασίας και «πολιτικο-θρησκευτικός» στη φύση του;

Diaspora1

Αν υπάρχει ένας «βυζαντινός» συγγραφέας της εθνοτικής Ρωμαϊκής φάσης που δείχνει ξεκάθαρα τι εννοεί όταν χρησιμοποιεί τον όρο Ρωμαίος, αυτός είναι ο Νικήτας Χωνιάτης. Όπως θα φανεί παρακάτω, ο Χωνιάτης διακρίνει το γένος των Ρωμαίων από τους εσωτερικούς (μιξο-)βάρβαρους τους οποίους ορίζει σαν «ἑτερόγλωττα γένη», χωρίς να λαμβάνει καν υπόψη την θρησκεία τους και την αυτοκρατορική εύνοια που μερικοί από αυτούς απολαμβάνουν. Ξεκαθαρίζει ότι η «ἑλληνίδα φωνή» είναι η μητρική γλώσσα του γένους των Ρωμαίων, ενώ τα βάρβαρα και ετερόγλωσσα γένη προσπαθούν να μάθουν ελληνικά προσπαθώντας να μιμηθούν τους Ρωμαίους, όπως οι βράχοι παράγουν αντηχιά στους ήχους των ποιμενικών φλάουτων (αυλημάτων). Θεωρεί εξωφρενικό το ότι με αυτοκρατορική διαταγή του Μανουήλ Κομνηνού, Ρωμαίοι κατέληξαν να είναι δούλοι (πάροικοι) σε κτήματα μιξοβάρβαρων προνοιαρίων πολεμάρχων και υποκείμενοι στην φοροσυλλεκτική δράση μιξοβάρβαρων ανδραρίων, όταν ο Ρωμαίος άνδρας γνωρίζει καλύτερα την τέχνη του πολέμου από τους πρώτους και λόγω της αρετής του είναι καλύτερος φοροσυλλέκτης από τους δεύτερους. Επικρίνει επίσης την τάση των αυτοκρατόρων να έχουν βάρβαρους «δορυφόρους» (σωματοφύλακες) που τους χαρακτηρίζει η απαιδευσία και η άγνοια της «ἑλληνίδος φωνῆς». Παραθέτω τις παραγράφους 204,205,209 και 322 του Χωνιάτη:

NChon 204 205

NChon 209

NChon 322

Αν κάνετε τη σούμα όλων των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν στα μάτια του Χωνιάτη τον Ρωμαίο άνδρα από τους ετερόγλωττους (μιξο-)βάρβαρους ισοπολίτες του που χαίρουν αυτοκρατορικής εύνοιας (ελληνίδα φωνή, παιδεία, πολεμική και διοικητική αρετή) πουθενά δε γίνεταί λόγος ούτε για την θρησκεία τους ούτε για την ισοπολιτεία τους. Τα τελευταία δύο κριτήρια είναι μέρη του συνολικού Ρωμαϊκού «πακέτου», αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για να ορίσουν τον Ρωμαίο άνδρα.

Ἐτσι όταν ο Χωνιάτης περιγράφει τον Βλάχο Ivanko («Ἰβαγκός») συγγενή δια συγγαμβρείας του Άσεν που, αφού δολοφόνησε τον τελευταίο για προσωπικούς λόγους και κατέφυγε στον βυζαντινό αυτοκράτορα για να γλιτώσει, ο τελευταίος τον μετονόμασε σε «Αλέξιο» και του έδωσε την διοίκηση της Φιλιππουπόλεως και μια ανήλικη ακόμα εγγονή του για γυναίκα . Όταν είδε την όμορφη και ακόμα νεαρή χήρα μητέρα της είπε στον αυτοκράτορα «εγώ θέλω ώριμη γίδα «πρός ὀχείαν» και εσύ μου δίνεις κατσικάκι που βυζαίνει;» Ο Χωνιάτης παρατήρησε ότι κατά την συναναστροφή του με τους Ρωμαίους δεν μεταρρύθμισε καθόλου τον χαρακτήρα του («φρόνημα»), τον οποίο περιγράφει πιο πάνω. Στην Φιλιππούπολη, αρχικά αποδείχθηκε χρήσιμος στους Ρωμαίους στην μάχη τους εναντίον των ομογενών του Βλάχων («τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῳ») και των Κουμάνων συμμάχων τους. Αργότερα όμως, άρχισε σιγά σιγά να αυξάνει τον αριθμό των Βλάχων ομόφυλών του και να ελαττώνει αυτόν των Ρωμαίων στο στράτευμα του («καὶ αὔξειν  μὲν τὸ ἐμφύλιον αὐτῷ στράτευμα, σμικρύνειν δὲ τὸ Ῥωμαϊκὸν»), μέχρι που τελικά αποστάτησε και έγινε πάλι εχθρός των Ρωμαίων. Ο Χωνιάτης δεν εξεπλάγη καθόλου που ένας βάρβαρος που μέχρι πρόσφατα ήταν εχθρός των Ρωμαίων άλλαξε τόσο γρήγορα τη στάση του.

Η ιστορία του Ιβαγκού είναι παράλληλη με αυτήν ενός άλλου Βλάχου, του Dobromir-Χρυσού. Ο «Βλάχος στο γένος» Χρυσός αρχικά παρέμεινε νομιμόφρων στην Ρωμαϊκή Αρχή και δεν συμμετείχε στην αποστασία των Βλάχων ομοφύλων του, Πέτρο και Άσεν. Έτσι κατέληξε να είναι πολέμαρχος στην υπηρεσία των Ρωμαίων στην περιοχή της Στρώμνιτσας (Strumica) διοικώντας ένα σώμα ομογενών του. Με τον καιρό, παρασύρθηκε στην επανάσταση των ομοφύλων του και έγινε αδυσώπητο κακό στους γειτονικούς του Ρωμαίους. Τότε αποφάσισε να ταμπουρωθεί στον εχυρό Πρόσακο (Prosek ~ πάνω από το Γευγελί), ένα «ἔρυμα» (οχυρό) που οι Ρωμαίοι είχαν αμελήσει να οχυρώσουν και να επανδρώσουν επειδή εκείνον τον καιρό οι Βούλγαροι (του θέματος Βουλγαρίας που κάποιoς κλεφτοκοτάς το «κουτσούμπεψε» στη βικιπαίδεια μιας και ξεκινούσε από τον Αυλώνα και την βόρεια Πίνδο και έφτανε στο Vidin) δεν τους δημιουργούσαν προβλήματα (στο παρελθόν είχαν και αυτοί τις δικές τους αποστασίες όπως αυτή του Πέτρου Δελεάνου που ήδη αναφέρθηκε και αυτή του Γεωργίου Βόιτεχ).

Βλέπουμε δηλαδή ότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί των βΒλκανίων, όπως οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι δεν θεωρούνται Ρωμαίοι, ακόμα και όταν είναι νομιμόφρονες πολίτες και στην υπηρεσία της Ρωμαϊκής Αρχής. Πως γίνεται ο Χωνιάτης να ξεχωρίζει Βλάχους και Βούλγαρους από τους Ρωμαίους εάν η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν κενή εθνοτικής σημασίας και μόνον πολιτικο-θρησκευτικής φύσεως; Πώς γίνεται ο Βλάχος το γένος Χρυσός να γίνεται το αδυσώπητο κακό των γειτονικών του Ρωμαίων και ο Βλάχος το γένος Αλέξιος-Ιβαγκός να αυξάνει σιγά σιγά στον στρατό του τον αριθμό των Βλάχων ομοφύλων του και να ελαττώνει αυτόν των Ρωμαίων;

Ας δούμε τα ακριβή λόγια του Χωνιάτη:

Δοβρόμηρος Χρυσός:

Dobromir Chrysos

Αλέξιος Ιβαγκός:

Ivanko grk

Ivanko eng

Μέχρι εδώ, οι πρωτογενείς πηγές που παρέθεσα κυρίως άπό τον 11° και 12° αιώνα (ο Γρηγοράς είναι η μόνη εξαίρεση) δείχνουν ότι πολύ πριν την άλωση του 1204, οι ιστορικοί όπως ο Ατταλειάτης, ο Σκυλίτσης και ο Χωνιάτης χρησιμοποιούν τον όρο Ρωμαίος με εμφανή εθνοτικό χαρακτήρα χωρίς να έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα στο να τον αντιπαραθέσουν στους Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανούς και άλλους ορθόδοξους πληθυσμούς που ζουν εντός της αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, είναι πολιτικοί Ρωμαίοι. Από τις δύο συνέπειες του μύθου που αποδομώ, οι πρώτη καταρρίφθηκε περίτρανα. Πάμε στην δεύτερη.

Μετά την άλωση του 1204, το Δεσποτάτο της Ηπείρου προέκυψε ως αυτόνομο πολιτικό κράτος. Μετά την ανασύσταση της Παλαιολόγειας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 1261, το Δεσποτάτο της Ηπείρου προσπάθησε με νύχια και με δόντια να διατηρήσει την πολιτική του αυτονομία, επιστρέφοντας μόνο εφήμερα στην αυτοκρατορία. Ωστόσο, οι συγγραφείς του χρονικού των Ιωαννίνων και του χρονικού των Τόκκων κληρονόμησαν την εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα που είχε δημιουργηθεί πριν από την άλωση και χρησιμοποιούν τον όρο «Ρωμαίοι», για να περιγράψουν τον ελληνόφωνο πληθυσμό του Δεσποτάτου. Οι συγγραφείς, γράφοντας εκτός της Ρωμαϊκής Αρχής και για άλλη πολιτική οντότηταδεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να διαχωρίσουν τους Ηπειρώτες Ρωμαίους από τους ορθόδοξους Αλβανούς, Σέρβους, Βούλγαρους και Βλάχους και από τους καθολικούς Φράγγους και Ιταλούς.

Ἐτσι τα χρονικά μιλάνε για «Αρβανιτζέλια χοιροβοσκούς» που πολιορκούν τα Ιωάννινα που είναι πόλη των «Ρωμαίων αρχόντων». Ανάμεσα στους Αλβανούς πολιορκητές τα χρονικά διακρίνουν Βλάχους και Βούλγαρους, που λαμβάνουν διαφορετική τιμωρία σε σχέση με τους Αλβανούς από τον «αλβανιτοκτόνο» Σερβο-Ρωμιό Θωμά Preljubović Παλαιολόγο. Τόσο οι Σέρβοι άρχοντες της πόλεως και τα σερβικά τους στρατεύματα όσο και οι Ιταλοί άρχοντες διαχωρίζονται εθνοτικά από τους Ρωμαίους πολίτες της πόλης. Συγκεκριμένα τα χρονικα γράφουν ότι οι Γιαννιώτες Ρωμαίοι αντιπαθούσαν τους Σέρβους δυνάστες τους, αλλά τους ανεχόταν όσο οι τελευταίοι απωθούσαν τους Αλβανούς επειδή «σιχαινόταν» τους τελευταίους. Αλλού πάλι λένε ότι αν θα έπρεπε να είχαν έναν ξένο άρχοντα θα προτιμούσαν αυτός να είναι Ιταλός.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός είναι ο πρώτος μαζί με τον βενετό Μαρίνο Σανούντο που περιγράφουν τις αλβανικές μεταναστεύσεις στην Ελλάδα, όταν λέει ότι γύρω στο 1320 στην Θεσσαλία ζούσαν 12.000 Αλβανοί οι οποίοι είχαν δηλώσει υποταγή στους τοπικούς άρχοντες. Οι Θεσσαλοί άρχοντες με τη σειρά τους αμφιταλαντευόταν μεταξύ αυτονομίας και ένταξης στην Ρωμαϊκή αρχή. Σε μια φάση όπου επέστρεψαν στην αυτοκρατορία, ένα χρυσόβουλλο του Ιωάννη Καντακουζηνού αναφέρει ρητά ότι ο άρχων της Θεσσαλίας/Βλαχίας πρέπει να προσφέρει τα θεσσαλικά του στρατεύματα, τόσο τα ρωμαϊκά όσο και τα αλβανικά, στον βασιλέα όποτε ο τελευταίος τα χρειάζεται σε επιχειρήσεις δυτικά της Καβάλας/Χριστουπόλεως.

ἵνα, ἐὰν θέλωσί τινες τῶν ἐν τῇ Βλαχίᾳ ἀρχόντων τυγχάνειν ὀφφικίων παρὰ τῆς βασιλείας μου ἔρχεσθαί τε καὶ εἰς προσκύνησιν αὐτῆς, ἔχωσι τοῦτο ἐπἀδείας καὶ οὐδὲν κωλύωνται παραὐτοῦ. ἵνα ἐπὶ μὲν ἅπασι τοῖς δυτικοῖς μέρεσιν, ἔνθα ἂν χρῄζῃ αὐτῶν ἡ βασιλεία μου, δουλεύῃ μεθἑαυτοῦ τε καὶ παντὸς τοῦ φωσσάτου Ῥωμαϊκοῦ τε καὶ Ἀλβανιτικοῦ· ἀνωτέρω δὲ τῆς Χριστουπόλεως ἐὰν χρῄζῃ ἡ βασιλεία μου, δουλεύῃ μὲν μεθἑαυτοῦ, φωσσάτου δὲ ὅσου ἂν δύνηταιἈγγέλῳ μὲν οὖν τῷ Ἰωάννῃ ἐπὶ τοιαύταις συνθήκαις παρεδίδου Θετταλίας τὴν ἀρχὴν ὁ βασιλεύς.

Αντίστοιχο εθνοτικό διαχωρισμό των στρατευμάτων σε ρωμαϊκά και αλβανικά έχουμε και στην Πελοπόννησο μετά τις πρώτες αλβανικές εγκαταστάσεις.

Επίστευσαν ‘ς τα Ιωάννινα είναι Αρβανιτζέλια χοιροβοσκοί παρόμοιοι τους και να τους προσκυνήσουν

και κει ήσαν άρχοντες Ρωμαίοι, στρατιώτες ανδρειωμένοι

Romaioi Ioannina

Thess-Pel RomAlb

Το 1453, 30.000 «Ἀλβανίτες» εξεγέρθηκαν στην Πελοπόννησο, διαμαρτυρόμενοι για την υψηλή φορολογία που τους είχε επιβληθεί. Ο Μανουήλ Καντακουζηνός άδραξε την ευκαιρία και ηγήθηκε της επαναστάσεως, πιστέυοντας ότι έτσι θα μπορούσε να επιβληθεί στους ήδη δεσποτεύοντες Παλαιολόγους. Ο Γεώργιος Σφραντζής περιγράφει την εξέγερση γράφοντας:

[37.1] Τῷ αὐτῷ δὴ φθινοπώρῳ τοῦ ξβ-ου ἔτους δηλονότι τελείως ἐπανέστησαν οἱ τοῦ Μορέως Ἀλβανῖται κατὰ τῶν δεσποτῶν καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ τόν, οὐκ οἶδα τί εἰπεῖν, Καντακουζηνὸν Μανουὴλ δεσπότην τάχα πεποιήκασι.

[39.1] Τὸν δὲ Ἰαννουάριον μῆνα τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ὁ καλὸς κἀγαθὸς Λουκάνης Νικηφόρος, ἢ μᾶλλον Μορεοφθόρος, καὶ τῶν πρώτων καὶ πιστῶν ἀρχόντων τοῦ δεσπότου κὺρ Δημητρίου λογιζόμενος, καί τινες ἄλλοι Ἀλβανιτῶν καὶ Μοραϊτῶν, οὓς καὶ αὐτὸς πλέον τὸ εἰς κακίαν ἐκείνων πρόχειρον ᾠκονόμησεν, ἔπεισαν τὸν δεσπότην κὺρ Θωμᾶν, ἵνα καὶ κατὰ τοῦ ἀμηρᾶ καὶ κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ ἐπανάστασιν ποιήσῃ

[39.8] Ἔτι δὲ καὶ τὸ κάκιστον καὶ ἀφελέστατον γένος τῶν Ἀλβανιτῶν, καιροῦ λαβόμενον τῆς ὑπολήψεως καὶ ἁρπακτικῆς αὐτῶν γνώμης ἁρμοδίου, τί οὐκ ἔπραξαν ᾒ τί οὐκ εἰργάσαντο κακόν; Ἀπιστοῦντες γὰρ δὶς τοῦ σαββάτου, ἀπὸ τὸν ἕνα τῶν αὐθεντῶν εἰς τὸν ἄλλον ἀπήρχοντο· καὶ κάστρα, ὡς ἡ ἐκείνων γλῶσσα, εἰς κεφαλατίκια ἀπῄτουν, εἰ δ’ οὖν, εἰς τὸν ἄλλον ἀπήρχοντο καὶ οἱ ἄλλοι πρὸς τὸν ἕτερον τῶν δεσποτῶν ὁμοίως. Διὰ μέσου οὖν, εἴ τι ἆρα καὶ εὕρισκον τῶν ἀθλίων τάχα Ῥωμαίων, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν Ἀλβανιτῶν καὶ συγγενῶν πολλάκις καὶ οἰκείων αὐτῶν, πάντα διηρπάζοντο καὶ ἠφάνιζον. Ἐγένοντο δὲ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα, ὅτι τὶς ἀξίως αὐτὰ θρηνήσειεν;

Στα παραπάνω χωρία «τὸ γένος τῶν Ἀρβανιτῶν», «οἱ τοῦ Μορέως Ἀλβανῖται» αντιπαραβάλλεται μια φορά στους «Μοραΐτες» και μία άλλη στους «Ῥωμαίους», όταν ο Σφραντζής λέει πως οι «Ἀλβανῖτες» εξεγερθέντες λεηλάτησαν και αφάνισαν τόσο τους Ρωμαίους όσο και τους ίδιους τους οικείους και συγγενείς τους «Ἀλβανῖτες».

Βλέπουμε δηλαδή και την δεύτερη συνέπεια του μυθεύματος να καταρρίπτεται. Και σε εκείνα τα μέρη που δεν επέστρεψαν (ή που επέστρεψαν εφήμερα στην ανασυσταθείσα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία) ή σε εκείνα τα απομονωμένα μέρη όπως η Πελοπόννησος, όπου το Δεσποτάτο είχε αναπτύξει την δική του ιδιοσυγκρασία, ο εθνοτικός διαχωρισμός μεταξύ Ρωμαίων και αλλόφυλων ομόθρησκων «άλλων» διατηρήθηκε αυτούσιος. Αυτό συνέβη γιατί, πολύ πριν την άλωση του 1204, η Ρωμαϊκή ταυτότητα των ελληνόφωνων ορθοδόξων της αυτοκρατορίας είχε αποκτήσει εθνοτική βάση και είχε σχηματίσει τα ιδεολογικά τοιχία που επέτρεπαν στα μέλη της να διαχωρίζουν τους «ὁμόφυλους Ρωμαίους» από τους «εσωτερικούς» και ομόθρησκους αλλόφυλους, όπως οι Βούλγαροι, οι Άλβανοί και οι Βλάχοι. Τα τοιχία αυτά σχηματίζονταν από την αλλογλωσσία και την αλλοήθεια των εσωτερικών αυτών «άλλων».

Στο τέλος της ανάρτησης σας συμβουλεύω να ξαναρίξετε μια ματιά στον ορισμό του εθνοτικού Ρωμαίου του Mark Bartusis που παρέθεσα στην αρχή.

25 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μυθοθρυψία, Μεσαίωνας