Tag Archives: Ρουμάνοι

Η ιστορία του όρου «Βλάχος»

Η σημερινή ανάρτηση προέκυψε έκτακτα από τις συζητήσεις που είχαμε στο σχόλια τις τελευταίες ημέρες. Στην ετυμολογία του όρου «Βλάχος» και στις διάφορες σημασίες του όρου έχω αναφερθεί σε αρκετές παλαιότερες αναρτήσεις και, συνεπώς, στη σημερινή ανάρτηση θα φροντίσω να αναφέρω μερικά πράγματα που δεν έτυχε να περιγράψω μέχρι τώρα. Continue reading

Advertisements

8 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Για την καταγωγή των Βλάχων (ξανά)

Προχθές παρατήρησα ότι κάποιος έδωσε σύνδεσμο σε μια ανάρτησή μου σε μια διαδικτυακή συζήτηση για την καταγωγή των Βλάχων. Αυτό που συνειδητοποίησα διαβάζοντας στα γρήγορα τη συζήτηση είναι ότι η ανικανότητα του Νεοέλληνα να κατανοήσει πως προέκυψε το ιστορικό φαινόμενο των ομιλητών της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (Αρμάνοι/Βλάχοι, Μογλενόβλαχοι, Ρουμάνοι και Ιστρορουμάνοι) οφείλεται στην εσκεμμένη αμνησία 2000 ετών της εθνικής παιδείας που δημιουργεί στο μέσο Νεοέλληνα μια αλματική (saltatory) αντίληψη του ιστορικού χρόνου, ο οποίος περιλαμβάνει την κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα (~500-200 π.Χ., το επινοημένο παρελθόν «μας») και μετά κάνει ένα τεράστιο άλμα αμνησίας 2000 ετών (θα ταίριαζε ο ιατρικός όρος λακκοειδής αμνησία (lacunar amnesia), αλλά στην περίπτωση του νεοελληνικού ιστορικού χρόνου ο «λάκκος» είναι ωκεανός ολόκληρος) και συνεχίζει με το Ρήγα Φεραίο να καλεί σε επανάσταση τους ραγιάδες. Continue reading

17 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και των (Α)Ρουμάνων #2

Το πρώτο μέρος τελείωσε με το βασικό συμπέρασμα ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και των ομιλητών της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, Βλάχοι, Ρουμάνοι κλπ) συζούσαν στην τριγωνική περιοχή του παρακάτω σχήματος που έχει σαν πλευρές την κόκκινη γραμμή που χωρίζει την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) από την Δυτική ή Δαλματική (ΔΒΡ), την μπλε γραμμή του Jireček που χωρίζει τη λατινική και την ελληνική ως lingua franca και τον Δούναβη. Η περιοχή αυτή αντιστοιχεί λίγο πολύ στην Διοίκηση Δακίας.

dacia

Από τον παραπάνω χάρτη μπορούμε να παρατηρήσουμε 3 πράγματα που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε γιατί οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών απέφυγαν τον εκλατινισμό που συνέβη στους προγόνους των Βλάχων και των Ρουμάνων. Η λατινική γλώσσα ήταν σε χρήση στα στρατόπεδα, στις πόλεις και επί των βασικών οδικών αρτηριών. Τα στρατόπεδα ήταν σχεδόν όλα ανά τον Δούναβη, οι πόλεις είναι συγκεντρωμένες επίσης στα βορειοανατολικά και οι βασικές οδικές αρτηρίες (πορτοκαλί γραμμές) είναι συγκεντρωμένες στα ανατολικά και συγκλίνουν όλες τους στην Ναϊσσό. Αντίθετα το δυτικό μέρος της περιοχής που εξετάζουμε δεν έχει στρατόπεδα, δεν έχει πόλεις και στο βόρειό του μέρος δεν έχει ούτε μία βασική οδική αρτηρία. Επομένως, οι πληθυσμοί που κατοικούσαν στο ανατολικό μέρος της Διοίκησης Δακίας δέχθηκαν μία πολύ ισχυρότερη πίεση εκλατινισμού.

Η σημασία των στρατοπέδων στο φαινόμενο του εκλατινισμού δεν έγκειται μόνο στο ότι η γλώσσα του στρατού ήταν τα λατινικά, αλλά και στο ότι τα στρατόπεδα ήταν ο πυρήνας γύρω από τον οποίο μέσα από συνοικισμό σχηματίστηκαν οι πρώτες πόλεις. Αρχικά, γύρω από τα στρατόπεδα δεν υπήρχε τίποτε και,περιοδικά, στήνονταν οι λεγόμενες canabae (παράγκες, κυριολεκτικά καλαμοκατασκευές) για να στεγάσουν τους πραγματευτές που έφερναν τρόφιμα και άλλα αγαθά σε περιοδικά παζάρια. Η τρανή σημερινή Βιέννη ξεκίνησε σαν Canabae Vindelicum/Vindobona. Με τον καιρό, κάποιοι από τους πραγματευτές εγκαταστάθηκαν μόνιμα γύρω από το στρατόπεδο και έτσι προέκυψαν οι πρώτοι οικισμοί. Τώρα, στην βαλκανική λατινική το στρατόπεδο λεγόταν fossatum από την τάφρο που το περιέβαλε. Ο όρος φοσσάτον με τη σημασία του στρατοπέδου απαντά και στην βυζαντινή ελληνική λ.χ. στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού:

[10.12] Τοῦτο δὲ τὸ φοσσάτον ἤ ἀπὸ ὀρυγμάτων ἤ ἀπό οἰκοδομῆς λίθων ἤ πλίνθων ὀχυρῶσαι, κἄν πρὸς μίαν ἡμέραν συμβῇ μένειν ἐκεῖσε.

[11.1] Δεῖ οὖν τὰ ἄπληκτα ἤτοι τὰ φοσσάτα -κυρίως γὰρ φοσσάτον τὸ ἄπλικτον τοῦ ὅλου στρατοῦ καλεῖται– ταῦτα οὖν ἀσφαλῶς σε ποιεῖν καὶ, εἰ μὲν ἐνδέχεται, εἰς ἀραιοτέρους τόπους κατασηνοῦν τὰ στρατιωτικά, εἰ δὲ οὐκ ἀπαντᾷ, μὴ ἀμελῶς ἀλλά σφιγκτῶς καὶ ὀχυρῶς ἀπλικεύειν καὶ ἀποφεύγειν τοὺς τόπους ἐκείνους, ὅσοι ἔχουσιν ἐκ τοῦ πλησίον ὑψηλότερους αύτῶν, ἵνα μή ἐκείνους οἱ ἐχθροί ἀθρόως ἤ ἐν νυκτὶ προκαταλαβόντες κακά τινα διαθήσουσι τῷ φοσσάτῳ.

[11.2] Ὅτ΄ἄν τοίνυν ἐν τῇ τῶν ἔχθρῶν χώρα στρατοπεδεύῃς, περιβαλοῦ τάφρον βαθεῖαν, κἄν εἰς μίαν μόνην, ὡς εἴρηται, ἡμέραν μέλλῃς ἀπλικεύειν.

[11.8] Εἰ δέ τις καὶ ἐλπὶς ἐναντία ἐνοχλεῖ, ἀσφαλίζεσθαι ἤ ὀρύγμασιν ἤ πάλοις ἤ ὁλοκλήρῳ τράφῳ, ὅ λέγουσι φόσσα, ἤ τριβόλοις ἤ οἰκοδομαῖς ἤ ἀπό ξύλων ἤ ἀπό λίθων ἤ ἄλλως, ὡς δύνασαι ἐπινοῆσαι. ἔχεις δὲ καὶ βίγλας ἔξωθεν …

Δηλαδή, το λατινικό δάνειο ἀπλικεύειν σημαίνει στρατοπεδεύω, ἄπληκτον/ἄπλικτον είναι η προσωρινή στρατοπέδευση και φοσσάτον το μόνιμο στρατόπεδο. Το όνομα φοσσάτον προέκυψε από την τάφρο/τράφο/φόσσα που περιέβαλε το στρατόπεδο για ασφάλεια.

Αφού λοιπόν οι πρώτες πόλεις στην βαλκανική ενδοχώρα ξεκίνησαν σαν canabae γύρω από τα φοσσάτα δεν μας εκπλήσσει που ο ένας κοινός αλβανο-ρουμανικός όρος για «χωριό» προκύπτει από το λατινικό fossatum: fshat στα αλβανικά και sat στα ρουμάνικα. Ο άλλος κοινός όρος είναι μάλλον υποστρωματικός (προλατινικός) και είναι το «κατούνι»: αλβανικό katund, ρουμανικό cătun.

O Eric Hamp έχει χαρακτηριστεί από τους συναδέλφους του ως ο «πρίγκιπας της Αλβανολογίας», γιατί  υπήρξε εμβληματική μορφή στην ανάπτυξη της νηφάλιας αλβανικής γλωσσολογίας, μετά από 40 περίπου χρόνια έρευνας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων πριν λατινοφωνήσουν μιλούσαν πρωτο-αλβανικά!

Hamp Albo-Romanian

Hamp-AlbRom

Μεταφράζω την υπογραμμισμένη φράση του Hamp από την αριστερή σελίδα της δεύτερης εικόνας:

[…] διότι είμαι πεπεισμένος ότι η Ρουμανική είναι ο απόγονος εκλατινισμού (latinization) ενός γηγενούς πληθυσμού που πριν μιλούσε μία Αλβανοειδή ΙΕ γλώσσα, ενώ η Αλβανική εκπροσωπεί την συνέχεια συγγενικών διαλέκτων οι οποίες, αν και δανείστηκαν πολλά δάνεια και πολισμικές επιδράσεις, απέφυγαν τον εκλατινισμό.

Στην δεξιά σελίδα της δεύτερης εικονας, ο Hamp παραθέτει έναν από τους πολλούς «περίεργους» λατινικούς όρους της Ρουμανικής που δείχνουν να είναι αλβανικές μεταφράσεις (calques).

Η Ρουμανική και η Βλαχική (δηλαδή οι δύο θυγατέρες της ΑΒΡ) είναι οι μόνες ρωμανικές γλώσσες που εκτός από το λατινικό primus = «πρώτος» δείχνουν και τον «περίεργο» όρο antaneus που είναι παράγωγο της προθέσεως ante = «μπροστά, πριν». Το antaneus έγινε întîniu στην παλαιά Ρουμανική το οποίο, με τη σειρά του, εξελίχθηκε στο σημερινό întâi. Ο αντίστοιχος βλαχικός όρος είναι ntãnjiu.

Το ζεύγος anteantaneus, κατά τον Hamp, είναι η μετάφραση στην Δακική Λατινική της «αλβανοειδούς» δισημίας που χαρακτηρίζει τον όρο parë (< * IE porH-wo-) που σημαίνει τόσο «πρώτος» όσο και «μπροστά, πριν».

Ο Αυστριακός αλβανιστής-γλωσσολόγος Joachim Matzinger επίσης έχει καταλήξει λίγο πολύ στο ίδιο συμπέρασμα με τον Hamp:

Matzinger

Ο Andrè Du Nay επίσης είναι επίσης πεπεισμένος ότι οι Ρουμάνοι πριν λατινοφωνήσουν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους προγόνους των Αλβάνων, δηλαδή πρωτο-αλβανικά. Οι παρακάτω σελίδες είναι από το βιβλίο “The Origin of the Rumanians” (2η έκδοση, Jupiter Press,1996):

[σελ 4-5] Thus, for example, the pre-latin substratum of the Rumanian language is to a significant part identical with Albanian: about one hundred lexical elements, of which more than half pertain to the life of shepherds living in high mountains, and there also are correspondences regarding the Latin elements of these languages. This suggests that the ancestors of the Rumanians spoke the same language as those of the Albanians.

[σελ. 72] The numerous correspondences between Rumanian and Albanian derive mainly from the same ancient language, once spoken by the ancestors of the Albanians and the Rumanians. The Albanians have largely preserved their original language, although they borrowed very many elements from Latin during six centuries of Roman domination in the Balkan peninsula. The ancestors of the Rumanians, on the other hand, changed their language to Latin, preserving only some elements from the ancient idiom. The correspondences regarding Latin elements, however -numerous expressions in common, changes of meaning of Latin words, etc.- must have been created during a period of close contact between the two populations, during the age of Latin influence.

Δηλαδή, οι ο πρόγονοι των Αλβανών και των Ρουμάνων και μιλούσαν την ίδια κοινή γλώσσα πριν από τον εκλατινισμό των δευτέρων και συνέχισαν να συζούν κατά την ύστερη ρωμαϊκή αρχαιότητα.

Αν ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των ομιλητών της ΑΒΡ μιλούσαν την πρωτο-αλβανική γλώσσα πριν τον εκλατινισμό τους, τότε η Δακο-Μυσική γλώσσα (που, αν αποδεκτούμε ως ορθή την την μαρτυρία του Στράβωνα για «ομογλωσσία» Δακο-Γετών και Θρακών, πρέπει να ήταν ο ένας πόλος ενός Δακο-Θρακικού συνεχούς, βλ. Θρακική γλώσσα, Δακο-Μυσική γλώσσα και, δυτικά αυτού του συνεχούς, η Ιλλυρική γλώσσα) αναδύεται σε πολύ καλό ιστορικό υποψήφιο, με τον οποίο μπορεί να ταυτιστεί η πρωτο-αλβανική. Η Δακο-Μυσική μιλιόταν από τους Δάκες και τους Γέτες βορείως του Δούναβη και, από τους Μυσούς, τους Τριβαλλούς και τους Δαρδάνους νοτίως του Δούναβη. Οι τελευταίοι συχνά περιγράφονται λανθασμένα σαν Ιλλυρικό φύλο από τους αρχαίους συγγραφείς, αλλά η πλειοψηφία των ονομάτων τους είναι Δακο-Θρακικά. Τα Ιλλυρικά ονόματα είναι συχνά στο δυτικότερο μέρος της χώρας, δηλαδή περίπου στα σημερινά σύνορα Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου (βλ. Οι «Βέσσοι» της ύστερης αρχαιότητας). Ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο ποταμός Άγγρος (σύστημα Ibar-Δυτικoύ Μοράβα ~ Zapadna Morava) ξεκινούσε από τους Ιλλυριούς, αρχικά πήγαινε προς βορρά και μετά έστριβε και περνούσε μέσα από τον Τριβαλλικό κάμπο πριν συναντήσει τον Βρόγκο (άξονας Νότιου-Μεγάλου Μοράβα), ο οποίος χύνεται στον Δούναβη.

[Ηρόδοτος, 4.49]  ἐξ Ἰλλυριῶν δὲ ῥέων πρὸς βορέην ἄνεμον Ἄγγρος ποταμὸς ἐσβάλλει ἐς πεδίον τὸ Τριβαλλικὸν καὶ ἐς ποταμὸν Βρόγγον, ὁ δὲ Βρόγγος ἐς τὸν Ἴστρον: οὕτω ἀμφοτέρους ἐόντας μεγάλους ὁ Ἴστρος δέκεται.

Το βασικό χαρακτηριστικό της Δακο-Μυσικής γλώσσας που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την γεωγραφική της εξάπλωση είναι τα τοπωνύμια σε -deva/-dava/-dova. Αυτά αρχίζουν από τα βόρεια Καρπάθια και φτάνουν μέχρι την Φιλιππούπολη και τα σύνορα βόρειας Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου, όπου ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει την πόλη Thermidava την οποία τοποθετεί μεταξύ Σκόδρας και Ουλπιάνας (Lipljan). Ο Προκόπιος, αργότερα, αναφέρει την πόλη Quemedava στην Δαρδανία.

Η εξέλιξη -dēva, -dāva, -dova δεν είναι τυχαία, αλλά ακολουθεί την εξέλιξη του πρωτο-αλβανικού *ē>ā>ο (λ.χ. *plē-ta> plāta>plo ~ελληνικό πλήρης, λατινικά plēnus, complētus κλπ). Έτσι ο Georgiev παρατήρησε ότι πάνω από το δέλτα του Δούναβη υπήρχε η πόλη Polondava ενώ στην δυτική Δακία υπήρχε η πόλη Pelendava/Pelendova. Η μορφή Pelendova όταν συγκρίνεται με την *Pōlōndāva δείχνει δύο αλβανικές ιδιαιτερότητες: την τροπή ā>ο (λ.χ. māter->motër) και την τροπή ō>e (λ.χ. *bhlōra > ble). H αλβανική λέξη pelë «φοράδα» προέρχεται από την EPA μορφή *pōlnā, παράγωγο του PIE *pōlos (~ πλος, κλυτόπωλος, foal) και αυτό επέτρεψε στον Georgiev να ετυμολογήσει τα δακικά τοπωνύμια Polondava/Pelendava σαν «Πόλη των Αλόγων/Φοράδων» όπως λ.χ. η γερμανική Stuttgart. Το πρώτο συνθετικό Pōlōn- > Pelen-, ειδικότερα, προέρχεται από την ΠΙΕ γενική πληθυντικού *pōlōm (~ τῶν πώλων) της ρίζας *pōlos.

Pelendova

Matzinger-polna

Η πρωτο-αλβανική τροπή *ō>uo>ue>e συνέβη κατά το πρώτο μισό της Ρωμαϊκής περιόδου των Βαλκανίων (~100 π.Χ. – 300 μ.Χ.), όπως μαρτυρούν τα παρακάτω λατινικά δάνεια:

Alb Lat lon o e

Με άλλα λόγια, η πρωτο-αλβανική γλώσσα πραγματοποιούσε την τροπή *ō>uo>ue>e την ίδια περίοδο που το δακικό τοπωνύμιο Pōlōndāva εξελίχθηκε σε Pelendova στην δυτική Δακία.

Όσο για το δεύτερο συνθετικό -deva/-dava/-dova αυτό μπορεί να αναχθεί στην ΠΙΕ δομή *dhē-weh2 > -dēvā, δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί παράγωγο της ρίζας *dheh1- ~ *dhē- που έδωσε τα ελληνικά τίθημι, θήκη και, στον μηδενικό βαθμό ablaut, *dhh1-tis > θέσις, που απαντά και στο αλβανικό *dhh1-tis ή *dhh1-teh2 > dhatë = «μέρος, θέση» (πρβ. το θρακικό τοπωνύμιο Δάτος, το οποίο ο Edgar Polomé στο CAH συνέκρινε με το αλβανικό dhatë).

datos

Ο Ησύχιος γράφει:

 λέας· τὰς ἀπὸ τῶν ἱστῶν κρεμαννυμένας ἄγνυθας

λέβα· πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν

Λεβάδεια· πόλις Βοιωτίας, ἔνθα καὶ μαντεῖον Διὸς [τὸ] ἱερὸν κατεσκεύαστο

Προφανώς, κάποιος από τους μεταγραφείς του Ησυχίου μπέρδεψε το Δ με το Λ, γιατί το αρχικό λήμμα θα ήταν σίγουρα ΔΕΒΑ = πόλις ὑπὸ Θρᾳκῶν και όχι ΛΕΒΑ. Ο τύπος ΔΕΒΑ απαντά μεταξύ άλλων στην Pulpudeva που είναι η Φιλιππούπολις μεταφρασμένη δακοθρακιστί. Έχει ενδιαφέρον ότι το σημερινό βουλγαρικό Plovdiv προέρχεται από το θρακικό Pulpudeva και όχι από το ελληνικό Φιλιππούπολις, κάτι που σημαίνει ότι οι εκλατινισμένοι/εξελληνισμένοι Θράκες της ύστερης αρχαιότητας συνέχισαν να ονομάζουν την πόλη Pulpudeva.

Άρα το τοπωνύμιο *pōlōm dhēweh2 >  *pōlōn dēwā = «πώλων πόλις» έχει άψογη ΙΕ δομή (και ο Georgiev παραθέτει μερικά άλλα ενδιαφέροντα δακο-θρακικά παραδείγματα αυτής της τοπωνυμικής κατηγορίας όπου ο πρώτος όρος μπορεί να είναι γενική πληθυντικού, λ.χ. Σηλύμβρια και Πολτύμβρια, με *-ōm > *-ōn > -um ~ «(τῶν) Σηλῶν/Πολτῶν βρία», με αναμενόμενο sandhi nb>mb, λ.χ. συν+βάσις > σύμβασις). Η τροπή του τελικού *m>n έχει συμβεί και στην Ελληνική και στην Αρμενική (λ.χ. η προρρηθείσα γενική πληθυντικού τῶν πώλων και το *k’m.tom > ἑκατόν και, από την Αρμενική, το *domh2 > dōm > αρμ. tun = «σπίτι»).

Το τοπωνυμικό ζεύγος Pelendova ~ Polondava (= *{pōlōn dāwā}) δείχνει ότι υπήρχαν δύο δακομυσικές ποικιλίες: μία που διατήρησε τα μακρά ō,ā και μία που τα έτρεψε όπως και η Αλβανική. Η μελέτη του Ρουμανικού υποστρώματος οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Υπάρχουν δύο λέξεις που περιέχουν ā το οποίο διατηρείται στην Ρουμανική και στην Βλαχική, ενώ έχει τραπεί σε /ο/ στην αλβανική.

H πρώτη είναι η λέξη για την πάπια. Οι Ρουμάνοι λένε rață (/ratsă/) και οι αλβανοί ro. Η λέξη προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *h2nātya που έδωσε το ελληνικό νῆσσα και το λατινικό anas και επιπλέον δείχνει τον ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού /n/ που είναι κοινός σε (Τοσκική) Aλβανική και Ρουμανική (λ.χ. λατινικό arēna > τοσκικό rë ~ γκεγκικό në και τα ρουμανικά παραδείγματα: λατινικά minūtus, cānūtus > δημώδη λατινικά *minūntus, cānūntus > ρουμανικά runt, runt).

Η άλλη λέξη είναι το ρεβίθι. Οι Ρουμάνοι το λένε mazăre, οι Βλάχοι madzăre και οι Αλβανοί modhull. Η αρχική ρίζα ήταν *māg’h- και σε πρώτη φάση έγινε *mādz– το οποίο διατηρήθηκε στην Βλαχική, ενώ στην Ρουμανική έγινε *māz- και στην αλβανική *modh-.

Από την άλλη, υπάρχει μια λέξη του ρουμανικού (και εν γένει ΑΒΡ) υποστρώματος που δείχνει την πλήρη αλβανική πορεία *ē>ā>ο. Είναι η λέξη moș = «γέρος» και το αλβανικό ανάλογό της είναι η λέξη moshë = ηλικία (*meh1-t-us-eh2 > *mētušā > *mātšë > moshë), που συνδέεται ετυμολογικά με τον αλβανικό όρο mot = χρόνος (< ΠΙΕ *mēt-).

Στην φωνολογική εξέλιξη της αλβανικής έδειξα ότι το αρκτικό ΙΕ *s έγινε j (= /y/ όπως yogurt) στην αλβανική πριν από την εισαγωγή των λατινικών δανείων (και, αργότερα, το δεύτερο βήμα ήταν j>gj λ.χ. *serpena > *jerpena > jarpena > gjarpër, όπως και στα λατινικά δάνεια iūnctūra > gjymtyrë και iūdicāta > gjykatë), γιατί δεν υπάρχουν λατινικά δάνεια που να δείχνουν αυτήν την εξέλιξη (το λατινικό s τρέπεται πάντοτε σε sh λ.χ. saeculum > shekull, socius > shoq/shok κλπ). Η Ρουμανική εμφανίζει την λέξη ghiuj (= /gjuž/) η οποία σχετίζεται με την αλβανική gjysh (<*sūsa).

Έδειξα επίσης ότι η αλβανική απλοποίησε το σύμπλεγμα *kt σε /t/ επίσης πριν από την εισαγωγή των λατινικών δανείων (λ.χ. *nakti> natë). Έτσι οι ρουμανικές λέξεις ciut (=/tšut/) και ciută που αντιστοιχούν σε μια προδρομική μορφή της αλβανικής sutë (< *ukta < IE *k’ukta), έχουν απλοποιήσει το σύμπλεγμα /kt/, αλλά δεν προέρχονται από την τελική αλβανική μορφή με /s/.

ciut

Αναφέρθηκε επίσης ότι η αλβανική μονοφθογγοποίησε την δίφθογγο *au σε /a/ (λ.χ. τα λατινικά δάνεια ar, gaz, pak και το λατινικό όνομα Paulus> Pal) και, κατά συνέπεια, το IE *dhowsom > EPA *dauša έγινε dash. H ρουμανική έχει ακριβώς την ίδια λέξη daș μόνο που αντί για «κριάρι» σημαίνει «αρνί του σπιτιού, μανάρι» (Du Nay, σλδ 76). Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι η ίδια η λέξη Δάξ/Δάκας περιέχει την μονοφθογγοποιημένη δίφθογγο *au. H λέξη σημαίνει «λύκος» και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *dhaw– > *dhawkos, όπως λ.χ. το ελληνικό θαῦνον και το λατινικό Faunus. Επίσης, έχει διασωθεί το δακικό φυτωνύμιο: δάκινα = λύκου καρδία.

Dacian-mnphth

Σημείωσα επίσης με μπλε μια αρκετά πιθανή ετυμολογία των Καρπαθίων ως «Βραχώδη Όρη», από την Αλβανική λέξη karpë = πέτρα. Σημειώστε επίσης ότι για τα βουνά B(i)eskidy στα βόρεια Καρπάθια έχει επίσης προταθεί αλβανική ετυμολογία (bjeshkë = «βοσκοτόπι»). Ο Vladimir Orel το θεωρεί πιθανόν μόνον όμως στην περίπτωση που το αλβ. bjeshkë είναι όντως γνήσιος αλβανικός όρος και όχι το λατινικό pastica δανεισμένο, όπως ο ίδιος πιστεύει. Γράφει ο Orel λ.χ.:

Orel Dacia Ripensis Carpathians

Και μιας και μιλάμε για αλβανικά ~ αλβανοειδή τοπωνύμια στα Καρπάθια δεν πρέπει να λησμονήσουμε τον ποταμό Pocruia κοντά στην Pelendova που αναφέρθηκε πιο πάνω. Το υδρωνύμιο αυτό μπορεί υποθετικά να ετυμολογηθεί με σλαβο-αλβανική ετυμολογία. Μπορεί να ερμηνευθεί ως «κοντά στις πηγές», αποτελούμενο από την σλαβική πρόθεση po «κοντά σε,γύρω από» (λ.χ. Αγχί-αλος = Po-morje) και το αλβανικό τοπωνύμιο Krujë που υπάρχει στην Αλβανία και συνήθως ετυμολογείται ως «Πηγές» (IE *kros-nos > PAlb *krasna > *krāna > krua ~ krue ~ ελλην. κρήνη/κρουνός) που απαντά στα βυζαντινά έγγραφα ως «Κροαί». Ακόμα και η Ρουμανική πρωτεύουσα București και το ουσιαστικά ομόφωνο τοπωνύμιο Bucureșci, αλλά και το χωριό Bukurovac της Σερβίας περιέχουν την υποστρωματική ρουμανική λέξη bucuros = «εύθυμος, ευχάριστος» (θέμα bukur– + λατ. -ōsus > -os) που απαντά και στα ονόματα Bucur και Bucura και η οποία σχετίζεται με την αλβανική λέξη bukur = όμορφος.

Το αλβανικό ρήμα vjedh = κλέβω προέρχεται από το EPA  *wedza που, με τη σειρά του, ανάγεται στην ΠΙΕ ρηματική ρίζα *weg’h «μετακινώ». Ο ασβός στα αλβανικά είναι vjed(h)ull και ετυμολογικά σημαίνει «μικρός κλέφτης, κλεφτ-ύλος» (< *wedzula < *weg’h-ulos, με το γνωστό ΙΕ υποκοριστικό επίθημα *-ulos, λ.χ. ἄρκτος > ἀρκτύλος και λατ. cervus > cervulus). Στα ρουμάνικα ο ασβός λέγεται viezure με παλαιότερη καταγεγραμμένη μορφή viedzure. Δηλαδή η παλαιότερη ρουμανική μορφή περιέχει το πρωτοαλβανικό /dz/ του *wedza, με την μόνοη διαφορά ότι το μεσοφωνηεντικό -l- του PAlb. *wedz-ula ρωτακίστηκε κανονικότατα στην ΑΒΡ (λ.χ. ἄγγελος > angelus > αλβ. engjëll ~ ρουμ. înger.

H λίστα των συγγενικών λέξεων είναι πραγματικά πολύ μεγάλη μιας και σχεδόν όλοι οι 100 ρουμανικοί υποστρωματικοί όροι έχουν αλβανικό ανάλογο λ.χ. buză, codrughimpe, urdă, strungă, mânz, zgardă, vatră, țeapă, gardbarză, murg, brad, pârâu, băl, abur, țarc (= αλβ. thark < PAlb. *tsarka) και σταματώ εδώ, γιατί η λίστα του Du Nay είναι 8,5 σελίδες. Σημειώνω απλά τον ρουμανικό όρο coacăză = «φραγκοστάφυλο» (κυριολεκτικά «κοκκίσκος, κεφαλάκι») όπου ο καθένας μπορεί ν΄αναγνωρίσει αμέσως τον αλβανικό υποκοριστικό τύπο kokëzë του όρου kokë. Το ίδιο υποκοριστικό αλβανικό επίθημα (IE *-(a/i)d-ieh2 > -dyā > PAlb. -dzə > Alb. –) απαντά στο ζεύγος όρων αλβ. pupëzë ~ ρουμ. pupăză = «τσαλαπετεινός, έποψ».

coacaza

Θα σχολιάσω μόνο μερικά από τα παραπάνω που παρέθεσα:

PAlb. *bud-yā > *budzə «χείλος» > βλαχικό budzã ~ ρουμανικό buză ~ αλβ. buzë

IE *bherHg’- > PAlb *bardza = «λευκός, φωτεινός» > βλαχικό bardzu = «λευκός» (για ζώα), ρουμανικό barză = «πελεκάνος» (= «λευκό πτηνό») και αλβ. bardhë = «λευκός»

ΙΕ *mendyos = «άλογο» (λ.χ. μεσσαπικό Iuppiter Menzanas = Ἵππιος) > PAlb. *mendza > βλαχικό mãndzu , ρουμανικό mânz και αλβανικό mëz.

IE *k’er(H)- «πλέκω» > *k’r.H-yoh2 > PAlb *tsurja > αλβ. thur , με παράγωγο τον όρο:

IE *k’or(H)-kos > PAlb *tsarka = «πλέγμα» (πρόχειρος φράκτης που γίνεται με «πλέξιμο» κλαδιών, για τον περιορισμό των νεαρών ζώων) > ρουμανικό țarc και αλβανικό thark.

ΙΕ *streng- «πιέζω, στριμώχνω» (λ.χ. τα μηδενόβαθμα *strn.g- > stringo και στραγγάλη ~ στραγγίζω):

IE *str.ng-eh2 > PAlb *strungā = «στενωπός, στριμωχτό πέρασμα» > αλβ. shtrungë > νεοελλην. στρούγγα (τεχνητό «στενό» που δημιουργούν δύο άτομα, από το οποίο διέρχονται εν σειρά τα αιγοπρόβατα για να αρμεχθούν) και ρουμανικό strungă = «φαράγγι, στενωπός».

Ο Προκόπιος στο «Περί Κτισμάτων» αναφέρει το τοπωνύμιο «Στρόγγες» στη Μεσόγειο Δακία.

ΙΕ *nebh-os «σύννεφο» (λ.χ. νέφος, nebula) > μηδενόβαθμο *n.bh- (λ.χ. imber, ὄμβρος/ἀφρός και σανσκ. abhra), από το οποίο προέκυψε ο όρος:

IE *n.bh-ulos > PAlb *abula «ατμός» > βλαχικό και ρουμανικό abur και αλβανικό avull

Σύμφωνα με τον Schumacher, ο πρωτοαλβανικός όρος *kurpena = «άμπελος, κληματίδα» προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό ablaut *kwr.p- > PA *kurp- της ΙΕ ρίζας *kwerp- «γυρίζω, στρέφομαι» που είναι το χαρακτηριστικό των ελικοειδών κλημάτων της αμπέλου. Η ίδια ρίζα έχει δώσει το ελληνικό καρπός (του χεριού όχι του δένδρου). Ο όρος απαντά στην Ρουμανική ως curpen, στην Γκέγκικη Αλβανική ως kurpën και στην Τοσκική, ύστερα από ρωτακισμό (n>r) και ρωτική ανομοίωση (λ.χ. ἄροτρον > αλέτρι) ως kulpër. Έχω κάνει μια ξεχωριστή ανάρτηση για αυτόν τον ενδιαφέροντα όρο.

Ένα άλλο ενδιαφέρον ζεύγος λέξεων είναι οι λέξεις για το κοράκι: ρουμαν. cioară ~ αλβαν. sorrë. Η ιστορία της λέξης ξεκινάει από την ΠΙΕ ρίζα *kwers-no «μαύρος» (λ.χ. κοινό βαλτοσλαβικό *kwr.s-nos > *kirsnas και το σανσκριτικό kṛṣṇá). Η EPA μορφή ήταν *kwērsnā και, με διαδικασίες που έχουν εξηγηθεί στην ανάρτηση για την αλβανική γλώσσα, έγινε πρώτα tšārnā και τελικά tšοrrë > sorrë με την αφομοίωση -rn->-rr- να είναι ενεργή κατά την περίοδο ~ 500-800 μ.Χ. . Η ρουμανική μορφή cioară (/tšoară/) έχει την τονισμένη δίφθογγο -oà- που προέρχεται από το τονισμένο /ò/ (λ.χ. nòctem > noapte, pòrta>poartă). Έτσι ο πρόδρομός της είναι ο τύπος tšòră που αντιστοιχεί στο προτελευταίο αλβανικό στάδιο tšοrrë, το οποίο όμως προϋποθέτει την ύστερη πρωτοαλβανική αφομοίωση -rn->-rr- (λ.χ. infernus > ferr, furnus> furrë) που, όπως έγραψα παραπάνω, ήταν ενεργή κατά την περίοδο ~ 500-800 μ.Χ.. Αυτό σημαίνει ότι γύρω στο 500 μ.Χ. οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και των Ρουμάνων συμβίωναν ακόμα αρκετά κοντά ώστε να μπορέσουν οι μεν να δανείσουν στους δε τη μορφή tšοrrë>tšoară.

rn 600 AD

Η χρονολογία ~500-800 μ.Χ. αναφέρθηκε διότι η αφομοίωση -rn-> -r(r)- απαντά και στα πρώιμα σλαβικά δάνεια. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η «γκορτσιά» (αγριαχλαδιά): σλαβ. gorĭnica > gornica > Αλβ. gorricë:

gortsia

Άλλα παραδείγματα είναι τα σλαβικά τοπωνύμια της Αλβανίας Tomornica> Tomor(r)icë και Tŭrnovo > Tër(r)ovë. Με άλλα λόγια, μέσα στην περίοδο ~500-800 μ.Χ., οι γλώσσικοί πρόγονοι των Αλβανών πρέπει και να κάνουν την τροπή tšornë> tšorrë όσο ακόμα είναι γείτνιοι με τους πρόγονους των Ρουμάνων και να προλάβουν να τρέψουν το rn>rr στα σλαβικά τοπωνύμια που βρήκαν στην Αλβανία.

Οι Ρουμάνοι έχουν το τυρί brânză = «πρέτζα» και την παροιμία brânză bună în burduf de câine” = «η καλή η πρέτζα γίνεται σε δερματόσακκο σκύλου» (η ζύμωση για την παρασκευή του τυριού παραδοσιακά γίνεται σε σάκκο από στομάχι ζώου). Ο Vladimir Orel ετυμολογεί το ρουμανικό brânză ως λατινοπρεπή όρο *brend-ea > *brendya > *brândză > *brânză, του οποίου το θέμα ανάγει στον αλβανικό όρο brëndës = «εντόσθια» (το «στομάχι» στο οποίο παρασκευάζεται το τυρί). Ο δε ρουμανικός όρος burduh ~ burduf = «δερμάτινος σάκκος» δεν είναι παρά επαυξημένη μορφή του αλβανικού όρου ΙΕ *bhr.dh-eh2 > PAlb *burdā > burdhë = «σάκκος». Το ρουμανικό επίθημα -uh ~ -uf μπορεί θεωρητικά να εξηγηθεί ως *-uska > -uh ~ -uf, λ.χ. PAlb *g’nāska > αλβ. njoh ~ njof = «γιγνώσκω»)

brenda

Η Αλβανική και η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) συμμερίζονται το υποκοριστικό επίθημα *-uš-:

αλβ. ari = «αρκούδα» > arushë, IE *(s)kolos = «κουτάβι» (λ.χ. σκύλαξ, λιθ. kalė«σκύλα» και skalikas = «λαγωνικό») > PAlb *(s)kal-ūš-a > këlysh = «κουτάβι»

ΑΒΡ: λατ. avus = «γέρος, προπάτωρ» > ΑΒΡ υποκοριστικό *av--us > *avu > au > βλαχικό aush ~ ρουμανικό a = «γεροντάκος, παππούλης» (και άλλα υποκοριστικά σε -uș)

ΑΒΡ: ρουμ. mână ~ βλαχ. mãnã = «χέρι» > ρουμ. mănușă = βλαχ. mãnushi = «γάντι» (λ.χ. χέρι > χερ-ούλι)

Ο πρωτοαλβανικός όρος *brada = «έλατο» απαντά ως υποστρωματικός όρος της ΑΒΡ:

Αλβ. *brada > bredh και

ΑΒΡ *brad-us > *bradu > ρουμανικό brad και βλαχικό brad 

με ΑΒΡ πληθυντικό *brad-ī > bradi > bra > bradzʲ > βλαχ. bradz ~ ρουμαν. brazi

Ο «ελατώνας» (ἐλατ-ών = «μέρος με πολλά έλατα») στην Αλβανική είναι *brad-išta > bredhishte ~ breshte

Σε αυτήν εδώ την ανάρτηση παρέθεσα μια ετυμολογική πρόταση του τοπωνυμίου «Βράτζιστα» που ο Προκόπιος αναφέρει στη Μεσόγειο Δακία ως ΑΒΡ εκδοχή (di>dzi, λ.χ. aure > ΑΒΡ audzire >βλαχ. avdzãriρουμ. a auzi) του πρωτοαλβανικού όρου *brad-išta > Bradzišta.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η γοτθική λέξη thiubrōki (λ.χ. υστερολατινικό tubrugi) φαίνεται να εισήλθε στην Ρουμανική μέσα από αλβανική διαμεσολάβηση (λ.χ. αλβ. tirk). Το ρουμανικό tureac/tureci δείχνει την αλβανική απλοποίηση -br-> -wr- > -r- (λ.χ. fabrica> far και consobrinus > βλαχ. cusurin[u] ~ αλβ. kusheri) και την αλβανική τροπή ō>e. Γράφει ο Peter Heather:

tureci farke

Σε αυτό το σημείο πρέπει να παραθέσω και τα παρακάτω παραδείγματα Δακικών και Βεσσικών λέξεων που μοιάζουν με αντίστοιχες λαβανικές. Το βατόμουρο στα δακικά ήταν «μαντεία» και το φυτό «αρκουδοπούρναρο» (Ilex Aquifolium) στην γλώσσα των Βεσών ήταν «ἀσᾶ». Στην Αλβανική το βατόμουρο είναι man (< manda < EPA *manta) και το «αρκουδοπούρναρο» ashë.

Asa Manteia

Αυτό που θέλω να επισημάνω στο τέλος είναι το εξής: Έδειξα στο άρθρο για την αλβανική φωνολογική εξέλιξη ότι το πρωτο-αλβανικό *sk σε ορισμένες περιπτώσεις ακολούθησε την πορεία *sk>ks>h και, ότι αυτή η φωνολογική εξέλιξη έγινε πριν εισέλθουν τα λατινικά δάνεια, στα οποία το *sk δίνει σταθερά shk. Αυτό σημαίνει ότι η τροπή *sk>h είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον 1°μ.Χ. αιώνα και, πολύ πιθανόν, αρκετά νωρίτερα. Η ρουμανική έχει δύο λέξεις που δείχνουν την παραπάνω αλβανική εξέλιξη. Η μία είναι η λέξη leurdă για το άγριο σκόρδο (λατινικό Αllium ursinum = «αρκουδόσκορδο») που περιέχει την πρώιμη αλβανική hurda με πρώτο συνθετικό που μπορεί να συγκριθεί με το αλβανικό πρόθημα *la-: *la-hurdă ~ le-urdă.

la-prefix

H άλλη είναι η κοινή αλβανο-ρουμανική λέξη για τον «λείξουρο,πεινασμένο» hămesi, η οποία παράγεται από το αλβανικό ρήμα ha = τρώω (<eha < *eska < *ed-ska <*h1ed-ska). Σε αυτό πρέπει να προστεθεί το ότι η Αλβανική χειρίστηκε τα αρχαία τοπωνύμια της Αλβανίας όπως τα λατινικά δάνεια λ.χ. Scodra> Shkodër, Scampinus > Shkumbini). Αυτό σημαίνει ότι όταν οι πρόγονοι των Αλβανών και των Ρουμάνων έτρεπαν το *sk>ks>h δεν ήταν κοντά στην Αλβανία και οι Αλβανοί ήρθαν αργότερα στην Αλβανία την εποχή που έτρεπαν το λατινικό sk σε shk. Εξάλλου, υπάρχει πλήθος Ιλλυρικών ανθρωπωνυμίων (Scerdis, Skerdilaidas, Scerviaedus, Scenus, Scenobar(b)us, Scilus, Mescena, Laiscus, Loiscus), τοπωνυμίων (Scodra, Scampinus, Scardona, Scardus, Uscana) και το όνομα της φυλής Scirtari που δείχνουν /sk/ εκεί που η αλβανική αναμένεται να έχει /h/.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και αυτοί των Ρουμάνων ήταν ομιλητές Δακο-Μυσικών διαλέκτων που τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας κατοικούσαν στην Διοίκηση Δακίας.

Περισσότερα:

1) Πότε εισήλθαν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών στην Αλβανία;

2) Ο αρχαιολογικός πολιτισμός Kruja-Komani της Αλβανίας

3) Οι Βλάχοι (2 αναρτήσεις)

37 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και των (Α)Ρουμάνων #1

Μετά από την προαπαιτούμενη γλωσσολογική ανάλυση της αλβανικής γλώσσας μπορούμε να προχωρήσουμε στην νηφάλια αναζήτηση των γλωσσικών προγόνων των Αλβανών και των (Α)Ρουμάνων. Επισημαίνω το νηφάλια διότι το εν λόγω θέμα είναι ένα από τα πιο συχνονέμητα λιβάδια αδαημόνων τόσο εντός όσο και εκτός των ελληνικών συνόρων.

Πριν προχωρήσω βρίσκω θεμιτό να παραθέσω την άποψη δύο γλωσσολόγων για το θέμα ο ένας εκ των οποίων (John Bassett Trumper) ασχολείται με την μελέτη της Αλβανικής γλώσσας για περισσότερα από 20 χρόνια:

Ο Trumper λοιπόν μας πληροφορεί [05:38 και μετά] ότι οι πρόγονοι των Αλβανών κατέληξαν στην Αλβανία κάποια στιγμή μετά το 500 μ.Χ. πιεζόμενοι από τα καθοδικά σλαβικά κύματα. Η προηγούμενη κοιτίδα τους ήταν κάπου βορειότερα του Κοσσυφοπεδίου και αρκετά πλατιά ώστε να συνάπτει σχέσεις τόσο με τον κελτο-γερμανικό κόσμο στα βορειοδυτικά όσο και με τον βαλτικό  στα βορειανατολικά. Ανάμεσα στα επιχειρήματα  υπέρ της μη αυτοχθονίας των Αλβανών στην Αλβανία αναφέρει την έλλειψη γνήσιας αλβανικής θαλασσο-ναυτικής ορολογίας και το γεγονός ότι ολόκληρη η Αλβανία είναι καλυμμένη με σλαβικά τοπωνύμια. Επίσης, στην αρχή της συζήτησης, αναφέρει την σημαντικότατη επίδραση που είχε η λατινική στο αλβανικό λεξιλόγιο και υπολογίζει ότι το 40% του βασικού λεξιλογίου είναι λατινικά δάνεια. Χαρακτηριστικά λέει ότι εάν οι Σλάβοι δεν διέκοπταν την ρωμαϊκή επίδραση στα βαλκάνια, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών θα είχαν εκλατινιστεί πλήρως όπως λ.χ. οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων και των Βλάχων (Αρουμάνων). Με άλλα λόγια, ο πλήρης εκλατινισμός των γλωσσικών προγόνων των Αλβανών αποφεύχθηκε στο παρά πέντε!

Ο δεύτερος γλωσσολόγος, συμμερίζεται την άποψη του Trumper ότι οι Αλβανοί γλίτωσαν στο παρα πέντε τον πλήρη εκλατινισμό, μιλάει για τα χιλιάδες σλαβικά τοπωνύμια της Αλβανίας και, έχοντας παρουσιάσει την γραμμή του Jireček και τη σημασία της, τοποθετεί με βεβαιότητα την αρχική κοιτίδα των Αλβανών βορείως αυτής της γραμμής. Με λίγα λόγια, η γραμμή του Jireček ενώνει τα σημεία όπου οι ελληνόγλωσσες και λατινόγλωσσες επιγραφές κατά την ρωμαϊκή περίοδο (~ 100π.Χ.-500 μ.Χ.) είναι ισάριθμες και, κατά συνέπεια, είναι το κέντρο μιας φαρδύτερης «γκρίζας ζώνης» όπου τα λατινικά και τα ελληνικά είχαν την ίδια συχνότητα χρήσης σαν «κοινή» γλώσσα. Βορείως της γκρίζας αυτής ζώνης επικρατεί η λατινική γλώσσα και νοτίως η ελληνική. Ο Ολλανδός γλωσσολόγος επίσης αγγίζει ένα άλλο σημαντικό θέμα, αυτό της σχέσης μεταξύ Αλβανών και Ρουμάνων και παραθέτει λίγα παραδείγματα κοινών λέξεων ανάμεσα στην Αλβανική και στο λεγόμενο υπόστρωμα της Ρουμανικής. Το υπόστρωμα αυτό είναι μια σειρά 100 περίπου λέξεων οι οποίες δεν αποτελούν δάνεια από κάποια γνωστή γλώσσα με την οποία η Ρουμανική ήρθε σε επάφή και, κατά συνέπεια, θεωρούνται γλωσσικά κατάλοιπα της γλώσσας που μιλούσαν οι πρόγονοι των Ρουμάνων πριν εκλατινιστούν. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι όλες σχεδόν οι λέξεις του υποστρώματος αυτού υπάρχουν και στην Αλβανική. Αυτό, εξηγεί ο γλωσσολόγος, μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: ή οι πρόγονοι των Ρουμάνων και των Αλβανών ζούσαν κάποτε στο ίδιο μέρος και δάνεισε ο ένας μια σειρά λέξεων στον άλλο με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα μια κοινή λεξιλογική ομάδα ή οι πρόγονοι των Ρουμάνων πριν εκλατινιστούν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους προγόνους των Αλβανών και, κατά συνέπεια, οι λέξεις αυτές είναι πραγματικά υπόστρωματικές και δηλωτικές της προλατινικής γλωσσικής ταυτότητας των γλωσσικών προγόνων των Ρουμάνων.

Βλέπουμε δηλαδή ότι η αναζήτηση της καταγωγής των Αλβανών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή της καταγωγής των Ρουμάνων. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο κάθε λαός έχει υιοθετήσει «αυτοχθονικούς» εθνοσυμβολικούς μύθους και ο καθένας προσπαθεί -αντίθετα από τις γλωσσολογικές ενδείξεις- να παρουσιαστεί σαν ο αρχέγονος κάτοικος της τωρινής του πατρίδας. Το πρόβλημα με τον «αυτοχθονισμό» των Αλβανών είναι ότι η Αλβανία είναι παραθαλάσσια περιοχή και το μεγαλύτερο μέρος της βρίσκεται νοτίως της γραμμής του Jireček, ενώ οι Αλβανοί δεν έχουν γνήσιο θαλάσσιο λεξιλόγιο και τα λατινικά δάνεια της πρωτο-αλβανικής είναι 60 φορές περισσότερα από τα αρχαιοελληνικά: η πρωτο-αλβανική απορρόφησε 636 λατινικά δάνεια και μετά βίας 10 αρχαιοελληνικά! Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να έχει συμβεί σε έναν τόπο όπου η ελληνική χρησιμοποιείται σαν «κοινή» και σε έναν τόπο που γειτνιάζει άμεσα με την μητροπολική Ελλάδα και με σημαντικές ελληνικές αποικίες όπως η Επίδαμνος/Δυρράχιο και Απολλωνία που είχαν την φήμη πνευματικών κέντρων. Ήδη στην εποχή του Στράβωνα, οι νοτιότεροι Ιλλυριοί που ήταν σε άμεση επαφή με τους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες στην ευρύτερη ρωμαϊκή Επαρχία της Μακεδονίας ήταν δίγλωσσοι:

[Στράβων 7.7.8] καὶ δὴ καὶ τὰ περὶ Λύγκον καὶ Πελαγονίαν καὶ Ὀρεστιάδα καὶ Ἐλίμειαν τὴν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ᾽ ὕστερον καὶ ἐλευθέραν: ἔνιοι δὲ καὶ σύμπασαν τὴν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καὶ κουρᾷ καὶ διαλέκτῳ καὶ χλαμύδι καὶ ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως: ἔνιοι δὲ καὶ δίγλωττοί εἰσι. καταλυθείσης δὲ τῆς Μακεδόνων ἀρχῆς ὑπὸ [p. 450] Ῥωμαίους ἔπεσε. διὰ δὲ τούτων ἐστὶ τῶν ἐθνῶν ἡ Ἐγνατία ὁδὸς ἐξ Ἐπιδάμνου καὶ Ἀπολλωνίας: περὶ δὲ τὴν ἐπὶ Κανδαουίας ὁδὸν αἵ τε λίμναι εἰσὶν αἱ περὶ Λυχνιδὸν ταριχείας ἰχθύων αὐτάρκεις ἔχουσαι

Ενώ ο Florin Curta αναφέρει ότι όποια κι αν ήταν η μητρική γλώσσα των κατοίκων που κατοικούσαν στην ενδοχώρα του Δυρραχίου κατά την περίοδο 500-800 μ.Χ. η ύπαρξη ελληνόγλωσσων επιγραφών και αφιερώσεων στην περιοχή δηλώνει γνώση της ελληνικής γλώσσας:

Σελίδα 104 από το Southeastern Europe in the Middle Ages 500-1250 (CAH,2006)

A number of grave goods found on the sites in Albania and the neighboring countries strongly suggest contact with Byzantium, possibly even the presence of speakers of Greek: belt buckles common for the Mediterranean area, both East and West, earrings with perforated pendants showing peacocks on either side of a tree; disc- and cross- broches; finger-rings with dedicatory inscriptions in Greek. More over, two hoards of Byzantine drinking and washing silver vessels with Greek inscriptions, gold church candlesticks, and silver belt fitting were found in the vicinity of Dyrrachium, at Vrap and Erseke.

Δηλαδή από τους δίγλωσσους Ιλλυριούς του Στράβωνα μέχρι τους πρωτο-βυζαντινούς κατοίκους που φέρουν δαχτυλίδια με ελληνόγλωσσες αφιερώσεις και πίνουν το κρασί τους σε δοχεία με ελληνόγλωσσες επιγραφές, το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας που βρίσκεται νοτίως της γραμμής του Jireček χρησιμοποιεί την ελληνικήγλώσσα σαν «κοινή». Όταν συγκρίνεις αυτό το ιστορικό δεδομένο με την ισχνή παρουσία αρχαιοελληνικών δανείων στην αλβανική γλώσσα (με το ζόρι 5-10 αρχαιοελληνικά δάνεια περισσότερα από τα 25-30 της Ρουμανικής) σε σύγκριση με τα 636 λατινικά δάνεια που απορροφήθηκαν κατά την πρωτο-αλβανική περίοδο (όπως μπορείτε να δείτε παρακάτω 700 απορρόφησε η Ουαλική και 674 η Βασκική) και αποτελούν το 40% του βασικού λεξιλογίου, αμέσως καταλήγεις στο εύλογο συμπέρασμα ότι η Αλβανία νοτίως της Γραμμής του Jireček δεν μπορεί να είναι η κοιτίδα των Αλβανών.

636 Latin scarse Greek

Αν σε αυτά προσθέσουμε και τα χιλιάδες σλαβικά τοπωνύμια της Αλβανίας και το γεγονός ότι πολλά υδρωνύμια της Αλβανίας πέρασαν στην Αλβανική μέσα από σλαβική διαμεσολάβηση (λ.χ. Ἄψος > Ἄψαμος ~ σσαμος > σλαβ. Osum με σλαβική τροπή *a>o και Αῷος ~ Αὖος > σλαβ. Avosa (rěka) > Vavosa [λ.χ. ǫglĭ > vəglišta ~ węgiel] ~ Βοβούσα > Vëjosa > Vjosa) το βασικό μας συμπέρασμα ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο.

Osum

Vjosa

Στον παρακάτω χάρτη κάθε κόκκικο σημείο είναι ένα σλαβικό τοπωνύμιο:

albslav toponyms

Η μόνη περιοχή που έχει σχετικά μειωμένη επιφανειακή πυκνότητα σλαβικών τοπωνυμίων είναι η κοιλάδα του Μάτη γύρω από την Kruja και τα τριγύρω ορεινά μέρη, και εκεί είναι το Ἄρβανον όπου πρωτο-συναντούμε τους Αλβανούς τον 11ο αιώνα και ευθύνεται για τα εθνικά Ἀρβανίτης και Albanensis (λ.χ. ιταλ. Albanese) που δηλώνουν τον κάτοικο του Αρβάνου (λ.χ. Αυλωνίτης = «από την Αυλώνα», Μωραΐτης = «από το Μωριά», Κοζανίτης = «από την Κοζάνη» κλπ). Αλλά ακόμα και το Ἄρβανον βρίσκεται αμέσως κάτω από την γραμμή του Jireček, εντός της γκρίζας ζώνης μεταξύ της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας και, επομένως, εάν οι Αλβανοί ήταν ο «αυτοχθονικός» πληθυσμός της περιοχής αυτής θα έπρεπε ο αριθμός των ελληνικών δανείων να ήταν περίπου ίσος με αυτόν των λατινικών. Αντίθετα, η κοιτίδα των Αλβανών είναι μια περιοχή βορείως της γκρίζας ζώνης, βαθιά μέσα στα λατινόφωνα Βαλκάνια που ευθύνεται για την απορρόφηση ενός αριθμού λατινικών δανείων (636) της ίδιας τάξης μεγέθους με τον αριθμό των λατινικών δανείων στην Ουαλική (700) και την Βασκική (674).

Όπως έγραψα παραπάνω, η αναζήτηση των γλωσσικών προγόνων των Αλβανών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν των προγόνων των Ρουμάνων και η καταγωγή των τελευταίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καταγωγή των Βλάχων. Ο Ρουμανικός αυτοχθονικός εθνοσυμβολικός μύθος (ότι δηλαδή είναι οι απευθείας απόγονοι των υπερδουνάβιων Δακών) είναι το ίδιο απίθανος όσο και ο Αλβανικός. Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι η ρωμαϊκή παρουσία βορείως του Δούναβη ήταν εφήμερη (1,5 αιώνας πάνω κάτω) και ήταν περιορισμένη στο νοτιοδυτικό τμήμα της περιοχής. Η Τραϊανική Δακία δημιουργήθηκε το 106 μ.Χ. και άντεξε μέχρι το 275 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός διέταξε την εκκένωσή της και την μεταφορά του πληθυσμού νοτίως του Δούναβη στην περιοχή που ονομάστηκε Αυρηλιανή Δακία και που χωριζόταν διοικητικά σε δύο μικρότερες περιοχές: την Παραποτάμια Δακία (Dacia Malvensis/Ripensis) με πρωτεύουσα την Ρατιάρια και την Μεσογαιακή Δακία (Dacia Mediterranea) με πρωτεύουσα την Σερδική (Σόφια). Με άλλα λόγια, ο Ρουμανικός αυτοχθονικός εθνοσυμβολικός μύθος ισχυρίζεται ότι μέσα σε ενάμιση αιώνα εφήμερης ρωμαϊκής παρουσίας, οι αρχαίοι υπερδουνάβιοι Δάκες εκλατινίστηκαν πλήρως και κατάφεραν να διατηρήσουν την λατινοφωνία τους ζώντας εκτός της Ρωμαϊκής/Βυζαντινής αυτοκρατορίας στο Barbaricum μέχρι τον 12ο αιώνα όταν και πρωτοσυναντούμε τους Ρουμάνους να κατοικούν βορείως του Δούναβη.

Εδώ αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η αιτία εγκατάλειψης της Τραϊανικής Δακίας το 275 μ.Χ. ήταν η Γοτθική πίεση. Έναν αιώνα αργότερα, το 376 μ.Χ. δεκάδες χιλιάδες Γότθοι ζητάνε την άδεια να διαβούν τον Δούναβη και να εγκατασταθούν εντός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για ν΄απαλλαγούν από την πίεση των Ούννων. Από το τέλος του 4ου αιώνα μέχρι την μάχη του Nedao to 454 μ.Χ. η περιοχή του μέσου Δούναβη είναι το κέντρο της Ουννικής εξουσίας. Αν και οι Ούννοι ήταν κατά πάσα πιθανότητα τουρκόφωνοι, η lingua franca της αυτοκρατορίας του Αττίλα ήταν τα ανατολικά Γερμανικά επειδή ήταν η γλώσσα της πλειοψηφίας των υπήκοων λαών (Γότθοι, Γέπιδες, Έρουλοι, Ρούγιοι κλπ.). Μαζί με τα γερμανικά φύλα υπάρχουν και Ιρανικά όπως οι Ιάζυγες και οι Ροξολάνοι. Την πτώση των Ούνων ακολούθησε μισός αιώνας γερμανοκρατίας μέχρι που στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα η περιοχή της Ρουμανίας είναι τόπος κατοικίας των σλαβόφωνων Σκλαβηνών και Αντών. Στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα η νέα υπερδύναμη είναι οι τουρκόφωνοι Άβαροι. Σύμφωνα με τον Florin Curta, κατά το δεύτερο μισό της ιστορίας του Αβαρικού Χαγανάτου η lingua Franca ήταν η πρωτο-σλαβική γλώσσα εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των Σλάβων υπήκοων. Στα τέλη του 7ου αιώνα η νεά υπερδύναμη είναι οι τουρκόφωνοι Βούλγαροι, ενώ περί το 900 μ.Χ. έχουμε την εγκατάσταση των Ούγγρων γύρω από το μέσο Δούναβη. Ακολουθούν οι μεταναστεύσεις των τούρκων Πετσενέγκων και των Κουμάνων. Μετά από όλες αυτές τις μεταναστεύσεις λαών που συνέβησαν στους 8 αιώνες που χωρίζουν την εγκατάλειψη της Τραϊανικής Δακίας και τον ερχομό των Κουμάνων, έχουμε την πρώτη αναφορά σε Ρουμάνους που κατοικούν βόρεια του Δούναβη στην σημερινή Ρουμανία.

Καταλαβαίνετε επομένως γιατί η πλειοψηφία των ιστορικών και γλωσσολόγων απορρίπτει τον ρουμανικό αυτοχθονικό μύθο (πρβ. αυτή την συνέντευξη του Thede Kahl) και δέχεται ότι η κοιτίδα της Ρουμανικής γλώσσας βρίσκεται νότια του Δούναβη, στις περιοχές που διατηρήθηκαν εντός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέχρι και το 600 μ.Χ. πάνω κάτω κάτι που δίνει στους γλωσσικούς πρoγόνους των Ρουμάνων τουλάχιστον 6 αιώνες περιθώριο για να εκλατινιστούν έναντι του 1,5 αιώνα του αυτοχθονικού μύθου. Η μετανάστευση των Ρουμάνων βορείως του Δούναβη μάλλον ξεκίνησε  μετά το 1000 μ.Χ., ίσως με πολλαπλά, ετερόχρονα μεταναστευτικά κύματα.

Ο Andrè Du Nay, στις σελίδες 197-8 του βιβλίου “The Origins of the Rumanians” (2η έκδοση, Jupiter Press, 1996) παραθέτει τα λόγια του Tagliavini (“Le origini delle lingue neolatine. Introduzione alla filologia romanza“, Bologna, 1969, σελ. 373-4) που συνοψίζει το consensus των ειδικών σήμερα:

Philological arguments indicate than Ancient Rumanian developed on the southern shore of the Danube. To this conclusion leads us the study of facts such as the concordances with Albanian which cannot exclusively be ascribed to a common substratum but must have developed during a period of symbiosis; the Bulgarian character (and only to a lesser degree, Serbian) of the old Slavic elements of Rumanian (all the northern Slavic elements, for instance, Ruthenian are more recent), the absence of Old Germanic elements, etc.

Without denying the possibility of rests of Roman population north of the Danube, the majority of foreign linguists now consider that the territory of formation of the Rumanian language must have been approximately in historical Serbia.

Επομένως καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Αλβανία είναι πολύ νότια και παραθαλάσσια για να είναι η κοιτίδα των Αλβανών και η υπερδουνάβια Ρουμανία πολύ βόρεια για να είναι η κοιτίδα των Ρουμάνων. Κοιτίδα των δύο αυτών πληθυσμών είναι οι περιοχές που σήμερα τους χωρίζουν δηλαδή η Σερβία και η ΒΔ Βουλγαρία. Οι δύο πληθυσμοί  έχουν τον ίδιο γλωσσικό πρόγονο που κατοικούσε στα παραπάνω μέρη κατά την αρχαιότητα και η συμβίωσή τους συνεχίστηκε για μερικούς αιώνες μετά τον εκλατινισμό των γλωσσικών προγόνων των Ρουμάνων και των Βλάχων γιατί, εκτός από τη σχέση υποστρώματος, οι δύο γλώσσες (Αλβανική και Βλαχο-Ρουμανική) συνδέονται και με κοινούς νεολατινικούς νεωτερισμούς, αλλά και με την ύπαρξη υστερο-πρωτο-αλβανικών (LPA) δανείων στην Ρουμανική. Η συμβίωση τελείωσε όταν πρώτοι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών κάποια στιγμή μετά το 500 μ.Χ. μετανάστευσαν στα όρη της σημερινής Αλβανίας όπου και αναδύονται ιστορικά τον 11ο αιώνα.  Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων και των Βλάχων συνέχισαν να ζουν μαζί μέχρι που οι δεύτεροι (ίσως ταυτόχρονα με τους Αλβανούς) μετανάστευσαν προς τις νοτίως της γραμμής του Jireček περιοχές μέχρι και την ελλαδική ενδοχώρα όπου και πρωτοεμφανίζονται με το όνομα «Βλάχοι» σε περιγραφές Βυζαντινών ιστορικών του 11ου αιώνα (Σκυλίτσης) των γεγονότων που συνέβησαν στα τέλη του 10ου αιώνα. Αντίθετα, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων συνέχισαν να ζουν στα Βαλκάνια βορείως της γραμμής του Jireček μέχρι που, κάποια στιγμή μετά το 1000 μ.Χ., άρχισαν να μεταναστεύουν βορείως του Δούναβη. Όσοι παρέμειναν πίσω στα Βαλκάνια είναι οι γλωσσικοί πρόγονοι των σημερινών Βλάχων της Σερβίας, της Βοσνίας και της Βουλγαρίας.

Το όνομα «Βλάχοι» είναι νοτιοσλαβικό δάνειο στην Ελληνική γλώσσα. Ο νοτιοσλαβικός όρος Vlah, αντιστοιχεί στον ανατολικό σλαβικό Voloh και στον δυτικό σλαβικό Vloh. Οι τρεις αυτοί όροι προέρχονται από τον πρωτοσλαβικό όρο *Volhŭ με τον οποίο οι πρωτο-σλάβοι χαρακτήριζαν όποιον μιλούσε λατινικά ιδιώματα. Το πρωτο-σλαβικό *Volhŭ με τη σειρά του κατάγεται από το πρωτο-γερμανικό *Walhaz με το οποίο οι πρώιμοι Γερμανοί ονόμαζαν όλους τους γειτονικούς τους μερικώς ή ολικώς εκλατινισμένους Κελτικούς πληθυσμούς. Ο όρος Walhaz προέρχεται από το όνομα της κελτικής φυλής Volcae, η οποία πρέπει να ήταν ο άμεσος γείτονας των γερμανών ώστε να δράσει σαν αρχετυπικός «άλλος» για την παραγωγή του όρου Walhaz με τη σημασία του «ξένου, μη Γερμανού», δηλαδή του μερικώς ή ολικώς εκλατινισμένου Κέλτη. Έτσι, όταν οι Γερμανοί Αγγλο-Σάξωνες μετανάστευσαν στην Αγγλία χρησιμοποίησαν τον όρο Walhaz για να περιγράψουν τους μερικώς ή ολικώς εκλατινισμένους ιθαγενείς Κέλτες, οι οποίοι αποτραβήχθηκαν προς τα δυτικά του νησιού. Το αποτέλεσμα είναι ο όρος Welsh (<*Walhiska) για τους «Ουαλούς».

Τα γερμανικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στον μέσο Δούναβη από την άλλη, χρησιμοποίησαν τον όρο *Walhaz για να περιγράψουν τους λατινόφωνους κατοίκους των Βαλκανίων που ζούσαν βορείως της γραμμής του Jireček . Όταν περί το 500 μ.Χ. οι πρώτοι σλάβοι έφτασαν στον Δούναβη δανείστηκαν τον όρο από το γερμανικό υπόστρωμα που συνάντησαν. Έτσι φτάνουμε στο νοτιοσλαβικό Vlah και το ελληνικό Βλάχος.

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχουν δύο ειδών Βλάχοι: οι Αρουμάνοι που αποτελούν και την ευρύτερη πλειοψηφία και οι Μογλενίτες. Η διάλεκτος των Μογλενιτών εμφανίζει ορισμένες ιδιαιτερότητες που ώθησε ορισμένους μελετητές στο παρελθόν να υποθέσουν ότι η καταγωγή τους είναι διαφορετική από αυτή των Αρουμάνων. Όπως και να έχουν τα πράγματα αυτό που μετράει είναι ότι τα Ρουμάνικα και όλες οι Βλαχικές διάλεκτοι της Βαλκανικής ανήκουν στον κλάδο της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής. Ο τελευταίος εκπρόσωπος της Δυτικής Βαλκανικής Ρωμανικής είναι η πλέον νεκρή Δαλματική γλώσσα. Το σύνορο των δύο βαλκανικών κλάδων σύμφωνα με τον Andrè Du Nay ήταν ο ποταμός Drina που χωρίζει σήμερα την Σερβία από τη Βοσνία.

Andrè Du Nay, σελίδα 84 από το “The Origins of the Rumanians” (2η έκδοση, Jupiter Press,1996):

The area of Dalmatian was adjacent to that of the Vlachs in the mountains east of the river Drina, and also to the territory inhabited by the Albanians. The river Drina in Serbia (after 395 AD the frontier between the western and eastern empires) became in the course of time the dividing line between the territories of the Rumanian and Dalmatian languages.

Η Δαλματική γλώσσα με τη σειρά της χωρίζεται σε δύο επιμέρους διαλέκτους: μία βόρεια με κέντρο το νησί Veglia και μία νότια με κέντρο την Ragusa/Dubrovnik. Η βόρεια Αλβανία ήταν το σημείο όπου το σύνορο της «κάθετης» γραμμής του Drina έτεμνε την «οριζόντια» γραμμή του Jireček.  Έτσι τα παράλια του Μαυροβουνίου και της βόρειας Αλβανίας μιλούσαν δυτική βαλκανική ρωμανική (ΔΒΡ) ενώ οι ενδοχώρες τους που ήταν σε επαφή με τη Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο μιλούσαν ανατολική βαλκανική ρωμανική (ΑΒΡ).

Τώρα, δυο λόγια για το σύνορο του Drina. Οι βασικές διαφορές των δύο ιδιωμάτων είναι η ύπαρξη ή μη του επιθηματικού οριστικού άρθρου, ο φωνηεντισμός και η διαφορετική τροπή του λατινικού συμπλέγματος /ct/. Η ΑΒΡ, μαζί με την Αλβανική και την Βουλγαρική («Θρακο-Μυσική» και «Μακεδονική») έχουν επιθηματικό οριστικό άρθρο, δηλαδή δεν λένε «ο άνθρωπος» αλλά «άνθρωπος-ο». Η ΔΒΡ έχει προθεματικό οριστικό άρθρο όπως η ελληνική και η ιταλική. Η ΑΒΡ τρέπει το λατινικό σύμπλεγμα /kt/ σε pt/ft (λ.χ. directus> drept), το /ks/ σε ps/fs (λ.χ. coxa > coapsă) και το gn (/ŋn/) σε mn (λ.χ. lignum > lemn, signum > semn, cognatus > cumnat). H ΔΒΡ, με την εξαίρεση των μεμονωμένων περιπτώσεων guapto, copsa, comnut , δεν υπακούει στους παραπάνω κανόνες. Έτσι λ.χ. έχει lanc αντί για lemn, ενώ η τυπική τροπή του /kt/είναι (j)t όπως λ.χ. η Γαλλική. Έτσι αντί για drept και noapte η ΔΒΡ έχει drat και nuat.

Τα λατινικά δάνεια της Αλβανικής πάλι άλλοτε συμφωνούν με την ΑΒΡ (λ.χ. luftë, troftë) και άλλοτε με την ΔΒΡ (λ.χ. drejtë, trajtë) ενώ έχει shenjë και kunat. Τέλος, η Αλβανική (shkëmb, dëm) δεν συμμερίζεται την τάση της Ρουμανικής και της Δαλματικής να τρέπουν το /mn/ σε /un/ λ.χ. ρουμανικό scaun (αλλά βλαχικό scamnu ~ σκαμνί), daună και δαλματικό kilauna.

Εξαιτίας της κινητικότητας των νομαδικών ομιλητών της ΑΒΡ, το σύνορο του ποταμού Drina εν τέλει παραβιάστηκε και οι ομιλητές της ΑΒΡ βρέθηκαν διάσπαρτοι δυτικά του ποταμού μέχρι την χερσόνησο της Ίστρια.

(συνέχεια στο μέρος #2)

14 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας