Tag Archives: πόλεμος

Η σανσκριτική λέξη για τον «πόλεμο»

Η ιδέα για τη σημερινή έκτακτη και σύντομη ανάρτηση προέκυψε χθες το βράδυ, καθώς έβλεπα την ταινία «Άφιξη» (Arrival). Ευτυχώς η επίμαχη σκηνή ήταν στο πρώτο δεκάλεπτο, γιατί πάνω στο μισάωρο με πήρε ο ύπνος.

Continue reading

Advertisements

12 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Ετυμολογικές προτάσεις: ο Άρης

Στη σημερινή ανάρτηση θα καταθέσω μια ετυμολογική πρόταση για το θεωνύμιο Ἄρης, το όνομα του αρχαιοελληνικού θεού του πολέμου. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια αμφίσημη σχέση με αυτόν το θεό και αυτή η αμφισημία είναι αναμφίβολα προϊόν της πολιτισμικής τους εξέλιξης.

Ο Άρης και το alter ego του ο Ενυάλιος απαντούν ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β (A-re και E-nu-wa-ri-jo αντίστοιχα), άρα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και οι δύο θεότητες (που εν τέλει ταυτίστηκαν σε μία) ήταν παλιές ελληνικές θεότητες του πολέμου.

Ares-LinearB

Από την άλλη, οι Έλληνες μετέφεραν τα «ευγενή» χαρακτηριστικά του πολέμου (λ.χ. νίκη και τακτική/στρατηγική) στην Αθηνά, αφήνοντας στον Άρη τα απεχθή και «βάρβαρα» χαρακτηριστικά του πολέμου. Γι΄αυτό το λόγο ο Άρης καλείται «βροτολοιγός» = «ὀλεθρος/συμφορά των βροτών/θνητών» (το λοιγός = «καταστροφή, όλεθρος, συμφορά» είναι από την ΙΕ ρίζα *h3leig- «μειώνω ~ καταστρέφω», που έδωσε το μηδενόβαθμο ὀλίγος, λ.χ. αρμενικό ałkʿat = «φτωχός, μίζερος», αλβανικό lig = «κακός, άρρωστος, χειρότερος», λιθουανικό ligas = «κακός, χειρότερος», liga = «αρρώστια»).

Ο Ησύχιος κατέγραψε το επίθετο Θαύλιος/Θαῦλλος = «ὁ Ἄρης ἐν Μακεδονίᾳ». Ο όρος ανάγεται στο *dhh2us = «λύκος, αγρίμι» και είναι συγγενής με τους όρους θαῦνον = «θηρίο» και θαϝός > θαός > θώς = «τσακάλι». Δεν ξέρω κατά πόσο το Λακωνικό επίθετο του Άρη Θηρίτᾱς συνδέεται με το Θερσίτης (όπως προτείνει το LSJ, ερσ > ερρ > ηρ) και όχι με το θηρίον. Οι Θεσσαλοί-Βοιωτοί ονόμαζαν Θαύλιο τον Δία, τον οποίο λάτρευαν και ως Λαφύστιο (λαφύσσω = καταβροχθίζω, κατασπαράσσω).

Ares-Burkert

Thaulios

Όπως έγραψα παραπάνω, αυτή η διάκριση μεταξύ «ευγενών» και «απεχθών» χαρακτηριστικών του πολέμου είναι προϊόν της Ελληνικής πολιτισμικής εξέλιξης. Ο Θουκυδίδης μας θυμίζει ότι στο παρελθόν οι Έλληνες ήταν «ὁμοιότροποι» των βαρβάρων και ότι το δίπολο «Ἕλλην-βάρβαρος» κατασκευάστηκε σταδιακά με την υιοθέτηση ορισμένων «προοδευτικών» καινοτομικών συμπεριφορών που ξεχώρισε τους φορείς τους ως «Ἕλληνες» και διαφορετικούς από τους «βαρβάρους». Ο Αθηναίος ιστορικός δεν χάνει την ευκαιρία να μας υπενθυμίσει ότι οι Αθηναίοι πρωτοστάτησαν σε αυτά τα «βήματα προόδου».

[Θουκυδίδης, 1.6] πᾶσα γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἐσιδηροφόρει διὰ τὰς ἀφάρκτους τε οἰκήσεις καὶ οὐκ ἀσφαλεῖς παρ’ ἀλλήλους ἐφόδους, καὶ ξυνήθη τὴν δίαιταν μεθ’ ὅπλων ἐποιήσαντο ὥσπερ οἱ βάρβαροι. σημεῖον δ’ ἐστὶ ταῦτα τῆς Ἑλλάδος ἔτι οὕτω νεμόμενα τῶν ποτὲ καὶ ἐς πάντας ὁμοίων διαιτημάτων. Ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε λινοῦς ἐπαύσαντο φοροῦντες καὶ χρυσῶν τεττίγων ἐνέρσει κρωβύλον ἀναδούμενοι τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ τριχῶν· ἀφ’ οὗ καὶ Ἰώνων τοὺς πρεσβυτέρους κατὰ τὸ ξυγγενὲς ἐπὶ πολὺ αὕτη ἡ σκευὴ κατέσχεν. μετρίᾳ δ’ αὖ ἐσθῆτι καὶ ἐς τὸν νῦν τρόπον πρῶτοι Λακεδαιμόνιοι ἐχρήσαντο καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἱ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν. ἐγυμνώθησάν τε πρῶτοι καὶ ἐς τὸ φανερὸν ἀποδύντες λίπα μετὰ τοῦ γυμνάζεσθαι ἠλείψαντο· τὸ δὲ πάλαι καὶ ἐν τῷ Ὀλυμπικῷ ἀγῶνι διαζώματα ἔχοντες περὶ τὰ αἰδοῖα οἱ ἀθληταὶ ἠγωνίζοντο, καὶ οὐ πολλὰ ἔτη ἐπειδὴ πέπαυται. ἔτι δὲ καὶ ἐν τοῖς βαρβάροις ἔστιν οἷς νῦν, καὶ μάλιστα τοῖς Ἀσιανοῖς, πυγμῆς καὶ πάλης ἆθλα τίθεται, καὶ διεζωμένοι τοῦτο δρῶσιν. πολλὰ δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἀποδείξειε τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ διαιτώμενον.

Αυτή η Ελληνική «πρόοδος» φαίνεται ξεκάθαρα στην διαφορετική εκτίμηση του ίδιου γεγονότος σε δύο διαφορετικές εποχές. Στην Ιλιάδα, σε κάποια φάση ο Μενέλαος πιάνει τον Τρώα Άδρηστο και δεν ξέρει αν πρέπει να τον σκοτώσει ή να τον ζωγρήσει (= να τον πάρει ως ζωντανό αιχμάλωτο, για να ζητήσει αργότερα λύτρα). Ο Άδρηστος τον παρακαλεί να τον ζωγρήσει, υποσχόμενος ότι ο πατέρας του θα του προσφέρει «πολύκμητο χρυσό» (= που έχει επεξεργαστεί με πολύ κάματο) ως ἄποινα = «λύτρα». Εκεί όπου ο Μενέλαος είχε πειστεί να τον ζωγρήσει έρχεται ο αδελφός του Αγαμέμνων και «αἴσιμα παρειπών» (= μιλώντας «αίσιμα» = «δίκαια, ορθά, διορθωτικά, όπως αρμόζει», λ.χ. ο αρχαϊκός τίτλος αισιμνήτης ~ «εκλεγμένος διορθωτής προβληματικού καθεστώτος») του λέει να τον σκοτώσει, γιατί όλοι οι Τρώες, ακόμα και οι «κοῦροι» = βρέφη που βρίσκονται στις γαστέρες των μανάδων τους, πρέπει να σκοτωθούν και τα πτώματά τους να αφεθούν «ἄφαντα» (= ἄσημα = χωρίς σῆμα/μνῆμα) και ακήδεστα (χωρίς κανονική κηδεία)! Τελικά ο Μενέλαος πείθεται από τα λόγια του αδελφού του και παραδίδει τον Άδρηστο στον Αγαμέμνονα, ο οποίος τον σκοτώνει.

[ιλιάδα, 6.45-64]

Ἄδρηστος δ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα λαβὼν ἐλίσσετο γούνων·
ζώγρει Ἀτρέος υἱέ, σὺ δ᾽ ἄξια δέξαι ἄποινα·
πολλὰ δ᾽ ἐν ἀφνειοῦ πατρὸς κειμήλια κεῖται
χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος,
τῶν κέν τοι χαρίσαιτο πατὴρ ἀπερείσι᾽ ἄποινα

εἴ κεν ἐμὲ ζωὸν πεπύθοιτ᾽ ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.
Ὣς φάτο, τῷ δ᾽ ἄρα θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἔπειθε·
καὶ δή μιν τάχ᾽ ἔμελλε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν
δώσειν ᾧ θεράποντι καταξέμεν· ἀλλ᾽ Ἀγαμέμνων
ἀντίος ἦλθε θέων, καὶ ὁμοκλήσας ἔπος ηὔδα·

ὦ πέπον ὦ Μενέλαε, τί ἢ δὲ σὺ κήδεαι οὕτως
ἀνδρῶν; ἦ σοὶ ἄριστα πεποίηται κατὰ οἶκον
πρὸς Τρώων; τῶν μή τις ὑπεκφύγοι αἰπὺν ὄλεθρον
χεῖράς θ᾽ ἡμετέρας, μηδ᾽ ὅν τινα γαστέρι μήτηρ
κοῦρον ἐόντα φέροι, μηδ᾽ ὃς φύγοι, ἀλλ᾽ ἅμα πάντες

Ἰλίου ἐξαπολοίατ᾽ ἀκήδεστοι καὶ ἄφαντοι.
Ὣς εἰπὼν ἔτρεψεν ἀδελφειοῦ φρένας ἥρως
αἴσιμα παρειπών· ὃ δ᾽ ἀπὸ ἕθεν ὤσατο χειρὶ
ἥρω᾽ Ἄδρηστον· τὸν δὲ κρείων Ἀγαμέμνων
οὖτα κατὰ λαπάρην·

——

Κι ο Άδραστος του ‘πιασε τα γόνατα και τον παρακαλιόταν:
« Υγιέ του Ατρέα, ζωντάρι πιάσε με, και ξαγορά παράξια
δέξου απ᾿ τον κύρη μου᾿ στο σπίτι του μύρια αγαθά βρίσκονται,
χρυσάφι και χαλκός και σίδερο με κόπο δουλεμένο.
Αρίφνητα από τούτα θα ‘δινε για ξαγορά μου ο κύρης,

πως είμαι ζωντανός αν μάθαινε στ᾿ Αργίτικα καράβια.»
Είπε, και την καρδιά μαλάκωσε στου γιου του Ατρέα τα στήθη,
κι ότι λογάριαζε του ακράνη του να πει να τόνε πάρει
και να τον πάει στ᾿ Αργίτικα άρμενα, πετάχτη ξάφνου ομπρός του
γοργοτρεχάτος ο Αγαμέμνονας και λέει μαλώνοντας τον:
«Καημένε εσύ Μενέλαε, γνοιάζεσαι τόσο για τούτους τώρα;
Καλά μαθές σου το συγύρισαν οι Τρώες το σπιτικό σου!
Όχι, κανείς τους απ᾿ τα χέρια μας κι από το μαύρο Χάρο
να μη γλιτώσει, ουδ᾿ όποιο αγέννητο στης μάνας του τα σπλάχνα
κρυμμένο ακόμα αγόρι βρίσκεται, κι αυτό να μη γλιτώσει,

μον᾿ όλοι σύψυχοι άχναροι, άκλαφτοι μεσ᾿ απ᾿ την Τροία να σβήσουν!»
Είπε ο αντρειωμένος και μετάστρεψε τη γνώμη του αδερφού του,
σωστά μιλώντας· με το χέρι του τον Άδραστο αποδιώχνει
αμπώθοντάς τον κι ο Αγαμέμνονας ευτύς ο πρωταφέντης
πα στο λαγγόνι τον εχτύπησε και τον ξαπλώνει χάμω’
μετά, πατώντας τον, ανάσπασε το φράξινο κοντάρι.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Για τους ραψωδούς που τραγουδούσαν αυτή την σκηνή γύρω στο 800 π.Χ. η συμβουλή του Αγαμέμνονα είναι «αἴσιμη» = «διορθωτική, ορθή, σωστή, αρμόζουσα». Όμως τέσσερεις αιώνες αργότερα, όταν ο Θουκυδίδης περιγράφει την σφαγή άμαχων γυναικών και παιδιών στην Μυκαλησσό της Βοιωτίας από Θράκες μισθοφόρους, ο Αθηναίος ιστορικός προσθέτει πως το θρακικό γένος, όπως και όλα τα άλλα βάρβαρα γένη, είναι φονικότατο όταν αποθρασύνεται. Δηλαδή, η ίδια πράξη που για τους Ραψωδούς του ~800 π.Χ. θεωρείται «αίσιμη», για τον Θουκυδίδη που γράφει γύρω στο 400 π.Χ. είναι «βαρβαρική και φονικότατη αποθράσυνση».

[Θουκυδίδης, 7.29.4] ἐσπεσόντες δὲ οἱ Θρᾷκες ἐς τὴν Μυκαλησσὸν τάς τε οἰκίας καὶ τὰ ἱερὰ ἐπόρθουν καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐφόνευον φειδόμενοι οὔτε πρεσβυτέρας οὔτε νεωτέρας ἡλικίας, ἀλλὰ πάντας ἑξῆς, ὅτῳ ἐντύχοιεν, καὶ παῖδας καὶ γυναῖκας κτείνοντες, καὶ προσέτι καὶ ὑποζύγια καὶ ὅσα ἄλλα ἔμψυχα ἴδοιεν: τὸ γὰρ γένος τὸ τῶν Θρᾳκῶν ὁμοῖα τοῖς μάλιστα τοῦ βαρβαρικοῦ, ἐν ᾧ ἂν θαρσήσῃ, φονικώτατόν ἐστιν.

Αυτή η πράξη αρμόζει σε έναν «βροτολοιγό Άρη», αλλά όχι σε μια «ἄρεια Αθηνά», τουλάχιστον έτσι όπως την κατανοούσαν οι Έλληνες της κλασικής περιόδου. Όσο όμως πάμε προς τα πίσω τον χρόνο, οι δύο θεότητες του πολέμου «συγκλίνουν», ίσως όμως «ασυμπτωτικά».

Ο Ησίοδος γράφει για την Αθηνά στην Θεογονία:

[Θεογονία, 924-6]

αὐτὸς δ᾽ ἐκ κεφαλῆς γλαυκώπιδα Τριτογένειαν
δεινὴν ἐγρεκύδοιμον ἀγέστρατον Ἀτρυτώνην
πότνιαν, ᾗ κέλαδοί τε ἅδον πόλεμοί τε μάχαι τε,

ότι είναι «ἐγρεκύδοιμος» ~ «παροτρύνει/ξεσηκώνει τον λαό για μάχη», «ἀγέστρατος» = «άγει τους στρατιώτες» και  «χορταίνει/ικανοποιείται» (ἅδος= κορεσμός, ἅδην = χορταστικά) με φασαρίες, πολέμους και μάχες.

Από την άλλη, στην Ιλιάδα ο Δίας εξηγεί στον Άρη γιατί τον θεωρεί ως τον «έχθιστο» των θεών του Ολύμπου:

[Ιλιάδα, 5.888-894]

τὸν δ᾿ ἄρ᾿ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς.
μή τί μοι ἀλλοπρόσαλλε παρεζόμενος μινύριζε.

ἔχθιστος δέ μοί ἐσσι θεῶν οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν:
αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε.
μητρός τοι μένος ἐστὶν ἀάσχετον οὐκ ἐπιεικτὸν
Ἥρης: τὴν μὲν ἐγὼ σπουδῇ δάμνημ᾿ ἐπέεσσι:
τώ σ᾿ ὀί̈ω κείνης τάδε πάσχειν ἐννεσίῃσιν.

——

Κι είπεν ο Δίας ταυροκοιτώντας τον ο νεφελοστοιβάχτης:
«Τι μου ‘ρχεσαι κοντά, πεντάγνωμε, και κλαψουρίζεις τώρα;

Απ᾿ τους θεούς του Ολύμπου οχτρεύομαι πιο πάνω εσένα απ᾿ όλους’
τι πάντα πόλεμοι σου αρέσουνε, συνερισιές κι αμάχες.
Έχεις της μάνας σου το αλύγιστο που δε βαστιέται πείσμα,
της Ήρας, που μαλλιάζει η γλώσσα μου, μαζί μου ως να συγκλίνει.
Και τώρα εκείνη λέω πως σ᾿ έσπρωξε για να τραβήξεις τόσα.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Έχει την ίδια αγάπη για ερίδες, πολέμους και μάχες όπως και η Αθηνά κατά τον Ησίοδο, αλλά έχει και το «ἀάσχετον» (ανύποιστο, ανυπόφερτο, ανεπίσχετο, αμαιμάκετο) και «οὐκ ἐπιεικτόν» (απτόητο, ανένδοτο) μένος/πείσμα της μάνας του της Ήρας, ενώ η Αθηνά έχει μητέρα την Μήτιδα (μῆτις = σοφία, σκέψη, προσχεδιασμός).

Ο Άρης εμπλέκεται και σε έναν άλλο μύθο ως κρυφός εραστής της Αφροδίτης. Ο Δίας θέλοντας να ανταμείψει τον κουτσό (χωλός, Ἀμφιγυήεις, ἠπεδανός) και άσχημο Ήφαιστο για τα διάφορα «μερεμέτια» που έκανε στους Θεούς (όπλα, παλάτια, κοσμήματα), του έδωσε για γυναίκα την θεά του έρωτα Αφροδίτη, η οποία όμως είχε ως κρυφό εραστή τον «καλό» = όμορφο και ἀρτίποδα Άρη. Ο Ήλιος που βλέπει τα πάντα, ειδοποίησε τον Ήφαιστο για το «κέρατο» που έτρωγε και αυτός μετέτρεψε την κρεβοτοκάμαρα του σπιτιού του σε παγίδα με σιδερένια, «άρρηκτα και άλυτα» δεσμά που θα έπιανε στα πράσα τους δύο κρυφούς εραστές, και είπε στην Αφροδύτη ότι φεύγει στην Λήμνο. Αυτή δεν έχασε την ευκαιρία και κάλεσε αμέσως τον Άρη, ο οποίος δεν κατάφερε να επιδείξει την δεξιοτεχνία του Danny Devito στο “Twins” και πιάστηκε στα πράσα.

Ο Ήφαιστος κάλεσε όλους τους υπόλοιπους θεούς για να δούνε τους «λαθραίους» εραστές και είπε στον Δία ότι η κόρη που του έδωσε ήταν «καλή» = όμορφη, αλλά ήταν και «οὐκ ἐχέθυμος κυνῶπις» (= «ξεδιάντροπή σκύλα» που δεν μπορεί να ελέγξει το θυμικό της), και γι΄αυτό απαίτησε να πάρει πίσω τα ἕδνα που του είχε δώσει (= δώρα/αντίτιμο που κάποιος έδινε σε έναν πατέρα για να πάρει την κόρη του).

[Οδύσσεια, 8.265-320]

μαρμαρυγὰς θηεῖτο ποδῶν, θαύμαζε δὲ θυμῷ.
αὐτὰρ ὁ φορμίζων ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν
ἀμφ᾿ Ἄρεος φιλότητος εὐστεφάνου τ᾿ Ἀφροδίτης,
ὡς τὰ πρῶτα μίγησαν ἐν Ἡφαίστοιο δόμοισι
λάθρῃ, πολλὰ δ᾿ ἔδωκε, λέχος δ᾿ ᾔσχυνε καὶ εὐνὴν

Ἡφαίστοιο ἄνακτος. ἄφαρ δέ οἱ ἄγγελος ἦλθεν
Ἥλιος, ὅ σφ᾿ ἐνόησε μιγαζομένους φιλότητι.
Ἥφαιστος δ᾿ ὡς οὖν θυμαλγέα μῦθον ἄκουσε,
βῆ ῥ᾿ ἴμεν ἐς χαλκεῶνα κακὰ φρεσὶ βυσσοδομεύων,
ἐν δ᾿ ἔθετ᾿ ἀκμοθέτῳ μέγαν ἄκμονα, κόπτε δὲ δεσμοὺς

ἀρρήκτους ἀλύτους, ὄφρ᾿ ἔμπεδον αὖθι μένοιεν.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τεῦξε δόλον κεχολωμένος Ἄρει,
βῆ ῥ᾿ ἴμεν ἐς θάλαμον, ὅθι οἱ φίλα δέμνι᾿ ἔκειτο,
ἀμφὶ δ᾿ ἄρ᾿ ἑρμῖσιν χέε δέσματα κύκλῳ ἁπάντῃ:
πολλὰ δὲ καὶ καθύπερθε μελαθρόφιν ἐξεκέχυντο,

ύτ᾿ ἀράχνια λεπτά, τά γ᾿ οὔ κέ τις οὐδὲ ἴδοιτο,
οὐδὲ θεῶν μακάρων: πέρι γὰρ δολόεντα τέτυκτο.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα δόλον περὶ δέμνια χεῦεν,
εἴσατ᾿ ἴμεν ἐς Λῆμνον, ἐυκτίμενον πτολίεθρον,
ἥ οἱ γαιάων πολὺ φιλτάτη ἐστὶν ἁπασέων,

οὐδ᾿ ἀλαοσκοπιὴν εἶχε χρυσήνιος Ἄρης,
ὡς ἴδεν Ἥφαιστον κλυτοτέχνην νόσφι κιόντα:
βῆ δ᾿ ἰέναι πρὸς δῶμα περικλυτοῦ Ἡφαίστοιο
ἰσχανόων φιλότητος ἐυστεφάνου Κυθερείης.
ἡ δὲ νέον παρὰ πατρὸς ἐρισθενέος Κρονίωνος

ἐρχομένη κατ᾿ ἄρ᾿ ἕζεθ’: ὁ δ᾿ εἴσω δώματος ᾔει,
ἔν τ᾿ ἄρα οἱ φῦ χειρί, ἔπος τ᾿ ἔφατ᾿ ἔκ τ᾿ ὀνόμαζε:
«δεῦρο, φίλη, λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες:
οὐ γὰρ ἔθ᾿ Ἥφαιστος μεταδήμιος, ἀλλά που ἤδη
οἴχεται ἐς Λῆμνον μετὰ Σίντιας ἀγριοφώνους

ὣς φάτο, τῇ δ᾿ ἀσπαστὸν ἐείσατο κοιμηθῆναι.
τὼ δ᾿ ἐς δέμνια βάντε κατέδραθον: ἀμφὶ δὲ δεσμοὶ
τεχνήεντες ἔχυντο πολύφρονος Ἡφαίστοιο,
οὐδέ τι κινῆσαι μελέων ἦν οὐδ᾿ ἀναεῖραι.
καὶ τότε δὴ γίγνωσκον, ὅ τ᾿ οὐκέτι φυκτὰ πέλοντο.

ἀγχίμολον δέ σφ᾿ ἦλθε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις,
αὖτις ὑποστρέψας πρὶν Λήμνου γαῖαν ἱκέσθαι:
Ἠέλιος γάρ οἱ σκοπιὴν ἔχεν εἶπέ τε μῦθον.
βῆ δ᾿ ἴμεναι πρὸς δῶμα φίλον τετιημένος ἦτορ:
ἔστη δ᾿ ἐν προθύροισι, χόλος δέ μιν ἄγριος ᾕρει:

σμερδαλέον δ᾿ ἐβόησε, γέγωνέ τε πᾶσι θεοῖσιν:
«Ζεῦ πάτερ ἠδ᾿ ἄλλοι μάκαρες θεοὶ αἰὲν ἐόντες,
δεῦθ᾿, ἵνα ἔργα γελαστὰ καὶ οὐκ ἐπιεικτὰ ἴδησθε,
ὡς ἐμὲ χωλὸν ἐόντα Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη
αἰὲν ἀτιμάζει, φιλέει δ᾿ ἀίδηλον Ἄρηα,

οὕνεχ᾿ ὁ μὲν καλός τε καὶ ἀρτίπος, αὐτὰρ ἐγώ γε
ἠπεδανὸς γενόμην. ἀτὰρ οὔ τί μοι αἴτιος ἄλλος,
ἀλλὰ τοκῆε δύω, τὼ μὴ γείνασθαι ὄφελλον.
ἀλλ᾿ ὄψεσθ᾿, ἵνα τώ γε καθεύδετον ἐν φιλότητι
εἰς ἐμὰ δέμνια βάντες, ἐγὼ δ᾿ ὁρόων ἀκάχημαι,

οὐ μέν σφεας ἔτ᾿ ἔολπα μίνυνθά γε κειέμεν οὕτως
καὶ μάλα περ φιλέοντε: τάχ᾿ οὐκ ἐθελήσετον ἄμφω
εὕδειν: ἀλλά σφωε δόλος καὶ δεσμὸς ἐρύξει,
εἰς ὅ κέ μοι μάλα πάντα πατὴρ ἀποδῷσιν ἔεδνα,
ὅσσα οἱ ἐγγυάλιξα κυνώπιδος εἵνεκα κούρης,

οὕνεκά οἱ καλὴ θυγάτηρ, ἀτὰρ οὐκ ἐχέθυμος

Στη συνέχεια έρχονται και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι στην κρεβατοκάμαρα και οι μεν θεές δεν μπορούσαν να αντικρίσουν το αίσχος, ενώ οι θεοί αστειευόμενοι έλεγαν «για δες που ο κουτσός και βραδύς Ήφαιστος έπιασε τον ωκύτατο Άρη!» Στη συνέχεια ο Απόλλων ρωτάει τον Ερμή αν θα ήθελε να είναι στη θέση του Άρη αυτή τη στιγμή και ο δεύτερος απάντησε: «Αν είναι να ξαπλώσω με την χρυσή Αφροδίτη δεν λογαριάζω ούτε “τρὶς τόσσους ἀπείρονες δεσμούς” ούτε και όλους τους θεούς και τις θεές που θα με κοιτάνε!»

[Οδύσσεια, 8.321-343]

ὣς ἔφαθ᾿, οἱ δ᾿ ἀγέροντο θεοὶ ποτὶ χαλκοβατὲς δῶ:
ἦλθε Ποσειδάων γαιήοχος, ἦλθ᾿ ἐριούνης
Ἑρμείας, ἦλθεν δὲ ἄναξ ἑκάεργος Ἀπόλλων.
θηλύτεραι δὲ θεαὶ μένον αἰδοῖ οἴκοι ἑκάστη.

ἔσταν δ᾿ ἐν προθύροισι θεοί, δωτῆρες ἑάων:
ἄσβεστος δ᾿ ἄρ᾿ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσι
τέχνας εἰσορόωσι πολύφρονος Ἡφαίστοιο.
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον:
«οὐκ ἀρετᾷ κακὰ ἔργα: κιχάνει τοι βραδὺς ὠκύν,

ὡς καὶ νῦν Ἥφαιστος ἐὼν βραδὺς εἷλεν Ἄρηα
ὠκύτατόν περ ἐόντα θεῶν οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν,
χωλὸς ἐὼν τέχνῃσι: τὸ καὶ μοιχάγρι᾿ ὀφέλλει.»
ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον:
Ἑρμῆν δὲ προσέειπεν ἄναξ Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων:

«Ἑρμεία, Διὸς υἱέ, διάκτορε, δῶτορ ἑάων,
ἦ ῥά κεν ἐν δεσμοῖς ἐθέλοις κρατεροῖσι πιεσθεὶς
εὕδειν ἐν λέκτροισι παρὰ χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ;»
τὸν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα διάκτορος ἀργεϊφόντης:
«αἲ γὰρ τοῦτο γένοιτο, ἄναξ ἑκατηβόλ᾿ Ἄπολλον:

δεσμοὶ μὲν τρὶς τόσσοι ἀπείρονες ἀμφὶς ἔχοιεν,
ὑμεῖς δ᾿ εἰσορόῳτε θεοὶ πᾶσαί τε θέαιναι,
αὐτὰρ ἐγὼν εὕδοιμι παρὰ χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ.»
ὣς ἔφατ᾿, ἐν δὲ γέλως ὦρτ᾿ ἀθανάτοισι θεοῖσιν.

Γλωσσολογικά

Το θεωνύμιο Ἄρης δεν έχει γνωστή ετυμολογία ούτε σταθερή κλίση. Άλλοτε κλίνεται ως σιγμόληκτο (τοῦ Ἄρεος), άλλοτε με το «η» παγιωμένο (τοὺ Ἄρηος), ενώ στην αιολική διάλεκτο της Λέσβου, το θεωνύμιο απαντά στην μορφή Ἄρευς.

Πιστεύω πως η σιγμόληκτη κλίση είναι η παλαιότερη:

Ἄρης, τοῦ Ἄρεος, τῷ Ἄρει, τὸν Ἄρεα, ὦ Ἄρες (στην κλητική το /α/ είναι μακρό για λόγους εκφραστικού διπλασιασμού), όπως το ὁ Σωκράτης, τοῦ Σωκράτεος ~ Σωκράτους, τῷ Σωκράτει, τὸν Σωκράτεα ~ Σωκράτη, ὦ Σώκρατες.

Άρα πίσω από το όνομα Ἄρης < Ἄρεσ-ς (~ Σωκράτης < Σαϝο-κράτεσ-ς < κράτος) πρέπει να κρύβεται ένα σιγμόληκτο ουδέτερο **ἄρος = «καταστροφή, πόλεμος».

Ο τρόπος με τον οποίο το θεωνύμιο σχημάτισε παράγωγο επίθετο (*ares-yos > *arehyos > ἄρειος) και σύνθετα είναι επίσης ενδεικτικός σιγμόληκτης ρίζας:

*ares-i- > *areh-i- > ἀρει- στα ἀρείτολμος, ἀρείφατος, ἀρειμανής ,

όπως λ.χ. το *h3eres- > ὄρος με σύνθετα σε *ores-i- > *oreh-i- > ὁρει- όπως ὀρείχαλκος, ὀρειβάτης, ὀρείτης κλπ.

Η απόλυτη βεβαιότητα για την ύπαρξη του σιγμόληκτου ουδέτερου **ἄρος θα προέκυπτε αν υπήρχαν σύνθετα σε **ἀρεσ-, όπως το ὀρεσ- στα ὀρέσβιος και Ὀρέστης. Βέβαια η κλίση και τα σύνθετα σε ἀρει- νομίζω ότι είναι καλές ενδείξεις για την ύπαρξη αυτού του ουδετέρου.

Το ουσιαστικό **ἄρος εν τέλει συγχωνεύτηκε τελείως με το παράγωγο θεωνύμιο Ἄρης, με αποτέλεσμα το ουσιαστικό «Ἄρης» = ἄρης να σημαίνει και την ίδια «μάχη» και, ενίοτε, τον όλεθρο/σφαγή (λ.χ. λιθόλευστος Ἄρης = θάνατος με λιθοβολισμό).

[Ιλιάδα, 2.380-401]

Τρωσὶν ἀνάβλησις κακοῦ ἔσσεται οὐδ᾽ ἠβαιόν.
Νῦν δ᾽ ἔρχεσθ᾽ ἐπὶ δεῖπνον ἵνα ξυνάγωμεν Ἄρηα.
Εὖ μέν τις δόρυ θηξάσθω, εὖ δ᾽ ἀσπίδα θέσθω,
εὖ δέ τις ἵπποισιν δεῖπνον δότω ὠκυπόδεσσιν,
εὖ δέ τις ἅρματος ἀμφὶς ἰδὼν πολέμοιο μεδέσθω,

ὥς κε πανημέριοι στυγερῷ κρινώμεθ᾽ Ἄρηϊ.
Οὐ γὰρ παυσωλή γε μετέσσεται οὐδ᾽ ἠβαιὸν
εἰ μὴ νὺξ ἐλθοῦσα διακρινέει μένος ἀνδρῶν.
Ἱδρώσει μέν τευ τελαμὼν ἀμφὶ στήθεσφιν
ἀσπίδος ἀμφιβρότης, περὶ δ᾽ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται·

[…]

Ἄλλος δ᾽ ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων
εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος.

——

οι Τρώες ουδέ στιγμή από πάνω τους τη συφορά να διώξουν.
Μα συρτέ τώρα, γιοματίσετε, στη μάχη για να μπούμε.
Καλά ακονίστε τα κοντάρια σας, καλά και τα σκουτάρια
γνοιαστείτε τα, καλά και στα γοργά φαριά να φανέ δώστε,
καλά τ᾿ αμάξια σας κοιτάχτε τα, για πόλεμο σιαχτείτε,
ολημερίς ν᾿ αντροπαλέψουμε σε φρενιασμένο αγώνα᾿
τι αναπαμό δεν είναι να ‘χουμε καθόλου, ουδέ μιας ώρας,
ως να χωρίσει η νύχτα πέφτοντας τα λυσσασμένα ασκέρια.
θα ιδρώσει το λουρί στο στήθος μας του σκουταριού, που σκέπει
τους άντρες᾿ στο κοντάρι ολόγυρα το χέρι θ᾿ αποστάσει,

[…]

Κι έσφαζεν άλλος σε άλλο αθάνατο θεό, παρακαλώντας
να τον γλιτώσει από τα κίντυνα της μάχης κι απ᾿ το Χάρο.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Στα παραπάνω χωρία, «Ἄρης» = ἄρης = «μάχη, αναμέτρηση». Παλαιότερη Ελληνική, ίσως να χρησιμοποιούνταν το ουσιαστικό ἄρος = «μάχη, σφαγή» γι΄αυτές τις σημασίες του θεωνυμίου Ἄρης.

Μπορούμε να πούμε κάτι για την ετυμολογία της σιγμόληκτης ρίζας ares-;

Υπάρχει η ρηματική ρίζα *h2erH- = «καταστρέφω» που έδωσε το σλαβικό ρήμα oriti = «καταστρέφω» (λ.χ. raz-oriti) και το παράγωγο ουσιαστικό *h2erH-tis > *artis > πρωτοσλαβικό *ortĭ > παλαιοσλαβωνικό ratĭ > σερβοκροατικό rat = «πόλεμος» !!!

Από αυτήν την ρίζα μπορούμε να φτιάξουμε το σιγμόληκτο ουδέτερο *h2erH-es- > *aros = ἄρος, το οποίο έδωσε σαν παράγωγο το θεωνύμιο *h2erHes-s > *ares-s > Arēs = Ἄρης, όπως ακριβώς το σιγμόληκτο ουδέτερο κράτος έδωσε τα επίθετα σε -κρατής και τα ανθρωπωνύμια σε -κράτης.

h2erH

Αντίθετα με το ελληνικό θεωνύμιο Ἄρης που δεν έχει κανέναν εμφανή συγγενή στα πάνθεα των άλλων ΙΕ γλωσσών, ο λατινικός θεός του πολέμου Mārs/Mārtem (> Mārtius > Μάρτιος, March κλπ = ο μήνας του Mārs) ίσως να σχετίζεται με τους βεδικούς Marutàs (θεότητες του πολέμου, ακόλουθοι του Ινδικού θεού του Κεραυνού και του πολέμου Indra).

Η παλαιότερη ποικιλία του λατινικού θεωνυμίου Mārs είναι Māvors κα στις οσκανικές γλώσσες της Ιταλίας Māmers.

Αν ο πρωτοϊταλικός τύπος ήταν ο τύπος Māwort- τότε μπορεί να προταθεί μια συσχέτιση με τους Marutàs και ο οσκανικός τύπος μπορεί να ιδωθεί ως προϊόν αφομοίωσης m..w > m..m. Αν πάλι ο πρωτοϊταλικός τύπος ήταν Māmort- τότε δεν μπορεί να συσχετιστεί με τους βεδικούς Marutàs, αλλά ίσως μπορεί να συσχετιστεί με το ελληνικό διπλασιασμένο μέρμερος = ολέθριος (*mer- «πεθαίνω», αν υποθέσουμε ότι χάθηκε ένα /r/ με αναπληρωματική έκταση λόγω ρωτικής ανομοίωσης, όπως λ.χ. χρονδρός > χονδρός και δρύφρακτος > δρύφακτος). Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση, ο λατινικός τύπος μπορεί να ιδωθεί ως προϊόν ανομοίωσης m..m > m..w.

*mor-mor-t- > *mōmort- > *mōwort- > Māwort- με *ōw>āw όπως στο octāvus

octavus

Οι Mallory-Adams παραθέτουν με επιφύλαξη την ετυμολογική συσχέτιση *Māwort- Mārs ~ Marutàs, προειδοποιώντας όμως ότι ο αριθμός των μη αναμενόμενων φωνολογικών τροπών που πρέπει να γίνει παραδεχτός ειδικά στον Βεδικό όρο είναι μεγαλύτερος απ΄όσο είναι έτοιμοι να παραδεχτούν οι περισσότεροι γλωσσολόγοι.

mawort

6 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα