Tag Archives: Παίονες

Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #1

Η σημερινή ανάρτηση είναι η πρώτη της σειράς που έχει ως θέμα την ιστορία της Παννονίας και των κατοίκων της μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση και την ίδρυση της ρωμαϊκής επαρχίας Παννονίας. Σε αυτήν την πρώτη ανάρτηση θα παραθέσω μερικά γενικά εθνογλωσσικά θέματα και στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω την ιστορία της Παννονίας από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα (όταν αρχίζει ο κελτικός εποικισμός της περιοχής) ως τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν μονιμοποιήθηκε οριστικά ο ρωμαϊκός έλεγχος στην περιοχή. Continue reading

Advertisements

8 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Οι Παίονες και η γλώσσα τους #2: γλωσσολογικά

Έχοντας κατά νου όσα περιγράφτηκαν στην πρώτη ανάρτηση, μπορούμε να περάσουμε στα εθνογλωσσικά. Η μελέτη της Παιονικής γλώσσας είναι σίγουρα ο εφιάλτης κάθε γλωσσολόγου. Από την μια, το διαθέσιμο υλικό είναι απελπιστικά ισχνό και, από την άλλη, δεν υπάρχει κάποιος ασφαλής τρόπος για να διαχωρίσουμε το «γνήσιο» παιονικό υλικό από ενδεχόμενες «νοθεύσεις» από τις γειτονικές γλώσσες (κυρίως Ελληνική και Δακο-Θρακική, αλλά θεωρητικά και Ιλλυρική).

Στην αγγλική βικιπαίδεια θα βρείτε κάτι απαρχαιωμένες αναφορές στην ενδεχόμενη «Θρακο-Ιλλυρική» φύση της Παιονικής γλώσσας. Τέτοιες περιγραφές όχι μόνον είναι γλωσσολογικά άτοπες (όροι όπως «Θρακο-Ιλλυρικός» και «Θρακο-Φρυγικός» είναι τόσο άστοχοι γλωσσολογικά όσο ο όρος «Κελτο-Γερμανικός»), αλλά κυριολεκτικά βιάζουν όλη την αρχαία γραμματεία. Ό,τι κι αν ήταν αυτή η μυστήρια Παιονική γλώσσα, οι αρχαίες πηγές είναι ξεκάθαρες στο ότι οι Παίονες δεν ήταν ούτε Θράκες ούτε Ιλλυριοί. Όποιος αποφασίσει να διερευνήσει την Παιονική γλώσσα πρέπει να έχει κατά νου ότι για όλους τους αρχαίους συγγραφείς οι Παίονες έχουν την δική τους αυτόνομη υπόσταση και διαχωρίζονται ξεκάθαρα και από τους Θράκες και από τους Ιλλυριούς και από τους Δαρδάνους και από τους Μακεδόνες. Η ιδέα ότι πρέπει να ήταν ή Ιλλυριοί ή Θράκες ή «Θρακο-Ιλλυρικό» μείγμα ανάγεται στην απαρχαιωμένη πεποίθηση ότι στα αρχαία Βαλκάνια πάνω από τους Έλληνες υπήρχαν μόνο δύο εθνογλωσσικές ομάδες: οι «Θράκες» και οι «Ιλλυριοί».

Επομένως, πριν περάσουμε στα γλωσσολογικά καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε την αυτόνομη υπόσταση των Παιόνων ως εθνοτική κατηγορία ως προς τους γείτονές τους.

Β. Εθνολογικά

1) Στην επιγραφή της αντιφιλιππικής συμμαχίας γίνεται ξεκάθαρο ότι πέρα από τους Αθηναίους υπάρχουν τρεις άλλες εθνοτικές ομάδες: Θράκες, Ιλλυριοί και Παίονες.

[…] συμμαχία Ἀθηναίων πρὸς Κετρίποριν τὸν Θρᾷκα καὶ τοῦς ἀδελφοὺς καὶ πρὸς Λύππειον τὸν Παίονα καὶ πρὸς Γράβον τὸν Ἰλλυριὸν.

antiphilippike

2) Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει ότι μία από τις πρώτες επιτυχίες του Φιλίππου Β΄ ήταν πως νίκησε τους Παίονες καταφέρνοντας να τους κάνει υποτελείς στους Μακεδόνες. Τα ακριβή του λόγια είναι σημαντικά:

[Διόδωρος, 16.4.2] ἀπολυθεὶς δὲ τοῦ πρὸς Ἀθηναίους πολέμου καὶ πυνθανόμενος τὸν βασιλέα τῶν Παιόνων Ἆγιν τετελευτηκέναι ὑπέλαβε καιρὸν ἔχειν ἐπιθέσθαι τοῖς Παίοσιν. στρατεύσας οὖν εἰς τὴν Παιονίαν καὶ παρατάξει τοὺς βαρβάρους νικήσας ἠνάγκασε τὸ ἔθνος πειθαρχεῖν τοῖς Μακεδόσιν.

Έχοντας ξεμπερδέψει με τους Αθηναίους που προσπάθησαν να κάνουν ένα πραξικόπημα κατά του Φιλίππου υποστηρίζοντας έναν αντεκδικητή του θρόνου, ο Φίλιππος εισέβαλε στην Παιονία όπου βασίλευε ο Άγις και επιτέθηκε στους Παίονες, νικώντας τους σε μάχη και αναγκάζοντας αυτό το «βάρβαρο έθνος» να πειθαρχήσει στους Μακεδόνες.

Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να δηλωθεί πιο ξεκάθαρα η εθνοτική διάκριση Μακεδόνων και Παιόνων. Οι Παίονες ως προς τους Μακεδόνες είναι και «βάρβαροι» και «έθνος» (σημασία 2b = βάρβαρος μη ελληνικός πληθυσμός).

3) Από τον Διόδωρο πάντα μαθαίνουμε ότι οι βασιλείς των τριών λαών (Θράκες, Παίονες, Ιλλυριοί) που γειτόνευαν με τους Μακεδόνες συμμάχησαν εναντίον του, αλλά ο Φίλιππος τους κατανίκησε και τους ανάγκασε να συμμαχήσουν με τους Μακεδόνες.

[16.22.3] κατὰ δὲ τὴν Μακεδονίαν τρεῖς βασιλεῖς συνέστησαν ἐπὶ τὸν Φίλιππον, ὅ τε τῶν Θρᾳκῶν καὶ Παιόνων καὶ Ἰλλυριῶν. οὗτοι γὰρ ὄντες ὅμοροι τοῖς Μακεδόσι καὶ τὴν αὔξησιν ὑφορώμενοι τοῦ Φιλίππου καθ᾽ ἑαυτοὺς μὲν οὐκ ἦσαν ἀξιόμαχοι προηττημένοι, κοινῇ δὲ πολεμοῦντες ὑπέλαβον ῥᾳδίως αὐτοῦ περιέσεσθαι. διόπερ ἀθροιζόντων τὰς δυνάμεις ἐπιφανεὶς ἀσυντάκτοις καὶ καταπληξάμενος ἠνάγκασε προσθέσθαι τοῖς Μακεδόσιν.

3) Ο Αρριανός στην «Ανάβαση του Αλεξάνδρου», παραθέτει τα λόγια του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς τους στρατιώτες πριν από την μάχη με τους Πέρσες:

[2.7] Ὁ δὲ συγκαλέσας στρατηγούς τε καὶ ἰλάρχας καὶ τῶν ξυμμάχων τοὺς ἡγεμόνας παρεκάλει θαῤῥεῖν μὲν ἐκ τῶν ἤδη σφίσι καλῶς κεκινδυνευμένων καὶ ὅτι πρὸς νενικημένους ὁ ἀγὼν νενικηκόσιν αὐτοῖς ἔσται καὶ ὅτι ὁ θεὸς ὑπὲρ σφῶν στρατηγεῖ ἄμεινον, ἐπὶ νοῦν Δαρείῳ ἀγαγὼν καθεῖρξαι τὴν δύναμιν ἐκ τῆς εὐρυχωρίας ἐς τὰ στενόπορα, ἵνα σφίσι μὲν ξύμμετρον τὸ χωρίον ἀναπτύξαι τὴν φάλαγγα, τοῖς δὲ ἀχρεῖον τὸ πλῆθος [ὅτι] ἔσται τῇ μάχῃ, οὔτε τὰ σώματα οὔτε τὰς γνώμας παραπλησίοις. Μακεδόνας τε γὰρ Πέρσαις καὶ Μήδοις, ἐκ πάνυ πολλοῦ τρυφῶσιν, αὐτοὺς ἐν τοῖς πόνοις τοῖς πολεμικοῖς πάλαι ἤδη μετὰ κινδύνων ἀσκουμένους, ἄλλως τε καὶ δούλοις ἀνθρώποις ἐλευθέρους, εἰς χεῖρας ἥξειν. ὅσοι τε Ἕλληνες Ἕλλησιν, οὐχ ὑπὲρ τῶν αὐτῶν μαχεῖσθαι, ἀλλὰ τοὺς μὲν ξὺν Δαρείῳ ἐπὶ μισθῷ καὶ οὐδὲ τούτῳ πολλῷ κινδυνεύοντας, τοὺς δὲ ξὺν σφίσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἑκόντας ἀμυνομένους. βαρβάρων τε αὖ Θρᾷκας καὶ Παίονας καὶ Ἰλλυριοὺς καὶ Ἀγριᾶνας τοὺς εὐρωστοτάτους τε τῶν κατὰ τὴν Εὐρώπην καὶ μαχιμωτάτους πρὸς τὰ ἀπονώτατά τε καὶ μαλακώτατα τῆς Ἀσίας γένη ἀντιτάξεσθαι.

Έχουμε μια τυπική τριχοτόμηση της ανθρωπότητας σε Μακεδόνες, Έλληνες και βαρβάρους που την έχω περιγράψει σε παλαιότερη σειρά αναρτήσεων.

Ο Αλέξανδρος, μιλώντας στους Μακεδόνες, λέει πως είναι ελεύθεροι και σκληραγωγημένοι, ενώ οι Πέρσες και οι Μήδοι που θ΄αντιμετωπίσουν είναι δούλοι και «τρυφεροί». Μιλώντας σε όσους Ἐλληνες θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους Ἐλληνες μισθοφόρους των Περσών (ὅσοι τε Ἕλληνες Ἕλλησιν), τους υπενθυμίζει ότι αυτοί μάχονται «ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος», ενώ οι άλλοι μάχονται «Δαρείῳ ἐπὶ μισθῷ». Τέλος, μιλώντας στα βάρβαρα στρατεύματά του (Θράκες, Παίονες, Ιλλυριοί και Αγριάνες) υπενθυμίζει σε αυτά ότι είναι οι «ευρωστότατοι και μαχιμότατοι της Ευρώπης», ενώ οι αντίπαλοί τους είναι τα «ἀπονώτατα τε καὶ μαλακώτατα τῆς Ἀσίας γένη».

Ξανά η εθνοτική κατηγορία «Παίονες» διακρίνεται ξεκάθαρα από τις εθνοτικές κατηγορίες «Μακεδόνες», «Θράκες», «Ιλλυριοί» και, περιέργως, από τους «Αγριάνες» και, επιπλέον, θεωρείται «βάρβαρη» ως προς τις κατηγορίες «Μακεδόνες» και «Έλληνες». Γράφω περιέργως για τους Αγριάνες γιατί γνωρίζουμε ότι ήταν έθνος Παιονικό, αλλά είχε τον δικό του βασιλικό οίκο και αυτό τους ξεχώριζε από τους κυρίως Παίονες, όπως εξάλλου το χωρίο ξεχωρίζει τους Μακεδόνες από τους κυρίως Έλληνες.

4) Ο Στράβωνας περιγράφοντας την Δαρδανική (χώρα) όπου κατοικούσαν οι «Δαρδανιάται» λέει πως αυτή συνόρευε στα δυτικά με τα διάφορα παράλια Ιλλυρικά φύλα, στα νοτιοδυτικά με τα «Μακεδονικὰ ἔθνη» (της Πελαγονίας), στα νοτιοανατολικά με τα «Παιονικὰ ἔθνη» (της κοιλάδας του άνω Αξιού) και στα ανατολικά με το Θρακικό έθνος των Μαίδων.

[Στρ. 7.5.7] μετὰ δ᾽ οὖν τὴν τῶν Ἀρδιαίων καὶ Πληραίων παραλίαν ὁ Ῥιζονικὸς κόλπος ἐστὶ καὶ Ῥίζων πόλις καὶ ἄλλα πολίχνια, καὶ Δρίλων ποταμὸς ἀνάπλουν ἔχων πρὸς ἕω μέχρι τῆς Δαρδανικῆς, ἣ συνάπτει τοῖς Μακεδονικοῖς ἔθνεσι καὶ τοῖς Παιονικοῖς πρὸς μεσημβρίαν, καθάπερ καὶ οἱ Αὐταριᾶται καὶ Δασαρήτιοι, ἄλλοι κατ᾽ ἄλλα μέρη συνεχεῖς ἀλλήλοις ὄντες καὶ τοῖς Αὐταριάταις. τῶν δὲ Δαρδανιατῶν εἰσι καὶ οἱ Γαλάβριοι, παρ᾽ οἷς   …  πόλις ἀρχαία, καὶ οἱ Θουνάται, οἳ Μαίδοις ἔθνει Θρᾳκίῳ πρὸς ἕω συνάπτουσιν.

Νομίζω πως αυτά τα χωρία αρκούν για να δείξουν ότι οι Παίονες αποτελούσαν αυτόνομη εθνοτική κατηγορία στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Όπως είπα στην προηγούμενη ανάρτηση, ο μόνος λαός με τον οποίο συνδέονται στις παραδόσεις οι Παίονες ήταν οι Φρύγες αν και υπήρχε διαφωνία σχετικά με το αν οι Παίονες ήταν «άποικοι» ή «αρχηγέτες» (= μητροπολιτικός πληθυσμός) των Φρυγών.

[Στράβων, 7.38] τοὺς δὲ Παίονας οἱ μὲν ἀποίκους Φρυγῶν οἱ δ᾽ ἀρχηγέτας ἀποφαίνουσι, καὶ τὴν Παιονίαν μέχρι Πελαγονίας καὶ Πιερίας ἐκτετάσθαι φασί: καλεῖσθαι δὲ πρότερον Ὀρεστίαν τὴν Πελαγονίαν, τὸν δὲ Ἀστεροπαῖον, ἕνα τῶν ἐκ Παιονίας στρατευσάντων ἐπ᾽ Ἴλιον ἡγεμόνων, οὐκ ἀπεικότως υἱὸν λέγεσθαι Πηλεγόνος, καὶ αὐτοὺς τοὺς Παίονας καλεῖσθαι Πελαγόνας.

Έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση, τόσο τις παραδόσεις για την Φρυγική μετανάστευση από τα Βαλκάνια στην Μικρά Ασία όσο και τις μαρτυρίες για τα Φρυγικά βαλκανικά κατάλοιπα. Εδώ απλώς θα πω ότι, σύμφωνα με την αρχαιολογική ερμηνεία του Hammond (Φρύγες = φορείς του πολιτισμού Lausitz στα ΝΔ Βαλκάνια), οι Φρύγες εξαπλώθηκαν στην δυτική Μακεδονία και την νότια Ιλλυρίδα γύρω στο 1200 π.Χ., ξεκινώντας από την κοιλάδα του μέσου Αξιού, δηλαδή από την περιοχή που αργότερα είναι η καρδιά της Παιονίας. Η εξάπλωση τους, πάντα σύμφωνα με τον Hammond, δημιούργησε την πίεση που οδήγησε στο μεταναστευτικό φαινόμενο που ονομάζουμε «Κάθοδο των Δωριέων».

Hammond-Lausitz

Lausitz

Ας περάσουμε τώρα στο γλωσσολογικό μέρος.

Γ. Γλωσσολογικά

Όπως είπα και στην αρχή της ανάρτησης, η διερεύνηση της Παιονικής γλώσσας είναι αναμφίβολα ο εφιάλτης κάθε γλωσσολόγου. Το υλικό είναι απελπιστικά ισχνό και σχεδόν πάντα πρέπει να εγρηγορούμε για την περίπτωση ελληνικής ή θρακικής λεξιλογικής «νοθεύσεως».

Το ισχνό υλικό που έχουμε στην διάθεσή μας έγκειται κυρίως σε τοπωνύμια, εθνωνύμια και ανθρωπωνύμια προερχόμενα από τις περιοχές που ήταν παιονικές κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα και έπειτα και από αυτές που είχαν υπάρξει παιονικές στο παρελθόν, όπως λ.χ. η Μακεδονία ανατολικά του Αξιού.

Πολύ σπάνια μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια στέρεα συμπεράσματα, γιατί στις περισσότερες φωνολογικές εξελίξεις υπάρχουν αντικρουόμενες ενδείξεις.

1) Η μοίρα του ΠΙΕ *o.

Η Παιονική διατήρησε αυτούσιο το ΠΙΕ *o (όπως η Ελληνική και η Φρυγική) ή έκανε την τροπή *o>a (όπως η Δακο-Θρακική και η Ιλλυρική);

Για να καταλάβετε πόσο αντικρουόμενα είναι τα δεδομένα θα αναφέρω δύο αφοπλιστικά παραδείγματα. Στην Ιλιάδα, μία από τις γυναίκες του Πριάμου είναι η Καστιάνειρα από την Αἰσύμη του Παγγαίου. Στον Θουκυδίδη και σε άλλες μεταγενέστερες πηγές, το τοπωνύμιο αυτό απαντά ως Οἰσύμη.

Oisyme

Το άλλο παράδειγμα είναι το όνομα του βασιλια των Αγριανών Λάγγαρος που στους γειτονικούς Δαρδάνους απαντά ως Λόγγαρος. Από αυτά που γνωρίζουμε, θα περιμέναμε να βρίσκαμε τον τύπο Λάγγαρος στους Δαρδάνους, βέβαια δεν αποκλείεται να έχει συμβεί το σενάριο αμοιβαίου δανεισμού, όπου ο Δάρδανος Λόγγαρος έχει παιονικό όνομα και ο Αγριάνας Λάγγαρος Δακο-Θρακικό.

Μπορούμε να ετυμολογήσουμε το όνομα Λάγγαρος/Λόγγαρος ως «Ψηλός» από την ΙΕ ρίζα *dl.h1(n)ghos που έχει δώσει το ελληνικό *δoλχός > δoλιχός, το λατινικό longus, το σανσκριτικό dīrgha, το πρωτο-γερμανικό *langaz κλπ, όπως μπορούμε επίσης να το ετυμολογήσουμε ως «Αιχμητής» (*longh- > λόγχη ~ lancea, ίσως εν τέλει από την ίδια ΙΕ ρίζα με τον δολιχό, λ.χ. δολιχόσκιον ἔγχος = δόρυ με μακρά σκιά).

Εκτός από τα ζεύγη Αἰσύμη/Οἰσύμη και Λάγγαρος/Λόγγαρος υπάρχει και ένα τρίτο. Η ΙΕ ρίζα για το ξύλο/δένδρο είναι *doru- > δόρυ που έχει και την μηδενόβαθμη μορφή *druh2s > δρῦς. Στην Μικρά Ασία βρίσκουμε το μάλλον φρυγικό τοπωνύμιο Δορύλαιον ~ «δάσος, βελανιδότοπος» και στα μακεδονικά λήμματα του Ησυχίου τον όρο δάρυλλος = δρῦς. Στην περίπτωση της Μακεδονικής έχουμε πάμπολλα παραδείγματα που δείχνουν IE *o>o λ.χ. *skeh1-id- > *skoh1-id- > σκοῖδος ~ ταμίας, *skh1-id- > σχίζω ~ τέμνω, *loid- «λάσπη» (λ.χ. αλβανικό *laida > ledh) > Λοιδίᾱς > Λυδίᾱς ~ Λουδίᾱς, *lonkos (λ.χ. παλαιοσλαβωνικό lǫkŭ ~ λιθουανικό lankus) > *Λόγκος > Λύγκος/Λυγκηστίς ~ «ποταμόρρυτη κοιλάδα», με μεταγενέστερη τροπή on > un που είναι τυπική τόσο της Φρυγικής (avtun,kakun ~ αὐτόν, κακόν) όσο και των Αρκαδο-Αιολικών διαλέκτων, λ.χ. αρκαδο-αιολικό στόμα > στύμα, αρκαδο-κυπριακό ἀνά > ὀν- > ν-, αρκαδο-αιολικό ὅμοιος > μοιος κλπ).

Άντε τώρα εμείς να εξακριβώσουμε την μοίρα του ΠΙΕ *o στην Παιονική όταν αυτή η πρακτικά άγνωστη γλώσσα μιλιόταν εντός του τριγώνου που σχηματίζουν τα ζεύγη Αἰσύμη/Οἰσύμη, Λάγγαρος/Λόγγαρος, Δορύλαιον~δόρυ/δάρυλλος που αναφέρα.

Υπάρχουν δύο όροι που φαίνεται να δείχνουν IE *o>o.

Ο Αριστοτέλης λέει ότι οι Παίονες χρησιμοποιούσαν τον όρο «μόναπος» για τον βόνασο (= βίσονας με μεγάλη χαίτη). Υπάρχει και η ποικιλία μόνωψ. Αν το μον- του όρου είναι από το ΙΕ *men- «προεξέχω» που έδωσε την πρωτο-γερμανική «χαίτη» *mon- > *ma (λ.χ. αγγλικό mane) τότε έχουμε την διατήρηση *mon- > mon-.

O Αριστοτέλης πάντα μας πληροφορεί για το ποταμωνύμιο Πόντος (Στρωμνιτσιώτης;) στην χώρα των Μαίδων και των Σιντών που, όπως έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, κάποτε κατοικούνταν από Παίονες. Υπάρχει μια πολύ καλή ετυμολογική πρόταση από την επαυξημένη ρίζα *pοn-k-tos (*pen- «νερό», λ.χ. μηδενόβαθμο πρωτογερμανικό *pn.k-t-yos > *funhtijaz = «υγρός, λασπωμένος»), αλλά αν την δεχτούμε τότε το υδρωνύμιο δεν μπορεί να είναι Θρακικό επειδή ο Δακο-Θρακικός κλάδος έχει κάνει την τροπή *o>a (λ.χ. *swobhodyos > Σαβάζιος ~ Διόνυσος Ελευθέριος ~ σλαβ. svoboda). Πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε το υδρωνύμιο παιονικό.

penk

Όσον αφορά την απώλεια του /k/ στο *ponktos > Πόντος αυτό είναι κάτι που δεν μας εκπλήσσει αν σκεφτούμε ότι η Αλβανική και το ρουμανικό υπόστρωμα (ενδεικτικά του Δακο-Θρακικού κλάδου) δείχνουν απλοποίηση *kt>t (λ.χ. *nokwtis > *naktis > natë , *k’uk-teh2 > *tsukta > ciută) και στις φρυγικές επιγραφές απαντά ο όρος otuwoi wetei = «ὀγδόῳ ἔτει» ~ λατινικό octāvus = «όγδοος» (κτώ).

otuwoi

Από την άλλη, υπάρχει ένα ανθρωπωνύμιο που ίσως δείχνει *o>a.

Είναι το ανθρωπωνύμιο Αὐδωλέων (Παίονας βασιλιάς) που πρέπει να συγκριθεί με την κόρη του Δαρδάνου Βαρδύλλεως Αὐδάτη.

Audoleon

Αν το μόρφημα Αὐδ- αυτών των ανθρωπωνύμιων ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *(H)ou(H)dh- «πλούτος, αφθονία» (λ.χ. οὖθαρ = μαστός με άφθονο γάλα) τότε τα ονόματα αυτά είναι συγγενή των γερμανικών ονομάτων με πρώτο συνθετικό το πρωτο-γερμανικό *auða- (λ.χ. τα αγγλικά Edward, Edmond, το γερμανικό Otto ~ Όθων και το όνομα Ὀδόακρος/Odovacer < *auða-wakraz < IE *(H)oudho-wog’ros = «πλούσιος σε όπλα» κατά τον Calvert Watkins).

Odoacer

Φυσικά, από τη στιγμή που το θέμα του ονόματος απαντά και σε Δαρδανίδα πριγκήπισσα πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο το όνομα Aὐδωλέων είναι «γνήσιο» Παιονικό.

Υπάρχουν ένα σωρό άλλες θεωρητικά δυνατές ετυμολογίες για το θέμα Αὐδ-, αλλά δεν πρόκειται να χάσω χρόνο γιατί δεν πρόκειται να καταλήξουμε σε κάποια ετυμολογία πιθανότερη από τις άλλες.

2) Centum ή Satem;

Ξανά υπάρχουν αντικρουόμενες ενδείξεις. Υπάρχουν δύο όροι που δείχνουν ότι η Παιονική ήταν γλώσσα τύπου centum (όπως η Ελληνική και η Φρυγική) και όχι satem (όπως η Δακο-Θρακική).

Ο πρώτος είναι το ιχθυωνύμιο πάπραξ που αναφέρει ο Ηρόδοτος στην λίμνη Πρασιάδα. Μπορείτε να δείτε ένα παράδειγμα βιασμού των αρχαίων πηγών στο ίδιο το LSJ που παρουσιάζει τον όρο ως «Θρακικό» όταν ο Ηρόδοτος τον περιγράφει ρητά σαν Παιονικό.

Όταν αντικρίζουμε τον όρο πάπραξ αμέσως «μυριζόμαστε» ΙΕ διπλασιασμό θέματος. Υπάρχουν τριών ειδών προβλεπόμενοι τρόποι ΙΕ διπλασιασμού θέματος.

– διπλασιασμός με -i- του τύπου *dheh1- > *dhi-dheh1- > τίθημι, *deh3- > *di-deh3- > δίδωμι, *steh2- > *si-steh2- > ἵστημι.

– διπλασιασμός με το θεματικό φωνήεν e~o του τύπου *kwel- > kwe-kwl-os > cakra ~ *kwo-kwl-os > κύκλος και *bher- «καφέ» > *bhe-bhruH- «κάστορας».

– αν η ρίζα περιέχει ένηχο *{r,l,m,n} ένας άλλος τύπος διπλασιασμού είναι με τον μηδενικό βαθμό τρέποντας το ένηχο σε συλλαβικό, όπως το παράδειγμα:

*drep- > δρέπω > *dr.-dr.p-yō > *δαρδράπτω > δαρδάπτω ύστερα από ρωτική ανομοίωση (*χρονδρός > χονδρός, δρύ-φρακτος > δρύφακτος).

Οι μόνοι που μπορούν να εξηγήσουν τον παιονικό όρο πάπραξ είναι οι δύο τελευταίοι:

*po-prak- > pa-prak- αν δεχτούμε την τροπή IE *o>a.

*perk- > *pr.-pr.k- > *πάρπραξ > πάπραξ, χωρίς να δεχτούμε την τροπή IE *o>a.

Μπορείτε να διαλέξετε όποιο από τα δύο θέλετε, γιατί εμένα με νοιάζει το /k/ του μορφήματος πρακ-. Αν προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *perk’- «πιτσιλωτός, παρδαλός», όπως το ελληνικό ιχθυωνύμιο πέρκα/πέρκη και το επίθετο περκνός, τότε έχουμε *k’>k που είναι ενδεικτικό γλώσσας τύπου centum. Η εκδοχή satem φαίνεται στο σανσκριτικό pṛsṇi- = περκνός.

paprax

Η άλλη ένδειξη ότι η Παιονική ήταν γλώσσα centum έρχεται από το ανθρωπωνύμιο Λύππειος που απαντά στην αντιφιλιππική συμμαχία. Το όνομα του Παίονα βασιλιά απαντά στα νομίσματά του ως Λύκκειος.

Lykkeios

Από τους δύο τύπους, η “forma difficilior” (άρα πιο πιθανή για να είναι η πρωτότυπη παιονική) είναι ο τύπος Λύππειος, γιατί το Λύκκειος μπορεί να θεωρηθεί interpretatio graeca (λύκος). Μήπως έχουμε τον παιονικό όρο *wl.kwos > λύπ(π)ος = λύκος; Αν ναι τότε η Παιονική δείχνει χειλική τροπή του χειλοϋπερωικού *kw>p, κάτι που συμβαίνει ΜΟΝΟΝ στις γλώσσες τύπου centum (λ.χ. *h1ek’wos > ππος, *wl.kwos > lupus)!

Το ενδιαφέρον είναι ότι αν δεχτούμε την ετυμολογία *wl.kw-e-yos > Λύππειος τότε έχουμε χειλική εξέλιξη εκεί που δεν μπορεί να συμβεί στην Ελληνική λόγω του νόμου του Βουκόλου (όταν είναι σε άμεση γειτνίαση με /u/ τα χειλοϋπερωικά τρέπονται σε υπερωικά *gwoukwolos > βουκόλος, αλλά αἴπολος, ἱπποπόλος, ταυροπόλος κλπ).

Η άλλη πληροφορία που προκύπτει από την αποδοχή της ετυμολογίας *wl.kw-e-yos > Λύππειος είναι ότι το υγρό συλλαβικό ένηχο έδωσε /u/. Αλλά είδαμε πιο πάνω ότι το υγρό συλλαβικό ένηχο στον πάπρακα έδωσε *r.>ra.

Μήπως στην Παιονική, όπως και στην Ελληνική υπήρχε η διττή εξέλιξη *R. > aR/Ra ~ oR/Ro με το /ο/ να τρέπεται σε /u/ εξαιτίας του νόμου του Cowgill (κάθε /ο/ μεταξύ ένηχου και χειλικού τρέπεται σε /u/: wl.kwos > wlokwos > wlukwos > λύκος);

Αυτά τα δύο παραδείγματα είναι καλές ενδείξεις για την εξέλιξη centum της Παιονικής. Υπάρχουν όμως και δύο άλλα παραδείγματα που ίσως να είναι ενδεικτικά της εξέλιξης satem.

Είναι τα τοπωνύμια (τα/η) Βυλάζωρα και η Γάζωρος (εξελληνισμένη εκδοχή του τύπου *Γάζωρα, όπως λ.χ. Αpaša > Ἔφεσος; ).

Μήπως πίσω από το μόρφημα -ζωρ- κρύβεται ένας σατεμοποιημένος συγγενής του ελληνικού όρου *g’hoh1ros > χώρος, χώρα και χωρίον; Θυμίζω *g’heu- > χέω, χύτρα, αλλά τα Θρακικά Σεύθης (< Zeutēr) και *ζευτραία > ζετραία = χύτρα, καθώς και *g’hel- «λάμπω, κιτρινίζω» > ελληνικά χλωρός, χλωμός ~ φρυγικό γλουρός = χρυσός, αλλά σλαβικό *zolto (και θρακικό Σαλδακέλλα = «Χρυσή Πηγή», σημερινή βουλγαρική Zlatna Panega). Μήπως όμως αυτά τα τοπωνύμια σε -ζωρ- είναι θρακικά και όχι παιονικά;

khoros

Seuthes

Δοκιμαστικά καταθέτω:

*bhl.no-g’hoh1reh2 > *Bulnadzōrā > *Bullazōrā ~ Βυλάζωρα = «Ταυροχώρι/Ταυροχώρα» (βόλινθος, bull)

*gwou-g’hoh1reh2 > *Gawdzōrā > *Gadzōrā ~ Γάζωρος = «Αγελαδοχώρι/Αγελαδοχώρα» (Περσικό gāw ~)

Πάμε σε ένα πιο σίγουρο.

3) Παιονική Δόβηρος. Η λίμνη Δοϊράνη.

*dheub- «βαθύς» (λ.χ. αγγλικό deep, αλβανικό *deubeta > det = «θάλασσα»).

*dh(o)ub-es-ros > *D(o)ubesros > D(o)ubēros ~ Δόβηρος, με αναπληρωματική έκταση *-esr- > -err- > -ēr-, όπως το ελληνικό και αλβανικό «χέρι» από την ρίζα *g’hesr.- και το λατινικό dis-rēgō > dīrīgō.

4) Ο Αξιός. Το υδρωνύμιο σημαίνει σίγουρα «μαύρος/σκοτεινός» (*n.-ksei- «όχι λευκός/φωτεινός», Μυσικό Ἀξιόπα = Černavoda = «Μαυρονέρι», αβεστικό axšaēna = «σκοτεινός»), αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι: πρόκειται για Παιονικό ή για Θρακικό υδρωνύμιο; Αν δεχτούμε την άποψη του Hammond ότι τα Θρακικά φύλα κινήθηκαν δυτικά του Στρυμόνα μετά την κατάλυση της Παιονικής ηγεμονίας απο τους Πέρσες, τότε επειδή το υδρωνύμιο Αξιός απαντά ήδη στην Ιλιάδα (γραμμένη ~750 π.Χ.) και οι Παίονες ήδη ζουν δίπλα του, πρέπει να το δεχτούμε σαν Παιονικό.

Axios

5) Σκόμβρος, Κομβρεάται και Δοληνέσται. Όπως είπα στην προηγούμενη ανάρτηση, το όρος Σκόμβρος ήταν το ΒΑ όριο των Παιόνων. Σε επιγραφές της Πελαγονίας απαντούν τα φυλωνύμια Κομβρεάται και Δοληνέσται, που δεν φαίνονται να είναι Ελληνικά.

Το φυλωνύμιο Κομβρεάται μπορεί να συνδεθεί με το Σκόμβρος και, κατά συνέπεια, να θεωρήσουμε και τους δύο όρους ως Παιονικούς μιας και απαντούν στο δυτικό και ΒΑ όριο των παιονόφωνων πληθυσμών.

Ο Σκόμβρος (< παιονικό *Skumbros/Skumbra προέρχεται από την ρίζα *(s)keumbh- που έδωσε το αγγλικό hump = «ύψωμα, καρούμπαλο»). Κατά συνέπεια, οι Κομβρεάται μπορούν να ετυμολογηθούν ως «Ορείτες, Ορέστες, Ορεινοί», κάτι που κάνει ελκυστική την ετυμολόγηση του άλλου φυλωνυμίου Δοληνέσται ως «Καμπήσιοι, Πεδινοί», εκ του *dholh2os που έδωσε το πρωτογερμανικό *dalą (λ.χ. αγγλικό dale και γερμανικό T(h)al) και τα σλαβικά dolŭ και dolina.

Αν δεχτούμε τις παραπάνω ετυμολογίες τότε το αντιθετικό ζεύγος Κομβρεάται – Δοληνέσται «Ορεινοί – Πεδινοί» θυμίζει το σλαβικό ζεύγος Gorani / GorjaniDoljani (gora = βουνό).

Dolenestes

6) Λαιαίοι. Προφανώς πρόκειται για εθνωνύμιο που προέκυψε ως παράγωγο κάποιου τοπωνυμίου *Λαῖα/Λαία. Επειδή ο Θουκυδίδης τους τοποθετεί κοντά στο Πετρίτσι μήπως πρέπει να το ετυμολογήσουμε από την ΙΕ ρίζα *leh1w- = «πέτρα» που έδωσε τα ελληνικά λᾶας = «πέτρα», λαύρα = «πέρασμα βουνού ανάμεσα σε βράχια» και λεύω = «λιθοβολώ» και το αλβανικό *laurā > lerë = «γλιστερά βράχια» (ετυμολογία 2);

*lh1w-ih2 > *lawya > *layya > Λαῖα/Λαία

leh1w

Σημειώνω εδώ ότι ο ελληνικός όρος λᾶας είναι ανώμαλος. Ο αναμενόμενος τύπος είναι η εναλλαγή *leh1w-/lh1w- > *ληϝ-/λεϝ– που διατηρήθηκε στο ρήμα *leh1w-yō > *lēwyō > *lēwwō > *lewwō (βράχυνση λόγω του νόμου του Osthoff) > λεύω.

7) Στα ορεινά ανατολικά του Πελαγονικού κάμπου (δηλαδή στα ορεινά γύρω από το Peštani και το Dunje),οι επιγραφές της περιοχής αναφέρουν ένα «Κοινὸν τῶν Δοστωνέων» και το επιγραφικό χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι λείπουν τα τυπικά Μακεδονικά ονόματα και εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα μη ελληνικά ονόματα που απαντούν στην υπόλοιπη Παιονία και την Θράκη, όπως Δούλης, Βίθυς (το πιο συχνό θρακικό όνομα) και ονόματα σε Μεστ- (Μέστος, Μέστα).

Mest1

Mest2

Έχουμε άραγε πίσω από το φυλωνύμιο Δοστωνεῖς την ρίζα *des- που έδωσε ελληνικό δοῦλος = «αιχμαλωτισμένος εχθρός» (δόελος < *doh-elos < *dos-elos) και τους βεδικούς Dāsa; Αν ναι τότε οι Δοστωνεῖς = «εχθροί/βάρβαροι» μπορεί να πήραν το όνομά τους από τους γειτονικούς Μακεδονικούς πληθυσμούς του Πελαγονικού κάμπου.

Εκεί που θέλω να εστιάσω είναι στα Θρακο-Παιονικά ανθρωπωνύμια σε Μεστ-. Πιστεύω πως έχουμε να κάνουμε με όρους συγγενικούς με το ελληνικό επίθετο μεστός = «γεμάτος». Η ΙΕ ρίζα είναι η επαυξημένη *meh1-d- «υπολογίζω» που έδωσε τα ελληνικά μήδομαι, μέδω και μῆδος και τα λατινικά medicus και modus.

Στην Ελληνική, η σημασιακή εξέλιξη του *μεδ-τός > μεστός ήταν «υπολογίσιμος» > «βαρύς» > «γεμάτος».

Στα ελληνικά ονόματα σε -μέδων η σημασιακή εξέλιξη ήταν «αυτός που σκέφτεται/λύνει τα προβλήματα των άλλων» > «άρχων».

Δεν ξέρω ποια ακριβώς σημασία είχαν τα Θρακο-Παιονικά ονόματα σε Μεστ-, αλλά αν ακολούθησαν την σημασιακή εξέλιξη «υπολογίσιμος» > «τρανός/σημαίνων» τότε έχουμε την ίδια εξέλιξη που ακολούθησε η απλή ρίζα *meh1- στο ελληνικό επίθετο ἐγχεσίμωρος (<*-moh1ros) «τρανός με το έγχος» και στο σλαβικό όνομα *wold(e)-i-meh1-ros > Vladiměrŭ = «Τρανός/Υπολογίσιμος Άρχων» (λ.χ. *weldh- > wield ~ σλαβ. *voldati και *měra).

mestos

8) Διάφορα. Οι Παίονες βασιλείς γενικά φέρουν ελληνικά ονόματα, γεγονός που δείχνει τις ελληνιστικές τάσεις της παιονικής αριστοκρατίας: Ἄγις, Ἀρίστων, Δρωπίων, Λέων. Βέβαια δεν είναι πάντοτε εύκολο να καταλάβουμε ποιο όνομα είναι «εισαγόμενο» Ελληνικό και πιο «γνήσιο» Παιονικό. Λ.χ. το όνομα Πάτραος είναι όνομα Παίονα βασιλιά και απαντά άλλες 3 φορές αποκλειστικά στην Παιονία και την ανατολική Μακεδονία (που είχε υπάρξει Παιονική περιοχή). Επομένως, έχουμε κάθε λόγο να το θεωρήσουμε «γνήσιο» παιονικό. Αλλά αν το ίδιο όνομα απαντούσε σε κάποιο μέρος της Ελλάδος, κατά πάσα πιθανότητα  θα το θεωρούσαμε «μπανάλ» ελληνικό. Ο σχηματισμός του είναι «εύκολος»: μηδενόβαθμο *ph2ter- > *ph2tr- στο οποίο προστέθηκε το επίθημα *-awos: *ph2tr-awos > Πάτραος. Το ίδιο επίθημα απαντά στο φρυγικό όνομα Proitavos που έχει συγκριθεί με το ελληνικό Προῖτος = «αυτός που προηγείται, έχει προτεραιότητα» (πρό-ειμι).

Proitavos

Η ομηρική πρωτεύουσα των Παιόνων Ἀμυδών/Ἀβυδών έχει ολόιδιο θέμα με την Ἄβυδο της Ασιατικής Μυσίας. Στην ελληνική βικιπαίδεια παρατίθεται μια ετυμολογία για να γελάσετε «ξένοιαστα» και «ξεκούραστα» με την ψυχή σας. 🙂

Είναι όμως προφανές ότι η ονομασία προέρχεται από το στερητικό α και το ρήμα “βύζω” εξ ου και λεγόταν Άβυζος ή Άβυσσος. Το ρήμα βύζω = κάνω θόρυβο ή ανεμοζάλη (σκοτούρα). Συνεπώς η Άβυδος ήταν πόλη αθόρυβη, της ξεκούρασης, της ξεγνοιασιάς και της καλοπέρασης.

Εγώ δεν έχω κάτι «ξεκούραστο» να προτείνω.

11 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Οι Παίονες και η γλώσσα τους #1: ιστορικά

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης το προανήγγειλα στην προηγούμενη ανάρτηση για τους Μαίδους. Τι γνωρίζουμε για τους Παίονες και την γλώσσα τους;

Α. Ιστορικά

Οι Παίονες αναφέρονται συχνά στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων. Η ομηρική πρωτεύουσά τους ήταν η Ἀμυδών/Ἀβυδών στην ανατολική όχθη του κάτω Αξιού (μάλλον στο σημερινό Αξιοχώρι, πρώην Βαρντάροφτσα), οικισμός που, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «χωρίον ἐρυμνὸν» (= καλά οχυρωμένο) που το κατέστρεψαν οι Αργεάδες Μακεδόνες κατά την ανατολική τους επέκταση.

[Ιλιάδα, 2.848-50]

Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους
τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,

Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.

——

Ο Πυραίχμης πάλι οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα,
μακριά από την Αμυδώνα, από τον πλατύ Αξιό, τον Αξιό που τα νερά του

είναι τα πιο όμορφα που τρέχουν απλώνοντας πάνω στη γη.

[Ιλιάδα, 16.284-9]

Πάτροκλος δὲ πρῶτος ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ

ἀντικρὺ κατὰ μέσσον, ὅθι πλεῖστοι κλονέοντο,
νηῒ πάρα πρυμνῇ μεγαθύμου Πρωτεσιλάου,
καὶ βάλε Πυραίχμην, ὃς Παίονας ἱπποκορυστὰς
ἤγαγεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος·
τὸν βάλε δεξιὸν ὦμον· ὃ δ᾽ ὕπτιος ἐν κονίῃσι

——

Πρώτος ο Πάτροκλος σφεντόνισε το αστραφτερό κοντάρι
μπροστά του, μες στη μέση, όπου άρχιζαν οι πιο πολλοί να σπάζουν,
στου Πρωτεσίλαου του τρανόψυχου τρογύρα το καράβι’
και τον τρανό Πυραίχμη επέτυχε, που ‘χε τους Παίονας φέρει
απ᾿ τον Αξιό το φαρδιορέματο μακριά, απ᾿ την Αμυδώνα᾿
Στον ώμο το δεξιό τον χτύπησε, κι ανάσκελα βογγώντας

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

[Στράβων, 7.20]

ὁ δὲ Ἀξιὸς ἐκδίδωσι μεταξὺ Χαλάστρας καὶ Θέρμης: ἐπίκειται δὲ τῷ ποταμῷ τούτῳ χωρίον ἐρυμνόν, ὃ νῦν μὲν καλεῖται Ἀβυδών, Ὅμηρος δ᾽ Ἀμυδῶνα καλεῖ, καί φησι τοὺς Παίονας ἐντεῦθεν εἰς Τροίαν ἐπικούρους ἐλθεῖν “ τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρυρέοντος.1 κατεσκάφη δ᾽ ὑπὸ τῶν Ἀργεαδῶν.

Το επίθετο «ἱπποκορυσταί» που τους προσάπτουν οι Ραψωδοί συνήθως ερμηνεύεται ως «ἱππιοχάρμαι» = «ἁρματομάχοι». Κυριολεκτικά σημαίνει «αυτοί που κορύσσουν ἵππους». Tο ρήμα κορύσσω σημαίνει τόσο «εξοπλίζω για πόλεμο» (equip, arm oneself) όσο και «παρέχω πολεμικό εξοπλισμό σε κάποιον άλλο» (furnish, provide). Επομένως, ο ἱπποκορυστής ετυμολογικά είναι τόσο αυτός που εξοπλίζει τα άλογά του για να πολεμήσει ο ίδιος όσο και αυτός που παρέχει ίππους σε άλλους ιππομάχους/αρματομάχους.

Και οι δύο ερμηνείες δείχνουν την παιονική εξοικείωση με την εκτροφή αλόγων και ο Μίμνερμος αργότερα (~625 π.Χ.), σε έναν μεμονωμένα διασωμένο στίχο του, φαίνεται να εξυμνεί την ξακουστή ράτσα αλόγων (κλειτὸν γένος ἵππων) που εξέτρεφαν οι Παίονες.

Παίονας ἄνδρας ἄγων, ἵνα τε κλειτὸν γένος ἵππων

Mimnermos

Πράγματι, όταν στην Ιλιάδα περιγράφεται η διαδρομή που ακολούθησε η Ήρα για να πάει από τον Όλυμπο στην Λήμνο, μεταξύ Ημαθίας και χερσονήσου του Άθωνος, οι Ραψωδοί τοποθετούν τα «νιφόεντα ὄρεα τῶν ἱπποπόλων Θρακῶν». Ἱπποπόλος θα πει «αυτός που εκτρέφει άλογα».

[Ιλιάδα, 13.4]

Ζεὺς δ᾽ ἐπεὶ οὖν Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα νηυσὶ πέλασσε,
τοὺς μὲν ἔα παρὰ τῇσι πόνον τ᾽ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν
νωλεμέως, αὐτὸς δὲ πάλιν τρέπεν ὄσσε φαεινὼ
νόσφιν ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν καθορώμενος αἶαν

Τους Τρώες ωστόσο και τον Έχτορα σα σίμωσε στα πλοία
πια ο Δίας, εκεί τους απαράτησε, να ‘χουν καημούς και μόχτους
δίχως σωμό, κι αυτός τα μάτια του τ᾿ αστραφτερά γυρίζει
πέρα μακριά, στις χώρες που έμεναν οι αλογοθρόφοι Θράκες

[Ιλιάδα, 14.227]

Ἥρη δ᾽ ἀΐξασα λίπεν ῥίον Οὐλύμποιο,
Πιερίην δ᾽ ἐπιβᾶσα καὶ Ἠμαθίην ἐρατεινὴν
σεύατ᾽ ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν ὄρεα νιφόεντα
ἀκροτάτας κορυφάς· οὐδὲ χθόνα μάρπτε ποδοῖιν·
ἐξ Ἀθόω δ᾽ ἐπὶ πόντον ἐβήσετο κυμαίνοντα

κι η Ήρα γοργά χιμάει, τ᾿ ακρόκορφα του Ολύμπου παρατώντας·
την Πιερία και την πασίχαρη την Ημαθία διαβαίνει
και των Θρακών των αλογάρηδων τα χιονισμένα εχύθη
βουνά, κορφή κορφή, κι ουδ᾿ άγγιζε τη γη με τα ποδάρια.
Από τον Άθω απά στη θάλασσα περνάει την κυματούσα,

Η Ήρα έφυγε από το ῥίον (= κορυφή) του Ολύμπου, πέρασε από την Πιερία και την «ἐρατεινή» Ημαθία, πέρασε πάνω από τα χιονισμένα βουνά των ιπποπόλων Θρακών και, φτάνοντας στην χερσόνησο του Άθωνος εισήλθε στον «κυμαίνοντα πόντο» κινούμενη προς τη Λήμνο.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι στο Αξιοχώρι/Βαρντάροφτσα, όπου τοποθετείται η Αμυδώνα/Αβυδώνα, έχουν βρεθεί τα παλαιότερα οστά αλόγου στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια (~2500 π.Χ.), σχεδόν σύγχρονα με το στεπικού τύπου ρόπαλο φυλάρχου με ιππόμορφη λίθινη κεφαλή που βρέθηκε στο Πόροντιν της Πελαγονίας και με τα ελαφρώς μεταγενέστερα οστά αλόγου που βρέθηκαν στα Σέρβια Κοζάνης (~2200 π.Χ.).

Vardarovca

Επομένως, η εκτροφή ίππων στην κοιλάδα του κάτω Αξιού, εκεί όπου ο Όμηρος τοποθετεί την Παιονική Αμυδώνα, είχε μακρά παράδοση.

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την επέκταση των Μακεδόνων, αναφέρει ως πρώην περιοχές της Παιονίας το στενό κομμάτι γης από την Πέλλα ως τον Αξιό.

[2.98] τῶν γὰρ Μακεδόνων εἰσὶ καὶ Λυγκησταὶ καὶ ᾿Ελιμιῶται καὶ ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, ἃ ξύμμαχα μέν ἐστι τούτοις καὶ ὑπήκοα, βασιλείας δ’ ἔχει καθ’ αὑτά. τὴν δὲ παρὰ θάλασσαν νῦν Μακεδονίαν ᾿Αλέξανδρος ὁ Περδίκκου πατὴρ καὶ οἱ πρόγονοι αὐτοῦ, Τημενίδαι τὸ ἀρχαῖον ὄντες ἐξ ῎Αργους, πρῶτοι ἐκτήσαντο καὶ ἐβασίλευσαν ἀναστήσαντες μάχῃ ἐκ μὲν Πιερίας Πίερας, ο῏ ὕστερον ὑπὸ τὸ Πάγγαιον πέραν Στρυμόνος ᾤκησαν Φάγρητα καὶ ἄλλα χωρία (καὶ ἔτι καὶ νῦν Πιερικὸς κόλπος καλεῖται ἡ ὑπὸ τῷ Παγγαίῳ πρὸς θάλασσαν γῆ), ἐκ δὲ τῆς Βοττίας καλουμένης Βοττιαίους, ο῏ νῦν ὅμοροι Ξαλκιδέων οἰκοῦσιν· τῆς δὲ Παιονίας παρὰ τὸν ᾿Αξιὸν ποταμὸν στενήν τινα καθήκουσαν ἄνωθεν μέχρι Πέλλης καὶ θαλάσσης ἐκτήσαντο, καὶ πέραν ᾿Αξιοῦ μέχρι Στρυμόνος τὴν Μυγδονίαν καλουμένην ᾿Ηδῶνας ἐξελάσαντες νέμονται. ἀνέστησαν δὲ καὶ ἐκ τῆς νῦν ᾿Εορδίας καλουμένης ᾿Εορδούς, ὧν οἱ μὲν πολλοὶ ἐφθάρησαν, βραχὺ δέ τι αὐτῶν περὶ Φύσκαν κατῴκηται, καὶ ἐξ ᾿Αλμωπίας ῎Αλμωπας. ἐκράτησαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν οἱ Μακεδόνες οὗτοι, ἃ καὶ νῦν ἔτι ἔχουσι, τόν τε ᾿Ανθεμοῦντα καὶ Γρηστωνίαν καὶ Βισαλτίαν καὶ Μακεδόνων αὐτῶν πολλήν. τὸ δὲ ξύμπαν Μακεδονία καλεῖται, καὶ Περδίκκας ᾿Αλεξάνδρου βασιλεὺς αὐτῶν ἦν ὅτε Σιτάλκης ἐπῄει.

Ο Στέφανος Βυζάντιος εξηγεί το επίθετο «Βούνομος» της Μακεδονικής Πέλλας, λέγοντας ότι «Βούνομος» και «Βουνόμεια» ήταν τα παλιά της ονόματα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δηλώνουν εκτροφή βοοειδών (όπως άλλωστε και το τοπωνύμιο Βοττιαία < βοτόν) και, επομένως, οι Παίονες εκτός από ιπποβότες ήταν σίγουρα και βουβότες.

Bounomos

Αυτή η εκτροφή της «μείζονος προβάσεως» (pecus maius = άλογα και βοοειδή, ενώ τα αιγοπρόβατα ή μῆλα < *(s)meh1l- > small, σλαβ. malŭ, συνιστούσαν την «ελάσσονα πρόβασιν» ~ pecudes minores) πιστεύω ότι έδωσε στους Παίονες το όνομά τους.

Το εθνωνύμιο Παίονες μπορεί να ετυμολογηθεί χωρίς δυσκολία ως «κτηνοτρόφοι, βοτήρες», αλλά υπάρχουν τρεις διαφορετικοί συνδυασμοί των ίδιων μορφημάτων που οδηγούν σε αυτήν την ετυμολογία. Το πρώτο μόρφημα είναι αναμφίβολα το ΠΙΕ *peh2- = «εκτρέφω/φυλάω ζώα» (ο ΙΕ όρος *ph2tēr = «πατήρ» κυριολεκτικά σημαίνει «προστάτης κοπαδιού, ποιμένας»). Η ρίζα αυτή εμφανίζεται σε δύο επαυξημένες μορφές: *peh2-s- (λ.χ. το λατινικό pāstōr) και *peh2-i- (που έδωσε το ελληνικό ποιμήν και το λιθουανικό piemuo, περιέργως χωρίς λαρυγγικό χρωματισμό και φωνηεντική έκταση). Το δεύτερο μόρφημα είναι το γνωστό επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 που μπορούσε να προσαρτηθεί «σκέτο» (Πλάτ-ων) ή με ένα συζευκτικό -i- του Caland (Οὐραν-ί-ωνες, leg-i = «λεγεών»).

Επομένως, τα δύο παραπάνω μορφήματα μπορούν να συνδυαστούν με τους εξής τρόπους που όλοι τους δίνουν Παίων στο τέλος:

1) *ph2-ih3onh2 > paiōn

2) *ph2i-h3onh2 > paiōn

3) *ph2s-ih3onh2 με απώλεια του μεσοφωνηεντικού -s- > pasiōn > pahyōn > payyōn > paiōn

Την τελευταία περίπτωση την έβαλα γιατί, σύμφωνα με τον ML West, ο ελληνικός αιγόμορφος ποιμενικός θεός Πάν (< Πάων) και ο ινδικός ομόλογός του Pūṣan έχουν κοινή καταγωγή από το αναδομημένο Ελληνο-Άριο θεωνύμιο *Peh2-ws-h3onh2. Ο βεδικός Pūṣan προέκυψε μέσω λαρυγγικής μετάθεσης *Ph2us- > *Puh2s- > Pūṣ– (λ.χ. peh2-wr. > puh2r- > pūr ~ πῦρ).

Pan Pusan

Δεδομένου ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο γειτονικές των Παιόνων γλωσσικές κοινότητες που απώλεσαν το ΠΙΕ μεσοφωνηεντικό *-s- (*dhh1s-os > *dhehos > ελληνικό θεός ~ φρυγικό δεος) η περίπτωση (3) είναι ισοπίθανη με τις άλλες δύο, ιδίως αν συλλογιστούμε ότι τα εθνωνύμια συχνά προκύπτουν από εξωνύμια (δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το πως αυτοπροσδιορίζονταν οι Θράκες, απλά ξέρουμε ότι οι Έλληνες τους ονόμαζαν «Θράκες» και το όνομα «Ινδιάνοι» προέκυψε επειδή ο Κολόμβος νόμιζε πως είχε φτάσει στις Ινδίες).

Τα «σύνορα» της «Παιονίας» δεν ήταν σταθερά με το πέρασμα των αιώνων. Η μεγαλύτερη έκτασή τους πρέπει να ήταν γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα όταν, σύμφωνα με τον Hammond, ήταν η υπερδύναμη της ευρύτερης περιοχής. Κατά αυτή την περίοδο «ηγεμονίας» τους, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Παίονες πολιόρκησαν την Πέρινθο στον Ελλήσποντο, μια κίνηση που θα επαναλάβει ο Φίλιππος κατά την περίοδο της Μακεδονικής ηγεμονίας.

[Ηρόδοτος, 5.1]  [1] οἱ δὲ ἐν τῇ Εὐρώπῃ τῶν Περσέων καταλειφθέντες ὑπὸ Δαρείου, τῶν ὁ Μεγάβαζος ἦρχε, πρώτους μὲν Περινθίους Ἑλλησποντίων οὐ βουλομένους ὑπηκόους εἶναι Δαρείου κατεστρέψαντο, περιεφθέντας πρότερον καὶ ὑπὸ Παιόνων τρηχέως. [2] οἱ γὰρ ὦν ἀπὸ Στρυμόνος Παίονες χρήσαντος τοῦ θεοῦ στρατεύεσθαι ἐπὶ Περινθίους, καὶ ἢν μὲν ἀντικατιζόμενοι ἐπικαλέσωνται σφέας οἱ Περίνθιοι ὀνομαστὶ βώσαντες,

Ο Ηρόδοτος γράφει πως οι Παίονες δήλωσαν στον Δαρείο ότι ήταν «άποικοι των Τευκρών της Τροίας».

[Ηρόδοτος, 5.13.2]  ὃ δ᾽ ἀμείβετο, τίνες δὲ οἱ Παίονες ἄνθρωποι εἰσὶ καὶ κοῦ γῆς οἰκημένοι, καὶ τί κεῖνοι ἐθέλοντες ἔλθοιεν ἐς Σάρδις. οἳ δέ οἱ ἔφραζον ὡς ἔλθοιεν μὲν ἐκείνῳ δώσοντες σφέας αὐτούς, εἴη δὲ ἡ Παιονίη ἐπὶ τῷ Στρυμόνι ποταμῷ πεπολισμένη, ὁ δὲ Στρυμὼν οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου, εἴησαν δὲ Τευκρῶν τῶν ἐκ Τροίης ἄποικοι.

Η τάση της παρουσίασης των μη ελληνικών πληθυσμών με τους οποίους ήρθαν σε επαφή οι Έλληνες της αρχαϊκής περιοδού ως «αποίκους των Τρώων» ανήκει στον κύκλο αποικιακών ιδρυτικών μύθων με θέμα τους «νόστους» των Αχαιών πολεμιστών του Τρωικού πολέμου. Το θέμα αναλύεται εκτενώς σε ένα πολύ ωραίο βιβλίο του Irad Malkin. Το ζουμί της υπόθεσης είναι πως κατά την αρχαϊκή περίοδο, πριν την παγίωση της αντίθεσης «Ἕλλην – βάρβαρος» (5ος αιώνας), οι Έλληνες άποικοι χρησιμοποιούσαν το ζεύγος «Αχαιός-Τρώας» στις «διαπραγματέυσεις ταυτοτήτων» που είχαν με τους μη ελληνόφωνους γείτονές τους. Οι μεν ελληνικές αποικίες εφηύραν Αχαιούς ιδρυτές και εξηγούσαν τις γειτονικές μη ελληνικές πόλεις ως «Τρωικές αποικίες». Έτσι πρέπει να διαβάσουμε αυτήν την πεποίθηση του Ηροδότου για την «Τρωική καταγωγή» των Παιόνων. Αργότερα, οι Ρωμαίοι παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως «αποίκους των Τρώων», οι Μεροβίγγιοι Φράγγοι βασιλείς δήλωναν την «Τρωική τους καταγωγή» και, τέλος, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, παρουσίασε τον εαυτό του ως τον «επιτιμήτορα των αρχαίων Τρώων» (η Άλωση της Κων/πόλεως δικαιολογήθηκε ως «αντίποινο» της Ιλίου Πέρσεως» (πέρσις).

Βέβαια υπάρχει και μία άλλη πιθανότητα για τον μύθο της «Τρωικής καταγωγής» των Παιόνων. Οι Αθηναίοι συγγραφείς των τελών του 5ου π.Χ. αιώνα μερικές φορές χρησιμοποιούν τους όρους «Φρύγες» και «Τρώες» ως ταυτόσημους και, ο Στράβων αργότερα παρουσιάζει μία γνώμη σύμφωνα με την οποία οι Πάιονες ήταν «άποικοι» ή «αρχηγέτες» (= μητροπολιτικός πληθυσμός) των Φρυγών και κάποτε κατοικούσαν και στα μέρη που βρίσκονται μεταξύ Πελαγονίας και Πιερίας.

[Στράβων, 7.38] τοὺς δὲ Παίονας οἱ μὲν ἀποίκους Φρυγῶν οἱ δ᾽ ἀρχηγέτας ἀποφαίνουσι, καὶ τὴν Παιονίαν μέχρι Πελαγονίας καὶ Πιερίας ἐκτετάσθαι φασί: καλεῖσθαι δὲ πρότερον Ὀρεστίαν τὴν Πελαγονίαν, τὸν δὲ Ἀστεροπαῖον, ἕνα τῶν ἐκ Παιονίας στρατευσάντων ἐπ᾽ Ἴλιον ἡγεμόνων, οὐκ ἀπεικότως υἱὸν λέγεσθαι Πηλεγόνος, καὶ αὐτοὺς τοὺς Παίονας καλεῖσθαι Πελαγόνας.

Αυτή η εθνογλωσσική σχέση μεταξύ Παιόνων και Φρυγών πιστεύω πως είναι το πιθανότερο σενάριο και θα το αναλύσω διεξοδικότερα στην επόμενη ανάρτηση.

Trojans-Phrygians

Η περίοδος της παιονικής «ηγεμονίας» έληξε με την Περσική κατάκτηση, γιατί οι Παίονες αποφάσισαν να αντισταθούν στους Πέρσες και ηττήθηκαν κατά κράτος. Οι Πέρσες κράτησαν δυσμενή στάση προς τους Παίονες (μετέφεραν χιλιάδες αιχμαλώτους στην Ασία) και προτίμησαν να ευνοήσουν τους Μακεδόνες και τους Θράκες Ηδωνούς που είχαν προσφέρει «γη και ύδωρ». Το αποτέλεσμα ήταν πως οι Μακεδόνες εκ δυσμών και οι Ηδωνοί εξ ανατολών, εξαπλώθηκαν και οι δύο εις βάρος των Παιόνων και έφτασαν να έχουν κοινά σύνορα σε μια γραμμή που χονδρικά ένωνε το όρος Δύσωρον με το δέλτα του Αξιού. Το βασιλικό νεκροταφείο της Σίνδου, σύμφωνα πάντοτε με τον Hammond, ήταν Ηδωνικό.

Όπως έγραψα και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι γύρω στο 500 π.Χ. τα πολιτικά σύνορα της Μακεδονίας έφταναν ως το όρος Δύσωρον.

[Ηρόδοτος, 5.17] [1] Παιόνων μὲν δὴ οἱ χειρωθέντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην.Μεγάβαζος δὲ ὡς ἐχειρώσατο τοὺς Παίονας, πέμπει ἀγγέλους ἐς Μακεδονίην ἄνδρας ἑπτὰ Πέρσας, οἳ μετ᾽ αὐτὸν ἐκεῖνον ἦσαν δοκιμώτατοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ· ἐπέμποντο δὲ οὗτοι παρὰ Ἀμύντην αἰτήσοντες γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ βασιλέι. [2] ἔστι δὲ ἐκ τῆς Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ἐς τὴν Μακεδονίην· πρῶτον μὲν γὰρ ἔχεται τῆς λίμνης τὸ μέταλλον ἐξ οὗ ὕστερον τούτων τάλαντον ἀργυρίου Ἀλεξάνδρῳ ἡμέρης ἑκάστης ἐφοίτα, μετὰ δὲ τὸ μέταλλον Δύσωρον καλεόμενον ὄρος ὑπερβάντα εἶναι ἐν Μακεδονίην.

Η λίμνη Πρασιάς είναι η σημερινή Κερκίνη (νοτίως του όρους Κερκίνη) και ο Ηρόδοτος περιγράφει μια κοινότητα πολύγαμων Παιόνων που είχαν χτίσει ένα πασσαλοχωριό μέσα στην λίμνη (ἐν τῇ λίμνη κατοικημένους … ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν) και είχαν κόψει την απαραίτητη ξυλεία από το όρος Όρβηλος. Στα γλωσσολογικό μέρος θα αναλύσω τα ιχθυωνύμια «τίλων» και «πάπραξ» των ψαριών που ζουν στην λίμνη Πρασιάδα. Γίνεται επίσης αναφορά στους Σιροπαίονες που, προφανώς κατοικούσαν στην περιοχή των Σερρών (αρχαία Σίρις/Σίρρα), που ήταν ανάμεσα στους αιχμάλωτους Παίονες που μεταφέρθηκαν στην Ασία.

[Ηρόδοτος, 5,15-6]  πυθόμενοι δὲ οἱ Παίονες τοὺς Πέρσας ἐπὶ σφέας ἰέναι, ἁλισθέντες ἐξεστρατεύσαντο πρὸς θαλάσσης, δοκέοντες ταύτῃ ἐπιχειρήσειν τοὺς Πέρσας ἐμβάλλοντας. οἱ μὲν δὴ Παίονες ἦσαν ἕτοιμοι τὸν Μεγαβάζου στρατὸν ἐπιόντα ἐρύκειν· οἱ δὲ Πέρσαι πυθόμενοι συναλίσθαι τοὺς Παίονας καὶ τὴν πρὸς θαλάσσης ἐσβολὴν φυλάσσοντας, ἔχοντες ἡγεμόνας τὴν ἄνω ὁδὸν τρέπονται, λαθόντες δὲ τοὺς Παίονας ἐσπίπτουσι ἐς τὰς πόλιας αὐτῶν ἐούσας ἀνδρῶν ἐρήμους· οἷα δὲ κεινῇσι ἐπιπεσόντες εὐπετέως κατέσχον. οἱ δὲ Παίονες ὡς ἐπύθοντο ἐχομένας τὰς πόλιας, αὐτίκα διασκεδασθέντες κατ᾽ ἑωυτοὺς ἕκαστοι ἐτράποντο καὶ παρεδίδοσαν σφέας αὐτοὺς τοῖσι Πέρσῃσι. οὕτω δὴ Παιόνων Σιριοπαίονές τε καὶ Παιόπλαι καὶ οἱ μέχρι τῆς Πρασιάδος λίμνης ἐξ ἠθέων ἐξαναστάντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην.

οἱ δὲ περί τε Πάγγαιον ὄρος καὶ Δόβηρας καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Ὀδομάντους καὶ αὐτὴν τὴν λίμνην τὴν Πρασιάδα οὐκ ἐχειρώθησαν ἀρχὴν ὑπὸ Μεγαβάζου· ἐπειρήθη δὲ καὶ τοὺς ἐν τῇ λίμνῃ κατοικημένους ἐξαιρέειν ὧδε. ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν ὑψηλῶν ἐζευγμένα ἐν μέσῃ ἕστηκε τῇ λίμνῃ, ἔσοδον ἐκ τῆς ἠπείρου στεινὴν ἔχοντα μιῇ γεφύρῃ. τοὺς δὲ σταυροὺς τοὺς ὑπεστεῶτας τοῖσι ἰκρίοισι τὸ μέν κου ἀρχαῖον ἔστησαν κοινῇ πάντες οἱ πολιῆται, μετὰ δὲ νόμῳ χρεώμενοι ἱστᾶσι τοιῷδε· κομίζοντες ἐξ ὄρεος τῷ οὔνομα ἐστὶ Ὄρβηλος, κατὰ γυναῖκα ἑκάστην ὁ γαμέων τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι· ἄγεται δὲ ἕκαστος συχνὰς γυναῖκας. οἰκέουσι δὲ τοιοῦτον τρόπον, κρατέων ἕκαστος ἐπὶ τῶν ἰκρίων καλύβης τε ἐν τῇ διαιτᾶται καὶ θύρης καταπακτῆς διὰ τῶν ἰκρίων κάτω φερούσης ἐς τὴν λίμνην. τὰ δὲ νήπια παιδία δέουσι τοῦ ποδὸς σπάρτῳ, μὴ κατακυλισθῇ δειμαίνοντες. 4 τοῖσι δὲ ἵπποισι καὶ τοῖσι ὑποζυγίοισι παρέχουσι χόρτον ἰχθῦς· τῶν δὲ πλῆθος ἐστὶ τοσοῦτο ὥστε, ὅταν τὴν θύρην τὴν καταπακτὴν ἀνακλίνῃ, κατιεῖ σχοίνῳ σπυρίδα κεινὴν ἐς τὴν λίμνην, καὶ οὐ πολλόν τινα χρόνον ἐπισχὼν ἀνασπᾷ πλήρεα ἰχθύων. τῶν δὲ ἰχθύων ἐστὶ γένεα δύο, τοὺς καλέουσι πάπρακάς τε καὶ τίλωνας.

Η Μύρκινος κοντά στο δέλτα του Στρυμόνα, κατά την ίδια περίοδο, θεωρείται «τῶν Ἠδωνῶν».

[Ηρόδοτος, 5.11] Δαρεῖος δὲ ὡς διαβὰς τάχιστα τὸν Ἑλλήσποντον ἀπίκετο ἐς Σάρδις, ἐμνήσθη τῆς ἐξ Ἱστιαίου τε τοῦ Μιλησίου εὐεργεσίης καὶ τῆς παραινέσιος τοῦ Μυτιληναίου Κώεω, μεταπεμψάμενος δὲ σφέας ἐς Σάρδις ἐδίδου αὐτοῖσι αἵρεσιν. ὁ μὲν δὴ Ἱστιαῖος, ἅτε τυραννεύων τῆς Μιλήτου, τυραννίδος μὲν οὐδεμιῆς προσεχρήιζε, αἰτέει δὲ Μύρκινον τὴν Ἠδωνῶν, βουλόμενος ἐν αὐτῇ πόλιν κτίσαι. οὗτος μὲν δὴ ταύτην αἱρέεται, ὁ δὲ Κώης, οἷά τε οὐ τύραννος δημότης τε ἐών, αἰτέει Μυτιλήνης τυραννεῦσαι.

Ο Ηρόδοτος πάντοτε, μας πληροφορεί ότι ο ποταμός «(Σ)Kίος» (Ὄσκιος/Οἶσκος/Iskarπηγάζει από τους Παίονες και το όρος Ροδόπη, «σχίζει» τον Αίμο και χύνεται στον Ίστρο/Δούναβη:

[Ηρόδοτος, 4.49] διὰ δὲ Θρηίκης καὶ Θρηίκων τῶν Κροβύζων ῥέοντες Ἄθρυς καὶ Νόης καὶ Ἀρτάνης ἐκδιδοῦσι ἐς τὸν Ἴστρον· ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὄρεος Ῥοδόπης Κίος ποταμὸς μέσον σχίζων τὸν Αἷμον ἐκδιδοῖ ἐς αὐτόν.

Στο παραπάνω χωρίο το ορωνύμιο «Ροδόπη» περιλαμβάνει και το σημερινό όρος Ρίλα.

Oiskos

Το Παιονικό φύλο που ζούσε στις πηγές του Οίσκου ήταν οι Αγριάνες. Ο Θουκυδίδης τους προσδιορίζει ως Παιονικό φύλο (Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ) και θεωρεί το όρος «Σκόμβρο» (Vitoša, πάνω από το όρος Ρίλα), απ΄όπου πηγάζει ο Στρυμόνας που ρέει επί της περιοχής των Αγριανών και των Λαιαίων, λίγο πολύ σαν τριεθνικό σημείο: στα ανατολικά του ζούσαν Θράκες, στα βορειοδυτικά του οι Τριβαλλοί και στα νοτιοδυτικά του οι Παίονες.Σε αυτό το χωρίο ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ο Οδρύσης Σιτάλκης κατάφερε να εξαπλώσει την εξουσία του μέχρι και τους Αγριάνες και τους Λαιαίους, αλλά όχι στους «αυτόνομους Παίονες» που ζούσαν δυτικότερα.

[Θουκυδίδης, 2.96] ἀνίστησιν οὖν ἐκ τῶν ᾿Οδρυσῶν ὁρμώμενος πρῶτον μὲν τοὺς ἐντὸς τοῦ Αἵμου τε ὄρους καὶ τῆς Ῥοδόπης Θρᾷκας, ὅσων ἦρχε μέχρι θαλάσσης [ἐς τὸν Εὔξεινόν τε πόντον καὶ τὸν ῾Ελλήσποντον], ἔπειτα τοὺς ὑπερβάντι Αἷμον Γέτας καὶ ὅσα ἄλλα μέρη ἐντὸς τοῦ ῎Ιστρου ποταμοῦ πρὸς θάλασσαν μᾶλλον τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου κατῴκητο· εἰσὶ δ’ οἱ Γέται καὶ οἱ ταύτῃ ὅμοροί τε τοῖς Σκύθαις καὶ ὁμόσκευοι, πάντες ἱπποτοξόται. παρεκάλει δὲ καὶ τῶν ὀρεινῶν Θρᾳκῶν πολλοὺς τῶν αὐτονόμων καὶ μαχαιροφόρων, ο῏ Δῖοι καλοῦνται, τὴν Ῥοδόπην οἱ πλεῖστοι οἰκοῦντες· καὶ τοὺς μὲν μισθῷ ἔπειθεν, οἱ δ’ ἐθελονταὶ ξυνηκολούθουν. ἀνίστη δὲ καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ ὧν ἦρχε καὶ ἔσχατοι τῆς ἀρχῆς οὗτοι ἦσαν· μέχρι γὰρ Λαιαίων Παιόνων καὶ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ, ὃς ἐκ τοῦ Σκόμβρου ὄρους δι’ Ἀγριάνων καὶ Λαιαίων ῥεῖ, [οὗ] ὡρίζετο ἡ ἀρχὴ τὰ πρὸς Παίονας αὐτονόμους ἤδη. τὰ δὲ πρὸς Τριβαλλούς, καὶ τούτους αὐτονόμους, Τρῆρες ὥριζον καὶ Τιλαταῖοι· οἰκοῦσι δ’ οὗτοι πρὸς βορέαν τοῦ Σκόμβρου ὄρους καὶ παρήκουσι πρὸς ἡλίου δύσιν μέχρι τοῦ ᾿Οσκίου ποταμοῦ. ῥεῖ δ’ οὗτος ἐκ τοῦ ὄρους ὅθενπερ καὶ ὁ Νέστος καὶ ὁ ῞Εβρος· ἔστι δὲ ἐρῆμον τὸ ὄρος καὶ μέγα, ἐχόμενον τῆς Ῥοδόπης.

Ο Θουκυδίδης πάντα αναφέρει τους Μαίδους και τους Σιντούς ως ανατολικούς γείτονες των Παιόνων και το όρος Κερκίνη ως το σιντο-παιονικό μεθόριον. Όταν ο στρατός του Σιτάλκη εισέβαλε στην Μακεδονία από τον μέσο Στρυμόνα είχε στα δεξιά του τους Παίονες και στα αριστερά του τους Σιντούς και τους Μαίδους, φτάνοντας στην Παιονική Δόβηρο (Δοϊράνη).

[Θουκυδίδης, 2.98]  Σιτάλκης μὲν οὖν χώρας τοσαύτης βασιλεύων παρεσκευάζετο τὸν στρατόν. καὶ ἐπειδὴ αὐτῷ ἑτοῖμα ἦν, ἄρας ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν πρῶτον μὲν διὰ τῆς αὑτοῦ ἀρχῆς, ἔπειτα διὰ Κερκίνης ἐρήμου ὄρους, ὅ ἐστι μεθόριον Σιντῶν καὶ Παιόνων· ἐπορεύετο δὲ δι’ αὐτοῦ τῇ ὁδῷ ἣν πρότερον αὐτὸς ἐποιήσατο τεμὼν τὴν ὕλην, ὅτε ἐπὶ Παίονας ἐστράτευσεν. τὸ δὲ ὄρος ἐξ ᾿Οδρυσῶν διιόντες ἐν δεξιᾷ μὲν εἶχον Παίονας, ἐν ἀριστερᾷ δὲ Σιντοὺς καὶ Μαιδούς. διελθόντες δὲ αὐτὸ ἀφίκοντο ἐς Δόβηρον τὴν Παιονικήν.

Ο Αριστοτέλης γράφοντας γύρω στο 325 π.Χ. περιγράφει το όρος Μεσσάπιον (~ σημερινό Osogovo) ως το μεθόριον Παιονίας και Μαιδικής και αναφέρει τον ποταμό Πόντο (Στρωμνιτσιώτης;στην χώρα των Σιντών και των Μαιδών. Αν η περιγραφή του είναι ακριβής, τότε το ανατολικό παιονικό σύνορο είχε υποχωρήσει ελαφρώς προς τα δυτικά από τα χρόνια του Ηρόδοτου μέχρι αυτά του Αριστοτέλη.

[Αριστοτέλης, Περὶ Θαυμασίων Ακουσμάτων, 841b] Λέγεται δὲ καὶ περὶ τὴν τῶν Σιντῶν καὶ τῶν Μαιδῶν χώραν καλουμένην τῆς Θράκης ποταμὸν τίνα είναι Πόντον προσαγορευόμενον […]

[Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν,500] Διχαλὰ δ’ ἅμα καὶ χαίτην ἔχοντα καὶ κέρατα δύο κεκαμμένα εἰς αὑτά ἐστιν ἔνια τῶν ζῴων, οἷον ὁ βόνασος, ὃς γίνεται περὶ τὴν Παιονίαν καὶ τὴν Μαιδικήν.

[630] Ὁ δὲ βόνασος γίνεται μὲν ἐν τῇ Παιονίᾳ ἐν τῷ ὄρει τῷ Μεσσαπίῳ, ὃ ὁρίζει τὴν Παιονικὴν καὶ τὴν Μαιδικὴν χώραν, καλοῦσι δ’ αὐτὸν οἱ Παίονες μόναπον. Τὸ δὲ μέγεθός ἐστιν ἡλίκον ταῦρος, καὶ ἔστιν ὀγκωδέστερον ἢ βοῦς· οὐ γὰρ πρόμηκές ἐστιν. Τὸ δὲ δέρμα αὐτοῦ κατέχει εἰς ἑπτάκλινον ἀποταθέν. Καὶ τὸ ἄλλο δ’ εἶδος ὅμοιον βοΐ, πλὴν χαίτην ἔχει μέχρι τῆς ἀκρωμίας ὥσπερ ἵππος· μαλακωτέρα δ’ ἡ θρὶξ τῆς τοῦ ἵππου, καὶ προσεσταλμένη μᾶλλον.

Τα δυτικά σύνορα των Παιόνων έφταναν κάποτε μέχρι τον Εριγώνα ποταμό της Πελαγονίας, ενώ τα βόρεια σύνορα με τους Δαρδάνους σχημάτιζαν οι ποταμοί Pčinja και Treska (ο νοτιότερος των δύο βασικών παραποτάμων που δυτικά των Σκοπίων σχηματίζουν τον ενιαίο Αξιό).

Με όλα τα παραπάνω χωρία κατά νου θα παρουσίασω έναν χάρτη του Cambridge Ancient History (CAH IV) για την κατάσταση γύρω στο 500 π.Χ. και δύο χάρτες δικούς μου που δείχνουν χονδρικά την έκταση των Παιόνων σε δύο διαφορετικές περιόδους (550 π.Χ. και 350 π.Χ.) με βάση της πληροφορίες που αναφέρθηκαν.

500 BC

Paiones

Τα ερωτηματικά στον αριστερό χάρτη μου είναι για τα προμακεδονικά φύλα όπως οι Εορδοί, οι Άλμωπες και οι Βοττιαίοι, για τα οποία ο Θουκυδίδης απλώς γράφει ότι «εθνοκαθάρθηκαν» από τους Μακεδόνες χωρίς να προσδιορίζει την γενικότερη «εθνότητά» τους. Ήταν Παίονες ή Φρυγικά κατάλοιπα; Μήπως οι Φρύγες συγγένευαν εθνογλωσσικά με τους Παίονες;

Στον χάρτη του CAH φαίνεται και η «εφήμερη» δυτική επέκταση των Ηδωνών μέχρι τον Αξιό που διήρκησε λίγο πολύ όλο το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και έληξε όταν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Μακεδόνες απώθησαν τους Ηδωνούς ανατολικά του Στρυμόνα. Γράφουν οι Hammond & Fol (CAH IV) σχετικά με το δέλτα του Αξιού ως Ηδωνο-Μακεδονικό σύνορο κατά το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και την καιροσκοπική επέκταση Μακεδόνων και Ηδωνών εις βάρος των Παιόνων:

Hammond-Fol

Hammond1

Hammond2

Με την έναρξη της Μακεδονικής ηγεμονίας επί Φιλίππου Β΄, οι Παίονες έγιναν υποτελής λαός στους Μακεδόνες, διατηρώντας τους βασιλικούς τους οίκους. Μετά από 2 χρόνια (356/5 π.Χ.) αυτονομήθηκαν και συμμετείχαν στην συμμαχία κατά του Φιλίππου (Αθηναίοι, Παίονες/Λύππειος, Θράκες/Κετρίπορις, Ιλλυριοί/Γράβος). Η αθηναϊκή επιγραφή με τον όρκο της συμμαχίας έχει διασωθεί.

antiphilippike

Όλα τα μέλη της συμμαχίας ηττήθηκαν ανεξάρτητα από τους Μακεδόνες και οι Παίονες αναγκάστηκαν να επανέλθουν στο «μαντρί» υποτέλειας του Φιλίππου. Οι Παίονες προσπάθησαν να αποτάξουν τον μακεδονικό ζυγό τόσο μετά τον θάνατο του Φιλίππου όσο και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και, στην δεύτερη περίπτωση, θα καταφέρουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους μέχρι να τους «ξαναμαντρώσει» ο Λυσίμαχος.

Στο δεύτερο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Δάρδανοι θα εξελιχθούν σε «παρομοιώδεις εχθρούς των Μακεδόνων», οι Παίονες θα προτιμήσουν να προσαρτηθούν τελείως στην Μακεδονία (217 π.Χ.), για να γλιτώσουν από τις Δαρδανικές επιδρομές. Ο Φίλιππος Ε΄ θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι» (buffer zone ~ ρυθμιστική ζώνη) ανάμεσα στην Μακεδονία και τους Δαρδάνους. Στην μεν Παιονία, σύμφωνα με τον Πολύβιο εγκατέστησε «Θράκες κι άλλους [φιλικά προσκείμενους] βαρβάρους» για να ενισχύσει την αντιδαρδανική άμυνα της περιοχής. Στην δε κοιλάδα του Πόλογκ, είχε συνάψει συμμαχία με τους Γερμανούς Βαστάρνες έχοντας κατά νου ένα πρόγραμμα «εθνοκάθαρσης» των Δαρδάνων του Πόλογκ. Οι Δάρδανοι θα απωθούνταν βορείως του Σκάρδου και οι Βαστάρνες θα εποικούσαν την περιοχή δρώντας σαν υποτελείς «ακρίτες». Αυτό το δεύτερο σχέδιο δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί. Ο Φίλιππος πέθανε και οι Βαστάρνες αποδυναμώθηκαν από συγκρούσεις που είχαν με εγχώρια φύλα στην Θρακική ενδοχώρα.

proverbial

Dardanians1

Polog Dardanians

Ο Πολύβιος παρουσιάζει τα/την Βυλάζωρα ως την μεγαλύτερη Παιονική πόλη:

[5, σλδ 97] Κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς καιροὺς Φίλιππος ὁ βασιλεὺς κατελάβετο Βυλάζωρα, μεγίστην οὖσαν πόλιν τῆς Παιονίας καὶ λίαν εὐκαίρως κειμένην πρὸς τὰς εἰσβολὰς τὰς ἀπὸ τῆς Δαρδανικῆς εἰς Μακεδονίαν, ὥστε διὰ τῆς πράξεως ταύτης σχεδὸν ἀπολελύσθαι τοῦ φόβου τοῦ κατὰ Δαρδανίους·

Ο Φίλιππος κατέλαβε και οχύρωσε τα/την Βυλάζωρα, γιατί η πόλη έλεγχε τις «εισβολές» (= περάσματα εισόδου των Δαρδάνων επιδρομέων) από την Δαρδανική στην Μακεδονία.

Λίγο πριν την μακεδονική προσάρτηση του 217 π.Χ., το «Κοινὸν τῶν Παιόνων» έκανε μια αφιέρωση στην Ολυμπία τιμώντας τον Παίονα βασιλιά και «κτίστη» Δρωπίωνα. Ο όρος «κτίστης» συνήθως σημαίνει «ιδρυτής», αλλά σήμαινε και «αποκαταστάτης της ελευθερίας της πατρίδος» (ορισμός II).

koinon-paionon

Τι ακριβώς ήταν ο Δρωπίων; Είναι απίθανο να ήταν «ιδρυτής» του Παιονικού βασιλείου γιατί αυτό προϋπήρχε αιώνες πριν, αλλά δεν αποκλείεται να ήταν «ιδρυτής» του «Κοινού» (δηλαδή να έκανε κάποιες μεταρρυθμίσεις που να μετέτρεψαν το «Βασίλειο» σε «Κοινό»). Από την άλλη, ο Δρωπίων μπορεί να ήταν «αποκαταστάτης της πατρίδος», δηλαδή αυτός που ελευθέρωσε την πατρίδα από ξένη κατοχή. Υπάρχουν κάποιες ισχνές και απατηλές αναφορές σε μια εφήμερη Δαρδανική κατοχή της Παιονίας πριν την μακεδονική προσάρτηση του 217 π.Χ. Οι Δάρδανοι -ίσως προπαγανδιστικά- έλεγαν στους Ρωμαίους ότι ο Φίλιππος «τους είχε πάρει» την Παιονία. Μήπως λοιπόν ο Δρωπίων ήταν «κτίστης» = «αποκαταστάτης της πατρίδος» επειδή κατάφερε να αποτάξει τον εφήμερο Δαρδανικό ζυγό;

Dardani-Paionia

Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Παιονία θα γίνει Macedonia Secunda/Salutaris με πρωτεύουσα τους Στόβους, την πόλη του Ιωάννη Στοβαίου. Από το παλαιό δαρδανο-παιονικό σύνορο (γραμμή TreskaPčinja) θα περάσει η περιβόητη Γραμμή του Jireček και το διοικητικό σύνορο που θα χωρίσει την Διοίκηση Μακεδονίας από την Διοίκηση Δακίας.

395

Οι κάτοικοι των Σκουπών (Σκόπια) αμέσως πάνω από την γραμμή, πριν την Ρωμαϊκή κατάκτηση ήταν Δάρδανοι και όχι Παίονες και, κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιούν κυρίως την Λατινική στις επιγραφές τους, στις οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως «Βέσσοι», όρος που κατέληξε να σημαίνει εν γένει τον ομιλητή Δακο-Θρακικών διαλέκτων.

Bessus Scupi

Ο αυτοκράτορας Λέων ὁ Θρᾷξ, γεννήθηκε στην Αυρηλιανική Δακία και ο Μαλάλας τον ονομάζει «Λέων ὁ μέγας ὁ Βέσσος».

Malalas-Leo-Dacian

Το εθνωνύμιο «Παίονες» θα επιβιώσει στην ύστερη ελληνική γραμματεία της Ρωμαϊκής περιόδου, δηλώνοντας όμως έναν εντελώς διαφορετικό πληθυσμό. Ο όρος «Παίονες» ήδη κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα είναι πια ένα πιο «ποιητικό» υποκατάστατο του «πεζού» όρου Παννόνιοι.

Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός γράφει στον Μισωπώγωνα ότι οι Μυσοί που κατοικούν στις «ἠιόνες» (= «όχθες») του Ίστρου, από τους οποίους κατάγεται το «γένος» του (η οικογένειά του, δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου), «μεταξύ των “Παιόνων” και των Θρακών», οι «Παίονες» που έχει κατά νου είναι οι Παννόνιοι, αλλιώς το χωρίο δεν έχει νόημα.

[Μισοπώγων, κεφ. 11] καὶ τοῖς ἐν μέσῳ κειμένοις Θρᾳκῶν καὶ Παιόνων ἐπ̓ αὐταῖς Ἴστρου ταῖς ᾐόσι Μυσοῖς, ὅθεν δὴ καὶ τὸ γένος ἐστί μοι πᾶν ἄγροικον, αὐστηρόν, ἀδέξιον, ἀναφρόδιτον, ἐμμένον τοῖς κριθεῖσιν ἀμετακινήτως: ἃ δὴ πάντα ἐστὶ δείγματα δεινῆς ἀγροικίας.

Pannonians

Ο σύγχρονος του Αττίλα Πρίσκος, έναν αιώνα μετά τον Ιουλιανό, γράφει για τον Παννόνιο Ρωμαίο Ορέστη που πήγε με τους Ούννους κι έγινε στενός συνεργάτης του Αττίλα:

ᾤκει τὴν πρὸς τῷ Σάῳ ποταμῷ Παιόνων χώρα

Η χώρα των «Παιόνων» προς τον ποταμό Σάο/Σάβο/Sava είναι φυσικά η Παννονία.

Priskos-Paiones

Οι μεσαιωνικοί Ρωμαίοι (= «Βυζαντινοί») θα συνεχίσουν αυτήν την παράδοση «Παίονες» = Παννόνιοι, χαρακτηρίζοντας ως «Παίονες» (ή «Δάκες») τους Ούγγρους που εγκαταστάθηκαν στην Παννονική Πεδιάδα. Όταν ο Νικήτας Χωνιάτης γράφει:

[Χωνιάτης, Μανουήλ Κομνηνός, 3.100] Ἀλλοὗτος αὖθις κατὰ Παιόνων, οὓς καὶ Οὔννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέταξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, διὧν καὶ οὗτοι ἐφοδιάσονται τὰ βιώσιμα καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συναροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημάτων σπανίζειν ἤμελλον. ὡς οὖν εἰς ἓν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασιλέα πόλις ἡ Σαρδική, ἣ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. καιρὸν δοὐχὶ πολὺν προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαίνει σατράπην·

οι «Παίονες που λέγονται και Ούννοι» της εποχής του Μανουήλ Κομνηνού είναι φυσικά οι Ούγγροι.

Choniates-Paiones

Η παράδοση Ούγγροι = Παννόνιοι = «Παίονες» είναι παλαιότερη του Χωνιάτη (έγραψε γύρω στο 1200 μ.Χ.), γιατί ο Ιωάννης Τζέτζης (~1155 μ.Χ.) θεωρεί ως «αγεωγράφητα βόδια»βουβάλια») όσους πιστεύουν ότι «Παίονες» είναι οι Ούγγροι. Κατά τον Τζέτζη, ο κλασικίζων όρος «Παίονες» πρέπει να χαρακτηρίζει τους Βούλγαρους (η καρδιά του θέματος Βουλγαρίας αντιστοιχούσε χονδρικά στην αρχαία Παιονία) που κάποτε έλεγχαν σχεδόν όλα τα μέρη μεταξύ Δυρραχίου και Κωνσταντινουπόλεως και πάνω από την Πίνδο και την Λάρισα, μέχρι που τους συνέτριψε παντελώς τον αυχένα ο «κράτιστος» Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, κάνοντάς τους «δούλους» του Ρωμαϊκού κράτους (= ισχύος).

Παίονες δὲ οἱ Βούλγαροι, μὴ πείθου τοῖς βουβάλοις,

Ἄλλους τινὰς τοῦς Παίονας νομίζειν παρὰ τούτους,

οἵ Ἀξιὸν νομίζουσι ἕτερον τοῦ Βαρδάρη,

[…]

Ἀπὸ τοῦ Πίνδου ὄρους δὲ καὶ τῶν μερῶν Λαρίσσης

Καὶ ἐκ τοῦ Δυρραχίου δὲ πάλαι κρατοῦντες ῇσαν,

Μέχρι σχεδὸν τῆς πόλεως αὐτῆς τῆς Κωνσταντίνου,

Ἄχρι τοῦ αὐτοκράτορος κρατίστου Βασιλείου,

Ὅς παντελῶς συνέτριψεν ἐκείνων τὸν αὐχένα,

Καὶ δούλους τούτους τέθεικε τῷ τῶν Ῥωμαίων κράτει.

Tzetzes Paiones

Φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία για τους Βούλγαρους ως «δούλους» των Ρωμαίων. Έγιναν κανονικοί χριστιανοί υπήκοοι του βυζαντινού θέματος Βουλγαρίας, σχηματίζοντας θεματικό στρατό (Βουλγαρική «χείρ» ή Βουλγαρικαί «δυνάμεις») και κάποιοι Βούλγαροι ζουπάνοι έγιναν στρατηγοί σε άλλα βυζαντινά θέματα και σύμβουλοι αυτοκρατόρων, με την ιδιαιτερότητα ότι διατήρησαν την αυτόνομη Αρχιεπισκοπή Οχρίδος και Πάσης Βουλγαρίας (αυτόνομη από το Πατριαρχείο, διότι ο Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας διοριζόταν από τον αυτοκράτορα) και την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (~ Παλαιά Βουλγαρική) ως γλώσσα του εκκλησιασμού τους. «Δούλοι» ήταν ένας όρος που χρησιμοποιούσαν για τους Βούλγαρους οι ειπηρμένοι αττικίζοντες των «Θεάτρων» της Κωνσταντινουπόλεως, όπως ο Τζέτζης και η Κομνηνή (η δεύτερη μόνον όταν πρέπει να φορτώσει την ευθύνη του πραξικοπήματος του Αλεξίου στους «σθλαβογενείς βάρβαρους δούλους» Βορίλο και Γερμανό, που ήταν σύμβουλοι και παραδυναστεύοντες του προηγούμενου αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη).

Εδώ κλείνω την πρώτη ανάρτηση με τα ιστορικά προλεγόμενα. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι αφιερωμένη στην εθνογλωσσική εξέταση των αρχαίων Παιόνων.

14 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Ιστορία