Tag Archives: μακεδόνες

Το ολίσθημα του Tudor Dinu με τον Σταυρινό

Στη σημερινή ανάρτηση θα σχολιάσω ένα ενδιαφέρον ολίσθημα του Ρουμάνου ελληνιστή Tudor Dinu από το άρθρο του:

H διαµόρφωση εθνοτικών ταυτοτήτων στα Βαλκάνια στις αρχές του ΙΖ΄ αιώνα σύµφωνα µε τα ποιήµατα του Σταυρινού και του Ματθαίου Μυρέων

Σχολιάζοντας ορισμένους στίχους του Σταυρινού (βηστιάρης του βοεβόδα της Βλαχίας Μιχαήλ του Γενναίου από το χωριό Μαλτσιάνη/Maliçan κοντά στους Αγίους Σαράντα) όπου οι αρχαίοι Μακεδόνες παρουσιάζονται ως πρόγονοι των Ρωμαίων της εποχής του, ο Dinu καταλήγει στο συμπέρασμα «το παρόν χωρίο είναι αξιοσηµείωτο επειδή µαρτυρεί την ύπαρξη ελληνικής εθνικής συνείδησης, έστω και σε υποτυπώδη µορφή Continue reading

Advertisements

49 Comments

Filed under Εθνολογία

ἰζέλα = ἀγαθή τύχη, Μακεδόνες

Διάβασα μία πολύ ωραία ετυμολογική πρόταση για το μακεδονικό λήμμα του Ησυχίου ἰζέλα = ἀγαθή τύχη, Μακεδόνες.

Για να καταλάβετε την ετυμολογία που προτείνεται πρέπει να γνωρίζετε δύο πράγματα:

1) Την εξέλιξη ΙΕ *tw>ts>s στην Ελληνική γλώσσα:

– *teuh2- ~ *twh2-: *twawos > tsawos > σάϝος > σάος ~ σῶς (αρχικά «ακέραιος», «πλήρης σε δύναμη»). Στο πανελλήνιο όνομα Σωκλῆς αντιστοιχεί το συντηρητικότερο Κυπριακό Σαϝο-κλέϝης.

teuh2

twawos

Εδώ πρέπει να πω πως η αρχική σημασία του αρχαίου σῶς/σημερινού σώος = «ακέραιος» ως «δυνατός, πλήρης σε δύναμη» διατηρήθηκε στο αρχαίο επίθετο του θεού Ερμή σῶκος (= σάϝο-κος).

– *twer- «έχω, κρατώ» > *twer-jeh2 > *twerjà > *tserjà > σερjά > σειρά = «σχοινί, λάσσο» (= μέσο κατακράτησης) και το παράγωγο Σειρήνες = «Σαγηνεύτριες» (σαγήνη = δίχτυ ψαρέματος)

– *tweis- «σείω, ταρακουνώ» > *tweis-ō > *tseih-ō > σείω (με το αρχικό /s/ της ρίζας να διατηρείται σε μη μεσοφωνηεντική θέση λ.χ. σεισμός, σειστός κλπ).

tw

2) Ότι το ενδιάμεσο προστριβόμενο /ts/ κατάφερε να επιβιώσει σε γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές του αρχαίου ελληνόφωνου κόσμου, όπως το Μεταπόντιον της Μεγάλης Ελλάδος, όπου αποδίδεται γραπτά με το γράμμα «ζ» (το οποίο κανονικά αποδίδει τον ήχο dz>zd λ.χ. *kwtr.-ped-jeh2 > τράπεδ-jα > τράπεdzα > τράπεζα ~ τράπεσδα και Ἀθήνασδε ~ Ἀθήναζε όπως Ἄργοσδε). Σε μία αρχαϊκή επιγραφή του 6ου π.Χ. αιώνα από το Μεταπόντιον ο τύπος τέζαρα (=/tetsara/) χρησιμοποιείται αντί των τυπικών τέσσαρα/τέτταρα. Ως γνωστόν, το ελληνικό τέσσαρες/τέτταρες προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό *kwetwr.- του ΙΕ *kwetwores.

tezara

Αυτό σημαίνει ότι οι «Αχαιοί» άποικοι που ίδρυσαν το Μεταπόντιον γύρω στο 700 π.Χ. φαίνεται να έφεραν μαζί τους τον πρώιμο ελληνικό τύπο /tetsares/ και να τον διατήρησαν λόγω της γεωγραφικής τους απομόνωσης.

Ότι το γράμμα «ζ» χρησιμοποιείται ενίοτε για να αποδώσει τους προστριβόμενους ήχους /ts/ και /dz/ που δεν υπήρχαν στην Αττική κοινή φαίνεται τόσο από το Θρακικό όνομα που απαντά σε επιγραφές της περιοχής Στρυμόνα και Νέστου ως  Ζυκουλαίσης/Ζυκουλήσης/Τσουκολείζις όσο και από το γεγονός ότι όταν οι Αρκάδες εγκατέλειψαν το τοπικό τους αλφάβητο για το κοινό αττικο-ιωνικό, χρησιμοποίησαν το γράμμα «ζ» ως αντικαταστάτη του Αρκαδικού γράμματος «τσαν» (= «σαν») που χρησιμοποιόταν παραδοσιακά για να αποδώσει τους προστριβόμενους ήχους /ts/ και /dz/ που προέκυψαν ειδικά σε αυτή την διάλεκτο από τα χειλοϋπερωικά *kw,gw πριν από τα πρόσθια φωνήεντα e,i (λ.χ. ΙΕ *kwis > αττικό τις, θεσσαλικό κις, αρκαδικό иις (= /tsis/ και τα αρκαδικά λήμματα *gwel- > ζέλλω =βάλλω και *gwerh3- > ζέρεθρον = βέρεθρον/βάραθρον).

zykuleses

Με όλα τα παραπάνω κατά νου ας δούμε την μακεδονική ευχή ἰζέλα = ἀγαθή τύχη. Ο Πολωνός γλωσσολόγος Wojciech Sowa πιστεύει πως ἰζέλᾱ = /itsèla/ < etw-èlā =«αληθινή (τύχη)» από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *setew- «αληθής» που έδωσε τα ελληνικά ἐτεϝ-ός και ἔτυ-μος . Στον υπόλοιπο αρχαιοελληνικό κόσμο είναι γνωστές οι ευχές ἐτεά τύχη = ἀληθής τύχη και ἐτεαί τύχαι = ἀληθεῖς τύχαι.

izela

H τροπή του e>i *etsèla > ζέλᾱ (σύγχυση ε~ι) ήταν τυπικό διαλεκτικό φαινόμενο σε Μακεδονία, Θεσσαλία και Βοιωτία. Η λέξη στία λ.χ. απαντά επιγραφικά συνήθως ως στία στις περισσότερες μη αττικές διαλέκτους.

estia

Με άλλα λόγια, οι Μακεδόνες, όπως και οι Αρκάδες και οι Μεταπόντιοι, εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης διατήρησαν παλαιότερους προστριβόμενους ήχους της Ελληνικής, τους οποίους αργότερα δεν ήξεραν πως να αποδώσουν με το «κοινό» αττικο-ιωνικό αλφάβητο. Η λύση που υιοθέτησαν και οι τρεις τους ήταν να χρησιμοποιήσουν το γράμμα «ζ» για την απόδοση των ιδιαίτερων προστριβόμενων ήχων τους.

Η πρόταση ἰζέλᾱ = /etsèlā/ < ἐτϝ-έλᾱ με ώθησε να ξανασκεφτώ την άποψη μου πάνω στο άλλο μακεδονικό λήμμα του Ησυχίου Ζειρηνίς = Ἀφροδίτη ἐν Μακεδονίᾳ :

ζείρη· μίτρα. ταινία. διάδημα. πέρα, ἤγουν ποδεᾶ

Ζειρηνίς· Ἀφροδίτη ἐν Μακεδονίᾳ

ζειρόν· ποικίλον r.

Ενώ παλαιότερα πίστευα, όπως και ο Mendez-Dosuna (βλέπε τέλος ανάρτησης) πως το λήμμα δείχνει απλά την τυπική μακεδονική τάση ηχηροποίησης των εξακολουθητικών (= συρριστικά και τριβόμενα) συμφώνων s>z: Σειρηνίς > Ζειρηνίς («Σειρηνίς» = που σαγηνεύει όπως οι Σειρήνες) που βλέπουμε και στο ΙΕ *aliso > ἄλιζα , η πρόταση του Sowa μου θύμισε πως ο όρος Σειρήνες προέρχεται επίσης από ένα ΠΙΕ */tw/ (ρίζα *twer- παραπάνω) και, επομένως, μπορεί να είναι μια προσπάθεια απόδοσης του προστριβόμενου *tw>ts, όπως το μακεδονικό ἰζέλα = etsela < etwela, το θρακικό Ζυκουλήσης/Τσουκολείζις και το τέζαρα της αρχαϊκής επιγραφής του Μεταποντίου.

Αυτή η χρήση του «ζ» για ν΄αποδώσει τον προστριβόμενο ήχο /ts/ φαίνεται να υποστηρίζει την πρόταση του Μιλτιάδη Χατζόπουλου ότι το περίεργο σύμπλεγμα «σζ» στο επίθετο του θεού Απόλλωνα Μεσζορίσκος/Μεσζωρίσκος σε επιγραφές της δυτικής Ελιμείας (Ξηρολίμνη Κοζάνης) είναι μια προσπάθεια απόδοσης του προστριβόμενου *medhjos > μέθjoς > /mètsos/ > μέσ(σ)ος (λ.χ. *n.-budh-jos > ἀβύθjος > /abutsos/ > ἄβυσσος) που διατηρήθηκε διαλεκτικά στην Μακεδονία. Ο Ησύχιος μας δίνει το λήμμα μέσωρος = «μέσος» (ανάμεσα στους όρους) και «έφηβος» (ἐν τῇ δέκα ἐτῶν ἡλικία ~ teenager). Το «ω» οφείλεται στην εφαρμογή του εκτατικού νόμου του Wackernagel στα ελληνικά σύνθετα όπως:

παν+γυρις > πανγυρις > πανήγυρις , στρατός/στρότος+γός > στρατγός ~ στρατηγός ~ στρότγος , δυς+ζω/σμή > δυσώδης/δυσωδία , ἐπὶ+νυμα > ἐπώνυμος

μέσωρον· μέσον

μέσωρ· μέσως

μεσσωτήρ· ὁ μεσιτεύων κατὰ τὸν ἀγῶνα*

μεστή· γέμουσα (Nah. 1,10) ASs

μεστόν· πλῆρες (Esth. 5,2) r*

μέστακα· τὴν μεμασημένην τροφήν AS

μέσφα· ἕως r. [μέχρι A καὶ ἀφ’ οἵου χρόνου

μέσφ’ ὅτε· μέχρις ὅτε (Callim. fr. 260,4 ..)

μέσωρα· ἐν τῇ δέκα ἐτῶν ἡλικίᾳ. καὶ παρήλικα. καὶ ἀγγεῖα, καὶ παίγνια, οἷς ἔχαιρον, καὶ τὰ ὅπλα, οἷς ἐχρῶντο καὶ παῖδες ὄντες, καὶ ἔφηβοι, καὶ τελειωθέντες

Επομένως, το επίθετο Μεσζορίσκος/Μεσζωρίσκος σημαίνει ή ότι ο ναός του Απόλλωνα ήταν «μέσωρος» (πάνω στα όρια Ελιμείας και Ορεστίδος) ή ότι ο θεός λατρευόταν ως έφηβος (= νεᾱνίσκος), όπως και στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδος, μιας και ο Απόλλων ήταν ο par excellence ἀκερσεκόμης κοῦρος = έφηβος.

Apollo

Επαναλαμβάνω ότι εγώ προσωπικά συμφωνώ με την κριτική του Julian Mendez-Dosuna στις απόψεις του Χατζόπουλου, με τον πρώτο να βλέπει το άτυπο «σζ» καλύτερα εξηγήσιμο ως προϊόν της τυπικής μακεδονικής τάσεως για ηχηροποίηση των εξακολουθητικών συμφώνων (συρριστικό s>z και τα τριβόμενα /f,θ,χ/>/v,δ,γ/) λ.χ. Διονύσιος > Διονύζιος ~ *aliso > ἄλιζα ~ Σειρηνίς > Ζειρηνίς, όπως Φερενίκᾱ > Βερενίκᾱ. Η τροπή αυτή είναι πιθανότερη και συνέβη και στην Γερμανική και Ολλανδική γλώσσα (λ.χ. αγγλικό seven ~ ολλανδικό zeven και αγγλικό father ~ ολλανδικό vader). Αν όμως δεχτούμε την ετυμολογική πρόταση του Sowa για ἰζέλα = /itsèla/ < etwèlā τότε η πρόταση του Χατζόπουλου γίνεται λιγότερο απίθανη.

Meszoriskos

Έτσι, κλείνω την ανάρτηση με μια μικροδιόρθωση της πρότασης του Sowa που βασίζεται στην κριτική του Mendez-Dosuna. Αντί για διατήρηση του πρώιμου ελληνικού /ts/, το «ζ» του ἰζέλα μπορεί να αποδίδει μεταγενέστερη ηχηροποίηση s>z του κανονικού ελληνικού /s/. Δηλαδή, τόσο το ἰζέλᾱ όσο και το Ζειρηνίς μπορεί κάλλιστα να περιέχουν ένα *tw που ακολούθησε κανονικά την ελληνική πορεία *tw>ts>s και το παραχθέν /s/ να ηχηροποιήθηκε σε /s/>/z/ όπως στα *aliso > ἄλιζα και Διονύσιος > Διονύζιος.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #5: Εθνολογικά

(συνέχεια από το μέρος #4)

Παρακάτω θα περιγράψω το που τοποθετούν τους Μακεδόνες επί του φάσματος Έλληνες-Βάρβαροι ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ισοκράτης και ο Δημοσθένης.

1) Ηρόδοτος:

Ο Ηρόδοτος γράφει γύρω στο 435 π.Χ. Είναι από τους λίγους συγγραφείς που μας προσδιορίζουν με ακρίβεια τι εννοούν όταν θεωρούν κάποιον Έλληνα:

[8.144] πολλά τε γὰρ καὶ μεγάλα ἐστι τὰ διακωλύοντα ταῦτα μὴ ποιέειν μηδ᾽ ἢν ἐθέλωμεν, πρῶτα μὲν καὶ μέγιστα τῶν θεῶν τὰ ἀγάλματα καὶ τὰ οἰκήματα ἐμπεπρησμένα τε καὶ συγκεχωσμένα, τοῖσι ἡμέας ἀναγκαίως ἔχει τιμωρέειν ἐς τὰ μέγιστα μᾶλλον ἤ περ ὁμολογέειν τῷ ταῦτα ἐργασαμένῳ, αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα, τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὖ ἔχοι.

Με άλλα λόγια, η ελληνικότητα καθορίζεται από το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομοηθές. Έτσι για να είναι κάποιος Έλληνας πρέπει να αποδείξει ότι κατάγεται από τον μυθικό γεννάρχη Ἐλληνα, ότι μιλάει την ελληνική γλώσσα, ότι έχει τους ίδιους ναούς με τους υπόλοιπους Έλληνες και κάνει τις ίδιες θυσίες και, τέλος, ότι έχει τις ίδιες συνήθειες με τους υπόλοιπους Έλληνες.

Στην εξέταση των Μακεδόνων πρέπει να διαχωρίσουμε μεταξύ της ταυτότητας του βασιλικού οίκου των Αργεαδών και της ταυτότητας του υπήκοου Μακεδονικού έθνους.

Το ότι ο Ηρόδοτος θεωρούσε το Μακεδονικό έθνος ελληνικό φαίνεται από την ταύσιση που κάνει μεταξύ Μακεδνών και Δωριέων. Με αυτόν τον τρόπο και μέσω των Δωριέων, οι Μακεδόνες έχουν σαν απώτερη μυθική κοιτίδα την Φθία του βασιλιά Έλληνος όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες και εντάσσονται στους απογόνους του Δώρου:

[1.56] ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ.  ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνοςκαὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα. ἐπὶ μὲν γὰρ Δευκαλίωνος βασιλέος οἴκεε γῆν τὴν Φθιῶτιν, ἐπὶ δὲ Δώρου τοῦ Ἕλληνος τὴν ὑπὸ τὴν Ὄσσαν τε καὶ τὸν Ὄλυμπον χώρην, καλεομένην δὲ Ἱστιαιῶτιν: ἐκ δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος ὡς ἐξανέστη ὑπὸ Καδμείων, οἴκεε ἐν Πίνδῳ Μακεδνὸν καλεόμενον: ἐνθεῦτεν δὲ αὖτις ἐς τὴν Δρυοπίδα μετέβη καὶ ἐκ τῆς Δρυοπίδος οὕτω ἐς Πελοπόννησον ἐλθὸν Δωρικὸν ἐκλήθη.

Αυτη η γενεαλογία φυσικά κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα μιας και το παλαιότερο ψευδο-ησιοδικό ποίημα συνδέει τους Μακεδόνες με τους Αιολείς Μάγνητες, ενώ ο Ελλάνικος λίγο αργότερα από τον Ηρόδοτο θα εντάξει τους Μακεδόνες στην Ελληνική οικογένεια ως απογόνους του Αιόλου.

Ο Ηρόδοτος επαναλαβάνει την σχέση Δωριέων και Μακεδόνων όταν γράφει:

[8.43] ἐστρατεύοντο δὲ οἵδε: ἐκ μὲν Πελοποννήσου Λακεδαιμόνιοι ἑκκαίδεκα νέας παρεχόμενοι, Κορίνθιοι δὲ τὸ αὐτὸ πλήρωμα παρεχόμενοι καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ: Σικυώνιοι δὲ πεντεκαίδεκα παρείχοντο νέας, Ἐπιδαύριοι δὲ δέκα, Τροιζήνιοι δὲ πέντε, Ἑρμιονέες δὲ τρεῖς, ἐόντες οὗτοι πλὴν Ἑρμιονέων Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος, ἐξ Ἐρινεοῦ τε καὶ Πίνδου καὶ τῆς Δρυοπίδος ὕστατα ὁρμηθέντες. οἱ δὲ Ἑρμιονέες εἰσὶ Δρύοπες, ὑπὸ Ἡρακλέος τε καὶ Μηλιέων ἐκ τῆς νῦν Δωρίδος καλεομένης χώρης ἐξαναστάντες.

Δηλαδή οι Λακεδαιμόνιοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, και οι Τροιζήνιοι ανήκαν στο «Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος», ενώ οι Ερμιονείς ήταν Δρύοπες.

Ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει την Μακεδονία ανάμεσα στα Ελληνικά κράτη («Ἐλληνίδες πόλεις») που κατέκτησε ο Μαρδόνιος:

[6.44] αὗται μὲν ὦν σφι πρόσχημα ἦσαν τοῦ στόλου: ἀτὰρ ἐν νόῳ ἔχοντες ὅσας ἂν πλείστας δύνωνται καταστρέφεσθαι τῶν Ἑλληνίδων πολίων, τοῦτο μὲν δὴ τῇσι νηυσὶ Θασίους οὐδὲ χεῖρας ἀνταειραμένους κατεστρέψαντο, τοῦτο δὲ τῷ πεζῷ Μακεδόνας πρὸς τοῖσι ὑπάρχουσι δούλους προσεκτήσαντο: τὰ γὰρ ἐντὸς Μακεδόνων ἔθνεα πάντα σφι ἦν ἤδη ὑποχείρια γεγονότα.

Οι Πέρσες είχαν σκοπό να κατακτήσουν όσο γίνεται περισσότερες «Ἑλληνίδες πόλεις» έτσι, το μεν ναυτικό τους κατέκτησε τους Θάσιους, το δε πεζικό υποδούλωσε τους Μακεδόνες.

Αυτά για το Μακεδονικό έθνος. Ας δούμε τώρα τις πληροφορίες για την εθνοτική ταυτότητα του Μακεδονικού βασιλικού οίκου:

[5.22]  Ἕλληνας δὲ εἶναι τούτους τοὺς ἀπὸ Περδίκκεω γεγονότας, κατά περ αὐτοὶ λέγουσι, αὐτός τε οὕτω τυγχάνω ἐπιστάμενος καὶ δὴ καὶ ἐν τοῖσι ὄπισθε λόγοισι ἀποδέξω ὡς εἰσὶ Ἕλληνες, πρὸς δὲ καὶ οἱ τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ διέποντες ἀγῶνα Ἑλληνοδίκαι οὕτω ἔγνωσαν εἶναι. Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀεθλεύειν ἑλομένου καὶ καταβάντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο, οἱ ἀντιθευσόμενοι Ἑλλήνων ἐξεῖργόν μιν, φάμενοι οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων: Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην καὶ ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.

Δηλαδή, ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Απόγονοι του Περδίκκα λένε ότι είναι Έλληνες και αυτό είναι κάτι που και ο Ηρόδοτος συμβαίνει να γνωρίζει και θα το αποδείξει παρακάτω, αλλά και οι Ελλανοδίκες της Ολυμπίας τους αναγνώρισαν ως Έλληνες όταν ο Αλέξανδρος πήγε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς αγώνες και ορισμένοι από τους συμμετέχοντες  διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας πως οι αγώνες είναι μόνο για Έλληνες και όχι για βαρβάρους. Τότε ο Αλέξανδρος «απέδειξε» πως είναι Αργείος στην καταγωγή και κρίθηκε ως Έλλην και συντερμάτισε στην πρώτη θέση στο αγώνισμα του δρόμου.

Λίγο πιο πριν, ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο Αλέξανδρος ζήτησε από τους Πέρσες που φιλοξενούσε να δηλώσουν στον βασιλιά τους ότι φιλοξενήθηκαν από έναν Έλληνα, ύπαρχο (= Σατράπης που λογοδοτεί στον Πέρση βασιλιά) των Μακεδόνων:

 [5.20] πρὸς δὲ καὶ βασιλέι τῷ πέμψαντι ἀπαγγείλητε ὡς ἀνὴρ Ἕλλην Μακεδόνων ὕπαρχος εὖ ὑμέας ἐδέξατο καὶ τραπέζῃ καὶ κοίτῃ.

Εδώ φαίνεται να γίνεται εθνοτικός διαχωρισμός μεταξύ του «Ἐλληνικού» βασιλικού οίκου και των Μακεδόνων υπηκόων. Η ερώτηση που γεννάται είναι γιατί ο Αλέξανδρος δεν προσπάθησε να ενταχθεί στο Ελληνικόν σαν Μακεδόνας, αλλά προτίμησε να διαφοροποιηθεί από τους υπηκόους του μέσα από την κατασκευή μιας Τημενιδικής γενεαλογίας που αναγνώριζε ως Έλληνες μόνον τα μέλη του βασιλικού οίκου. Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι επίτηδες οι Αργεάδες βασιλείς προτίμησαν να διατηρήσουν τον λαό τους έξω από το ελληνικό γένος, ώστε να διαφοροποιηθούν από αυτόν. Το ίδιο έκαναν και οι Θεσσαλοί με τον αποκλεισμό των περίοικων/πενεστών από την Ελληνική γενεαλογία, ενώ οι βασιλείς των Μολοσσών με την Αιακιδική τους  καταγωγή από τον γιο του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο επίσης ξεχώριζαν από τους υπηκόους τους, όπως και οι βασιλείς της Σπάρτης, οι οποίοι, αντίθετα με τους Δωριείς υπηκόους τους, πίστευαν ότι ήταν Αχαιοί Ηρακλείδες.

[5.72] ἀντισταθείσης δὲ τῆς βουλῆς καὶ οὐ βουλομένης πείθεσθαι, ὅ τε Κλεομένης καὶ ὁ Ἰσαγόρης καὶ οἱ στασιῶται αὐτοῦ καταλαμβάνουσι τὴν ἀκρόπολιν. Ἀθηναίων δὲ οἱ λοιποὶ τὰ αὐτὰ φρονήσαντες ἐπολιόρκεον αὐτοὺς ἡμέρας δύο: τῇ δὲ τρίτῃ ὑπόσπονδοι ἐξέρχονται ἐκ τῆς χώρης ὅσοι ἦσαν αὐτῶν Λακεδαιμόνιοι. ἐπετελέετο δὲ τῷ Κλεομένεϊ ἡ φήμη. ὡς γὰρ ἀνέβη ἐς τὴν ἀκρόπολιν μέλλων δὴ αὐτὴν κατασχήσειν, ἤιε ἐς τὸ ἄδυτον τῆς θεοῦ ὡς προσερέων: ἡ δὲ ἱρείη ἐξαναστᾶσα ἐκ τοῦ θρόνου, πρὶν ἢ τὰς θύρας αὐτὸν ἀμεῖψαι, εἶπε‘ὦ ξεῖνε Λακεδαιμόνιε, πάλιν χώρεε μηδὲ ἔσιθι ἐς τὸ ἱρόν: οὐ γὰρ θεμιτὸν Δωριεῦσι παριέναι ἐνθαῦτα’ ὁ δὲ εἶπε ‘ὦ γύναι, ἀλλ᾽ οὐ Δωριεύς εἰμι ἀλλ᾽ Ἀχαιός.

Δηλαδή όταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης εισήλθε στο άδυτον την Αθηνάς Πολιάδος στην Ακρόπολη, η ιέρεια του είπε ότι απαγορεύεται η είσοδος στους Δωριείς και ο Κλεομένης απάντησε πως δεν ήταν Δωριεύς αλλά Αχαιός.

Ο J.M. Hall γράφει για το θέμα  στην σελίδα 166 του Hellenicity (University of Chicago Press, 2002):

The denial of Hellenic descent to Makedonian or Molossian populations may not be due simply to supremacist tendencies on the part of southern Greek èlites. In a society for which the reversal of fortunes constituted a familiar trope of narrative, rule over others can only be regarded as an historical contingency rather than a natural right. Divine right could be appealed to on occasion -this appears to be the case at sparta- but extraneous ethnic origins could also accentuate the difference between ruler and subject, thus in a sense naturalizing the basis for dominion. In other words, it was in the interests of the ruling families of Makedon and Molossia to represent themselves as ethnic outsiders, and even when Hellanikos did bestow Hellenic descent upon the Makedonians their Aiolian descent still made them distinct from their Heraklid rulers. A similar strategy appears to be in operation in the Greek mainland during the Archaic period: Akhaian “Heraklids” exercised hegemony over the Dorians of Sparta and the Aiolians of Thessaly, while the Peisistratid tyrants of Athens are said to have been originally Neleids from Pylos.

To τελευταίο χωρίο του Ηροδότου που μας ενδιαφέρει είναι ακόμα μια διαφήμιση την ελληνικής καταγωγής του Αλεξάνδρου λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών:

 [9.45] αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα. λέγω δὲ ὦν ὅτι Μαρδονίῳ τε καὶ τῇ στρατιῇ τὰ σφάγια οὐ δύναται καταθύμια γενέσθαι: πάλαι γὰρ ἂν ἐμάχεσθε. νῦν δέ οἱ δέδοκται τὰ μὲν σφάγια ἐᾶν χαίρειν, ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ συμβολὴν ποιέεσθαι: καταρρώδηκε γὰρ μὴ πλεῦνες συλλεχθῆτε, ὡς ἐγὼ εἰκάζω. πρὸς ταῦτα ἑτοιμάζεσθε. ἢν δὲ ἄρα ὑπερβάληται τὴν συμβολὴν Μαρδόνιος καὶ μὴ ποιέηται, λιπαρέετε μένοντες: ὀλιγέων γάρ σφι ἡμερέων λείπεται σιτία. ἢν δὲ ὑμῖν ὁ πόλεμος ὅδε κατὰ νόον τελευτήσῃ, μνησθῆναι τινὰ χρὴ καὶ ἐμεῦ ἐλευθερώσιος πέρι, ὃς Ἑλλήνων εἵνεκα οὕτω ἔργον παράβολον ἔργασμαι ὑπὸ προθυμίης, ἐθέλων ὑμῖν δηλῶσαι τὴν διάνοιαν τὴν Μαρδονίου, ἵνα μὴ ἐπιπέσωσι ὑμῖν ἐξαίφνης οἱ βάρβαροι μὴ προσδεκομένοισί κω. εἰμὶ δὲ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών.

2) Θουκυδίδης

Ο Θουκυδίδης, γράφοντας το 399 π.Χ., αποδέχεται την εφευρημένη Τημενιδική καταγωγή του μακεδονικού βασιλικού οίκου, αλλά αντίθετα με τον Ηρόδοτο, έχει τις αμφιβολίες του για την ελληνικότητα των Μακεδόνων. Οι μελετητές του Θουκυδίδη, όπως ο Simon Hornblower, πιστεύουν ότι ο ιστορικός δεν είναι σίγουρος για το που ακριβώς ανήκουν οι Μακεδόνες και τους κρατάει μετέωρους μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων.

Thucyd Makedones

Πριν παραθέσω τα σχετικά χωρία πρέπει να εξηγήσω κάτι που συνέβη επί Αλεξάνδρου. Το 468 π.Χ. το Άργος ανάγκασε τους κατοίκους των Μυκηνών να εγκαταλείψουν την πολή τους. Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι περισσότεροι από τους μισούς Μυκηναίους έγιναν αποδεκτοί από τον Αλέξανδρο και εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία:

[7.25.6] τῷ ἐν Τίρυνθι ὑπὸ τῶν Κυκλώπων καλουμένων, κατὰ ἀνάγκην δὲ ἐκλείπουσι Μυκηναῖοι τὴν πόλιν ἐπιλειπόντων σφᾶς τῶν σιτίων, καὶ ἄλλοι μέν τινες ἐς Κλεωνὰς ἀποχωροῦσιν ἐξ αὐτῶν, τοῦ δήμου δὲ πλέον μὲν ἥμισυ ἐς Μακεδονίαν καταφεύγουσι παρὰ Ἀλέξανδρον, ᾧ Μαρδόνιος ὁ Γωβρύου τὴν ἀγγελίαν ἐπίστευσεν ἐς Ἀθηναίους ἀπαγγεῖλαι: ὁ δὲ ἄλλος δῆμος ἀφίκοντο ἐς τὴν Κερύνειαν, καὶ δυνατωτέρα τε ἡ Κερύνεια οἰκητόρων πλήθει καὶ ἐς τὸ ἔπειτα ἐγένετο ἐπιφανεστέρα διὰ τὴν συνοίκησιν τῶν Μυκηναίων.

Ο Θουκυδίδης λοιπόν περιγράφει μία εκστρατεία του Βρασίδα και του στρατού του μαζί με τους Μακεδόνες του Περδίκκα και τους Έλληνες που κατοικούσαν στο Μακεδονικό βασιλείο (κατά πάσα πιθανότητα οι απόγονοι των προαναφερθέντων Μυκηναίων), αλλα και με άλλους συμμάχους από τη Χαλκιδική, όπου το όλο σώμα εκστράτευσε εναντίον των Λυγκηστών Μακεδόνων, ώστε να αναγκάσει τον βασιλιά τους Αρραβαίο να υποταχθεί στον Περδίκκα. Ο Αρραβαίος με τη σειρά του κατάφερε να εξασφαλίσει την συμμαχία των Ιλλυριών οι οποίοι είχαν αρχικά έρθει ως σύμμαχοι του Περδίκκα. Γράφει ο Θουκυδίδης:

[4.124] Βρασίδας δὲ καὶ Περδίκκας ἐν τούτῳ στρατεύουσιν ἅμα ἐπὶ Ἀρραβαῖον τὸ δεύτερον ἐς Λύγκον. καὶ ἦγον ὁ μὲν ὧν ἐκράτει Μακεδόνων τὴν δύναμιν καὶ τῶν ἐνοικούντων Ἑλλήνων ὁπλίτας, ὁ δὲ πρὸς τοῖς αὐτοῦ περιλοίποις τῶν Πελοποννησίων Χαλκιδέας καὶ Ἀκανθίους καὶ τῶν ἄλλων κατὰ δύναμιν ἑκάστων. ξύμπαν δὲ τὸ ὁπλιτικὸν τῶν Ἑλλήνων τρισχίλιοι μάλιστα, ἱππῆς δ᾽ οἱ πάντες ἠκολούθουν Μακεδόνων ξὺν Χαλκιδεῦσιν ὀλίγου ἐς χιλίους, καὶ ἄλλος ὅμιλος τῶν βαρβάρων πολύς. ἐσβαλόντες δὲ ἐς τὴν Ἀρραβαίου καὶ εὑρόντες ἀντεστρατοπεδευμένους αὑτοῖς τοὺς Λυγκηστὰς ἀντεκαθέζοντο καὶ αὐτοί. καὶ ἐχόντων τῶν μὲν πεζῶν λόφον ἑκατέρωθεν, πεδίου δὲ τοῦ μέσου ὄντος, οἱ ἱππῆς ἐς αὐτὸ καταδραμόντες ἱππομάχησαν πρῶτα ἀμφοτέρων, ἔπειτα δὲ καὶ ὁ Βρασίδας καὶ ὁ Περδίκκας, προελθόντων προτέρων ἀπὸ τοῦ λόφου μετὰ τῶν ἱππέων τῶν Λυγκηστῶν ὁπλιτῶν καὶ ἑτοίμων ὄντων μάχεσθαι, ἀντεπαγαγόντες καὶ αὐτοὶ ξυνέβαλον καὶ ἔτρεψαν τοὺς Λυγκηστάς, καὶ πολλοὺς μὲν διέφθειραν, οἱ δὲ λοιποὶ διαφυγόντες πρὸς τὰ μετέωρα ἡσύχαζον. μετὰ δὲ τοῦτο τροπαῖον στήσαντες δύο μὲν ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐπέσχον, τοὺς Ἰλλυριοὺς μένοντες, οἳ ἔτυχον τῷ Περδίκκᾳ μισθοῦ μέλλοντες ἥξειν: ἔπειτα ὁ Περδίκκας ἐβούλετο προϊέναι ἐπὶ τὰς τοῦ Ἀρραβαίου κώμας καὶ μὴ καθῆσθαι, Βρασίδας δὲ τῆς τε Μένδης περιορώμενος, μὴ τῶν Ἀθηναίων πρότερον ἐπιπλευσάντων τι πάθῃ, καὶ ἅμα τῶν Ἰλλυριῶν οὐ παρόντων, οὐ πρόθυμος ἦν, ἀλλὰ ἀναχωρεῖν μᾶλλον.

Ο στρατός του Περδίκκα λοιπόν αποτελούνταν από «Μακεδόνων τὴν δύναμιν καὶ τῶν ἐνοικούντων Ἑλλήνων ὁπλίτας». Εδώ έχουμε εθνοτική διάκριση μεταξύ Μακεδόνων και Ελλήνων κατοίκων του Μακεδονικού βασιλείου. Παρακάτω όμως έχουμε έναν τριπλό διαχωρισμό της συνολικής δύναμης σε «ὁπλιτικόν τῶν Ἑλλήνων», «ἱππῆς Μακεδόνων ξὺν Χαλκιδεῦσιν» και «ἄλλος ὅμιλος τῶν βαρβάρων πολύς». Εδώ οι Μακεδόνες και οι Χαλκιδείς «αιωρούνται» μεταξύ των Ελλήνων και του ομίλου των βαρβάρων.

[4.125]   καὶ ἐν τούτῳ διαφερομένων αὐτῶν ἠγγέλθη ὅτι οἱ Ἰλλυριοὶ μετ᾽ Ἀρραβαίου προδόντες Περδίκκαν γεγένηνται: ὥστε ἤδη ἀμφοτέροις μὲν δοκοῦν ἀναχωρεῖν διὰ τὸ δέος αὐτῶν ὄντων ἀνθρώπων μαχίμων, κυρωθὲν δὲ οὐδὲν ἐκ τῆς διαφορᾶς ὁπηνίκα χρὴ ὁρμᾶσθαι, νυκτός τε ἐπιγενομένης, οἱ μὲν Μακεδόνες καὶ τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων εὐθὺς φοβηθέντες, ὅπερ φιλεῖ μεγάλα στρατόπεδα ἀσαφῶς ἐκπλήγνυσθαι, καὶ νομίσαντες πολλαπλασίους μὲν ἢ ἦλθον ἐπιέναι, ὅσον δὲ οὔπω παρεῖναι, καταστάντες ἐς αἰφνίδιον φυγὴν ἐχώρουν ἐπ᾽ οἴκου, καὶ τὸν Περδίκκαν τὸ πρῶτον οὐκ αἰσθανόμενον, ὡς ἔγνω, ἠνάγκασαν πρὶν τὸν Βρασίδαν ἰδεῖν (ἄπωθεν γὰρ πολὺ ἀλλήλων ἐστρατοπεδεύοντο) προαπελθεῖν. Βρασίδας δὲ ἅμα τῇ ἕῳ ὡς εἶδε τοὺς Μακεδόνας προκεχωρηκότας τούς τε Ἰλλυριοὺς καὶ τὸν Ἀρραβαῖον μέλλοντας ἐπιέναι, ξυναγαγὼν καὶ αὐτὸς ἐς τετράγωνον τάξιν τοὺς ὁπλίτας καὶ τὸν ψιλὸν ὅμιλον ἐς μέσον λαβὼν διενοεῖτο ἀναχωρεῖν. ἐκδρόμους δέ, εἴ πῃ προσβάλλοιεν αὐτοῖς, ἔταξε τοὺς νεωτάτους, καὶ αὐτὸς λογάδας ἔχων τριακοσίους τελευταῖος γνώμην εἶχεν ὑποχωρῶν τοῖς τῶν ἐναντίων πρώτοις προσκεισομένοις ἀνθιστάμενος ἀμύνεσθαι. καὶ πρὶν τοὺς πολεμίους ἐγγὺς εἶναι, ὡς διὰ ταχέων παρεκελεύσατο τοῖς στρατιώταις τοιάδε.

Όταν έγινε γνωστό ότι οι Ιλλυριοί πρόδωσαν τον Περδίκκα και συμμάχησαν με τους Λυγκηστές, «οἱ μὲν Μακεδόνες καὶ τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων εὐθὺς φοβηθέντεςκαταστάντες ἐς αἰφνίδιον φυγὴν ἐχώρουν ἐπ᾽ οἴκου», δηλαδή οι Μακεδόνες και το πλήθος των βαρβάρων φοβήθηκαν και αποχώρησαν αφήνοντας τον Βρασίδα και τον στρατό του μαζί με τους Χαλκιδείς να αντιμετωπίσουν τους Λυγκηστές και τους Ιλλυριούς. Εδώ  έχουμε ξανά αντιπαράθεση μεταξύ Μακεδόνων και των βαρβάρων (ο «ἄλλος ὅμιλος τῶν βαρβάρων πολύς» του προηγούμενου χωρίου).

[4.126] ‘εἰ μὲν μὴ ὑπώπτευον, ἄνδρες Πελοποννήσιοι, ὑμᾶς τῷ τε μεμονῶσθαι καὶ ὅτι βάρβαροι οἱ ἐπιόντες καὶ πολλοὶ ἔκπληξιν ἔχειν, οὐκ ἂν ὁμοίως διδαχὴν ἅμα τῇ παρακελεύσει ἐποιούμην: νῦν δὲ πρὸς μὲν τὴν ἀπόλειψιν τῶν ἡμετέρων καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων βραχεῖ ὑπομνήματι καὶ παραινέσει τὰ μέγιστα πειράσομαι πείθειν. ἀγαθοῖς γὰρ εἶναι ὑμῖν προσήκει τὰ πολέμια οὐ διὰ ξυμμάχων παρουσίαν ἑκάστοτε, ἀλλὰ δι᾽ οἰκείαν ἀρετήν, καὶ μηδὲν πλῆθος πεφοβῆσθαι ἑτέρων, οἵ γε μηδὲ ἀπὸ πολιτειῶν τοιούτων ἥκετε, ἐν αἷς οὐ πολλοὶ ὀλίγων ἄρχουσιν, ἀλλὰ πλεόνων μᾶλλον ἐλάσσους, οὐκ ἄλλῳ τινὶ κτησάμενοι τὴν δυναστείαν ἢ τῷ μαχόμενοι κρατεῖν. βαρβάρους δὲ οὓς νῦν ἀπειρίᾳ δέδιτε μαθεῖν χρή, ἐξ ὧν τε προηγώνισθε τοῖς Μακεδόσιν αὐτῶν καὶ ἀφ᾽ ὧν ἐγὼ εἰκάζω τε καὶ ἄλλων ἀκοῇ ἐπίσταμαι, οὐ δεινοὺς ἐσομένους.

Εδώ ο Βρασίδας ονομάζει το στρατό του «Πελοποννήσιους», αλλά πρέπει να ήταν μαζί του και οι Χαλκιδείς ιππείς. Οι εχθροί (Λυγκηστές και Ιλλυριοί) χαρακτηρίζονται συνολικά βάρβαροι. Παρακάτω λέει στους άνδρες του πως λόγω απειρίας φοβούνται τους βάρβαρους και θα έπρεπε να γνωρίζουν από την προηγούμενη μάχη που είχαν με το μακεδονικό μέρος αυτών (των βαρβάρων) ότι δεν είναι δεινοί πολεμιστές.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι Λυγκηστές χαρακτηρίζονται Μακεδόνες τόσο από τον Βρασίδα εδώ όσο και από τον Θουκυδίδη σε άλλο σημείο, σε μια περίοδο που δεν είναι ενσωματωμένοι στο Μακεδονικό βασίλειο. Είδαμε ότι η όλη εκστρατεία ξεκίνησε ώστε να καθυποτάξει ο Περδίκκας τους Λυγκηστές στο Μακεδονικό βασίλειο. Ίσως εδώ ό Βρασίδας και ο Θουκυδίδης να έχουν παραπληροφορηθεί από τον Περδίκκα ότι οι Λυγκηστές ήταν «Μακεδόνες στασιαστές» και όχι ανεξάρτητο Ηπειρωτικό φύλο το οποίο ο Μακεδόνας βασιλιάς προασπαθούσε να καθυποτάξει. Η ειρήνη μεταξύ Λυγκηστών και Μακεδόνων θα επέλθει όταν ο πατέρας του Φιλίππου Αμύντας θα παντρευτεί την Ευρυδίκη των Λυγκηστών, ενώ η πλήρης προσάρτησή τους ως Άνω Μακεδόνες θα γίνει επί Φιλίππου. Λίγο παρακάτω, ο Θουκυδίδης αντιπαραθέτει τους Έλληνες του Βρασίδα στους βάρβαρους αντιπάλους τους, τους οποίους κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή:

[4.128] ὁ δὲ γνοὺς προεῖπε τοῖς μεθ᾽ αὑτοῦ τριακοσίοις, ὃν ᾤετο μᾶλλον ἂν ἑλεῖν τῶν λόφων, χωρήσαντας πρὸς αὐτὸν δρόμῳ, ὡς τάχιστα ἕκαστος δύναται, ἄνευ τάξεως, πειρᾶσαι ἀπ᾽ αὐτοῦ ἐκκροῦσαι τοὺς ἤδη ἐπόντας βαρβάρους, πρὶν καὶ τὴν πλέονα κύκλωσιν σφῶν αὐτόσε προσμεῖξαι. καὶ οἱ μὲν προσπεσόντες ἐκράτησάν τε τῶν ἐπὶ τοῦ λόφου, καὶ ἡ πλείων ἤδη στρατιὰ τῶν Ἑλλήνων ῥᾷον πρὸς αὐτὸν ἐπορεύοντο: οἱ γὰρ βάρβαροι καὶ ἐφοβήθησαν, τῆς τροπῆς αὐτοῖς ἐνταῦθα γενομένης σφῶν ἀπὸ τοῦ μετεώρου,καὶ ἐς τὸ πλέον οὐκέτ᾽ ἐπηκολούθουν, νομίζοντες καὶ ἐν μεθορίοις εἶναι αὐτοὺς ἤδη καὶ διαπεφευγέναι. Βρασίδας δὲ ὡς ἀντελάβετο τῶν μετεώρων, κατὰ ἀσφάλειαν μᾶλλον ἰὼν αὐθημερὸν ἀφικνεῖται ἐς Ἄρνισαν πρῶτον τῆς Περδίκκου ἀρχῆς.

(συνέχεια στο μέρος #6)

38 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #4: Εθνολογικά

(συνέχεια από μέρος #3)

Μένει μόνο ένα τελευταίο θέμα για ανάλυση πριν περάσω στην γλωσσολογική ανάλυση: αυτό των ταυτοτήτων.

Ήταν ή δεν ήταν εθνοτικά Έλληνες οι Μακεδόνες;

Για να απαντήσουμε στην παραπάνω ερώτηση πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποιος ήταν Έλληνας σε κάθε περίοδο. Ο Θουκυδίδης ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι στα ομηρικά έπη η ελληνική εθνοτική ταυτότητα δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί μιας και Έλληνες είναι μόνον ένα μέρος των Μυρμιδόνων, ενώ για το ευρύτερο εκστρατευτικό σώμα χρησιμοποιούνται οι όροι Αχαιοί, Δαναοί και Αργείοι. Και αφού δεν υπήρχαν Έλληνες, συνεχίζει το συλλογισμό του ο Θουκύδίδης, δεν υπήρχαν ούτε βάρβαροι που είναι όσοι δεν είναι Έλληνες. Η σκέψη του Θουκυδίδη είναι μαθηματική: εάν δεν γνωρίζεις το χ τότε δεν γνωρίζεις ούτε το συμπλήρωμα (1-χ). Ειδικότερα, η σκέψη του είναι αντιθετική (oppositional) και τέτοια ήταν σύμφωνα με τον J.M. Hall η ελληνική εθνοτική ταυτότητα μετά τους Περσικούς πολέμους, όταν οι Πέρσες αναδείχθηκαν στον κατεξοχήν Βάρβαρο, δηλαδή στον κατεξοχήν «άλλο». Στο ίδιο χωρίο βέβαια, ο Θουκυδίδης περιγράφει και τη φύση της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας πριν από τον πόλεμο, την οποία ο J.M. Hall ονομάζει aggregative (ελπίζω να το μεταφράζω σωστά ως συναθροιστική). Αυτή η πρώτη φάση ξεκινάει λίγο μετά το 600 π.Χ. όταν τα διάφορα ελληνόφωνα φύλα αρχίζουν να επινοούν γενεαλογικούς μύθους που τους προσδίδουν συγγένεια, δηλαδή καταγωγή από κοινό πρόγονο. Η κορυφή της γενεαλογίας είναι ο γενάρχης Ἕλλην. Σε αυτήν την συναθροιστική φάση, για να είσαι εθνοτικά Έλληνας έπρεπε ν΄«αποδείξεις» ότι κατάγεσαι από τον μυθικό Ἕλληνα που κάποτε βασίλευε στην Φθία. Χρειάστηκε πολύς καιρός, γράφει ο Θουκυδίδης, μέχρι να εξαπλωθεί το όνομα Ἕλληνες σε όλους.

[1.3] Δηλοῖ δέ μοι καὶ τόδε τῶν παλαιῶν ἀσθένειαν οὐχ ἥκιστα· πρὸ γὰρ τῶν Τρωικῶν οὐδὲν φαίνεται πρότερον κοινῇ ἐργασαμένη ἡ Ἑλλάς· δοκεῖ δέ μοι, οὐδὲ τοὔνομα τοῦτο ξύμπασά πω εἶχεν, ἀλλὰ τὰ μὲν πρὸ Ἕλληνος τοῦ Δευκαλίωνος καὶ πάνυ οὐδὲ εἶναι ἡ ἐπίκλησις αὕτη, κατὰ ἔθνη δὲ ἄλλα τε καὶ τὸ Πελασγικὸν ἐπὶ πλεῖστον ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι, Ἕλληνος δὲ καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἐν τῇ Φθιώτιδι ἰσχυσάντων, καὶ ἐπαγομένων αὐτοὺς ἐπ’ ὠφελίᾳ ἐς τὰς ἄλλας πόλεις, καθ’ ἑκάστους μὲν ἤδη τῇ ὁμιλίᾳ μᾶλλον καλεῖσθαι Ἕλληνας, οὐ μέντοι πολλοῦ γε χρόνου [ἐδύνατο] καὶ ἅπασιν ἐκνικῆσαι. τεκμηριοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος· πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν, οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ. οὐ μὴν οὐδὲ βαρβάρους εἴρηκε διὰ τὸ μηδὲ Ἕλληνάς πω, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἀντίπαλον ἐς ἓν ὄνομα ἀποκεκρίσθαι. οἱ δ’ οὖν ὡς ἕκαστοι Ἕλληνες κατὰ πόλεις τε ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν καὶ ξύμπαντες ὕστερον κληθέντες οὐδὲν πρὸ τῶν Τρωικῶν δι’ ἀσθένειαν καὶ ἀμειξίαν ἀλλήλων ἁθρόοι ἔπραξαν.

Αυτά για την συνάθροιση. Ας δούμε τι γράφει ο μεγάλος ιστορικός και για την αντίθεση. Οι παλαιότεροι Έλληνες, μας πληροφορεί, δεν ήταν διαφορετικοί από τους σημερινούς βαρβάρους και αυτό φαίνεται από τα πιο «καθυστερημένα φύλα της ενδοχώρας («ἠπειρώται») που διατηρούν ακόμη βάρβαρες συνήθειες όπως η έλλειψη περιτειχισμένων οικισμών, η ληστρική συμπεριφορά και η σιδηροφορία (οπλοφορία) μέσα στην πόλη. Ο αθηναίος ιστορικός ήταν υπερήφανος που ο λαός του, ήταν ο πρώτος που εγκατέλειψε τη «βάρβαρη» σιδηροφορία και υιοθέτησε «τρυφερώτερα» ήθη.

[1.4-6] οἱ γὰρ Ἕλληνες τὸ πάλαι καὶ τῶν βαρβάρων οἵ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι καὶ ὅσοι νήσους εἶχον, ἐπειδὴ ἤρξαντο μᾶλλον περαιοῦσθαι ναυσὶν ἐπ’ ἀλλήλους, ἐτράποντο πρὸς λῃστείαν, ἡγουμένων ἀνδρῶν οὐ τῶν ἀδυναωτάτων κέρδους τοῦ σφετέρου αὐτῶν ἕνεκα καὶ τοῖς ἀσθενέσι τροφῆς, καὶ προσπίπτοντες πόλεσιν ἀτειχίστοις καὶ κατὰ κώμας οἰκουμέναις ἥρπαζον καὶ τὸν πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο, οὐκ ἔχοντός πω αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον· δηλοῦσι δὲ τῶν τε ἠπειρωτῶν τινὲς ἔτι καὶ νῦν, οἷς κόσμος καλῶς τοῦτο δρᾶν, καὶ οἱ παλαιοὶ τῶν ποιητῶν τὰς πύστεις τῶν καταπλεόντων πανταχοῦ ὁμοίως ἐρωτῶντες εἰ λῃσταί εἰσιν, ὡς οὔτε ὧν πυνθάνονται ἀπαξιούντων τὸ ἔργον, οἷς τε ἐπιμελὲς εἴη εἰδέναι οὐκ ὀνειδιζόντων. ἐλῄζοντο δὲ καὶ κατ’ ἤπειρον ἀλλήλους. καὶ μέχρι τοῦδε πολλὰ τῆς Ἑλλάδος τῷ παλαιῷ τρόπῳ νέμεται περί τε Λοκροὺς τοὺς Ὀζόλας καὶ Αἰτωλοὺς καὶ Ἀκαρνᾶνας καὶ τὴν ταύτῃ ἤπειρον. τό τε σιδηροφορεῖσθαι τούτοις τοῖς ἠπειρώταις ἀπὸ τῆς παλαιᾶς λῃστείας ἐμμεμένηκεν· πᾶσα γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἐσιδηροφόρει διὰ τὰς ἀφάρκτους τε οἰκήσεις καὶ οὐκ ἀσφαλεῖς παρ’ ἀλλήλους ἐφόδους, καὶ ξυνήθη τὴν δίαιταν μεθ’ ὅπλων ἐποιήσαντο ὥσπερ οἱ βάρβαροι. σημεῖον δ’ ἐστὶ ταῦτα τῆς Ἑλλάδος ἔτι οὕτω νεμόμενα τῶν ποτὲ καὶ ἐς πάντας ὁμοίων διαιτημάτων. Ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε λινοῦς ἐπαύσαντο φοροῦντες καὶ χρυσῶν τεττίγων ἐνέρσει κρωβύλον ἀναδούμενοι τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ τριχῶν· ἀφ’ οὗ καὶ Ἰώνων τοὺς πρεσβυτέρους κατὰ τὸ ξυγγενὲς ἐπὶ πολὺ αὕτη ἡ σκευὴ κατέσχεν. μετρίᾳ δ’ αὖ ἐσθῆτι καὶ ἐς τὸν νῦν τρόπον πρῶτοι Λακεδαιμόνιοι ἐχρήσαντο καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἱ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν. ἐγυμνώθησάν τε πρῶτοι καὶ ἐς τὸ φανερὸν ἀποδύντες λίπα μετὰ τοῦ γυμνάζεσθαι ἠλείψαντο· τὸ δὲ πάλαι καὶ ἐν τῷ Ὀλυμπικῷ ἀγῶνι διαζώματα ἔχοντες περὶ τὰ αἰδοῖα οἱ ἀθληταὶ ἠγωνίζοντο, καὶ οὐ πολλὰ ἔτη ἐπειδὴ πέπαυται. ἔτι δὲ καὶ ἐν τοῖς βαρβάροις ἔστιν οἷς νῦν, καὶ μάλιστα τοῖς Ἀσιανοῖς, πυγμῆς καὶ πάλης ἆθλα τίθεται, καὶ διεζωμένοι τοῦτο δρῶσιν. πολλὰ δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἀποδείξειε τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ διαιτώμενον.

Σε αυτόν τον αντιθετικό ορισμό της ελληνικότητος, για να γίνει κάποιος Έλλην πρέπει να υιοθετήσει ορισμένα στοιχεία, όπως λ.χ. να ζει σε περιτειχισμένους οικισμούς, να μην οπλοφορεί εντός της πόλεως, να μην ζει ληστρικά κλπ. Αυτά τα αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ξεχώριζαν τους Έλληνες της εποχής του από τους βάρβαρους. Οι παλαιότεροι όμως Έλληνες που δεν είχαν αναπτύξει ακόμα αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν «ὁμοιότροποι» των βαρβάρων. Το ίδιο ίσχυε με τους πολιτισμικά καθυστερημένους «ηπειρώτες» όπως τους Λοκρούς, τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες οι οποίοι διατηρούσαν ακόμη πολλά ήθη που στα μάτια του Θουκυδίδη ήταν βάρβαρα.

Παραθέσω και μια σελίδα για τις έννοιες aggregative και oppositional του Hall:

Hall aggr-opp

Σύμφωνα με τον Hall λοιπόν, από την εξάδα κριτηρίων εθνοτικότητας του Anthony D. Smith, τα βασικότερα κατά την συναθροιστική φάση της ελληνικότητας ήταν η κοινή καταγωγή και ο κοινός τόπος κατοικίας. Η αντιθετική ελληνικότητα από την άλλη, αν και ξεκίνησε με εθνοτικά κριτήρια, γρήγορα απέκτησε πολιτισμικά κριτήρια ορισμού.

Η γενεαλογία του Έλληνος ήταν η εξής. Ο «πρώτος» άνθρωπος Δευκαλίων έκανε με την «πρώτη» γυναίκα Πύρρα έναν γιο και δύο κόρες. Ο γιος ήταν ο Έλλην, ενώ οι κόρες ήταν η Θυία και η Πανδώρα. Ο Έλλην έκανε με την Ορσηίδα τρείς γιους: τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο. Από τον τελευταίο προέκυψαν δυο γιοι: ο Ίων και ο Αχαιός. Οι αδελφές του Έλληνα ζευγαρώνοντας με τον Δία απέκτησαν η Θυία τους Μάγνητα και Μακηδόνα, η δε Πανδώρα τον Γραικό. Ο τελευταίος ήταν ο μυθικός γενάρχης των Ηπειρωτών.

Σωστά ο Hall παρατηρεί ότι Έλληνες σε αυτήν την γενεαλογία είναι μόνον τα ιστορικά φύλα των οποίων ο μυθικός γενάρχης ήταν γιος του Έλληνα. Με άλλα λόγια, οι Μακεδόνες, οι Μάγνητες, οι Ηπειρώτες και ένα σωρό άλλα φύλα που δεν αναφέρονται (Αρκάδες, Αιτωλοί κλπ) δεν θεωρούνταν (ή δεν επιθυμούσαν να είναι) Έλληνες όταν πρωτοκυκλοφόρησε η μυθική αυτή γενεαολογία γύρω στο 600 π.Χ. !!!

Το άλλο στοιχείο που παρατηρεί ο Hall είναι ότι οι Αιολείς και οι Δωριείς θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο περισσότερο Έλληνες απ΄ότι οι Ίωνες και οι Αχαιοί, διότι οι επώνυμοι των πρώτων έχουν άμεση συγγένεια με τον Έλληνα, ενω των δευτέρων έμμεση (μέσω του Ξούθου).

Το κοινό στοιχείο των Αιολέων και των Δωριεών είναι ότι είχαν σαν κοιτίδα την Θεσσαλία, ενώ το κοινό στοιχείο των Ιώνων και των Αχαιών ήταν ότι είχαν σαν κοιτίδα την Πελοπόννησο (άσχετα αν στην πραγματικότητα οι ιστορικοί Αχαιοί ήταν έπηλυ φύλο που απλώς οικειοποιήθηκε το ομηρικό όνομα «Αχαιοί»). Αυτή η  ιεράρχηση των δύο θεσσαλογενών φύλων σε υψηλότερο βαθμό από εκείνον των πελοποννησογενών, αλλά και ο αποκλεισμός των θεσσαλικών περιοίκων από την ελληνική γενεαλογία, ώθησε τον Hall να υποθέσει ότι οι Θεσσαλοί έπαιξαν κάποιο ρόλο στην δημιουργία και διάχυση αυτού του γενεαλογικού μύθου. Η ελληνική εθνοτική ταυτότητα πρωτοεμφανίζεται σε μια εποχή όπου οι Θεσσαλοί είναι το ισχυρότερο φύλο του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου και όχι μόνον ελέγχουν την Δελφική αμφικτυονία, αλλά και εμφανίζονται συχνά εκείνη την περίοδο σαν ολυμπιονίκες στην Ολυμπία. Με άλλα λόγια, έχουν μια ισχυρή παρουσία και στα δύο πανελλήνια ιερά και, κατά συνέπεια, είναι σε θέση να επιβάλλουν μια ευνοϊκή γι΄αυτούς γενεαλογία. Ο αποκλεισμός των περίοικων προφανώς έγινε διότι έπρεπε να δικαιολογηθεί η κατώτερή τους τάξη μιας και τα κατεκτημένα προθεσσαλικά ετεο-αιολικά φύλα της Θεσσαλίας ήταν στην κατάσταση των Πενεστών, το θεσσαλικό ανάλογο των Ειλώτων της Λακωνίας.

Παραθέτω τις σελίδες του Hall όπου εξηγεί τα παραπάνω:

Hall rank excl

Hall Mag-Mak

Όπως γράφει ο Hall, ο Ελλάνικος προσπάθησε στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα να διορθώσει την κατάσταση προσθέτοντας την κόρη του Έλληνα Ξενοπάτρα, σαν μητέρα των «ξεχασμένων» Ελλήνων, ενώ μετέφερε τον Μακεδόνα (και μάλλον και τον Μάγνητα) στο γένος του Αιόλου. Οι αλλαγές του δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο διότι στα χρόνια του είχε ήδη γίνει η μετάβαση από την συναθροιστική στην αντιθετική φάση της ελληνικότητας. Πλέον για τον ορισμό της ελληνικότητας, δεν είχε σημασία η μυθική καταγωγή από τον Έλληνα, όσο είχε η υιοθέτηση της αθηναϊκής «κουλτούρας», όπως θα γράψει αργότερα ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του:

[50] τοσοῦτον δ᾽ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ᾽ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.

Σωστά, οι περισσότεροι μελετητές σήμερα διαβάζουν το παραπάνω χωρίο του Ισοκράτη όχι σαν προσπάθεια επέκτασης της ελληνικής ταυτότητας στους βαρβάρους, αλλά σαν σωβινιστική συρρίκνωση της αποκλειστικά στους έχοντες αθηναϊκή κουλτούρα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις ελληνική καταγωγή για να είσαι Έλληνας, αλλά πρέπει να κατέχεις και αθηναϊκή παιδεία. Παραθέτω την ανάλυση του χωρίου από την Susanne Said:

σελ. 282 του κεφαλαίου της “The Discourse of Identity in Greek Rhetoric from Isocrates to Aristides” στο βιβλίο Ancient Perceptions of Greek Ethnicity (ed. Irad Malkin, Harvard University Press, 2001)

Last but not least, Greek identity might be inferred from Athenian identity, as is suggested by the famous sentence of Panegyricus 50: because of the cultural superiority of Athens, “the name of ‘Greek’ does not seem to indicate a common descent (genos) any longer but rather a frame of mind (dianoia). Therefore one calls ‘Greeks’ those who share our culture (paideia) rather than those who share a common nature (phusis).” This has been considered “the first and best statement of a cultural definition of Hellenism” (Trèdè, 1991). First, Isocrates does not completely abandon an earlier definition of Greek ethnicity based on a common myth of origin but rather proposes as an opinion (“seem”) an alternative definition. Second, it is not only a step in the direction of a more enlightened and more open definition but also an expression of Athenian chauvinism (Jünther 1923; Walbank 1951), since this is not an extension but a restriction of the notion of “Greek”. From now on, to be considered a Greek, it will not be enough to have Greek blood; one will also have had to have an Athenian education.

Έχοντας το παραπάνω γενικό πλαίσιο της διαμόρφωσης και εξέλιξης της ελληνικότητας ας δούμε εάν οι Μακεδόνες ταίριαζαν ή όχι.

Είδαμε ότι το ψευδο-ησιοδικό ποίημα που θέλει τους επωνύμους των Μακεδόνων και των Μαγνήτων ξαδέλφους του Έλληνα τους αποκλείει από το Ἐλληνικό γένος και πιο περίεργα από το αιολικό. Το λέω αυτό διότι αντίθετα με τους Μακεδόνες, οι Μάγνητες γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήταν αιολικό φύλο, δηλαδή μιλούσε την αιολική διάλεκτο, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές τους, ενώ ο Θεόπομπος αργότερα τους θεωρούσε μαζί με τους Περραιβούς σαν τους γνησιότερους Αιολείς και φυσικά Έλληνες όταν γράφει ότι ενώ οι Χίοι χρησιμοποιούσαν βάρβαρους για δούλους, οι Θεσσαλοί και οι Σπαρτιάτες είχαν υποδουλώσει τους ιθαγενείς ελληνικούς λαούς των περιοχών τους (Περραιβοί και Μάγνητες στην Θεσσαλία και Αχαιοί στη Λακωνία) τους οποίους αποκαλούσαν αντίστοιχα Πενέστες και Είλωτες.

Theopompus Penestai

Το ότι θεωρούνταν Αιολείς μας το ξεκαθαρίζει ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει την Θεσσαλική κατάκτηση της Αιολίδος που ονομάστηκε Θεσσαλία:

[7.176] ἔδειμαν δὲ Φωκέες τὸ τεῖχος δείσαντες, ἐπεὶ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐκ Θεσπρωτῶν οἰκήσοντες γῆν τὴν Αἰολίδα τήν νῦν ἐκτέαται. ἅτε δὴ πειρωμένων τῶν Θεσσαλῶν καταστρέφεσθαι σφέας, τοῦτο προεφυλάξαντο οἱ Φωκέες, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ θερμὸν τότε ἐπῆκαν ἐπὶ τὴν ἔσοδον, ὡς ἂν χαραδρωθείη ὁ χῶρος, πᾶν μηχανώμενοι ὅκως μή σφι ἐσβάλοιεν οἱ Θεσσαλοὶ ἐπὶ τὴν χώρην.

… σε ένα χωρίο που μπέρδεψε χρονολογικά τον Θεσσαλικό ερχομό στην Θεσσαλία και τον Θεσσαλικό επεκτατισμό του 60υ π.Χ. αιώνα όπου προσπάθησαν να κυριεύσουν τους Φωκείς, οι οποίοι έκτισαν το τείχος των Θερμοπυλών για να προστατευτούν.

Ο αποκλεισμός των Μαγνήτων από το Ἑλληνικόν γένος (που όπως έδειξα πιο πάνω κατά τον Hall ήταν έργο των Θεσσαλών) δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Στο κάτω κάτω, οι Μάγνητες αναφέρονται στην Ιλιάδα, ήταν ιδρυτικά μέλη της Αμφικτυονίας και οι περιοχή τους ήταν κατάμεστη με μύθους πασίγνωστους σε όλους τους Έλληνες (από την Ιωλκό ξεκίνησαν οι Αργοναύτες, στο Πήλιο ζούσε ο κένταυρος Χείρων κλπ). Αλλά και τα άλλα παλαιά φύλα που αναφέρονται στην Ιλιάδα και που αρχικά δεν ανήκαν στο Ἑλληνικόν γένος με τον καιρό θεωρήθηκαν Έλληνες χωρίς να δημιουργήσουν γενεαλογικούς μύθους καταγωγής από τον Έλληνα. Έτσι οι Αρκάδες εισήλθαν στο Ἑλληνικόν χωρίς να απωλέσουν την «Πελασγική» τους ταυτότητα, προφανώς διότι τους προσέδιδε υπερηφάνεια το να αναγνωρίζονται σαν το παλαιότερο φύλο της Πελοποννήσου και -μαζί με τους Κυνούριους- το μόνο αυτόχθονο και Αχαϊκό. Οι Αιτωλοί συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς αγώνες ήδη από τον 6ο αιώνα όπως μας πληοροφορεί ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει τους υποψήφιους συζύγους της Αγαρίστης την οποία ο πατέρας της Κλεισθένης (τύραννος της Σικυώνος και παππούς του ομώνυμου Αθηναίου πατέρα της δημοκρατίας) ήθελε να δώσει στον «Ἑλλήνων ἀπάντων τὸν ἄριστον»:

[6.126-7] μετὰ δὲ γενεῇ δευτέρῃ ὕστερον Κλεισθένης αὐτὴν ὁ Σικυώνιος τύραννος ἐξήειρε, ὥστε πολλῷ ὀνομαστοτέρην γενέσθαι ἐν τοῖσι Ἕλλησι ἢ πρότερον ἦν. Κλεισθένεϊ γὰρ τῷ Ἀριστωνύμου τοῦ Μύρωνος τοῦ Ἀνδρέω γίνεται θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἦν Ἀγαρίστη. ταύτην ἠθέλησε, Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον, τούτῳ γυναῖκα προσθεῖναι. Ὀλυμπίων ὦν ἐόντων καὶ νικῶν ἐν αὐτοῖσι τεθρίππῳ ὁ Κλεισθένης κήρυγμα ἐποιήσατο, ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι, ἥκειν ἐς ἑξηκοστὴν ἡμέρην ἢ καὶ πρότερον ἐς Σικυῶνα, ὡς κυρώσοντος Κλεισθένεος τὸν γάμον ἐν ἐνιαυτῷ, ἀπὸ τῆς ἑξηκοστῆς ἀρξαμένου ἡμέρης. ἐνθαῦτα Ἑλλήνων ὅσοι σφίσι τε αὐτοῖσι ἦσαν καὶ πάτρῃ ἐξωγκωμένοι, ἐφοίτεον μνηστῆρες: τοῖσι Κλεισθένης καὶ δρόμον καὶ παλαίστρην ποιησάμενος ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ εἶχε.

ἀπὸ μὲν δὴ Ἰταλίης ἦλθε Σμινδυρίδης ὁ Ἱπποκράτεος Συβαρίτης, ὃς ἐπὶ πλεῖστον δὴ χλιδῆς εἷς ἀνὴρ ἀπίκετο (ἡ δὲ Σύβαρις ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον μάλιστα), καὶ Σιρίτης Δάμασος Ἀμύριος τοῦ σοφοῦ λεγομένου παῖς. οὗτοι μὲν ἀπὸ Ἰταλίης ἦλθον, ἐκ δὲ τοῦ κόλπου τοῦ Ἰονίου Ἀμφίμνηστος Ἐπιστρόφου Ἐπιδάμνιος: οὗτος δὲ ἐκ τοῦ Ἰονίου κόλπου. Αἰτωλὸς δὲ ἦλθε Τιτόρμου τοῦ ὑπερφύντος τε Ἕλληνας ἰσχύι καὶ φυγόντος ἀνθρώπους ἐς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Αἰτωλίδος χώρης, τούτου τοῦ Τιτόρμου ἀδελφεὸς Μάλης. ἀπὸ δὲ Πελοποννήσου Φείδωνος τοῦ Ἀργείων τυράννου παῖς Λεωκήδης, Φείδωνος δὲ τοῦ τὰ μέτρα ποιήσαντος Πελοποννησίοισι καὶ ὑβρίσαντος μέγιστα δὴ Ἑλλήνων πάντων, ὃς ἐξαναστήσας τοὺς Ἠλείων ἀγωνοθέτας αὐτὸς τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγῶνα ἔθηκε: τούτου τε δὴ παῖς καὶ Ἀμίαντος Λυκούργου Ἀρκὰς ἐκ Τραπεζοῦντος, καὶ Ἀζὴν ἐκ Παίου πόλιος Λαφάνης Εὐφορίωνος τοῦ δεξαμένου τε, ὡς λόγος ἐν Ἀρκαδίῃ λέγεται, τοὺς Διοσκούρους οἰκίοισι καὶ ἀπὸ τούτου ξεινοδοκέοντος πάντας ἀνθρώπους, καὶ Ἠλεῖος Ὀνόμαστος Ἀγαίου. οὗτοι μὲν δὴ ἐξ αὐτῆς Πελοποννήσου ἦλθον, ἐκ δὲ Ἀθηνέων ἀπίκοντο Μεγακλέης τε ὁ Ἀλκμέωνος τούτου τοῦ παρὰ Κροῖσον ἀπικομένου, καὶ ἄλλος Ἱπποκλείδης Τισάνδρου, πλούτῳ καὶ εἴδεϊ προφέρων Ἀθηναίων. ἀπὸ δὲ Ἐρετρίης ἀνθεύσης τοῦτον τὸν χρόνον Λυσανίης: οὗτος δὲ ἀπ᾽ Εὐβοίης μοῦνος. ἐκ δὲ Θεσσαλίης ἦλθε τῶν Σκοπαδέων Διακτορίδης Κραννώνιος, ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων.

Βλέπουμε δηλαδή ότι στο κάλεσμα του Κλεισθένη προς όποιον Έλληνα πίστευε ότι ήταν άξιος να γίνει γαμβρός του («ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι») και στον διαγωνισμό που ακολούθησε ώστε ο Κλεισθένης «Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον» εμφανίστηκαν συν τοις άλλοις ο Αιτωλός Μάλης αδελφός του Τιτόρμου που ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε δύναμη (προφανώς κέρδισε σε κάποιο πανελλήνιο αγώνισμα στο οποίο συμμετείχε), οι Αρκάδες Αμίαντος και Λαφάνης, αλλά και «ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων». Με άλλα λόγια, προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, η μυθική γενεαλογική καταγωγή από τον Έλληνα είχε πάψει να θεωρείται κριτήριο Ελληνικότητος. Η οικειότης των Αρκάδων και των Αιτωλών αρκούσαν για να θεωρηθούν και οι δύο Έλληνες. Η συμμετοχή των Μολοσσών στον πανελλήνιο αυτό διαγωνισμό είναι σημαντική τόσο για την εθνοτική ταυτότητα των Ηπειρωτών όσο και γι΄αυτήν των μετέπειτα  Άνω Μακεδόνων που, όπως έδειξα σε προηγούμενη ανάρτηση, θεωρούνταν Ηπειρώτες από τον Στράβωνα, Μολοσσοί από τον Εκαταίο και, κάποιοι από αυτούς, όπως οι Ορέστες, ήταν μέλη του Κοινού των Μολοσσών πριν προσαρτηθούν πολιτικά στην Μακεδονία.

Η ταυτότητα των Ηπειρωτών έχει επίσης ενδιαφέρον, διότι μας βοηθάει να ξεδιαλύνουμε το πρόβλημα της Μακεδονικής ταυτότητας. Είπα πιο πάνω ότι μυθικός γεννάρχης τους ήταν ο διογενής ξάδελφος του Έλληνα , o μενεχάρμης Γραικός, ο επώνυμος των Γραικών που κάποτε κατοικούσαν στην Δωδώνη. Το όνομα του ασήμαντου αυτού φύλου κατέληξε να είναι το γενικό όνομα όλων των Ελλήνων στην Ιταλία (Graeci). Η πειστικότερη εξήγηση αυτού του μυστηρίου που βρήκα είναι αυτή που παραθέτουν ο Leonard Palmer και Irad Malkin. Ζώντας κάποτε στη Δωδώνη, οι Γραικοί ήταν το πιο γνωστό Ηπειρωτικό φύλο. Όταν οι Ιλλυριοί έγιναν βόρειοι γείτονες των Ηπειρωτών υιοθέτησαν το όνομα «Γραικοί» σαν γενικό χαρακτηρισμό για όλους τους Έλληνες, όπως ακριβώς οι Πέρσες υιοθέτησαν το όνομα Yauna («Ίωνες») σαν γενικό εθνωνύμιο των Ελλήνων. Όταν αργότερα οι Μεσσάπιοι, διέσχισαν την Αδριατική και εγκαταστάθηκαν στο τακούνι της Ιταλίας, έφεραν μαζί τους το όνομα «Γραικοί» για τους Έλληνες, το οποίο με τον καιρό διαχύθηκε σε όλη την Ιταλία και έδωσε το λατινικό Graeci.

Graikos Italy

Το αστείο όμως είναι ότι, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Ηπειρώτες ήταν βάρβαροι και η γλώσσα τους δεν ήταν καν ελληνική!

Ας δούμε τα χωρία του Θουκυδίδη:

[2.68] κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους, τοῦ θέρους τελευτῶντος, καὶ Ἀμπρακιῶται αὐτοί τε καὶ τῶν βαρβάρων πολλοὺς ἀναστήσαντες ἐστράτευσαν ἐπ᾽ Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ τὴν ἄλλην Ἀμφιλοχίαν. ἔχθρα δὲ πρὸς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦδε αὐτοῖς ἤρξατο πρῶτον γενέσθαι. Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ Ἀμφιλοχίαν τὴν ἄλλην ἔκτισε μὲν μετὰ τὰ Τρωικὰ οἴκαδε ἀναχωρήσας καὶ οὐκ ἀρεσκόμενος τῇ ἐν Ἄργει καταστάσει Ἀμφίλοχος ὁ Ἀμφιάρεω ἐν τῷ Ἀμπρακικῷ κόλπῳ, ὁμώνυμον τῇ ἑαυτοῦ πατρίδι Ἄργος ὀνομάσας (καὶ ἦν ἡ πόλις αὕτη μεγίστη τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ τοὺς δυνατωτάτους εἶχεν οἰκήτορας) ὑπὸ ξυμφορῶν δὲ πολλαῖς γενεαῖς ὕστερον πιεζόμενοι Ἀμπρακιώτας ὁμόρους ὄντας τῇ Ἀμφιλοχικῇ ξυνοίκους ἐπηγάγοντο, καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν. ἐκβάλλουσιν οὖν τοὺς Ἀργείους οἱ Ἀμπρακιῶται χρόνῳ καὶ αὐτοὶ ἴσχουσι τὴν πόλιν. οἱ δ᾽ Ἀμφίλοχοι γενομένου τούτου διδόασιν ἑαυτοὺς Ἀκαρνᾶσι, καὶ προσπαρακαλέσαντες ἀμφότεροι Ἀθηναίους, οἳ αὐτοῖς Φορμίωνά τε στρατηγὸν ἔπεμψαν καὶ ναῦς τριάκοντα, ἀφικομένου [δὲ] τοῦ Φορμίωνος αἱροῦσι κατὰ κράτος Ἄργος καὶ τοὺς Ἀμπρακιώτας ἠνδραπόδισαν, κοινῇ τε ᾤκισαν αὐτὸ Ἀμφίλοχοι καὶ Ἀκαρνᾶνες. μετὰ δὲ τοῦτο ἡ ξυμμαχία πρῶτον ἐγένετο Ἀθηναίοις καὶ Ἀκαρνᾶσιν. οἱ δὲ Ἀμπρακιῶται τὴν μὲν ἔχθραν ἐς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦ ἀνδραποδισμοῦ σφῶν αὐτῶν πρῶτον ἐποιήσαντο, ὕστερον δὲ ἐν τῷ πολέμῳ τήνδε τὴν στρατείαν ποιοῦνται αὑτῶν τε καὶ Χαόνων καὶ ἄλλων τινῶν τῶν πλησιοχώρων βαρβάρων: ἐλθόντες τε πρὸς τὸ Ἄργος τῆς μὲν χώρας ἐκράτουν, τὴν δὲ πόλιν ὡς οὐκ ἐδύναντο ἑλεῖν προσβαλόντες, ἀπεχώρησαν ἐπ᾽ οἴκου καὶ διελύθησαν κατὰ ἔθνη. τοσαῦτα μὲν ἐν τῷ θέρει ἐγένετο.

Δηλαδή, το Αμφιλοχικόν Άργος ιδρύθηκε από τον μυθικό νοστήσαντα Αμφίλοχο, αλλά η γλώσσα του πληθυσμού δεν ήταν ελληνική μέχρι που αιώνες αργότερα δέχθηκαν σαν σύνοικους τους γειτονικούς Αμβρακιώτες (που μιλούσαν τα δωρικά της Κορίνθου) «καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν». Παρακάτω, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει τους Χάονες και τα άλλα πλησιόχωρα φύλα βάρβαρα.

[2.80] καὶ αὐτῷ παρῆσαν Ἑλλήνων μὲν Ἀμπρακιῶται καὶ Λευκάδιοι καὶ Ἀνακτόριοι καὶ οὓς αὐτὸς ἔχων ἦλθε χίλιοι Πελοποννησίων, βάρβαροι δὲ Χάονες χίλιοι ἀβασίλευτοι, ὧν ἡγοῦντο ἐπετησίῳ προστατείᾳ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γένους Φώτιος καὶ Νικάνωρ. ξυνεστρατεύοντο δὲ μετὰ Χαόνων καὶ Θεσπρωτοὶ ἀβασίλευτοι. Μολοσσοὺς δὲ ἦγε καὶ Ἀτιντᾶνας Σαβύλινθος ἐπίτροπος ὢν Θάρυπος τοῦ βασιλέως ἔτι παιδὸς ὄντος, καὶ Παραυαίους Ὄροιδος βασιλεύων. Ὀρέσται δὲ χίλιοι, ὧν ἐβασίλευεν Ἀντίοχος, μετὰ Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο Ὀροίδῳ Ἀντιόχου ἐπιτρέψαντος.  ἔπεμψε δὲ καὶ Περδίκκας κρύφα τῶν Ἀθηναίων χιλίους Μακεδόνων, οἳ ὕστερον ἦλθον.

Εδώ ο Θουκυδίδης περιγράφει μία σύρραξη που έγινε στην Ακαρνανία και χωρίζει τα δύο στρατόπεδα σε Έλληνες και βαρβάρους (Ἑλλήνων μὲν … βάρβαροι δὲ). Οι βάρβαροι είναι οι αβασίλευτοι Χάονες με ηγέτες τους εκλεγμένους για εκείνο το έτος προστάτες Φώτιο και Νικάνορα και μαζί τους, οι επίσης αβασίλευτοι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Ατιντάνες με ηγέτη τον Σαβύλινθο, που ήταν επίτροπος του ανήλικου ακόμα Θάρυπος, οι Παραυαίοι με βασιλιά τον Όροιδο, οι Ορέστες με βασιλιά τον Αντίοχο, ο οποίος όμως ανέθεσε την ηγεσία τους στον Όροιδο και, τέλος, οι Μακεδόνες που έστειλε ο Περδίκκας, οι οποίοι όμως έφτασαν μετά την μάχη.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε γι΄αυτούς τους «βαρβάρους» είναι ότι έχουν ελληνικότατα ονόματα: τα Φώτιος, Νικάνωρ και Αντίοχος δεν χρειάζονται καμία ανάλυση. Το Περδίκκας κατά πάσα πιθανότητα είναι υποκοριστική διαλεκτική μακεδονική μορφή του *Περι-δίκαιος (λ.χ. μακεδ. Πτολεμαῖος > Πτολέμμας/Πτολεμμᾶς και, στην Σπάρτη όπου το όνομα Περικλῆς απαντά ως Περκλῆς απαντά η μορφή Περδικίας), ενώ μια πιο απλή (αλλά κατά τη γνώμη μου λιγότερο πιθανή) ετυμολογία είναι το ορνιθωνύμιο πέρδιξ (λ.χ. νεοελλην. «περπατάει καμαρωτά σαν πέρδικα», «γερός σαν περδίκι» κλπ.), το Ὄροιδος φαίνεται να έχει σαν πρώτο μόρφημα την διαλεκτική ποικιλία ὀροι– (<*ὁροσ-ι- με κανονική απώλεια του μεσοφωνηεντικού /σ/) της ρίζας ὀρει-/ὀρεσ-ι- (λ.χ. *ὀρεσ-(ι)-νός > ὀρεινός, *ὀρεσ-ί-της > ὀρείτης, Ὀρέσ-της, ὀρεσ-ί-τροφος κλπ), ενώ το Σαβύλινθος, όποια και αν είναι η ετυμολογία του (σάβυττος 😉 ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία ονομάτων με θέμα Σαβυ- που απαντούν σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Oroidos

Τα Φώτιος και Αντίοχος επιπρόσθετα (*bheh2es- > φᾶος ~ φῶς: Φώτιος, *weg’h-> ὄχος: Ἀντίοχος) δείχνουν την τυπική ελληνική τροπή ΠΙΕ *{bh,dh,gh}> {ph,th,kh} που ξεχωρίζει την ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες.

Όπως γράφει ο Irad Malkin,  τα παραπάνω φύλα θεωρούνται βάρβαρα από τον Θουκυδίδη όχι επειδή δεν ήταν ελληνόφωνα, αλλά επειδή ήταν «ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ δαιτόμενα», όπως «τὸ παλαιόν Ἑλληνικόν» που ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης. Οι Έλληνες της κλασσικής περιόδου κατοικούσαν σε περιτοιχισμένες αυτόνομες πολεις-κράτη και είχαν πάψει προ πολλού να έχουν βασιλιάδες. Οι Ηπειρώτες δεν είχαν καν περιτοιχισμένους μόνιμους οικισμούς και πολλά φύλα είχαν ακόμη βασιλείς (αν και οι Θεσπρωτοι και οι Χάονες είδαμε ότι ήταν αβασίλευτοι), ενώ στην (κάτω) Μακεδονία που υπήρχαν περιτοιχισμένες πόλεις, αυτές δεν ήταν αυτόνομες, αλλά διοικούνταν από τον Μακεδόνα βασιλιά (αργότερα οι Αντιγονίδες θα δώσουν σχετική αυτονομία στις Μακεδονικές πόλεις, τουλάχιστον σε θέματα που δεν εμπλέκονταν με την εξωτερική μακεδονική πολιτική).

Thucyd Epirotes

Το μόνο που μένει να εξηγήσουμε είναι γιατί αν αυτά τα «βάρβαρα» φύλα ήταν ελληνόφωνα, ο Θουκυδίδης δεν αναγνωρίζει την ελληνοφωνία τους. Εδώ ήταν προϊόν συμπτώσεως ότι ο ιστορικός ήταν Αθηναίος και όπως ο ίδιος αναφέρει η βορειοδυτική διάλεκτος των «ὡμοφάγων καὶ οῖκούντων κατὰ κώμας ἀτειχίστους» Αιτωλών του ήταν η πιο ακαταλαβίστικη («ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν»):

[3.94] τὸ γὰρ ἔθνος μέγα μὲν εἶναι τὸ τῶν Αἰτωλῶν καὶ μάχιμον, οἰκοῦν δὲ κατὰ κώμας ἀτειχίστους, καὶ ταύτας διὰ πολλοῦ, καὶ σκευῇ ψιλῇ χρώμενον οὐ χαλεπὸν ἀπέφαινον, πρὶν ξυμβοηθῆσαι, καταστραφῆναι. ἐπιχειρεῖν δ᾽ ἐκέλευον πρῶτον μὲν Ἀποδωτοῖς, ἔπειτα δὲ Ὀφιονεῦσι καὶ μετὰ τούτους Εὐρυτᾶσιν, ὅπερ μέγιστον μέρος ἐστὶ τῶν Αἰτωλῶν, ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν καὶ ὠμοφάγοι εἰσίν, ὡς λέγονται: τούτων γὰρ ληφθέντων ῥᾳδίως καὶ τἆλλα προσχωρήσειν.

Ο Πλάτων, αργότερα θα εκφράσει τον αθηναϊκό του γλωσσικό σωβινισμό στον Πρωταγόρα όταν θα πει για τον Πιττακό τον Λέσβιο, που μιλούσε την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς και του Αλκαίου, ότι «Λέσβιος ὤν καὶ ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος».

[341c]

διὰ ταῦτ᾽ ἄρα καὶ μέμφεται, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Πρόδικε, τὸν Πιττακὸν λέγοντα “χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι”, ὥσπερ ἂν εἰ ἤκουεν αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ἐστὶν κακὸν “ἐσθλὸν ἔμμεναι”.

ἀλλὰ τί οἴει, ἔφη, λέγειν, ὦ Σώκρατες, Σιμωνίδην ἄλλο ἢ τοῦτο, καὶ ὀνειδίζειν τῷ Πιττακῷ ὅτι τὰ ὀνόματα οὐκ ἠπίστατο ὀρθῶς διαιρεῖν ἅτε Λέσβιος ὢν καὶ ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος;

ἀκούεις δή, ἔφην ἐγώ, ὦ Πρωταγόρα, Προδίκου τοῦδε.

Αν πάμε σε μη αθηναϊκές πηγές για να δούμε πως περιγράφεται η γλωσσική κατάσταση του δυτικού ελλαδικού χώρου θα βρούμε τους Αχαιούς της Αχαΐας (που, όπως και οι «βαρβαρόφωνοι» Ηλείοι, μιλούσαν μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο όπως οι Αιτωλοακαρνανοί και οι Ηπειρώτες) να αναγνωρίζουν την ελληνοφωνία των Αιτωλών ως το μόνον ελληνικό τους στοιχείο, γιατί «έχουν μόνον την φωνή των Ελλήνων (άρα υπονοούν ότι τους λείπουν όλα τα άλλα που κάνουν τον Έλληνα), όπως έχουν μόνον την μορφή ανθρώπων. Τα ήθη τους είναι πιο βάρβαρα και από αυτά των βαρβάρων και πιο άγρια από αυτά των θηρίων»:

[Λίβιος 34.24.3-4] mare interiectum ab istis praedonibus non tuetur nos, T. Quincti; quid, si in media Peloponneso arcem sibi fecerint, futurum nobis est? linguam tantum Graecorum habent, sicut speciem hominum; moribus ritibusque efferatioribus quam ulli barbari, immo quam immanes beluae vivunt. itaque vos rogamus, Romani, ut et ab Nabide Argos reciperetis et ita res Graeciae constituatis, ut ab latrocinio quoque Aetolorum satis pacata haec 1 relinquatis.

They have only the tongue of Greeks, as they have only the shape of men; they live under rules and practices more savage than any barbarians, yes, than any wild beasts. Therefore we beg you, Romans, both to recover Argos from Nabis and to establish the affairs of Greece in such a way as to leave us well protected from the brigandage of the Aetolians as well.

Με άλλα λόγια, στο όλο «θάψιμο» των Αιτωλών στους Ρωμαίους, οι Αχαιοί δεν μπορούν να μην αναγνωρίσουν την ελληνοφωνία τους, αφού μιλούσαν πάνω κάτω την ίδια διαλέκτο. Αν το θάψιμο το έκανε Αθηναίος, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναγνώριζε ούτε την ελληνοφωνία τους.

(συνέχεια στο μέρος #5)

15 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία