Tag Archives: μέρος 1

Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα τον εθνολογικό σχολιασμό της Σύντομης Ιστορίας του πατριάρχη Νικηφόρου Α΄. Η Σύντομος Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου (διήγηση των γεγονότων της περιόδου 602-769) και η Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή είναι τα πρώτα ιστοριογραφικά έργα που εγκαινιάζουν την βυζαντινή ιστοριογραφία της Μέσης Περιόδου, τα οποία εμφανίστηκαν ύστερα από ένα κενό 150 περίπου ετών (640-790 μ.Χ.), κατά το οποίο η ιστοριογραφία είχε παραμεληθεί κατά τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες του Βυζαντίου». Ενώ μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι η Χρονογραφία του Θεοφάνη συγγράφηκε κατά την περίοδο 810-4, δεν υπάρχει παρόμοια βεβαιότητα στην χρονολόγηση της Σύντομης Ιστορίας, για την οποία το μόνο που μπορούμε να πούμε με ανάλογη βεβαιότητα είναι ότι συγγράφηκε εντός της περιόδου 780-828. Ωστόσο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, υπάρχει μια σειρά επιχειρημάτων που δείχνουν ότι η Σύντομος Ιστορία μάλλον συγγράφηκε κατά την περίοδο 786-791 και, συνεπώς, είναι προγενέστερη της Χρονογραφίας κατά μια εικοσαετία πάνω κάτω. Continue reading

Advertisements

2 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

Η ΙΕ λεξιπλασία: ο σχηματισμός των ΙΕ λέξεων #1

Οι θυγατρικές Ινδο-Ευρωπαϊκές (ΙΕ) γλώσσες εμφανίζουν ομοιότητες στην λεξιπλασία, δηλαδή στον τρόπο σχηματισμού των λέξεων, επειδή έχουν κληρονομήσει το ίδιο λεξιπλαστικό σύστημα από την μητρική Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) γλώσσα. Εδώ θα περιγράψω το ΠΙΕ λεξιπλαστικό σύστημα για τον σχηματισμό των ουσιαστικών και των επιθέτων, ενώ σε μια μελλοντική ανάρτηση θα περιγράψω τον τρόπο σχηματισμού των ρημάτων.

Ο σκελετός του ΙΕ λεξήματος μπορεί να συμβολιστεί με την παρακάτω σειρά μορφημάτωνΠ-(i)-Θ-(i)-T-(i)-E

Π = Πρόθημα (prefix). Αυτό, όταν υπάρχει, μπορεί να είναι κάποια πρόθεση, το στερητικό μόριο *ne-/*n.-, το αθροιστικό *sm.-, το διχαστικό *wi-, κάποιο αριθμητικό ή, στην περίπτωση των σύνθετων λέξεων, το πρώτο συνθετικό.

(i) = συζευκτικό -i- του Caland. Αυτό είναι το αρχαιότερο μέσο σύζευξης των ΙΕ μορφημάτων (λ.χ. τερπ-ι-κέραυνος, παιδ-ι-κός, πεδ-ί-ον, δόκ-ι-μος, luc-i-fer, fruct-i-fer, Vlad-i-mir, Bož-i-dar κλπ), αλλά το έβαλα σε παρένθεση, επειδή τα μορφήματα μπορούν να συνδεθούν και χωρίς αυτό (λ.χ. τα ελληνικά παραδείγματα φᾶος ~ φῶς > φαεσ-ί-μβροτος και φώσ-φορος και τα σλαβικά παραδείγματα Βοžidar = Θεό-δωρος, αλλά Bogdan = Θεό-δοτος και Bogo-rod-ica = Θεο-τόκος). Το τελικό /ι/ στις προθέσεις περὶ,ἀντκαι ἀμφί είναι ένα καλανδιανό -i- που κόλλησε στις ρίζες *per- , *h2ent- και *h2m.bh- από τη συνήθεια να τις συνοδεύει στα σύνθετα.

Θ = Θέμα (theme). Είναι το μόρφημα που περιέχει την ρίζα με την βασική σημασία της λέξης. Λ.χ. στην λέξη πολύ-κμᾱ-τος (> αττικο-ιων. πολύκμητος = «κάτι που έγινε με πολύ κόπο/κάματο) το θέμα είναι το μόρφημα -κμᾱ- που δεν είναι παρά ο μηδενικός βαθμός ablaut της ρίζας *kemh2- «κάματος, κούραση» που επίσης παρέχει το θέμα της λέξης ὁ ἀκάμας/τοῦ ἀκάμαντος (*n.-km.h2-nt-s = ακούραστος). Τα θέματα μπορεί να είναι απλά (λ.χ. *g’heu- «χέω») ή επαυξημένα (λ.χ. *g’heu-d– > χυδαῖος και πρωτο-γερμανικό geutaną και αγγλικό gut = «έντερο, κοιλιακά σπλάγχνα»).

Τ= Τροποποιητής (modifier). Αυτό το μόρφημα δεν είναι πάντοτε παρόν, αλλά όταν υπάρχει, συνοδεύει το θέμα τροποποιώντας την σημασία του. Παραδείγματα τροποποιητικών μορφημάτων είναι τα παραθετικά μορφήματα *-ter- (συγκριτικό) και *-tm.t- (< ΙΕ υπερθετικό *-(t)m.mos): ἅγν-ός, ἁγνό-τερ-ος, ἁγνό-τατ-ος και το οργανικό/χρηστικό μόρφημα -ter- ~ -tor- (με μηδενικό βαθμό -tr-): *h2erh3- «ἀρόω = οργώνω» > *h2erh3-tr-om = «εργαλείο/όργανο για όργωμα, αλέτρι» > ἄροτρον, aratrum κλπ. , h2eg’- «άγω» > *h2eg’-tor-s ~ *ag’-tōr > ak-tōr > ελληνικό διάγω > διάκτωρ = «αυτός που διάγει» και λατινικό ago > actor. Ένα άλλο είδος τροποποιητικού μορφήματος είναι το «προσωποποιητικό» (συνδέει ένα σύνολο/έννοια με κάποιο πρόσωπο ~ αρχηγό συνόλου) *-en-/*-on- που στην ελληνική εμφανίζεται περιέργως ως -αν- ενώ θα περιμέναμε -ον-:

*korjos = «στρατός» > *korj-on-os «αυτός που ελέγχει τον στρατό» > ελληνικό *korj-an-os > κοίρανος

*wolg-eh2 «υγρασία» (λ.χ. πρωτο-σλαβ. volga) > ο ποτάμιος θεός *wolg-on-os > Ὄλγανος στην Μακεδονία (προσωποποιημένη υγρασία).

Η ετυμολογία του Ὠκεανού δεν είναι βέβαιη, αλλά κατά την γνώμη μου σχετίζεται με το επίθετο *Hōk’-us > ὠκύς (H= άγνωστο λαρυγγικό) μιας και θεωρούνταν σαν ένας ἀψόρροος και βαθύρροος ποταμός που περιέβαλε τον κόσμο και είχε κόρη την Ὠκυρρόη:

*Hōk’-us > *Hōk’ew– : *Hōk’-ew-on-os > Ὠκεϝανός = «η προσωποποίηση της ωκείας ροής».

*domh2-os «σπίτι» > λατινικό domus = «σπίτι, οικογένεια» και *domh2-en-os > dominus = «ιδιοκτήτης οίκου, pater familias ~ κύριος» ή καλύτερα νοικοκύρης (<οικο-κύρης).

*teut-eh2 «λαός, έθνος» > πρωτο-γερμανικό þeudō (πρόγονος των Deutsch και Dutch) και  *teut-on-os > þeudanaz = «φύλαρχος, βασιλιάς».

*g’enh1es- «γένος, έθνος» > πρωτο-γερμανικό *g’enh1-tis > *kindiz «φυλή» και γοτθικό *g’enh1t-en-os > kindins = «φύλαρχος > κυβερνήτης».

*wot- ~ «ποιητική/προφητική έμπνευση» > *Wōt-en-os/*Wōt-on-os= «η προσωποποιημένη έμπνευση» > Wōðinaz/Wōðanaz  = Odin, ο ύψιστος θεός του πρωτο-γερμανικού πάνθεου και πατέρας του Thor.

Dominus

Ε = Επίθημα (suffix). Το επίθημα είναι το τελικό μόρφημα του λεξήματος που καθορίζει το γένος, την πτώση και τον αριθμό και μπορεί να είναι απλό ή σύνθετο (να αποτελείται από επιμέρους μορφήματα).

Α) ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΑΠΛΑ ΕΠΙΘΗΜΑΤΑ:

1) Τα αθεματικά επιθήματα και τα θεματικά σε *-os και *-om

Τα παλαιότερα απλά ΠΙΕ επιθήματα είναι αυτά του αθεματικού κλιτικού τύπου -s (λ.χ. φλέβ-ς > φλέψ, κλωπ-ς > κλώψ, φλογ-ς > φλόξ, αἰγ-ς > αἴξ και τα λατινικά *h3rēg’-s > rēx, *wekw- > *wōkw-s > vōx , apek-s > apex, *greg-s > grex)  και το θεματικό αρσενo-θηλυκό επίθημα *-os και το αντίστοιχό του ουδέτερο  *-om.

-Αρσενικά:

*h2eg’rοs > ελληνικό ἀγρ-ός και πρωτο-ιταλικό *agr-οs > λατινικό ager

*wl.kw-os > ελληνικό λύκ-ος, λατινικό lup-us, πρωτο-γερμανικό wulf-az, κοινό βαλτο-σλαβικό *wilk-as (λιθουανικό vilk-as, παλαιοσλαβωνικό  vlĭk-ŭ) κλπ. Η κλητική πτώση των λημμάτων σε *-os ήταν *-e (λύκ-ε, lup-e, vilk-e, vlĭč-e).

-Θηλυκό *bheh2g’-os «οξιά» > ελληνικό φᾱγ-ός «βελανιδιά» (> αττ.-ιων. φηγός) και λατινικό fāg-us «οξιά» κλπ.

-Ουδέτερα:

*h2erh3- «οργώνω» > *h3erh3-tr-om > ελληνικό ἄροτρον ~ λατινικό arātrum

*jeug- «ζευγαρώνω, ενώνω» > *jug-om > ελληνικό ζυγόν ~ λατινικό iugum

Στον σλαβικό κλάδο, το ουδέτερο επίθημα *-om συνεχίζει ως -o λ.χ. OCS (= Old Church Slavonic = Παλαιοσλαβωνικό) *gh’olt-om > zlat-osěn-o > ελλην. σανός, mlěk-o = «γάλα» (γερμανικό δάνειο στην πρωτο-σλαβική), želěz-o = «σίδηρος».

Οι αναδομημένες πτωτικές καταλήξεις του θεματικού και αθεματικού τύπου είναι οι παρακάτω:

PIE nouns

Ο απλούστερος τρόπος σχηματισμού θεματικών ουσιαστικών από την ρηματική ρίζα ήταν η προσθήκη του επιθήματος *-os στον ο-βαθμό της ρίζας:

*g’heu- «χέω» > ρήμα χέϝ με ουσιαστικό χόϝ-ος (λ.χ. ὑδροχόος, οἰνοχόος)

*sreu- «ρέω» > ρήμα ῥέϝ με ουσιαστικό ῥόϝ-ος (> ῥόος > ῥοῦς)

Και, αντίστοιχα, τρέμ-ω > τρόμ-ος, τρέπ-ω > τρόπ-ος κλπ.

Από τον σλαβικό κλάδο αναφέρω το παράδειγμα:

*tekw- «ρέω» > ρήμα *tekw-tei > tektī (λ.χ. σερβο-κροατικό teći) με ουσιαστικό *tokw-os > tok-ŭ = «ροή» και *h2po-tokw-os > po-tok-ŭ = «ρυάκι».

Ο απλούστερος τρόπος σχηματισμού παραγώγων ουσιαστικών και επιθέτων από τα θεματικά ουσιαστικά σε *-os ήταν η ένθεση ενός καλανδιανού συζευκτικού -i- που απέκτησε την σημασία συσχετιστικού μορφήματος:

-*-os > *-i-os:

*h1ek’w-os > ἵππ-ος και *h1ek’w-i-os > ἵππ-ι-ος

*wer(s)- «ψηλά»: *wors-m.n-os > οὑραν-ός και *wors-m.n-i-os > οὐράν-ι-ος

*h2eg’-ros > ἀγρός και ἄγρ-ι-ος

λίθ-ος > λίθ-ι-ος = θεσσαλιστί ο λίθινος/πέτρινος

Κόρινθ-ος > Κορίνθ-ι-ος, Ὄλυμπ-ος > Ὀλύμπ-ι-ος, Σάμος > Σάμ-ι-ος , Μίλητος > Μιλήτ-ι-ος > Μιλήσιος κλπ.

Από τα Λατινικά παραθέτω τα παραδείγματα:

*serw-os > servus = «δούλος, φύλακας» και *serw-i-os > Servius = «αυτός που κατάγεται από δούλους».

*ger- «μαζεύω, συγκεντρώνω» (λ.χ. το διπλασιασμένο ουδέτερο τα γάργαρα = σωροί, μεγάλες ποσότητες και με την προσθήκη του αθροιστικού *sm.-ger-jō > ἀ-γέρ-jω > ἀγείρω και *sm.-gor-eh2 > ἀγορά ) έδωσε το λατινικό *greg-s > grex = «κοπάδι» (δανεισμένο στην αλβαν. ως grigj και στην ελληνική ως γρέκι = «μαντρί»)  και το επίθετο ex-greg-i-os > ēgregius = «έξω από το κοπάδι > ἐξέχων/ἔξοχος».

Από τα Σανσκριτικά παραθέτω τα παραδείγματα:

*domh2-s/*domh2-os = «σπίτι» > dam και το παράγωγο *domh2-ij-os > damiya = οικιακός

*gwous «βοῦς» > *gwow-jos > gàvya «αγελαδινός, αγελαδίσιος».

Όπως ο Αἴας ήταν Τελαμών-ι-ος = «γιος του Τελαμώνα», έτσι και ένα μέλος του περσικού οίκου των Αχαιμενιδών ήταν Haχāmaniš-iya = «απόγονος του Haχāmaniš» (*sokw-os > haχā = «φίλος» + menes- «μένος», με άλλα λόγια, «Φιλομένης»), ενώ ο πρώιμος Γερμανός Hlewagastiz Holtiyaz είναι ο «Κλέοξενος» ο γιος του Holt («Χόλτιος»).

ios

Στην περίπτωση του ουδετέρου επιθήματος σε *-om, η προσθήκη ενός «συσχετιστικού» συζευκτικού -i- έδωσε το νέο ουδέτερο επίθημα *-iom.

Ελληνική:

*jug-om > ζυγ-όν και *jug-i-om > ὐπο-ζύγ-ι-ον, δια-ζύγ-ι-ον κλπ.

*ped-om > πέδ-ον (λ.χ. δάπεδον) και *ped-i-οm > πεδ-ί-ον

*h3n-r. > ὄναρ και *h3ner-i-os > ὄνειρος, *h3ner-i-om > ὄνειρον

δικάζω > δικασ-τής/δικασ-τήρ > δικασ-τήρ-ι-ον

Λατινική:

aedificō = κτίζω και aedific-ium = «κτίριον»

lavō = «πλένω», lavātōr = «πλύστης» > lavātōr-i-um = «μέρος για πλύσιμο»

audiō = «ακούω», audī-tōr = «ακουστής = ακροατής» > audī-tōr-i-um = αίθουσα διδασκαλίας/ομιλίας

iūdicō = «κρίνω», iūdex = «κριτής, δικαστής» > iūdic-i-um «κρίση, δικαστική απόφαση»

Στον Σλαβικό κλάδο, τα ουδέτερα σε *-iom απαντούν ως -je λ.χ. *polh2-i-om > polje = «κάμπος» *gworH-eh2 > gora = «βουνό» > Zagora = «μετά το βουνό» και *gworH-i-om > Zagorje .

2) Το λαρυγγικό επίθημα *-(i)-eh2

Η λειτουργία του επιθήματος αρχικά ήταν συλλογική, αλλά κατέληξε να δημιουργήσει μία κατάληξη αρσενικών και θηλυκών που αντιστοιχούν στα ελληνικά πρωτόκλιτα (*-eh2- > -ᾱ-/-η-). Η αρχική συλλογική του αξία επιβίωσε στον πληθυντικό των ουδετέρων: *h3ner-i-om > ὄνειρον, *h3ner-i-h2 > ὄνειρα.

Αρσενικά: To επίθημα *eh2- απαντά στους τύπους *-t-eh2-s > -τᾱς/-της (συνήθως με ενεργητική σημασία όμοια με αυτή του οργανικού επιθήματος -ter-) και *-i-eh2-s > -ίᾱς (εδώ μόνο η ιωνική έχει -ίης):

*neh2u-s > νᾱῦς  και *nh2u-t-eh2-s > ναύ-τς (αττικο-ιωνικό ναύτης)

*h1ek’wos > ἵππος και *h1ek’w-o-t-eh2-s > ἱππό-τς ~ ἱππότης

*newos > νέος και νεᾱν-ίᾱς ~ νεηνίης

Εδώ ανήκουν και τα αρσενικά ονόματα του τύπου Πῡθαγόρ-ᾱς,  Καλλ-ίᾱς, Ἱππ-ίᾱς, Ἀμύντ-ᾱς, Βελλεροφόντ-ης (< ΓραμμΒ -qo-ta) κλπ.

Τα λατινικά αντίστοιχα είναι τα nāvis > nautā ~ nāvitā , και τα ονόματα τύπου Caracallā , Nervā κλπ.

Θηλυκά: εδώ τα παραδείγματα είναι ασπέτως περισσότερα, μιας και το επίθημα *-(i)-eh2 κατέληξε να είναι το κύριο θηλυκό επίθημα. Μία ενδιαφέρουσα παραλλαγή του είναι το μηδενόβαθμο *-ih2 που έδωσε τα θηλυκά «τύπου Devī́» (= «θεά» στην Σανσκριτική). Στην Ελληνική, το επίθημα *-ih2 έδωσε εκείνα τα θηλυκά με βραχύ /α/ στο -ια λ.χ. ἀλήθεια και τα θηλυκά επίθετα όπως θρασ-ύς > θρασ-έϝια >θρασεῖα και εὐρὐς > εὐρέϝια > εὐρεῖα (~ σανσκ. urù- > urvī́). Σημειώνω τέλος το Ελληνο-Άριο θηλυκό του *potis = «αφέντης, σύζυγος» > *pot-nih2 > πότνια ~ σανσκ. patnī́ .

Παραθέτω μερικές σελίδες του Andrew Sihler για τα θηλυκά «τύπου Devī́»:

devi

Στα αρσενικά ο-βαθμα τρόπ-ος, τόμ-ος, ρόϝ-ος, οἰνο-χόϝ-ος, θε-ός αντιστοιχούν τα θηλυκά *-eh2 > ᾱ > αττικ.-ιων. τροπ-ή, τομ-ή, ῥοϝ-ή, χοϝ-ή , θε-ά κλπ.

Παίρνοντας για παράδειγμα την ρίζα *pneu- > πνέϝ «αναπνέω», υπάρχουν τα θηλυκά *pnow-eh2 > πνοϝ-ά (πνο-ή) και το παράγωγο Devī́  *n.-pnow-ih2 > ἄ-πνοϝ-ια > ἄπνοια.

Η Ιωνική διάλεκτος έτρεψε σε όλες τις θέσεις το πρωτο-ελληνικό ᾱ>η, ενώ η Αττική διατήρησε το ᾱ μετά από ε,ι,ρ όπως στα:

χώρᾱ ~ ιων. χώρη

Πῡθαγόρᾱς ~ Πῡθαγόρης

νεᾱνίᾱς ~ νεηνίης

Τα αρσενικά εθνικά σε -ος έχουν θηλυκά παράγωγα σε -ίᾱ :

Θεσσαλ-ός > Θεσσαλ-ίᾱ = «η γη των Θεσσαλών»

Βοιωτ-ός > Βοιωτ-ίᾱ

Αἰτωλός > Αἰτωλ-ίᾱ

Περραιβ-ός > Περραιβ-ίᾱ

Μολοσσ-ός > Μολοσσ-ίᾱ

Θεσπρωτ-ός > Θεσπρωτ-ίᾱ

Το ίδιο και τα αθεματικά:

Λάκων > Λακων-ίᾱ

Ἀρκάς (< Ἀρκαδ-) > Ἀρκαδ-ίᾱ

Ἀκαρνᾶν > Ἀκαρναν-ίᾱ

Μακεδών > Μακεδον-ίᾱ

Το ίδιο και τα θηλυκά παράγωγα άλλων όρων:

ἄμαθ-ος > Ἀμαθ-ίᾱ (επικό ιωνικό Ἠμαθίη)

πῖαρ > Πῑερ-ίᾱ (επικό ιωνικό Πῑερίη)

*n.-mr.-t-os > ἄμβροτος = «αθάνατος» > *n.mr.-t-ieh2 > ἀμβροτ-ίᾱ > ἀμβροσίᾱ ~ ἀμβροσίη

γλωχ-ίς, γλῶξ και γλώχ-ια > γλώχjα > γλώσσα/γλώττα (με βραχύ /α/ τύπου “Devi” -ih2).

Στα Λατινικά έχουμε:

*ek’wos > equus και *ek’w-eh2 > equ-a «φοράδα» (επιβιώνει στο βλαχικό και ρουμανικό equa > jequa > jaqua > iapă).

*h2ekw-eh2 > aqu-a (αναλόγως με το equa > iapă, το λατινικό aqua κατέληξε apă στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική).

*wok-eh2 > vacc-a = «αγελάδα»

Rōm-ā > Rōma (η βράχυνση του θηλυκού επιθήματος είναι τυπική της Λατινικής)~ Ρώμ-η

*sub-bher-ent-ih2 > *sub-fer-ent-ia > sufferentia

*dheh1il-ios > fīlius & fīl-ia

custōs (custōd-) > custōd-ia (όπως Ἀρκάς > Ἀρκαδ-ία)

Ο τύπος Devī́ στην λατινική έδωσε τα θηλυκά nomina agentis σε *-tr-ih2-k-s > -trīx (λ.χ. imperatrix)

Στη Σανσκριτική, όπως ανέφερα και πιο πάνω, το επίθημα *-ih2 έδωσε -ī αντί για -ia, δηλαδή το λαρυγγικό δεν φωνηεντοποιήθηκε, αλλά χάθηκε με αναπληρωματική έκταση του /i/. Αυτή η θηλυκή κατάληξη λέγεται τύπος Devī (*deiw-ih2 = «θεά»). Το ίδιο ισχύει με το *wl.kw-os > vr.ka «λύκος» και *wl.kw-ih2 > vr.kī = «λύκαινα». Αυτή η εξέλιξη του συμπλέγματος -iH- θυμίζει το σανσκριτικό «πρόσωπο»:

*protih3kw-om =«αυτό προς το οποίο κοιτάμε τον άλλο» (*proti-> προς/ποτί και *h3ekw- «βλέπω» > ὄπις = «ματιά, κοίταγμα», στον Όμηρο η άγρυπνη ματιά των θεών που ελέγχει τους θνητούς) > ελληνικό *protj-h3kw-om > πρόσωπον (με την έκταση ο>ω να οφείλεται στον νόμο του Wackernagel λ.χ. πάν+ἄγυρις > πανᾱγυρις > πανήγυρις). Στο ελληνικό πρόσωπον αντιστοιχεί το σανσκριτικό ουδέτερο pràtīkam, όπου το σύμπλεγμα –ih3– έδωσε –ī-.

Από τον σλαβικό κλάδο παραθέτω τα παραδείγματα *sreu- «ρέω» > *srou-ieh2 > struja = «ροή, ρεύμα» (ακριβές ανάλογο του ελληνικού ῥόϝια στα διάρροια, ἀπόρροια κλπ), *gospod-ja «κυρία» > gospođa , gospoža κλπ. (όπως το ελληνικό *kwtwr.-ped-ja > τρά-πεδ- > τράπεζα/τράπεσδα), *korw-eh2 > *karv-ā > korva > OCS krava «αγελάδα» και *golw-eh2 > πρωτοσλαβικό *golv-a > OCS glava = «κεφάλι».

3) Τα επιθήματα σε *-i-s και *-u-

Η κλίση αυτών των επιθημάτων θυμίζει σε γενικές γραμμές αυτή των αθεματικών.

Το ΠΙΕ «πρόβατο» *h2ow-is και το «φίδι» *h3egwh-is έχουν το ίδιο κλιτικό σύστημα με το ελληνικό «πόλ-ις»:

*h2ow-is > ελληνικό ϝις, λατινικό ovis, λιθουανικό avis, OCS επαυξημένο με *-k-eh2 : *h2ow-i-k-eh2 > OCS  ovĭca .

*h3egwh-is > ελληνικά ὄφις και ἔχις, σανσκριτικό ahi , ιρανικό aži (λ.χ. Aži Dahāka = ο Κακός Όφις), παλαιο-αρμενικό κλπ.

Ο ένας όρος για την ΙΕ «φωτιά» *Hn.gwnis (λ.χ. λατινικό ignis, ο σανσκριτικός θεός της φωτιάς Agni και το OCS ognĭ) ανήκει στην παραπάνω κατηγορία.

Σαν παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αναφέρω το επίθετο *sweh2d-us = «γλυκός» > ελληνικό ἡδύς, σανσκριτικό svādu , πρωτο-γερμανικό *swōtuz > αγγλικό sweet κλπ.

Το παραπάνω παράδειγμα του επιθέτου ἡδύς είναι μία αρχαϊκή εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα ελληνικά υ-ληκτα επίθετα στον μηδενικό βαθμό ablaut:

*dhers- θέρσος > *dhr.s-ùs > θρασύς (και αναλογικά θράσος)

*dens- > *dn.s-ùs > δασύς (~ λατινικό densus = πυκνός)

*βενθ- > βένθος > *bhn.dh-ùs > βαθύς (και αναλογικά βάθος)

Η λατινική μεταμόρφωσε την κληρονομημένη κατάληξη επιθέτων *-u- σε *-w-is:

*sweh2d-us (ἡδύς) > *swādwis > suāvis

*gwerh2-u– (βαρύς) > gravis

*mregh-u (βραχύς) > mreghwis > brevis

Ειδική περίπτωση είναι το επίθημα *-u-h2 που είναι συνδυασμός υ-ληκτου θέματος και του επιθήματος *-eh2 που αναφέρθηκε παραπάνω. το αποτέλεσμα ήταν μακρό *-ū όπως τα σανσκριτικά θηλυκά τύπου Devī.

*suh2s > *sūs «γουρούνι» > ελληνικό σῦς/ὗς, λατινικό sūs, αβεστικό  , αλβανικό *sy> thi κλπ.

*muh2s > *mūs «ποντίκι» > ελληνικό μῦς, λατινικό mūs, σανσκριτικό mūṣ , αλβανικό *my> mi κλπ.

Η λέξη *muh2s είναι παράγωγο της ρίζας *meu- «μετακινώ, κλέβω» κάτι που σημαίνει πως για τους ΠΙΕους το ποντίκι ήταν ο «μικρός κλέφτης του σπιτιού».

*doru- «ξύλο» (λ.χ. δόρυ και δορϝ-άτεος > Δουράτεος ~ Δούρειος Ἵππος) με μηδενόβαθμο παράγωγο το *druHs > drūs > ελληνικό δρῦς και το κυπριακό λήμμα *sm.-druH-om > ἄδρῡον = «μονόξυλο κανό».

4) Τα σιγμόληκτα (*-es-) και ρώ-ληκτα (*-r.) ουδέτερα.

Τα σιγμόληκτα ουδέτερα είναι αυτά που αντιστοιχούν στα ελληνικά ουδέτερα του τύπου κράτος, μένος, γένος κλπ. Όταν κάποια ρίζα σχηματίζει σιγμόληκτο ουδέτερο τότε είναι κατά κανόνα στον πλήρη ε-βαθμό ablaut. Στην παλαιότερη λατινική, το θεματικό -s διατηρήθηκε στην ονομαστική επειδή ήταν σε τελική θέση, αλλά επειδή στις πλάγιες πτώσεις ήταν μεσοφωνηεντικό υπέστη ρωτακισμό *s>z>r. Με τον καιρό, αναλογική προσαρμογή έφερε το -r και στην ονομαστική. Έτσι λ.χ. στην παλαιότερη λατινική έχουμε ονομαστική honos με γενική honoris, αλλά με τον καιρό επικράτησε η αναλογική ονομαστική honor = «τιμή».

*g’enh1-es- > ελληνικό γένος, λατινικό genus/gener, σανσκριτικό janas (j=dz) κλπ.

*men-es > ελληνικό μένος, σανσκριτικό manas

*k’lew-es- > ελληνικό κλέϝος, σανσκριτικό śrávas, αβεστικό sravah, πρωτο-γερμανικό *hlewaz > Hlewa-gastiz = Κλεϝό-ξενος

Ο κανόνας που θέλει τα σιγμόληκτα ουδέτερα στον πλήρη ε-βαθμό τους μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί γράφουμε μκος αλλά μακρός:

Η ρίζα *meh2k’- «μακρός» έχει μηδενικό βαθμό *mh2k’- .

To σιγμόληκτο ουδέτερο *meh2k’-es- έγινε μκος (> αττικο-ιωνικό μῆκος ~ αβεστικό māsah) και το μηδενόβαθμο επίθετο *mh2k’-ros έγινε μακρός με βραχύ /α/, όπως ο λατινικός συγγενής του macer. Ο τσαλαπετεινός ήταν μᾱκεσ-ί-κρανος λόγω του περι-μήκε-του τσουλουφιού του.

makesikranos

Εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα ΠΙΕ σιγμόληκτα στον ε-βαθμό είναι το *sriHges- «κρύο» > ελληνικό ῥῖγος ~ λατινικό frīgor όπου βλέπετε την τυπική λατινική εξέλιξη του συμπλέγματος *sr στην λατινική: fr- σε αρκτική θέση και -br- μεσοφωνηεντικά όπως λ.χ. στα παραδείγματα:

*sreh2g-s «βατόμουρο» > ελληνικό ῥάξ/ῥώξ (=ρώγα,μάλλον και το μακεδονικό λήμμα ῥᾶμα = βοτρύδιον απλώς έχασε το /γ/ όπως στο νεοελληνικό πράγμα > πράμα), αλβανικό *srāg-ùsa > *srogùša > rrush = «ρώγα» και λατινικό frāgum = βατόμουρο απ΄όπου προέρχεται η ιταλική fragolaφράουλα.

frigor

Σε μεσοφωνηεντική θέση, τα λατινικά παραδείγματα *k’erh2srom > cerebrum και *k’rāsrōn > crābrō ~ αγγλικό hornet δείχνουν την τροπή *-sr-> -br-.

Τα ρ-ληκτα ουδέτερα (*-(w)r.), από την άλλη, είναι μία από τις αρχαιότερες γραμματικές κατηγορίες, Ένα τυπικό χαρακτηριστικό τους είναι η μετάλλαξη *r/n. To πιο γνωστό παράδειγμα είναι αναμφίβολα το *wod-r. = «νερό» > ελληνικό ὕδωρ, αγγλικό water,  σλαβικό voda, αλβανικό ujë κλπ.

Η r/n μετάλλαξη φαίνεται στο σανσκριτικό udàn, στο σκανδιναβικό vatn, στις πλάγιες ελληνικές πτώσεις (*udn.-tos >τοῦ  ὕδατος) και, κατά τον Orel, στο αλβανικό ujë το οποίο ανάγεται στο πρωτο-αλβανικό *udn-jeh2 > *udn-jā που υπέστη την τυπική μεσοφωνηεντική αλβανική εξέλιξη dnj>(n)j:

udnja

Άλλο γνωστό παράδειγμα είναι το *h1èsh2-r. = «αίμα»: Χεττιτικό ēšḫar (με γενική ēšḫanos), Λουβιανό āšḫar (με παράγωγα āšḫan-), Λατινικό sanguis και το Ελληνικό ἔαρ.

Η άλλη ΙΕ λέξη για τη «φωτιά» πέρα από το *Hn.gwnis που αναφέρθηκε παραπάνω είναι η ρίζα *peh2ur- (λ.χ. πῦρ, fire) που την εχω περιγράψει σε προγούμενη ανάρτηση.

Τυπικά ελληνικά παραδείγματα είναι τα: *h2eh3m-r. > ἧμαρ, *h3n-r. > ὄναρ με παράγωγα ἡμέρ-α και ὀνέρ-ιο- > ὄνειρον/ὄνειρος (συγγενής είναι το αρμενικό anurǰ και το αλβανικό ëndërr που δείχνει την επένθεση nr>ndr όπως το ἄν(ε)ρες > ἄνδρες και το αγγλικό thunder) και τα τρία -wr. που έτυχε να αναφέρω προσφάτως:

*peiH- «παχαίνω, γεμίζω» > *piH-wr. = «πάχος, λίπος, αφθονία» > πῖϝαρ, πίειρα, Πῑερία.

*h1ed- «τρώω» > *h1ed-wr. > ἔδϝαρ = «τρόφιμο» και, μετά την αναπληρωματική έκταση που προκάλεσε η απώλεια του δίγαμμα, εἶδαρ.

*per-wr. > πέρϝαρ > πεῖραρ = «πέρας, άκρη», ίδια ρίζα με το *n.-per-iom > ἄπειρον = χωρίς πέρατα (όπως το *n.-bhudh-jos > ἀβύθ-jος > ἄβυσσος = χωρίς βυθό/πάτο).

*jeh1kw-r. > ἧπαρ, λατινικό iecur, σανσκριτικό yakṛt κλπ.

Ο διπλός τύπος τέκμωρ/τέκμαρ (λ.χ. ομηρικό τέκμωρ νημερτές = αλάνθαστο σημάδι) δείχνει ότι υπήρχε σχετική διαλεκτική άνεση στην τροπή *-r.> -αρ/ωρ.

Εδώ τελείωσα με το μέρος Α για τα βασικά απλά ΙΕ επιθήματα. Η επόμενη ανάρτηση (μέρος 2) θα είναι για τα σύνθετα ΙΕ επιθήματα.

7 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα