Tag Archives: λειτουργία

Οι μικρασιατικοί παρατατικοί σε -εσκ-

Η σημερινή ανάρτηση συνεχίζει το γενικό θέμα της προηγούμενης για το «μικρασιατικό Sprachbund». Έχω ήδη ενσωματώσει το θέμα της παρούσας ανάρτησης στην λίστα της προηγούμενης. Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι ο παρατατικός επανάληψης/συνήθειας σε -εσκ- της επικής ομηρικής και της ασιατικής Ιωνικής διαλέκτου, ο παρόμοιος παρατατικός σε -ισκ- των νεοελληνικών διαλέκτων της Λυκαονίας (Σίλλη Ικονίου) και Καππαδοκίας (και σποραδικά της Ποντιακής) και η αρκετά πιθανή επίδραση των Ανατολιακών γλωσσών (Χεττιτική, Λουβική, Καρική, Λυδική, Λυκική, Ισαυρική, Πισιδική, Σιδητική κλπ) στο σχηματισμό αυτών των ιδιαίτερων παρατατικών της μικρασιατικής Ελληνικής. Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Τα σλαβικά επιθήματα επιθέτων -(l)iv και -av και η σχέση τους με το λατινικό -ivus

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω δύο ιδιαίτερα παραγωγικά σλαβικά επιθήματα επιθέτων και την πιθανή τους σχέση με το παραγωγικότατο λατινικό επίθημα επιθέτων -īvus. Τα σλαβικά αυτά επιθήματα επιθέτων είναι τα -(l)iv και -av.

Τα λατινικά επίθετα σε -īvus

Στην Λατινική, το επίθημα -īvus σχηματίζει κατά κανόνα συσχετιστικά επίθετα (relational), δηλαδή επίθετα που δηλώνουν την σχέση ενός προσώπου/αντικειμένου με κάποιο άλλο πρόσωπο/αντικείμενο ή κάποια έννοια. Έχει ενδιαφέρον ότι τα ομηρικά εθνικά Ἀχαιός και Ἀργεῖος αποδόθηκαν στην Λατινική ως Achīvus και Argīvus αντίστοιχα. Το δεύτερο από αυτά είναι η πηγή του αγγλικού Argive.

Η εξέλιξη Ἀχαιϝός > Achīvus θυμίζει την εξέλιξη ἐλαίϝα > olīva, όπου ο ετρουσκικός τύπος eleiva μάλλον έδρασε διαμεσολαβητικά. Με άλλα λόγια, ο λόγος που οι Λατίνοι απέδωσαν το Ἀχαιϝός ως Achīvus μάλλον είναι το ότι έμαθαν τον ελληνικό όρο έμμεσα, μέσα από την διαμεσολάβηση του ετρουσκικού *Αcheivos. Το τελευταίο αναμένεται να δώσει κανονικά Achīvus, γιατί στην Λατινική συνέβη η μονοφθογγοποίηση *ei>ī (λ.χ. IE *skreibh- > scrī).

Ας δούμε όμως το επίθημα –īvus στα γνήσια λατινικά επίθετα. Ο βασικός κανόνας είναι πως τα λατινικά επίθετα σε -īvus σχηματίζονται από το ρηματικό επίθετο σε *-tos, δηλαδή είναι κατά κανόνα -t-īvus ή -s-īvus.

Θυμίζω ότι το ΙΕ ρηματικό επίθετο σε *-tos στην Λατινική κατέληξε να έχει την λειτουργία παθητικής μετοχής παρακειμένου.

scrībō > scrīptus = διαχρονικά ανάλογο του ρηματικού επιθέτου γράφω > γραπτός, αλλά με συγχρονική λατινική λειτουργία ανάλογη του γεγραμμένος.

Όταν το θέμα της ρηματικής ρίζας τελείωνε σε οδοντικό (d,t) τότε στην Λατινική συνέβη η παρακάτω περίπτωση οδοντικής ανομοίωσης:

*-d-tos > d-sos > -sus

με το /d/ να χάνεται κανονικά πριν από /s/ (λ.χ. κελτικό *ud-skiom > uisce).

Έτσι, ενώ το ρήμα scrībō έχει ρηματικό επίθετο scrīptus, το ρήμα rādō = «ξυρίζω» έχει ρηματικό επίθετο rāsus.

Όπως είπα παραπάνω, τα επίθετα σε -īvus σχηματίζονται απότο θέμα του ρηματικού επιθέτου:

agō = «πράττω» > ρηματικό επίθετο āctus με επίθετο āctīvus = «ενεργός» (= αυτός που έχει την δυνατότητα να πράξει, η πηγή του αγγλικού active).

expandō = «απλώνομαι, επεκτείνομαι» > ρηματικό επίθετο expansus και επίθετο expansīvus = «επεκτατικός» (> αγγλικό expansive).

Αντίστοιχα, ο λατινογενής αγγλικός όρος expensive = «ακριβός, πολυέξοδος» έχει /s/, γιατί το λατινικό ρήμα ήταν expendō (> αγγλικό expend) και, κατά συνέπεια, το λατινικό ρηματικό επίθετο ήταν expensus και το παράγωγο επίθετό του ήταν expensīvus.

Η παραγωγή των λατινικών επιθέτων σε –īvus από το ρηματικό επίθετο σε *-tos δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, γιατί και εμείς ακολουθούμε την ίδια διαδικασία στην Ελληνική όταν σχηματίζουμε επίθετα όπως:

επιλέγω > επίλεκτος > επιλεκτικός

συλλέγω > συλλογικός (= λατινικό collectīvus), αλλά και συλλεκτικός

τρέφω > τροφικός, αλλά και θρεπτός > θρεπτικός (= που έχει την δυνατότητα να θρέψει)

αρχή > αρχικός ~ αρκτικός

Από το θέμα των λατινικών ρηματικών επιθέτων σε *-tos > -tus προέκυψαν πολλά τεταρτόκλιτα ουσιαστικά (*-t-us > -tus), που στην ονομαστική είναι ολόιδια με το ρηματικό επίθετο, αλλά διαφέρουν ως προς αυτό στις υπόλοιπες πτώσεις.

Είδαμε ότι το ρήμα agō έχει ρηματικό επίθετο āctus (συγχρονικά παθητική μετοχή παρακειμένου, δηλαδή «πεπραγμένος», με γενική āctī), αλλά υπάρχει και το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό āctus = «πράξη» (με γενική āctūs).

Μπορείτε να δείτε τις δύο διαφορετικές κλίσεις εδώ.

Αντίστοιχα, η ΙΕ ρίζα *h2eidh- «καίω» (λ.χ. ελληνικό αἶθος) έδωσε το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό *h2eidh-tus > aestus = «ζέστη» που απέκτησε και την σημασία «καλοκαίρι» (λ.χ. *gwher- > θερμός και θέρος = «ζέστη, καλοκαίρι»). Αργότερα, ο όρος για το «καλοκαίρι» επαυξήθηκε σε aestās/aestātem (το ΙΕ επίθημα *-tāt- είναι ο πρόγονος του αττικο-ιωνικού -της/-τητα, λ.χ. ἡ ταχύτης/τὴν ταχύτητα ~ vēlōcitās/vēlōcitātem).

Το λατινικό επίθετο με τη σημασία «θέρειος/θερινός, καλοκαιρινός» είναι aestīvus και έχει σχηματιστεί από το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό aestus.

Η ΙΕ ρίζα *bher- «φέρω» έχει σχηματίσει και ουσιαστικά με τη σημασία «κλέφτης», όπως το ελληνικό φώρ και το λατινικό fūr. Από το λατινικό fūr = «κλέφτης» προέκυψε το δευτερόκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό fūrtum = «κλοπή» και το επίθετο fūrtīvus = «λαθραίος» (= αυτός που ενεργεί κρυφά όπως ο κλέφτης, «στα κλεφτά» που λέμε και στην Νεοελληνική).

Η ΙΕ ρίζα *dheh1s που έδωσε το ελληνικό *dhh1s-os > θεός και το φρυγικό δεός, στην Λατινική έδωσε όρους με την σημασία «γιορτή προς τιμήν κάποιας θεότητας»: festus και feriae (με τυπικό λατινικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού *s>z>r λ.χ. pūs > *pūsulentus > rulentus).

Από το festus σχηματίστηκε το επίθετο festīvus = «γιορτινός» που, με τη σειρά του, έδωσε το επαυξημένο επίθετο festīvālis. Από αυτούς τους λατινικούς όρους κατάγονται η ιταλική festa, η ισπανική fiesta, και τα αγγλικά feast και festival.

Στον χώρο της Γλωσσολογία, το λατινικό επίθημα -īvus χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των ουσιαστικοποιημένων επιθέτων που κατέληξαν να είναι τα ονόματα των πτώσεων.

datus = δοτός > datīvus = δοτικός > αγγλικό dative case = «δοτική πτώση»

Έτσι έχουμε σήμερα τις ελληνο-αγγλικές αντιστοιχίες στα ονόματα των πτώσεων:

ονομαστική ~ nominative

γενική ~ genitive

δοτική ~ dative

αιτιατική ~ accusative

κλητική ~ vocative

τοπική ~ locative

αφαιρετική ~ ablative

Η μόνη εξαίρεση είναι η οργανική πτώση = instrumental case και αυτό γιατί δεν υπήρχε ως κατηγορία στην Λατινική την εποχή που οι γραμματικοί της αρχαιότητας περιέγραφαν την λατινική γραμματική.

-ivus

Η καταγωγή του λατινικού επιθήματος -īvus

Αν εξετάσουμε το λατινικό επίθημα επιθέτων -īvus ως κληρονομημένη ΙΕ κατηγορία τότε υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις για την καταγωγή του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι περιέχει το ΙΕ στατικό επίθημα *-wos, λ.χ. από την ΙΕ ρίζα *k’er- «μεγαλώνω, αναπτύσσομαι» (λ.χ. λατινικό crēscō) > *k’or-wos > κόρος/κοῦρος (και τα αντίστοιχα θηλύκά κόρη/κούρη, οι τύποι με όμικρον είναι αττικοί, ενώ οι τύποι με «ου» είναι Ιωνικοί και έχουν υποστεί την Τρίτη Αναπληρωματική Έκταση) είναι «αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ανάπτυξης», δηλαδή «ο ανήλικας που ακόμα μεγαλώνει». Θεωρητικά υπάρχουν δύο δυνατές εξηγήσεις για το μακρό /ī/ που συνοδεύει το στατικό επίθημα *-wos.

Η μία εξήγηση του μακρού /ī/ είναι αυτό να προέρχεται από την δίφθογγο *ei που σχηματίστηκε όταν το συζευκτικό -i- του Caland (λ.χ. παιδ-ι-κός, δόκ-ι-μος) προστέθηκε για να συνδέσει το θεματικό φωνήεν e/o με το στατικό επίθημα *-wos.

Δηλαδή *bhōrtom > fūrtum και *bhōrte-i-wos > *fōrteiwos > fūrtīvus γιατί, όπως ανέφερα και στην αρχή της ανάρτησης, στην Λατινική η ΙΕ/πρωτο-Ιταλική δίφθογγος *ei μονοφθογγοποιήθηκε σε /ī/ (αλλά στο ίδιο περιβάλλον το παλαιό λατινικό deiwos εξελίχθηκε σε deus = «θεός»). Η ενδιάμεση δίφθογγος *ei που σχηματίστηκε στο διαμορφηματικό σύνορο είναι ανάλογη της ελληνικής Κάδμος > Καδμεῖος (Καδμεῖος), Φίλιππος > Φιλιππεῖον (Φιλιππεῖον).

Η άλλη εξήγηση του μακρού /ī/ είναι να έχει προκύψει από τον συνδυασμό ενός συζευκτικού -i- του Caland και ενός λαρυγγικού *H (*h1,*h2,*h3) με τροποποιητική λειτουργία. Όπως εξήγησα στην ανάρτηση για την Λαρυγγική Θεωρία, μετά από /i/ και /u/ τα λαρυγγικά χάνονται με αναπληρωματική έκταση, χωρίς να «χρωματίσουν» τα εν λόγω φωνήεντα (δηλαδή *-iH– > –ī– και *-uH- > -ū-, όπως στο παράδειγμα *gwih3wos > λατινικό vīvus ~ σανσκριτικό jīva και το ανώμαλο ελληνικό βίος που θα έπρεπε να ήταν *βῖος με μακρό /ῑ/ και επίθετο αντί για ουσιαστικό).

Δηλαδή σε αυτήν την περίπτωση, το επίθημα σχηματίστηκε ως εξής: *-i-H-wos > *-īwos > –īvus.

Αυτή είναι η ετυμολογία που θα βρείτε στην σελίδα του βικιλεξικού για το λατινικό επίθημα -īvus και προς αυτήν ρέπω και εγώ.

Etymology[edit]

From the Proto-Indo-European *-iHwós, an extended form of *-wós.

Βέβαια πρέπει να πω ότι η λειτουργία του επιθήματος στην Λατινική ως απλό συσχετιστικό επίθετο δεν ενέχει την παραμικρή ένδειξη καταγωγής από ένα επίθημα που περιέχει ένα λαρυγγικό ως τροποποιητή. Αυτή η ένδειξη θα προκύψει ξεκάθαρα παρακάτω, όταν θα εξετάσουμε τα σλαβικά επιθήματα -(l)iv και -av. Το ότι η λειτουργία του επιιθήματος απλουστεύτηκε/γενικεύτηκε στην Λατινική δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Όταν κάποιος εξετάζει το απλό συσχετιστικό επίθετο ἥλιος > ἡλιακός δεν βλέπει καμία από τις λειτουργίες του ΙΕ επιθήματος *-h2-kos που περιέχει το λαρυγγικό *h2 ως συλλογικό τροποποιητή.

Μία από τις εφαρμογές της συλλογικής λειτουργίας του λαρυγγικού *h2 ήταν στον σχηματισμό παρωνυμίων που δηλώνουν ένα χαρακτηριστικό που κάποιος διαθέτει υπέρμετρα ή επιδεικνύει συχνά. Με άλλα λόγια, η συλλογικότητα του *h2 στο επίθημα *-h2-kos δήλωνε ή υπέρμετρο βαθμό ενός χαρακτηριστικού ή συνήθεια (αυξημένη συχνότητα επίδειξης του χαρακτηριστικού).

Καλό θα σας κάνει να διαβάσετε την ανάρτηση που έκανα για το επίθημα *-h2-kos, γιατί τα σλαβικά δεδομένα που θα περιγράψω παρακάτω δείχνουν παρόμοια λειτουργία για το επίθημα *-h2-wos.

Η ΙΕ ρίζα *h1ēgwh- «πίνω» έδωσε τα λατινικά ēbrius και ēbriācus. Στην ύστερη Λατινική οι δύο όροι ήταν πρακτικά συνώνυμοι. Ετυμολογικά όμως ο *h1ēgwh-r-ios > ēbrius είναι ο «μεθυσμένος», δηλαδή αυτός που ήπιε και μέθυσε (χωρίς να μας πληροφορεί για τις συνήθειες του μεθυσμένου ατόμου), ενώ ο *h1ēgwh-r-ie-h2-kos > ēbriācus είναι αυτός που έχει την συνήθεια να μεθάει, δηλαδή ο «μεθύστακας/μέθυσος».

Αντίστοιχα, το παρατσούκλι cadūcus (cadō = «πέφτω» + *-u-h2-kos > -ūkos) δηλώνει αυτόν που έχει την τάση/συνήθεια να πέφτει.

Αυτή η έκφραση συνήθειας/επανάληψης που έχει το λαρυγγικό *h2 όταν δρα ως τροποποιητής φαίνεται περίτρανα στο Ελληνο-Άριο επιρρηματικό επίθημα *-h2-kwid > άκι (αργότερα -άκις).

πολλάκι(ς) = «πολλές φορές, συχνά» (~ σανσκριτικό purū cit με την ίδια σημασία, όπου ū < *-u-h2)

δυάκις = «δὶς, δύο φορές», ἑξάκις = «έξι φορές», εἰκοσάκις = «είκοσι φορές» κλπ.

pollakis

Κλείνω την περιγραφή του λατινικού επιθήματος -īvus λέγοντας πως η μόνη ένδειξη ότι αυτό μπορεί να ανάγεται στο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos που περιέχει το στατικό επίθημα *-wos, το συζευκτικό -i- του Caland και το λαρυγγικό h2 ως τροποποιητή, προκύπτει από την εξέταση των σλαβικών επιθημάτων -(l)iv και -av. Ας περάσουμε σε αυτά.

Το σλαβικό επίθημα επιθέτων -(l)iv

Σε όλες τις θυγατρικές σλαβικές γλώσσες απαντά το επίθημα -(l)iv- που σχηματίζει επίθετα που δηλώνουν ή την υπέρμετρη κατοχή ενός χαρακτηριστικού ή την συχνή επίδειξή του (συνήθεια, τάση = propensity). Η πηγή αυτού του επιθήματος είναι η πρωτο-σλαβική μορφή *-l-īvŭ. Οι ομοιότητες με το λατινικό επίθημα είναι οι ακόλουθες.

Όπως το λατινικό επίθημα συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από ένα t/s που εν τέλει ανάγεται στο ρηματικό επίθετο που στην Λατινική παίζει το ρόλο της παθητικής μετοχής παρακειμένου, έτσι και το σλαβικό επίθημα σχεδόν πάνοτε συνοδεύεται από ένα /l/, το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με την λεγόμενη «δεύτερη ενεργή μετοχή αορίστου» σε -lŭ (σήμερα οι σλαβιστές προτιμούν τον όρο “resultative participle” ή L-μετοχή).

resultative

Όπως και το λατινικό επίθημα, έτσι και το σλαβικό περιέχει ένα μακρό /ī/ που έχει προσαρτηθεί στο IE στατικό επίθημα *-wos. Θυμίζω ότι το ΙΕ βραχύ *i εξελίχθηκε στο πρωτο-σλαβικό yer ĭ = ь , το οποίο χάθηκε σε «ασθενή» θέση (λ.χ. σε τελική θέση και πριν από πλήρες φωνήεν) και αναφωνηεντοποιήθηκε (διαφορετικά σε κάθε θυγατρική γλώσσα) σε «ισχυρή» θέση (πριν από άλλο yer). Το /i/ των σημερινών θυγατρικών σλαβικών γλωσσών προέρχεται από το πρωτο-σλαβικό μακρό /ī/ που, όπως και το λατινικό ομόλογό του, κατάγεται είτε από ΙΕ *-iH- είτε από την μονοφθογγοποίηση της IE διφθόγγου *ei.

Παραδείγματα:

*dei- «λάμπω» > IE *di-nis «ημέρα» > πρωτο-σλαβικό dĭnĭ (dьnь) > βουλγαρικό den  ~ σερβοκροατικό dan κλπ.

Στο ελληνικό γνωστό επίθημα -ινος με βραχύ /ι/ (IE *-i-nos, λ.χ. καρκίνος, θερινός κλπ) αντιστοιχεί το πρωτο-σλαβικό επίθημα ĭnŭ (-ьnъ) που εξελίχθηκε κανονικά σε βουλγαρικό –en ~σερβοκροατικό –an.

Αντίθετα, στο ελληνικό επίθημα -ῖνος με μακρό /ῑ/ (λ.χ. γελασῖνος) και στο αντίστοιχο λατινικό (λ.χ. Latīnus = Λατῖνος) που κατάγονται από το θεματοποιημένο επίθημα Hoffmann (*-i-h3nh2-os, *ih3>ī ), αντιστοιχεί το πρωτο-σλαβικό επίθημα īn- που παραμένει in- και σε όλες τις σημερινές σλαβικές γλώσσες (λ.χ. Bugarin, Vlahina, Vojvodina κλπ).

Αντίστοιχα, η ρίζα *gwih3wos που έδωσε το λατινικό vīvus και το σανσκριτικό jīta, έδωσε το πρωτο-σλαβικό *žīvŭ > ži με το /i/ να διατηρείται στο živ των σημερινών θυγατρικών σλαβικών γλωσσών.

Η άλλη πηγή ενός σημερινού σλαβικού /i/, όπως είπα, είναι η μονοφθογγοποίηση της ΙΕ διφθόγγου *ei>ī>i. Το τυπικό παράδειγμα είναι η ρίζα leis- που έδωσε λέξεις με τη σημασία «φύλλο» στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο. Το λιθουανικό laiškas κατάγεται από τον ο-βαθμό *lois-, ενώ το πρωτο-σλαβικό *leis-tos > *līstŭ > listŭ κατάγεται από τον ε-βαθμό της ρίζας και το /i/ που προέκυψε από την μονοφθογγοποίηση διατηρείται στο list = φύλλο των σημερινών σλαβικών γλωσσών.

Από τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε γιατί το σημερινό πανσλαβικό επίθημα *-(l)iv, αναγκαστικά προέρχεται από το πρωτο-σλαβικό επίθημα *-(l)īvŭ > -(l)ivŭ, το μακρό /ī/ του οποίου προέρχεται είτε από κάποιο ΙΕ *-iH- είτε από την μονοφθογγοποίηση της διφθόγγου *ei. Με άλλα λόγια, οι πιθανοί πρόγονοι είναι οι ίδιοι με αυτούς που διαγνώσαμε για το λατινικό μακρό  /ī/. Η βασική διαφορά εδώ είναι πως από την σημασία των σλαβικών επιθέτων σε -(l)iv έχουμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε το ΙΕ επίθημα *-(l)-i-h2-wos με το λαρυγγικό *h2 να δρα ως τροποποιητής που δηλώνει συνήθεια/τάση. Ας δούμε λοιπόν την σημασία αυτών των επιθέτων.

Θα παραθέσω δύο σελίδες από το βιβλίο “The Slavonic Languages” (Routledge, 2η έκδοση, 2002) όπου περιγράφονται παραδείγματα χρήσης του επιθήματος από την Σλαβομακεδονική, την Σερβοκροατική και την Τσεχική. Το κεφάλαιο της Σλαβομακεδονικής έχει γραφτεί από τον Victor Friedman, αυτό της Σερβοκροατικής από τον Wayles Browne και αυτά της Τσεχικής και την Σλοβακικής από τον David Short. Σε αυτές τις σελίδες έχω υπογραμμίσει και τα παραδείγματα του επιθήματος -av που θα περιγράψω στην συνέχεια.

slavic-liv

O Friedman αφού χαρακτηρίζει το επίθημα «πολύ παραγωγικό» (highly productive) στην Σλαβομακεδονική, παραθέτει το παράδειγμα με το «αγκάθι» και το επίθετο «αγκαθωτός».

Το πρωτο-σλαβικό «αγκάθι» έχει την ίδια ρίζα με το γερμανικό «αγκάθι».

Η ίδια ΙΕ ρίζα *tr.n-us έδωσε το πρωτο-γερμανικό *thurnuz (> αγγλικό thorn) και το πρωτο-σλαβικό *tĭrnŭ που εξελίχθηκε στο εκκλησιαστικό Παλαιοσλαβωνικό trĭnŭ που είναι ο πρόγονος του σερβοκροατικού και σλαβομακεδονικού trn και του βουλγαρικού trǎn (αλλά Τǎrnovo = «Τύρναβος» = «Αγκαθότοπος» = σερβόκροατικό Trnovo).

Από το σλαβομακεδονικό trn = «αγκάθι» παράγετια το επίθετο trnliv = «αγκαθωτός» (= που έχει πολλά αγκάθια).

O Short στο κεφάλαιο για την Τσεχική χαρακτηρίζει το επίθημα «απορρηματικό» (deverbal, δηλαδή σχηματίζει επίθετα από το ρήμα) και δίνει σαν παράδειγμα το τσεχικό ρήμα cítit = «αισθάνομαι» και το παράγωγο ρήμα citlivý = «ευαίσθητος, αισθηματικός» (αυτός που διαθέτει πολύ ευαισθησία/αίσθημα).

Τέλος, ο Browne, στο κεφάλαιο για την Σερβο-Κροατική δίνειτο ρήμα plakati = «κλαίω» και το παράγωγο επίθετο plačljiv = «κλαψιάρης» (= αυτός που έχει την συνήθεια να κλαίει πολύ εύκολα).

Δύο άλλα σερβοκροατικά επίθετα που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία είναι το nelomljiv = «άθραυστος» και το nevidljiv = «αόρατος». Και τα δύο έχουν σχηματισιστεί με την προσθήκη του στερητικού *ne- στις ρηματικές ρίζες lomiti = «σπάω» και videti = «βλέπω».

Το lomiti είναι από την ΙΕ ρίζα *h3lem- «σπάω» που έχει δώσει και το ελληνικό στερητικό νωλεμής = «αδιάκοπος, ακατάπαυστος» (*n.-h3lem- > νωλεμ- ή πολύ πρώιμη συναίρεση του νε-ολεμ- > νωλεμ-, απαντά μόνον στον Όμηρο στην μορφή του επιρρήματος νωλεμέως = «αδιάκοπα, ακατάπαυστα»).

Το nelomljiv = «άθραυστος» περιγράφει το αντικείμενο που δεν πρόκειται να σπάσει όσες φορές κι αν προσπαθήσει κάποιος να το σπάσει.

Δηλαδή βλέπουμε να περιέχεται η έννοια της επανάληψηςόσες φορές»), όπως στο plačljiv = «κλαψιάρης» βλέπουμε την έννοια της συνήθειας (“propensity” = «τάση») ενώ στο σλαβομακεδονικό παράδειγμα του Friedman, το επίθετο trnliv = «αγκαθωτός» δηλώνει αυτόν που έχει «πολλά αγκάθια». Όλες αυτές οι έννοιες έχουμε δει ότι καλύπτονται από την συλλογική λειτουργία του λαρυγγικού *h2 (*-h2-kwid- > πολλάκις, *h1ēgwh-r-ieh2-kos > ēbriācus, *kad-uh2-kos > cadūcus παραπάνω).

Σε αυτά τα παραδείγματα θα προσθέσω μερικά που μου παρέθεσε στα σχόλια ο Billy από την επιχωρική σλαβομακεδονική διάλεκτο της Έδεσσας. Επειδή θα αντιγράψω τα λόγια του που είναι στα ελληνικά εξηγώ σε όσους δεν το γνωρίζουν πως, με την εξαίρεση της Σερβο-Κροατικής και της Ουκρανικής, όλες οι άλλες σλαβικές γλώσσες τείνουν να απηχηροποιούν το τελικό σύμφωνο στην προφορά (λ.χ. Molotov = /Molotof/ = Μολότοφ, Belgrad > Belgrat > Berat/Μπεράτι και ο «Μπαρμπα-Γκάνιος ο Βαλκάνιος» (Bay Ganyo Balkanski) που, όπως όλοι οι Βούλγαροι, γράφει το «ψωμί» χlyab, αλλά το προφέρει /lyap/.

[16:45-17:12] Απευθυνόμενος στον Τσέχο Jireček λέει κάτι που πάνω κάτω είναι: «Εσείς ψωμί δεν τρώτε; Φέρε το ψωμί βρε! Εμείς οι Βουλγαροι δεν μπορούμε χωρίς ψωμί» και τρίβει το ψωμί για να κάνει την σούπα … παπάρα.

Εξαιτίας αυτής της τελικής απηχηροποίησης, το επίθημα -liv προφέρεται /-lif/.

Γράφει λοιπόν ο Billy:

λεξεις σε iv ειναι πολλες.stramliv = ντροπαλος.milosliv = αγαπητος. rabotliv = εργατικος

brzliv=γρηγορος. ο παππους μου μου ελεγε οταν βιαζομουν να παμε στα χωραφια εεε vasil mnogu brzliv si!τι θυμηθηκα τωρα.

ναι strahliv ειναι ο φοβιτσιαρης(το λεμε και εμεις) αλλα γενικα οταν υπαρχει λογος καποιος να φοβαται.bazliv ειναι κατα καποιο τροπο αυτος που φοβαται και την σκια του!

επισης supliv χαρακτηριζουμε καποιον με οχι σταθερο χαρακτηρα που μπορει να σε προδωσει σε κατι (σε φιλια )(σε μπεσα).κανονικα supliv ειναι κατι κουφιο-τρυπιο.οταν μικροι μαζευαμε καρυδια και ηταν σαπια-κουφια τα χαρακτηριζαμε suplivi.μετεφορικα το λεμε και για χαρακτηρες ανθρωπων.

smrdliv=βρωμερος. ωχχ μολις προδωσα το ονομα σου!

mocliv=κατουρλιαρης

Όπως βλέπετε τα περισσότερα επίθετα δηλώνουν συνήθεια:

s(t)ramota = «ντροπή» > stramliv = «ντροπαλός» (η επένθεση sr > str είναι όπως Srebrenica > Στρέμπ(ρ)ενο).

straχ = «τρόμος» > straχliv = «φοβιτσιάρης», όπως και το bazliv που απαντά και στην Τσεχική ως bázlivý.

Αντίστοιχα, στην Σερβοκροατική bojati = «φοβάμαι» > bojažljiv = «φοβιτσιάρης, ντροπαλός».

rabota = «δουλειά, εργασία» > rabotliv = «εργατικός, επιμελής»

smrdeti = «βρομάω» > smrdljiv = «βρομιάρης» (όπως καταλάβατε, η λέξη είναι συγγενής του ελληνικού σμερδαλέος = «απαίσιος, φοβερός, αδύνατον να αντικριστεί» και το λατινικού merda = σκατά).

Νομίζω πως τα παραδείγματα αυτά αρκούν, για να καταλάβουμε την λειτουργία του σλαβικού επιθήματος -l-iv. Ακριβώς επειδή χρησιμοποιείται κυρίως για παρωνύμια που δηλώνουν συνήθεια (άρα επανάληψη) έχουμε κάθε λόγο να συμπεράνουμε ότι πρέπει να ανάγεται στο IE επίθημα *-i-h2-wos, δηλαδή περιέχει το λαρυγγικό *h2 ως τροποποιητή, για να δηλωθεί η συνήθεια (*-h2-kwid > πολλάκις).

Αφού λοιπόν καταλήξαμε στο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos τότε έχουμε κάθε λόγο να υποψιαστούμε το ίδιο επίθημα χωρίς το συνδετικό -i- προσαρτημένο στο θεματικό φωνήεν e/o, δηλαδή: *-e-h2-wos > *-āwos. Τελευταίο είναι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του σλαβικού επιθήματος -av που θα εξετάσω στην συνέχεια.

Το σλαβικό επίθημα επιθέτων -av

Αυτό είναι ένα άλλο εξίσου παραγωγικό επίθημα επιθέτων που απαντά σε όλες τις θυγατρικές σλαβικές γλώσσες. Επειδή κατά την Ύστερη Πρωτο-Σλαβική περίοδο (~750-800 μ.Χ.) συνέβη η τροπή  *a>o (λ.χ. ragazŭ = «ξεροκάλαμο έλους» > ραγάζι, αλλά νυν σλαβικό rogoz εξού και το σλαβικό τοπωνύμιο Rogožina = «Καλαμώνας» στην Αλβανία και, αντίστοιχα, τα λατινικά δάνεια acetum > ocĭtŭ και Calendae > kolęde = «κάλαντα ~ Χριστούγεννα», καθώς και το ελληνικό Σατανάς > Sotona) γίνεται αμέσως ευνόητο πως το /a/ του επιθήματος -av ήταν μακρό (*eh2 > ā) στην πρωτο-σλαβική (*-āwos > -avŭ). Δηλαδή ακόμα μια φορά βλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα λαρυγγικό *h2 πριν από το στατικό επίθημα *-wos.

Επειδή στην πρωτοσλαβική συνέβη η τροπή *ō>ā (λ.χ. δρον ~ da, γιγνώσκω ~ znati, δύω ~ dŭva κλπ) υπάρχει και η πιθανότητα πίσω από το μακρό ā να κρύβεται ένα ō (< *-eh3). Αλλά δεν έχω βρει πουθενά για την λειτουργία του λαρυγγικού *h3 ως τροποποιητής όπως συμβαίνει με το λαρυγγικό *h2. Και αφού είδαμε παραπάνω ότι το επίθημα *-i-h2-wos είναι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του σλαβικού επιθήματος -(l)iv, νομίζω πως έχουμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε ως πρόγονο του επιθήματος -av το ΙΕ επίθημα *-e-h2-wos.

Αν ξαναδιαβάσετε τις σελίδες από το “The Slavonic Languages” θα δείτε τα παραδείγματα:

*bhēl-os > *bělŭ = «λευκός, άσπρος» και *bhēl-e-h2-wos > *bělāwos > bělavŭ = «ασπριδερός, υπόλευκος» (Τσεχικό belav).

*kwr.(s)-nos > πρωτο-σλαβικό čĭrnŭ > OCS črŭnŭ = «μαύρος» > σλαβομακεδονικό crn με παράγωγο το crnikav ~ «μαυριδερός»

Από την Βουλγαρική αναφέρω το παράδειγμα zelen = «πράσινος» > zelenikav = «πρασινωπός»

Ο Friedman αναφέρει το παράδειγμα το τουρκικού kör = «τυφλός» που στην Σλαβομακεδονική λέγεται και αυτουσίως kʲor και επαυξημένο ως kʲorav = «τυφλός».

Το επίθημα -av εμφανίζεται σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες λέξεις της ιστορικής Βουλγαρικής (συμπεριλαμβάνω και την Σλαβομακεδονική) λόγω της άγνωστης ετυμολογίας της. Το επίθετο «ωραίος, όμορφος» (Πρότυπο Βουλγαρικό χubav ~ Πρότυπο Σλαβομακεδονικό ubav) δεν απαντά σε καμία άλλη σλαβική γλώσσα και δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε λατινικό ούτε τουρκικό. Το μόνο αναγνωρίσιμο μόρφημά του είναι το σλαβικό επίθημα -av.

Η πιθανότερη πηγή είναι το ιρανικό xub = «καλός, ωραίος» και ο πιθανότερος διακομιστής οι τουρκόφωνοι Πρωτο-Βούλγαροι των στεπών. Άλλωστε, ο Ασπαρούχ που οδήγησε τους «Σκύθες» Βούλγαρους από τις Στέπες στον Δούναβη είχε ιρανικό όνομα (το όνομα του σημαίνει «η ψυχή του αλόγου»).

Αν ξαναδούμε την λειτουργία του σλαβικού επιθήματος -av στα χρωματικά επίθετα belav = «ασπριδερός», crnikav = «μαυριδερός» και zelenikav = «πρασινωπός», τότε βλέπουμε πως είναι ολόιδια με την λειτουργία του λιθουανικού *-e-h2-kos > *-ākos > -okas (στην Λιθουανική συνέβησαν οι τροπές o>a και ā>ο) που περιέγραψα στην ανάρτηση για το επίθημα *-h2-kos.

Θυμίζω δύο παραδείγματα για να καταλάβετε την ισολειτουργία:

saldus = «γλυκός» (αρχικά «νόστιμος, αλμυρός», όπως το πρωτο-σλαβικό sοldŭkŭ) > saldokas = «γλυκερός»

juodas = «μαύρος» > juodokas = «μαυριδερός».

okas

Από την σύγκριση των δύο επιθημάτων προκύπτουν τα εξής:

  1. Το σλαβικό επίθημα -av είναι λίγο πολύ ισολειτουργικό με το λιθουανικό -okas
  2. Έχουμε πολύ καλούς λόγους να υποψιαζόμαστε ότι το σλαβικό επίθημα ανάγεται στο ΙΕ επίθημα *-e-h2-wos και γνωρίζουμε ότι το λιθουανικό επίθημα ανάγεται σίγουρα στο ΙΕ επίθημα *-e-h2-kos
  3. Ο βασικός σκελετός *-h2-wos σίγουρα περιέχεται στο σλαβικό επίθημα *-(l)-i-h2-wos > -(l)iv (η συλλογική λειτουργία του λαρυγγικού *h2 για την δήλωση συνήθειας/επανάληψης είναι εμφανέστατη) και είδαμε ότι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του λατινικού επιθήματος -īvus είναι το ίδιο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos αν και, στην περίπτωση του λατινικού επιθήματος, η σημασία απλοποιήθηκε/γενικεύτηκε και δεν φαίνεται η τροποποιητική λειτουργία του λαρυγγικού *h2.

Αυτά είχα να πω για τα τρία επιθήματα επιθέτων που περιέγραψα. Τώρα έχουν σειρά τα σχόλια και οι παρατηρήσεις σας.

83 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η κάθοδος των Δωριέων #1: η λειτουργία του μύθου και η απομυθοποίηση της μετανάστευσης

Μέχρι το 1960 πάνω κάτω, σε όλα τα τα βιβλία ιστορίας κάποιος διάβαζε ότι η αιτία της κατάρρευσης του μυκηναϊκού πολιτισμού ήταν οι Αρειμανείς (ή ΑρειμάνιοιΔωριείς εισβολείς. Η πεποίθηση αυτή βασιζόταν στην κατά λέξη αποδοχή της αρχαιοελληνικής παράδοσης για την Δωρική κατάκτηση της Πελοποννήσου ως πραγματική ιστορία. Ο σκοπός της αρχαιολογίας ήταν λοιπόν να προσφέρει τις αποδείξεις γι΄αυτό το «αναντίλεκτα ιστορικό» γεγονός. Σε πρώτη φάση, τα αρχαιολογικά δεδομένα φαινόταν να δείχνουν περίτρανα τα ίχνη που άφησαν αυτοί οι Δωριείς εισβολείς: κατεστραμμένα μυκηναϊκά κέντρα, πτώση του πολιτισμικού επιπέδου και ένα σωρό αλλαγές στο αρχαιολογικό υλικό που θεωρήθηκαν επείσακτες. Η δεκαετία του 1960 είναι κομβική, γιατί αρχίζουν ν΄αλλάζουν σιγά σιγά οι ιδέες για την εθνολογία και το φαινόμενο της μετανάστευσης (migration). Επίσης αρχίζει σιγά σιγά ν΄αλλάζει η ερμηνεία του αρχαιολογικού υλικού: οι καταστροφές των Μυκηναϊκών κέντρων δεν ήταν ταυτόχρονες και δεν ήταν περιορισμένες στον Μυκηναϊκό κόσμο, αλλά σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, τα «επείσακτα» στοιχεία δεν έδειχναν πια τόσο «επείσακτα» και οι Δωριείς άρχισαν σιγά σιγά να βλέπονται όχι τόσο ως «εισβολείς» και «κατακτητές» αλλά ως ειρηνικοί ποιμένες που κάλυψαν το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση των Μυκηναϊκών κέντρων. Με άλλα λόγια, η κάθοδος των Δωριέων δεν ήταν πια η αιτία αλλά η συνέπεια της κατάρρευσης του Μυκηναϊκού κόσμου. Μέχρι το 1960 ίσχυε το απλοϊκό μοντέλο των «προκάτ» μεταναστευτικών εθνοτικών ομάδων. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, οι «Δωριείς» ήταν μια  ήδη υπάρχουσα εθνοτική ομάδα που κατά την ύστερη χαλκοκρατία κατοικούσε στο περιθώριο του βόρειου μυκηναϊκού κόσμου. Η πεποίθηση ήταν πως αν κάποιος ταξίδευε με τη μηχανή του χρόνου στον βόρειο ελλαδικό χώρο κατά την ύστερη χαλκοκρατία θα συναντούσε έναν πληθυσμό που αυτοπροσδιοριζόταν και ήταν γνωστός στους άλλους ως «Δωριείς», μιλούσε «δωριστί» και διέθετε ήδη τα «Δωρικά νόμιμα» για τα οποία μιλάει ο Θουκυδίδης. Η κάθοδος (στα αγγλικά βιβλία της εποχής “invasion” = «εισβολή») ήταν το μεταναστευτικό φαινόμενο που εξηγούσε πως αυτή η προκατασκευασμένη ομάδα βρέθηκε κάποια στιγμή στην Πελοπόννησο και, λίγο αργότερα, στο νότιο Αιγαίο (Κρήτη, Μήλος, Θήρα, ασιατική Δωρίδα κλπ).

Αυτό το παλιό μοντέλο μετανάστευσης, ο Peter Heather, το παρομοιάζει με τις μπάλες του μπιλιάρδου: οι μπάλες υπάρχουν προκατασκευασμένες πριν από τη βολή (= η αιτία της μετανάστευσης) και η κάθε μια έχει συμπαγή σύσταση και ομοιογενές χρώμα. Όταν ο παίχτης του μπιλιάρδου χτυπάει την άσπρη μπάλα κατά της κόκκινης τότε, μετά την κρούση, η άσπρη μπάλα εκτοπίζει την κόκκινη και παίρνει τη θέση της. Οι δύο μπάλες φυσικά, εξαιτίας της «συμπαγίας» τους δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο σημείο.

Η πρώτη επίθεση σε αυτό το «μοντέλο του μπιλιάρδου» ήρθε το 1961 από τον γερμανό Reinhard Wenskus. O Wenskus μελέτησε λεπτομερώς τις γερμανικές εθνοτικές ομάδες που εμφανίζονται κατά την μετάβαση από την αρχαιότητα στον μεσαίωνα (~400-600 μ.Χ.) όπως οι Φράγκοι,οι Βάνδαλοι, οι Οστρογότθοι και οι Βησιγότθοι και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όχι μόνον δεν ήταν «συμπαγείς και ομοιογενείς», αλλά τα μέλη αυτών των «βαρβάρων» ομάδων βρίσκονταν συνεχώς σε αλληλεπίδραση τόσο με «Ρωμαίους» όσο και με άλλους «βαρβάρους» και, μάλιστα, συχνά τους προσφερόταν η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην ταυτότητα «βάρβαρος» και «Ρωμαίος». Κατά τον Wenskus, η διαιώνιση αυτών των εθνοτικών ομάδων οφειλόταν στην ικανότητα ενός αριστοκρατικού “kernel” (= πυρήνας, κουκούτσι) να επιβάλλει τις παραδόσεις του σε μία ετερογενή μάζα συγκλύδων οπαδών. Αυτό το “kernel” του Wenskus σήμερα ονομάζεται “charter group” ή apex families” είναι η μειονότητα με επιρροή (influential minorityπου μπορεί να επανεθνοτίσει μια ετερογενή μάζα οπαδών σε μια νέα ταυτότητα. O Fredrik Barth το 1969 έδειξε ότι η εθνοτικότητα δεν είναι ένα στέρεο, προκατασκευασμένο και διηνεκές φαινόμενο, αλλά ένα καιροσκοπικό και εφήμερο κοινωνικό κατασκεύασμα. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι τείνουν να προσαρμόζουν την εθνοτική τους ταυτότητα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε ν΄αποκτούν κοινωνικά πλεονεκτήματα. Και επειδή η συμβολική κοινή καταγωγή είναι το sine qua non (= οὐκ ἄνευ) της εθνοτικότητας κατά τον Anthony D. Smith και τον Jonathan M. Hall η μεταβλητότητα της εθνοτικής ταυτότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της εφευρημένης παράδοσης (invented tradition) του Eric Hobsbawm. Όταν οι μελετητές συνειδητοποίησαν ότι οι λαοί αναθεωρούν συνεχώς το παρελθόν τους εφευρίσκοντας καινούριες «παραδόσεις» που τους προσφέρουν πλεονεκτήματα στο παρόν, πήραν μια πιο κριτική στάση στην ερμηνεία των φιλολογικών μαρτυριών και παραδόσεων, ιδίως όταν ανάμεσα στα περιγραφόμενα γεγονότα και την πρώτη καταγραφή τους μεσολαβούσαν αιώνες προφορικής παράδοσης.  Ήδη ο Leopold Von Ranke, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ανέδειξε την Quellenkritik (= κριτική των πηγών) σαν αναπόσπαστο εργαλείο της επιστημονικής ιστοριογραφίας. Μετά το 1970, η Quellenkritik θωρακίστηκε επιπλέον με την αρχή του Moses FinleyCui bono?” = «τίνος το όφελος;» Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε φορά που εξετάζουμε ένα χωρίο ιστορικού κειμένου πρέπει να διερωτόμαστε αμέσως «γιατί η πηγή παρουσιάζει αυτήν την εκδοχή;» και «ποιος βγαίνει κερδισμένος από αυτήν την εκδοχή των πραγμάτων;»

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών νοοτροπίας, οδήγησε σε ένα νέο μοντέλο μετανάστευσης που ο Peter Heather ονομάζει «μοντέλο της χιονοστιβάδας». Καθώς η χιονοστιβάδα κινείται από τη θέση Α στη θέση Β κερδίζει συνεχώς νέο χιόνι. Όταν φτάνει στην θέση Β μόνον ένα μικρό μέρος του χιονιού έχει κάνει πραγματικά την μετατόπιση Α>Β. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο οι παραδόσεις μαζικής μετανάστευσης στην πραγματικότητα είναι μεταναστεύσεις ολιγάριθμων ανθρώπων που καταλήγουν να είναι charter group σε μία υποστρωματική πλειοψηφία στην οποία καταφέρνουν να επιβάλλουν τις παραδόσεις τους.

Βάζω εδώ μερικές σελίδες από τα θέματα που έχω θίξει μέχρι τώρα:

1) Μετανάστευση: παλαιό μοντέλο «μπιλιάρδου» (billiard ball model) και νεότερο μοντέλο «χιονοστιβάδας» (snowball):

snowball-billiard

2) Η θεωρία «του πυρήνα/kernel παραδόσεων» του Reinhard Wenskus και η βελτίωσή της από τον Walter Pohl, που την συνδύασε με τις ιδέες του Fredrik Barth περί «εφήμερης και καιροσκοπικής εθνοτικότητας» και του Eric Hobsbawm περί «εφευρημένων παραδόσεων»:

Wenskus

Barth-evanescent

3) Η αρχή “Cui bono?” του Moses Finley:

cui-bono-Finley

4) Η αναξιοπιστία των προφορικών παραδόσεων. Ο βυζαντινολόγος Mark Whittow, όταν χρειάστηκε να εξηγήσει την αναξιοπιστία των Αραβικών παραδόσεων για τις πρώιμες Ισλαμικές κατακτήσεις, είπε ότι ανάμεσα σε αυτές και την πρώτη καταγραφή τους γύρω στο 800 μ.Χ. μεσολάβησαν 150 περίπου χρόνια προφορικής παράδοσης. Για να δείξει πόσο αναξιόπιστη είναι η προφορική παράδοση επειδή κάθε γενιά μεταβιβάζει την παράδοση που παρέλαβε αλλαγμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να κερδίσει παροντικά πλεονεκτήματα, κάνει ένα παράδειγμα. Το 1988 συμμετείχε σε μια ανασκαφή ενός μεσαιωνικού αρχοντικού σπιτιού στην Ιορδανία που ήταν θαμμένο για 1000 περίπου χρόνια. Οι τοπικοί Άραβες φύλαρχοι έρχονταν ένας ένας στην ανασκαφή και προσπαθούσαν να δείξουν ότι το αρχοντικό αυτό ήταν δικό τους, δηλαδή ανήκε στους πατέρες και παππούδες τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν και «αναμνήσεις» από τα παιδικά τους χρόνια για τα δωμάτια του ανεσκαμμένου αρχοντικού που ήταν θαμμένο κάτω από την άμμο για 1000 χρόνια. 🙂 Για πιο λόγο λοιπόν οι Άραβες φύλαρχοι επινοούσαν αυτές τις ιστορίες; Όποιος θα κατάφερνε να «πείσει» ότι το αρχοντικό ήταν δικό του θα κέρδιζε πόντους έναντι των ανταγωνιστών του στον στίβο για την ανάδειξη του σεβαστότερου φυλάρχου.

Whittow-Jordan

Την ίδια πεποίθηση για την αναξιοπιστία της προφορικής παράδοσης εκφράζει και ο Eric H. Cline στο παρακάτω βίντεο:

[08:50-09:30]

Μερικές φορές, στις παραδόσεις μεταναστεύσεων δεν υπάρχει ούτε καν η μετανάστευση ενός ολιγάριθμου charter group, αλλά η παράδοση μετανάστευσης είναι μια εντελώς εφευρημένη παράδοση. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι εφηύραν την μετανάστευση του Αινεία για να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως απογόνους των μυθικών Τρώων και να δικαιολογήσουν ως «εκδικητικές» τις κατακτήσεις τους κατά των Ελλήνων. Η πρώτη ελληνική πόλη που κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους ήταν η Κύμη το 338 π.Χ. και στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα έχουμε τις πρώτες ρωμαϊκές αναφορές στην «Τρωϊκή καταγωγή» τους. Οι Ρωμαίοι δεν εφηύραν αυτήν την παράδοση εντελώς ex nihilo , γιατί όποιος διαβάσει το βιβλίο “The Returns of Odysseus” του Irad Malkin θα διαπιστώσει ότι στην Ιταλία υπήρχε μια ισχυρή ιδρυτική παράδοση «Νόστων», μέσα από την οποία, οι ελληνικές αποικίες επέλεγαν ως ιδρυτές τους Αχαιούς ήρωες του Τρωικού κύκλου και, ταυτόχρονα, θεωρούσαν ως ιδρυτές των γειτονικών τους μη ελληνικών πόλεων τους Τρώες ήρωες του ίδιου επικού κύκλου. Οι Ρωμαίοι απλώς υιοθέτησαν πιο θερμά αυτό το προϋπάρχον σχήμα όταν τους έγινε βολικό, διότι δικαιολογούσε τους επεκτατικούς τους πολέμους κατά των Ελλήνων ως εκδικητικούς.

Romans-Trojans

Συνεχίζοντας το παράδειγμα των αρχαίων Ρωμαίων, ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος βασισμένος στην κλασικίζουσα εξίσωση Τούρκοι = «Τεύκροι» (~ Τρώες) και Τούρκοι = «Πέρσαι» παρουσιάζει τον Μωάμεθ τον Πορθητή ως απόγονο και εκδικητή των αρχαίων Τρώων και των αρχαίων Περσών: Η άλωση της «Ελληνικής» Κωνσταντινουπόλεως από τους «Τρωογενείς» Τούρκους δικαιολογήθηκε ως εκδίκηση για την Τρωοφθόρο Ιλίου Πέρσιν και για την Μακεδονική κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ο Μωάμεθ κοιτώντας τα ερείπια της Τροίας δήλωσε ότι εκδικήθηκε τους απογόνους «όλων εκείνων των Ελλήνων, Μακεδόνων, Θεσσαλών και Πελοποννησίων που στο παρελθόν αδίκησαν εμάς τους Ασιάτες» :

Mehmet-Troy

Φυσικά, δεν υπήρχε κανένας Τούρκος που πίστευε ότι ήταν «Τεῦκρος/Τευκρός» = Τρώας ή «Πέρσης» ή ότι είχε κατακτήσει «Ἕλληνες». Το παιχνίδι της «Τρωικής/Τευκρικής» καταγωγής το έπαιξαν και οι αρχαίοι Παίονες που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, θεωρούσαν ότι ήταν «Τευκροί άποικοι των Τρώων» που εγκαταστάθηκαν στα μέρη του Αξιού και του Στρυμόνα κατά την εισβολή των Τευκρών και των [ασιατικών] Μυσών στην Ευρώπη, που έγινε «προ των Τρωικών» και στην οποία κατακτήθηκαν όλα τα μέρη πάνω από τον Πηνειό μέχρι το Ιόνιο πέλαγος. Εδώ ο Ηρόδοτος ή έχει μπερδέψει τους Μυσούς και τους Τευκρούς με τους Φρύγες που κάποτε ήταν η υπερδύναμη στην Μακεδονία πριν μεταναστεύσουν στην Ασία ή έχει επινοήσει αυτήν την Τρωική κατάκτηση για να εξηγήσει γιατί στον Τρωικό πόλεμο οι Παίονες, οι Κίκονες και οι Θράκες ήταν σύμμαχοι των Τρώων.

[Ηρόδοτος, 7.20] μήτε κατὰ τὰ λεγόμενα τὸν Ἀτρειδέων ἐς Ἴλιον, μήτε τὸν Μυσῶν τε καὶ Τευκρῶν τὸν πρὸ τῶν Τρωικῶν γενόμενον, οἳ διαβάντες ἐς τὴν Εὐρώπην κατὰ Βόσπορον τούς τε Θρήικας κατεστρέψαντο πάντας καὶ ἐπὶ τὸν Ἰόνιον πόντον κατέβησαν, μέχρι τε Πηνειοῦ ποταμοῦ τὸ πρὸς μεσαμβρίης ἤλασαν.

[Ηρόδοτος, 5.13] θωμάζων δὲ ὁ Δαρεῖος τά τε ἤκουσε ἐκ τῶν κατασκόπων καὶ τὰ αὐτὸς ὥρα, ἄγειν αὐτὴν ἐκέλευε ἑωυτῷ ἐς ὄψιν. ὡς δὲ ἄχθη, παρῆσαν καὶ οἱ ἀδελφεοὶ αὐτῆς οὔ κῃ πρόσω σκοπιὴν ἔχοντες τούτων. εἰρωτῶντος δὲ τοῦ Δαρείου ὁποδαπὴ εἴη, ἔφασαν οἱ νεηνίσκοι εἶναι Παίονες καὶ ἐκείνην εἶναι σφέων ἀδελφεήν. [2] ὃ δ᾽ ἀμείβετο, τίνες δὲ οἱ Παίονες ἄνθρωποι εἰσὶ καὶ κοῦ γῆς οἰκημένοι, καὶ τί κεῖνοι ἐθέλοντες ἔλθοιεν ἐς Σάρδις. οἳ δέ οἱ ἔφραζον ὡς ἔλθοιεν μὲν ἐκείνῳ δώσοντες σφέας αὐτούς, εἴη δὲ ἡ Παιονίη ἐπὶ τῷ Στρυμόνι ποταμῷ πεπολισμένη, ὁ δὲ Στρυμὼν οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου, εἴησαν δὲ Τευκρῶν τῶν ἐκ Τροίης ἄποικοι. [3] οἳ μὲν δὴ ταῦτα ἕκαστα ἔλεγον, ὁ δὲ εἰρώτα εἰ καὶ πᾶσαι αὐτόθι αἱ γυναῖκες εἴησαν οὕτω ἐργάτιδες. οἳ δὲ καὶ τοῦτο ἔφασαν προθύμως οὕτω ἔχειν: αὐτοῦ γὰρ ὦν τούτου εἵνεκα καὶ ἐποιέετο.

Teukroi

Αντί να προσπαθήσουμε μάταια να βρούμε αν «πρὸ τῶν Τρωικῶν» έγινε μια τέτοια τρωική υπερεκστρατεία που άφησε στην Παιονία περισσότερους αποίκους από τους κατοίκους όλης της Τρωάδας, είναι ορθότερο να ερμηνεύσουμε την «Τρωική» καταγωγή των Παιόνων με τον τρόπο που ο Malkin ερμήνευσε την «Τρωική» καταγωγή των Ρωμαίων: Υπήρχε μια περίοδος πριν από τον σχηματισμό του αντιθετικού εθνοτικού ζεύγους Ἕλλην-βάρβαρος όπου οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί έβλεπαν τους εαυτούς τους ως «Ἀχαιούς» και έβλεπαν τους μη ελληνόφωνους γείτονές τους ως «Τρώες». Όποιος μη ελληνόφωνος λαός ήθελε να «εξηγήσει» στους Έλληνες ποιος ήταν έπρεπε ή να εφεύρει ή να υιοθετήσει έναν ήδη εφευρημένο από τους Έλληνες μύθο «Τρωικής» καταγωγής. Ο μύθος αυτός θα «έδειχνε» Τρώες ήρωες του επικού κύκλου, μετά την καταστροφή της Τροίας, να μεταναστεύουν σε κάποιο άλλο μέρος και να γίνονται οι «πρόγονοι» του εν λόγω λαού. Με άλλα λόγια, όλες αυτές οι «Τρωικές» καταγωγές ήταν εφευρημένες παραδόσεις μετανάστευσης.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός ίδρυσε το Πανελλήνιον στο οποίο μπορούσαν να συμμετέχουν μόνον Ελληνικές πόλεις. Πολλές ελληνιστικές (και όχι ελληνικές κατά την κλασική περίοδο) πόλεις συμμετείχαν με εφευρημένες αποικιακές παραδόσεις. Τα Φρυγικά Σύνναδα εισήλθαν ως «Σπαρτιατική αποικία», ενώ οι κάποτε Θρακικές πόλεις της Βιθυνίας και της Μυσίας, όπως η Πέργαμος, και διάφορες πόλεις της Φρυγίας, όπως οι Αιζανοί, εισήλθαν ως «Αρκαδικές αποικίες».

panhellenion

Προφανώς, τα κριτήρια ελληνικότητας για την εισαγωγή στο Πανελλήνιον ήταν αρκετά χαλαρά μιας και, όποιος γνώριζε στοιχειώδη ιστορία, μπορούσε εύκολα ν΄αντιληφθεί πόσο προσφάτως εφευρημένοι ήταν αυτοί οι ιδρυτικοί μύθοι.

Θα κλείσω αυτήν την πρώτη θεωρητική ανάρτηση της σειράς με ένα παράδειγμα εφαρμογής της “Quellenkritik” του Von Ranke και της αρχής “Cui Bono?” του Moses Finley.

Αν ρωτήσουμε 1000 περαστικούς στο δρόμο «ποιος σκότωσε τον Γολιάθ;» και οι 1000 θα μας απαντήσουν «ο Δαβίδ». Η νίκη του μικροκαμωμένου Δαβίδ εναντίον του γιγαντόσωμου Γολιάθ είναι τόσο παροιμιώδης που αποτυπώνεται αμέσως στην μνήμη αυτού που την πρωτοακούει. Όποιος όμως έχει διαβάσει όλη την Παλαιά Διαθήκη (ΠΔ) ξέρει ότι ο Δαβίδ δεν είναι ο μόνος που σκότωσε τον Γολιάθ. Σε δύο άλλα χωρία της ΠΔ ως «Γολιαθοφόντης» ήρωας παρουσιάζεται ο -κατά τα άλλα άγνωστος- Έλχαναν !!!

Αυτό σημαίνει ότι τελική εκδοχή της Βίβλου που παράχθηκε κατά την Βαβυλωνιακή Εξορία μετά το 600 π.Χ. ενσωμάτωσε δύο διαφορετικές παλαιότερες παραδόσεις για την Γολιαθοφονία που υποτίθεται ότι συνέβη στα χρόνια του Δαβίδ, δηλαδή στο πρώτο μισό του 10ου π.Χ. αι. Πως εξηγείται αυτό το παράδοξο; Προφανώς υπήρχε μια αρχική παράδοση με τον Έλχαναν ως Γολιαθοφόντη και αργότερα ο άθλος του μεταφέρθηκε στον Δαβίδ από εκείνους τους συγγραφείς που είχαν σαν σκοπό (cui bono?) να πλάσουν έναν larger-than-life Δαβίδ.

[11:50-13:00]

(συνεχίζεται στο μέρος #2)

7 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία