Tag Archives: λάμβα

Ο ρωτακισμός ως γλωσσολογικό φαινόμενο

Ο όρος ρωτακισμός (rhotacism, rhotacization) στην γλωσσολογική ορολογία χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τροπή ενός συμφώνου σε /r/. Υπάρχουν διάφορα ήδη ρωτακισμού.

Ο ρωτακισμός /L/>/R/

Αυτός είναι ίσως ο πιο κοινός και διαδεδομένος τύπος ρωτακισμού και χαρακτηρίζεται από την τροπή του υγρού ένηχου /L/ στο άλλο υγρό ένηχο /R/ (/L/>/R/).

Στην μεταγενέστερη Ελληνική αυτός ο τύπος ρωτακισμού ήταν πολύ συχνός στο προσυμφωνικό /λ/, λ.χ. ἀδελφός > αδερφός, Βούλγαρος > Βούργαρος, λβανίτης > Αρβανίτης και το αντιδάνειο κόλπος > λατ. colfus > κόρφος (κόλπος, gulf, κόρφος).

Ο CD Buck γράφει γι΄αυτό το συχνό μεταγενέστερο ελληνικό φαινόμενο πως αρχίζει να εμφανίζεται σιγά σιγά στις αρχαίες επιγραφές του 2ου μ.Χ. αι.:

[σλσ 64 από την μαλακή/paperback έκδοση (1998) του “The Greek Dialects” (1955)]

The change of λ to ρ before a consonant, regular in popular Mod. Grk. (ἀδερφός = ἀδελφός, etc.) appears in occasional forms from the second century A.D. on, e.g. Delph. Δερφοί, Att. ἀδερφοί.

Παραθέτω τις επιγραφές με τα παραδείγματα Δερφοί και ἀδερφός, αὐτάδερφος, ἐξάδερφος που αναφέρει ο Buck.

Derfoi

exaderfos

Αυτό το είδος ρωτακισμού συνέβη και στις γλώσσες που ήρθαν σε στενή επαφή με την μεσαιωνική Ελληνική, λ.χ. ο βουλγαρικός όρος *vlĭkodlakŭ > rkolak ~ βουρκόλακας/βρυκόλακας (βρυκόλακας) και το βλαχικό Virgaru ~ Βούργαρος.

Ο ρωτακισμός /L/>/R/ ήταν καθολικός στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας, με την εξαίρεση των βορειοανατολικότερων ινδικών ποικιλιών στις οποίες συνέβη το αντίστροφο φαινόμενο /R/>/L/ και μεμονωμένων ιρανικών παραδειγμάτων όπως λ.χ. οι Αλανοί (< Aryan-, Αλανοί, Ιράν). Θα αναφέρω μερικά τυπικά Ινδο-Ιρανικά παραδείγματα:

*wl.kwos = «λύκος» > Σανσκριτικό vr.ka (vr.ka), Αβεστικό vəhrka (vəhrka), Αρχαίο Περσικό varka (varka) κλπ.

*pl.h1-nos = «γεμάτος» > Σανσκριτικό rṇá (pūrṇá), Νεοπερσικό por (por)

*solwos = «ὅλος» > Σανσκριτικό sarva- (sarva), Αβεστικό haurva

*seh2wl./*suh2l = «ήλιος» > Σανσκριτικό svàr/Sūrya, Αβεστικό hvarə/rō

O ρωτακισμός /L/>/R/ σε μεσοφωνηεντική θέση ήταν τυπικός της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, πρόγονος Βλαχικής/Αρουμανικής και Ρουμανικής), όπως δείχνει η εξέλιξη των παρακάτω λατινκών όρων:

sol/solem = «ήλιος» > βλαχικό soare = ρουμανικό soare (soare)

sal/salem = «αλάτι» > βλαχικό sare = ρουμανικό sare (sare)

malum = «μῆλον» > βλαχικό mer[u], ρουμανικόr (mer, măr)

basilica > βλαχικό bãsearicã, ρουμανικό biserică (bãsearicã, biserică)

angelus > ρουμανικό înger (înger)

στῦλος > λατινικό stylus > βλαχικό stur[u] και ρουμανικό stur (stur[u], stur)

Θεσσαλονίκη > Βλαχικό runã (ονόματα της Θεσσαλονίκης), αλλά έλλειψη ρωτακισμού στο λοοσσών/Ελασσόνα > Lãsun, κάτι που δείχνει ότι, αντίθετα με αυτά που ισχυρίζεται ο ρουμάνος Madgearu, η Ελασσόνα έγινε γνωστή στους Βλάχους αργότερα από την Θεσσαλονίκη, όταν είχαν πάψει πια να ρωτακίζουν. Θα είμαι ευγνώμων σε όποιον αναγνώστη μπορεί να μου πει το όνομα του Ολύμπου στην Βλαχική των Περιολύμπιων Βλάχων.

Lasun

Από την Ρουμανική αναφέρω τον υποστρωματικό όρο *wèg’h-ulos «μικρός κλέφτης, κλεφτύλος» > *vjèdzula «ασβός» > viezure (viezure ~ αλβανικό vjedhvjed(h)ull).

Έχει ενδιαφέρον ότι ο ρωτακισμός της ΑΒΡ δεν συνέβη στο λατινικό διπλό -LL-, κάτι που δείχνει πως όταν ήταν ενεργός ο ρωτακισμός στην ΑΒΡ υπήρχε ακόμα διάκριση στην προφορά μεταξύ μονών και διπλών συμφώνων.

agnellus > βλαχικό njel[u] , ρουμανικό miel

cellārium (κελάρι) > βλαχικό tsilar, ρουμανικό celar

caballus > cavallus > βλαχικό cal[u] και ρουμανικό cal.

Να σημειωθεί τέλος ότι ο ρωτακισμός της ΑΒΡ δεν συμβαίνει κατά κανόνα στα σλαβικά δάνεια (άρα είχε λίγο πολύ ολοκληρωθεί στην ΑΒΡ όταν άρχισαν να εισρέουν τα σλαβικά δάνεια μετά το ~600-650 μ.Χ.), με την εξαίρεση του πρώιμου πρωτοσλαβικού δανείου στην Ρουμανική EPrSlv. *magyla > măgură (măgură). Μετά την σλαβική τροπή *a>o, ο ύστερος πρωτοσλαβικός τύπος *mogyla απαντά σε τοπωνύμια όπως Mogila, Mogilnice κλπ.

Ο ρωτακισμός /N/>/R/

Ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /N/ είναι τυπικό χαρακτηριστικό της Τοσκικής Αλβανικής και της Ρουμανικής.

Υπάρχει μόνον ένας όρος που δείχνει ρωτακισμό και στην Γκεγκική Αλβανική:

*h2neh2t-ih2 «πάπια» (ελληνικό νῆσσα/νῆττα, λατινικό anas) > Πρώιμο Πρωτο-Αλβανικό *anātsa > Ύστερο Πρωτο-Αλβανικό *arātsa > Ρουμανικό rață και αλβανικό rosë (μέσω των τυπικών τροπών ā>ο και *tj>ts>s, λ.χ. motër και pus).

Τόσο στην Τοσκική Αλβανική όσο και στην Ρουμανική αυτός ο ρωτακισμός δεν συμβαίνει στα σλαβικά δάνεια, κάτι που σημαίνει ότι είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του γύρω στο ~600-650 μ.Χ.

Ο καλύτερος τρόπος για να παρουσιάσω τον τοσκικό ρωτακισμό είναι μέσα από το αρχαιοελληνικά και λατινικά δάνεια στην Πρωτο-Αλβανική.

Αὐλών/Αὐλώνα > Τοσκικό Vlorë ~ Γκεγκικό Vlonë

μηχανή (mēkhanē) > πρωτο-αλβανικό *mēkânë > Τοσκικό mokër ~ Γκεγκικό mokën (*ē>ā>o, όπως λ.χ. στο IE *mēkwe > *motše > mos ~ ελληνικό μήτε).

λάχανον > πρωτο-αλβανικό *lakânë > Τοσκικό lakër ~ Γκεγκικό lakën

δράπανον > πρωτο-αλβανικό *drapânë > Τοσκικό drapër ~ Γκεγκικό drapën (drapër)

ὀρφανός > λατ. òrfanus > Τοσκικό varfër ~ Γκεγκικό vorfën (varfër)

λατινικό (h)arēna = «άμμος» (λ.χ. βλαχo-ρουμανικό arinã ~ arină) > Τοσκικό rë ~ Γκεγκικό në (rërë)

λατ. campàna > δαλματ. campuàna ~ campuòna > Τοσκικό këmborë ~ Γκεγκικό këmbonë

σπλήν > λατ. splēneticus > Τοσκικό shpretkë (shpretkë)

fēmina > Τοσκικό femër ~ Γκεγκικό femën (femër)

Με τα παραπάνω δάνεια κατά νου, μπορείτε να καταλάβετε την διτυπία στον παρακάτω γνήσιο αλβανικό όρο:

ΙΕ *woinom > Πρωτο-Αλβανικό *waina = «κρασί» > Τοσκικό  verë ~ Γκεγκικό venë (verë)

tosk-rhotacism

Σημειώνω τέλος ότι ο Τοσκικός Ρωτακισμός δεν συνέβη στο Πρωτο-Αλβανικό *-nj-:

castanea > castànja > gështenjë

cuneus > cunju > kunj

Και οι γνήσιοι αλβανικοί όροι:

*meln.-yeh2 > *melanjā (~ ελληνικό μέλας/μέλαινα) > mëllenjë

*wl.kw-ānjā > ujkonjë = «λύκαινα»

Το τελευταίο πρωτο-αλβανικό θηλυκό επίθημα *-ānjā>-ònja απαντά και στην βλαχο-ρουμανική «λύκαινα» μόνο που έχει προσαρτηθεί στον λατινικό όρο για τον «λύκο» lupus.

Βλαχικό lupoanje ~ Ρουμανικό lupoaie

Η διφθογγοποίηση του τονισμένου ò>oa είναι όπως στα poartă, noapte κλπ, ενώ η Ρουμανική «λύκαινα» κανονικά απώλεσε το μετατονικό /n/ (λ.χ. cùneus > cùnju > cui, cotòneus > cutùnju > gutui) . Έχει γλωσσολογικό ενδιαφέρον το ότι η ΑΒΡ διφθογγοποίηση ò>oa στην «λύκαινα» συνέβη στο /o/ που προέκυψε από την Αλβανική τροπή *ā>o, γιατί το υποστρωματικό λεξιλόγιο της ΑΒΡ χωρίζεται σε αυτό που δείχνει την τροπή *(ē>)ā>o, όπως η Αλβανική (λ.χ. cioară, moș) και σε αυτό που δείχνει την τροπή *ā>a (λ.χ. rață, mazăre, balaș).

Ας αφήσουμε τώρα τον Τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού /N/ και ας δούμε το αντίστοιχο φαινόμενο στην Ρουμανική:

minūtus > δημώδες λατινικό *minūntus > runt (mărunt)

cānūtus > δημώδες λατινικό *cānūntus > runt (cărunt)

fenestra > fereastră (fereastră)

Σύμφωνα με τον Andre DuNay, ο Ρουμανικός ρωτακισμός ήταν πιο διαδεδομένος στο παρελθόν, αλλά υποχώρησε επειδή στην Πρότυπο Ρουμανική προτιμήθηκαν οι αρρωτάκιστοι τύποι.

Από την Ιστρο-Ρουμανική αναφέρω τα παραδείγματα:

Rōmāni > Rumâri ~ Rumêri (εδώ)

bene > bine (λ.χ. βλαχικό ghine) > bire (προτελευταίος όρος στην πρώτη λίστα απογόνων)

vinum > vinu > viru > vir (πάντοτε προτελευταίος όρος πρώτης λίστας)

Στην Βλαχική ο ρωτακισμός είναι πάρα πολύ σπάνιος. Το μόνο παράδειγμα που κατάφερα να βρω είναι το «παράθυρο»:

fenestra > fireastrã (fireastrã)

Ο ρωτακισμός /D/>/R/

Αυτός ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /d/ είναι σήμερα τυπικός των Σικελικών ποικιλιών της περιοχής του Παλέρμου (λ.χ. i denti > i renti, με το /r/ ν΄ακούγεται σαν το πολωνικό /rz/ του rzeka). Στον αρχαίο κόσμο το φαινόμενο απαντούσε στην μεν Μικρά Ασία στην Λουβική (λ.χ. para = pada) και στην Παμφυλιακή Ελληνική στην δε Ιταλία συστηματικά στην Ουμβρική και σποραδικά στην αρχαϊκή Λατινική (aduorsum > aruorsum, pedes > peres κλπ). Στην Ουμβρική το αποτέλεσμα του ρωτακισμού δηλωνόταν με «rs» στο λατινικό αλφάβητο και στο εγχώριο αλφάβητο με ένα ειδικό ρω (ř). Η επιλογή των γραμμάτων «rs» στο λατινικό αλφάβητο φέρνει στο νου μου τον σικελικό ήχο που ακούγεται σαν το πολωνικό /rz/.

rhotacism-d

Από την Παμφυλιακή παραθέτω την παρακάτω επιγραφή (Άσπενδος, 2ος π.χ. αι.):

Epitimidas

Λιμναῖις Ἐπιτῑμίραυ (= Λιμναῖις Ἐπιτῑμίδᾱο)

Γενική του ονόματος Ἐπιτῑμίδᾱς > Ἐπιτῑμίρᾱς.

Ορισμένα αόριστα λήμματα του Ησυχίου που δείχνουν ρωτακισμό δ>ρ, συνήθως θεωρούνται παμφυλιακά, όπως λ.χ. το

ϝείδω > ἀβήρω (ἀείδω, ἀ(β)ηδών, ἀβηροῦσιν = ᾀδοῦσιν)

Για τον Ουμβρικό ρωτακισμό (*pede > peři ~ persi, *ad– > ar/ař/ars– κλπ) παραθέτω τις παρακάτω σελίδες από τον CD Buck:

umbrian-rhotacism

Βρήκα δύο παραδείγματα ρωτακισμού δ>ρ στην Μακεδονία.

Ο Ησύχιος κατέγραψε το λήμμα ῥοῦτο = τούτο (που μάλλον εξηγείται από την εξέλιξη τοῦτο> *δοῦτο > οῦτο), ενώ το θρακικό όνομα Καρβερένθης που απαντά 7 φορές, αποκλειστικά σε επιγραφές της Καλίνδοιας, δείχνει την εξέλιξη –δένθης/ζένθης > –ρένθης.

Karberenthes

Όπως έχω εξηγήσει αλλού, πιστεύω ότι το Θρακικό επίθημα -δένθης/-ζένθης περιέχει το IE *g’enh1-tis που απαντά και στο σλαβικό *zętĭ, με εξέλιξη *g’>dz>d(h), όπως στην Αλβανική (και ενίοτε στο ρουμανικό υπόστρωμα) και την Αρχαία Περσική (λ.χ. αλβανικό *g’enh1-ros > dhëndërr «γαμπρός» ~ διαλεκτικό ρουμανικό dandâr = «ξένος» (< σώγαμπρος) και *h2r.g’i-pyo- «αετός»> αρχαίο Περσικό ardifya ~ Αβεστικό arzifya). 

ardifya

dandar

Ο σιγματικός ρωτακισμός /S/>/Z/>/R/

Ο «σιγματικός» ρωτακισμός είναι το τελευταίο είδος ρωτακισμού που θα περιγράψω. Σε μεσοφωνηεντική θέση ήταν τυπικός στην Λατινική, στον Δυτικό και Βόρειο υποκλάδο του Γερμανικού κλάδου και στην Ερετριακή Ιωνική. Σε τελική θέση, ο σιγματικός ρωτακισμός ήταν τυπικός της Ηλειακής διαλέκτου και της ύστερης Λακωνικής, ενώ απαντά ενίοτε και στην Σανσκριτική, όταν η επόμενη λέξη ξεκινούσε από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο.

Στην Λατινική το μεσοφωνηεντικό /s/ προφερόταν ως ηχηρό /z/ (λ.χ. μουσική > λατ. musica = /mūzica/). Κάποια στιγμή στην πολύ αρχαϊκή Λατινική αυτό το ηχηρό /z/ ρωτακίστηκε (/z/>/r/), όπως φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα:

flōs με πλάγιες πτώσεις σε *flōz > flōr (λ.χ. αιτιατική flōrem)

s με παράγωγο *pūz-ulentus > rulentus (pus, purulentus)

*h2ous > *auzis > auris (auris, αλλά auscultō)

*h1eus «καίω» > λατινικό ustiō = «έγκαυμα» με ρήμα zō > ūrō (ustio, uro)

*swesōr > *swezōr > sorōr «αδελφή» (sorōr)

*h2ewsōs > *auzōza > aurōra (aurora)

*h2eus-om > *auzom > aurum = «χρυσός» (aurum)

*g’enh1os > genus με πληθυντικό *g’enh1es-h2 > *geneza > genera

Κατά κανόνα, ο ρωτακισμός δεν συνέβη σε μεσοφωνηεντικό «s»= /z/ που ακολουθείται από /r/ (λ.χ. caesariēs, miser) αν και υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις όπως τα soror και aurora που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Latin-rhotacism

Στον Γερμανικό κλάδο, όπως ανέφερα, ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού *s>z συνέβη στον Δυτικό (λ.χ. Αγγλικά, Γερμανικά) και Βόρειο υποκλάδο (Σκανδιναβικές γερμανικές γλώσσες), αλλά όχι στον Ανατολικό υποκλάδο στον οποίο ανήκε η Γοτθική.

ΙΕ *h2ous- > πρωτογερμανικό *ausô > αγγλικό ear, αλλά γοτθικό auso (ear, auso)

IE *h2kous- «ακούω» > πρωτογερμανικό *hausijaną > αγγλικό hear, αλλά γοτθικό hausjan (hear, hausjan)

Πρωτογερμανικό *batizô = «καλύτερα» > αγγλικό better, αλλά γοτθικό batiza (batizô, better, batiza)

Στο ίδιο φαινόμενο οφείλεται η εναλλαγή was ~ were (was, were) στην Αγγλική.

Τέλος, όπως ανέφερα παραπάνω, ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού σίγμα ήταν χαρακτηριστικό της Ερετριακής Ιωνικής και των περιερετριακών διαλέκτων. Η έκταση του ρωτακισμού φαίνεται στον παρακάτω χάρτη.

Σε ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο του Greek Personal Names: Their Value as Evidence,” ο Dennis Knoepfler προτείνει πειστικότατα (ακολουθώντας την κατανομή των ονομάτων σε Ὠρωπο- σε Ερέτρια και στην γειτονική Ωρωπία) ότι ο Βοιωτικός Ὠρωπός δεν είναι παρά ο Ἀσωπός προφερμένος με Ερετριακό ρωτακισμό και Ιωνική κράση (λ.χ. ὁ ἀνήρ > ὡνήρ ~ ὁ σωπός > *Ὡζωπός >ρωπός).

Oropos

Επιγραφικά, ο Ερετριακός Ρωτακισμός (s>z>r) φαίνεται στους τύπους ἔχουρι = ἔχουσινδημoρίων = δημοσίων, Ἀρτεμίρια = Ἀρτεμίσια κλπ.

eretrian-rhotacism

Ο ίδιος τύπος ρωτακισμού απαντά σποραδικά σε διάφορες περιοχές στο /s/ πριν από /m/ (λ.χ. σεισμός = /se:zmòs/) και πριν από ηχηρό κλειστό /b,d,g/ (λ.χ. Πελασγός = /Pelazgos/), δηλαδή σε εκείνες τις θέσεις όπου το /s/ προφέρεται ως ηχηρό /z/.

Παραδείγματα:

Περιερετριακά Μίσγος > Μίργος, Μίργων κλπ

Θεσσαλικό και Ερετριακό Θεόσδοτος > Θεόρδοτος

Λακωνικό Θεοκοσμίδᾱς > Θιοκορμίδᾱς

Mirgos

Όταν μετά από ένα τελικό σίγμα ακολουθεί λέξη που αρχίζει από φωνήεν τότε το τελικό σίγμα στην ουσία βρίσκεται σε μεσοφωνηεντική θέση. Επίσης, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από ηχηρό κλειστό /b,d,g/, τότε το τελικό /s/ μπορεί να προφερθεί ως ηχηρό /z/. Στην Βεδική/Σανσκριτική αυτό συνέβη στον «Όφιν τὸν Πυθμένιο» *h3ogwhis bhudhnios > Ahir Budhnya. Ενώ εν γένει η λέξη ahi = «ὄφις» προφέρεται χωρίς το τελικό /s/, στην συγκεκριμένη φράση το /s/ επιβίωσε και ρωτακίστηκε, επειδή ακολουθεί ηχηρό κλειστό /b/.

Ahir

Στην Ηλειακή, αυτός ο ρωτακισμός του τελικού σίγμα εμφανίζεται ήδη στις παλαιότερες επιγραφές, πολλές φορές ταυτόχρονα με κανονικό /s/. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα και μετά ο τελικός ρωτακισμός γίνεται κανόνας στην Ηλειακή διάλεκτο και λίγο αργότερα γίνεται κανόνας και στην Λακωνική (λ.χ. ἀσκός > ἀκκόρ).

final-rhotacism

Από την Ηλειακή επιγραφή αναφέρω τα: τᾶρ πόλιορ = τᾶς πόλιος, τοῖρ ἄλλοιρ προξένοιρ καὶ εὐεργέταιρ κλπ.

Από την Λακωνική επιγραφή που παρέθεσα: Εὐδόκιμορ Δᾱμοκράτεορ = Εὐδόκιμος Δᾱμοκράτεος, Ἀριστείδᾱρ = Ἀριστείδᾱς.

Advertisements

24 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα