Tag Archives: Ιστορία

Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #1

Η σημερινή ανάρτηση είναι η πρώτη της σειράς που έχει ως θέμα την ιστορία της Παννονίας και των κατοίκων της μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση και την ίδρυση της ρωμαϊκής επαρχίας Παννονίας. Σε αυτήν την πρώτη ανάρτηση θα παραθέσω μερικά γενικά εθνογλωσσικά θέματα και στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω την ιστορία της Παννονίας από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα (όταν αρχίζει ο κελτικός εποικισμός της περιοχής) ως τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν μονιμοποιήθηκε οριστικά ο ρωμαϊκός έλεγχος στην περιοχή. Continue reading

Advertisements

8 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου #3

Στην προηγούμενη ανάρτηση της σειράς περιέγραψα το σκοπό του Ζωσίμου στη συγγραφή της Νέας Ιστορίας, την ανάπτυξη της πολεμικής φειδούς που θα κληρονομήσουν οι Βυζαντινοί Ρωμαίοι, και, τέλος, προσπάθησα να αποσαφηνίσω τη σημασία των όρων «ἔθνος», «τέλος», «αὐτόμολοι/σύμμαχοι», «ἐκμέλεια», «Σκύθαι», «Γερμανοί», «Κελτοί» και «Γαλάται». Continue reading

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία

Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου #2

Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς έκανα μια συνοπτική παρουσίαση της ρωμαϊκής ιστορίας της περιόδου 235-410, για να μπορέσετε να εντάξετε σε μια ιστορική σειρά τα πρόσωπα και τα γεγονότα των αποσπασματικών χωρίων του Ζωσίμου που θα παραθέσω στην παρούσα ανάρτηση.

Μπορείτε να διαβάσετε τα χωρία του Ζωσίμου σε αυτήν εδώ την έκδοση του Bekker που είναι διαθέσιμη στο internet archive. Continue reading

3 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία

Η Ιστορία του όρου «Γραικός» #1

Αυτή η σειρά αναρτήσεων προέκυψε από ένα σχόλιο με ερωτήματα που έκανε πριν από καμιά δεκαριά μέρες ο Γιάννης σχετικά με τη λειτουργία του εθνωνυμίου «Γραικός» κατά την βυζαντινή περίοδο. Ο Γιάννης με ρώτησε αν έχω ασχοληθεί με το θέμα και κατά πόσο μπορούμε να πούμε ότι η απάντηση του όρου είναι μια μορφή «έμμεσης ελληνικής συνέχειας». Έκρινα πως η καλύτερη απάντηση σ΄αυτά τα ερωτήματα είναι μια σειρά δύο αναρτήσεων, επειδή οι προηγούμενες αναρτήσεις που έχω κάνει αφορούν την περιγράφη της λειτουργίας του όρου «Γραικός» σε συγκεκριμένα χωρία και δεν περιγράφουν το θέμα συλλογικά. Continue reading

34 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη με θέμα τον εθνολογικό σχολιασμό της «Οικουμενικής Ιστορίας» του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη, η οποία έχει ως θέμα τα γεγονότα της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.). Θα παραθέσω το κυρίως εθνολογικό μέρος στην δεύτερη ανάρτηση της σειράς. Continue reading

5 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Ιστορία του Ατταλειάτη #1

Αυτή θα είναι η πρώτη ανάρτηση με θέμα την εθνολογική διερεύνηση της Ιστορίας του Μιχαήλ Ατταλειάτη. Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω το υλικό εθνολογικού ενδιαφέροντος που έχω συλλέξει από το πρώτο μέρος της ιστορίας, μέχρι και τον θάνατο του καθηρημένου και τυφλωμένου Ρωμανού Διογένη το 1072. Στην δεύτερη ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω το αντίστοιχο υλικό από το υπόλοιπο της Ιστορίας. Continue reading

11 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η συνοπτική ιστορία της περιόδου 1204-1282 #4

Τελείωσα την προηγούμενη ανάρτηση στη Σύνοδο της Λυών το 1274, όπου συμφωνήθηκε η Ένωση των Εκκλησιών και όπου ο Γεώργιος Ακροπολίτης ορκίστηκε εκ μέρους του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου την αποδοχή του Καθολικού δόγματος και την αναγνώριση του Παπικού Πρωτείου.

Την άνοιξη του 1274, καθώς οι εκπρόσωποί του ήταν καθοδόν για τη Λυών, ο Μιχαήλ Η΄ διέταξε τον στρατό του να επιτεθεί στην Ανδεγαυινή Αλβανία. Το δυσπόρθητο φρούριο του Βελιγραδίου («Βελλέγραδα», σημερινό Μπεράτι) ήταν το πλησιέστερο ρωμαϊκό φρούριο στην περιοχή και, για τα επόμενα δύο χρόνια, έδρασε ως ορμητήριο για τις ρωμαϊκές εκστρατείες στην Ανδεγαυινή Αλβανία.

Το 1267 πέθανε ο Δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄Δούκας και οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του μοίρασαν τα εδάφη του Δεσποτάτου. Ο Νικηφόρος εγκαταστάθηκε στην Άρτα διοικώντας την περιοχή της Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας, ενώ ο Ιωάννης ο «Νόθος» εγκαταστάθηκε στην Υπάτη (τότε Νέαι Πάτραι) διοικώντας την Θεσσαλία. Οι Δουκάδες αδελφοί, εκμεταλλευόμενοι την Ένωση των Εκκλησιών στη Λυών, άρχισαν να παρουσιάζονται ως οι «Υπερασπιστές της Ορθοδοξίας» κατά του «αιρετικού» Μιχαήλ. Η αυλή της Τραπεζούντας ακολούθησε παρόμοια στάση.

Πάντοτε κατά την διάρκεια του 1274, ο Μιχαήλ έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη Παλαιολόγο (τον νικητή της μάχης της Πελαγονίας το 1259 που είχε αποδείξει πολλάκις τις στρατιωτικές του ικανότητες) επικεφαλής ενός στρατού με σκοπό την κατάκτηση της Θεσσαλίας. Ο Ιωάννης της Θεσσαλίας κατάφερε να εξασφαλίσει την στρατιωτική αρωγή του Φράγκου ηγεμόνα του Δουκάτου των Αθηνών και τα στρατεύματα Θεσσαλίας και Δουκάτου κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό του Ιωάννη Παλαιολόγου, ο οποίος μετά την ήττα παραιτήθηκε και πέθανε πριν τελειώσει το έτος.

Ο βερονέζος τυχοδιώκτης Ικάριος (Licario) παρουσιάστηκε στον Μιχαήλ Η΄ προσφέροντας τις στρατιωτικές του υπηρεσίες κατά των Ενετών και Λομβαρδών της Εύβοιας (Νεγροπόντε). Ο Μιχαήλ τίμησε τον Ικάριο με το αξίωμα του Μεγάλου Δούκα και τον αναγνώρισε ως υποτελή του άρχοντα των εδαφών της Εύβοιας που θα κατάφερνε να κατακτήσει. Ο Ικάριος αποβιβάστηκε στην Κάρυστο της νότιας Εύβοιας (όπου γεννήθηκε), την οποία χρησιμοποίησε ως ορμητήριο για την επέκταση της εξουσίας του στο νησί. Ταυτόχρονα, κατάφερε να φέρει στο ρωμαϊκό μαντρί πολλά άλλα νησιά του Αιγαίου. Δυστυχώς για τον Μιχαήλ Η΄, οι νίκες του Ικαρίου αποδείχτηκαν εφήμερες.

Το 1275 οι Γενουάτες αδελφοί Βενέδικτος και Μανουήλ Ζαχαρίες (Zaccaria) έλαβαν από τον Μιχαήλ Η΄ την μικρασιατική Φώκαια αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της υπεράσπισης της περιοχής Φώκαιας-Σμύρνης από τις επιθέσεις των «Λατίνων» και των Τούρκων.

Στις προηγούμενες αναρτήσεις ανέφερα ότι το 1263, μετά την ήττα των Γενουατών από τους Ενετούς στην ναυμαχία των Σπετσών, ο Μιχαήλ Η΄ αποφάσισε να παραβεί την Συνθήκη του Νυμφαίου που είχε με τους Γενουάτες και να προσεταιριστεί τους Ενετούς. Το 1267 άλλαξε γνώμη και ξαναεπέλεξε ως συμμάχους τους Γενουάτες, στους οποίους επέτρεψε να ιδρύσουν την αποικία τους στο Πέρα/Γαλατά (η συνοικία της Κων/πόλεως βορείως του Κερατίου κόλπου).

[Nicol, Last, σλδ 58-61] But Michael had outwitted them and, trusting that the Pope would now identify all enemies of Byzantium with the enemies of Christendom, he took the offensive which was directed against Charles of Anjou’s bases in Albania. In the spring of 1274, while his envoys were still on the their way to Lyons, Michael’s army in Macedonia advanced towards the coast from the fortress of Berat and closed in on Durazzo, the headquarters of Charles’s Albanian kingdom. […] and for two years his [Charles’s] garrisons in Albania were constantly on the defensive.

[…] The Despot of Epiros, Michael II, had died in 1267, and his dominions were now divided between his sons Nikephoros and John. Nikephoros has inherited the southern portion of Epiros with his capital at Arta, and was the neighbour of the Angevin Kingdom of Albania. John had taken possession of Thessaly and had his capital at Neopatras or Hypati, not far from Lamia.

[…] The Emperor’s negotiations with the Papacy has made it possible for the heirs of the Despotate of Epiros to pose even more convincingly as the champions of Orthodoxy and of the true Byzantine tradition. John of Thessaly in particular kept open house for all who were in disagreement with the Emperor’s policies. But the Union of Lyons, by relieving the Empire of the immediate threat of invasion from the west, gave the Emperor a chance to deal with his enemies nearer home. He embarked on a campaign of reconquest first from the rebel Greeks and then from the Latins in Greece and the islands. To begin with, an army and a fleet were sent across to Thessaly to bring the rebel to heel. The army was commanded by Michael VIII’s brother John Palaiologos, a soldier of great experience. But it was roundly defeated by John of Thessaly who called on the help of his friend, the French Duke of Athens. The navy had an unexpected success. But the shock of defeat was too much for the Emperor’s brother, who resigned his command and retired into private life. He died before the end of the year 1274.

[…] It was his [Michael’s] practice to exploit the grievances of any disgruntled westerners who offered him their services. One such was an adventurer from Verona called Licario who had fallen out with the Venetian and Lombard governors of the island of Negroponte or Euboia. Negroponte was the most important naval base held by Venice in the Aegean Sea, protecting central Greece and also the Morea from attacks by the Byzantines. When Licario offered to help the Emperor recover the island he was given every encouragement. About 1273 Michael made Licario has vassal, in western style. Licario succeeded in occupying the town of Karystos in the south of Negroponte and from there extended his operations to other islands with equal success. The Emperor promoted him to the rank of Grand Duke and granted him the title to the island of Negroponte as an important fief. Licario’s victories were not very enduring, but they did much to enhance the prestige of Michael VIII in the eyes of the Latins.

[…] Two brothers from Genoa, Benedetto and Manuele Zaccaria, were granted the port of Phokaia as an imperial fief about 1275. Phokaia lay to the north of the gulf of Smyrna […] They built a fleet to protect their trade from pirates, and for long they defended Smyrna from attacks by other Latins and by the Turks from the interior of the country.

[…] In 1267, […] Michael VIII had taken up the broken thread of his contacts with the Genoese. A new treaty was drawn up, confirming and supplementing that signed at Nymphaion in 1261. […] They were allotted land across the water from the city, in the district known as Galata or Pera on the other side of the Golden Horn. […] But these formalities were forgotten with the passing of the years, and the Genoese colony at Galata, increasingly independent of Byzantine control, was soon to become a thorn in the flesh to succeeding emperors and a natural target for the envy of the Venetians.

Στα εσωτερικά θέματα, ο Μιχαήλ αντικατέστησε τον Πατριάρχη Ιωσήφ με τον ενωτικό Ιωάννη Βέκκο, ο οποίος τον χειμώνα του 1277 συγκάλεσε μια σύνοδο όπου αφόρισε όλους τους ανθενωτικούς. Στη συνέχεια, ο Μιχαήλ Η΄ συνέχισε με την -βίαιη- καταστολή των ανθενωτικών, πολλοί από τους οποίους έχασαν τις περιουσίες τους, φυλακίστηκαν και τυφλώθηκαν. Πολλοί ενωτικοί κατέφυγαν στην Θεσσαλία, την Τραπεζούντα και την Βουλγαρία, ενώ το 1276/7 ο Ιωάννης της Θεσσαλίας, παίζοντας το χαρτί του «καλού [ανθενωτικού] Ορθόδοξου» συγκάλεσε ανθενωτική σύνοδο ιερέων και μοναχών, η οποία αναθεμάτισε τον Πάπα, τον Μιχαήλ Η΄ και τον Πατριάρχη Βέκκο.

[Nicol, Last, 61-2] So long as Pope Gregory X was alive Charles of Anjou was kept at bay, for Michael VIII continued to convince the Pope that the Byzantine Church and people would eventually come round to accepting the Union of Lyons. The Patriarch Joseph thought otherwise, but he was removed and his place was taken by the unionist John Bekkos. […] For in the winter of 1276 the Patriarch John Bekkos held a synod of clergy and laity in the capital at which the union of the churches was solemnly proclaimed and the sentence of excommunication was pronounced against all whο refused to accept it.

[…] The anti-unionists were declared to be traitors. Their property was confiscated. The prisons were crowded with monks, priests and laymen arrested on evidence or on suspicion of treason, and many of the opposition leaders were blinded, mutilated or banished. Refugees from the reign of terror in the capital found their way almost by instinct to the separatist Byzantine states of Trebizond or in northern Greece, where the rulers of Epiros and Thessaly welcomed them with open arms. John of Thessaly broadcast his reputation for unsullied Orthodoxy by convening an anti-unionist synod at Neopatras in the winter of 1276-7. It was attended by about 100 monks and abbots with eight bishops, who almost unanimously anathematized the Pope, the Emperor and the Patriarch. […] His [Michael’s] sister Eulogia encouraged her daughter to give asylum to refugees in Bulgaria. His niece Anna, another daughter of Eulogia, and wife of the Despot Nikephoros of Epiros, encouraged her husband to make friends with the Emperor’s enemies.

Τον Απρίλιο του 1279 -αν όχι νωρίτερα- ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος αποφάσισε να γίνει υποτελής του Καρόλου του Ανδεγαυού, ο οποίος πλέον έλεγχε τον Μοριά, την Ήπειρο και την Αλβανία!

[Nicol, Last, σλδ 63] Nikephoros of Epiros, who was next-door neighbour of the Angevin Kingdom of Albania, entered into diplomatic relations with Charles of Anjou in 1276; and in April 1279, if not before, he formally became a vassal of Charles, making over certain territories in northern Epiros which were of the greatest strategic value to an invader from Italy. This alliance helped to persuade Charles more firmly than ever that his route to Cosntantinople lay overland through Albania and Macedonia and not by sea.The way was still barred by the Byzantine army stationed in western Macedonia, particularly at the impregnable mountain fortress of Berat behind Durazzo.

Ο Πάπας Νικόλας Γ΄, που εκλέχθηκε τον Νοέμβριο του 1277, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η Κωνσταντινούπολη δεν σημείωνε πρόοδο στο θέμα του εκκαθολικισμού που είχε συμφωνηθεί στην Λυών. Αποφάσισε να υπενθυμίσει στον Μιχαήλ Η΄ ότι είχε υπογράψει την άνευ όρων καθυπόταξη του Πατριαρχείου στην Ρώμη και να στείλει έναν Καρδινάλιο στην Κωνσταντινούπολη με αρμοδιότητες που τον έκαναν de facto προϊστάμενο του Πατριάρχη. Το 1279 ο Πάπας Νικόλαος Γ΄ έστειλε μια δεύτερη ομάδα επιβολέων του Καθολικισμού και η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο που και ο ενωτικός Πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος άρχισε να σιχαίνεται τους Καθολικούς, διαφώνησε με τον Μιχαήλ Η΄ και αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι. Τον Άυγουστο του 1279 ο Μιχαήλ κατάφερε να τον πείσει να επιστρέψει στη θέση του. Οι απεσταλμένοι του Πάπα ζήτησαν να ανακληθούν οι ισχύουσες «άδειες εργασίας» (για να χρησιμοποιήσω τον σημερινό όρο) των ιερέων και να δοθούν νέες μόνο σε όσους ιερείς κατέθεταν γραπτή ομολογία αποδοχής του Καθολικού δόγματος και αναγνώρισης του Παπικού Πρωτείου, απαίτηση την οποία οι βυζαντινοί ιερείς αρνήθηκαν να εκπληρώσουνΤην ίδια στιγμή, πολλοί στρατιωτικοί διοικητές του Μιχαήλ, ανάμεσα στους οποίους και μερικοί συγγενείς του, εξαιτίας του Ορθόδοξου φρονήματός τους, όχι μόνο δεν μπορούσαν να πολεμήσουν τον «υπερασπιστή της Ορθοδοξίας» Ιωάννη της Θεσσαλίας, αλλά αυτομόλησαν και στο πλευρό του.

[Nicol, Last, σλδ 61-2] Pope Nicholas III, who was appointed in November 1277, was no great friend or admirer of Charles, and explicitly forbade him to attack the Byzantine Empire. But at the same time the reports that he received from Constantinople led him to feel that the Greeks were not taking the Union of Lyons as seriously as they should, […] There was to be no concession to the Greeks in the matter of ritual, no hair-splitting about matters of dogma and no evading the fact of the absolute primacy of the Holy See. Worst of all the Emperor was to admit a cardinal-legate to reside permanently in Constantinople, and the Byzantine clergy were to beg the favour of absolution from Rome for the schism and confirmation from Rome of their orders. These demands took the matter much further than Michael had ever intended to go.

[…] A number of his [Michael’s] commanders, among then two of the Emperor’s own cousins, who had been sent to make war on John of Thessaly in the previous year, had actually declared themselves to be of like mind with the rebel concerning the herecy of their Emperor and his union with the Pope, and changed sides. It was useless to give command of armies to generals who were already secretly hand-in-glove with the enemy.

[…] In 1279 Pope Nicholas III sent another delegation to Constantinople. The situation in the capital had by then deteriorated so far that even the unionist Patriarch Bekkos had fallen foul of his Emperor and withdrawn into a monastery. […] John Bekkos was induced to resume his office as Patriarch in Augst 1279, […] But the demands of Pope Nicholas were more than most of them could stomach, for each was now asked to take an oath of obediance to the Roman Church in person. This they refused to do;

Πάντοτε το 1279 ο Κάρολος ο Ανδεγαυός συνέχισε να μεταφέρει στρατεύματα στην Αλβανία και έστειλε τον Βουργουνδό ιππότη Hugues “le Rousseau” de Sully (le Rousseau = «ο κοκκινομάλλης», «Ρωσονσουλής» στον Γρηγορά) ως διοικητή των ανδεγαυινών δυνάμεων εισβολής που είχαν σταλεί στην Αλβανία. Ο Hugh de Sully περιγράφεται από τις πηγές ως πανύψηλος κοκκινομάλλης και ακούραστα δραστήριος. Ο Κάρολος ήταν πια έτοιμος να επιτεθεί στην Ρωμαΐδα, έχοντας σαν σκοπό να κατακτήσει πρώτα την Θεσσαλονίκη και μετά την Κωνσταντινούπολη. Για να περάσει από την Αλβανία στην Μακεδονία, έπρεπε πρώτα να κατακτήσει το δυσπόρθητο φρούριο «Βελλέγραδα» (Βελιγράδι, Μπεράτι). Έτσι το φθινόπωρο του 1280 ο de Sully οδήγησε έναν στρατό 8000 ανδρών στην πολιορκία της Βελλέγραδας.

Ο Μιχαήλ Η’ κινητοποιήθηκε αμέσως όταν έμαθε τα νεά και έστειλε ένα στράτευμα στο Μπεράτι υπό την ηγεσία του Μεγάλου Δομέστικου Μιχαήλ Ταρχανιώτη και του Μεγάλου Στρατοπεδάρχη Ιωάννη Συναδηνού. Μαζί τους ήταν και ο μικρότερος γιος του νεκρού πια Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ ο οποίος, δυσαρεστημένος που οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του δεν του έδωσαν τίποτα από την πατρική κληρονομιά, είχε καταφύγει στην αυλή του Μιχαήλ Η΄. Ο Μιχαήλ Δούκας ήταν νεαρός και άπειρος στρατιωτικά, αλλά ο Μιχαήλ τον έστειλε για να πείσει τους αδελφούς του και τους εγχώριους πληθυσμούς να μην βοηθήσουν τους ανδεγαυινούς εισβολείς. Το ρωμαϊκό στράτευμα έφτασε στο Μπεράτι την άνοιξη του 1281. Οι Ρωμαίοι διοικητές ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να γλιτώσουν την άμεση πολεμική σύρραξη, αλλά ο de Sully ήταν ανυπόμονος για μάχη. Αυτή είναι μια τυπική αντίθεση στην πολεμική συμπεριφορά Ρωμαίων και «Λατίνων» που είχε γίνει κοινός τόπος ήδη στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής. Από τη μια, οι σώφρονες και φειδωλοί για μάχη Ρωμαίοι και, από την άλλη, οι θαρραλέοι, αλλά άφρονες «Λατίνοι» που είναι ανυπόμονοι να ορμήσουν. Οι μεν «Λατίνοι» παρομοιάζουν τους Ρωμαίους με «δειλές γυναικούλες», οι δε Ρωμαίοι παρομοιάζουν τους «Λατίνους» με «άμυαλα χαϊβάνια» (τουρκ. hayvân = «αγρίμι, θηρίο»).

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς γράφει για τους Γασμούλους (απόγονοι μεικτών ρωμαιολατινικών γάμων, [4.5]/v. I, 98]) ότι στην πολεμική τους συμπεριφορά συνδύαζαν το «εὔτολμον» των «Λατίνων» και το «ἐσκεμμένως ἐς τὰς μάχας ἰέναι» των Ρωμαίων (εννοεί πως οι Ρωμαίοι έλεγχαν τον θυμό τους στην μάχη και επέλεγαν την ανοιχτή σύρραξη μόνον ύστερα από σκέψη και διαβουλεύσεις). Για την συγκεκριμένη αντιπαράθεση των δύο στρατών στο Μπεράτι ο Γρηγοράς γράφει ([5,6]/v. I, 147) πως οι Ρωμαίοι διοικητές προτίμησαν να αποφύγουν την ανοιχτή σύρραξη («πόλεμον ἐμφανῆ») και έπληξαν τους «Ιταλούς» έμμεσα με ακροβολισμούς και ενέδρες, με δόλους και μηχανήματα (στρατηγήματα), για να τους εξοργίσουν και να τους κάνουν να χάσουν την τάξη τους, επειδή γνώριζαν ότι, λόγω «τῆς ἐμφύτου κορύζης τε και ὀφρύος» του (της έμφυτης βλακείας και αλαζονείας του), το «γένος τῶν Ἰταλῶν» […] «ἐν καιρῷ θυμοῦ» γίνεται ευχείρωτο («στρατηγουμένους ῥαδίως»).

Ο Καλδέλλης εξηγεί πολύ ωραία αυτήν την αντίθεση πολεμικής φιλοσοφίας Ρωμαίων και «Λατίνων» στις σελίδες 175-178 του βιβλίου του Ethnography after Antiquity, αλλά δυστυχώς μόνον οι σελίδες 175 και 178 διατίθενται για προεπισκόπηση και βαριέμαι να γράψω τις σελίδες 176-7 στις οποίες παραθέτει αρκετά πολύ ενδιαφέροντα χωρία.

Gregoras-Latin-Roman

[Νικηφόρος Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία, Ι.98] γὰρ βασιλεὺς πλεῖστον ἐξήρτυσε ναυτικὸν, ἐμπλήσας τριήρεις ὑπὲρ τὰς ἑξήκοντα ἔκ τε ἄλλων καὶ γένους τοῦ Γασμουλικοῦ. ἦσαν δὲ οὗτοι συντεθραμμένοι τοῖς τε Ῥωμαϊκοῖς καὶ Λατινικοῖς ἔθεσιν, ὡς ἔχειν ἐκ μὲν Ῥωμαίων τὸ ἐσκεμμένως ἐς τὰς μάχας ἰέναι, ἐκ δὲ Λατίνων τὸ εὔτολμον.

[Νικηφόρος Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία, Ι.147] Μετὰ δὲ ταῦτα δεήσεις πρὸς θεὸν παραγγείλας ἁπάσαις ταῖς ἐκκλησίαις τὸν ὄντα Ῥωμαίοις τηνικαῦτα στρατὸν ἐκπέμπει κατὰ τοῦ Ῥωσονσουλῆ· οἷς δὴ καὶ ἀπελθοῦσιν οὐκ εὖ ἔχειν ἔδοξεν οὐδὲ πάνυ τοι ἀσφαλὲς πόλεμον ἐμφανῆ κατὰ τῶν ἐναντίων ἐγείρειν, πλείστων τε ὄντων καὶ λίαν ἀσφαλῶς ὡπλισμένων καὶ ἄριστα πεφραγμένων· ἀλλἐνέδραις καὶ λόχοις καὶ ἀκροβολισμοῖς ἐκ λόφων ὑπερδεξίων παρακειμένων τὴν ἐκείνων παροξύνειν ὀφρὺν καὶ τὸν τῦφον ἐς ἀσύντακτόν τινα κίνησιν καὶ ὁρμήν. τὸ γάρ τοι γένος τῶν Ἰταλῶν τοιούτοις ἀρχῆθεν συντέθραπται τοῖς ἤθεσι. ἂν μὲν γὰρ εὐτάκτως ἀπαντᾷ πρὸς τὸν πόλεμον, τεῖχός ἐστιν ὀχυρὸν καὶ ἀμήχανον· ἂν δὲ βραχύ τι τῆς νενομισμένης παραλύσῃ τάξεως, οὐδὲν ἂν εἴη τὸ κωλύον αἰχμαλώτους σφᾶς ὑπὸ τῶν πολεμίων αὐτίκα μάλα ἀχθήσεσθαι. ἐνίοτε δὲ καὶ τὸ τῆς ἐμφύτου κορύζης τε καὶ ὀφρύος μεγάλως παρέβλαψε τῷ μὴ ἐν καιρῷ τοῦ θυμοῦ στρατηγουμένους ῥᾳδίως. ταῦτοὖν ἐκ πολλοῦ συνειδότες ὁ Ῥωμαίων στρατὸς τοιούτοις αὐτοὺς περιήρχοντο δόλοις καὶ μηχανήμασι·

Η μακραίωνη ρωμαϊκή πολεμική φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη τόσο στο Στρατηγικόν του Μαυρικίου (~600 μ.Χ.) όπου ο “milēs barbātus” (βαρβάτος/ανδρείος στρατιώτης) είναι αυτός που διατηρεί την πειθαρχία και την θέση του στην εύτακτη παράταξη και ελέγχει τον θυμό του στην μάχη (talis est comodum miles barbati = «αυτός είναι ο τρόπος του βαρβάτου/ανδρείου στρατιώτη», σημειώνω εδώ ότι στις δυτικές ρωμανικές γλώσσες δεν υπάρχει η δευτερεύουσα σημασία «ἀνδρεῖος» του λατινικού όρου barbātus = «γενειοφόρος», που αναπτύχθηκε μετά την πτώση της δυτικής αυτοκρατορίας και μόνο στην ύστερη Λατινική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, απαντά μόνο στην Νεολληνική και στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική: βαρβάτος, βλαχικό bãrbãtescu, ~ ρουμανικό bărbătesc = «αντρίκια/ανδρικά» κλπ), όσο και στα «Τακτικά» του Λέοντα του Σοφού (~900 μ.Χ.) όπου επαναλαμβάνεται η ίδια αρχή ([7.17] «δίωκε μὴ ὡς στρατιώτης δειλός, ἀλλ΄ ὡς στρατιώτης ἀνδρεῖος, […] φύλαττε, στρατιῶτα, τὴν τάξιν σου, […] μὴ ἐλάσῃς ἰσχυρῶς ἐν τῷ κάμπῳ ἵνα μὴ σκορπίσῃς τὴν σὴν τάξιν»). Στα μέσα του 10ου αιώνα, ο «ακαταγώνιστος των Ρωμαίων στρατηγός» Νικηφόρος Φωκάς γράφει στην Στρατηγική του Έκθεση πως η ανοιχτή σύρραξη πρέπει να αποφεύγεται όχι μόνον εναντίον υπεράριθμου αντιπάλου, αλλά και εναντίον ισάριθμου. Μόνον όταν ο ισάριθμος αντίπαλος έχει ηττηθεί τουλάχιστον τρεις φορές κατά τα τελευταία χρόνια, ο Ρωμαίος διοικητής μπορεί να επιχειρήσει ανοιχτή σύρραξη (Στρατηγική Έκθεσις, [4.19]/50-1).

Έτσι οι Ρωμαίοι διοικητές στο Μπεράτι, ακολουθώντας κατά γράμμα την ρωμαϊκή πολεμική φιλοσοφία, εξόργισαν τον «Ρωσονσουλή», ο οποίος αφρόνως απομακρύνθηκε από τον στρατό του με λίγους άνδρες για να κατασκοπεύσει τους Ρωμαίους και κατάφεραν να τον αιχμαλωτίσουν οι τούρκοι μισθοφόροι των Ρωμαίων. Μόλις οι ανδεγαυινοί στρατιώτες έμαθαν ότι ο διοικητής τους είχε αιχμαλωτιστεί, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς την αλβανικη ακτή. Οι Ρωμαίοι τους κυνήγησαν συλλέγοντας πολλά λάφυρα και αιχμαλωτίζοντας σχεδόν όλους τους αξιωματικούς της ανδεγαυινής δυνάμεως εισβολής, τους οποίους και έδειξαν αλυσοδεμένους στον κόσμο της Κωνστανινούπολης, σε επινίκιο θρίαμβο.

Με την Σύνοδο της Λυών το 1274, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος είχε καταφέρει να νικήσει διπλωματικά τον Κάρολο τον Ανδεγαυό. Στην μάχη της Βελλέγραδας το 1280/1 κατάφερε να τον νικήσει και στην πρώτη τους πολεμική αναμέτρηση. Αυτή η νίκη αύξησε την αυτοπεποίθηση των Ρωμαίων, αλλά ο Κάρολος ο Ανδεγαυός δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του κουβέντα.

[Nicol, Last, σλδ 65-6] Pope Nicholas was far from satisfied, and in the meantime Charles of Anjou, with the connivance of the Despot of Epirus, had been quietly shipping great quantities of troops and supplies over the Adriatic to Albania. In August 1279 Charles had appointed as commander-in-chief of all his territories in Albania and Epiros a Burgundian knight, Hugues le Rousseau de Sully. He was reputed to be a giant of a man with flaming red hair and tireless energy. Throughout 1279 and 1280 he supervised the reception of boatloads of soldiers, arms, money, horses, and siege-engines sent across from Italy in preparation for the great offensive. The objective was to be first Thessalonica and then Cosntantinople. In August 1280 Pope Nicholas died and Charles was given a free hand. It was to be six months before the contending Italian and French parties in the college of cardinals elected a successor. But by that time the offensive in the Balkans has begun.

In the autumn of 1280 Hugues de Sully led his army of about 8000 men inland from Durazzo to lay siege to the fortress of Berat, the gateway to the road through Macedonia. The Byzantine commander of Berat at once sent word to Constantinople to announce that the storm had broken. Reinforcements must be rushed westwards. It was a moment of crisis for the restored Byzantine Empire. If the western defences collapsed the flood gates would be open. Michael VIII rose to the occasion and sent an army post-haste to hold the road and relieve the siege of Berat. It was lead by two of his most experienced generals, the Grand Domestic Michael Tarchaniotes and the Grand Stratopedarches John Synadenos. With them went Michael Doukas, a younger brother of Nikephoros of Epiros and John of Thessaly, who had recently defected to the imperial side and married a gaughter of Michael VIII. […] Before the army left the capital the Patriarch and his bishops blessed the troops, and prayers were offered for the safety of the Empire.

The siege of Berat continued through the winter of 1280. Tarchaniotes and his army came to its relief  in the spring of 1281. They contrived to smuggle food in to the starving inhabitants by loading it on rafts and floating then down the river by night. The Byzantine generals hoped if possible to avoid an open battle, but the impetuous Sully longed for a fight. He decided to spy out the hand for himself and rode towards the Byzantine camp with a small bodyguard. Some of the Turkish mercenaries in the imperial army sprang out from an ambush, shot his horse and captured him. At the news that their commander was taken, the Angevin army turned and fled in panic, with the Byzantine troops in hot pursuit. Tarchaniotes and his men rounded up most of Sully’s generals and collected a vast amount of booty, before chasing the remnants of the great expedition as far as the Adriatic coast.

The prisoners were taken to Constantinople to be led in triumph through the streets. The Emperor watched the procession from a hill near the palace, where he could see and be seen by all. The sight of the huge figure of Hugues de Sully bound in chains roused the people to a frenzy of excitement and rage. But the triumph was also an occasion of jubilation. For the almost effortless victory at Berat in 1281 restored Byzantine morale and confidence. It proved that when it came to a direct encounter the imperial army was still master of the situation.

[…] Important as it was the victory at Berat was by no means the end of the danger to Byzantium presented by Charles of Anjou. It prompted him to reconsider his tactics and to plan a second attempt by a different route;

Ο Κάρολος είχε αποφασίσει να επιτεθεί στην Ρωμανία το 1280, εκμεταλλευόμενος την εξάμηνη Sede vacante που προκάλεσε ο θάνατος του Πάπα Νικόλαου Γ΄ το 1280. Όσο δεν υπήρχε Πάπας να τον συγκρατήσει, είχε το ελεύθερο να κινηθεί κατά των Ρωμαίων. Ωστόσο, ο Κάρολος φρόντισε να εξασφαλίσει την εκλογή του γάλλου ομοεθνή του Πάπα Μαρτίνου Δ΄ τον Φεβρουάριο του 1281, ο οποίος ήταν άνθρωπος του χεριού του. Πλέον ο Κάρολος είχε δικό του άνθρωπο στον θρόνο της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Πάπας Μαρτίνος αμέσως απεφάνθη ότι οι «σχισματικοί Γραικοί» δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν οικειοθελώς Καθολικοί και μόνο με την βία μπορούν να «θεραπευτούν» από την «αίρεσή» τους. Έτσι προκήρυξε Σταυροφορία εναντίον τους με αρχηγό τον Κάρολο.

Η ήττα του de Sully στο Μπεράτι έπεισε τον Κάρολο πως η καλύτερη στρατηγική δεν ήταν η χερσαία πορεία από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η θαλάσσια μεταφορά στρατευμάτων και η «ακαριαία» απόβασή τους στην Κωνσταντινούπολη. Γι΄αυτή την νέα θαλάσσια πορεία χρειαζόταν την βοήθεια των Ενετών. Στις 3 Ιουλίου το 1281, στο παπικό παλάτι του Ορβιέτου (Orvieto) συμφωνήθηκε η Συνθήκη του Ορβιέτου, η οποία ένωνε τον Κάρολο και τους Ενετούς κατά των Ρωμαίων σε μια επικείμενη σταυροφορία που είχε προσχεδιαστεί για τον Απρίλιο του 1283. Σκοπός της Σταυροφορίας ήταν το ανέβασμα στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του γαμπρού του Καρόλου Φιλίππου του Κουρτεναί (νόμιμος διάδοχος του θρόνου της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως).

Λίγες εβδομάδες μετά την Συνθήκη, ο Πάπας Μαρτίνος αφόρισε τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και ακύρωσε την Ένωση των Εκκλησιών που είχε συμφωνηθεί στην Λυών το 1274! Το Nοέμβριο του 1282 τον αφόρισε για δεύτερη φορά!

Ο Παχυμέρης γράφει ότι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος έμαθε τα νέα του παπικού αφορισμού του καθώς επέβλεπε τα οχυρωματικά έργα κατά των επιδρομούντων Τούρκων στην Προύσα της Μικράς Ασίας και είπε «με αφόρισαν αντί να μου δώσουν χάρη αυτοί για τους οποίους τράβηξα τόσα δεινά αντιμαχόμενος (θρησκευτικά) τον [Ορθόδοξο] οικείο λαό μου, προκειμένου να κερδίσω την αγάπη τους [των Παπών]» και διέταξε να μην μνημονεύεται από εδώ και πέρα το όνομα του Πάπα στις λειτουργίες των βυζαντινών εκκλησιών.

[Παχυμέρης, Ι, 637] Ταῦτα γνοὺς βασιλεὺς παρὰ τοῦ Νικαίας ἐπανιόντος ὁ γὰρ Ἡρακλείας ἐτεθνήκειἐν δεινῷ ἐποιεῖτο, ὥστε καί, τοῦ διακόνου μέλλοντος μνημονεύειν τοῦ πάπα κατὰ τὸ σύνηθες, βασιλέως παρόντος, ὁ κρατῶν διεκώλυε, καλὰ λέγων τῆς ἀγάπης ἐκείνων ἀπόνασθαι, ὥσταὐτὸν μὲν ἐκπολεμῶσαι διἐκείνους ἑαυτῷ τοὺς οἰκείους, ἐκείνους δὲ μὴ ὅπως χάριν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ προσαφορίζειν.

[Nicol, Last, σλδ 88] His [Michael’s] only reaction to the Pope’s anathema was to remark bitterly that this was a poor reward for all the upopularity that he had courted among his subjects on the Pope’s behalf, and he forbade any further commemoration of the Pope’s name in liturgy.

[Nicol, Last, σλδ 68] When the news of his excommunication by Pope Martin reached him, the harassed Emperor was not in his capital but at Brusa in Asia Minor, desperately striving to fortify his eastern frontier, which had been penetrated by the Turks.

Μετά τη Συνθήκη του Ορβιέτου, ο Κάρολος ο Ανδεγαυός εξασφάλισε την συμμαχία του -έτσι κι αλλιώς υποτελούς του- Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου και του Ιωάννη της Θεσσαλίας, καθώς και την συμμαχία των Σέρβων και των Βουλγάρων. Ο Σέρβος βασιλιάς Στέφανος Ούρεσης Β΄ Μιλούτιν, που μόλις είχε ανέβει στον Σερβικό Θρόνο, αμέσως μετά την συμφωνία του με τον Κάρολο εισέβαλε στα ΒΔ Ρωμαϊκά εδάφη και προσάρτισε στις κτήσεις του την πόλη των Σκοπίων.

Το 1282, λοιπόν, η κατάσταση είχε γίνει περισσότερο κρίσιμη από ποτέ, μιας και ο Κάρολος, η Παποσύνη, οι Ενετοί, οι «αποστάτες» της Ηπείρου και της Θεσσαλίας (έτσι τους ονομάζουν οι Ακροπολίτης, Παχυμέρης και Γρηγοράς), οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι είχαν όλοι τους συμμαχήσει κατά των Ρωμαίων και, ταυτόχρονα, στην Μικρά Ασία οι τουρκικές επιδρομές είχαν γίνει πιο συχνές και πιο εντατικές. Ο Ενετός Marino Sanudo του Torcello έγραψε πως εκείνη τη στιγμή ο Κάρολος ήταν έτοιμος να γίνει μονάρχης όλου του κόσμου. Βέβαια δεν είχε υπολογίσει ότι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του κουβέντα.

[Nicol, Last, σλδ 66-8] In February 1281 Charles had contrived to secure the election of a French pope, Martin IV, who could be relied upon to identify the interests of the church with the interests of the house of Anjou. Pope Martin conveniently reverted to the view that the Greeks could only by cured of their religious errors by force, and he announced that Charles of Anjou was the man to lead a crusade for that purpose. The defeat of Sully in Albania, on the other hand, convinced Charles that his second attempt on Constantinople must be made by sea and not overland. His own navy was not adequate. But Venice might now be induced to lend him her help. […] Venice required little persuasion now to join forces with Charles of Anjou in an assault on Constantinople.

So it came about that Charles was able to satisfy the material as well as the spiritual requirements for a second and grander attack on Byzantium. On 3 July 1281, in the city of Orvieto which Pope Martin IV had chosen for his residence, Charles signed a treaty with Venice. A third party to the treaty was Charles’s son-in-law, Philip of Courtenay, titular Latin Emperor of Constantinople. The object of the alliance was nothing less than the restoration of Philip to the throne once occupied by his father Baldwin. […] The date of the expedition was fixed at not later than April 1283. While Venice supplied the ships, Pope Martin supplied the moral sanction to convert the campaign into what was now described as a crusade for the glory of the faith, the mending of the schism, and the recovery of the Empire usurped from the Latins by Michael Palaiologos. A few weeks after the signing of the Treaty of Orvieto the Pope excommunicated Michael, and so undid at one stroke all the work of the Council of Lyons and all Michael’s efforts on the previous 20 years to avert a repetition of the Fourth Crusade. The union of the churches was no more. […] The Byzantine Emperor was no longer to be considered in any sense a Catholic prince. The Pope re-affirmed his excommunication in November 1282, and went so far as to declare him deposed from his throne unless he repented.

For his final assault Charles of Anjou seemed to have united not only Venice and the Papacy, but also almost all the Balkan powers against Byzantium. Nikephoros of Epiros, though probably not a direct party to the treaty of Orvieto, concluded a new treaty of his own with Charles, the Latin Emperor, and the Doge of Venice in September 1281. John of Thessaly was in sympathy if not in alliance with Charles, while in the south of Greece, the Morea had passed under the personal rule of Charles himself upon the death of Willian of Villehardouin in 1278. Further field, the rulers of Bulgaria and Serbia, sensing the drift of the political tide, were quick to enlist on what looked like the winning side. In Bulgaria, George Terter, who was proclaimed Emperor by the nobility in 1280, declared himself to be the ally of Charles in 1281. In Serbia, Stephen Milutin or Uroš II, who came to the throne in 1282, invaded Byzantine Macedonia and captured the town of Skopje. He too declared his support for Charles. It is no wonder that contemporaries should have thought the King of Sicily was about to make himself monarch of the world and to unite east and west under his sway.

The situation of the Byzantine Empire was indeed even more critical than it had been in 1280. Michael VIII’s western policy seemed to have failed, and there were ominous developments in his eastern provinces that seemed to portend catastrophe in Asia Minor at the same time. […] As in so many crises of the empire, Constantinople was beset by enemies on two sides at once. It was the kind of emergency in which previous emperors had sometimes distinguished themselves. Michael VIII was no exception. But the weapons that he employed were those of diplomacy not of war.

Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Έπεισε τον μογγόλο γαμπρό του Νογκάι Χαν της Χρυσής Ορδής να ελέγξει τους Βούλγαρους και έπεισε τον συμπέθερό του βασιλιά της Ουγγαρίας (η πριγκήπισσα της Ουγγαρίας  Άννα είχε παντρευτεί τον γιο και διάδοχο του Μιχαήλ Ανδρόνικο Παλαιολόγο) να ελέγξει τους Σέρβους. Την ίδια στιγμή κατά του Ενετικού στόλου, εκτός από τους Γενουάτες, ο Μιχαήλ κατάφερε να εξασφαλίσει με συμμαχία μέρος του στόλου του Σουλτάνου των Μαμελούκων της Αιγύπτου.

Αλλά η μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, αυτή για την οποία δικαίως αποκλήθηκε από κάποιους ιστορικούς ως «η Νέμεσις του Καρόλου του Ανδεγαυού», ήταν η προσέγγιση του μισητού εχθρού του Καρόλου βασιλιά Πέτρου Γ΄ της Αραγονίας (ήταν γαμπρός του Μανφρέδου που σκότωσε ο Κάρολος στο Βενεβέντο και στην αυλή του είχαν καταφύγει πολλοί αξιωματούχοι του Μανφρέδου) και η υποκίνηση της εξέγερσης των Σικελών εναντίον των Φράγκων αφέντων τους, εξέγερση που είναι γνωστή ως η Εξέγερση του Σικελικού Εσπερινού (Sicilian Vespers). Οι Σικελοί ήταν εδώ και καιρό δυσαρεστημένοι με τον Κάρολο εξαιτίας της βαριάς φορολογίας που τους είχε επιβάλει για την χρηματοδότηση της Σταυροφορίας του. Το Πάσχα του 1282 στο Παλέρμο οι Σικελοί εξεγέρθηκαν σκοτώνοντας όλους τους Φράγκους της πόλης και η εξέγερση διαδόθηκε σαν φλόγα σε όλο το νησί. Οι εξεγερθέντες Σικελοί έκαψαν τον στόλο που είχε συγκεντρώσει ο Κάρολος στην Μεσσήνη (Messina) για την επικείμενη του εισβολή στην Ρωμανία. Ταυτόχρονα, ο Πέτρος Γ΄ της Αραγονίας αποβιβάστηκε με το στρατό του στη Σικελία την οποία απέσπασε από τον έλεγχο του Καρόλου.

Ξαφνικά, ο Κάρολος από «οσονούπω μονάρχης όλου του κόσμου» βρέθηκε με χαμένη την Σικελία και να πολεμά με νύχια και με δόντια για να διατηρήσει τα εδάφη του στην Νότια Ιταλία. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος δεν παραδέχτηκε ποτέ φανερά ότι είχε υποκινήσει τον Σικελικό Εσπερινό, αλλά στην αυτοβιογραφία του γράφει «αν τολμούσα να πω ότι ήμουν το όργανο του Θεού για την απελευθέρωση των Σικελών, θα έλεγα την αλήθεια!»

[Nicol, Last, σλδ 68-71] He [Michael VIII] induced the Mamluk Sultan of Egypt, with whom he had often exchanged embassies, to lend him ships for the defence of Constantinople. The Tartars of the Golden Horde in South Russia, whose khan Nogaj had married a daughter of Michael VIII, kept a watchful eye on the movement of the Bulgarians. While the King of Hungary, whose daughter Anna had married the Byzantine heir-presumptive Andronikos, was prevented from joining the Serbians in the their alliance with Charles of Anjou.

[…] But further west than Genoa there was one ruler who was known to have personal reasons for detesting Charles of Anjou. King Peter III of Aragon was a son-in-law of the late Manfred of Sicily, whom Charles had dispossessed. He had a fleet which he would have dearly loved to use for an invasion of Sicily. He had the services of a number of refugees from Angevin rule in Sicily, among them his trusted secretary and chancellor, John of Procida. Peter of Aragon needed little encouragement to stab Charles of Anjou in the back. Lastly there were the inhabitants of Sicily. Taxed to the hilt to pay for Charles’s imperialist schemes, the Sicilians were in a mood to rebel against their French overlords. The King of Aragon was ready to help them. The Byzantine Emperor had the means to underwrite a revolt in Sicily and an invasion of the island by the Aragonese.

[…] on 30 March 1282, the citizens of Palermo broke in rebellion and massacred all the French in the city. The rebellion was ignited by an accident outside the Church of the Holy Spirit of Palermo when the people were gathering for the evening service; and from this it acquired the name of the Sicilian Vespers. It spread like wild-fire throughout the island as though by pre-arranged signals. The great fleet which Charles had assembled at Messina was completely destroyed. In August, Peter of Aragon arrived in Sicily at the head of his own fleet. The French were driven out. Charles’s empire and his dream were shattered, and Pope Martin IV, who had been deeply involved in trying to make that dream come true, solaced himself by preaching a crusade against the Aragonese. But when the dust began to settle, one monarch was seen to be set more securely than ever on his throne. Michael VIII had emerged triumphant at the end of the long battle of wits between Latins and Greeks.

Shortly after the event Michael was to boast that he had played no small part in promoting the Sicilian Vespers. In his autobiography he writes: “Should I dare to claim that God brought [the Sicilians] their freedom and that he did it through me, I should only be telling the truth.”

The nature and extent of Michael’s implication in the Sicilian Vespers has for long been a matter for dispute among historians. […] But Nikephoros Gregoras, writing in the fourteenth century, preserves at least a garbled memory of the way in which Michael VIII incited the King of Aragon to war against Charles of Anjou. It was a diplomatic achievement, according to Gregoras, which gave the Emperor more pride and satisfaction than any of his other successes, for it had the effect of diverting the Angevin fleet to a domestic conflict. […] The Genoese lord of Phokaia, Benedetto Zaccaria, Michael VIII’s vassal, is said by another comptemporary source to have negotiated the agreement between Michael and Peter III after a sum of money had been sent from Cosntantinople to Aragon.

That Byzantine gold changed  hands is clear enough. […] Michael was so lavish with his subsidies that he had to devalue the Byzantine gold coinage for a second time in 1282.

[…] For, as Gregoras was later to observe, “the Empire fo the Romans would easily have succumbed to Charles King of Italy had not such an Emperor been then in charge of its affairs”.

The humiliation of Charles of Anjou and the Papacy was the climax of Michael VIII’s diplomacy. A few months later he was dead.

Οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα δέχονται ότι ο Μιχαήλ ήταν ο υποκινητής του Σικελικού Εσπερινού. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς γράφει για την διπλοματική επαφή Μιχαήλ Η΄ και Πέτρου Γ΄ και ο υποτελής του Μιχαήλ γενουάτης άρχοντας της Φώκαιας Βενέδικτος Ζαχαρίας, αναφέρεται σε ορισμένες δυτικές πηγές της εποχής ως ο μεσάζων της Ρωμαιο-Αραγονικής προσέγγισης. Δυστυχώς, για να βρει τα απαραίτητα χρήματα για όλους αυτούς τους διπλωματικούς χειρισμούς, ο Μιχαήλ Η΄ χρειάστηκε να υποτιμήσει ακόμα μια φορά το βυζαντινό χρυσό υπέρπυρον, μια κίνηση που είχε ολέθριες συνέπειες για την βυζαντινή οικονομία.

Ήταν η τρίτη συνεχόμενη φορά που ο Μιχαήλ κατάφερε να νικήσει τον Κάρολο τον Ανδεγαυό και ήταν το κύκνειο άσμα του, γιατί πέθανε λίγους μήνες αργότερα, καθώς σχεδίαζε την ανάκτηση του Ελλαδικού χώρου με την βοήθεια του Μογγόλων του γαμπρού του Νογκάι.

[Nicol, Last,  σλδ 87] Michael had great hopes of returning to fight what he foretold would be a decisive battle with the Turks. […] But he felt obliged to return to Constantinople in September, when it was reported that John Doukas of Thessaly had renounced his treaty and taken up arms again. […] Michael did not hesitate to call on the help of his son-in-law, Nogaj, the Khan of the Golden Horde. Nohaj willingly sent him 4000 Tartars to march on Thessaly, and if necessary exterminate all its male inhabitants. Pachymeres expresses pious horror at this scheme to turn sacrilegious heathens against Christians. But Michael has lost patiance with his Greek enemy. He was determined to lead the campaign himself, and he spent the month of October 1282 equipping an army which was to join forces with his Tartar allies in Thrace. […] He declined rapidly, until on Friday 11 December 1282, he died.

Αφορισμένος από την Καθολική Εκκλησία, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος πέθανε άθαφτος και άκλαυτος σε ένα χωριό της ανατολικής Θράκης, επειδή η Ορθόδοξη Εκκλησία τον θεωρούσε «αιρετικό προδότη» για την Ενωτική Πολιτική του. Η ίδια του η -φανατικά ανθενωτική- αδελφή Ευλογία, διαβεβαίωσε τη χήρα του Θεοδώρα ότι η ψυχή του Μιχαήλ είχε απωλέσει κάθε ελπίδα μεταθανάτιας σωτηρίας.

Byz-animal-Michael-VIII

Ο Γρηγοράς, από την άλλη, σημειώνει πολύ σωστά πως αν οι Ρωμαίοι δεν είχαν έναν τέτοιο βασιλέα σαν τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, ο μεγαλουργός  και παμπονηρός ρήγας της Ιταλίας Κάρολος θα είχε κατακτήσει εύκολα την Ηγεμονία των Ρωμαίων. Βρήκε όμως τον υπερδεξιότερο μάστορά του!

[1.144] Ἔφθημεν ἀποδεδειχότες τὸν ῥῆγα τῆς Ἰταλίας Κάρουλον ἄνδρα μεγαλουργὸν καὶ βελτίστῃ δυνάμει συνέσεως χρώμενον ἔς τε τὰς ἐπινοίας καὶ τὰ βουλεύματα ὧν ἔμελλε δρᾷν ἔς τε αὐτὰ δὴ τὰ δρώμενα. ἀλλἀντέπραττεν αὐτῷ καθάπαξ εἰπεῖν ἡ τοῦ βασιλέως δραστικωτέρα ὀξύτης καὶ ἀντεκάθητο ὑπερδέξιος· καὶ πέρας οὐ συνεχώρει χρηστὸν οὔθοὗτος ταῖς ἐκείνου κατὰ Ῥωμαίων ἐπακολουθῆσαι πράξεσιν, οὔτἐκεῖνος ταῖς τοῦ βασιλέως κατὰ Λατίνων· ἀλλἦν οὕτως ἐπὶ μακρὸν τὰ ἐξ ἀμφοτέρων ἀντίπαλα καὶ ἰσόῤῥοπα, ὡς καὶ φήμην ἐξενεχθῆναι τοιαύτην πρὸς τῶν συνετωτέρων ἀνδρῶν εὐστόχως ἐπἀμφοῖν εἰρημένην, ὡς εἰ μὴ τηνικαῦτα τοιοῦτος βασιλεὺς τοῖς Ῥωμαίων ἐπεστάτει πράγμασι, ῥᾳδίως ἂν ὑπὸ τῷ ῥηγὶ τῆς Ἰταλίας Καρούλῳ ἡ Ῥωμαίων ἡγεμονία ἐγεγόνει·

Θα κάνω ακόμα μία ανάρτηση, αλλά όχι προσεχώς, για την σταδιακή αποτυχία της υπεράσπισης της Μικράς Ασίας κατά των Τούρκων κατά την περίοδο 1261-1300.

Leave a comment

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας