Tag Archives: Ιλλυρική γλώσσα

Συμβουλές προς ιλλυροδίφες #4

Αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση της σειράς που κάνω για τη λεγόμενη «ιλλυρική» γλώσσα (ΤΙ: Τωόντι Ιλλυρική και ΔΠ: Δαλματο-Παννονική) και δεν ξανασχολούμαι μ΄αυτό το θέμα. Εδώ θα σχολιάσω το πιο νεφελώδες και αμφιλεγόμενο ζήτημα αυτών των ανεξιχνίαστων γλωσσών, δηλαδή την εξέλιξη των ΠΙΕ ουρανικών υπερωικών συμφώνων (PIE palatovelars ή palatal velars). Continue reading

82 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Συμβουλές προς ιλλυροδίφες #2

Μετά την πρώτη εισαγωγική ανάρτηση της σειράς, στη σημερινή δεύτερη ανάρτηση θα παραθέσω για όποιον ενδιαφέρεται την γλωσσολογική περιγραφή της «Ιλλυρικής» γλώσσας (τωόντι Ιλλυρική και Δαλματο-Παννονική) από τους Edgar Charles Polomé (1983) και Radoslav Katičić (1976). Continue reading

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μυθοθρυψία

Συμβουλές προς ιλλυροδίφες #1

Ξεκινώ αυτή τη σειρά αναρτήσεων με συμβουλές προς τους ιλλυροδίφες, επειδή αυτές τις ημέρες κάποιος σχολιαστής με ρωτάει για την πιθανή σχέση της Αλβανικής με την αρχαία «Ιλλυρική» γλώσσα. Μια τέτοια συζήτηση έχει νόημα μόνον αφού πρώτα ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε ως «Ιλλυρική» γλώσσα, γιατί η περιοχή που οι αρχαίοι χαρακτήριζαν ως «Ιλλυρία» ούτε είχε σαφή γεωγραφικά όρια, ούτε ήταν εθνογλωσσικά ομοιογενής.

Η παρούσα σειρά αναρτήσεων αποτελείται από 4 μέρη: #1 (το παρόν), #2, #3, #4.

Continue reading

25 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μυθοθρυψία

Παννονικές ετυμολογικές προτάσεις

Ύστερα από τις τρεις αναρτήσεις (#1, #2, #3) για την ιστορία της αρχαίας Παννονίας και των λαών της μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση, στη σημερινή ανάρτηση θα κάνω μερικές ετυμολογικές προτάσεις για ορισμένα τοπωνύμια και εθνώνυμα που συνάντησα στις πηγές. Ο σκοπός μου είναι να επιχειρήσω να κάνω μια υποτυπώδη διερεύνηση στην φωνολογία της «τωόντι Παννονικής» γλώσσας, δηλαδή της ΙΕ γλώσσας που μιλούσαν οι «τωόντι Παννόνιοι» που κατοικούσαν στην κοιλάδα του Σάβου μεταξύ της Σισκίας και του Σιγγιδούνου. Continue reading

5 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Ιλλυρική γλώσσα #2: γλωσσολογική ανάλυση

(συνέχεια από το μέρος #1)

Το ότι η Ιλλυρική ήταν ΙΕ γνώσσα φαίνεται ξεκάθαρα από τα ΙΕ στοιχεία που περιέχει όπως η χρήση του επιθήματος Hoffmann *-(i)h3onh2 σε τοπωνύμια, εθνωνύμια και ανθρωπωνύμια (λ.χ. Ρίζων, ScardōnaSalōna, Narōna <*-(i)h3onh2-a όπως Μεθώνη, Cortōna, Παρθῖνοι , Enderudini < -*ih3nh2-os όπως τα σλαβικά εθνικά λ.χ. OCS Blŭgarinŭ), ανθρωπωνύμια όπως Baezō, Paiō, Vendō, Verzō, όπως τα λατινικά Nerō, Cicerō και τα ελληνικά Πλάτων, Στράβων, Αρίστων, Αγάθων κλπ), η χρήση του ΙΕ επιθήματος *-ont-/-ent- σε ανθρωπωνύμια όπως Beusas/Beusantis, Bubas/Bubantis, Plarens/Plarentis (~ Αἴας/τοῦ Αἴαντος, δράκων/τοῦ δράκοντος, Clemēns/Clementis, Valēns/Valentis κλπ), ο σχηματισμός σύνθετων ονομάτων με το συζευκτικό *-i- του Caland (Skerd-i-laidas, Scerv-i-aedus, Laed-i-calius, Tem-i-teuta ~ ελλην. Κλεϝ-ι-σθένης ~ Κλεισθένης, σλαβ. Vlad-i-mir κλπ.), η χρήση της προθέσεως epi- (< *h1epi-) σε ανθρωπωνύμια (Ἐπίκαδος, Ἐπίδιος) και τοπωνύμια (Ἐπίδαμνος), η χρήση του επιθήματος -menos σε ανθρωπωνύμια (Pladomenus, Daz(o)menus) το οποίο εάν δεν σχετίζεται με την ελληνοφρυγική κατάληξη των μεσοπαθητικών μετοχών τότε σχετίζεται με το ΙΕ επίθημα *-men- που έδωσε λέξεις όπως ἡγεμών, ποιμήν ~ piemuo, άκμων ~ akmuo και τα τοπωνύμια σε -μεναί όπως Αλαλκομεναί, Εὐρυμεναί, χρήση ονομάτων που δείχνουν ΙΕ αριθμητικά (Tritus, Sextus/Sestus) ή, τέλος, εφαρμογή του νόμου του Szemerènyi (Plator < Platōr, αλλά Platura/Platurius < Plator- ~ ρήτωρ/ρητορική).

Αυτό που μένει είναι να ξεδιαλύνουμε νηφάλια ό,τι άλλο μπορούμε για την γλώσσα. Πριν προχωρήσω παραθέτω ορισμένες σελίδες του John Wilkes με τα Ιλλυρικά ανθρωπωνύμια ανά «ζώνη»:

Illyrians1

Illyrians2

Illyrians3

Illyrians4

Illyrians5

Τα ονόματα Teuta, Teutaia, Temiteuta δείχνουν ότι το ΠΙΕ *t>t, ενώ η ποικιλία Teuda δείχνει τάση ηχηροποίησης σε μεσοφωνηεντικό περιβάλλον (λ.χ. λατιν. lupus, totus, focus > Ισπαν. lobo, todo, fuego). To όνομα προκύπτει από τη ρίζα *teut-eh2 = «λαός» που έχει δώσει το γερμανικό deutsch και, συν τοις άλλοις, τον κελτικό θεό Τουτάτι που διαβάζουμε στον Αστερίξ. Όπως το αγγλικό king προκύπτει από το kin (<*genh1es- «γένος») έτσι το Ιλλυρικό Teuta μπορεί να σήμαινε «βασίλισσα». Η άλλη πληροφορία που μας παρέχει είναι ότι η ΙΕ δίφθογγος *eu διατηρήθηκε αυτούσια στην Ιλλυρική.

Η πρόθεση epi- των ονομάτων Επίκαδος, Επίδιος και του τοπωνυμίου Επίδαμνος δείχνει ότι το ΠΙΕ *p>p, επομένως μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι ολόκληρη η σειρά των άηχων κλειστών *{p,t,k} διατηρήθηκε αυτούσια. Αν το Ἐπίδιος περιέχει την ρίζα *dei-«λάμπω» όπως το ελληνικό δῖος «περίλαμπρος, ισόθεος, θεϊκός» και εὔδιος = αίθριος (καιρός) τότε έχουμε επίσης *d>d.

Τα ονόματα Gent(h)ius, Gent(h)ena κλπ. συνήθως σχετίζονται ετυμολογικά με το λατινικό gens/gentem από τη ρίζα *g’enh1- «γένος». Το όνομα Γένθιος μπορεί να σημαίνει «Βασιλιάς» όπως είδαμε με το Τεύτα και το αγγλικό king. Αυτή η ετυμολόγηση δείχνει ότι η Ιλλυρική έτρεψε τα ουρανωμένα υπερωικά σε απλά, όπως οι γλώσσες τύπου centum (*g’>g).

Το λήμμα του Ησυχίου:

<βράβυλος>· εἶδος φυτοῦ κακοῦ (Theocr. 12,3) AS

<βρα>· ἀδελφοί, ὑπὸ Ἰλλυρίων

<βράγος>· ἕλος

μας δείχνει ότι η ιλλυρική αποδάσυνε τα ηχηρά δασέα *{bh,dh,gh}>{b,d,g} μιας και το βρα αναμφίβολα σχετίζεται με το *bhreh2-tēr, ίσως υποκοριστική μορφή της πλήρους λέξεως όπως το αγγλικό “bro“.

To ιλλυρικό όνομα της σημερινής Podgorica («Υπόρεια») του Μαυροβουνίου Birziminium μάλλον περιέχει την ρίζα *bherg’h-«ψηλός» (γερμ. Berg, κελτ. Brigantia), αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε εάν το αρχικό /i/ είναι το e του ε-βαθμού «προσθιωμένο» (e>i) ή αν προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό *r.>ir όπως στην Δακο-Θρακική, την Αλβανική και τον Βαλτο-σλαβικό κλάδο, όπως δεν μπορούμε να πούμε εάν το /z/ είναι προϊόν σατεμοποίησης (*g’h>z) ή εάν προκειται για δευτερογενή προστριβοποίηση/συριστικοποίηση (*gi>dzi>zi). Προτιμώ την δεύτερη περίπτωση, γιατί βρίσκεται με συμφωνία με την ετυμολογία του ονόματος Γένθιος που έχει ήδη αναφερθεί και του τοπωνυμίου Ρίζων που θα αναφερθεί παρακάτω.

Ο Ρίζων ήταν τόπος κατοικίας πολλών Ιλλυριών βασιλιάδων. Το τοπωνύμιο μπορεί να εξηγηθεί σαν *h3rēg’-ih3onh2 > rēgjōn> rīdzōn> rīzōn = «βασιλική κατοικία», όπως το λατινικό rēgiō/rēgiōnem «περιοχή όπου εκτείνεται η βασιλική εξουσία» > αγγλικ. region. Αν δεκτούμε την ετυμολογία τότε, όπως και στην κελτική (*ɸatīr, *mātīr,*brātīr) και την αρμενική, έχουμε και στην ιλλυρική *ē>ī (κελτ. rīx). H εξέλιξη *gj>dz>z θυμίζει το δαλματικό παράδειγμα: λατ. argèntum > argjènto > argjànt > ardzjànt > arziant .

Αν δεκτούμε την τροπή *ē>ī τότε το όνομα Ιλλυριοί μπορεί να ετυμολογηθεί από τη ρίζα *welsu-«βόσκω» (*wēlsu-ros > *wīlsu-ros > wīllu-ros ~ «βοσκός, βοσκότοπος») με απώλεια του δίγαμμα στο στόμα των Ελλήνων όπως συνέβη με το Viteliu > Ιταλία και το Wilusa> Ἴλιος. Αυτή η πρόταση κάνει ή τους Ιλλυριούς «βοσκούς» ή την αρχική Ιλλυρίδα (την περιοχή γύρω από τον κάτω Δρίνο και τη λίμνη της Σκόδρας) «βοσκολίβαδο».

Η ίδια φωνηεντική τροπή *ē>ī μας επιτρέπει να ετυμολογίσουμε τα υδρωνύμια Δρίλων, Δρῖνος και Δρεῖνος με την ίδια ρίζα *dreu– «ρέω» που έδωσε τον Δράβο/Drava:

*drew-el-h3onh2 > *drewelōn > *dreelōn > *drēlōn > Drīlōn

*drew-enos > *dreenos > *drēnos > Drīnos

*drew-inos > *dreinos > Dreinos

dreu welsu

Αντίθετα με τα παραπάνω παραδείγματα, τα ονόματα Andes και Andena, αν συνδέονται με την ρίζα *h2endhes– «άνθος», δείχνουν ότι το μακρό ē που παράχθηκε από την αναπληρωματική έκταση του νόμυο του Szemerényi παραμένει αυτούσιο (λ.χ. ελληνικό *Ἄνθεσ-ς > Ἄνθης, Κλεάνθης, Εὐάνθης  και ἀνθεσ-ρός > ἀνθηρός).

To παραθαλάσσιο τοπωνύμιο Salona (<*sal- «αλάτι») και το όνομα Sextus/Sestus (<*swek’s- «έξι») μας δείχνουν ότι το αρκτικό προφωνηεντικό *s διατηρήθηκε αυτούσιο (αντίθετα με την ελληνική, την αρμενική, τη φρυγική και τον Ιρανικό κλάδο που έκαναν την τροπή *s->h-). Στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγεί το όνομα Selepitani του Ιλλυρικού φύλου που κατοικούσε στην ελώδη χώρα νοτίως της λίμνης της Σκόδρας. Γνωρίζοντας ότι η ελληνική λέξη ἕλος ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *seles- και ότι τα ουδέτερα σε -ος εμφανίζονται σαν πρώτα συνθετικά στον ε-βαθμό ablaut (λ.χ. ὄρος > ὀρεσ-ί-βιος, Ὀρέσ-της, ἄλγος > ἀλγεσ-ί-δωρος, ἄνθος > ἀνθεσ-ρός > ἀνθηρός) μπορούμε να αναδομήσουμε την πρωτο-ιλλυρική μορφή *Sele(s)-pitā (θέμα *selespit- λ.χ. ὁ Κρής/τοῦ Κρητός/οἱ Κρήτες) = «ελώδης τόπος» απ΄όπου προήλθε το εθνικό *Selespit-ānī με την προσθήκη του επιθήματος –ānī (λ.χ. Rōma > Rōmānus/Romānī). H απλοποίηση -s-p- > -p- στο μορφηματικό σύνορο είναι συχνό φαινόμενο (λ.χ. στην Ελληνική, το θέμα θεσ- των λέξεων θεός,θεά έδωσε το θεωνύμιο *Θέσ-τις > Θέτις, το ιερόν της οποίας στην Θεσσαλία ονομαζόταν Θεστίδειον, ενώ η λέξη μᾶκος/μῆκος έδωσε σύνθετα όπως μᾱκεσ-ί-κρανος, αλλά και *περι-μήκεσ-τος > περιμήκετος).

Η IE ρίζα *sab- (λ.χ. αγγλικό sap) απαντά στο Ιλλυρικό λήμμα sabaia = «ποτό των Ιλλυριών επαρχιωτών».

sabaia

Το τοπωνύμιο Scardōnā (σημερινό κροατικό Skradin) μπορεί να ετυμολογηθεί ως «αυλάκι» (λ.χ. αὖλαξ/αὐλών > Αὐλών) από την ΙΕ ρίζα *(s)kerdh- «σκάβω, σκαλίζω» που έδωσε το σκανδιναβικό skarð = «κενό, ρωγμή, ορεινό πέρασμα», το λιθουανικό ρήμα skardyti = «σκάβω, σκαλίζω» και τους πρωτοσλαβικούς όρους *skorda = «σβάρνα» και το μηδενόβαθμο (*skr.dh-) *o(b)-skŭrdŭ = «αξίνα». Θυμίζω πως η Scardona/Skradin είναι χτισμένη πάνω στο «αυλάκι» που έχει «σκάψει» ο ποταμός Krka.

Scardona

skorda

Η ισχνή παρουσία των διφθόγγων oi,ou (μόνο στα ονόματα Loiscus και Boiken) ως προς τις ai,au (στα λατινικά ae) δείχνει ότι η Ιλλυρική έτρεψε το ΠΙΕ *o>a. O ποταμός Clausala που μνημονεύεται κοντά στην Σκόδρα μπορεί να ετυμολογηθεί από τον ο-βαθμό *k’lou– της ρίζας *k’leu-«βρέχω, πλένω» που στον μηδενικό βαθμό έδωσε το ελληνικό κλύζω, κατακλυσμός. Τα ονόματα Baezus, Baezo μπορούν να ετυμολογηθούν από τoν o-βαθμό *bhoid- της ρίζας *bheid- που έδωσε το ελληνικό φείδομαι και τα συχνά ονόματα του τύπου Φειδίας, Φείδιππος και τα δύο πιο σπάνια ο-βαθμα Φοῖδος, Φοιδοκίδας. Το /z/ μπορεί να εξηγηθεί σαν προστριβοποίηση>τριβοποίηση πριν από άτονο ιώτα (*bhoid-jos > Baidjos > Baidzos > Baezus, *bhoid-ih3onh2> Baidjon > Baidzon > Baezo). Μια εναλλακτική ετυμολόγηση μπορεί να τα συσχετίσει με τη ρίζα *bheidh- που έδωσε το ελληνικό πείθω και ονόματα όπως Πείθων,Πειθίας και συνθετικά όπως Πειθόλαος. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε *bh>b όπως στα βρα και Birziminium και *dj>dz>z, και στην δεύτερη *dh>d.

To όνομα Beuzas/Beuzantis μπορεί να παραχθεί από τη ρίζα *bheudh- που έδωσε το ελληνικό πεύθω/πυνθάνομαι, Πυθία, Πυθαγόρας κλπ.:

*bheudh-i-ant- > Beudjant- > Beudzant- > Beuzant- όπως η λέξη ἀνδριάς/ του ἀνδριάντος (*h2nr-i-ant-) ή το λατινικό radians/radiantem, ενώ παραθέτω το παράδειγμα της εξέλιξης λατ. radius > radzo > rază στην ρουμανική και rreze στην αλβανική για την προστριβοποίηση και τριβοποίηση *dj>dz>z.

To όνομα Σκερδιλαΐδας περιέχει ως δεύτερο συνθετικό το πολύ συχνό θέμα laid-/l(a)ed- που το βρίσκουμε στα ονόματα: Laidus, Laedicalius, Laedietis, Laidas, Laidon, Laedio, Laiscus, Ledrus. Η τελευταία μορφή μάλλον είναι προϊόν εκλατινισμού (ae>e), ενώ στην προτελευταία το /d/ χάθηκε κανονικά πριν από το /s/ (λ.χ. *ud-sk-iom > uisce). Μιας και είδαμε την ποικιλία Teuda του ονόματος Teuta μπορούμε να ετυμολογήσουμε τα παραπάνω ονόματα από τη ρίζα *leit- «οδηγώ, κινούμαι μπροστά» που έδωσε τα αγγλικά lead,leader. To συνθετικό Σκέρδ- από την άλλη απαντά σαν σκέτο όνομα Scerdis και μπορεί να συσχετιστεί με τη ρίζα *(s)kerdeh2 «αγέλη, σειρά» που έδωσε το αγγλικό herd και OCS čreda «αγέλη,κοπάδι» και το λιθουανικό skerdžius = «βοσκός». Έτσι, το όνομα Σκερδιλαΐδας γίνεται «ο αρχηγός της αγέλης» ~ «ο βουαγός».

To όνομα Scerviaedus μπορεί να εξηγηθεί ως «αυτός που έχει ευγενικό αίμα» από τις ρίζες *(s)krewh2s-«ωμός, αίμα» και *aidh– «λαμπερός>περίλαμπρος>ευγενής» (το όνομα των Θρακών ευγενών Ζιβυθίδαι επίσης προέρχεται από μια ρίζα για «λάμπω,φέγγω»).

Τα ονόματα Skerdilaidas και Scerviaedus έχουν αναλυθεί και εδώ.

Η πόλη των Ιλλυριών Πενεστών Ὑσκάνα μπορεί να ετυμολογηθεί ως «υδρότοπος» (*ud-sk-h3onh2-a > *Udskana > Uskana) όπως το κελτικό *ud-sk-iom > uisce που αναφέρθηκε παραπάνω και τα θρακικά Uskudama στον Έβρο και ο ποταμός Οἶσκος/Ὄσκιος (< *Ud-sk-ios).

Η πόλη Δίμαλλον των Παρθινών μπορεί να ετυμολογηθεί σαν *dwi-malwom «διπόταμος/δίλοφος» με το δεύτερο συνθετικό να σχετίζεται με το δακικό *malva = «ποταμός, όχθη», το ρουμανικό mal = «όχθη» ή το αλβανικό mal = «βουνό».

Η περιοχή Πάρθος των Παρθινών από την άλλη μπορεί να συσχετιστεί με τον ο-βαθμό της ρίζας *pertus = «πέρασμα (ποταμού ή βουνού)» που έδωσε το λατινικό portus, το αγγλικό ford και το σκανδιναβικό fjord.

Οι ποταμοί Ἀρδάξανος (Erzen) και Ἴσαμνος (Ishëm). Ο Αρδάξανος ήταν το θέμα μιας παλαιότερης ανάρτησης. Δύο πιθανές ρίζες είναι *sword-h2k-t-janos «μαυρονέρι, βρόμικο νερό» (*swerd- «μαύρος, βρόμικος») και *word-h2k-t-janos «βατραχοπόταμος» (*wordo- «βάτραχος»). Ο Ίσαμνος μπορεί να ετυμολογηθεί ως *wiso-mn-os  , δηλαδή αποτελούμενος από τον μηδενικό βαθμό της ΙΕ ρίζας *weis- «ρέω» (λ.χ. Vistula, Weser) προσαρτημένο στον θεματοποιημένο μηδενικό βαθμό του IE επιθήματος *-men- *-mn-os (λ.χ. *poh2i-men-s > *poh2i-mēn > ποιμήν και *poh2i-mn-iom > ποίμνιον, καθώς και το λιθουανικό ξαδελφάκι του ελληνικού ποιμήν με αντεστραμμένους τους βαθμούς ablaut *peh2i-mon-s > *peh2imōn > piemuo). Αν στην Ιλλυρική η ρίζα *weis- ακολούθησε την σημασιολογική εξέλιξη της ρίζας στον Γερμανικό κλάδο προς «λάσπη» (λ.χ. παλαιο-αγγλικό *waisǭ > wāse = «λάσπη, έλος» και παλαιο-σκανδιναβικό veisa = «όγκος στάσιμου ύδατος») τότε ο Ίσαμνος μπορεί να ιδωθεί ως «λασποπόταμος».

weis

Η Αλβανική παρέλαβε την λατινική εκδοχή Isamnus και κανονικά απλοποίησε το σύμπλεγμα -mn->m (Isamnus > Isamu > Ishëm), όπως έκανε και με τα λατινικά scamnum > shkëm > shkëm(b) και damnum > dëm .

Τέλος, μπορούμε να κάνουμε μία σχετικά σίγουρη ετυμολόγηση του ιλλυρικού τοπωνυμίου Siscia (σημερινό κροατικό Sisak). To τοπωνύμιο μπορεί να ετυμολογηθεί ως «Στεγνή (γη)» από την διπλασιασμένη ΙΕ ρίζα *si-sk-us = «στεγνός, ξηρός» που έδωσε το λατινικό siccus, το Αβεστικό hišku = «ξηρός» και το Παλαιο-Ιρλανδικό sesc = «στείρος». Επειδή η Siscia ήταν τοποθετημένη σε μια γενικά «υγρή» περιοχή (σημείο ένωσης τριών ποταμών: Σάβος, Κόλαπις και Odra), το μέρος του οικισμού ήταν το μόνο «στεγνό, ξηρό» (αποξηραμένος βάλτος ; ) σημείο της περιοχής. Βέβαια πρέπει πάντα να τονίσω ότι το τοπωνύμιο κείται στα σύνορα της «μικρής» Ιλλυρίας και, κατά συνέπεια, δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για πραγματικά Ιλλυρικό τοπωνύμιο (η Κελτική καταγωγή δεν μπορεί ν΄αποκλειστεί ιδίως όταν γνωρίζουμε πως η ρίζα *si-sk-us > sesc υπήρχε στον κελτικό κλάδο).

siskos

Αν σας ενδιαφέρει μία δική μου υποθετική πρόταση σχετικά με την Ιλλυρική εξέλιξη IE *tw>ts>s παρόμοια με αυτήν που συνέβη στην Ελληνική μπορείτε να διαβάσετε αυτήν την ανάρτηση για τον ποταμό Σάβο και το κάστρο της Σάρδου.

Σχετικά με την σχέση Αλβανικής και Ιλλυρικής υπάρχουν 3 βασικές ενστάσεις:

1) Ο πρόγονος της αλβανικής γλώσσας (ή πρωτο-αλβανική γλώσσα κατά το γλωσσολογικότερον) έτρεψε το σύμπλεγμα *sk>ks>h πριν από ηχηρά και ένηχα (b,d,g,l,r,n,m,j,w) πριν την είσοδο των λατινικών δανείων στη γλώσσα (λ.χ. *skōla> hell, *skr.d-> skurd-> hurdha> hudhër, *skuna>hu, *skunta> hundë, *skenhis> hi κλπ.) και αυτή η τροπή *sk>ks>h εμφανίζεται σε δύο ρουμανικές υποστρωματικές λέξεις (leurdă και hămesi < *eska < ed-ska < *h1ed-«τρώω»). Αντίθετα, η ιλλυρική διατηρεί το σύμπλεγμα /sk/ αυτούσιο στα παραδείγματα: Skerdilaidas, Skerdis, Scerviaedus, Skardus, Scirtari/Σκίρτονες, Uskana, Scenus, Scenubar(b)us, Scilus, Scardona κλπ. Τα αρχαία τοπωνύμια της Αλβανίας (Scodra> Shkodër, Scampinus > Shkumbin) εμφανίζουν στην αλβανική γλώσσα την τροπή που έγινε στα λατινικά δάνεια (scamnum > shkëm(b), piscis > peshk, scala > shkallë  κλπ). Αυτό δείχνει ότι τα τοπωνύμια αυτά εισήλθαν στην αλβανική γλώσσα συγχρόνως με τα λατινικά δάνεια ή, με άλλα λόγια ότι οι Αλβανοί έφτασαν στην σημερινή Αλβανία τον ίδιο καιρό που απορροφούσαν τα λατινικά δάνεια.

2) Η πρωτο-αλβανική γλώσσα έχασε όλες τις διφθόγγους της: *au>a,*eu>e, *ai>e, *ei>i λ.χ. *dhausa > dash, *aug-> ag κλπ. H Ιλλυρική γλώσσα διατηρεί τις διφθόγγους αυτούσιες λ.χ. Teuta, Temiteuta, Teuda, Beuzas, Ταυλάντιοι, Αυταριάται, Clausal, Sausa, Iaulietis, Deuri κλπ. Φαινόμενα μονοφθογγοποίησης όπως της αλβανικής υπάρχουν στην Δακο-Μυσική (*dhau-kes > Δάκες, *dhau-k-ina > δάκινα, *di-eus-mn. > διέσεμα) και στην Θρακική *g’heutraia > ζετραία, Σεύθης,Σευθείλας > Σεθείλας) με το όνομα Δάκες να απαντά στα γραπτά του Καίσαρα ~ 50 π.Χ. Το ρουμανικό υπόστρωμα εμφανίζει την λέξη daș = «αρνί του σπιτιού, μανάρι» που έχει την ίδια ακριβώς ετυμολογία με το αλβανικό dash = «κριάρι», δείχνοντας την μονοφθογγοποίηση *dhousom > *dauša > dash με την αλβανική.

Dacian-mnphth

3) Η ιλλυρική διατήρησε τα αρκτικό προφωνηεντικό *s στα Selepitani, Salona, Sextus/Sestus, Sestenius, Sausa, Sassaius, Surco, Suttis. Επίσης, το ιλλυρικό λήμμα sabaia = «ποτό των πτωχών Ιλλυριών»  κατάγεται από το ΙΕ *sab-, όπως και το αγγλικό sap. O πρόγονος της αλβανικής γλώσσας είχε τρέψει το ίδιο αρκτικό ΙΕ *s>j πριν την είσοδο των λατινικών δανείων με μια δεύτερη εξέλιξη j>gj να συμβαίνει μετά την εισροή των λατινικών δανείων (λ.χ. iūnctūra > gjymtyrë , iūdicāta >gjykatë). Παραδείγματα της αλβανικής τροπής *s>j>gj είναι τα *solwos > gjallë ,  *solp-> gjalm, *salm- > gjalmë, *swek’s-> gjashtë , *serpena > gjarpër~gjarpën κλπ.  Το /s/ των λατινικών δανείων αποδίδεται σταθερά ως /sh/ στην αλβανική: socius > shok, saeculus> shekull, salix/salicem> shelg , sānctus > shenjtë , sanitās/sanitātem > shëndet κλπ. H λέξη ghiuj (/gyuž/) του ρουμανικού υποστρώματος σχετίζεται με το αλβανικό *sūsa> gjysh. Ορισμένοι βλέπουν στα διάφορα ονόματα του ποταμού Siret ( ΙΕ *ser- «ρέω» : Σέρετος, ερασός, Gerasus) την Αλβανική τροπή *s>j>gj.

Siret

Έχοντας τα παραπάνω κατά νου καταλαβαίνουμε γιατί ο πρόγονος της Αλβανικής γλώσσας δεν θα μπορούσε ποτέ να δώσει ένα τοπωνύμιο όπως το *si-sk-ia > Siscia !!! To IE *si-sk-ia στην πρωτοαλβανική θα είχε γίνει **Jihja και θα κατέληγε στο πρώιμο Αλβανικό **Gjihja. (*s- > j > gj & *-sk- > -ks- > -h-).

Αυτή τη στιγμή, ο σοβαρότερος μελετητής της Αλβανικής γλώσσας είναι ο αυστριακός γλωσσολόγος Joachim Matzinger. Πιστεύω ότι είχε κατά νου τις τρεις αντιρρήσεις που παρέθεσα (σίγουρα είχε κατά νου το sk>ks>h) όταν είπε ότι «από γλωσσολογικής άποψης, όταν συγκρίνουμε τα υπολείμματα της Ιλλυρικής με την Αλβανική είναι σαν να συγκρίνουμε το μαύρο με το άσπρο»:

Matzinger points put that when the few surviving fragments of Illyrian and Albanian are compared, they have almost nothing in common.

The two are opposites and cannot fit together,” he says. “Albanian is not as the same as Illyrian from a linguistic point of view.”

Περισσότερα για την αλβανική γλώσσα και την σχέση της με το προλατινικό υπόστρωμα της Ρουμανικής μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

45 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Ιλλυρική γλώσσα #1: προλεγόμενα

Οι Ιλλυριοί ήταν οι βορειοδυτικοί γείτονες των αρχαίων Ελλήνων. Η περιοχή τους η Ιλλυρία ήταν και γεωγραφικά ασαφής και εθνολογικά ετερογενής. Υπάρχουν δύο τρόποι για να ορίσουμε την Ιλλυρία. Ο ένας είναι να περιγράψουμε την «μεγάλη» Ιλλυρία και να αφαιρέσουμε στη συνέχεια τα μη Ιλλυρικά φύλα που κατοικούσαν εντός της και ο άλλος είναι να περιγράψουμε την «μικρή» Ιλλυρία και να προσθέσουμε στη συνέχεια τα Ιλλυρικά φύλα που κατοικούσαν εκτός αυτής. Η «μεγάλη» Ιλλυρία ήταν ολόκληρη η περιοχή που εκτεινόταν από τα Κεραύνια όρη μέχρι την Τεργέστη και από την Αδριατική ακτή μέχρι το Δούναβη και τον Μάργο/Βρόγκο (άξονας Μεγάλου και Μικρού Μοράβα). Εντός αυτής της περιοχής υπήρχαν μη Ιλλυρικά φύλα όπως οι Λιβυρνοί και άλλα βενετόφωνα φύλα στα βορειοδυτικά, τα διάφορα Κελτικά φύλα στα βόρεια, βορειοανατολικά και ανατολικά όπως οι Σκορδίσκοι, τα «Θρακικά» (Δακο-Μυσικά) φύλα στα ανατολικά όπως οι Τριβαλλοί και οι Δάρδανοι και, τέλος, διάφορα ελληνόφωνα φύλα όπως οι Χάονες που συζούσαν με Ιλλυρικά φύλα από τα Κεραύνια όρη μέχρι την εκβολή του Αώου. Η «μικρή» Ιλλυρία, από την άλλη, μπορεί να οριστεί σαν η περιοχή που εκτείνεται από την εκβολή του του Αώου μέχρι την εκβολή του Krka με εσωτερικό σύνορο την νοητή γραμμή που ενώνει τα παρακάτω σημεία: εκβολή Αώου, Αντιπάτρεια, Οχρίδα/Λυχνιδός, Δρίνος ποταμός, άξονας LimDrina, Σάβος ποταμός και, τέλος, ποταμοί Una και Krka. Τα πλεονέκτημα της «μικρής» Ιλλυρίας είναι ότι περικλείει μόνον Ιλλυρικά φύλα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν Ιλλυρικά φύλα που μένουν απ΄έξω όπως οι Βυλλίονες που συνόρευαν με τους Χάονες, οι Εγχελείς της Λυχνιδού, οι Πενέστες μεταξύ Demir Hisar και Τetovo, οι Αυταριάτες που συνόρευαν με τους Τριβαλλούς και τους Δαρδάνους και οι Ιάποδες που σχημάτιζαν μια Ιλλυρική σφήνα ανάμεσα στα Βενετικά και Κελτικά φύλα στην ενδοχώρα του όρους Velebit.

map

Όπως είναι αυτονόητο, η γλωσσική έρευνα για την Ιλλυρική γλώσσα πρέπει να περιοριστεί σε ανθρωπωνύμια και τοπωνύμια εντός της «μικρής» Ιλλυρίας για να αποφύγουμε τον κίνδυνο «νοθεύσεως» των γλωσσολογικών δεδομένων από μη Ιλλυρικές γλώσσες. Η μελέτη της Ιλλυρικής γλώσσας είναι πιο δύσκολη σε σχέση με την Θρακική για τους παρακάτω λόγους:

1) Οι Έλληνες γνώριζαν καλύτερα τους Θράκες απ΄ότι τους Ιλλυριούς και υπήρχαν πολύ περισσότερες ελληνικές αποικίες στις θρακικές ακτές απ΄ότι στις ιλλυρικές, με αποτέλεσμα να υπάρχουν και πολύ περισσότερες ελληνικές επιγραφές με θρακικά ονόματα.

2) Στην περίπτωση του Δακο-Θρακικού γλωσσικού συνεχούς, υπάρχουν αρχαίες μαρτυρίες που μας πληροφορούν για το «ομόγλωσσον» και το «ομοηθές» των εθνών. Αντίθετα, καμία αρχαία πηγή δεν μας πληροφορεί ότι τα Ιλλυρικά φύλα μιλούσαν μία κοινή «Ιλλυρική» γλώσσα ή ότι είχαν κοινά ήθη. Η ομογλωσσία θα πρέπει να εξαχθεί από την γλωσσολογικά δεδομένα, όπως τα ανθρωπωνύμια, τα οποία όντως δείχνουν ότι το ανθρωπωνυμικό υλικό ήταν κοινό εντός της «μικρής» Ιλλυρίας και ότι το υλικό αυτό απαντά και εκτός της τελευταίας (ενδεικτικό των Ιλλυρικών φύλων που κατοικούσαν εκτός της «μικρής» Ιλλυρίας).

3) Οι Δακο-Θράκες είχαν τυπικά τοπωνυμικά επιθήματα (-deva, -bria, -para, -diza) που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε αντικειμενικά την έκταση του γλωσσικού συνεχούς και την εσωτερική του ποικιλία. Αντίθετα, οι Ιλλυριοί δεν είχαν τυπικά Ιλλυρικά τοπωνύμια και η απόδειξη γλωσσικού συνεχούς βασίζεται μόνο στο ανθρωπωνυμικό υλικό. Μελετώντας το τελευταίο, ο Radoslav Katičić χώρισε χονδρικά την «μικρή» Ιλλυρία σε τρεις «ζώνες» και την «μεγάλη» σε επτά. Οι τρεις ζώνες της «μικρής» Ιλλυρίας είναι η «νότια» (Αλβανία-Μαυροβούνιο) και τα δύο μισά της «βόρειας» («δαλματική» = παράκτια και «ενδοχωρική» προς τον Σάβο).

Illyria

Η μελέτη των ανθρωπωνύμων της ζώνης 4 από τον Untermann το 1961 απέδειξε ότι οι Λιβυρνοί ήταν βενετόφωνοι, ενώ στις ζώνες 5,6,7 εντοπίστηκε σημαντική Κελτική παρουσία και, στην ζώνη 7 ειδικότερα (Τριβαλλοί και Δάρδανοι), «Θρακική» (Δακο-Μυσική). Και ενώ είναι εύλογο σε όλους ότι η μελέτη του υλικού πρέπει να περιοριστεί εντός της «μικρής» Ιλλυρίας, στην πραγματικότητα αυτός ο κανόνας σπάνια εφαρμόστηκε και δυστυχώς ορισμένες «νοθείες» έχουν περάσει στην βιβλιογραφία σαν «Ιλλυρικές» και δυστυχώς διαιωνίζονται ακρίτως ως τέτοιες. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα. Στις ζώνες 4,5 απαντά το όνομα Vescleves το οποίο μπορεί να ετυμολογηθεί ως «Εὐκλῆς» (< Εὐκλέϝης) και ακριβώς αντίστοιχο του Ινδικού Wasusravas (PIE *wesu-«καλός» -άσχετο με το *h1su-= «καλός» που έδωσε το ελληνικό εὖ- και *k’lewes– «κλέος»). Η ετυμολογία είναι σίγουρη, αλλά αυτό που δεν είναι σίγουρο είναι το εάν το όνομα είναι όντως Ιλλυρικό ή Βενετο-Κελτικό (οι εν λόγω ΙΕ ρίζες απαντούν στο ανθρωπωνυμικό υλικό αυτών των γλωσσών). Το συγκεκριμένο όνομα, όπως και τα Clevas, Clevata που βρέθηκαν στην ίδια βόρεια Ιλλυρική περιοχή, χρησιμοποιήθηκαν σαν απόδειξη ότι η Ιλλυρική γλώσσα ήταν τύπου centum, κάτι που «στεναχώρησε» τους Αλβανούς μελετητές που προσπαθούσαν μανιωδώς ν΄«αποδείξουν» ότι η αλβανική κατάγεται από την αρχαία Ιλλυρική. Σε μία από τις λίγες φορές που οι Αλβανοί μελετητές είχαν δίκαιο, οι τελευταίοι ορθά παρατήρησαν ότι το όνομα Vescleves δεν μπορεί να θεωρηθεί Ιλλυρικό εάν δεν απαντηθεί και εντός της «μικρής» Ιλλυρίας και, επιπλεόν η τροπή *k’l->kl- δεν είναι αρκετή για ν΄αποδείξει ότι μία γλώσσα είναι centum, διότι η αλβανική αν και satem έχει απουρανώσει (depalatalization) τα ουρανωμένα υπερωικά πριν από ένηχα r,l,m,n λ.χ. *g’onu-«γόνατο» > EPA *g(a)nuna > gluna (ανομοίωση n..n>l..n όπως το κελτικό αντίστοιχο της ίδιας ρίζας)  > gju και *smek’ros> mjekër «γένι».

k'lewes names

Και η μελέτη του νηφάλιου Orel σχετικά με την αλβανική απουράνωση στην γειτονιά ένηχου συμφώνου:

alb depalatal

Το δεύτερο παράδειγμα νόθου «Ιλλυρικού» όρου το έχω αναλύσει αλλού. Είναι το θεωνύμιο που κατέγραψε ο Ησύχιος Δειπάτυρος = θεὸς παρὰ Στυμφαῖοις που κάποιοι εντελώς ακρίτως βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν ως Ιλλυρική εκδοχή του *Dyēus ph2ter, ενώ οι Τυμφαίοι ήταν ελληνικό Μολοσσικό (αργότερα Άνω Μακεδονικό) φύλο, όπως μαρτυρεί το όνομά τους (ελληνική τροπή *bh>ph Τυμφαίοι = κάτοικοι της Τύμφης < *(s)tembh– > Τυμφρηστός, ἀστεμφής) και αυτά των ηγετών τους (λ.χ. *spergh > Πολυ(σ)πέρχων = «πολύ γρήγορος/ενεργητικός» όπως σπέρχω, Σπερχειός). Όχι μόνο δεν είναι Ιλλυρικό θεωνύμιο, αλλά κατά την γνώμη μου δεν σχετίζεται με τον Πατέρα Δία, αλλά με τον γιό του Ηρακλή (< *Δειπάτορος = θεματοποιημένη μορφή του αθεματικού Δειπάτωρ < *Djew-i-ph2tōr «που έχει πατέρα τον Δία» όπως τα θεοπάτωρ, ὀβριμοπάτρη = «που έχει ὄβριμο πατέρα» και το ζεύγος Κλεοπάτρα ~ Αβεστικό Srūta-fəδrī «που έχει ξακουστό πατέρα» που υπογράμμισα με μπλε πιο πάνω). Για να καταλάβετε το βαθμό της «νοθείας», από τους τέσσερεις όρους που αναφέρονται σαν Ιλλυρικοί από έναν σοβαρό γλωσσολόγο σαν τον Benjamin Fortson, οι δύο είναι οι νόθοι που ανέφερα:

Fortson Illyrian

Η παραπάνω σελίδα αναφέρει επίσης την Ιλλυρική λέξη ῥίνος = ομίχλη που έχει συσχετιστεί με την αλβανική ren =  «σύννεφο» και μας εισάγει σε ένα άλλο σημαντικό θέμα, την σχέση Ιλλυρικής και Μεσσαπικής γλώσσας. Η Μεσσαπική ήταν μια  ΙΕ γλώσσα που δεν ανήκε στον Ιταλικό κλάδο και ομιλιόταν στο «τακούνι» της Ιταλίας. Είναι γνωστή από έναν αριθμό επιγραφών και ορισμένες αρχαίες παραδόσεις ήθελαν τους Μεσσάπιους Ιλλυριούς αποίκους. Ορισμένες ανθρωπωνυμικές ομοιότητες φαίνεται να επαληθεύουν την σχέση. Το εναλλακτικό τους όνομα Ιάπυγες έχει συσχετιστεί με το Ιλλυρικό Ιάποδες. Για την σχέση Ιλλυρικής και Αλβανικής θα μιλήσω στο τέλος, μετά την γλωσσολογική ανάλυση της Ιλλυρικής.

Σαν να μην έφταναν οι «νόθοι» όροι, στα βιβλία ΙΕ γλωσσολογίας θα βρείτε και πολλούς ανύπαρκτους/φανταστικούς ιλλυρικούς όρους. Σε πολλά βιβλία θα βρείτε σαν ιλλυρικό λήμμα του Ησυχίου το ἄβεις  = φίδια, Ιλλυριοί και ετυμολογική παραγωγή από τη ρίζα *h2angwhis που έδωσε το λατινικό anguis = χέλι. Κοιτάξτε λ.χ. τι γράφουν οι Mallory-Adams:

abeis

Κάποιος που δεν έχει άμεση πρόσβαση στις γλώσσες του Ησυχίου συμπεραίνει ότι ο τελευταίος έγραψε ότι «ἄβεις» ήταν τα φίδια στην γλώσσα των Ιλλυριών. Όταν όμως δούμε τι ακριβώς έγραψε ο Ησύχιος τότε η εικόνα αλλάζει τελείως. Ο Ησύχιος απλά γράφει ἄβεις = ἔχεις !!!

*<ἀβέβηλον>· καθαρόν vg (Pn)

<ἄβεις>· ἔχεις

<ἀβέλλει>· στέφει (p) w

Με άλλα λόγια, ούτε γράφει πουθενά ότι πρόκειται για ιλλυρικό λήμμα, αλλά ούτε γίνεται λόγος πουθενά για «φίδια». Μόνο ένα «διεστραμμένο» μυαλό κατά την περίοδο του Πανιλλυρισμού μπορούσε να δει πίσω από το «ἔχεις» όχι τον δεύτερο ενικό του «ἔχω», αλλά τον πληθυντικό του «ἔχις» = «οχιά» ! Ο Ησύχιος απλά καταγράφει ότι το λατινικό habēs (~ ἄβεις, δεύτερο πρόσωπο οριστικής ενικού ενεστώτα του habeō = ἔχω) και το μεταφράζει στην ελληνική ως «ἔχεις» !!! Ούτε για «φίδια» ούτε και για «Ιλλυριούς» μιλάει !!!

Εκτός από τους νόθους και φανταστικούς όρους η μελέτη της Ιλλυρικής γλώσσας έχει παράξει και την μεγαλύτερη ΓΚΑΦΑ όλων των εποχών στο θέμα των παλαιοβαλκανικών γλωσσών !!! Σε ένα δακτυλίδι που βρέθηκε στον αρχαιολογικό χώρο Koman της βορείου Αλβανίας, οι επίδοξοι «ιλλυριολόγοι» διάβασαν την επιγραφή ΑΝΑ ΟΗΘΗ ΙCΕΡ και το θεώρησαν δείγμα της ιλλυρικής γλώσσας που αποκωδικοποίησαν ως  «αφιερωμένο [iser-] στην θεά [ana] Οήθη» !!! Όταν η Βουλγάρα αρχαιολόγος Ognenova εξέτασε το δακτυλίδι παρατήρησε ότι στην πραγματικότητα ήταν ελληνική επιγραφή της πρώιμης βυζαντινής περιόδου που έγραφε ΚΥΡΙΕ ΒΟΗΘΗ ΑΝΝΑ (= Κύριε βοήθει Ἄννᾳ = Κύριε βοήθησε την Άννα) και την οποία οι επίδοξοι «ιλλυριολόγοι» διάβαζαν και λάθος και ανάποδα !!! 🙂 🙂 🙂

Oethe

Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι τα άπαξ ονόματα που απαντούν εκτός της «μικρής» Ιλλυρίας και τα οποία δεν εμφανίζουν παρόμοια ούτε εντός της μικρής Ιλλυρίας ούτε εντός της σίγουρης Δακο-Θρακικής ζώνης και οι κελτιστές δεν τα δέχονται ως κελτικά. Τι γλώσσα λοιπόν μιλούσαν οι φορείς αυτών των ονομάτων; Θα δώσω ένα παράδειγμα. Κοντά στο σύνορο των περιοχών 6 και 7, ανάμεσα στους ποταμούς Σάβο και Δράβο, ζούσε το φύλο των Βρευκών (Breuci). Η περιοχή τους ήταν πάνω στο Δακο-Ιλλυρικό όριο και, σαν να μην έφτανε αυτό, το ανθρωπωνυμικό υλικό της περιοχής δείχνει κελτική παρουσία. Σε αυτήν λοιπόν την περιοχή έχει βρεθεί το άπαξ όνομα Blaedarus , που δεν απαντά πουθενά αλλού. Από ΙΕ γλωσσολογικής σκοπιάς η ετυμολόγηση δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Το δύσκολο είναι να βρούμε ποια γλώσσα μιλούσε ο φορέας του ονόματος. Το όνομα περιέχει την ΙΕ ρίζα *bhlai-dos (< *bhlH-i-dos) «χλωμός» που έχει δώσει λέξεις με τη σημασία «χλωμός» στην αλβανική PAlb. *blaidura > Alb. blehurë , στην σλαβική PSlv. blědŭ και στον γερμανικό κλάδο  PGrm. *blaitaz > παλαιοαγγλικό (OE) blāt, γερμανικό Blass, αγγλικό blate. O γερμανικός  κλάδος έχει και το συγγενικό παράλληλο *bhlai-gos > *blaikaz.  Επομένως, η ΙΕ ετυμολογία του ονόματος είναι αρκετά σίγουρη. Άντε όμως τώρα να βρεις αν πρόκειται για Ιλλυρικό ή Δακο-Θρακικό όνομα, όταν δεν έχει απαντηθεί κάπου αλλού.

Blaedarus

Α) Ιστορικά Στοιχεία:

Αντίθετα με τους Θράκες και τους Παίονες, οι Ιλλυριοί δεν αναφέρονται στα ομηρικά έπη τα οποία γράφθηκαν πριν από το 700 π.Χ. όταν το Ιόνιο και η Αδριατική ήταν ακόμα σχετικά άγνωστες θάλασσες για τους Έλληνες. Το όνομα «Ιλλυριοί» εξαπλώθηκε δευτερογενώς σαν ευρύτερο εθνωνύμιο. Αρχικά φαίνεται να προσδιόριζε μόνο ένα Ιλλυρικό φύλο, αυτό που οι λατίνοι συγγραφείς ονομάζουν “Illyrii proprie dicti” («ορθώς αποκαλούμενοι Ιλλυριοί»), το οποίο κατοικούσε γύρω από την λίμνη της Σκόδρας και την εκβολή του Δρίλωνα/Δρίνου. Πρέπει να ήταν ένα από τα πρώτα Ιλλυρικά φύλα που γνώρισαν οι Έλληνες, οι οποίοι χρησιμοποιησαν τον όρο για να ονομάσουν το ευρύτερο σύνολο, όπως οι Ασιατικοί λαοί χρησιμοποίησαν τον όρο «Ίωνες» για να ονομάσουν όλους τους Έλληνες όπως λ.χ. οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν τους όρους Yauna = «Έλληνες στα παράκτια της Μικράς Ασίας», Yauna Paradraya = «Έλληνες μετά τη θάλασσα» για τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος και Yauna Takabara = «ασπιδοφόροι Έλληνες» (= «που φορούν το καπέλο που μοιάζει με ασπίδα = καυσία») για τους Μακεδόνες τους οποίους ξεχωρίζουν από τους Skudra = «Θράκες».

Illyrii proprie dicti

Οι άφιξη των Ιλλυριών στην σημερινή Αλβανία χρονολογείται γύρω στο 1000 π.Χ. και έχει συσχετιστεί αρχαιολογικά με την εξάπλωση του ορίζοντα Glasinac (η κοιτίδα του οποίου θεωρείται η περιοχή Glasinac στα Δαλματικά όρη), ο οποίος πιστεύεται ότι δημιούργησε την πίεση που προκάλεσε την μετανάστευση Θρακών και Φρυγών στην Ασία, αλλά και την λεγόμενη «κάθοδο των Δωριέων». Στην μέγιστή του έκταση ο ορίζοντας Glasinac κάλυπτε όλη την βόρειο Ήπειρο και την Μακεδονία (με την εξαίρεση της Πιερίας της κοιτίδας των Μακεδόνων) ως τον Στρυμώνα μέχρι το 700 π.Χ. περίπου όταν αρχίζει να οπισθοχωρεί προς τα μετέπειτα «παραδοσιακά» Ιλλυρικά εδάφη. Ο Μακεδονικός μύθος του Διονύσου Ψευδάνορος που περιγράφει αντίσταση έναντι των Ιλλυριών ίσως είναι μυθικό κατάλοιπο της εξάπλωσης των Μακεδόνων στην Μακεδονία και την απώθηση των Ιλλυριών. Μια άλλη εναλλακτική αιτία της παρακμής της Ιλλυρικής ισχύος που έχει προταθεί είναι οι λεγόμενες «Θρακο-Κιμμερικές» επιδρομές που έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέχρι την Δωδώνη και οι οποίες έφεραν τους Ηδωνούς Θράκες στον κάτω Αξιό και ενδεχομένως τους Τριβαλλούς και τους Δαρδάνους δυτικά του Μοράβα. Σύμφωνα με την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένωντου Hammond, αυτά δείχνουν Ηπειρωτική εξάπλωση στην περιοχή της Κορυτσάς και της Πελαγονίας περί το 650 π.Χ., ενώ την ίδια περίοδο οι Μακεδόνες αρχίζουν να εξαπλώνονται από τα όρη της Πιερίας στην κεντρική Μακεδονία.

Hammond1 Hammond2 Epirotic expansion

Πριν την ίδρυση της Κέρκυρας ως Κορινθιακής αποικίας, το νησί φαίνεται να βρισκόταν στον έλεγχο των Λιβυρνών, ενώ ο μύθος της ιδρύσεως της Επιδάμνου θέλει την πόλη σε Λιβυρνικά χέρια πριν από την άφιξη των  Κερκυραίων αποίκων. Αυτά δείχνουν ότι οι Λιβυρνοί ήταν από νωρίς σημαντική ναυτική δύναμη στην Αδριατική (το ανάλογο των μεσαιωνικών Βενετών) κάτι που επιβεβαιώνεται από τον ρωμαϊκό τύπο σκάφους με το όνομα Liburna.

Liburni Corc-Epid

Με τον καιρό, οι Έλληνες της Επιδάμνου δημιούργησαν έναν γενεαλογικό μύθο για τους προσκείμενους σε αυτούς Ιλλυριούς όπου ο γεννάρχης τους Ιλλυριός εμφανίζεται σαν υιός του Κύκλωπα, ενώ παιδιά του είναι ο Ταΰλας (επώνυμος των Ταυλαντίων), ο Εγχελεύς (επώνυμος των Εγχελέων) και η Παρθώ (επώνυμη των Παρθίνων που κατοικούσαν στα δυτικά/νοτιοδυτικά της λίμνης Οχρίδας). Το γεγονός ότι ο Κύκλωψ εμφανίζεται σαν πρόγονος των Ιλλυριών δείχνει ότι οι Έλληνες τους θεωρούσαν από νωρίς σαν απολίτιστο και ληστρικό ( *pk’u-klop- = «ζωοκλέπτης») λαό. Ο Ηρόδοτος έχει μάλλον κατά νου τους Λιβυρνούς όταν μιλάει για τους «Ιλλυριούς Ενετούς», φράση που πρέπει να διαβαστεί σαν «οι Ενετοί που κατοικούν στην Ιλλυρία», όπως η παρεμφερής αναφορά σε «Βρύγες Θρήικες» (Βρύγες της Θράκης) του ίδιου συγγραφέα και οι «Ἕλληνες Θρῇκες» (Έλληνες άποικοι της Θράκης) του Εκαταίου.

[1.196] αὕτη μὲν δή σφι ἄρτισις περὶ τὸ σῶμα ἐστί:  νόμοι δὲ αὐτοῖσι ὧδε κατεστᾶσι, ὁ μὲν σοφώτατος ὅδε κατὰ γνώμην τὴν ἡμετέρην, τῷ καὶ Ἰλλυριῶν Ἐνετοὺς πυνθάνομαι χρᾶσθαι. [6.45] [1] Μαρδονίῳ δὲ καὶ τῷ πεζῷ στρατοπεδευομένῳ ἐν Μακεδονίῃ νυκτὸς Βρύγοι Θρήικες ἐπεχείρησαν· καί σφεων πολλοὺς φονεύουσι οἱ Βρύγοι, Μαρδόνιον δὲ αὐτὸν τρωματίζουσι.

Hekataios Thracian Hellenes

Αντιθέτως, πολλοί μελετητές διάβασαν εσφαλμένα την ηροδότεια ρήση σαν να δείχνει ότι καθ΄Ηρόδοτον όλοι οι Ενετοί ήταν Ιλλυρικό φύλο. Όπως έγραψα και πιο πάνω, το 1961 ο Untermann έδειξε ότι οι Λιβυρνοί είχαν ως επί το πλείστον Βενετικά ονόματα:

Untermann Liburni

Από τον Πολύβιο γνωρίζουμε ότι οι Μακεδόνες χρησιμοποιούσαν διερμηνείς για να συνεννοηθούν με τους Ιλλυριούς, ενώ ο Στράβων μας πληροφορεί ότι στα χρόνια του, πολλοί από τους νοτιότερους Ιλλυριούς που κατοικούσαν δίπλα από τους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες ήταν ήδη δίγλωσσοι:

[Πολύβ. 28.8-9] ὁ δὲ Περσεὺς παραγενόμενος εἰς Στύβερραν τήν τελείαν ἐλαφυροπώλησεν καὶ τὴν δύναμιν ἀνέπαυσε, προσδεχόμενος τοὺς περὶ τὸν Πλευρᾶτον.παραγενομένων δ᾽αὐτῶν, ἀκούσας τὰ παρὰ τοῦ Γενθίου πάλιν ἐξ αὐτῆς ἔπεμπε τὸν Ἀδαῖον καὶ σὺν τούτῳ τὸνΓλαυκίαν, ἕνα τῶν σωματοφυλάκων, καὶ τρίτον τὸν Ἰλλυριὸν διὰ τὸ τὴν διάλεκτον εἰδέναι τὴν Ἰλλυρίδα,

[Στράβων 7.7.8] καὶ δὴ καὶ τὰ περὶ Λύγκον καὶ Πελαγονίαν καὶ Ὀρεστιάδα καὶ Ἐλίμειαν τὴν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ᾽ ὕστερον καὶ ἐλευθέραν: ἔνιοι δὲ καὶ σύμπασαν τὴν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καὶ κουρᾷ καὶ διαλέκτῳ καὶ χλαμύδι καὶ ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως: ἔνιοι δὲ καὶ δίγλωττοί εἰσι. καταλυθείσης δὲ τῆς Μακεδόνων ἀρχῆς ὑπὸ [p. 450] Ῥωμαίους ἔπεσε. διὰ δὲ τούτων ἐστὶ τῶν ἐθνῶν ἡ Ἐγνατία ὁδὸς ἐξ Ἐπιδάμνου καὶ Ἀπολλωνίας: περὶ δὲ τὴν ἐπὶ Κανδαουίας ὁδὸν αἵ τε λίμναι εἰσὶν αἱ περὶ Λυχνιδὸν ταριχείας ἰχθύων αὐτάρκεις ἔχουσαι.

Δεν μας είναι γνωστό το μέχρι πότε επιβίωσε η Ιλλυρική γλώσσα. Όπως τα νοτιότερα Ιλλυρικα φύλα είχαν γίνει δίγλωσσα επί Στράβωνος, έτσι και πάνω από τη γραμμή του Jireček, οι παράκτιοι Ιλλυριοί εν τέλει εκλατινίστηκαν. Στην ορεινή ενδοχώρα, η Ιλλυρική γλώσσα σίγουρα επιβίωσε περισσότερο, αλλά η γενική εικόνα δείχνει ότι είχε εξαφανιστεί πριν από την Δακο-Θρακική η οποία αναφέρεται ακόμα τον 6ο αιώνα. Δευτερογενείς αναφορές που θέλουν τον Άγιο Ιερώνυμο να γνωρίζει την «Ιλλυρική» γλώσσα πρέπει να διαβαστούν με μεγάλη προσοχή μιας και το συγκεκριμένο πρόσωπο καταγόταν από την πόλη Στριδώνα κοντά στην σημερινή Ljubliana της Σλοβενίας, εκτός της «μικρής» Ιλλυρίας που περιέγραψα πιο πάνω και, αυτό που ο ίδιος γράφει είναι ότι γνώριζε και την ‘sermo gentilis’ (Commentary on Isaiah 7.19) της περιοχής του, η οποία τόσο βόρεια μπορεί κάλλιστα να ήταν Βενετική ή Κελτική ή μια επιχώρια δημώδης ποικιλία της λατινικής.

(συνεχίζεται στο μέρος #2)

4 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα