Tag Archives: θρακική γλώσσα

Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα συνοπτικά την ιστορία των Θρακών από την αρχαϊκή περίοδο μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και προσπάθησα να εξηγήσω γιατί, κατά τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας (3ος-6ος μ.Χ. αιώνας), ο όρος «Θρᾷξ» έχασε την εθνοτική του σημασία, αποκτώντας νέα γεωγραφική σημασία (ελληνόφωνος ή λατινόφωνος Ρωμαίος της Θράκης) και, παράλληλα, γιατί το περιεχόμενο του όρου «Βέσσος» επαναπροσδιορίστηκε ώστε να περιλάβει όλους τους εναπομείναντες φορείς της εθνοτικής θρακικής ταυτότητας. Στη σημερινή δεύτερη ανάρτηση θα ασχοληθώ με την θρακική γλώσσα, αλλά θα χρειαστώ ακόμα μια ανάρτηση (την αφήνω για το προσεχές μέλλον) για να ολοκληρώσω το θέμα. Continue reading

Advertisements

19 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Οι Θράκες και η γλώσσα τους (Δεκέμβριος 2017) #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα τους Θράκες της πρώιμης και ύστερης αρχαιότητας και την γλώσσα τους. Πριν τρία χρόνια έκανα μια προκαταρτική σειρά αναρτήσεων για το θέμα, η οποία όμως χρειάζεται επειγόντως συμπλήρωμα. Στη σημερινή ανάρτηση θα περιοριστώ στην ιστορία των Θρακών από την πρώιμη αρχαιότητα (8ος-1ος π.Χ. αιώνας) μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (1ος-6ος μ.Χ. αιώνας). Continue reading

2 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η θρακική πολυτυπία -δενθ-, -ζενθ-, -ζινθ-

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το πολύτυπο θρακικό μόρφημα -δένθ- ~ -δεντ- ~ -διντ-~ -ζένθ- ~ -ζίνθ-. Η πεντατυπία αυτή δημιουργείται από την εναλλαγή θ~τ και από δύο ενδιαφέρουσες διτυπίες: την διτυπία δ/ζ στο αρκτικό σύμφωνο και την διτυπία -έν-/-ίν- στο τονισμένο φωνήεν. Continue reading

8 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Θρακική γλώσσα #3

(συνέχεια από το μέρος #2)

4) Θεωνύμια:

Ο κυριότερος θρακικός θεός ήταν αναμφίβολα ο Σαβάδιος τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν σαν θρακο-φρυγική εκδοχή του δικού τους Διονύσου. Το γεγονός ότι ο Διόνυσος έφερε σε ορισμένα μέρη το επίθετο Ἐλευθέριος μαζί με το ότι η λατινική εκδοχή του θεού ήταν ο Liber ώθησε ορισμένους γλωσσολόγους να παράξουν το θεωνύμιο από τη ρίζα *swobhod-jos που έδωσε και τον σλαβικό όρο για την ελευθερία (OCS svoboda). Προφανώς και οι τρεις λαοί θεωρούσαν τους θεούς της οινοποσίας και του ξέφρενου γλεντιού «απελευθερωτές» από τις καθημερινές σκοτούρες.

Sabadios

Μιας και  οι λατρείες στην γειτονική Μακεδονία επηρεάστηκαν από αυτές της Θράκης πιστεύω ότι μπορούμε να συνδέσουμε τον μακεδονικό όρο Σαυᾶδαι για τους Σειληνούς (τους σατυροειδείς ακολούθους του Διονύσου) με τον θρακικό όρο Σαβάδιο αν δεκτούμε ότι το θρακικό μεσοφωνηεντικό /b/ τριβοποιήθηκε σε /v/ στο στόμα των Μακεδόνων το οποίο αποδόθηκε γραπτά σαν «υ» ως συνήθως σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. μακ. σαυτορία < σαϝοτορία ~ σωτηρία).  Το παρακάτω χρυσελεφάντινο εύρημα από τις Αιγές μάλλον δείχνει τον θεό Διόνυσο/Σαβάδιο με μια Μαινάδα και έναν Σαυάδα/Σειληνό:

Mak Sabadios

H θρακική θεά της μάχης Κότυς (<*katu-/*kotu-) έχει ήδη περιγραφεί στην προηγούμενη ανάρτηση στο ανθρωπωνύμιο Κότυς. O Θανάσης μου θύμισε και την Θρακική Αρτέμιδα που έφερε το όνομα Βενδῖς. Το όνομα με το μακρό /ῑ/ που θυμίζει τα σανσκριτικά θηλυκά τύπου Devī (< *-ih2, συγγενής των ελληνικών θηλυκών σε -ια), στην θρακική πρέπει να ήταν *Bendī και σήμαινε «Τοξότρια», από την ρίζα *(s)bhendh- που έχει δώσει το ελληνικό σφενδόνη και το αγγλικό bend («τανύζω, παραμορφώνω, λυγίζω», όπως γίνεται στο τάνυσμα της χορδής του τόξου και του λάστιχου της σφεντόνας).

Άλλη θρακική θεότητα ήταν ο θεός του κεραυνού  Ζ(ι)βελθ(ι)ούρδος. Γνωρίζουμε ότι οι Θράκες αριστοκράτες έφεραν τον τίτλο Ζιβυθίδαι. Η ρίζα zibu- έχει συσχετιστεί με τα λιθουανικά žiburys = «φως» και žibut = «αστράπτω» και, κατά συνέπεια, ο τίτλος Ζιβυθίδης σήμαινε κάτι σαν τα λατινικά illustris (lux = φως), clarissimus και τα ελληνικά δῖος (< *diwos <*dei- «φέγγω, αστράπτω) και δῆλος (ευδιάκριτος < *dej-elos). Αν το πρώτο συνθετικό του Ζιβελθ(ι)ούρδου σχετίζεται με τα παραπάνω και το δεύτερο σχετίζεται με το γερμανικό stürzen «ρίχνω, εκτοξεύω» τότε το όνομα του θρακικού θεού σήμαινε κάτι σαν «Αστραπο-ρίχτης», «Κεραυνοβόλος».

Ο ποταμός Zlatna Panega της Βουλγαρίας παίρνει το όνομά του από την ομώνυμη μικρή λίμνη από την οποία ξεκινάει, η οποία με τη σειρά της, τροφοδοτείται από την πηγή Glava Panega. Εκεί έχει βρεθεί ένας αριθμός ελληνικών και λατινικών επιγραφικών αφιερώσεων που φέρουν τοπικά επίθετα θεών. Τα επίθετα που βρίσκουμε στις επιγραφές είναι Σαλδοκελ(λ)ῆνος, Σαλδουισῆνος και Saldaecaputenus/Saltocaputenus. Τα βουλγαρικά ονόματα μας βοηθούν στην ετυμολογία των όρων. Τα λατινικά επίθετα περιέχουν την λατινική λέξη για την κεφαλή caput ή οποία μεταφράστηκε σλαβιστί σαν glava. Ο όρος για την κεφαλή (δείτε ορισμό 2α εδώ) χαρακτηρίζει αναμφίβολα την πηγή (λ.χ. κεφαλόβρυσο, headwaters, ιταλ. Capofiume). Αναλόγως οι θρακολόγοι πιστεύουν ότι το σλαβικό zlatna = «χρυσή» μεταφράζει το θρακικό *salda/zalda «χρυσή», το οποίο όπως το αγγλικό gold, το λεττονικό zelts και το νοτιοσλαβικό zlato (πρωτοσλαβικό *zolto) προέρχονται από την ΙΕ ρίζα *g’hol-tom. Έχοντας δει τόσα παραδείγματα σατεμοποίησης παραπάνω (Ρῆσος, Βύζας, -δίζα) η προτεινόμενη ετυμολογία δεν μας εκπλήσσει. Άρα το Σαλδοκελλῆνος είναι παράγωγο του υδρωνυμίου *Σαλδοκέλλα = «Χρυσή πηγή» την οποία οι εκλατινισμένοι Θράκες άρχισαν να αποκαλούν Saldaecaput (~ aquae-ductus). Ούτε ο όρος *κέλλα = «πηγή» μας εκπλήσσει. Η ΙΕ ρίζα *gwel– «αναβλύζω» έχει δώσει το γερμανικό Quelle = «πηγή» (< *gwelna) και ο μηδενικός βαθμός ablaut το -βλ- των ελληνικών βλύω, αναβλύζω. Ο θρακικός όρος προήλθε από το *gwelna όπως ο γερμανικός με τροπή *gw>g>k (θυμίζω *gwherm-> Γέρμ- και *m.g’h2> Muka-). Τέλος, ο όρος Σαλδουισήνος αποδίδει το θρακικό *Saldo-wis- το δεύτερο μόρφημα του οποίου είναι ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *weis- «ρέω» που έχει δώσει τον τα ονόματα των ποταμών Weser και Vistula, αλλά και τον ελληνικό και λατινικό όρο για δηλητηρίο (ἰός, virus ~ «αυτό που ρέει από τα δόντια του φιδιού»).

Saldokellenos

Υπογράμμισα στη σελίδα και τη ρίζα *h2el(m)- «αναβλύζω» διότι απαντά στο θρακικό υδρωνύμιο Ἄλμος/Almus , αλλά και στην περιοχή Αλμωπία της αρχαίας Μακεδονίας, στην οποία υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός πηγών τα νερά των οποίων ενώνονται για να σχηματίσουν τους ποταμούς Λουδία και Μογλενίτσα (αρχαίος Αστραίος;). Το δεύτερο συνθετικό -ωπ- απαντά και σε άλλα υδρωνύμια όπως Ἀσωπός και Ἰνωπός και ίσως σχετίζεται με τη ρίζα *weΗp– «υδάτινη μάζα». Και στην διπλανή Εορδαία της Μακεδονίας έχουμε την αρχαία πόλη Κέλλα/Κέλλη (κοντά στο σημερινό Αμύνταιο) σε μια περιοχή που είναι γεμάτη με πηγές νερού (λ.χ. Ξυνό Νερό, και το βουλγαρικό/σλαβομακεδονικό όνομα της περιοχής  Surovičevo). Δίπλα από την Κέλλη ήταν η αρχαία Ἄρνισ(σ)α της οποίας το όνομα είναι προελληνικό μη ΙΕ και σημαίνει «πηγή», όπως έχω ήδη αναλύσει εδώ. Πιστεύω ότι το τοπωνύμιο Κέλλη είναι Θρακο-Παιονο-Φρυγικό κατάλοιπο στην Μακεδονία, όπως και το όνομα της λίμνης Βεγορίτιδος/Βοκέριας η οποία κατά τη γνώμη μου περιέχει την ρίζα *wegw- «υγρός» που έχω περιγράψει εδώ. Βλέπουμε με άλλα λόγια την τροπή *gw>g>k σε δύο γειτονικά τοπωνύμια της Μακεδονίας, όπως είδαμε και στα θρακικά *m.g’h2-> Muka- και *gwel-na > Kella, αλλά και στα φρυγικά *meg’h2s > mekas και βέκος = «ψωμί» αν αυτό προέρχεται από την ρίζα *bheh1g– (> φώγω, bake) όπως μερικοί γλωσσολόγοι προτείνουν.

Το ότι τα Θρακο-Παιονο-Φρυγικά τοπωνύμια δεν είναι κάτι το περίεργο στην Μακεδονία θα το καταλάβετε όταν θα κάνω ανάρτηση για την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και τις γλώσσες με τις οποίες ήρθαν σε επαφή. Εδώ στα γρήγορα παραθέτω μόνο το μακεδονικό λήμμα του Ησύχιου ἀρκόν = σχολήν Μακεδόνες, δηλαδή «ελεύθερος χρόνος», «χρόνος για ξεκούραση» το οποίο σχετίζεται με το ελληνικό ἀργός = βραδύς, τεμπέλης και ἀργία = τεμπελιά, μέρα ξεκούρασης κλπ το οποίο δείχνει την ίδια διαδικασία απηχηροποίησης g>k.

5) Διασωθέν Λεξικό:

Ήδη έχω παρουσιάζει κάποιους όρους από το διασωθέν θρακικό λεξιλόγιο όπως ζετραία,βρύγχος, ζιβυθίδαι κλπ. Άλλοι όροι είναι η σκάλμη = ξίφος (*skalma < *skolma) η οποία απαντά στην αλβανική γλώσσα σαν shkallmë με συμφωνισμό που δείχνει ότι πρόκειται για δάνειο μιας και οι «γνήσιοι» αλβανικοί όροι τρέπουν το *sk πριν από  r,l,m,n,j,w,b,d,g σε *sk>ks>h (λ.χ. *skōla > hell ~ σκῶλος, *skr.d- > hurdhë/hudhër ~ σκόρ(ο)δον κλπ) και η ρομφαία, ενώ ο θρακικός όρος για τον άγριο ταύρο βόλινθος (*bulint-) φαίνεται να έχει την ίδια ΙΕ καταγωγή με το αγγικό bull.

Thracian list

Σε μια λατινική επιγραφή του 226 μ.Χ. εμφανίζεται ο μη λατινικός όρος midne μέσα σε μια φράση όπου φαίνεται να σημαίνει «χωριό, οικισμός». Ο όρος έχει συσχετιστεί με το λεττονικό mitne = «χωριό» και το περσικό maeθana = «κατοικία».

midne

Οι παραπάνω όροι μπορούν να ετυμολογηθούν από την ρίζα *mei(t)– «ανταλλάσσω, ανακατώνω (λ.χ. ελλην. μεῖγμα)» που σημαίνει ότι το αρχικό νόημα του οικισμού ήταν το «παζάρι» (τόπος ανταλλαγής προϊόντων). Έχει ενδιαφέρον ότι οι μόνιμοι οικισμοί στην βαλκανική ενδοχώρα ξεκίνησαν ως canabae (παράγκες που στηνόταν για περιοδικά παζάρια) γύρω από τα ρωμαϊκά στρατόπεδα. Η τρανή Βιέννη (Vindobona)λ.χ. ξεκίνησε σαν canabae Vindelicum. από την ίδια ρίζα φαίνεται να προέρχεται ο παλαιο-σλαβικός όρος město (<*moit-tom) «οικισμός», με κανονική τροπή της διφθόγγου σε yat *oi>ě (λ.χ. *kwoina > ποινή αλλά OCS čěna). Ξανά, όπως και στην περίπτωση του -διζα δεν είμαι σε θέση να καταλάβω εάν το θρακικό midne προέρχεται από τον πλήρη (*meit-na) ή τον μηδενικό βαθμό (*mit-na) ablaut. Πάντως το λατινικό communis προέρχεται από τον ο-βαθμό της ρίζας (<*con-moi-nis).

meit exchange

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Θρακική γλώσσα #2: γλωσσολογική ανάλυση

(συνέχεια από το μέρος #1)

Η γνώση μας για την θρακική γλώσσα προέρχεται από την ανάλυση ανθρωπωνυμίων, τοπωνυμίων, εθνωνυμίων, θεωνυμίων και των λημμάτων που  κατάφεραν να διασώσουν οι αρχαίοι λεξικογράφοι.

1) Ανθρωπωνύμια:

Τα θρακικά ονόματα είναι συνήθως σύνθετα και διμορφηματικά, όπως συμβαίνει με πολλές άλλες ΙΕ γλώσσες (λ.χ. Νικό-λαος, Hlud-wigVladi-mir, Shahr-baraz), αλλά δεν λείπουν και τα μονολεκτικά ονόματα.

Τα πιο συχνά πρώτα συνθετικά είναι τα: Μουκα-, Αὐλου-, Ἐπτα(ι)-/Ἐπτη-/Ἐπτε-, ενώ τα πιο συχνά δεύτερα συνθετικά είναι τα -τραλις, -πορις, -κενθος, -ζενις, -ζελμις, -παιβης. Τα 6 πιο συχνά θρακικά ονόματα που απαντούν σε επιγραφές είναι:

Βίθυς (262 φορές)

Μουκάτραλις (126 φορές)

Σεύθης (110 φορές)

Κότυς (98 φορές)

Αὐλουζένις (71 φορές)

Μουκάπορις (58 φορές)

Παρακάτω παραθέτω όλα τα ονόματα με πρώτο συνθετικό το Μουκα- και όλα με δεύτερο συνθετικό το -κενθος:

Mukakenthos

Το μόρφημα Μουκα- εμφανίζεται και σαν Μοκα-. Κατά πάσα πιθανότητα αποδίδει το θρακικό *Muka- και η εναλλαγή οφείλεται στο ότι οι Έλληνες δυσκολευόταν να περιγράψουν τον ήχο /u/ των άλλων λαών όταν, από το 500 π.Χ. και μετά, ο ελληνικός φθόγγος /u/ έγινε /ü/ (όπως προφέρουμε το αγγλικό music «μιούζικ» και το youtube «γιουτιούμπ). Επομένως, όταν διαβάζουμε ξένα ονόματα στην κλασική ελληνική πρέπει να θυμόμαστε ότι το ελληνικό «υ» αποδίδει τον ήχο /ju/, ενώ για την απόδοση του ήχου /u/ των άλλων λαών οι κλασικοί Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα γράμματα «ου» και «ο».

Το όνομα Σεύθης θεωρείται intpretatio graeca του θρακικού *Zeutēr (λ.χ. νικητήρ > νικητής εξού και το θηλυκό νικήτρια). To όνομα σημαίνει «ιερέας» και προέρχεται από τη ρίζα *g’heu-tēr όπως το Ιρανικό zaotar και το Ινδικό hotar με την ίδια σημασία. Η ρίζα *g’heu- έδωσε τα ελληνικά χέϝ-ω, χεῦ-μα και χύ-τρα (από τον μηδενικό βαθμό *g’hu- του *g’heu-). H ίδια ρίζα έδωσε το θρακικό ζετραία = χύτρα. Η αρχική μορφή ήταν *zeu-traia και επήλθε μονοφθογγοποίηση eu>e όπως και στην ποικιλία Σεθείλας του ονόματος Σευθείλας. Η σημασιακή αλλαγή από το χέω στο ιερέας έγινε γιατί ο ιερέας ήταν αυτός που έκανε την σπονδή.

Seuthes zetraia

Η μονοφθογγοποίηση *eu>e έχει ενδιαφέρον διότι απαντά και στην Δακο-Μυσική γλώσσα, αλλά και στην Αλβανική που κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από την τελευταία. Αντίθετα, δεν έχει ακόμα παρατηρηθεί στην Ιλλυρική γλώσσα όπου τα ονόματα Teuta, Temiteuta και Beuzas δείχνουν σταθερά τη δίφθογγο. Έτσι λ.χ. γράφει ο Vladimir Orel στο “A Concise Historical Grammar of the Albanian Language” :

Alb eu e

Για το δεύτερο συνθετικό –πορις έχει προταθεί ότι αποδίδει το θρακικό *-pur «γιος» το οποίο προκύπτει από τον μηδενικό βαθμό *ph2u– της ρίζας *peh2u– «μικρός, παιδί» που έχει δώσει τα ελληνικά παῦς/παϝ-ίς > παῖς και παῦρος. Το λατινικό puer «παιδί» προέρχεται επίσης από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας χωρίς φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού, ενώ το όνομα Paulus = «μικρός» και το επίθετο paucus δείχνουν φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού (*h2>a) όπως και η ελληνική. Και μιας και έτυχε να αναφερθώ στην Αλβανική μονοφθογγοποίηση πιο πάνω, οι δύο τελευταίοι λατινικοί όροι απαντούν στην αλβανική σαν Pal και pak.

Το δεύτερο συνθετικό -κενθος έχει εξηγηθεί ως απόδοση του θρακικού -kent-os/-cens (σε λατινικές επιγραφές με γενική -centis) και έχει εξηγηθεί ως «υιος» από την ΙΕ ρίζα *ken- «πρόσφατος, νέος» που έχει δώσει το λατινικό re-cens (> αγγλικό recent), το ελληνικό καινός (< *kn.-jos) και το λατινοπρεπές κελτικό όνομα Cintugnatus = «πρωτότοκος»:

kenthos zetraia

Το ανθρωπωνύμιο και θεωνύμιο Κότυς έχει συσχετιστεί με την ρίζα *kotu-/*katu- «μάχη, σφαγή» που έχει δώσει το όνομα του σκανδιναβικού πολεμικού θεού Höðr (διαβάστε τη σημείωση #1 εδώ) και το όνομα του γιου του γερμανού μυθικού ήρωα Hilderbrand Hadu-brant (και τα δύο ονόματα σημαίνουν «Ξίφος της Μάχης»). Προσέξτε επίσης το παλαιο-σλαβικό kotora = «μάχη» και τα κελτικά cath = «μάχη» και το όνομα Catu-rix = «ο βασιλιάς της μάχης».  Ένα άλλο κελτικό όνομα που περιέχει την ρίζα είναι το Catmor/Κατομάρος («τρανός στη μάχη»), το δεύτερο συνθετικό του οποίου είναι το ίδιο με τα σλαβικά -mir (OCS Vladiměrŭ = Βαλτικό Valdemaras = Γερμαν. Waldemar = «τρανός άρχοντας») και το ελληνικό ἐγχεσί-μωρος = «τρανός με το έγχος~δόρυ».

katu

To θρακικό συνθετικό -ζενις είναι σχετικά εύκολο μιας και αντιστοιχεί στο ελληνικό -γένης (ΙΕ ρίζα *g’enh1es-). Έτσι το θρακικό όνομα Βριάζενις είναι το ακριβές ανάλογο του ελληνικού Ἀστυγένης (βρία = ἄστυ, -ζενις = -γένης) και σημαίνει αυτόν που «έχει αστικη καταγωγή» ~ «που έχει γεννηθεί στην πόλη».

Briazenis

Το όνομα Βύζας/Βύζης είναι το όνομα του μυθικού ιδρυτή του Βυζαντίου. Αν και ο ιδρυτικός μύθος της πόλης τον θέλει Μεγαρέα, στην πραγματικότητα το όνομα είναι Θρακικό και δείχνει σατεμοποίηση. Το όνομα προέρχεται από την ρίζα *bhug’os = «κερασφόρο αρσενικό ζώο» που έχει δώσει λέξεις για τράγο, ταύρο και ελάφι στις ΙΕ γλώσσες. Ύστερα από την σατεμοποίηση *bhug’-οnt- > *bu(d)z-ant προέκυψε το Βύζας (του Βύζαντος). Ποια η σχέση του ονόματος με τον Κεράτιο κόλπο του Βυζαντίου/Κωνσταντινουπόλεως δεν μπορώ να το πω. Η ίδια ρίζα έδωσε το αγγλικό buck = «τράγος, αρσενικό ελάφι» (στην σελίδα της wikipedia κάποιος ανίδεος πρόσθεσε το αλβανικό buzë = χείλος σαν συγγενικό όρο. Το αλβανικό buzë και τα ρουμανο-βλαχικά buză/budză προέρχονται από τη ρίζα *bhud-ja και δεν σχετίζονται με τη ρίζα *bhug’os, αλλά με τη ρίζα *bhu- «προεξέχω» που έδωσε και το αγγλικό bosom =«στήθος».

bhug'os

budja

Το θρακικό όνομα Κετρίπορις μάλλον σημαίνει «τέταρτος γιος». Το κετρί- προέρχεται από το ΙΕ *kwet(w)r.-  (λ.χ. λεττονικό četri και OCS četyre) που υπάρχει και στο τέταρ-τος με τη μόνη διαφορά ότι στην θρακική το συλλαβικό ένηχο *r. έγινε /ri/ όπως στην αλβανική και στην βαλτο-σλαβική.

Την τροπή *r.> ri βρίσκουμε και στο συνθετικό Βρινκα– (<*bhrm.ko- ή *bhremko-) ορισμένων θρακικών ονομάτων που πιθανόν σημαίνει «διάσημος, ξακουστός» από την ρίζα *bhrem– «θόρυβος» που έδωσε τα ελληνικά βρόμος, βροντή (<*bhrm.ta ή *bhrom-ta), ὑψι-βρεμέτης και την λέξη φόρμιγξ = κιθάρα (που είναι η μόνη που εμφανίζει το αναμενόμενο για την ελληνική *bh>«φ») και το λατινικό fremeo. Η ίδια ΙΕ ρίζα έδωσε και την θρακική λέξη για την κιθάρα βρυγχόν (<*bhrm.kom). Έτσι το θρακικό όνομα Βρινκά-ζενις είναι αρκετά πιθανό να σημαίνει «από ξακουστό γένος» όπως τα ελληνικά Κλεαγένης, Κλειγένης, Κλεογένης κλπ.

Brinka

brunkhos

Το όνομα του μυθικού Θράκα βασιλιά Ρῆσου μάλλον αποδίδει την θρακική λέξη *rēz-= «βασιλιάς», η οποία προέρχεται από την ρίζα *h3rēg’- όπως και το λατινικό rēx (ρῆξ, ρῆγας) και το κελτικό rīx. H τροπή *g’>(d)z είναι προϊόν σατεμοποίησης.

2) Τοπωνύμια:

Όπως ήδη ανέφερα, τοπωνυμικά η θρακική ζώνη χαρακτηρίζεται από τα επιθήματα -βρία, -δίζα και -πάρα. Τα δύο πρώτα έχουν βέβαιη ετυμολογία, ενώ για το τρίτο μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις.

Η θρακική λέξη βρία = πόλις έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το ελληνικό ρίον = «προεξέχον σημείο, κορυφή, ακρωτήρι». Ο θρακικός όρος πρέπει αρχικά να σήμαινε «ακρόπολις, καταφύγιο σε υψηλό τόπο». Η κοινή ΙΕ ρίζα είναι o μηδενικός βαθμός *wr- (*wr-iom, *wr-ieh2) της ρίζας *wer-«ψηλά» που στην επεκταμένη της μορφή *wers- έχει δώσει το σερβ-κροατ. vrh = κορυφή και το πολύ γνωστό μας ουρανός (<*worsm.nos «αυτό που βρίσκεται ψηλά») αλλά και το πιο άγνωστο βρυανίων = μετεωριζόμενος , «κορδωμένος» (εδώ το «β» αποδίδει δίγαμμα, άρα ο όρος είναι μη αττικο-ιωνικός *worsm.n- > *wrosan- > *wruhan- > *wruan-). Στην αρχαία Ήπειρο και Μακεδονία (Πελαγονία) έχουμε και το κοινό τοπωνύμιο Βρυάνιον που μάλλον σημαίνει ~ «ύψωμα» ~ «ακρόπολις» όπως τα ρίον και βρία. Επίσης, το όρος Βέρμιον στην Μακεδονία μπορεί να προέρχεται από την ίδια ρίζα όπως το ινδικό varsman = «όρος, ύψωμα». Τέλος, οι Mallory & Adams εξάγουν από την ίδια ρίζα το ἕρμα με αρχική σημασία «μύτη, κορυφή», το οποίο αργότερα απέκτησε την θαλασσινή σημασία «ύφαλος που υψώνεται επικίνδυνα προς την επιφάνεια».

wers wrion

Το επίθημα -δίζα επίσης έχει βέβαιη ετυμολογία. Σημαίνει «περιτοιχισμένος οικισμός» και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *dheig’h- «κτίζω, ανεγείρω» που έχει δώσει τα ελληνικά τεῖχος και τοῖχος, αλλά και το περσικό pari-daiza «περιφραγμένος κήπος των Περσών αριστοκρατών» το οποίο εισήλθε στην ελληνική σαν … Παράδεισος !!! Το λατινικό figura προέρχεται από την ίδια ρίζα, όπως και το ρήμα fingere = «πλάθω». Επειδή η αναμενόμενη λατινική μορφή έπρεπε να ήταν **fihura (~ *weg’h– > vehere, vehiculum) έχει προταθεί ότι η λέξη figura είναι φαλισκιανό δάνειο στην λατινική, επειδή η συγκεκριμένη γλώσσα τρέπει κανονικά το *gh>g σε μεσοφωνηεντική θέση. Το θρακικό «ζ» στο –δίζα δείχνει σατεμοποίηση (όπως το περσικό -daiza). Αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε είναι εάν το -δίζα προέρχεται από την πλήρη βαθμό *-dheig’h-a με τροπή της διφθόγγου *ei>i όπως στην λατινική, αλβανική και στην σλαβική ή αν προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *-dhig’h-a.

Το αρχαίο όνομα Σκόμβρος του σημερινού όρους Vitosha που αναφέρει ο Θουκυδίδης σαν τριεθνικό σημείο όπου οι Θράκες συναντούσαν τους Παίονες στα δυτικά και τους Τριβαλλούς στα βορειοδυτικά μάλλον αποδίδει το θρακικό *skumbros και προέρχεται από την ρίζα *(s)keumbh- που έχει δώσει και το αγγλικό hump = «καρούμπαλο, ύψωμα». Το παράλιο βουνό πάνω στο οποίο χτίστηκε η Ραιδεστός είχε το αρχαίο όνομα Κόμβος, το οποίο μπορεί να είναι interpretatio graeca ενός ορωνυμίου σαν το *skumbros ~ Σκόμβρος (λ.χ. θρακ. *(S)Kumba).

Το όνομα του ποταμού Αξιού είναι επίσης θρακικής καταγωγής. Όπως είπαμε, ο ποταμός σύμφωνα με τον Εκαταίο τον Μιλήσιο σχημάτιζε το δυτικό σύνορο της Θράκης. Το όνομα έχει εξηγηθεί σαν *n.-ksey– «μη φωτεινός/διαυγής» > «θολός, σκοτεινός». Η ίδια ρίζα έχει δώσει και το Θρακο-Μυσικό όνομα Αξιόπα της σημερινής Cernavodă (σλαβιστί «Mαυρονέρι»). Το αρχαίο όνομα αποδίδει το θρακο-μυσικό *Axi-upa με την ίδια σημασία. Τέλος, η συνήθεια να λέμε τον «Εύξεινο Πόντο» και «Μαύρη Θάλασσα» φαίνεται να είναι αρχαιότατη. Το όνομα «Εύξεινος» ήταν ευφημισμός του παλαιότερου «Ἄξεινος». Ενώ η λέξη άξεινος σημαίνει «αφιλόξενος», οι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι πρόκειται για interpretatio graeca του θρακο-ιρανικού όρου axšaēna = «μαύρος».

n.ksei

Η Θρακική γλώσσα, όπως και ο γερμανικός και βαλτο-σλαβικός κλάδος (πλην της λιθουανικής γλώσσας που αμφιταλαντεύεται) εμφανίζει την επένθεση *sr>str στο όνομα των ποταμών Ἴστρος και Στρυμών. Το πρώτο όνομα προκύπτει από την ρίζα *ish1ros «ισχυρός» που έδωσε το ελληνικό ἱερός (iheros > hieros με μετατόπιση της δασείας σε αρκτική θέση) και ίσως και το αγγλικό iron = σίδηρος («ισχυρό~ιερό μέταλλο»). Στην θρακική η εξέλιξη ήταν *ish1ros > *isros > Istros. O Στρῡμών (<*sru-men-, με μη αναμενόμενο μακρό /ῡ/) προέρχεται από την ρίζα *srew- «ρέω» που έδωσε τα ελληνικά ρεῦμα (<*sreu-mn.) και ρύαξ (<*sru-h2k-s), το αλβανικό rrymë (< *sru-ma, με μη αναμενόμενο μακρό /ῡ/), το λιθουανικό srove, το αγγλικό stream (<*straumaz) και to σλαβικό ostrov = «νησί» («μεταξύ δύο ποταμών»).

Resos Istros Strymon

Το θρακικό τοπωνύμιο Αἰζική φαίνεται να περιέχει την θρακική λέξη *aiza «αίγα,γίδα» από την ΙΕ ρίζα *h2eig’-. To θρακικό τοπωνύμιο Δάτος στο Πάγγαιον ίσως σημαίνει «χωριό» εάν σχετίζεται με το αλβανικό dhatë «χωριό» το οποίο προέρχεται από το IE *dhh1-to- όπως το ελληνικό *dhh1-tis > θέσις (η ρίζα *dhh1- είναι ο μηδενικός βαθμός της *dheh1– τίθημι, ανάθημα κλπ). To αρκτικό αλβανικό *dh>d>δ («dh») δείχνει ότι ίσως να υπήρχε ένα προθεματικό φωνήεν που χάθηκε (λ.χ. *h1dunta > *edunta > dhunë ~ ὀδύνη). Το δακο-μυσικό τοπωνυμικό επίθημα -deva προέρχεται από την ίδια ρίζα *dheh1- > *dhē-wā > -dēvā/-dāva/-dova.

datos

Πολλά Δακο-Θρακικά τοπωνύμια περιέχουν το μόρφημα Γερμ– όπως η Δακική Γερμισάρα και η γενέτειρα του στρατηγού Βελισάριου Γέρμη/Γερμά(ν)νη. Η τελευταία σήμερα λέγεται Sapareva Banya και βρίσκεται σε μέρος με ξακουστές θερμές πηγές. Αυτό οδήγησε τους γλωσσολόγους να συνδέσουν το θρακικό germ– με τη ρίζα *gwher(m)- που έδωσε τα ελληνικά θέρος, θερμός και τα λατινικά formus και furnus (>φούρνος).

germ

Το θρακικό όνομα της Αδριανουπόλεως Uskudama ίσως σημαίνει «πόλη των υδάτων» αν το θεωρήσουμε διμορφηματικό *usku-dām-, με πρώτο συνθετικό το *ud-sk- «νερό» (λ.χ. κελτικό uisce που έδωσε το whiskey) και δεύτερο συνθετικό το dāma το οποίο μπορεί συγγενεύει με τα ελληνικά δᾶμος/δῆμος. Εναλλακτικά *domh2- > dam-, όπως τα δόμος και δομή. Ο ποταμός Ὄσκιος/Οἶσκος μάλλον προέρχεται από την ίδια ρίζα (*ud-sk-yos).

Για τα ποταμωνύμια Πάνυσος και Τόνζος έχω κάνει ξεχωριστή ανάρτηση.

3) Εθνωνύμια:

Τα ονόματα των θρακικών φύλων είναι επίσης μια πηγή από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε γλωσσολογικές πληροφορίες. Έτσι οι Βέβρυκες περιέχουν την ΙΕ λέξη για τον κάστορα *bhebhrus. Οι Οδρύσαι ήταν σίγουρα οι πιο πολιτικά ανεπτυγμένοι Θράκες. Το κέντρο τους ήταν η περιοχή του Έβρου γύρω από την Αδριανούπολη. Είναι ελκυστικό να συνδέσουμε το όνομά τους με την ρίζα *wodr. «νερό», ιδίως αφού πιο πάνω εξέτασα την πιθανότητα  η πόλη τους Uskudama να σήμαινε «πόλη των υδάτων».

(συνεχίζεται στο μέρος #3)

21 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η Θρακική γλώσσα #1: Προλεγόμενα

Η γλώσσα των αρχαίων Θρακών δυστυχώς δεν έχει καταγραφεί ικανοποιητικά. Εκτός από 2-3 σύντομες επιγραφές που παραμένουν μέχρι σήμερα αμετάφραστες, η γνώση μας για τη γλώσσα αυτή προέρχεται από την γλωσσολογική ανάλυση των θρακικών ανθρωπωνυμίων, τοπωνυμίων, φυλωνυμίων, θεωνυμίων και «γλωσσών» (λήμματα των αρχαίων λεξικογράφων). Μόνο ένα μικρό μέρος του υλικού αυτού μπορεί να ετυμολογηθεί με σχετική σιγουριά. Η γνώση που αποκτούμε από αυτές τις πιο σίγουρες ετυμολογίες είναι ότι πρόκειται για μια σατεμοποιημένη ινδο-ευρωπαϊκή (ΙΕ) γλώσσα. Επομένως η συζήτησή μας πρέπει να ξεκινήσει από τον ορισμό του ισόγλωσσου centum-satem.

H μητρική ΠΙΕ γλώσσα είχε τεσσάρων ειδών υπερωικούς φθόγγους. Η άηχη σειρά είχε το απλό κλειστό *k, το ουρανωμένο *k’ και το χειλοϋπερωικό *kw. Στην λέξη «κακιά» (/kak’a/) το πρώτο κάππα είναι απλό και το δεύτερο ουρανωμένο. Η ηχηρή σειρά είχε το απλό κλειστό *g, το δασύ κλειστό *gh, τα ουρανωμένα ανάλογά τους (*g’,g’h) και τα χειλοϋπερωικά *gw και *gwh. Έτσι έχουμε:

άηχη σειρά: *{k,k’,kw}    και

ηχηρή σειρά *{g,g’,gh,g’h,gw,gwh}

Από ένα σημείο και μετά οι θυγατρικοί κλάδοι της ΠΙΕ άρχισαν να απλοποιούν το υπερωικό τους σύστημα. Οι γλώσσες που ονομάζουμε centum συγχώνευσαν τα απλά με τα ουρανωμένα σε απλά, ενώ οι γλώσσες τύπου satem συγχώνευσαν τα απλά με τα χειλοϋπερωικά σε απλά και συριστικοποίησαν τα ουρανωμένα (*k’>s και *g’,g’h > z). Έτσι το υπερωικό σύστημα των γλωσσών centum απλοποιήθηκε σε:

άηχη σειρά: *{k,kw}

ηχηρή σειρά: *{g,gh,gw,gwh}

ενώ το υπερωικό σύστημα των γλωσσών satem απλοποιήθηκε σε *{k,g} και προέκυψαν οι νέοι συριστικοί φθόγγοι *{s,z}.

Τα ονόματα centum και satem προέκυψαν από τη λατινική και την αρχαία περσική λέξη για «εκατό». Η αποκατεστημένη ΠΙΕ μορφή είναι *k’m.tom το οποίο έγινε ἑκατόν στα ελληνικά, centum στα λατινικά, hundred στα αγγλικά ενώ έγινε satəm στην αρχαία περσική, šimtas στα λιθουανικά και sŭto στην παλαιοσλαβωνική (το οποίο ,όπως έχει παρατηρηθεί, έχει ανώμαλο φωνηεντισμό μιας και η αναμενώμενη μορφή είναι **sęto/sǫto και γι΄αυτό μερικοί γλωσσολόγοι το θεωρούν σκυθικό/ιρανικό δάνειο στην πρωτο-σλαβική).

Όταν εξετάζουμε τα ψίχουλα των παλαιοβαλκανικών γλωσσών προσπαθώντας να καταλάβουμε εάν ήταν centum ή satem πρέπει να λάβουμε υπόψη δύο επικουρικά συμπεράσματα:

1) Η συριστικοποίηση πρέπει να παρατηρηθεί πριν από οπίσθια φωνήεντα (a,o), γιατί πριν από εμπρόσθια φωνήεντα (e,i) η συριστικοποίηση μπορεί να είναι δευτερογενής και άσχετη με τη σατεμοποίηση. Λ.χ. το λατινικό cancellus εισήλθε νωρίς στα ελληνικά σαν κάγκελον πριν την υστερολατινική προστριβοποίηση που οδήγησε στο ιταλικό cancello (/kanello/), ενώ το αγγλικό cancel (/kansel/) προέρχεται από τη γαλλική στην οποία το προστριβόμενο είχε ήδη συριστικοποιηθεί (-ke->-tše->-se-). Και στις τρεις περιπτώσεις όμως το αρκτικό κάππα που βρίσκεται πριν από το οπίσθιο /a/ διατήρησε την κλειστότητά του (μόνο στην σύγχρονη γαλλική συριστικοποιήθηκε και σε αυτή την θέση λ.χ. chanceler).

2) Η απόδειξη χειλικής εξέλιξης των χειλοϋπερωικών είναι απόδειξη κατάταξης στην ομάδα centum. Επειδή στην ομάδα centum, οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι έμειναν ανεξάρτητοι, σε πολλές περιπτώσεις εξελίχθηκαν σε χειλικούς φθόγγους: έτσι το *gwous έγινε βοῦς στήν ελληνική, bōs στην λατινική και bo στην (κελτική) ιρλανδική. Οι γλώσσες τύπου satem δεν εμφανίζουν ποτέ αυτήν την τροπή, επειδή όπως είπαμε συγχώνευσαν τα  χειλοϋπερωικά με τα απλά υπερωικά.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην αρχαία θρακική γλώσσα. Η γλώσσα αυτή ανήκε σε ένα ευρύτερο Δακο-Θρακικό συνεχές το οποίο εμφάνιζε έναν Θρακικό πόλο στα νοτιοανατολικά και έναν Δακο-Μυσικό πόλο στα βορειοδυτικά. Αν και οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ότι όλο αυτό το συνεχές μιλούσε την ίδια «θρακική» γλώσσα, οι γλωσσολόγοι σήμερα πιστεύουν ότι υπήρχαν δύο διαφορετικά (Δακο-Μυσική και Θρακική) αλλά συγγενικά γλωσσικά συστήματα. Ο Θρακικός πόλος χαρακτηρίζεται τοπωνυμικά από τα επιθήματα -bria (Σηλυμβρία, Πολτυμβρία, Μεσημβρία), –diza και -para, ενώ ο Δακο-Μυσικός από τα επιθήματα -deva/-dava/-dova (λ.χ. το σημερινό βουλγαρικό όνομα της Φιλιππουπόλεως Plovdiv προέρχεται από την θρακική μετάφραση Pulpudeva του ελληνικού όρου). Οι δύο τοπωνυμικές κατηγορίες εμφανίζουν σημαντική αλληλοεπικάλυψη. Έτσι το τοπωνύμιο Dardapara εμφανίζεται στην Δαρδανική ΝΑ Σερβία μαζί με τα δυτικότερα  Thermidava και Quemedava, ενώ στην περιοχή του σημερινού Kratovo το τοπωνύμιο Tranupara εμφανίζεται δίπλα στο Itadeva.

bria para diza

Οι Θράκες εμφανίζονται ήδη στην Ιλιάδα (γραμμένη ~ 750 π.χ.) σαν σύμμαχοι των Τρώων, όπου οι δυτικότεροι αυτών εμφανίζονται να κατοικούν την περιοχή της μετέπειτα μακεδονικής Μυγδονίας. Περί το 520 π.Χ. ο γεωγράφος Εκαταίος ο Μιλήσιος θεωρεί τον ποταμό Αξιό σαν το δυτικό όριο της Θράκης.

Έτσι στην ραψωδία 14 της Ιλιάδας, που φέρει τον τίτλο «Διός ἀπάτη» όταν η Ήρα ξεκινάει από τον Όλυμπο για να ξελογιάσει και να κοιμίσει τον Δία που βρίσκεται στο όρος Ίδα της Τρωάδος ακολουθεί την παρακάτω διαδρομή:

[Ιλιάς, 14.224-31]

Ἥρη δ᾽ ἀΐξασα λίπεν ῥίον Οὐλύμποιο,
Πιερίην δ᾽ ἐπιβᾶσα καὶ Ἠμαθίην ἐρατεινὴν
σεύατ᾽ ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν ὄρεα νιφόεντα
ἀκροτάτας κορυφάς: οὐδὲ χθόνα μάρπτε ποδοῖιν:
ἐξ Ἀθόω δ᾽ ἐπὶ πόντον ἐβήσετο κυμαίνοντα,
Λῆμνον δ᾽ εἰσαφίκανε πόλιν θείοιο Θόαντος.
ἔνθ᾽ Ὕπνῳ ξύμβλητο κασιγνήτῳ Θανάτοιο,

Δηλαδή, έφυγε από την κορυφή του Ολύμπου, πέρασε από την Πιερία και την «ἐρατεινή» Ημαθία, στη συνέχεια πέρασε πάνω από τις υψηλές κορυφές των χιονισμένων βουνών των Θρακών που εκτρέφουν άλογα , χωρίς τα πόδια της να τις ακουμπήσουν, και από την χερσόνησο του Άθωνος πέρασε στην κυματώδη θάλασσα και βρέθηκε στη Λήμνο.

Στο άλλο [ανατολικό] άκρο του Θρακικού συνεχούς, ο Όμηρος αναφέρει σαν βαλκανικούς συμμάχους των Τρώων τους Θράκες που κατοικούν στα παράλια του Ελλησπόντου, μαζί με τους Κίκωνες και τους Παίονες που κατοικούν στην Ανατολική όχθη του Αξιού.

[Ιλιάς, 2.844-50]

αὐτὰρ Θρήϊκας ἦγ᾽ Ἀκάμας καὶ Πείροος ἥρως

ὅσσους Ἑλλήσποντος ἀγάρροος ἐντὸς ἐέργει.

Εὔφημος δ᾽ ἀρχὸς Κικόνων ἦν αἰχμητάων

υἱὸς Τροιζήνοιο διοτρεφέος Κεάδαο.

αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους

τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,

Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.

Το ότι οι Παίονες εμφανίζονται σαν μη Θρακικός λαός δεν μας εκπλήσσει. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τίποτε για την Παιονική γλώσσα και οι μόνες πληροφορίες που έχουμε γι΄αυτούς από την αρχαία γραμματεία είναι ότι αναφέρονται σαν ένας «βάρβαρος» (μη ελληνικός) λαός που διακρίνεται τόσο από τους Θράκες όσο και από τους Ιλλυριούς με μερικούς μύθους να τους συνδέουν με τους Φρύγες. Από την άλλη, το γιατί οι μυθικοί Κίκωνες αναφέρονται χωριστά από τους Θράκες δεν το γνωρίζουμε διότι το φύλο αυτό δεν υπήρχε κατά την κλασική περίοδο. Πάντως, οι περιγραφές τόσο του Ηροδότου όσο και του Θουκυδίδη δείχνουν ότι η δυτικότερη Θράκη του Εκαταίου (η περιοχή μεταξύ του Αξιού και του Νέστου που αργότερα έγινε ανατολική Μακεδονία) ήταν μια «μακεδονική σαλάτα» κατοικούμενη από Θρακικά, Παιονικά, «Πελασγικά» και Φρυγικά φύλα.

Κάποια θρακικά φύλα διέσχισαν τον Ελλήσποντο (κατά πάσα πιθανότητα μαζί με τους Φρύγες , οι οποίοι με πολλαπλά κύματα μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία κατά την περίοδο μεταξύ του 11ου και του 9ου π.Χ. αιώνα) και εγκαταστάθηκαν στην ΒΔ Μικρά Ασία, όπου συναντούμε τους Βιθυνούς και τους Μυσούς κατά την κλασική περίοδο, αλλά και τους Δαρδανούς που άφησαν το όνομά τους στα Δαρδανέλια. Αν και οι Τρώες της εποχής του «Τρωικού πολέμου» [Wilusa, 13ος π.Χ. αι.] ήταν κατά πάσα πιθανότητα λουβιανόφωνοι όπως και οι λοιποί λαοί Arzawa, το γεγονός ότι ήδη στην Ιλιάδα, που γράφθηκε 500 χρόνια αργότερα περί το 750 π.Χ., ο όρος «Δαρδανός»  θεωρείται πρακτικά συνώνυμος του όρου «Τρώας», δείχνει ότι οι ραψωδοί είχαν επηρεαστεί από την σύγχρονή τους δημογραφική κατάσταση (η τοποθέτηση των Φρυγών και των Μυσών στην Μικρά Ασία είναι ένα άλλο αναχρονιστικό στοιχείο της Ιλιάδος).

Αλλά ας επιστρέψουμε στους Ομηρικούς Θράκες. Όταν ο Οδυσσέας και ο Διομήδης πάνε ένα βράδυ να κατασκοπεύσουν το στρατόπεδο των «Τρώων τὲ καὶ ἐπικούρων» εισέρχονται σε αυτό από τη μεριά που κοιμάται μια νεοφερμένη φουρνιά Θρακών των οποίων αρχηγός ήταν ο Ῥῆσος. Αφού τους έσφαξαν ενώ κοιμόταν, ο Οδυσσέας και ο Διομήδης έκλεψαν τα άσπρα άλογα του Ρῆσου. Ο τόπος καταγωγής αυτών των Θρακών δεν μας δίδεται, αλλά το όνομα του πατέρα του Ρήσου Ἠιονεύς προέρχεται από την λέξη ἠιών = ακτή, όχθη και μπορεί να προέκυψε από συσχέτιση με την ερετριακή αποικία Ἠιών  στο δέλτα του Στρυμόνα. Κατά την κλασική εποχή, ο Ρήσος λατρεύεται σαν τοπικός ήρωας σε εκείνα τα μέρη. Επίσης, μία από τις πολλές γυναίκες του πολύγαμου Πριάμου ήταν η Καστιάνειρα από την Αἰσύμη, η οποία συνήθως ταυτίζεται με την Θρακική Οἰσύμη της κλασικής περιόδου, που βρισκόταν στην ακτή του Παγγαίου. Στον στίχο [23.230] της Ιλιάδος απαντάται και ό όρος «Θρηϊκιος πόντος» για το Θρακικό πέλαγος (~ το μέρος του Αιγαίου βορείως της Λήμνου).

οἳ δ᾽ἄνεμοι πάλιν αὖτις ἔβαν οἶκον δὲ νέεσθαι
Θρηΐκιον κατὰ πόντον: ὃ δ ᾽ἔστενεν οἴδματι θύων.
Πηλεΐδης δ᾽ἀπὸ πυρκαϊῆς ἑτέρωσε λιασθεὶς

Σχετικά με την ετυμολογία του εθνωνυμίου Θρᾷκες, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι μάλλον πρόκειται για ελληνικό εξωνύμιο, το οποίο οι ίδιοι οι Θράκες μάλλον δεν χρησιμοποιούσαν στην γλώσσα τους. Στα λατινικά, ο όρος Bessus (~ «Βησσός/Βέσσος) από ένα σημείο και μετά χρησιμοποιείται για όλους τους Θράκες και ο όρος lingua Bessica χρησιμοποιείται για να περιγράψει την γλώσσα των αρχαίων Θρακών που συνέχιζε να ομιλείται κατά την ύστερη αρχαιότητα. O Jeremy McInerney στις σελίδες 130-132 του αξιέπαινου βιβλίου του “The Folds of Parnassos: Land and Ethnicity in Ancient Phokis” (Texas University Press, 1999) αφού παρουσιάζει όλες τις αναφορές σε μυθικούς «Θράκες» που κάποτε κατοικούσαν στον Παρνασσό και σε άλλα μέρη της κεντρικής Ελλάδος επιχειρεί την εξής ετυμολογία του ονόματος Θράκες:

σελίδες 131-132

… they [Thrakians] were associated with mountains and the wilds. This intepretation becomes even more plausible if the name of the Thrakians is derived from the root τραχ-; they are “the rough ones”, and the “people of the rough places.” […] The term Thrakian arose as a description of the Highlanders of Helikon, Parnassos, and southern Macedon. The citizens of Abai and Daulis were no more descended from the Thrakians of the Danube than they were from the Argives. Rather, the tradition that made them Thrakian was a distorted memory of their origins as mountain herders before they settled in the Archaic period.

Δηλαδή, σύμφωνα με τον McInerney, o όρος «Θρᾷξ» περιέχει την ρίζα θρακ- (απίθανο γιατί η ρίζα είναι θρᾱ-ικ-) που είναι  η εναλλακτική εκδοχή της ρίζας τραχ- που προκύπτει από την εφαρμογή του νόμου του Grassmann πάνω στην αρχική ρίζα θραχ- (λ.χ. ρίζα θριχ- > ἡ θρῖξ, τῆς τριχός, Πετθαλοί ~ Φετταλοί, φάτνη ~ πάθνη > παχνί κλπ) και, κατά συνέπεια, οι «Θράκες» είναι αυτοί «με τους τραχείς τρόπους» , « που κατοικούς σε τραχείς τόπους». Πριν αποκτήσει την ειδική εθνική σημασία σαν εξωνύμιο για τον λαό της ανατολικής Βαλκανικής ο όρος χρησιμοποιούνταν και για τα ελληνόφωνα ορεσίβια και ποιμενικά φύλα του ελλαδικού χώρου και αυτό δημιούργησε τους μύθους σύμφωνα με τους οποίους «Θράκες» κάποτε κατοικούσαν σε μέρη όπως ο Παρνασσός.

Αν και δέχομαι την άποψη του McInerney ότι ο όρος «Θρᾷξ» είχε κάποτε γενικότερη σημασία, ωστόσο πρέπει να πω ότι διαφωνώ με την προτεινόμενη ετυμολογία. Το γεγονός ότι σχεδόν πάντα ο όρος εμφανίζεται με δίφθογγο (Θρᾷξ, Θρῇξ, Θρᾷκη, Θρῇκη) δείχνει ότι η αρχική ρίζα πρέπει να ήταν κάτι σαν *θρᾱ-ικ- ίσως με ένα δίγαμμα ή σίγμα ανάμεσα το οποίο εξαφανίστηκε [*θρασ-ικ-, *θραϝ-ικ-;] και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να σχετίζεται με την λέξη τραχύς. Πιθανόν ο όρος να ταυτίζεται με το όνομα του ανέμου Θρασκίας ~ Θρᾳκίας, αλλά δεν μπορώ να πω εάν οι Θράκες ήταν αρχικά «οι βόρειοι» ~ «αυτοί που κατοικούν στα μέρη απ΄όπου φυσά ο βόρειος άνεμος» ή αν ο Θρᾳκίας είναι ο άνεμος που έρχεται από τους «βόρειους» Θρᾷκες.

Είπα παραπάνω ότι για τους αρχαίους συγγραφείς ολόκληρο το Δακο-Θρακικό συνεχές θεωρούνταν «ομόγλωσσο» και «ομόφυλο». Ἐτσι ο Ηρόδοτος πίστευε ότι οι Θράκες ήταν ο δεύτερος πιο πολυπληθής λαός του κόσμου μετά τους Ινδούς και εάν μπορούσαν να ενωθούν πολιτικά θα γίνονταν ακαταμάχητοι:

[5.3] [1] Θρηίκων δὲ ἔθνος μέγιστον ἐστι μετά γε Ἰνδοὺς πάντων ἀνθρώπων· εἰ δὲ ὑπ᾽ ἑνὸς ἄρχοιτο ἢ φρονέοι κατὰ τὠυτό, ἄμαχόν τ᾽ ἂν εἴη καὶ πολλῷ κράτιστον πάντων ἐθνέων κατὰ γνώμην τὴν ἐμήν. ἀλλὰ γὰρ τοῦτο ἄπορόν σφι καὶ ἀμήχανον μή κοτε ἐγγένηται, εἰσὶ δὴ κατὰ τοῦτο ἀσθενέες. [2] οὐνόματα δ᾽ ἔχουσι πολλὰ κατὰ χώρας ἕκαστοι, νόμοισι δὲ οὗτοι παραπλησίοισι πάντες χρέωνται κατὰ πάντα, πλὴν Γετέων καὶ Τραυσῶν καὶ τῶν κατύπερθε Κρηστωναίων οἰκεόντων.

Ο Στράβων, από την άλλη, πίστευε σε μια διπλή γλωσσική εξίσωση α=β=γ όταν γράφει ότι οι Δάκες ήταν ομόγλωσσοι των Γετών και οι Γέτες ήταν ομόγλωσσοι των Θρακών:

 [7.3.10] ἔτι γὰρ ἐφ᾽ ἡμῶν Αἴλιος Κάτος μετῴκισεν ἐκ τῆς περαίας τοῦ Ἴστρου πέντε μυριάδας σωμάτων παρὰ τῶν Γετῶν, ὁμογλώττου τοῖς Θρᾳξὶν ἔθνους, εἰς τὴν Θρᾴκην

[7.3.13] ῥεῖ δὲ δι᾽ αὐτῶν Μάρισος ποταμὸς εἰς τὸν Δανούιον, ᾧ τὰς παρασκευὰς ἀνεκόμιζον οἱ Ῥωμαῖοι τὰς πρὸς τὸν πόλεμον: καὶ γὰρ τοῦ ποταμοῦ τὰ μὲν ἄνω καὶ πρὸς ταῖς πηγαῖς μέρη μέχρι τῶν καταρακτῶν Δανούιον προσηγόρευον, ἃ μάλιστα διὰ τῶν Δακῶν φέρεται, τὰ δὲ κάτω μέχρι τοῦ Πόντου τὰ παρὰ τοὺς Γέτας καλοῦσιν Ἴστρον: ὁμόγλωττοι δ᾽ εἰσὶν οἱ Δακοὶ τοῖς Γέταις. παρὰ μὲν οὖν τοῖς Ἕλλησιν οἱ Γέται γνωρίζονται μᾶλλον διὰ τὸ συνεχεῖς τὰς μεταναστάσεις ἐφ᾽ ἑκάτερα τοῦ Ἴστρου ποιεῖσθαι καὶ τοῖς Μοισοῖς ἀναμεμῖχθαι: καὶ τὸ τῶν Τριβαλλῶν δ᾽ ἔθνος, Θρᾳκικὸν ὄν, τὸ αὐτὸ πέπονθε τοῦτο.

Όπως είπα, οι γλωσσολόγοι σήμερα δεν συμμερίζονται αυτήν την πεποίθηση ομογλωσσίας των αρχαίων συγγραφών. Η γλωσσολογική ανάλυση δείχνει ότι ο Δακο-Μυσικός πόλος εμφανίζει ορισμένες φωνολογικές διαφορές από τον Θρακικό. Το πιο πιθανό είναι ότι η αίσθηση των αρχαίων συγγραφέων περί μίας και ενιαίας «θρακικής» γλώσσας ήταν ανάλογη με την αίσθηση των Βυζαντινών περί μίας και ενιαίας «φραγκικής» γλώσσας γι΄αυτό που σήμερα ονομάζουμε λατινογενείς γλώσσες (ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κλπ). Ο ασφαλέστερος τρόπος για να διαβάσουμε αυτή την δακο-θρακική ομογλωσσία είναι να θεωρήσουμε ότι κουτσά-στραβά ένας Θράκας μπορούσε να συνεννοηθεί με έναν Δάκα όπως ένας Ιταλός σήμερα μπορεί κουτσά-στραβά να συννενοηθεί με έναν Ισπανό ή ένας Σέρβος μπορεί κουτά στραβά να συννενοηθεί με έναν Τσέχο.

Πάντως, ο Ξενοφών ξεκαθαρίζει ότι χρησιμοποίησε έναν διερμηνέα για να μιλήσει με τον Θράκα βασιλιά Σεύθη:

[Ανάβασις, 7.2.19] ἐπεὶ δὲ ᾔσθετο, προπέμπει τὸν ἑρμηνέα ὃν ἐτύγχανεν ἔχων, καὶ εἰπεῖν κελεύει Σεύθῃ ὅτι Ξενοφῶν πάρεστι βουλόμενος συγγενέσθαι αὐτῷ. οἱ δὲ ἤροντο εἰ ὁ Ἀθηναῖος ὁ ἀπὸ τοῦ στρατεύματος.

[Ανάβασις, 7.3.25] σχολάζει γὰρ ἤδη, ἐγὼ δὲ οὐδέπω. ἀκούσας Σεύθης τὴν φωνὴν ἠρώτα τὸν οἰνοχόον τί λέγει. ὁ δὲ οἰνοχόος εἶπεν: ἑλληνίζειν γὰρ ἠπίστατο. ἐνταῦθα μὲν δὴ γέλως ἐγένετο.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο «θρᾳκίζειν» για το «μιλάω θρακικά» και το επίρρημα «θρᾳκιστί» για το «στα θρακικά», όπως λ.χ. ο Στράβων γράφει ότι:

[7.6.1] εἶτα Μεσημβρία Μεγαρέων ἄποικος, πρότερον δὲ Μενεβρία, οἷον Μένα πόλις, τοῦ κτίσαντος Μένα καλουμένου, τῆς δὲ πόλεως βρίας καλουμένης θρᾳκιστί: ὡς καὶ ἡ τοῦ Σήλυος πόλις Σηλυμβρία προσηγόρευται, ἥ τε Αἶνος Πολτυμβρία ποτὲ ὠνομάζετο.

«βρία» είναι η πόλις «θρᾳκιστί».

Το μέχρι πότε επιβίωσε η Θρακική γλώσσα δεν μας είναι ξεκάθαρο. Ο θρακικός πόλος του Δακο-θρακικού συνεχούς βρίσκεται νοτίως της γραμμής του Jireček και, κατά συνέπεια, ο εξελληνισμός ήταν ο κανόνας στα αστικά κέντρα. Επί της γραμμής, ο εκλατινισμός ήταν ισόβαθμος του εξελληνισμού, ενώ τα απομονωμένα στα βουνά θρακικά φύλα όπως οι Βέσσοι κατάφεραν να διατηρήσουν τη γλώσσα τους μέχρι την περίοδο του σλαβικού εποικισμού. Έχει ενδιαφέρον ότι το βουλγαρικό όνομα της Φιλιππουπόλεως Plovdiv προέρχεται από το θρακικό Pulpudeva, δηλαδή από την θρακική μετάφραση του ελληνικού Φιλιππούπολις.

Το 570 μ.Χ. ο Αντωνίνος Πλακέντιος αναφέρει ότι η «Βεσσική» γλώσσα ακόμα ομιλιόταν από μοναχούς που ζούσαν σε μοναστήρια του όρους Σινά.

Μετά από αυτήν την γενική εισαγωγή μπορούμε να περάσουμε στην γλωσσολογική μελέτη της Θρακικής γλώσσας.

(συνέχεια στο μέρος #2)

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα