Tag Archives: Ζεύς

Ο Ζινοβαστηνός Ζεύς και το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς

Στη σημερινή ανάρτηση θα ξεκινήσω με την ετυμολογική περιγραφή του επιθέτου Ζινοβαστηνός (Ζεύς) = «(ο Δίας) που λατρέυεται στην *Ζινοβάστα» και με την ευκαιρία θα σχολιάσω το συχνότατο θρακικό ανθρπωνύμιο Βῖθυς. Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η ΙΕ ρίζα *mei- «πράος, άκακος»: Ο Παντελής Ζερβός και ο Μειλίχιος Ζεύς

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι οι απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος». Το θέμα προέκυψε σαν απροσδόκητα ευχάριστη έκπληξη από τη συζήτηση που έχουμε τις τελευταίες ημέρες για τα ακαταλαβίστικα λόγια του αείμνηστου Παντελή Ζερβού στην ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή».

Η συζήτηση ξεκίνησε όταν ο σχολιαστής Νίκος με ρώτησε αν καταλάβαινα τι λέει ο Ζερβός στα τελευταία τρία δευτερόλεπτα της παρακάτω σκηνής:

(Επειδή παρατήρησα ότι το βίντεο μερικές φορές κολλάει στην επανάληψη, αν θέλετε να το ξανακούσετε και τύχει να κολλήσει πατήστε  F5 για ανανέωση της σελίδας).

Παρόλου που δεν καταλάβαινα τα λόγια του Ζερβού, επειδή επαναλαμβάνεται συχνά ο όρος «μίρι» και το θέμα της συζήτησης είναι αν είναι καλός ο γιατρός, υποψιάστηκα ότι μπορεί να μιλάει Αρβανίτικα (mirë = «καλός»).

Χθες, ο σχολιαστής Ερεβεννός επιβεβαίωσε την υποψία μου και μας εξήγησε ότι ο Ζερβός λέει στα Αρβανίτικα λίγο πολύ (μεταφέρω τα λόγια του Ερεβεννού):

Γεια σου Σμερδαλέε και Νίκο,

Με τα λίγα αρβανίτικα που ξέρω ( Θεός σχωρέστους τους παππούδες μου) νομίζω πως μπορώ να βοηθήσω:
Ο χωρικός ,μόλις λέει ο Ζερβός ότι ο γιατρός είναι καλός για αγελάδες,ρωτάει : ε άι μιρ ; ( και αυτός (είναι) καλός) ;
Tην πρώτη λέξη που λέει ο Ζερβός δεν την καταλαβαίνω (αν και πρέπει να είναι ερωτηματική) ,συνεχίζει όμως λέγοντας : κουσουρί ε παρë καμ (τον έχω μακρινό ξάδελφο), μος γιε μιρ (το μος σημαινει δεν,μην αλλά κρίνοντας από το υφος του Ζερβού πρεπει να σημαινει κάτι σαν “πώς να μην ειναι καλός”)
Στην αρχή της ταινιάς, καπου στο 10:00 – 11:00 οι πρωταγωνιστές συστήνονται και καταλήγουν στο συμπέρασμα πως είναι μακρινα ξαδελφια.

Αν και νομίζω ότι το kushëri i parë πρέπει να σημαίνει «πρώτος ξάδελφος».

Λοιπόν, πριν περάσω στο κυρίως θέμα της ανάρτησης, θα περιγράψω ετυμολογικά τους όρους που ακούγουνται.

mirë = «καλός» (η απώτερη ΙΕ ετυμολογία του όρου θα εξηγηθεί παρακάτω, γιατί αυτός ο όρος μου έδωσε την ιδέα για την ανάρτηση).

kushëri = «ξάδελφος», εκ του λατινικού cōnsōbrīnus, όπως το αγγλικό cousin και το βλαχικό/αρουμανικό cusurin[u].

cōnsōbrīnus > *kusowríno > *kusoríno > *kushërínë > kushëri, με:

  1. απλοποίηση του μεσοφωνηνετικού -ns->-s-, όπως και στις ρωμανικές γλώσσες (λ.χ. īnsula > αλβ. ishull, το προαναφερθέν βλαχικό cusurinu και το λατ. mensa > βλαχ.  measã).
  2. απλοποίηση του μεσοφωνηεντικού -br->-vr->-wr->-r- όπως στα λατ. fabrika > farikë > αλβ. farkë και λατ. Februārius > Fëwruorjë > αλβ. Fror ~ Fruer (το ίδιο και στο βλαχικό cusurinu, ενώ το ρουμανικό urar δείχνει το ενδιάμεσο στάδιο –wr-)
  3. απώλεια του μετατονικού /n/ της τελευταίας συλλαβής (λ.χ. λατ. frēnum > frénu > αλβ. fre)

parë = «πρώτος» (< IE *porh3-wos ~ *pr.h3-wos > OCS prĭvŭ = «πρώτος»)

kam = «έχω» (< PAlb *kap-mi, ΙΕ αθεματικό ρήμα σε -mi -λ.χ. φημί, ἵστημι κλπ- της ρηματικής ρίζας *keh2p- «πιάνω» που έδωσε το ελληνικό κάπτω > χάφτω, το λατινικό capiō και το αγγλικό have = «έχω»)

mos = «μη, δεν» (< PAlb. *mētše < ΙΕ *mē-kwe > ελληνικό μήτε , με ē>ā>ο, όπως λ.χ. στο *plēta > plo και *kwe > tše > s(ë), όπως λ.χ. στο *penkwe > *pentše > pesë)

Παραθέτω, την ετυμολογική περιγραφή των παραπάνω όρων από το λεξικό του Vladimir Orel (AED). Κάντε κλικ πάνω στις εικόνες για να μεγεθυνθούν.

mos

mei

Και ερχόμαστε, επιτέλους, στην ΙΕ ρίζα *mei- «ήπιος, άκακος», από την οποία προέρχεται το αλβανικό επίθετο *mei-ros > mirë = «καλός» (με *ei>ī>i, όπως στο *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ PAlb *dzeimena > αλβ. (τοσκ) dimër).

Ο Orel εύκολα εντόπισε τους βαλτοσλαβικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *mei- «ήπιος, άκακος», αλλά του ξέφυγαν ορισμένοι διάσημοι ελληνικοί απόγονοι της ρίζας.

*mei-ros > PSlv/OCS mirŭ = «ειρήνη» και *mei-los > PSlv/OCS milŭ = «ευχάριστος, αγαπητός, συμπαθητικός» (*ei>ī>i και στον σλαβικό κλάδο, λ.χ. *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ Pslv/OCS zima)

Ο ρωσικός διαστημικός Μιρ σημαίνει «Ειρήνη», ενώ το σλαβικό θηλυκό όνομα L(j)udmila (Λουντμίλα) σημαίνει «αυτή που είναι αγαπητή (mila) στον κόσμο (ljudi)» (~ Δημοφίλη ~ Λαοφίλη).

Δύο δημοφιλή ονόματα που προέρχονται από την σλαβική «ειρήνη» είναι τα Mirko και Miroslav (~ Εἰρηνοκλῆς), ενώ ένα δημοφιλές σλαβικό όνομα που προέρχεται από το επίθετο milŭ είναι το Milan (milŭ = dragŭ > Milan = Dragan).

mir

Οι ελληνικοί απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος» που διέφυγαν από τον Orel είναι παράγωγα του πρωτοελληνικού επιθέτου *mei-los > *μειλός = «πράος, άκακος» (~ OCS milŭ), όπως:

μείλιχος = «πράος, ευγενικός»

μειλίχ-jω > μειλίσσω = «κατευνάζω, φέρομαι ευγενικά»

(τὰ) μείλια = «δώρα κατευνασμού»

μειλίχιος = «πράος, ευγενικός» (αλλά ως επίθετο του Διός «αυτός που κατευνάζεται με μείλια»)

μειλιχίᾱ = «πραότητα»

Η γραφή Μῑλίχιος στις αρχαϊκές αθηναϊκές αφιερωματικές επιγραφές και ο υποτιθέμενος αιολικός τύπος μέλλιχος (< *μίλλιχος) δείχνουν ότι, εκτός από το πρωτοελληνικό επίθετο *mei-los > *μειλός, πρέπει να υπήρχε και το μηδενόβαθμο παράγωγό του *mil-yos > *milʲlʲos > *μίλλος ~ *μῖλος.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Μειλίχιος Δίας συμβολιζόταν είτε με την μορφή όφεως είτε ως ανθρωπόμορφος καθισμένος σε θρόνο που δέχεται τα μείλια από τους αφιερωτές.

Meilichios

Το βιβλίο της Jennifer Larson “Ancient Greek Cults” (Routledge, 2008) έχει ως εξώφυλλο τον οφιόμορφο Μειλίχιο Δία.

Larson

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Ο «πανηγυρτζής» που κρύβεται πίσω από το όνομα «Όμηρος»

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ονομάζονται Ομηρικά Έπη διότι ήδη κατά την Αρχαϊκή Περίοδο είχε διαμορφωθεί η παράδοση ότι αυτά τα Έπη είχαν γραφτεί από έναν και μόνο Ποιητή που ονομαζόταν Ὅμηρος.

Είναι σχετικά εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο «Όμηρος» δεν ήταν ένας, αλλά γενιές ολόκληρες Ραψωδών, δηλαδή ἀοιδών που εμπλούτιζαν και διαιώνιζαν μια επική προφορική παράδοση αιώνων, «ράβοντας» στίχους (ῥάψις, ἀοιδός > ῥαψῳδός). Ο Πίνδαρος χρησιμοποίησε την περίφραση «ῥαπτῶν ἐπέων ἀοιδοί» για τους Ραψωδούς.

Οι μεταγενέστεροι Έλληνες, λοιπόν, θεωρούσαν την Ομηρική/Επική προφορική παράδοση σαν ένα υφαντό που χρειάστηκε πολλά ραπτικά χέρια για να ολοκληρωθεί. Γιατί όμως έφτασαν να πιστεύουν ότι το υφαντό αυτό το είχε ράψει κάποιος … Ὅμηρος;

Ο Ηράκλειτος, σε ένα από τα διασωθέντα αποσπάσματά του (Β42) λέει:

Ὅμηρος ἄξιος ἐκ τῶν ἀγώνων ἐκβάλλεσθαι καὶ ῥαπίζεσθαι καὶ Ἀρχίλοχος ὁμοίως.

Στον Όμηρο αξίζει/αρμόζει να αποβληθεί από τους αγώνες και να ξυλοφορτωθεί (ῥαπίζω = χτυπάω κάποιον με την ραπίδα = «βέργα»), όπως και στον Αρχιλόχο.

Ο Εφέσιος φιλόσοφος είχε αυτήν την αντίληψη, γιατί πίστευε ότι ο ἡδυεπής «Όμηρος» είχε καταφέρει να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν τα παραμύθια του. Ποιοί είναι όμως οι αγώνες από τους οποίους ο Όμηρος έπρεπε να αποβληθεί;

Ο Ποιητής ως επαγγελματίας εξυμνητής είχε μια ειδική θέση στις ινδοευρωπαϊκές (ΙΕ) κοινωνίες. Από αυτά που μπορούμε να ανασυνθέσουμε για την ΠΙΕ κοινωνία γνωρίζουμε ότι ο *ghosti-potis (= «αφέντης των καλεσμένων»), για να προβληθεί κοινωνικά διοργάνωνε πλουσιοπάροχα γλέντια, αναπόσπαστο μέρος των οποίων ήταν ο Ποιητής που εξυμνούσε τον διοργανωτή. Ο Ποιητής φρόντιζε να απαθανατίσει το όνομα του Άρχοντα και ο δεύτερος φρόντιζε να ανταμείψει πλουσιοπάροχα τον πρώτο.

Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, ο κελτικός όρος βάρδος (< *gwr.H-dhh1-os) κυριολεκτικά σημαίνει «επαινοθέτης».

[Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 246c-d]

Ποσειδώνιος δ᾽ ὁ Ἀπαμεὺς ἐν τῇ κ᾽ καὶ τρίτῃ τῶν ἱστοριῶν ‘Κελτοί,φησί, ‘ περιάγονται μεθ᾽ αὑτῶν καὶ πολεμοῦντες συμβιωτάς, οὓς καλοῦσι παρασίτους, οὗτοι δὲ ἐγκώμια αὐτῶν καὶ πρὸς ἁθρόους λέγουσιν ἀνθρώπους συνεστῶτας καὶ πρὸς ἕκαστον τῶν κατὰ μέρος ἐκείνων ἀκροωμένων. τὰ δὲ ἀκούσματα αὐτῶν εἰσιν οἱ καλούμενοι βάρδοι: ποιηταὶ δὲ οὗτοι τυγχάνουσι μετ᾽ ᾠδῆς ἐπαίνους λέγοντες.’

Δηλαδή ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς μας πληροφορεί ότι οι Κελτοί πολέμαρχοι/φύλαρχοι διοργάνωναν γλέντια όπου προσκαλούσαν «ἁθρόους … ἀνθρώπους», τους οποίους ονόμαζαν «παράσιτους» (κυριολεκτικά «συντρόφους») και οι οποίοι ως αντάλλαγμα εγκωμίαζαν τον οικοδεσπότη τους. Αναπόσπαστο μέρος αυτού του εγκωμιασμού του οικοδεσπότη ήταν οι βάρδοι που ορίζονται ως «ποιηταὶ δὲ οὗτοι τυγχάνουσι μετ᾽ ᾠδῆς ἐπαίνους λέγοντες

Επειδή ο οικοδεσπότης ήθελε τον καλύτερο δυνατό έπαινο και ήταν προδιατεθειμένος να πληρώσει αδρά για τον καλύτερο, αυτές οι εορταστικές «πανηγύρεις/ὁμηγύρεις» με τον καιρό μετατράπηκαν σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ο διοργανωτής του «πανηγυριού» άκουγε τους επαίνους των διαγωνιζόμενων ποιητών και επιβράβευε αυτόν που έκρινε ως καλύτερο. Έτσι προέκυψαν οι ποιητικοί «ἀγώνες» που αναφέρει ο Ηράκλειτος. Ο Ησίοδος μας πληροφορεί ότι είχε κερδίσει έναν τρίποδα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό που είχαν διοργανώσει στην Χαλκίδα οι παίδες του «δαΐφρονος και μεγαλήτορος Αμφιδάμαντος», για να τιμήσουν τον νεκρό πατέρα τους. Αργότερα αφιέρωσε αυτόν τον τρίποδα στις Ελικωνιάδες Μούσες.

[Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 650-662]

οὐ γάρ πώ ποτε νηί γ᾽ ἐπέπλων εὐρέα πόντον,
εἰ μὴ ἐς Εὔβοιαν ἐξ Αὐλίδος, ᾗ ποτ᾽ Ἀχαιοὶ
μείναντες χειμῶνα πολὺν σὺν λαὸν ἄγειραν
Ἑλλάδος ἐξ ἱερῆς Τροίην ἐς καλλιγύναικα.
ἔνθα δ᾽ ἐγὼν ἐπ᾽ ἄεθλα δαΐφρονος Ἀμφιδάμαντος
Χαλκίδα τ᾽ εἲς ἐπέρησα: τὰ δὲ προπεφραδμένα πολλὰ
ἄεθλ᾽ ἔθεσαν παῖδες μεγαλήτορος: ἔνθα μέ φημι
ὕμνῳ νικήσαντα φέρειν τρίποδ᾽ ὠτώεντα.
τὸν μὲν ἐγὼ Μούσῃς Ἑλικωνιάδεσσ᾽ ἀνέθηκα,
ἔνθα με τὸ πρῶτον λιγυρῆς ἐπέβησαν ἀοιδῆς.
τόσσον τοι νηῶν γε πεπείρημαι πολυγόμφων:
ἀλλὰ καὶ ὣς ἐρέω Ζηνὸς νόον αἰγιόχοιο:
Μοῦσαι γάρ μ᾽ ἐδίδαξαν ἀθέσφατον ὕμνον ἀείδειν.

Στην Βεδική Ινδική συχνά χρησιμοποιείται το ουδέτερο ουσιαστικό samaryàm για να περιγράψει αυτό το είδος των ποιητικών διαγωνισμών. Ο ML West συμφωνεί με την άποψη που πρώτος διατύπωσε ο Durante, σύμφωνα με την οποία, το Βεδικό samaryam είναι γράμμα προς γράμμα συγγενές του ελληνικού ουδετέρου ὁμάριον = «ὁμήγυρις» και, κατά συνέπεια, ο πρωτο-ελληνικός ὅμᾱρος (> αττικο-ιωνικό ὅμηρος) ήταν ο ποιητής που συμμετείχε σε αυτούς τους πανηγυρικούς/ομηγυρικούς ποιητικούς διαγωνισμούς. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Durante, υπήρχε ο Ελληνο-Άριος όρος *som-ar-iom = «ομήγυρις» που έδωσε το ελληνικό ὅμάριον και το βεδικό samaryàm. Επειδή σε αυτές τις ομηγύρεις υπήρχε η ΙΕ παράδοση των ποιητικών διαγωνισμών, ο όρος *somaryom δευτερογενώς ταυτίστηκε με την έννοια του «ποιητικού διαγωνισμού» και, με τον καιρό, οι διαγωνιζόμενοι ποιητές ονομάστηκαν ὅμᾱροι > ὅμηροι. Το μακρό ᾱ>η προέκυψε από την εφαρμογή του γνωστού νόμου συνθετικής εκτάσεως του Wackernagel (λ.χ. ὁμογυρις > ὁμγ- > ὁμήγυρις). Τώρα το κατά πόσο η αρχική ρίζα *som-ar- ήταν όντως σύνθετη ή όχι αυτό δεν το γνωρίζουμε. Ορισμένοι έχουν προτείνει ως δεύτερο συνθετικό την ΙΕ ρίζα *h2er- > ar- του ἀραρίσκω, αλλά αυτό παραμένει αναπόδεικτη αλλά εύλογη εικασία (λ.χ. τα σύνθετα ἀγείρω > ὁμήγυρις και *h2er- > ἀραρίσκω > συναρμογή). Εμάς το μόνο που μας ενδιαφέρει από αυτήν την υπόθεση είναι το ότι, κάποια στιγμή, οι Έλληνες θεώρησαν τον όρο σύνθετο με πρώτο συνθετικό το ὁμο- και εφάρμοσαν τον νόμο του Wackernagel ὅμο-αρ-ος > ὅμᾱρος > ὅμηρος (λ.χ. δυσ-ὄνυμος > δυσώνυμος).

homarion

Σύμφωνα με τους West και Durante, λοιπόν, οι «ὅμηροι» ήταν οι «πανηγυρτζήδες» (ή, αν προτιμάτε, οι «ομηγυρτζήδες») ποιητές, δηλαδή οι ποιητές που συμμετείχαν στους ποιητικούς διαγωνισμούς των πανηγυριών.

Ο όρος «ὁμάριον» = «ὁμήγυρις» και ο Ζεύς Ὁμάριος

Αφού λοιπόν παρουσίασα την θεωρία του Durante σύμφωνα με την οποία το όνομα του Ομήρου ανάγεται στο ουδέτερο ὁμάριον και, μέσω αυτού, στο Βεδικό samaryàm = «ποιητικός διαγωνισμός», μένει τώρα να πω μερικά πράγματα για την απάντηση στην Ελληνική του ουδέτερου ουσιαστικού ὁμάριον = «ὁμήγυρις». Αυτά που έχω να πω είναι όλα συγκεντρωμένα σε δύο σελίδες ενός σχετικά πρόσφατου βιβλίου της Emily Mackil.

Homarios-Zeus

Κύρια θεότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας (ή του Κοινού των Αχαιών) ήταν ο Ζεύς Ὁμάριος. Ενώ «Ὁμάριος» είναι ο τύπος που μας παραδίδει ο Πολύβιος, στις Αχαϊκές διαλεκτικές επιγραφές απαντά ο τύπος «Ἁμάριος». Ο διαλεκτικός Αχαϊκός τύπος είναι είτε μηδενόβαθμός (δηλαδή *sm.- > ha- λ.χ. ἅμα, αντί για τον ο-βαθμο *som- > hom-) είτε προϊόν μεταγενέστερης αφομοίωσης (λ.χ. τα νεοελληνικά ελαφρός > αλαφρός και μοναχός > μαναχός). Μάλλον το δεύτερο συνέβη, επειδή οι λεγόμενες «Δυτικές» διάλεκτοι (Δωρικές και ΒΔ) δείχνουν μια τάση τροπής ε,ο>α πριν από ένηχα (ρ,λ,ν,μ), λ.χ. ἱερός > αρός, Δελφοί > Δαλφοί, ὄναρ > ναρ κλπ.

Κάπου κοντά στο αρχαίο Αίγιο υπήρχε το μέρος Ὁμάριον στο οποίο συγκεντρώνονταν οι Αχαιοί και στο οποίο υπήρχαν οι ναοί του Ὁμαρίου/Ἁμαρίου/Ὁμᾱγυρίου Διός και της Παναχαίας Δήμητρος. Η τελευταία λατρευόταν ως «Ὁμαρία» στην Χαλκίδα. Ο Παυσανίας κατέγραψε την παράδοση ότι το αχαϊκό τοπωνύμιο Ὁμάριον και η εκεί λατρεία του Ὁμαρίου/Ὁμᾱγυρίου Διός προέκυψαν όταν ο Αγαμέμνων έκανε σε εκείνο το μέρος ένα συμβούλιο (= ὁμήγυρις) με τους αξιότερους βασιλείς, για να καταστρωθούν τα σχέδια πολέμου κατά του Πριάμου.

[Παυσανίας, 7.24.2] πρὸς θαλάσσῃ δὲ Ἀφροδίτης ἱερὸν ἐν Αἰγίῳ καὶ μετ᾽ αὐτὸ Ποσειδῶνος, Κόρης τε πεποίηται τῆς Δήμητρος καὶ τέταρτον Ὁμαγυρίῳ Διί. ἐνταῦθα Διὸς καὶ Ἀφροδίτης ἐστὶ καὶ Ἀθηνᾶς ἀγάλματα: Ὁμαγύριος δὲ ἐγένετο τῷ Διὶ ἐπίκλησις, ὅτι Ἀγαμέμνων ἤθροισεν ἐς τοῦτο τὸ χωρίον τοὺς λόγου μάλιστα ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀξίους, μεθέξοντας ἐν κοινῷ βουλῆς καθ᾽ ὅντινα χρὴ τρόπον ἐπὶ ἀρχὴν τὴν Πριάμου στρατεύεσθαι. Ἀγαμέμνονι δὲ καὶ ἄλλα ἐστὶν ἐς ἔπαινον καὶ ὅτι τοῖς ἐξ ἀρχῆς ἀκολουθήσασι καὶ οὐδεμιᾶς ἐπελθούσης ὕστερον στρατιᾶς τήν τε Ἴλιον ἐπόρθησε καὶ ὅσαι περίοικοι πόλεις ἦσαν.

Όπως είδατε, ο Παυσανίας δεν μας δίνει ούτε το τοπωνύμιο Ὁμάριον ούτε την επίκλιση Ὁμάριος του Διός, αλλά μιλάει για ένα συνέδριο/συμβούλιο βασιλέων σε εκείνο το «χωρίον», από το οποίο προέκυψε η λατρεία του Διός Ὁμᾱγυρίου.

Τον Παυσανία συμπληρώνει ο παλαιότερός του Πολύβιος που μας παραθέτει τους όρους που μας ενδιαφέρουν. Σύμφωνα λοιπόν με τον Πολύβιο, όταν οι εξεγερθέντες κατά των Πυθαγορείων στην Μεγάλη Ελλάδα έκαψαν τα Συνέδρια των τελευταίων, οι «Ἀχαϊκές» αποικίες ζήτησαν την συμβουλή της «μητροπόλεώς» τους Αχαΐας και η απάντηση που πήραν ήταν να χτίσουν ένα κοινό ιερό του Ὁμαρίου Διός και να διοργανώνουν εκεί τις συνόδους και τα διαβούλιά τους.

[Πολύβιος, 2.39]

Καθ’ οὓς γὰρ καιροὺς ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα τότε προσαγορευομένην ἐνεπρήσθη τὰ συνέδρια τῶν Πυθαγορείων, μετὰ ταῦτα γενομένου κινήματος ὁλοσχεροῦς περὶ τὰς πολιτείας, ὅπερ εἰκός, ὡς ἂν τῶν πρώτων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστης πόλεως οὕτω παραλόγως διαφθαρέντων, συνέβη τὰς κατ’ ἐκείνους τοὺς τόπους Ἑλληνικὰς πόλεις ἀναπλησθῆναι φόνου καὶ στάσεως καὶ παντοδαπῆς ταραχῆς. ἐν οἷς καιροῖς ἀπὸ τῶν πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος πρεσβευόντων ἐπὶ τὰς διαλύσεις, Ἀχαιοῖς καὶ τῇ τούτων πίστει συνεχρήσαντο πρὸς τὴν τῶν παρόντων κακῶν ἐξαγωγήν. οὐ μόνον δὲ κατὰ τούτους τοὺς καιροὺς ἀπεδέξαντο τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀχαιῶν, ἀλλὰ καὶ μετά τινας χρόνους ὁλοσχερῶς ὥρμησαν ἐπὶ τὸ μιμηταὶ γενέσθαι τῆς πολιτείας αὐτῶν. παρακαλέσαντες γὰρ σφᾶς καὶ συμφρονήσαντες Κροτωνιᾶται, Συβαρῖται, Καυλωνιᾶται, πρῶτον μὲν ἀπέδειξαν Διὸς Ὁμαρίου κοινὸν ἱερὸν καὶ τόπον, ἐν ᾧ τάς τε συνόδους καὶ τὰ διαβούλια συνετέλουν, δεύτερον τοὺς ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐπεβάλοντο χρῆσθαι καὶ διοικεῖν κατὰ τούτους τὴν πολιτείαν.

Από το παραπάνω χωρίο καταλαβαίνουμε ότι το ιερό του Διός Ὁμᾱγυρίου του Παυσανία και το ιερό του Διός Ὁμαρίου του Πολυβίου είναι το ίδιο μέρος για συναθροίσεις, συνόδους, ομηγύρεις κλπ. Αλλού, ο Πολύβιος αναφέρει στην Αχαΐα τον βωμό της Εστίας στο Ομάριον.

[Πολύβιος, 5.93.10]

μάλιστά τε τῶν νόμων ὑπὸ Πρυτάνιδος γεγραμμένων πρὸς ἀλλήλους ἐφιλονείκουν, ὃν ἔδωκε μὲν αὐτοῖς νομοθέτην Ἀντίγονος, ἦν δὲ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν ἐκ τοῦ Περιπάτου καὶ ταύτης τῆς αἱρέσεως. τοιαύτης δ’ οὔσης τῆς ἀμφισβητήσεως ποιησάμενος Ἄρατος τὴν ἐνδεχομένην ἐπιστροφὴν κατέπαυσε τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν. ἐφ’ οἷς δ’ ἔληξαν τῆς πρὸς ἀλλήλους διαφορᾶς, γράψαντες εἰς στήλην παρὰ τὸν τῆς Ἑστίας ἀνέθεσαν βωμὸν ἐν Ὁμαρίῳ.

Επομένως, έχουμε το τοπωνύμιο Ὁμάριον της περιοχής όπου, κατά τον Παυσανία, ο Αγαμέμνων συνεκάλεσε συμβούλιο βασιλέων και διοργανώθηκε η λατρεία του Ὁμᾱγυρίου Διός και έχουμε και την συμβουλή που, κατά τον Πολύβιο, έδωσαν οι Αχαιοί στους Ιταλιώτες «αποίκους» τους για την ίδρυση ενός κοινού ιερού του Ὁμαρίου Διός στο οποίο να διοργανώνουν τις συνόδους και τα διαβούλιά τους. Επιπλέον, ανέφερα ήδη ότι στην Χαλκίδα η Δήμητρα λατρευόταν ως Ὁμαρία και ο Στέφανος Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι ο Θεόπομπος ο Χίος στα Φιλιππικά του αναφέρει ακόμα ένα τοπωνύμιο Ὁμάριον στην Θεσσαλία, στο οποίο λατρεύονταν ο Δίας και η Αθηνά.

Homarion-Thessaly

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το ρήμα ὁμαρτέω = «κάνω κάτι ταυτόχρονα/μαζί» και το επίρρημα ὁμαρτήδην = «μαζί/ταυτοχρόνως» τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το ουδέτερο ουσιαστικό ὁμάριον σήμαινε «ὁμήγυρις».

Αφού λοιπόν το «ὁμάριον» ήταν πρακτικό συνώνυμο του όρου «ὁμήγυρις» (Ζεύς Ὁμάριος = Ὁμᾱγύριος) και ο ακριβής σανσκριτικός συγγενής του samaryàm είχε και την σημασία «ποιητικός διαγωνισμός», τότε καταλήγουμε στο πολύ εύλογο συμπέρασμα του Durante ότι ο όρος ὅμᾱρος > ὅμηρος κάποτε δήλωνε τον «πανηγυρτζή/ὀμηγυρτζή» ποιητή, δηλαδή τον ποιητή που συμμετείχε σε ομηγύριους ποιητικούς διαγωνισμούς.

11 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Γλωσσολογικά: ο Ζεύς και ο Άδης

Η ετυμολογία των θεωνυμίων Ζεὺς και Ἅδης είναι ενδιαφέρουσα διότι δείχνει ότι σημασιολογικά τα θεωνύμια αυτά δημιουργούν ένα αντιθετικό ζεύγος φωτεινού-σκοτεινού.

Πριν προχωρήσω στα γλωσσολογικά παραθέτω ένα κομμάτι από τα λόγια του Ποσειδώνα στην Ιλιάδα για το πως οι τρεις αδελφοί Δίας, Ποσειδών και Άδης μοίρασαν τον έλεγχο του κόσμου:

[Ιλιάς, 15.187-193]

τρεῖς γάρ τ᾽ ἐκ Κρόνου εἰμὲν ἀδελφεοὶ οὓς τέκετο Ῥέα
Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ᾽ Ἀΐδης ἐνέροισιν ἀνάσσων.
τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται, ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς:
ἤτοι ἐγὼν ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ
παλλομένων, Ἀΐδης δ᾽ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα,
Ζεὺς δ᾽ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι:
γαῖα δ᾽ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος.

Δηλαδή, ο Ποσειδώνας πήρε την «αεικίνητη θάλασσα με τον ασπρόγκριζο αφρό», ο «ἄναξ ἐνέρων Ἀΐδης» έλαχε τον «ζόφον ἠερόεντα» και ο Δίας έλαχε τον «οὐρανὸν εῦρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι», ενώ η Γη και ο μακρός Όλυμπος ήταν κοινά και στους τρεις.

1) Ζεύς

Το όνομα Ζεύς έχει εμφανέστατη ινδο-ευρωπαϊκή (ΙΕ) κατάγωγη και είναι η ελληνική εξέλιξη του πρωτο-ινδο-ευρωπαϊκού (ΠΙΕ) θεού *Djēus. Το σύμπλεγμα *dj (εναλλακτική γραφή dy) έγινε κανονικά *dj>dz>zd = «ζ» στην ελληνική (λ.χ. *kwtwr.-ped-ja > kwtra-ped-ja > τράπεζα/τράπεσδα, το *kwtwr.- είναι ο μηδενικός βαθμός του *kwetwr.- ~ τετρά-), ενώ το μακρό *ē βραχύνθηκε λόγω εφαρμογής του νόμου του Osthoff. Μορφολογικά, το θεωνύμιο *Dj-ēus είναι διμορφηματικό. Το πρώτο μόρφημα *dj- προέρχεται από την ημιφωνοποίηση του *di- που με τη σειρά του είναι ο μηδενικός βαθμός ablaut της ρίζας *dei- «λάμπω». Το μη ημιφωνοποιημένο *di- εμφανίζεται στην γενική (τοῦ Διός < Diwòs) και στην δοτική (τῷ Διί < *Di-w-[e]i). Οι διάλεκτοι που δείχνουν αντίσταση στην πρώιμη ελληνική προστριβοποίηση (tj>ts και dj>dz) έχουν την μορφή Δεύς όπως εμφανίζουν και  το ρηματικό επίθημα *-ίδ-jω > -ίδδω αντί του γνωστού -ίζω. Με τον καιρό όμως φαίνεται ότι ήδη κατά την ΠΙΕ φάση αναθεωρήθηκε μονομορφηματικό *djew-. Η ΙΕ ρίζα *dei- έχει δώσει το λατινικό deus = θεός, το dies = ημέρα και το diurnus = ημερήσιος (το τελευταίο έδωσε το ιταλικό giorno και εν τέλει το αγγλικό journal = «ημερήσια φυλλάδα») και, συν τοις άλλοις, την βαλτο-σλαβική ρίζα για την ημέρα.

Στην ελληνική, η ρίζα *dei- έχει δώσει τα επίθετα δῖος (< *diw-jos)= «θεϊκός, ισόθεος» και δῆλος (< *deelos <*dej-elos) = «ορατός, ευδιάκριτος».

Επομένως, ο Ζεύς είναι ο «φωτεινός» θεός-ουρανός που κερα(ϝ)-ΐζει τους θνητούς με τον κεραυ-νό. Η πεποίθηση ότι ήταν «πατήρ θνητῶν καὶ ἀθανάτων» έχει επίσης ΙΕ καταγωγή όπως δείχνει το πλήρες αποκατεστημένο  όνομά του *Djēus Ph2tēr (Dyaus Pita, Iupiter κλπ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το λατινικό όνομα Iulius («Ιούλιος») κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από την ίδια ρίζα με το λατινικό Iupiter και δεν αποκλείεται οι «Ιούλιοι» (gens Iulia, η φάρα από την οποία προήλθε ο Ιούλιος Καίσαρας) να ήταν ιερείς του Iupiter.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί μια παρεξήγηση. Ο Ησύχιος έχει το λήμμα Δειπάτυρος = θεὸς παρὰ Στυμφαίοις. Κατά τα χρόνια του «Πανιλλυρισμού» αυτό θεωρήθηκε ότι ήταν η Ιλλυρική εκδοχή του ΠΙΕ *Djēus Ph2tēr. Αυτό το διπλό σφάλμα διαιωνίζεται μέχρι σήμερα σε βιβλία ΙΕ γλωσσολογίας/μυθολογίας. Και γράφω διπλό σφάλμα, διότι όχι απλά ο Ησύχιος δεν τον αναφέρει ως Ιλλυρικό θεό, αλλά  σαν θεό του μολοσσικού/ άνω μακεδονικού φύλου των Τυμφαίων, χωρίς να υπάρχει απολύτως καμία ένδειξη ότι η θεότητα αυτή ήταν Ιλλυρική, αλλά και κατά πάσα πιθανότητα το θεωνύμιο Δειπάτυρος έχει παρετυμολογηθεί. Ο Δειπάτυρος είναι η θεματοποιημένη μορφή (Δειπάτορ-ος) του αθεματικού Δειπάτωρ με διαλεκτική τροπή ο>υ (λ.χ. ἀγορά > ἄγυρις), όπως ο Διάκτορος είναι η θεματοποιημένη μορφή του αθεματικού Διάκτωρ. Η μορφή Δειπάτωρ (*djew-i-ph2tōr) κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει «που έχει τον Δία για πατέρα», όπως λ.χ. τα θεοπάτωρ και ὀβριμοπάτρη. Με άλλα λόγια, αντί για Ιλλυρική εκδοχή του *Djēus Ph2tēr, ο Δειπάτυρος μάλλον είναι τοπικό επίθετο του διογενούς Ηρακλή «παρὰ Στυμφαίοις». Όσο για το πρώτο συνθετικό Δει- θυμίζω το επίθετο διίφιλος «αγαπητός στον Δία», που επιγραφικά απαντά σαν ανθρωπωνύμιο με τις μορφές Διείφιλος, Διΐφιλος και Δίφιλος.

Diiphilos

Δυστυχώς, το σφάλμα συνεχίζει να αναπαράγεται στα μεγάλα εγχειρίδια ΙΕ γλωσσολογίας όπως αυτό του Benjamin Fortson και αυτό των Mallory & Adams (οι οποίοι επιπρόσθετα δυσαποδίδουν τον όρο σαν Dei-patrous):

Deipatyros

2) Ἅδης

Εδώ πρέπει πρώτα απ΄όλα να ξεκινήσουμε από την πρωταρχική μορφή του ονόματος. Η μορφή που επικράτησε Hadēs είναι παραφθορά της αρχικής μορφής *Awidēs όπου το δίγαμμα μεταφέρθηκε μπροστά και τράπηκε σε δασεία και η δίφθογγος /ai/ που προέκυψε μονοφθογγοποιήθηκε σε /a/. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τους όρους Ἀΐδης και Ἀϊδωνεύς. Είδαμε στο χωρίο της Ιλιάδος ότι ο Ἀΐδης έλαχε τον «ἠερόεντα ζόφον» («ομιχλώδες σκότος»). Η μορφή *Awidēs έχει ετυμολογηθεί ως *n.-wid-ēs με το στερητικό *n.- προσκολλημένο στον μηδενικό βαθμό *wid- της ρίζας *weid– «βλέπω». Με άλλα λόγια, ο Ἀΐδης είναι ο «Σκοτεινός»/«Αόρατος» όπως το επίθετο ἀϊδνός (< *n.-wid-nos). Και οι δύο χαρακτηρισμοί ταιριάζουν στον Άδη. «Αόρατος» διότι κανένας θνητός δεν έχει δει τον κάτω κόσμο για να τον περιγράψει και «σκοτεινός», γιατί στην ελληνική γλώσσα ο θάνατος έχει συνδεθεί με το σκότος. «Σκοτώνω» ετυμολογικά σημαίνει «στέλνω στο σκότος», ενώ η ρίζα *dhwenh2- από την οποία προκύπτουν οι λέξεις θάνατος και θνήσκω έχει την αρχική σημασία «καλύπτω, κρύβω, σκεπάζω» και, συνεπώς, «κρύβω από το φως» ~ «σκότος,σκιά».

dhwenh2

Ακριβώς επειδή κανένας ζωντανός δεν μπορούσε να δει τον κόσμο του Άδη, σε κάποια φάση δημιουργήθηκε ο μύθος με την περικεφαλαία/κυνέη του θεού που έκανε αόρατο (ἀϊδνό) όποιον την φορούσε.

Hades

Έτσι, η θεά Αθηνά, όταν βοηθά κρυφά  τον Διομήδη να τραυματίσει τον θεό Άρη, φορά την «Ἄϊδος κυνέην» ώστε να γίνει αόρατη.

[Ιλιάς 5.845]

λάζετο δὲ μάστιγα καὶ ἡνία Παλλὰς Ἀθήνη:
αὐτίκ᾽ ἐπ᾽ Ἄρηϊ πρώτῳ ἔχε μώνυχας ἵππους.
ἤτοι ὃ μὲν Περίφαντα πελώριον ἐξενάριζεν
Αἰτωλῶν ὄχ᾽ ἄριστον Ὀχησίου ἀγλαὸν υἱόν:
τὸν μὲν Ἄρης ἐνάριζε μιαιφόνος: αὐτὰρ Ἀθήνη
δῦν᾽ Ἄϊδος κυνέην, μή μιν ἴδοι ὄβριμος Ἄρης.

Σχετικά με την διαλεκτική ποικιλία του ονόματος έχει ενδιαφέρον ο μακεδονικός και κρητικός μήνας Αὐδ((ο)υ)ναῖος (~ Δεκέμβριος) ο οποίος παράγεται από τη μορφή Ἀϝιδωνεύς με τροπή -ϝι->-υ- και -ων->-ουν-, όπως το κατά πάσα πιθανότητα μακεδονικό σαϝοτορία > σαυτορία (~σαοτηρία > σωτηρία) που κατάγραψε ο Αμερίας τον οποίο παραθέτει ο Ησύχιος:

<σαυσιαλεῖ>· μαστιγᾶται. Ἠλεῖοι

<σαυτορία>· σωτηρία. Ἀμερία(ς)

<σαυχμόν>· σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές

.

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα