Tag Archives: ετυμολογία

Ο Ζινοβαστηνός Ζεύς και το θρακικό ανθρωπωνύμιο Βῖθυς

Στη σημερινή ανάρτηση θα ξεκινήσω με την ετυμολογική περιγραφή του επιθέτου Ζινοβαστηνός (Ζεύς) = «(ο Δίας) που λατρέυεται στην *Ζινοβάστα» και με την ευκαιρία θα σχολιάσω το συχνότατο θρακικό ανθρπωνύμιο Βῖθυς. Continue reading

Advertisements

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το ορωνύμιο Αἷμος ως «οροσειρά»

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ενδιαφέρουσα ετυμολόγηση του θρακολόγου Ivan Duridanov για το ορωνύμιο Αἷμος (η σημερινή βουλγαρική οροσειρά Stara Planina = Αρχαίο/Παλαιό Όρος) ως «οροσειρά», την οποία έκρινα ως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για δύο λόγους· ο πρώτος είναι ότι γλωσσολογικά είναι κομψή και σημασιολογικά πολύ πιθανή. Ο δεύτερος λόγος είναι πως το ορωνύμιο Αἷμος -αν δεχτούμε την ετυμολόγηση του Duridanov- δεν μπορεί να είναι θρακικό, επειδή προϋποθέτει την φωνολογική τροπή *s>h σε αρκτική θέση, η οποία είναι χαρακτηριστική της Ελληνικής, της Αρμενικής, του Ιρανικού κλάδου και μάλλον της Φρυγικής, αλλά όχι της Θρακικής. Σε όλες τις άλλες θρακικές ετυμολογήσεις του, ο Duridanov δέχεται ότι η Θρακική διατήρησε το IE *s τόσο σε αρκτική όσο και σε μεσοφωνηεντική θέση. Continue reading

16 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Μια ετυμολογική πρόταση για το τοπωνύμιο Ἤμων/Emona ως «πέρασμα»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι μια ετυμολογική πρόταση για το ανετυμολόγητο αρχαίο όνομα της σημερινής σλοβενικής πρωτεύουσας Λιουμπλιάνας Ἤμων/Ēmōna. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος μ.Χ. αι.) και ο Ζώσιμος (έγραψε κατά την πρώτη δεκαετία του 6ου μ.Χ. αιώνα) μας παρέδωσαν το τοπωνύμιο στη μορφή Ἤμων, ενώ ο Ηρωδιανός (3ος μ.Χ. αι.) το παρέδωσε ως Ἡμᾶν. Υπάρχει μια παράδοση απόδοσης του τοπωνυμίου με αρκτική δίφθογγο «αι/ae» και δασεία (λ.χ. Haemona/Aemona), αλλά αυτή φαίνεται να προέκυψε από interpretatio graeca. Σύμφωνα με την ελληνική μυθική παράδοση, ο Ίστρος/Δούναβης είχε δύο εκβολές, μια στον Εύξεινο πόντο και μια στο μυχό της Αδριατικής στην χερσόνησο της Ιστρίας (η τυχαία ομοιότητα του ονόματος της χερσονήσου αυτής με το κλασικό όνομα του Δούναβη Ίστρος σίγουρα ευθύνεται γι΄αυτή την εσφαλμένη γεωγραφικά παράδοση) και, επομένως, οι Αργοναύτες υποτίθεται ότι είχαν ταξιδέψει με την Αργώ από την μια εκβολή του Δούναβη στην άλλη και, όταν πέρασαν από την «Αἵμωνα» [Ἤμων], έδωσαν στον οικισμό το μυθικό όνομα Αἱμονία της πατρίδας τους Θεσσαλίας. Continue reading

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Ήταν «Γουναράς» ο Βελισάριος;

Όσο πασίγνωστος είναι ο στρατηγός Βελισάριος, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει ετυμολογικά το μυστήριο όνομά του. Τι σήμαινε άραγε το όνομα Βελισάριος;

Continue reading

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Το θεωνύμιο Διόνυσος

Μια από τις προηγούμενες ημέρες ο Simplizissimus ορθά παρατήρησε πως αξίζει μία ανάρτηση για τις ετυμολογικές υποθέσεις του θεωνυμίου Διόνυσος.

Η Διονυσιακή Λατρεία

Μια πολύ ωραία περιγραφή της Διονυσιακής Λατρείας μπορείτε να βρείτε στο κεφάλαιο [2.10] (“Dionysos”, σλδ 161-167) του βιβλίου Greek Religion: Archaic and Classical του Walter Burkert (πρώτη γερμανική έκδοση Verlag, 1977, πρώτη αγγλική μετάφραση Blackwell, 1985, δεύτερη αγγλική έκδοση 1987).

Ο Διόνυσος ήταν ο θεός της εκστάσεως, της οργής και της μανίας. Ο όρος ἔκστασις κυριολεκτικά σημαίνει «εκτοπισμός, μετατόπιση» (ἐξίστημι = «μετατοπίζω, αλλάζω», κυριολεκτικά «βγάζω εκτός θέσεως») και, κατά συνέπεια, η διονυσιακή έκστασις είναι εκείνη η ψυχική κατάσταση όπου ο άνθρωπος βγαίνει από την «συμβατική» και «φρόνιμη» συμπεριφορά και εισέρχεται σε κατάσταση «ὀργῆς» (η πρωταρχική αρχαία σημασία του όρου ήταν πιο κοντά στο «φυσικό ένστικτο») και «μανίας» (< *mn.-ieh2, παράγωγο της ρηματικής ρίζας *men- «είμαι ψυχονοητικά φορτισμένος», μένος, μῆνις, *mon-t-ih2 > *Μόνσα > Μοῦσα ~ «έμπνευση» κλπ).

Το ρήμα θύω έχει την ετυμολογική σημασία «κινούμαι (φυσικά), συγκινούμαι (ψυχικά)» (IE *dhuH-). Η φυσική σημασία της ρηματικής ρίζας («κινούμαι ορμητικά») φαίνεται στον όρο θύελλα και στο ηπειρωτικό υδρωνύμιο Θύαμις (ορμητικός ποταμός). Η ψυχική σημασία της ρηματικής ρίζας (συγκινούμαι, παρασύρομαι) φαίνεται στον όρο θῡμός και στις περιπτώσεις όπου το ρήμα θύω συμπεριφέρεται ως συνώνυμο του ρήματος μαίνομαι (< *mn.y-omai, μανία). Έτσι οι εκστασιασμένες/μαινόμενες θηλυκές ακόλουθοι του Διονύσου ήταν γνωστές ως Μαινάδες = Θυιάδες, ενώ η μητέρα του Διονύσου Σεμέλη είχε το επίθετο Θῡώνη (και, κατά συνέπεια, Θῡωναῖος ο Διόνυσος).

Επειδή οι αρχαίοι Έλληνες (και εν γένει οι προνεωτερικοί πληθυσμοί) πίστευαν ότι η ἔκστασις και η μανία ήταν καταστάσεις θεοληψίας, ένας εναλλακτικός όρος για αυτές τις ψυχικές καταστάσεις ήταν ο όρος ἐνθουσιασμός (κάποιος γίνεται ἔνθεος).

Δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω αν η ΙΕ ρίζα *dhewH- ~ *dhuH- έχει κοινή καταγωγή με την ρίζα *dheus- «αναπνέω, είμαι ζωντανός» (επαυξημένοι τύποι μιας βραχύτερης ρίζας *dhew-;) που έχει δώσει τον σλαβικό όρο «πνεύμα» *dhous-os > *duχŭ και το παράγωγό του duša = «ψυχή», το πρωτογερμανικό *dheusom > *deuzą = «άγριο ζώο, θηρίο» (λ.χ. αγγλικό deer = «ελάφι») και το αλβανικό *dhousom > *dauša > dash = «κριάρι».

Θέτω το ερώτημα γιατί οι λατινικοί όροι furor ~ furia = «οργή, μανία», furiōsus = «μαινόμενος, εξοργισμένος» και furō = «μαίνομαι», ταιριάζουν σημασιολογικά στα ελληνικά θύω, θῡμός, Θυιάδες, αλλά το /r/ και το βραχύ /u/ εξηγούνται καλύτερα από την ρίζα *dheus-, λόγω του λατινικού ρωτακισμού *s>z>r σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. *dhus-ieh2 > *fuziā > furia).

Επειδή ο πιο διαδεδομένος τρόπος επίτευξης εκστάσεως και μανίας ήταν η μεθυστική οινοποσία, ήταν αναμενόμενη η ταύτιση του Διονύσου με τον οίνο και την άμπελο, όπως μαρτυρούν τα επίθετά Ἀκρατοφόρος και Οἰνεύς του θεού. Τα επίθετα Ἐλευθέριος και Λυαῖος δηλώνουν την ικανότητα του θεού να λύει/απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις καθημερινές σκοτούρες και τις συμβατικές/φρόνιμες συμπεριφορές.

Η λατρεία του Διονύσου δήλωνε πρωτίστως την αναγνώριση εκείνων των στοιχείων της ψυχής που ο άνθρωπος έπρεπε να καταστείλει στον καθημερινό του «φρόνιμο» βίο. Τα διονυσιακά όργια ήταν ένα είδος «ελεγχόμενης περιοδικής εκτόνωσης» της πιέσεως που δημιουργούσε η καταστολή των ενστίκτων και των ορμών.

Αυτή η καθημερινή προσπάθεια καταστολής του διονυσιακού μέρους της ψυχής, αλλά και η δυνάμει επικίνδυνη ψυχική πίεση που συσσωρεύεται από αυτήν την καταστολή, φαίνονται ξεκάθαρα στους μύθους του Διονύσου:

  1. Ο Θράκας βασιλιάς Λυκούργος προσπάθησε μάταια να καταστείλει τη λατρεία του Διονύσου στο βασίλειό του, συλλαμβάνοντας/διώχνοντας τις μαινάδες, αλλά τελικά τρελάθηκε από τον θεό.
  2. Στις Βάκχες του Ευριπίδη, ο Διόνυσος «τιμωρεί» με μαιναδισμό τις κόρες του Κάδμου στην Θήβα, επειδή αρνήθηκαν να τον λατρέψουν. Ο βασιλιάς Πενθέας επιχείρησε να συλλάβει τον θεό Διόνυσο και τις μαινάδες, με αποτέλεσμα να πεθάνει τραγικά από την μαιναδισμένη μητέρα του.
  3. Οι Μινυάδες (κόρες του βασιλιά Μινύα) Λευκίππη, Αρσινόη και Αλκιθόη (τα ονόματα τους ποικίλουν στις διάφορες πηγές), ως «φρόνιμες» θεράπαινες της «φρόνιμης» θεάς Αθηνάς Εργάνης, αρχικά αρνήθηκαν να λατρέψουν το θεό Διόνυσο και συνέχισαν να δουλεύουν τους αργαλιούς τους, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε μαινάδες από τον θεό και να εγκαταλείψουν τους αργαλιούς (συμβατική/φρόνιμη θέση της γυναίκας), για να σμίξουν με τις άλλες μαινάδες στα όρη (μη συμβατική, εκστατική θέση της γυναίκας). Στην κατάσταση μαιναδισμού, η Λευκίππη διαμέλησε τον γιο της Ίππασο. Ενώ στον συμβατικό της ρόλο η μητέρα προστατεύει τα παιδιά της, εδώ στον εκστατικό της ρόλο η μαιναδισμένη μητέρα σκοτώνει το ίδιο της το παιδί.

Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτούς τους μύθους του Διονύσου είναι:

  1. Ο «φρόνιμος» βίος προϋποθέτει την καταστολή των διονυσιακών στοιχείων της ψυχής
  2. Επειδή αυτή η καταστολή είναι «νόμῳ και όχι φύσει», προκαλεί συσσώρευση ψυχικής πιέσεως.
  3. Αν αυτή η συσσωρευμένη πίεση δεν εκτονώνεται περιοδικά μπορεί να οδηγήσει σε εκρήξεις μανίας και οργής.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι Μινυάδες εμφανίζονται ως θεράπαινες της Αθηνάς Εργάνης όταν αρνούνται να λατρέψουν τον Διόνυσο. Η φρόνιμη και σοφή Αθηνά αποτελεί πολικό αντίθετο του εκστατικού Διονύσου. Η «κεφαλήγονος, κεβλήγονος» Αθηνά γεννήθηκε από την κεφαλή του Διός, ενώ ο «μηροτραφής» Διόνυσος ολοκλήρωσε την κυηματική του ανάπτυξη στον μηρό του Διός επειδή, σύμφωνα με τον μύθο, η εγκυμονούσα μητέρα του Σεμέλη κάηκε όταν -παρασυρμένη από την Ήρα- ζήτησε να δει την αίγλη του Διός. Αν η κεφαλή είναι το λογικό μέρος του σώματος, ο μηρός είναι το μέρος των ερωτικών επιθυμιών.

Burkert

Επειδή στους μύθους οι Μαινάδες συχνά διαμελίζουν κάποιον άνθρωπο, ο Διόνυσος ήταν γνωστός ως «ἀνθρωπορραίστης» (ανθρωποδιαμελιστής, ῥαίω = «διαρρηγνύω, καταστρέφω») στην Τένεδο και ως «ὠμηστής» («ωμοφάγος», *ὠμο-εδ-τής, ὠμός, ἔδω) στην γειτονική Λέσβο, επίθετα που θυμίζουν το πανελλήνιο επίθετο του θεού «Ἄγριος» (τα μηνωνύμια Ἀγριώνιος, Ἀγριάνιος, Ἀγερράνιος ανά τον ελλήνιο χώρο οφείλονται στον εορτασμό των Διονυσιακών Αγριωνίων).

Γλωσσολογικά

Το θεωνύμιο Διόνῡσος μέχρι σήμερα ουσιαστικά παραμένει ανετυμολόγητο. Κατά την περίοδο 1850-1950, η κυρίαρχη άποψη των μελετητών ήταν ότι ο Διόνῡσος ήταν «έπηλυς» θεός, μια σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο αρχαϊκό ελληνικό Πάνθεον. Σύμφωνα με τον Walter Burkert (162 σλδ του προαναφερθέντος βιβλίου), η υπόθεση της «Θρακο-Φρυγικής» καταγωγής της Διονυσιακής Λατρείας είχε πρακτικά εξελιχθεί σε ορθοδοξία μετά από την μελέτη σταθμό (authoritative) “Psyche” του Erwin Rohde.

Ο Burkert γράφει:

[σλδ 162] […] that Dionysos was a young god who had emigrated from Thrace to Greece was regarded for a long time as firmly established; the authoritative exposition of this thesis was given by Erwin Rohde.

Αυτή η θέση έκανε εύλογη την υπόθεση ότι, όπως και η Διονυσιακή Λατρεία, έτσι και το θεωνύμιο «Διόνῡσος» πρέπει να ήταν μη ελληνικό. Σε αυτήν την πεποίθηση συνέβαλε και το γεγονός ότι δεν υπήρχε κάποια πειστική ελληνική ετυμολογία για το θεωνύμιο, το οποίο εμφανίζε μεγάλη επιχωρική ποικιλία ανά τον ελλήνιο χώρο (Διόνῡσος, Διώνῡσος, Ζώνῡσος, Ζόννυσος, Διόννῡσος, Δεύνῡσος κλπ). Ωστόσο, πολλοί διάσημοι ΙΕστές/ελληνιστές γλωσσολόγοι (Paul Kretschmer, Hjalmar Frisk, Pierre ChantraineOswald Szemerényi) ήταν πεπεισμένοι ότι μάλλον έχουμε να κάνουμε με ένα -ενδεχομένως- «υβριδικό» σύνθετο θεωνύμιο που περιείχε ως πρώτο συνθετικό το πλάγιο θέμα Διϝο- του ελληνικού όρου Ζεύς (τοῦ Διός) και ως δεύτερο συνθετικό κάποιον άγνωστο μη ελληνικό όρο με την σημασία «υιός». Έτσι το θεωνύμιο «Διόνῡσος» ετυμολογούνταν είτε ως σύνθετο *Διϝο-νῡσος (λ.χ. διογενής, διοτρεφής) είτε ως προϊόν μονολεκτισμού (univerbation, λ.χ. Κύριε ἐλέησον > το κυρελέησον, Πέλοπος νῆσος > Πελοπόσνησος > Πελοπόννησος) της φράσης *{Diwos nūsos} ~ «Διός υἱός», κατά αναλογία του ΙΕ φρασήματος *{Diwos dhug’h2tēr} > Διός θυγάτηρ ~ σανσκ. duhitā diváḥ (στα ομηρικά έπη χαρακτηρισμός της Αθηνάς και, πιο σπάνια, της Ελένης και της Αφροδίτης και, στην Rig Veda, χαρακτηρισμός της θεοποιημένης Αυγής, Uṣás = Ἠώς).

Η πιο επιτυχημένη ετυμολογική απόπειρα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε το 1971 από τον Szemerényi, ο οποίος πρότεινε ότι ο δεύτερος όρος *nūsos προέκυψε από μετάθεση s..n > n..s του όρου *suHnos > *sūnos = «υιός».

Dionysos

*ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ*: Παραθέτω μία εικόνα που κατέθεσε στα σχόλια ο Ρ=Ε=Γ, όπου ο Μπαμπινιώτης περιγράφει την ετυμολογική πρόταση του Szemerényi.

Szemerenyi-Dionysos

Θυμίζω πως η ΙΕ ρηματική ρίζα *sewH- ~ *suH- «γεννάω» έχει δώσει τα γνωστά παράγωγα:

*suH-yus = «γιος» > υἱύς ~ υἱός

*suH-nus = «γιος» > σανσκριτικό sūnú, αγγλικό son (< πρωτογερμ. *sunuz), πρωτοσλαβικό *synŭ, λιθουανικό sūnús κλπ.

*suH-sos = «πρόγονος, προπάτωρ» > σανσκριτικό sūsa = «πρόγονος, προπάτωρ» και αλβανικό gjysh = «παππούς» (και υποστρωματικό ρουμανικό ghiuj = /gyuž/ και βλαχικό/αρουμανικό ghiush)

Εξηγώ σε όσους δεν γνωρίζουν την τυπική αλβανική εξέλιξη σε αρκτική θέση IE *s-> EPAlb *j-> LPAlb gj- (λ.χ. *serpena > gjarpër ~ λατ. serpēns ~ ελλην. ἑρπετόν, *s(w)ek’s-tis > gjashtë ~ σλαβ. šestĭ κλπ), με το δεύτερο βήμα *j>gj να ολοκληρώνεται μετά την είσοδο των λατινικών δανείων στην γλώσσα (iūnctūra > αλβ. gjymtyrë, iūdicāta > αλβ. gjykatë ~ ρουμανικό judecată [j=/ž/] ~ βλαχ. giudicatã [giu- = /džu-/]).

gjysh

Επομένως, η πρόταση του Szemerényi για την ετυμολογία του Διονύσου ως *{Diwos suHnos} = «Διός υἱός» ~ *Diwo-suHnos = «Διογενής, Διοτρεφής», με μετάθεση *s..n > s..n (*sūnos > nūsos) είναι ιδιαίτερα ελκυστική, γιατί εξηγεί και το μακρό /ῡ/ του θεωνυμίου, αλλά και τις ποικιλίες Διονν-/Ζονν- ~ Διων-/Ζωνν- (< *Diwosnūsos).

Προφανώς, η Ελληνική πρέπει να πάρει τον μετατεθειμένο όρο *sūnos > nūsos απο μία ΙΕ γλώσσα που διατήρησε το /s/ σε αρκτική και μεσοφωνηεντική θέση, αντίθετα με την Ελληνική, την Φρυγική και την Αρμενική που σε αυτές τις θέσεις έκαναν την τροπή *s>h(>∅). Βέβαια υπάρχουν και εκείνες οι ελληνικές εξαιρέσεις (*su-, *sw-) όπου η Ελληνική διατήρησε αυτούσιο το *s- (λ.χ. *suHs > σῦς ~ ὗς, *swiHg- > σῑγή ~ OEng swigjan = «σιγάω») και, επομένως, κάποιος μπορεί θεωρητικά να ισχυριστεί έναν πρωτοελληνικό όρο *sūnos > nūsos που διατήρησε αυτούσιο το αρκτικό su-, ώστε να μπορέσει να γίνει στην συνέχεια η μετάθεση.

Μία εναλλακτική εξήγηση που πάντα περιστρέφεται γύρω από την σημασία «Διοτρεφής» είναι *Diwo-snuH-sos, με δεύτερο συνθετικό την ρίζα *(s)nuH- του λατινικού nūtriō = «τρέφω» (σανσκ. *pro-snu(H)-tos > prasnuta = «γαλακτοφόρος/γαλακτοῦχος/γαλακτοτροφῶν (μαστός)»).

Αν πάλι κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει την ίδια ρίζα με τρόπο επιτρεπτό για την Ελληνική, μπορεί να ξεκινήσει από τον όρο *Diwo-snuH-t-yos (όπως *g’enh1- > *g’n.h1-t-ios > γνήσιος) > *Diwosnūtyos > *Diwosnūtsos > *Diwosnūssos > *Diwosnūsos με νότια (στην ταξινόμηση των Risch-Porzig) ελληνική απλοποίηση ss>s του τύπου *medhyos > *methyos > *metsos > μέσσος > μέσος.

Βέβαια δεν βλέπω τον λόγο επιμονής για μια «καθαρά» ελληνική ετυμολογία από τη στιγμή που, έτσι και αλλιώς, πρέπει να επικαλεστούμε μία ΙΕ ρίζα (*(s)nuH-) που δεν απαντά στην Ελληνική.

Σε αυτό πρέπει να προσθέσω και την περίπτωση να έχουμε να κάνουμε με έναν προελληνικό μη ΙΕ όρο και, επομένως, δεν χρειάζεται να ψάχνουμε μόνο για ΙΕ ετυμολογίες (όσο πιθανές κι αν φαίνονται).

Ανέφερα ήδη ότι το σύγγραμμα Psyche του Erwin Rohde καθιέρωσε ως ορθοδοξία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα  την άποψη ότι ο Διόνυσος ήταν ένας έπηλυς μη ελληνικός θεός που προστέθηκε «σχετικά πρόσφατα» στο Ελληνικό πάνθεον λίγο πριν την πρώτη καταγραφή της Ιλιάδος (~750 π.Χ.).

Αυτή η «ορθοδοξία» του Erwin Rohde καταρρίφτηκε εν μέρει κατά την εικοσαετία 1950-70, ύστερα από ορισμένα ενδιαφέροντα αρχαιολογικά ευρήματα. Το πρώτο εύρημα ήταν η απάντηση του όρου Di-wo-nu-so σε τρεις πινακίδες Γραμμικής Β από την Πύλο (~1300 π.Χ.). Το δεύτερο σημαντικό εύρημα ήταν η αρχαιολογική ανακάλυψη από τον John L. Caskey του ιερού στην Αγία Ειρήνη της Κέας, το οποίο δείχνει συνεχή λατρευτική δραστηριότητα που πάει πίσω μέχρι τον 15° π.Χ. αιώνα. Η παλαιότερη έγγραπτη αφιέρωση αυτού του ιερού αναγνωρίζει τον Διόνυσο ως την τιμώμενη θεότητα.

Burkert-Larson

Αυτές οι ανακαλύψεις δείχνουν ότι η Διονυσιακή Λατρεία μάλλον ήταν ήδη γνωστή στους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Μυκηναϊκής Περιόδου και, κατά συνέπεια, ο Διόνυσος δεν ήταν νέηλυς θεός, όταν καταγράφτηκε η Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Διόνυσος δεν μπορεί να ήταν έπηλυς θεός, απλώς δείχνει ότι, ακόμα και αν ήταν έπηλυς, ήταν παλαιός γνώριμος των ελληνόφωνων πληθυσμών.

Το γεγονός ότι ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β βρίσκουμε τον τύπο Di-wo-nu-so αυξάνει τις πιθανότητες το πρώτο συνθετικό να σχετίζεται όντως με την λέξη ὁ Ζεύς/τοῦ Διϝός (γενική Διϝός ή πρώτο συνθετικό Διϝο-). Ωστόσο, δεν πρέπει να αμελήσουμε την περίπτωση το πρώτο συνθετικό Diwo- να είναι η interpretatio Graeca ενός μη ελληνικού όρου.

Παρακάτω θα αναφέρω το παιονικό θεωνύμιο Δύαλος = Διόνυσος που είναι πολύ πιθανό και εύλογο να είναι ομόρριζο των ελληνικών όρων θύω, Θυιάδες και Θυώνη. Αν μια ΙΕ γλώσσα έκανε την τροπή *dhuH- > *dū-o/a- > *dyo/a- (y=/ü/) αρκετά νωρίς και, πολύ πριν την ελληνική τροπη u>y=ü (που συνήθως χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα), τότε προκύπτει το ερώτημα πως θα απέδιδαν οι ελληνόφωνοι τον φθόγγο /ü/, όσο ακόμα δεν τον είχαν στην γλώσσα τους. Αν ο φθόγγος /ü/ μπορούσε να αποδωθεί ως /i/, τότε πίσω από το πρώτο συνθετικό Διο- μπορεί θεωρητικά να κρύβεται ένας μη ελληνικός ΙΕ όρος *düo-/*düa- που μπορεί να σχετίζεται με την ρίζα *dhuH- που έδωσε τα θύω, Θυιάδες, Θυώνη και Δύαλος. Υπήρχε άραγε μια μη ελληνική ΙΕ εκδοχή της Θυώνης *dhūōn- > Dyōn-, από την οποία να προέκυψε ο παράγωγος υποκοριστικός τύπος *Dyōn-us-os ~ Θυωναῖος, χρησιμοποιώντας το ΙΕ υποκοριστικό μόρφημα *-us- που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση για το θρακικό υδρωνύμιο Βαρβύσης;

Οι γείτονες των Ελλήνων της κλασικής περιόδου είχαν θεότητες ανάλογες με τον Διόνυσο.

Ο θρακικός ομόλογος του Διονύσου Σαβάζιος μπορεί εύλογα να ετυμολογεί ως *Swobhod-yos ~ Ἐλευθέριος (λ.χ. OCS svoboda = «ελευθερία»), όπως ο ρωμαϊκός ομόλογος του Διονύσου Līber (līber = ελεύθερος).

Ο παιονικός ομόλογος του Διονύσου Δύαλος μπορεί επίσης εύλογα να ετυμολογηθεί από την ΙΕ ρίζα *dhuH- που έδωσε τα ελληνικά θύω, Θυιάδες και Θυώνη/Θυωναῖος που ανέφερα παραπάνω. Γράφει ο Ησύχιος:

δυαεῖ· φλυαρεῖ, ἀλογεῖ

Δύαλος· ὁ Διόνυσος, παρὰ Παίωσιν

δύαν· κρίνην

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναρωτηθούμε αν ο γοτθικός όρος dwals = «ανόητος» (< «παρασυρμένος, ξελογιασμένος»;) είναι ομόρριζος (*dhuh2-el-os > PGmc *dual-az > γοτθ. dwals).

Dyalos-Sabadios

Το όνομα της μητέρας του Διονύσου Σεμέλη παραμένει επίσης ανετυμολόγητο. Κατά την περίοδο που η θρακο-φρυγική καταγωγή της διονυσιακής λατρείας θεωρούνταν ορθοδοξία, η τυπική ετυμολογία του θεωνυμίου Σεμέλη ήταν ο υποθετικός θρακο-φρυγικός όρος *dhg’hem-el-eh2 > *zemelā = «γη» (λ.χ. η λιθουανική θεά «Γαία» Žemyna, ο σλαβικός όρος zemlja = «γη» και ο φρυγικός ζεμελος = «επιχθόνιος, χθαμαλός, θνητός» που απαντά στην στερότυπη φράση «με δεως κε ζεμελως κε» = «από θεούς τε (και) θνητούς τε»). Μετά το 1950 στις ετυμολογικές υποθέσεις του θεωνυμίου Σεμέλη προστέθηκε και η συροσημιτική.

Ο ΜL West γράφει στην σελίδα 175 του βιβλίου του «ΙΕ ποίηση και Μυθολογία»:

A better known consort of Zeus in Greek myth is Semele, mother of Dionysus. This seems to be a Thracian name of the Earth-goddess, from *g’hem-elā. The Thracian pronunciation was probably Zemelā.

Για την πιθανότητα συροσημιτικής ετυμολογίας της Σεμέλης, αναφέρω την υπόθεση ταύτισης με την ουγκαριτική «Θεά των Αετών» Sml.

Semele

Ο όρος θύρσος (ένα από τα βακχικά θύσθλα, ραβδί από τον ξεραμένο κορμό νάρθηκα τυλιγμένο με φύλλα κισσού και αμπέλου και με ένα κουκουνάρι στερεωμένο στην άκρη, δείτε εικόνες εδώ) πιθανόν να προέρχεται από τον Χεττιτο-Λουβικό όρο tuwarsa = «άμπελος».

Ο όρος Βάκχος παραμένει επίσης ανετυμολόγητος. Ωστόσο, δύο παρατηρήσεις ίσως σχετίζονται με την ετυμολογία του όρου.

  1. Στις Ελληνο-Λυδικές δίγλωσσες επιγραφές, τα ελληνικά σύνθετα ονόματα σε Διονυσο- αποδίδονται λυδιστί ως Baki
  2. O Ησύχιος κατέγραψε τον φοινικικό όρο βάκχος = κλαυθμός (κλάμα) και, λίγο παραπάνω μεταφράζει τον όρο βάκχος ως «ο κλάδος που χρησιμοποιείται στις διονυσιακές τελετές (θύρσος;)» (μήπως εκ του IE *bak- «ραβδί» > βακτηρία ~ λατ. baculum).

βακχᾶν· ἐστεφανῶσθαι κισσῷ

Βακχέβακχος· ὁ Διόνυσος οὕτως ἐκαλεῖτο ἐν ταῖς θυσίαις (Ar.Eq. 408)

Βακχεία· ἑορτὴ Διονύσου [βακχεύτρια]

βακχεύει· μαίνεται P τραγῳδεῖ

βακχευθεῖσα· ἐξηχευομένη, ἐξεστηκυῖα vgAS

βακχεύοντες· μαινόμενοι, vgAS σειόμενοι

βακχεῖον· τελεστήριον. νάρθηξ

Βάκχη· γένος ἀπίου. ἢ μία τῶν Βακχῶν, ἢ τοῦ Διονύσου

Βακχιάδαι· οὐ μόνον οἱ Μιλήσιοι, ἀλλὰ καὶ Κορίνθιοι, ἀπὸ Βάκχιδος

βακχία· μανία (S)

βακχόαν· βόθρον. Αἰολεῖς

βάκχος· ὁ ἱερεὺς τοῦ Διονύσου. καὶ κλάδος ὁ ἐν ταῖς τελεταῖς, οἱ δὲ φανὸν λέγουσιν· οἱ δὲ ἰχθύν q

Βάκχου Διώνης· οἱ μὲν βακχευτρίας Σεμέλης· οἱ δὲ Βάκχου τοῦ Διονύσου καὶ Ἀφροδίτης τῆς Διώνης. παρόσον διωνυμία περὶ τὴν θεάν (trag. ad. fr. 204). Πράξιλλα δὲ ἡ Σικυωνία (fr. 8) Ἀφροδίτης παῖδα τὸν θεὸν ἱστορεῖ

βάκχυλον· σποδίτην ἄρτον. Ἠλεῖοι

βάκχον· κλαυθμόν. Φοίνικες

Για το λυδικό ανθρωπωνυμικό μόρφημα Baki- ως μετάφραση του ελληνικού Διονυσο-:

thyrsos

Τέλος, ορισμένοι μελετητές έχουν δει τους όρους θρίαμβος και διθύραμβος (που συνδέονται με την Διονυσιακή λατρεία) ως σύνθετους όρους κάποιας μη ελληνικής ΙΕ γλώσσας που περιέχουν τα ΙΕ αριθμητικά *tri- = «τρι-» και *kwetwor- = «τετρα-» ως είδος ποιητικού μέτρου (λ.χ. ο αριθμός 15 στο δεκαπεντασύλλαβο μέτρο).

*s-ih2 (ἴα = μία) > -αμβος

*tri- > θρί-αμβος

*kwetur- > διθύρ-αμβος (η τροπή *kwe- > te- εκτός από την Ελληνική απαντά και στην Λυκική)

ambos

Αυτά για τα γλωσσολογικά του θεωνυμίου Διόνυσος και των όρων της Διονυσιακής Λατρείας.

6 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η ΙΕ ρίζα *peh2u- «μικρός, ολίγος» και «γιος, παιδί»

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ινδοευρωπαϊκή (ΙΕ) ρίζα *peh2u- «μικρός, ολίγος» και τους απογόνους της. To φάσμα σημασιών των απογόνων της ρίζας στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες κυμαίνεται από «μικρός σε μέγεθος» και «ολίγος σε ποσότητα» μέχρι «γιος» (< μικρό παιδί).

Ξεκινάω παραθέτοντας αυτά που γράφουν οι Mallory-Adams για την ρίζα *peh2u-.

peh2u

Στον Γερμανικό κλάδο η ρίζα έδωσε το πρωτογερμανικό επίθετο *ph2w-os > *fawaz = «ολίγος» που είναι ο πρόγονος του αγγλικού few.

Στην Λατινική βρίσκουμε τα επίθετα *ph2u-kos > paucus = «ολίγος» και *ph2u-ros > *pauros > parvus (με μετάθεση wr>rw) «μικρός, ασήμαντος» από το οποίο προέκυψε το υποκοριστικό *paurulus > *paurlus > pau(l)lus = «μικρός», το οποίο είναι η πηγή του λατινικού ονόματος Paul(l)us ~ Παύλος (λ.χ. Lucius Aemilius Paullus ~ Λούκιος Αἰμίλιος Παῦλος). Ένα άλλο επίθετο είναι το *ph2u-por(H)os > pauper = «φτωχός» που, μέσα από τον γαλλικό απόγονό του pauvre (~ ιταλικό povero), είναι ο πρόγονος του αγγλικού poor. Το δεύτερο συνθετικό *por(H)os > -per συνήθως  ανάγεται στην ρίζα *per(H)- «αγοράζω, παίρνω μερίδα» (λ.χ. ελληνικά πέρνημι και πόρνη, λιθουανικό pirkti), στην οποία μάλλον ανάγονται και τα λατινικά pars/partem = «μέρος» και portiō/portiōnem = «μερίδα». Έτσι, σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, η κυριολεκτική σημασία του επιθέτου pauper είναι «αυτός που αγοράζει λίγα ~ αυτός που έλαβε μικρή μερίδα». Μία εναλλακτική ετυμολόγηση συνδέει το -per του pauper με το ρήμα parō = «παράγω, παρέχω» και, κατά συνέπεια, το επίθετο pauper γίνεται «αυτός που παράγει/παρέχει λίγα».

Στην Ελληνική, η ΙΕ ρίζα *peh2u- έδωσε το επίθετο *ph2u-ros > παῦρος = «μικρός, ολίγος» και μάλλον έδωσε και το επίθετο φαῦλος, αν δεχτούμε ότι το λαρυγγικό *h2 προκάλεσε δάσυνση *ph2>pha=φα, όπως στην λέξη *roth2os > ἐπίρροθος = ἐπίκουρος = «αυτός που τρέχει για βοήθεια» (*reth2 = *k’ers- = «τρέχω»).

Όπως στην Λατινική το επίθετο pau(l)lus έδωσε το όνομα Pau(l)lus, έτσι και στην Ελληνική βρίσκουμε το άπαξ μακεδονικό όνομα Παυράτᾱς (Πύδνα, ~350 π.Χ.) με σημασία που θυμίζει τα μικκός = «μικρός» > Μίκκων, Μικκίων, Μίκκυλος, Μίκκαλος κλπ.

pauratas

Όπως ανέφερα και στην αρχή, εκτός από την σημασία «μικρός, ολίγος», η ρίζα *peh2u- έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για τον σχηματισμό όρων με την σημασία «γιος ~ μικρό αγόρι».

Στην Λατινική βρίσκουμε τον όρο *ph2werospuer «παιδί, αγόρι».

Στην Ελληνική βρίσκουμε τους όρους *peh2w-id-s > πᾶϝις > παῖς (τὸν παῖδα) και *peh2w-s > παῦς (λ.χ. *g’reh2-w- > γραῖα ~ γραῦς).

Στην Οσκανική και στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο βρίσκουμε απογόνους του αποκατεστημένου όρου *ph2u-tlos = «γιός», δηλαδή η ρίζα στον μηδενικό βαθμό *ph2u- προσαρτημένη στο οργανικό επίθημα *-tlo- που είχε και υποκοριστική λειτουργία (λ.χ. λατινικό *-tlo- > *-klo- > -culus/-culum, παράδειγμα osculum = «μικρό στόμιο»).

Έτσι βρίσκουμε το οσκανικό puklum «παιδί ,αγόρι», το σανσκριτικό putrà και το αβεστικό puθrà, αμφότερα «γιος, αγόρι», λ.χ. το ποταμωνύμιο Βραχμαπούτρας σημαίνει «Γιος του [θεού] Βράχμα».

Στην Αβεστική βρίσκουμε και δύο ενδιαφέροντα επίθετα που έχουν σχηματιστεί από το ουσιαστικό puθrà = «γιος», τα οποία μπορούμε να αποδώσουμε στην Ελληνική χρησιμοποιώντας τον ίδιο συνδυασμό ΙΕ μορφημάτων.

avestan-Devi-fem

Το ένα είναι το θηλυκό *n.-ph2u-tl-eh2 > apuθrā ~ (ἡ) ἄπαις (η γυναίκα που δεν έχει γιους, *n.-peh2u-) που περιέχει το μηδενόβαθμο στερητικό *n.-.

Το άλλο επίθετο είναι το θηλυκό τύπου Devī (*-ih2) *h1su-ph2u-tl-ih2 > hupuθrī = (ἡ) εὔπαις (η γυναίκα που έχει καλούς γιους, *h1su-peh2u-), το οποίο περιέχει το πρόθημα *h1su- > εὐ-.

Σημείωσα και το επίθετο *pl.th2-us > πλατύς ~ pərəθu- με θηλυκό *pl.th2-(e)w-ih2 > πλατέϝια > πλατεῖα ~ pərəθβī που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση (*pl.th2-w-ih2 > Πλάταια ~ σανσκ. Pr.thivī).

21 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Τα ινδοευρωπαϊκά αριθμητικά #2

Μετά την περιγραφή των απόλυτων αριθμητικών ΙΕ επιθέτων στην προηγούμενη ανάρτηση, στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τα τακτικά αριθμητικά επίθετα.

Τα ΙΕ τακτικά αριθμητικά επίθετα

«Πρώτος»

Δεν υπάρχει γενικός ΙΕ όρος για το τακτικό αριθμητικό «πρώτος», ωστόσο πολλές γλώσσες χρησιμοποίησαν την ρίζα *per(H)- «μπροστά» (λ.χ. πρό ~ αγγλικό fore-) για την κατασκευή της λέξης. Με άλλα λόγια, ο «πρώτος» ήταν «μπροστινός».

Παραδοσιακά, ο ελληνικός όρος πρῶτος ετυμολογείται ως *pr.h3-tos με το άγνωστο λαρυγγικό να αποδίδεται συνήθως ως *h3. Η αλήθεια όμως είναι πως οι Δωριείς και οι Βοιωτοί έλεγαν πρᾶτος και ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι ο πρώιμος ελληνικός όρος ίσως ήταν *πρόατος (προ+ατος, όπως ὕπατος, ίσως από το **πρώϝατος με αναλογική βράχυνση λόγω επίδρασης από το πρότερος), από τον οποίο προέκυψε η διτυπία πρῶτος ~ πρᾶτος με διαφορετικό είδος συναίρεσης. Όποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για το θέμα μπορεί να διαβάσει τις σελίδες 427-8 (δηλαδή την παράγραφο 398.1) στο βιβλίο “New comparative Greek and Latin Grammar” του Andrew L. Sihler, όπου παρουσιάζει διάφορες απόψεις χωρίς να καταλήγει σε κάποια με βεβαιότητα.

proatos

Τα ινδο-ιρανικά και σλαβικά δεδομένα ανάγονται στον αναδομημένο όρο *pr.h3-wos > σανσκριτικό pū́rva ~ αβεστικό paurva- ~ πρωτοσλαβικό pĭrvŭ.

Από την άλλη, το λιθουανικό pirmas και το πρωτογερμανικό *frumô (λ.χ. γοτθικό fruma, παλαιό αγγλικό forma) ανάγονται στον αναδομημένο όρο *pr.h3-mo-. Ο Γερμανικός κλάδος δείχνει και το υπερθετικό *pr.h3-istos > *furistaz, που είναι ο πρόγονος του αγγλικού first.

To λατινικό *pri-ism.mos > *pri-isemos > *prīsemos > *prīsmus > prīmus επίσης περιέχει το υπερθετικό επίθημα *-sm.mos και έχει κατασκευαστεί από το pri- του prior = «πριν».

Το Αλβανικό parë συνήθως ανάγεται στο *porH-wos.

H Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ο πρόγονος της Ρουμανικής και της Βλαχικής/Αρουμανικής) είναι η μόνη λατινογενής/ρωμανική ποικιλία που εκτός από το λατινικό prīmus = «πρώτος» έχει και τον καινοτομικό όρο *antaneus = «πρώτος, μπροστινός» (ante = «μπροστά») > ρουμανικό întâi ~ βλαχικό ntãnjiu.

Ο Eric Hamp πιστεύει ότι, με την κατασκευή του όρου *antaneus, οι ομιλητές της ΑΒΡ μετέφεραν, κατά τον εκλατινισμό τους, στην λατινική τους ποικιλία μία υποστρωματική (πρωτο-αλβανική ~ δακο-μυσική) συνήθεια, γιατί στην Αλβανική το parë «πρώτος» και το para = «μπροστά, πριν» είναι σχεδόν ομόηχα.

Hamp-AlbRom

para

«Δεύτερος»

Στις περισσότερες ΙΕ γλώσσες το τακτικό αριθμητικό επίθετο «δεύτερος» δεν σχετίζεται με την ρίζα *duō, αλλά προέκυψε από γενικότερους όρους με τη σημασία «ο έτερος/άλλος», «ο επόμενος», «ο κατώτερος» κλπ.

Σύμφωνα με τον Silher (σλδ 429 του προαναφερθέντος βιβλίου), ο ελληνικός όρος δεύτερος σημαίνει «δευτεράτζα, ο κατώτερος εκ των δύο, δευτεροκλασάτος» και προέκυψε από το ρήμα δεύω/δεύομαι = «υπολείπομαι, υστερώ, είμαι ελλιπής ~ ενδεής», δηλαδή «μου λείπουν τα στοιχεία του “πρώτου”/ανώτερου». Από την ίδια ρίζα και το επίθετο ὑποδεής = «ελλιπής, κατώτερος». Με άλλα λόγια δεύτερος = ο υποδεέστερος εκ των δύο.

deuteros

Στην Λατινική, για την σημασία «δεύτερος» χρησιμοποιήθηκαν οι όροι alter = «ο άλλος/έτερος εκ των δύο» και secundus = «επόμενος» (*sekw- «ακολουθώ» > ἕπομαι ~ sequor).

Ο Γερμανικός κλάδος χρησιμοποίησε το ΙΕ *h2enteros = «ο άλλος/έτερος εκ των δύο» > πρωτογερμανικό *anþeraz (> αγγλικό other) για να δηλώσει το τακτικό αριθμητικό «δεύτερος».

Ο Σλαβικός κλάδος χρησιμοποίησε το πρωτοσλαβικό *vŭtorŭ ~ «ο πέρα, εκείνος, ο άλλος» για να σχηματίσει τον όρο «δεύτερος».

vutoru

«Τρίτος-Δέκατος»

Από τον «τρίτο» και έπειτα, οι θυγατρικές ΙΕ γλώσσες σχηματίζουν κατά κανόνα τακτικά αριθμητικά από τα αντίστοιχα απόλυτα αριθμητικά.

Το επίθημα που κατά κανόνα χρησιμοποιείται είναι το *-tos σε Ελληνική και Λατινική, ενώ ο Γερμανικός κλάδος δείχνει το έρρινο επίθημα *-tōn.

Ελληνική:

τρίτος, τέταρτος (αιολικό πέτροτος), πέμπτος, ἕκτος, ἔνατος (λεσβικό ἔνοτος), δέκατος (αρκαδικό δέκοτος).

Το ἕβδομος προέκυψε από το *septm.mos (~ λατινικό septimus), με το /m./ να προκαλεί υποχωρητική ηχηροποίηση -ptm.- > -pdm.- > -bdm.- > -βδο-,όπως συνέβη και στο σλαβικό *septm. > *setmi > sed.

Το ὄγδοϝος (~ λατινικό octāvus) δείχνει αναλογική ηχηροποίηση κτ>γδ, λόγω επίδρασης του προηγούμενου ἑπτά > ἕβδομος.

Το ἔνϝατος > ἔνατος ~ εἴνατος (ιωνικό, ομηρικό, λόγω ΑΕ3) είναι κανονικότατα δομημένο από το ΙΕ *h1nwn.-tos.

Λατινική:

*tri-tos > *tri-tyos > tertius

*kwetwr.-tos > *kwewortus > *kwo(w)ortos > quārtus

*penkw-tos > *kwenkw-tos > quīnctus > quīntus

*s(w)ek’s-tos > sextus

και septimus, octāvus, nōnus, decimus

Γερμανικός κλάδος:

IE *trì-t-iōn > PGmc. *þriðjô «τρίτος» > γοτθικό þridja ~ αγγλικό third

*penkw-tōn > *fimftô > γοτθικό fimfta ~ αγγλικό fifth.

*dek’m.t-ōn- > *tehundô > γοτθικό tehunda ~ αγγλικό tenth.

κλπ.

Όποιος θέλει να εμβαθύνει περισσότερο στο θέμα των ΙΕ αριθμητικών και να δει τα δεδομένα και από τις άλλες γλώσσες, του προτείνω να διαβάσει τις σελίδες 402-438 του Sihler (Part V: numerals), όπου το θέμα περιγράφεται λεπτομερέστατα.

Όποιος δεν έχει τον Sihler μπορεί αν διαβάσει την σελίδα της Βικιπαίδειας “IE numerals”.

Συμπλήρωμα

Σας παραθέτω μία θεσσαλική διαλεκτική επιγραφή (Σκοτούσσα, ~190 π.Χ.) με τα τακτικά αριθμητικά της Θεσσαλικής διαλέκτου:

Skotoussa-ordinals

προῦτος = πρῶτος (κὰτ τὰν ὄμβασιν τὰν προύταν = κατὰ τὴν ἀνάβασιν τὴν πρώτην)

τρέττος (< τρίτιος) = τρίτος (κὰτ τὸν τρέττον πύργον = κατὰ τὸν τρίτον πύργον, *trityos > *tritʲtʲos > trèttos, με ρι>ρε όπως στο θεσσαλικό απαρέμφατο κρεννέμεν = κρίνειν). Η μορφή *tri-tyos θυμίζει το λατινικό tertius και το γοτθικό þridja.

πέτροτος = τέταρτος (κὰτ τὸν πέτροτον πύργον = κατὰ τὸν τέταρτον πύργον, *kwetwr.-tos > πέτροτος)

πέντος (< πέμτος) = πέμπτος (κὰτ τὸν πέντον πύργον = κατὰ τὸν πέμπτον πύργον, πέμπτος > πέμτος > πέντος, με απώλεια του /π/ όπως στο λατινικό quīnctus > quīntus και με οδοντική αφομοίωση μτ>ντ όπως στο βρομτᾱ > βροντή, βρόμος)

ἕκτος

ἕδδομος = ἕβδομος (κὰτ τὸν ἕδδομον πύργον)

ὄδδοος = ὄγδοος (κὰτ τὸ γουνιαῖον τοῖ ὀδδόοι πύργοι = κατὰ τὸ γωνιαῖον τοῦ ὀγδόου πύργου, η πρώιμη γενική των δευτερόκλιτων -οιο, στην Θεσσαλική κόπηκε σε -οι αντί για την πανελλήνια συναίρεση -οιο > -οο > αττικο-ιωνικό -ου ~ δωρικό -ω)

ἔνοτος = ἔνατος (κὰτ τὸν ἔνοτον πύργον = κατὰ τὸν ἔνατον πύργον, *h1nwn.-tos > ἔνοτος)

δέκοτος = δέκατος (κὰτ τὸν δέκοτον πύργον = κατὰ τὸν δέκατον πύργον, *dek’ m.-tos > δέκοτος, όπως και στην Αρκαδική)

1 Comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα