Tag Archives: επιθυμώ

Η σανσκριτική λέξη για τον «πόλεμο»

Η ιδέα για τη σημερινή έκτακτη και σύντομη ανάρτηση προέκυψε χθες το βράδυ, καθώς έβλεπα την ταινία «Άφιξη» (Arrival). Ευτυχώς η επίμαχη σκηνή ήταν στο πρώτο δεκάλεπτο, γιατί πάνω στο μισάωρο με πήρε ο ύπνος.

Continue reading

11 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η ΙΕ ρίζα *h1op- «επιθυμώ»: το ψάρι, το ψώνιο και το ψητό

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους ελληνικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *h1op- «επιθυμώ». Η ρίζα αυτή δεν είναι παρά ο ο-βαθμός της ρηματικής ρίζας *h1ep- «παίρνω, αρπάζω», δείχνοντας την σημασιακή εξέλιξη παίρνω > θέλω να πάρω > επιθυμώ.

Ως συνήθως, αρχίζω με την περιγραφή των δύο ριζών από τους Mallory-Adams.

h1op

H ρηματική ρίζα *h1ep- «παίρνω, αρπάζω» έχει δώσει λ.χ. το Χεττιτικό epzi = «παίρνει» (Χεττ “z” = /ts/), ενώ στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο έχει δώσει ρήματα με τη σημασία «αποκτώ» (αβεστικό apayeiti, σανσκριτικό āpnoti).

Η ο-βαθμη ρίζα με τη σημασία «επιθυμώ» έχει δώσει το λατινικό optō = «επιθυμώ, προτιμώ, επιλέγω» (παράγωγό του το optimus = «ιδανικός, βέλτιστος», κυριολεκτικά «επιθυμητός» και τα λατινικά δάνεια της Αγγλικής optimal, opt και option) και το ελληνικό ἐπιόψομαι = «επιλέγω» (ἐπι-οψ-ομαι).

Επειδή τα λατινικά δεδομένα δείχνουν την επαυξημένη μορφή *h1op-t- , το ελληνικό θέμα οψ- μπορεί να εξηγηθεί ως:

*h1op-t-i- > opty- > opts- > ops- = οψ-

Το βασικό παράγωγο ουσιαστικό στην Ελληνική είναι το ουδέτερο *h1op-t-iom > *optyom > optsom > ὄψον = «το πιο εύγευστο (= λαχταριστό ~ επιθυμητό) μέρος ενός πιάτου». Επειδή το λαχταριστό μέρος ενός πιάτου ήταν το ψητό (κρέας ή ψάρι) ο όρος ὄψον έγινε συνώνυμο του «ψητού» και, αργότερα, ειδικά του ψαριού (το κύριο ψητό «ὄψον» των Ελλήνων).

[Ιλιάδα, 9.485-9]

καί σε τοσοῦτον ἔθηκα θεοῖς ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,
ἐκ θυμοῦ φιλέων, ἐπεὶ οὐκ ἐθέλεσκες ἅμ᾽ ἄλλῳ
οὔτ᾽ ἐς δαῖτ᾽ ἰέναι οὔτ᾽ ἐν μεγάροισι πάσασθαι,
πρίν γ᾽ ὅτε δή σ᾽ ἐπ᾽ ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας
ὄψου τ᾽ ἄσαιμι προταμὼν καὶ οἶνον ἐπισχών.

——

Κι έτσι μεγάλο εγώ σε ανάστησα, θεόμορφε Αχιλλέα,
και σ᾿ αγαπούσα᾿ τι δεν ήθελες εσύ κανέναν άλλον,
για στο τραπέζι σύντας πήγαινες για κι έτρωγες μονάχος·
έπρεπε εγώ μαθές στα γόνατα να σε κρατώ, να κόβω
το κρέας, να τρως, μετά στα χείλια σου την κούπα να ζυγώνω.

[Ιλιάδα, 11.630-2]

χάλκειον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμυον ποτῷ ὄψον,
ἠδὲ μέλι χλωρόν, παρὰ δ᾽ ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν,
πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

——

κανίστρι χάλκινο, και μέσα του κρομμύδι για προσφάγι,
να πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι,
στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που ‘χε απ᾿ την Πύλο φέρει,

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Η ταύτιση ὄψον = «ψητό» έδωσε τα ρήματα ἕψω = «ψήνω, βράζω ~ μαγειρεύω» ( η μη ετυμολογική δασεία μόνο στην Αττική) και ὀπτάω = «ψήνω».

[Οδύσσεια, 3.33]

καρπαλίμως: ὁ δ᾿ ἔπειτα μετ᾿ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
ἷξον δ᾿ ἐς Πυλίων ἀνδρῶν ἄγυρίν τε καὶ ἕδρας,
ἔνθ᾿ ἄρα Νέστωρ ἧστο σὺν υἱάσιν, ἀμφὶ δ᾿ ἑταῖροι
δαῖτ᾿ ἐντυνόμενοι κρέα τ᾿ ὤπτων ἄλλα τ᾿ ἔπειρον.
οἱ δ᾿ ὡς οὖν ξείνους ἴδον, ἁθρόοι ἦλθον ἅπαντες,

——

γοργά, και πίσω αυτός στ᾿ αχνάρια της ερχόταν, ως που φτάσαν
κει που οι Πυλιώτες είχαν σύναξη και θρόνιαζαν καθόταν
με τους υγιούς του εκεί κι ο Νέστορας, κι ολόγυρα οι συντρόφοι
ψηναν τα κρέατα, κι άλλα σούβλιζαν και σύνταζαν το γιόμα.
Βλέποντας ξένους τρέξαν όλοι τους και τους καλωσόριζαν

[Οδύσσεια, 15.98]

ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Βοηθοί̈δης Ἐτεωνεύς,
ἀνστὰς ἐξ εὐνῆς, ἐπεὶ οὐ πολὺ ναῖεν ἀπ᾿ αὐτοῦ:
τὸν πῦρ κῆαι ἄνωγε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος
ὀπτῆσαί τε κρεῶν: ὁ δ᾿ ἄρ᾿ οὐκ ἀπίθησεν ἀκούσας.
αὐτὸς δ᾿ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,

——

κι όπως ο γιος του βοηθού ζύγωσεν, ο Ετεωνέας, το στρώμα
μόλις αφήνοντας — το σπίτι του μακριά μαθές δεν ήταν —
φωτιά ο Μενέλαος ο βροντόφωνος γοργά ν᾿ ανάψει του ‘πε
και κρέας να ψήσει᾿ κι ως στο λόγο του τον είδε να συγκλίνει,
κατέβη ατός του στο κελάρι τους το μοσκοβολισμένο,

Το ρήμα ἕψω με τον αόριστο ἥψησα που βρίσκουμε λ.χ. στον Ηρόδοτο, είναι ο πρόγονος των νεοελληνικών ψήνω, ἔψησα, ψητός.

[Ηρόδοτος, 1.119.3] Ἀστυάγης δέ, ὥς οἱ ἀπίκετο ὁ Ἁρπάγου παῖς, σφάξας αὐτὸν καὶ κατὰ μέλεα διελὼν τὰ μὲν ὤπτησε τὰ δὲ ἥψησε τῶν κρεῶν, εὔτυκα δὲ ποιησάμενος εἶχε ἕτοιμα.

Η σημασία ὄψον = λαχταριστό ~ μαγειρεμένο φαΐ επιβιώνει στην παροιμία «μπές στο ψητό», δηλαδή άσε τα «ορεκτικά» και τις «σαλάτες» και μπες στο «κυρίως/μαγειρεμένο πιάτο».

Όπως είπα και παραπάνω, από ένα σημείο και μετά ο όρος ὄψον ταυτίστηκε ειδικά με το ψάρι. Ο όρος «ψάρι» προέκυψε από τον όρο «ὄψον» με την προσθήκη του λατινικού επιθήματος -ārium > -άριον (λ.χ. cella > cellārium > κελλάριον > κελάρι):

ὄψον > ὀψάριον > οψάρι > ψάρι

Η φράση «ὄψον ὠνέομαι» = «αγοράζω κρέας/ψάρι» έδωσε το ρήμα ὀψωνέω = «αγοράζω ψάρια/τρόφιμα» και ὀψωνιάζω ~ ὀψωνίζομαι = «προμηθεύομαι (τρόφιμα)» που είναι ο πρόγονος του νεοελληνικού ψωνίζω.

Ο πρόγονος του νεοελληνικού όρου ψώνιο/ψώνια είναι το ὀψώνιον, αλλά σήμαινε κυρίως «μισθός» αν και πέρασε στα λατινικά ως obsōnium = «ὄψον».

Επειδή το ψώνισμα των τροφίμων είναι μέρος της διαδικασίας της προετοιμασίας του φαγητού, το ρήμα ὀψωνέω επιλέχθηκε στην βιολογική/ανοσολογική ορολογία, για το όνομα των οψωνινών (opsonins). Οι οψωνίνες είναι όλα εκείνα τα μόρια, όπως τα αντισώματα που, στην μια μεριά τους (στις επάνω άκρες του “Y”)  έχουν υποδοχείς που «μαγκώνουν» στους αντιγονικούς επιτόπους σκεπάζοντας το αντιγόνο και, στην άλλη μεριά τους (κάτω άκρη του “Y”), διαθέτουν υποδοχείς που «μαγκώνουν» στην επιφάνεια των φαγοκυττάρων, όπως τα μακροφάγα, τα οποία «τρώνε» τα αντιγόνα με φαγοκυττάρωση.

Ονομάστηκαν «οψωνίνες» επειδή συμμετέχουν στην διαδικασία «προετοιμασίας» και «σερβιρίσματος» του αντιγόνου στα φαγοκύτταρα.

opsonins

9 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα