Tag Archives: επίθημα

Το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι σχετικά μικρή και γλωσσολογικού περιεχομένου. Το θέμα της είναι το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από όλες τις σλαβικές γλώσσες για τον σχηματισμό εθνικών ονομάτων από τοπωνύμια. Continue reading

Advertisements

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Ήταν «Γουναράς» ο Βελισάριος;

Όσο πασίγνωστος είναι ο στρατηγός Βελισάριος, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει ετυμολογικά το μυστήριο όνομά του. Τι σήμαινε άραγε το όνομα Βελισάριος;

Continue reading

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Τα Θρακoμυσικά υδρωνύμια Τόνζος και Πάνυσος

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τα θρακομυσικά ποταμωνύμια Τόνζος (σημ. Tundža) και Πάνυσος (σημ. Kamčiya). Ο Τόνζος πηγάζει από τον Αίμο και, περνώντας από το σημερινό Γιάμπολ, κατεβαίνει νότια όπου εκβάλλει στον Έβρο στην ΑδριανούποληContinue reading

12 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το επίθημα -sht στην Αλβανική και το μυστήριο τοπωνύμιο «Βράτζιστα» στη Μεσόγειο Δακία

Η σημερινή ανάρτηση, όπως πολλές άλλες, προέκυψε από το προ ολίγων ημερών ενδιαφέρον σχόλιο του φίλου Χρήστου.

Ο Χρήστος μου υπενθύμισε ότι η Αλβανική έχει ένα επίθημα -sht που θυμίζει το συλλογικό επίθημα –īšt– του βαλτοσλαβικού κλάδου. Έχω περιγράψει το συλλογικό επίθημα -īšt- του σλαβικού κλάδου σε παλαιότερη ανάρτηση. Continue reading

16 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το ΙΕ επίθημα *-men-

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ΙΕ (ινδοευρωπαϊκό) επιθηματικό μόρφημα *-men-, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά ευέλικτη ευχρηστία που, με τη σειρά της, ευθύνεται για την αξιοθαύμαστη παραγωγική του ικανότητα. Αν και έχω αναφερθεί σε αυτό το επίθημα πολλές φορές στο παρελθόν, δεν έχει τύχει να το τιμήσω με την δική του ανάρτηση. Η σημερινή ανἀρτηση ελπίζω να καλύψει αυτό το κενό.

Το ευέλικτο και εύχρηστο επιθηματικό μόρφημα *-men-, μεταβάλλοντας τον βαθμό ablaut του, μπορεί να πάρει τις παρακάτω μορφές:

  1. Το μηδενόβαθμο επίθημα ουδετέρων *-mn.
  2. To ε-βαθμο αθεματικό επίθημα *-men-s > *-mēn που σχηματίζει αρσενικά και θηλυκά ουσιαστικά, που συχνά -αλλά όχι πάντα- έχουν την λειτουργία ενεργούντος προσώπου (nomen agentis)
  3. Το ο-βαθμο λειτουργικό ανάλογο του προηγουμένου *-mon-s > *-mōn
  4. Το μηδενόβαθμο θεματικό επίθημα *-mn-os
  5. Ίσως, μέσα από την μηδενόβαθμη θεματική ποικιλία *-m.n-os να κρύβεται πίσω από το ελληνο-άριο ονοματικό επίθημα *-an-os, μία πιθανότητα που έχω εξετάσει σε παλαιότερη ανάρτηση και δεν θα την αναπτύξω περισσότερο εδώ.

Για να εξοικειωθείτε πιο γρήγορα με τις παραπάνω κατηγορίες θα σας παραθέσω συνοπτικά τους ελληνικούς απογόνους τους πριν περάσω στην αναλυτική περιγραφή της κάθε κατηγορίας.

Τα ΙΕ μηδενόβαθμα ουδέτερα σε *-mn. εξελίχθηκαν στα γνωστά μας ελληνικά ουδέτερα σε -μα (λ.χ. ὄνομα, πρᾶγμα κλπ).

Τα ΙΕ αθεματικά ονόματα σε *-mēn/*-mōn εξελίχθηκαν στα ελληνικά ονόματα σε -μην/-μων (λ.χ. ποιμήν, πυθμήν και ἡγεμών, εἰδήμων).

Τα ΙΕ μηδενόβαθμα θεματικά ονόματα σε *-mn-os εξελίχθηκαν στα ελληνικά ονόματα του τύπου -μνός (λ.χ. ὄνομα > νώνυμνος = ανώνυμος, βέλος > βέλεμνον, ποιμήν > ποίμνη).

Σε αυτό το σημείο πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το ελληνικό επίθημα -μένος (γράφω > γέγραφα > γεγραφ-μένος > γεγραμμένος) των μεσοπαθητικών μετοχών παρακειμένου ΔΕΝ σχετίζεται με το μόρφημα *-men- της παρούσας ανάρτησης, αλλά προέρχεται από το IE μεσοπαθητικό μετοχικό επίθημα *-mh1n-os. Δεν μπορώ να καταλήξω σε πιο από τα δύο επιθήματα ανάγεται το επίθημα των αρχαίων τοπωνυμίων του τύπου ὈρχομενόςἈλαλκομεναί, Εὐρυμεναί, Ἰδομεναί κλπ. Αν από πίσω κρύβεται το μετοχικό επίθημα τότε αυτά τα αρχαία τοπωνύμια είναι ανάλογα των συγχρόνων του τύπου Ξεχασμένη (λ.χ. διευρυμένη > Εὐρυμεναί, ἀλέξωἀλαλκώ = προστατεύω > Ἀλαλκομεναί = «προστατευμένες, οχυρωμένες»).

Οι αναπληρωματικές εκτάσεις που συνόδεψαν την αποβολή του τελικού /s/ στην ονομαστική ενικού μετά από ένηχο σύμφωνο (n,m,r,l) στις εξελίξεις *-men-s > *-mēn και *-mon-s > *-mōn οφείλονται στον νόμο του Szemerényi (λ.χ. *ph2ter-s > *ph2tēr > ὁ πατήρ/τὸν πατέρα).

Για να σας δείξω την παραγωγική ευελιξία και ευχρηστία του επιθήματος *-men- θα παραθέσω τα παρακάτω παραδείγματα:

Η ΙΕ ρηματική ρίζα *wes- «ντύνομαι» (λ.χ. *wes-nu-mi > ἕννῡμι = «ντύνομαι») έχει δώσει στην Ελληνική το ουδέτερο *wes-mn. > εἷμα = «ένδυμα».

Για να πάμε από το εἷμα = «ένδυμα» σε «αυτόν που φοράει το εἷμα» αρκεί να αλλάξουμε βαθμό ablaut *-mn. > *-mon-s > *-mōn και προκύπτει ο όρος *wes-mōn > εἷμων (λ.χ. μελανείμων = «μαυροντυμένος», ἀνείμων = «άντυτος/ανένδυτος»).

Για να πάμε στην αφηρημένη έννοια «ντύσιμο» αρκεί να φτιάξουμε το παράγωγο θηλυκό *-mon-ieh2: *wes-mon-ieh2 > εἱμονία (λ.χ. δυσειμονία/καχειμονία/κακοειμονία = «κακό ντύσιμο»).

Η ΙΕ ρίζα *peh2(i/s)- «ταΐζω, προστατεύω» έχει δώσει το nomen agentis *poh2i-men-s > poh2i-mēn > ποιμήν.

Για να μεταβούμε από τον ποιμένα στο «κοπάδι που φυλάει ο ποιμήν» αρκεί να φτιάξουμε τους όρους:

*poh2i-mn-eh2 > ποίμνη και *poh2i-mn-iom > ποίμνιον ενώ, για το ρήμα που περιγράφει την δράση του ποιμένα, έχουμε το *poh2i-mn.-yō > poimanʲnʲō > ποιμαίνω.

Το ρήμα ἐρύω = «αμύνομαι, προστατεύω» έδωσε το ουδέτερο ἔρυμα = «οχύρωμα, αμυντήριο» και το επίθετο ἐρυμνός = «οχυρός, εὐερκής».

Από την θέα προέκυψε το γνωστό ουδέτερο θέᾱμα και ο θεᾱτής. Συνώνυμο του τελευταίου όρου είναι ο όρος θεάμων (παράγωγο του όρου θέᾱμα). Σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανέβηκε στον θρόνο, προσπάθησε να «ευφράνει» τον πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως με θεάματα στον ιππόδρομο, για να γίνει δημοφιλής, επειδή γνώριζε ότι οι «Βυζάντιοι» ήταν οι περισσότερο φιλοθεάμονες απ΄όλους τους ανθρώπους , δηλαδή αγαπούσαν τα θεάματα περισσότερο απ΄όλους τους άλλους πληθυσμούς.

[Λέων Διάκονος, 4.4] ταῖς τῶν ἵππων ἁμίλλαις καὶ τοῖς λοιποῖς θεωρίοις ἧστο τὸν δῆμον εὐφραίνων. Φιλοθεάμονες γὰρ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων Βυζάντιοι.

Στο ζεύγος θεάμων = θεᾱτής βλέπουμε το επίθημα *-mon-s να έχει την ίδια λειτουργία με τα τυπικά επιθήματα *-teh2s/-της, *-ter-s/-τήρ, *-tor-s/-τωρ που σχηματίζουν nomina agentis (ονόματα ενεργούντων/δρώντων προσώπων), όπως και στο παράδειγμα:

*seh2g- > PGrk hāg- > αττ/ιων. ἡγέομαι: ἡγεμών = ἡγέτης = ἡγητής = ἡγήτωρ/ἡγητήρ

Ας δούμε τώρα την γενικότερη θέση του επιθήματος *-men- σε όλες τις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες.

Τα IE μηδενόβαθμα ουδέτερα σε *-mn.

Ο πρωτότυπος όρος αυτής της κατηγορίας είναι το ουδέτερο *h1no-mn. = «όνομα».

Η Ελληνική συνδέεται με την «αδελφή» της Φρυγική με μία ενδιαφέρουσα καινοτομία. Και στις δύο γλώσσες η αναμενόμενη μορφή του ουδετέρου είναι *h1no- > *eno-, αλλά και οι δύο γλώσσες δείχνουν την αφομοίωση *eno- > ono-: ελληνικό ὄνομα, φρυγικό ονομαν (άραγε ονομαστική ή αιτιατική; ).

Η ελληνική ποικιλία ὄνυμα (λ.χ. επώνυμος, τοπωνύμιο κλπ) οφείλεται στον νόμο του Cowgill, σύμφωνα με τον οποίο, ένα πρωτοελληνικό /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,l,r) και χειλικού (b,bh,p,m,w,kw,gw,gwh) τρέπεται σε /u/ (λ.χ. *bholyom > λατινικό folium, αλλά ελληνικό pholʲlʲon > φύλλον).

onoman

Οι δύο γλώσσες συμμερίζονται και το ουδέτερο παράγωγο της ρίζας *g’heu- «χέω»:

*g’heu-mn. > χεῦμα και το φρυγικό λήμμα του Ησυχίου:

ζεῦμαν· τὴν πηγήν. Φρύγες (σίγουρα αιτιατική)

Η φρυγική τροπή *g’he- > *ge- > dze- = «ζε-» φαίνεται και στο λήμμα *g’hel- «πράσινο/κίτρινο» > ζέλκια = «λάχανα» (λ.χ. το ομόρριζο σλαβικό zelenŭ = «πράσινος»).

Ας γυρίσουμε όμως στους απογόνους του ουδετέρου *h1no-mn. = «όνομα» στις άλλες γλώσσες του Ελληνο-Άριου κλάδου της ΙΕ οικογένειας.

Από τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο αναφέρω το βεδικό/σανσκριτικό nāman και το αρχαίο περσικό nāma. Το μακρό /ā/ οφείλεται στον νόμο του Brugmann, σύμφωνα με τον οποίο, το ΙΕ *o σε ανοιχτή συλλαβή στην Κοινή Ινδο-Ιρανική τράπηκε σε μακρό /ā/ και όχι στο αναμενόμενο βραχύ /a/ (λ.χ. *doru- > ελληνικό δόρυ, αλλά σανσκριτικό dāru και αρχαίο περσικό dāruv).

Αφού ανέφερα το σανκριτικό nāman μπορώ να αναφέρω και το γνωστό σανσκριτικό ουδέτερο karman, που όλοι γνωρίζετε ως ινδουιστικό «κάρμα». Το ουδέτερο αυτό έχει σχηματιστεί από την ΙΕ ρίζα *kwer- «ποιώ, κάνω» (*kwor-mn. > karman) και κυριολεκτικά σημαίνει «ποίημα, πράξη». Η φιλοσοφική του σημασία στον ινδουισμό είναι «το σύνολο των πράξεων στην ζωή ενός ανθρώπου από τις οποίες αυτός θα κριθεί μετά θάνατον» (με «καλό κάρμα» μετενσαρκώνεσαι σε κάτι καλύτερο και με «κακό κάρμα» σε κάτι χειρότερο). Όπως είδαμε την Ελληνική να περνάει από τα ουδέτερα θέᾱμα και πρᾶγμα στα nomina agentis φιλοθεάμων και πολυπράγμων, έτσι και η Σανσκριτική περνάει από το karman = «ποίημα» στο nomen agentis Viśva-karman = «Παντοποιήμων», χαρακτηρισμός της θεότητας/αρχής που δημιούργησε το σύμπαν.

Στην Αρμενική το «όνομα» είναι anun (< *anuwn < *anumn < *anōmən).

Μετά τις γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου, αναφέρω από την Λατινική το ουδέτερο nōmen = «όνομα», το οποίο μας δείχνει ότι το επίθημα *-mn. εξελίχθηκε κανονικά σε *-men (λ.χ. *dek’m. > decem ~ δέκα). Το μακρό /ō/ του λατινικού όρου είναι ανώμαλο και η συνήθης εξήγηση είναι ότι προέκυψε από σύγχυση με την ρίζα *g’n.h3- > gnō– των nōtus = «γνωστός, ονομαστός/επώνυμος» και ignōtus = «άγνωστος».

nomen

Η ρίζα του λατινικού ρήματος fluō = «ρέω» (< *bhleu-) έδωσε το ουδέτερο *bhleu-mn. > floumenflūmen = «ποτάμι» (λ.χ. ιταλικό fiume και βλαχικό/αρουμανικό flumin), σχηματισμός που μας θυμίζει το ελληνικό *sreu- > ῥέϝ-ω, με ουδέτερο παράγωγο τον όρο *sreu-mn. > ῥεῦμα. Θυμίζω ότι το θρακικό ποταμωνύμιο Στρυμών είναι από την ίδια ρίζα (*sru-mon-s), δείχνοντας την τυπική επένθεση *sr>str των βορείων ΙΕ γλωσσών (λ.χ. το ομόρριζο αγγλικό stream).

Η Λατινική συμμερίζεται με την Ελληνική και την Σανσκριτική το ουδέτερο *ter-mn. = «τέρμα, όριο»:

Ελληνικό τέρμα ~ Λατινικό termen ~ Σανσκριτικό tarman

Έτσι στο λατινικό επίθετο conterminus (> αγγλικό co(n)terminous) = «όμορος», αντιστοιχούν τα ελληνικά επίθετα συντέρμων και ὁμοτέρμων. Ἀγχιτέρμων = παραμεθόριος, ενώ ένας άλλος τρόπος για να περιγράψεις τα νησιά ως ἀμφίρρυτα/περίρρυτα είναι να τα πεις ἁλιτέρμονα, επειδή τα τέρματά τους είναι ἁλίβρεκτα (= θαλασσόβρεχτα).

Η Λατινική εμφανίζει και τον επαυξημένο τύπο ουδετέρων *-mn.-t-om > -mentum. Αυτό το πρόσθετο /t/ εμφανίζεται και στις πλάγιες πτώσεις των ελληνικών ουδετέρων, λ.χ.:

*sreu-mn. > τὸ ῥεῦμα, με γενική *sreu-mn.-t-os > τοῦ ῥεύματος.

ἔνδυμα > ἐνδυμασία (*-mn.-t-ieh2 > *-ματία > -μασία).

Παραδείγματα τέτοιων επαυξημένων λατινικών ουδετέρων είναι τα:

 argūmentum (> αγγλικό argument) = «επιχείρημα, θέμα συζήτησης»

vestimentum = «ένδυμα» (> αγγλικό investment = «επένδυση»)

Η ΙΕ ρίζα *h2er- «συναρμολογώ, συναρμόζω, βάζω μαζί», μέσα από το ουδέτερο *h2er-mn. έχει δώσει το ελληνικό ουδέτερο ἄρμα (προϊόν ευπάλαμης συναρμογής) και την ελληνική αφηρημένη έννοια *h2er-mon-ieh2 > ἁρμονία («σωστό ταίριασμα/ σωστή συναρμογή).

Στην Λατινική η ίδια ρίζα έδωσε το ουδέτερο *h2er-mn.-t-um > armentum = «κοπάδι αγελάδων», με παράγωγο όρο το παρατσούκλι του τετραρχικού αυτοκράτορα Γαλέριου armentārius = «γελαδάρης».

Armentarius

Στον Γερμανικό κλάδο βρίσκουμε τον πρωτογερμανικό όρο *h1no-mn. > namô = «όνομα», από το οποίο προέκυψε το αγγλικό name και το γοτθικό namō.

Αντίστοιχα, από την ρίζα *k’leu- «ακούω» σχηματίστηκε το πρωτογερμανικό ουδέτερο *k’leu-mn. > hleumô = «άκουσμα» (λ.χ. γοτθικό hliuma), με παράγωγο τον όρο *k’leu-mn.-tos > *hleumundaz = «φήμη, κλέος».

Η Ελληνική και η ο Γερμανικός κλάδος έχουν σχηματίσει το ίδιο ρήμα με τη σημασία «ονομάζω»:

*h1no-mn.-ye- > ὀνομαίνω (< *onomanʲnʲō) ~ πρωτογερμανικό *namnijaną > παλαιό αγγλικό nemnian .

onomaino

Στον Βαλτοσλαβικό κλάδο η ρίζα *h1no-mn. μετασχηματίστηκε σε *h1n.-mn. > Κοινό Βαλτο-Σλαβικό *inmn. από την οποία προέκυψε το πρωτοσλαβικό *jĭmę (λ.χ. OCS imę). To /n/ (inmn.) χάθηκε λόγω του νόμου των ανοικτών συλλαβών (ΝΑΣ).

Έτσι, σε ένα παραδοσιακό σλαβομακεδονικό τραγούδι, ο Τούρκος Αλής ζητάει την Βουλγάρα κοπέλα Γκίνα (Gino, more Gino!«Γκίνα, μωρέ Γκίνα») να «τουρκέψει» (poturči), να τον παντρευτεί και να πάρει το τουρκικό όνομα (tursko ime) «Αϊσέ».

ime

Από τους Βαλτικούς απογόνους του Κοινού Βαλτο-Σλαβικού *inmn. αναφέρω το παλαιό πρωσικό emmens (γενική ενικού).

Με το παλαιοσλαβωνικό *inmn. > imę, φαίνεται η κανονική σλαβική τροπή *-mn. > -min > -mę (με πληθυντικό *-men-h2 > -mena) στα ουδέτερα που εξετάζουμε.

Ένα άλλο σλαβικό ουδέτερο σε *-mn. είναι ο «χρόνος»που, κυριολεκτικά, είναι «αυτό που γυρίζει (κάνει εποχικούς κύκλους)»:

ΙΕ *wert- «περιστρέφομαι» > ουδέτερο *wert-mn. > πρωτοσλαβικό *vertmę > παλαιο-σλαβωνικό vrěmę . Ο σχηματισμός του σλαβικού αυτού ουδετέρου θυμίζει αυτόν του ελληνικού ουδετέρου:

στρέφω > στρέφ-μα > στρέμμα (λ.χ. διάστρεμμα)

Ο σλαβικός «ώμος» είναι ακριβής IE συγγενής του ελληνικού όρου ἅρμα:

*h2er-mn. > *armin > πρωτοσλαβικό *ormę > πανσλαβικό ramę (με πληθυντικό ramena και διαχυτη τάση μετάπλασης του ενικού σε «κανονικό» ουδέτερο ramo).

rame

Στην Αλβανική, το ουδέτερο «όνομα» θεματοποιήθηκε και μετατράπηκε σε αρσενικό:

IE *h1n-mn. > *h1en-men-os > πρωτοαλβανικό *enmena > Γκεγκικό êmën ~ Τοσκικό emër

Γράφει ο Vladimir Orel:

emer

Η αλβανική μετάπλαση του ουδετέρου σε θεματικό αρσενικό *h1en-mn. > *h1en-men-os > *enmena θυμίζει την παρόμοια λατινική μετάπλαση *ter-mn. = termen > *ter-men-os = terminus.

Κλείνω την παράγραφο για τα ουδέτερα σε *-mn. με το πρωτοκελτικό *h1nmn. > anman (λ.χ. Ιρλανδικό ainm), το Χεττιτικό *h1no-mn. > lāman, που δείχνει ανομοίωση n..m>l..m και, τέλος, τα Τοχαρικά ñom (A) και ñem (B).

Τα ΙΕ αθέματα ονόματα σε *-men-s/-*mon-s > *-mēn/*-mōn

Ο πρωτότυπος όρος αυτής της κατηγορίας είναι ο όρος *h2ek’-mōn = «πέτρα» που έχει σχηματιστεί από την ΙΕ ρίζα *h2ek’- «είμαι μυτερός/κοφτερός» (λ.χ. ἀκήἀκίς, νεο-άκ-ης > νεάκης > νεήκης = «προσφάτως ακονισμένος»).

Ο ελληνικός απόγονος της ρίζας είναι ο όρος ἄκμων.

Ο λιθουανικός απόγονος της ρίζας είναι ο όρος akmuo και δείχνει την λιθουανική διφθογγοποίηση ō>uo. Σε αυτό το σημείο αξίζει να παραθέσω και τον λιθουανικό «ποιμένα» *peh2i-mon-s > peimōn > piemuo που έχει τους βαθμούς ablaut αντεστραμμένους ως προς τον ελληνικό συγγενή του *poh2i-men-s > ποιμήν.

Ο σανσκριτικός απόγονος είναι ο όρος aśman και δείχνει την αναμενόμενη για τις γλώσσες του τύπου satem τροπή *k’>ś. Άλλοι δύο ενδιαφέροντες σανσκριτικοί όροι που περιέχουν το επίθημα *-mōn είναι οι:

*pl.th2-us = «πλατύς» > *pleth2-mon-s > prathiman- «πλατύτητα» που έχει την ίδια ακριβώς μορφολογική δομή με τον ελληνικό όρο πλαταμών (< *πλεταμών)= «πλατύς παρόχθιος/παραθαλάσσιος βράχος» (έχω περιγράψει το ζεύγος όρων σε αυτήν εδώ την ανάρτηση).

*g’erh2- «γηράσκω» > *g’erh2-mon-s > jariman- = «γήρας, η σωματική παρακμή που συνοδεύει τα γηρατιά» (έχω περιγράψει τον όρο σε αυτήν εδώ την ανάρτηση).

Ο σλαβικός απόγονος είναι ο πρωτοσλαβικός όρος *kamy «πέτρα» (με πλάγιο θέμα kamen- λ.χ. Καμενίτσα/Kamenica ~ «Πετρότοπος»), στο οποίο συνέβη η τροπή *-mōn > -mūn > -myn > my (λ.χ. η ενεργητική μετοχή ενεστώτα *bher-ont-s > φέρων, αλλά OCS bery).

Η μετάθεση *ak>ka>ha συνέβη και στον γερμανικό θεματοποιημένο απόγονο *h2ek’mor-os > *hamaraz > αγγλικό hammer = «σφυρί», στον οποίο βλέπουμε και την μεταπτωτική ιδιότητα r/n που το επίθημα *-men/r- είχε στην πρώιμη ΠΙΕ (λ.χ. το ελληνικό *h2eh2-mr. > ἧμαρ με γενική *h2eh2-mn.-t-os > τοῦ ἥματος και το λατινικό femur με γενική feminis).

Από την Λατινική αναφέρω τον όρο *ser-mon-s > *ser-mōn > sermō/sermōnem = «συζήτηση, λαλιά» (> αγγλικό sermon = «εκκλησιαστικό κήρυγμα») και την μετάπλαση σε αρσενικό του προαναφερθέντος ουδετέρου *ter-mn. = termen > *ter-mōn = termō, που θυμίζει την ελληνική μετάπλαση τέρμα > τέρμων.

Αφού πήρατε μια γεύση της χρήσης του επιθήματος *-mēn/*-mōn στις ΙΕ γλώσσες, επιστρέφω στην Ελληνική.

*bhudh-men-s > πυθμήν (όρος συγγενής με το αγγλικό bottom)

*weid- «βλέπω» > *weid-os > εἶδος, με παράγωγο το *weid-es-mōn > *εἰδέσ-μων > εἰδήμων

δάω = «μαθαίνω» > δαήμων και ἀδαήμων

ἔλεος > *ἐλεέσ-μων > ἐλεήμων

πρᾶγμα > πολυπράγμων

θέᾱμα > φιλοθεάμων

εἷμα > ἀνείμων/μελανείμων

αἷμα > ἀναίμωνἀναίμονες» οι θεοί στην Ιλιάδα επειδή δεν έχουν αίμα αλλά «ἰχώρ»)

*seh2g- > πρωτοελληνική ρίζα hāg- > αττικο-ιωνικό ἡγέομαι > ἡγεμών

*telh2- «σηκώνω, βαστάω» > *telh2-mon-s > telh2-mōn > τελαμών = «ο ιμάντας που φοριόταν διαγώνια από τον ώμο και «βαστούσε» την θήκη του ξίφους» (στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού ο τελαμών ονομάζεται «βαστάγιον», τλάω ~ βαστάζω).

*deh2(i)- «χωρίζω, μοιράζω» > *dai-mon-s > δαίμων = «δαιτρός/μεριστής» (κατέληξε να σημαίνει «θεός» επειδή ο κόσμος πίστευε ότι οι θεοί «μοιράζουν» την «μοίρα» ως «δώτορες ἑάων»)

*werh1- «μιλάω» (ἐρέω/ἐρῶ) > *wr.h1-mn. > ῥῆμα > *wr.h1-mon-s > ῥήμων = ῥήτωρ/ῥητήρ (λ.χ. ἀρρήμων = «άφωνος, σιωπηλός», αἰσχρορρήμων)

Άλλα παράγωγα του επιθήματος *-men-

Μία γνωστή κατηγορία είναι τα θηλυκά σε *-mon-ih2:

*h2er-mn. > ἅρμα > *h2er-mon-s > πυκνάρμων = «πυκνά συναρμοσμένος» και η θηλυκή αφηρημένη έννοια *h2er-mon-ieh2 > ἅρμονία = «(σωστό) ταίριασμα/συναρμογή»

ἡγεμών > ἡγεμονία

εἷμα > εἱμονία = ντύσιμο (λ.χ. δυσειμονία/καχειμονία ~ κακοειμονία = «κακό ντύσιμο»)

ἀδαήμων > ἀδαημονία

δαίμων > εὐδαιμονία = κατάσταση στην οποία οι «δαίμονες» μοίρασαν καλή μοίρα

κήδω > κηδεμών > κηδεμονία

Στην Λατινική τα αντίστοιχα παράγωγα του επιθήματος *-mōn είναι τα θηλυκά σε -mōnia και τα ουδέτερα σε -mōnium:

caerimōnia και caerimōnium = «τελετή»

*ph2tēr > patēr με παράγωγο το patrimōnium = «πατρική κληρονομιά»

testis = «μάρτυρας» > testimōnium = «μαρτυρία, απόδειξη»

Όσον αφορά τα παράγωγα σε *-mn- αναφέρω τα παρακάτω:

ποιμήν > ποίμνη ~ ποίμνιον

ἐρύω > ἔρυμα > ἐρυμνός

*sterh3- > sth3re- > στορέννῡμι/στόρνυμι > *str.h3-mn. > στρῶμα, με παράγωγο θηλυκό τον όρο στρωμνή/στρωμνά

*gwelh1- «βάλλω» (*gwl.(h1)-yō > gwalʲlʲō > βάλλω, περιέργως χωρίς εκδήλωση του λαρυγγικού), με παράγωγο το ουδέτερο *gwl.h1-mn-om > βέλεμνον (με την τυπική ελληνική «πλειοφωνία» στο τονισμένο *-l.h1-> -έλε-, λ.χ. *g’n.h1-tis > γένεσις).

*h1no-mn. > ὄνομα με παράγωγο επίθετο *n.-h1no-mn-os > νώνυμνος = ανώνυμος

Τα περισσότερα επίθετα σε *-mn-os έχασαν το /n/ και ταυτίστηκαν με τα επίθετα σε *-mos (λ.χ. *g’hl.h3-mos > χλωμός)

Έτσι ο αρχικός τύπος ὄνομα > -ώνυμνος αντικαταστάθηκε από τον τύπο -ώνυμος και τα «τυπικά» επίθετα που σχετίζονται με το ουδέτερο αἷμα κατέληξαν ν είναι -αιμος, λ.χ. ἄναιμος ενώ θα περιμέναμε την θεματοποίηση ἀναίμων > *ἄναιμνος (όπως στα ἔρυμα > ἐρυμνός και ὄνομα > νώνυμνος).

Κλείνω την ανάρτηση ελπίζοντας ότι κατάφερα να σας δείξω την παραγωγικότατη ευελιξία και ευχρηστία του επιθήματος *-men- που μπορεί να σχηματίσει:

  1. ουδέτερα ουσιαστικά σε *-mn. > -μα
  2. επίθετα παράγωγα αυτών των ουσιαστικών σε -μων/-μνός (ἀναίμων, ἐρυμνός)
  3. nomina agentis του τύπου ποιμήν και ἡγεμών
  4. αφηρημένες θηλυκές έννοιες του τύπου ἁρμονία και ἡγεμονία
  5. ρήματα που σχετίζονται με τα ουδέτερα σε -μα (ὄνομα > ὀνομαίνω)
  6. θεματικά ουσιαστικά σε -mn- (βέλεμνον, ποίμνη/ποίμνιον)

 

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το ονοματικό επίθημα -αν-

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ελληνικό ονοματικό επίθημα -αν- που απαντά στα γραμματικά ονόματα (ουσιαστικά και επίθετα) ως μέρος των επιθημάτων -ανος, -ανη, ανον. Επειδή πρόκειται για μια ετερογενή κατηγορία, πρέπει πρώτα να εξηγήσω με ποια ονόματα από αυτά ΔΕΝ θα ασχοληθώ.

Δεν θα ασχοληθώ με το επίθημα -ανος των λέξεων όπως κοίρανος, Ὠκεανός, Ὄλγανος. Το επίθημα -ανος αυτών των όρων ανάγεται στο γνωστό επίθημα *-e/o-nos που χρησιμοποιείται για να σχηματιστούν τίτλοι και θεωνύμια από άλλα γραμματικά ονόματα. Η αλήθεια είναι πως το ελληνικό /α/ σε αυτό το επίθημα είναι ετυμολογικά ανεξήγητο (*-on- > -an-? ), αλλά δεν έχω βρει πουθενά κάποια δήλωση προβληματισμού ή κάποια απόπειρα εξήγησης αυτής της μη αναμενόμενης τροπής.

O ΠΙΕ όρος για την «συμμορία νεαρών πολεμιστών» ήταν *koryos και ο παράγωγος όρος για τον αρχηγό αυτής της συμμορίας ήταν *kory-o-nos. Ο τελευταίος όρος είναι ο πρόγονος του ελληνικού τίτλου κοίρανος και του Ισλανδικού επιθέτου Herjann (< πρωτογερμανικό *Haryanaz) του αρχηγού του γερμανικού πάνθεου Óðinn (ο πατέρας του Thor, εκ του πρωτογερμανικού *Wōđanaz ~ *Wōđinaz , λ.χ. η αγγλική «Τετάρτη» Wednesday είναι «η ημέρα του Woden ~ Óðinn»).

Herjann

Η ετυμολογία των ονομάτων *Wōđanaz ~ *Wōđinaz και *Haryanaz δείχνει ότι ο Óðinn ήταν θεότητα του πολέμου. Ο τίτλος *koryonos > *Haryanaz τον κάνει «αρχηγό του στρατού, κοίρανο», ενώ ο τίτλος *Wōđanaz ~ *Wōđinaz τον συνδέει με τον πρωτογερμανικό όρο *wōdaz = «μανία, ψυχική διέγερση, αμόκ» (~ war frenzy) που χαρακτηρίζει τους μυθικούς λυκοτομαρένδυτους (Úlfhéðnar) πολεμιστές Berserkir (ενικός Berserkr). Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, στην Ιλιάδα χρησιμοποιείται ο όρος «λύσσα» (< *λύκ-jα < *wl.kw-ih2) για την αντίστοιχη κατάσταση των εκλεκτών πολεμιστών όπως ο Αχιλλέας και ο Έκτορας.

Αντίστοιχα, ο ποτάμιος θεός της Βέροιας Ὄλγανος (< Ϝόλγανος) περιέχει τον ΙΕ όρο *wolg-eh2 = «υγρασία» (λ.χ. πρωτοσλαβικό *volga > νοτιοσλαβικό vlaga) και μάλλον είναι ομόρριζος με τον γνωστό ποταμό Βόλγα.

Με άλλα λόγια, ο Ὄλγανος είναι *Wolg-onos.

Η πρωτογερμανική διτυπία *Wōđanaz ~ *Wōđinaz δείχνει την εναλλαγή ablaut *-e/o-nos. Άλλα παραδείγματα είναι τα παρακάτω:

λατινικό *dom(h2)os > domus = «σπίτι» > *dom-e-nos > dominus = «νοικοκύρης, αφέντης».

*dhrough-os «σύντροφος, φίλος» (λ.χ. σλαβικό drugŭ) > πρωτογερμανικό *dhrugh-tis > *dhruktis > *druhtiz = «συμμορία, παρέα» με αρχηγό τον *druhtinaz.

*teut-eh2 = «λαός, έθνος» > πρωτογερμανικό *þeudō και *þiudiskaz > Deutsch, Dutch, Τεύτονες κλπ. με «εθνάρχη, φύλαρχο, βασιλιά» τον *teut-o-nos > *þeudanaz (λ.χ. γοτθικό þiudans).

Αυτό το επίθημα *-e/o-nos περιγράφεται από τον Calvert Watkins στο “How to Kill a Dragon” ως εξής:

Odinn

Επίσης ΔΕΝ θα ασχοληθώ με το επιθετικό επίθημα -δανός το οποίο είναι παραλλαγή του επιθήματος -δνός με αναπτυκτικό /α/. Το επίθημα αυτό περιέχει το μηδενόβαθμο θεματοποιημένο επίθημα Hoffmann (*-h3nh2-os) των θηλυκών nomina abstracta σε -δών που, κατά κανόνα, παράγονται από σιγμόληκτα ουδέτερα (λ.χ. ἄνθος > ἀνθηδών, ἄλγος > ἀλγηδών κλπ).

*meh2k’es- > μῆκος > *meh2k’es-t-h3nh2-os > μηκεδ- (t+h3>d) > μακεδνός ~ μηκεδανός

*sriHges- > ῥῖγος ~ frīgor > *sriHges-t-h3onh2 > frīgēdō (~ **ῥῑγηδών) > ῥιγεδανός

Από αυτά πρέπει να διαχωριστεί το οὐτιδανός = «τιποτένιος» το οποίου το -δανός είναι ή δευτερογενής προσθήκη ή περιέχει το *d>δ του ουδετέρου *h2oyu-kwid > οὖτι (= ουδέτερο του όρου οὔτις).

Τέλος, ΔΕΝ θα ασχοληθώ με τα γραμματικά ονόματα σε -ανος στα οποία γνωρίζουμε ότι πίσω από το /α/ κρύβεται η «πλειοφωνία» *R.h2-nos> àRa-nos  και ο λαρυγγικός χρωματισμός *-h2-enos > *-anos. Παράδειγμα τέτοιων όρων είναι η «βάλανος»:

*gwelh2- > *gwl.h2-enos > *gwalanos > βάλανος

Θεωρητικά, ο ελληνικός όρος μπορεί να είναι και προϊόν πλειοφωνίας *gwl.h2-nos > βάλανος, αλλά ο τύπος *gwl.h2-en- εξηγεί και το αρμενικό αθεματικό *gwl.h2-en-s*gwl.h2-ēn > kałin «βελανίδι» αν υποθέσουμε ότι το λαρυγγικό *h2 δεν χρωμάτισε το μακρό *ē που προέκυψε από τον νόμο του Szemerényi και το οποίο, στην συνέχεια, ακολούθησε την τυπική αρμενική εξέλιξη εξέλιξη *ē>ī>i. Η αδυναμία των λαρυγγικών να χρωματίσουν το μακρό *ē, σε αντίθεση με το βραχύ *e, ονομάζεται «Νόμος του Eichner».

kalin-Eichner

Ποιους όρους θα εξετάσω;

Αφού ξεκαθάρισα ποιους όρους ΔΕΝ θα εξετάσω, έφτασε η ώρα να περιγράψω τους όρους που ΘΑ εξετάσω. Αυτοί είναι τα ουσιαστικά που σχηματίζονται με την προσθήκη του θεματοποιημένου μορφήματος *-an- σε γνωστή ΙΕ ρίζα, όπως τα δρέπω (IE *drep-) > δρεπάνη ~ δρέπανον και τα αντίστοιχα επίθετα σε -ανός, όπως λ.χ. το ΙΕ *bheidh- > πείθω > πιθανός.

Τα ουσιαστικά σε -αν-

Αυτά μπορούν να χωριστούν σε αρσενικά (-ανος), θηλυκά (-άνη) και ουδέτερα (-ανον), αλλά προτιμώ να τα διαχωρίσω ως προς τον βαθμό ablaut της ρίζας στην οποία προσαρτήθηκε το θεματοποιημένο μόρφημα *-an-os ~ *-an-eh2 ~ *-an-om.

Ε-βαθμα:

στέφω > στεφάνη

πλέκω > πλεκτός > πλεκτάνη

δρέπω > δρεπάνη και το αντίστοιχο ουδέτερο δρέπανον

λέκος > λεκάνη

στέγος > στεγάνη

ἕρκος > ἑρκάνη

ϝέργον > Ἐργάνη (τίτλος της Αθηνάς)

Ο-βαθμα:

χέω > χόανος ~ χοάνη

ξέω > ξόανον

ἕρκος > ὁρκάνη (= ἑρκάνη)

ϝέργον > ὄργανον

βόσκω > βοτός > βοτάνη

Διάφορα:

*deh2p- «ξοδεύω, χάνω, θυσιάζω» (λ.χ. λατινικά daps, damnum) > *dh2p-an-eh2 > δαπάνη

θήγω («ακονίζω», λ.χ. θηγαλέος = μυτερός, κοφτερός) > θηγάνη = «ακονόπετρα»

Τα επίθετα σε -ανός

Ορισμένα παραδείγματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα ουσιαστικά σε -αν- συνδέονται με τα επίθετα σε -ανός σαν συγκοινωνούντα δοχεία.

στεγανός > στεγάνη

ἔδω > ἐδανόςἐδώδιμος και το ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο ἐδανόν = ἐδωδή

ὄργανος ~ ὄργανον

βοτάνη > πολυβότανος

δαπάνη > δάπανος (στον Θουκυδίδη σκέτο και, πιο συχνά, σε σύνθετα του τύπου πολυδάπανος, όρος που απαντά στον Ηρόδοτο)

ἑψανός = «βραστός» ~ ἑψάνη = «βραστήρ, ἑψητήρ»

Από εκεί και μετά υπάρχουν πάρα πολλά επίθετα σε -ανός που δεν σχετίζονται με ανάλογο ουσιαστικό.

πείθω > πιθανός

ἵκω/ἱκάνω/ἱκνέομαι > ἱκανός

χλόη > χλοανός

*mel-an– > μέλαν-ς > μέλᾱς ~ μελανός (με θηλυκό *mel-an-ih2 > μέλαινα

Τα ΙΕ αντίστοιχα του μορφήματος -αν-

Υπάρχουν μερικά παραδείγματα που δείχνουν ότι το μόρφημα -αν- είναι τουλάχιστον Ελληνο-Άριας καταγωγής.

Η ρίζα *h1ed- «τρώω» εκτός από το ελληνικό ἐδανός = «φαγώσιμος» και ἐδανόν = «φαΐ» έδωσε επίσης το σανσκριτικό àdanam και το Χεττιτικό adanna-, αμφότερα «φαί». Οι Mallory-Adams αναδομούν επιφυλακτικά την ΙΕ ρίζα *h1edonom, λέγοντας όμως ότι οι όροι μπορεί να σχηματίστηκαν ανεξάρτητα. Αν δεχτούμε όμως το *h1edonom που αναδόμησαν τότε πρέπει να εξηγήσουμε την ίδια μυστήρια και μη αναμενόμενη ελληνική τροπή *on>an που ανέφερα στο *koryonos > κοίρανος.

h1edonom

Πιο σίγουρο είναι το κλασικό αρμενικό «φρύδι» artewan. Επειδή η τροπή *dr- > rd- > rt- > art- είναι αναμενόμενη στην Αρμενική σε αρκτική θέση (λ.χ. *dak’ru- «δάκρυ» > *drak’ru- > *artawr-) και επειδή η τροπή *p>w είναι αναμενόμενη στην Αρμενική σε εσωτερική θέση (λ.χ. h1epi > ew, *septm. > ewt’n), το κλασικό αρμενικό «φρύδι» artewan ανάγεται στο ΙΕ *drepanā, δηλαδή σε έναν όρο που είναι ακριβώς ομόηχος με το πρωτο-ελληνικό δρεπάν (> δρεπάνη). Βασισμένος σε αυτήν την ομοηχία και στην τοξοειδή ~ δρεπανοειδή μορφή των φρυδιών, ο Charles de Lamberterie έκανε την ενδιαφέρουσα ετυμολογική πρόταση ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αρμενίων κάποτε διέθεταν τον όρο *drepanā για την «δρεπάνη» και χρησιμοποίησαν μεταφορικά τον όρο για τα δρεπανοειδή/τοξοειδή φρύδια!

Μία εναλλακτική ετυμολόγηση του αρμενικού artewan (που εκτός από «φρύδι» μερικές φορές σημαίνει τόσο «βλέφαρο» όσο και «βλεφαρίδες» σε παράγωγους όρους) είναι από την ΙΕ ρίζα *drep- «βλέπω» του ελληνικού δρωπάζω. Όποια ετυμολογία κι αν προτιμήσει κανείς, ο κοινός παρωνομαστής είναι το επίθημα *-an-eh2 που προσαρτήθηκε στην ρηματική ρίζα *drep- (είτε του δρέπω είτε του δρωπάζω).

artewan

Στην Κλασική Αρμενική ο όρος artewan αποδίδει τον ελληνικό όρο «ὀφρύς» στο χωρίο Κατά Λουκάν [4.29]:

καὶ ἀναστάντες ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως, καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους ἐφ’ οὗ ἡ πόλις ᾠκοδόμητο αὐτῶν, ὥστε κατακρημνίσαι αὐτόν·

They got up, drove him out of the town, and took him to the brow of the hill on which the town was built, in order to throw him off the cliff.

Αν θέλετε ν΄ακούσετε τον de Lamberterie να περιγράφει την ετυμολογική του πρόταση για τα «δρεπάνια» (“sickles”) > «φρύδια» βάλτε το παρακάτω βίντεο στο [53:00-57:00]

Από την άλλη, όπως θα δείξω παρακάτω όταν θα παρουσιάσω μια σελίδα της Birgit Olsen, όλες οι κατηγορίες ελληνικών ονόματων σε -αν- έχουν σχεδόν πάντα κάποιο αντίστοιχο στην Αρμενική και στην Σανσκριτική (λ.χ. στο μηδενόβαθμο ελληνικό επίθετο πείθω > πιθανός αντίστοιχούν τα μηδενόβαθμα σανσκριτικά επίθετα όπως kr.panà = «άθλιος» και στο ο-βαθμο επίθετο ὄργανος αντιστοιχούν τα ο-βαθμα σανσκριτικά του τύπου marṣana = «επιεικής»).

H IE ρίζα *wert- «περιστρέφω» έδωσε τον Ηλειακό όρο *wr.t-an-eh2 > βρατάνᾱ = «κουτάλα για το [περιστροφικό] ανακάτωμα της σούπας» και το σανσκριτικό vartana = «στροφή, γύρος» (λ.χ. aika vartana = «μια στροφή, ένας γύρος» στην γλώσσα της Ινδο-Άριας ελίτ των Μιτάννι).

Επομένως, η όλη εικόνα δίνει την εντύπωση ενός κοινού ονοματικού Ελληνο-Αρίου μορφήματος *-an- το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τις γλώσσες του κλάδου για τον σχηματισμό ονομάτων (ουσιαστικά και επίθετα).

Αυτό που μένει τώρα να εξακριβώσουμε είναι ποιος είναι ο ΠΙΕ πρόγονος του Ελληνο-Αρίου μορφήματος *-an-.

Στην Ελληνική γλώσσα το μόρφημα -αν- μπορεί να προκύψει από τους παρακάτω ΙΕ προδρόμους:

*-h2n- > -an- με φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2>a

*-h2en- > -an- με λαρυγγικό χρωματισμό του h2e>h2a>a

*-n.n- > -an- από το διπλό -nn- που έτρεψε το πρώτο /n/ σε συλλαβικό ένηχο και

*-m.n-> -an- από το σύμπλεγμα *-mn- που έτρεψε το /m/ σε συλλαβικό ένηχο.

Αν έχουμε να κάνουμε με Ελληνο-Άριο επίθημα τότε η πρώτη περίπτωση πρέπει ν΄απορριφθεί, γιατί στην Σανσκριτική τα λαρυγγικά φωνηεντοποιούνται σε /i/ (λ.χ. *krewh2-s > κρέϝας ~ kravis/kravi).

Η δεύτερη περίπτωση θεωρητικά είναι δυνατή αν έχουμε να κάνουμε με ένα επιθετικό επίθημα *-h2-en- ανάλογο με τα επιθήματα *-h2-kos και *-h2-wos που έχω περιγράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις. Εκτός όμως από το ότι δεν βρήκα κανέναν ειδικό που να προτείνει αυτό το υποθετικό επίθημα, η αλήθεια ειναι πως θα περιμέναμε *-h2-nos και όχι *-h2-en-os.

Από τα ζεύγη *-n.n- και *-m.n-, το πιθανότερο είναι το δεύτερο, γιατί μπορεί να θεωρηθεί ο εναλλακτικός μηδενικός βαθμός του γνωστού μας IE επιθήματος *-men-.

Το επίθημα *-men- είναι ένα από τα πιο παραγωγικά ΙΕ επιθήματα.

Στον μηδενικό βαθμό *-mn. σχηματίζει τα «πανταχού παρόντα» ουδέτερα του τύπου *h1no-mn.> ὄνομα, nomen, man κλπ.

Στον ε-βαθμό *-men-s > *-mēn απαντά σε ουσιαστικά του τύπου *poh2-i-men-s > ποιμήν και *bhudh-men-s > πυθμήν.

Στον ο-βαθμό *-mon-s > *-mōn το βρίσκουμε σε όρους όπως η «πέτρα» *h2ek’mon-s > ἄκμων ~ akmuo, στον λιθουανικό ξάδελφο piemuo του ελληνικού όρου «ποιμήν», σε ένα σωρό ελληνικούς όρους όπως ἔλεος > ἐλεέσ-μων > ἐλεήμων, εἰδήμων, ἡγεμών κλπ και στο ελληνο-σανσκριτικό ζεύγος πλαταμών ~ pr.thimān.

Στον απλό μηδενικό βαθμό *-mn- χωρίς συλλαβικά ένηχα το βρίσκουμε στα παράγωγα ποιμήν > ποίμνη και ποίμνιον και στο «πλειοφωνικό» (τονισμένο «μακρό» συλλαβικό ένηχο *RH μεταξύ συμφώνων) *gwelh1- > *gwl.h1-mn-om > βέλεμνον.

Επιπλέον, εκτός από την μετάπτωση *-men- > *-mn- στα ποιμήν > ποίμνη, υπάρχει και η μετάπτωση *-mn. > *-mn-os στους όρους  ὄνομα > νώνυμνος , ἐρύω > ἔρυμα > ἐρυμνός και στο *str.h3-mn. > στρῶμα και *str.h3-mn-eh2 > στρωμνή.

Αν λοιπόν αυτό το κυριολεκτικά πάγχρηστο επίθημα προσαρτηθεί στην μορφή *-mn-os σε συμφωνόληκτο θέμα τότε η αναμενόμενη εξέλιξη είναι *-C-mn-os > *-C-m.n-os και, επειδή όλες οι γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου έτρεψαν τα ρινικά συλλαβικά ένηχα σε *m./n. > a(m/n), ο Ελληνο-Άριος απόγονος του ΙΕ *-C-m.n-os αναμένεται να είναι *-C-anos!

Αυτό δεν είναι θεωρητικό σενάριο, αλλά έχει ήδη προταθεί για την ετυμολογία της λέξης *wers- «ψηλά» > *wors-m.n-os > *worsanos > οὐρανός ~ ὠρανός ~ ὀρρανός.

Όπως ο ἐρυμνός είναι «ευερκής, εχυρός» έτσι και ο ουρανός είναι «υψικείμενος». Έχω περιγράψει την ρίζα *wer(s)- «ψηλά» και την ετυμολογία του ουρανού σε παλαιότερη ανάρτηση.

Αναλόγως, τα θηλυκά ουσιαστικά σε -άνη έχουν τον τόνο στην παραλήγουσα όπως και η ποίμνη.

Καθώς ετοίμαζα τις αναρτήσεις για την Αρμενική γλώσσα, παρατήρησα ότι η Birgit Olsen ετυμολόγησε το αρμενικό «φρύδι» artewan < *drep-aneh2 από το ΙΕ *drep-n.n-eh2 και τα Ελληνικά ὄργανος και ὄργανον από το IE *worg’-m.n-o-. Όταν διάβασα την σελίδα της απόρησα γιατί δεν ανήγαγε και το προ-πρωτο-Αρμενικό *drep-an-eh2 στο *drep-m.n-eh2, ώστε να αποφύγει το πολύ σπανιότερο μόρφημα *-n.n-. Αργότερα κατάλαβα ότι το έκανε γιατί τα *-n.n- και *-m.n- δίνουν διαφορετικούς απογόνους στην Αρμενική. Ωστόσο είναι γνωστό ότι η Αρμενική έχει τρέψει τα τελικά *m/m. σε *n/n. όπως λ.χ. στα *dōm > tun και *pod-m. > otn . Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αρμενικού «δοντιού» atamn που έχει υποστεί μία τροπή *m.>n και, στο καπάκι, μια ανομοιωτική τροπή nn>mn:

*Hdont-s «δόντι» (υπάρχει διαφωνία στο αν είναι από το *h1ed- «τρώω» ή από το *h3ed- «δαγκώνω») > αιτιατική ενικού *Hdn.t-m. > *atann> atamn.

Επομένως, δεν μπορεί ν΄αποκλειστεί η υπόθεση, σύμφωνα με την οποία, τα συμπλέγματα *-n.n- και *-m.n- δρούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στον πρόδρομο της Αρμενικής.

Olsen-atamn

Προσέξτε στην παρακάτω σελίδα της Olsen το αρμενικό αντίστοιχο του ο-βαθμου όρου ὄργανος, ὄργανον gorcōn (< gorcawn < *worg’-m.n-os) που περιέχει το επίθημα -ōn ~ -awn (< -*amno- < *-m.n-o-).

Olsen-mn

Το ουδέτερο **drep-mn. (> **δρέπμα > **δρέμμα) αναμένεται να θεματοποιηθεί σε *drep-m.n-eh2 > drepanā (> δρεπάνη ~ artewan), όπως από το ρήμα στέφω προέκυψε το ουδέτερο στέφ-μα > στέμμα και το θεματοποιημένο θηλυκό στεφάνη, από το ρήμα στρέφω προέκυψε το ουδέτερο στρέφ-μα > στρέμμα και το θεματοποιημένο ουδέτερο στρέφανον, από το ἔργον προέκυψε το ἔργμα (*werg’-mn.), το ὄργανον, η ἐργάνη και ο ὄργανος (*we/org’-m.n-> *we/org’-an-) και από το ἕρκος το ἕρκμα ~ ἕργμα (*serk-mn. και μήπως όχι από το εἴργω, όπως λ.χ. δείκνῡμι > δεῖγμα) και η ἑρκάνη ~ ὁρκάνη (*se/ork-m.n– > *se/ork-an-).

Θα κλείσω την ανάρτηση υπενθυμίζοντας ότι στο Ελληνο-Άριο ζεύγος βρατάνᾱ ~ vartana αντιστοιχεί το σλαβικό ουδέτερο *wert-mn. > *vermę = «χρόνος» (κυριολεκτικά «στρέμμα» ~ «αυτό που “περιστρέφεται/γυρίζει”» ~ «κάνει εποχικό κύκλο»).

9 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το επίθημα -οσύνη: περιγραφή και ετυμολογικές υποθέσεις

Το επίθημα -oσύνη είναι ένα από τα διαχρονικότερα και παραγωγικότερα ελληνικά επιθήματα. Απαντά ήδη στον Όμηρο και συνέχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στον καθημερινό λόγο σε όλο το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του Ομήρου και της εποχής μας. Η βασική του παραγωγική λειτουργία είναι ο σχηματισμός θηλυκών αφηρημένων εννοιών (λ.χ. καλοσύνη, δικαιοσύνη, βιασύνη και, με πιο συλλογική σημασία, Ρωμιοσύνη και χριστιανοσύνη).

Κατά κανόνα, οι αφηρημένες έννοιες σε -oσύνη είναι παράγωγα γραμματικών ονομάτων (επίθετα και ουσιαστικά), έτσι ώστε η καλοσύνη είναι η ιδιότητα που κάποιος πρέπει να διαθέτει ώστε να είναι καλός. Σε αυτή την παραγωγή, το επίθημα -οσύνη είναι ισολειτουργικό των επιθημάτων -τητα (ταχύς > ταχύτητα, βαρύς > βαρύτητα, ακέραιος > ακεραιότητα) και -ία (λ.χ. κακός > κακία, άδικος > αδικία, ευτυχής > ευτυχία). Συχνά, οι αντίθετες έννοιες των θηλυκών σε -oσύνη είναι θηλυκά σε -ία λ.χ.:

καλός ≠ κακός > καλοσύνη ≠ κακία

δίκαιος ≠ άδικος > δικαιοσύνη ≠ αδικία

Το καλύτερο νεοελληνικό παράδειγμα που δείχνει τον τρόπο παραγωγής των αφηρημένων θηλυκών εννοιών σε -οσύνη πιστεύω είναι ο παρακάτω διάλογος από την ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή» :

[01:12:55]

Ορέστης Μακρής: Σιγά! Σ΄όλα σου άγαρμπη είσαι πανάθεμά σε!

Γεωργία Βασιλειάδου: Εμ όση γαρμποσύνη υπήρχε την πήρες του λόγου σου.

Η απάντηση των αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών σε -oσύνη στην Ιλιάδα

Στην Ιλιάδα, το επίθημα -oσύνη απαντά στους παρακάτω όρους:

[1.72] μαντοσύνη = μαντεία = η ιδιότητα του μάντη

ὃς ᾔδη τά τ᾿ ἐόντα τά τ᾿ ἐσσόμενα πρό τ᾿ ἐόντα,
καὶ νήεσσ᾿ ἡγήσατ᾿ Ἀχαιῶν Ἴλιον εἴσω
ἣν διὰ μαντοσύνην, τήν οἱ πόρε Φοῖϐος Ἀπόλλων·

[4.303] ἱπποσύνη = η τέχνη της ιππηλασίας (= ἵππον ἐλαύνω = άγω/οδηγώ). Αναφέρεται ως πολεμική αρετή μαζί με την ἡνορέη = ανδρεία

Ἱππεῦσιν μὲν πρῶτ᾽ ἐπετέλλετο· τοὺς γὰρ ἀνώγει
σφοὺς ἵππους ἐχέμεν μηδὲ κλονέεσθαι ὁμίλῳ·
μηδέ τις ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέηφι πεποιθὼς
οἶος πρόσθ᾽ ἄλλων μεμάτω Τρώεσσι μάχεσθαι,

[7.110] ἀφροσύνη = η ιδιότητα του άφρονος (δηλαδή η έλλειψη φρενός = σκέψεως)

ἀφραίνεις Μενέλαε διοτρεφές, οὐδέ τί σε χρὴ

ταύτης ἀφροσύνης· ἀνὰ δὲ σχέο κηδόμενός περ,

[8.181] μνημοσύνη = η ιδιότητα της ανάμνησης, ενθύμησης και η θεοποιημένη μητέρα των Μουσών Μνημοσύνη

ἀλλ᾽ ὅτε κεν δὴ νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσι γένωμαι,
μνημοσύνη τις ἔπειτα πυρὸς δηΐοιο γενέσθω,

[9.256] φιλοφροσύνη = η ιδιότητα του φιλόφρονος (δηλαδή του φιλικά προσκείμενου)

δώσουσ᾽ αἴ κ᾽ ἐθέλωσι, σὺ δὲ μεγαλήτορα θυμὸν
ἴσχειν ἐν στήθεσσι· φιλοφροσύνη γὰρ ἀμείνων·

[12.460] βρῑθοσύνη = εμβρίθεια, βαρύτης

ῥῆξε δ᾽ ἀπ᾽ ἀμφοτέρους θαιρούς· πέσε δὲ λίθος εἴσω

βριθοσύνῃ, μέγα δ᾽ ἀμφὶ πύλαι μύκον, οὐδ᾽ ἄρ᾽ ὀχῆες

[13.29] γηθοσύνη = χαρά (γηθέω, γηθαλέος). Αργότερα εμφανίζεται και το σιγμόληκτο ουδέτερο γῆθος (εξάχθηκε αναλογικά από τα σύνθετα επίθετα σε -γηθής, λ.χ. ἐριγηθής, πολυγηθής).

πάντοθεν ἐκ κευθμῶν, οὐδ᾽ ἠγνοίησεν ἄνακτα·
γηθοσύνῃ δὲ θάλασσα διίστατο· τοὶ δὲ πέτοντο

[15.412] ὑποθημοσύνη = συμβουλή (ὑποτίθημι με τη σημασία «προτείνω, διδάσκω» στους ορισμούς ΙΙ και ΙΙ.3)

ἀλλ᾽ ὥς τε στάθμη δόρυ νήϊον ἐξιθύνει
τέκτονος ἐν παλάμῃσι δαήμονος, ὅς ῥά τε πάσης
εὖ εἰδῇ σοφίης ὑποθημοσύνῃσιν Ἀθήνης,

[17.697] ἐφημοσύνη = εντολή (παράξενος όρος, συνώνυμος και ομόρριζος του όρου ἐφετμή)

δὴν δέ μιν ἀμφασίη ἐπέων λάβε, τὼ δέ οἱ ὄσσε
δακρυόφι πλῆσθεν, θαλερὴ δέ οἱ ἔσχετο φωνή.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς Μενελάου ἐφημοσύνης ἀμέλησε,

[19.112] δολοφροσύνη = η ιδιότητα του δολόφρονος (δηλαδή αυτού που έχει δόλια φρένα = σκέψη)

ὅς κεν ἐπ᾽ ἤματι τῷδε πέσῃ μετὰ ποσσὶ γυναικὸς
τῶν ἀνδρῶν οἳ σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης.
ὣς ἔφατο· Ζεὺς δ᾽ οὔ τι δολοφροσύνην ἐνόησεν,

[22.247] κερδοσύνη = πολυμηχανία, ευμηχανία, η ιδιότητα επινόησης και χρήσης τεχνασμάτων (κέρδος = τέχνασμα, ορισμός ΙΙ) για την επίτευξη κάποιου σκοπού (λ.χ. νηκερδής = άσκοπος, ανωφελής).

ὣς φαμένη καὶ κερδοσύνῃ ἡγήσατ᾽ Ἀθήνη·
οἳ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,

[23.701] παλαισμοσύνη = η τέχνη του παλαιστή (πάλαισμα ~ η «λαβή»/τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο παλαιστής)

Πηλεΐδης δ᾽ αἶψ᾽ ἄλλα κατὰ τρίτα θῆκεν ἄεθλα
δεικνύμενος Δαναοῖσι παλαισμοσύνης ἀλεγεινῆς,

[24.30] μαχλοσύνη ~ λαγνεία, η ιδιότητα του ερωμανούς (οι αρχαίοι θεωρούσαν τον όρο γυναικεία ιδιότητα και εδώ χρησιμοποιείται για να τονίσει την θηλυπρέπεια του Πάριδος, μάχλος = λαγνεία, ατίθασος ερωτικός πόθος)

τὴν δ᾽ ᾔνησ᾽ ἥ οἱ πόρε μαχλοσύνην ἀλεγεινήν.
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐκ τοῖο δυωδεκάτη γένετ᾽ ἠώς,

[24.772] ἀγανοφροσύνη = ευγένεια, πραότητα (ἀγανός = ευγενικός, πράος)

ἢ ἑκυρή, ἑκυρὸς δὲ πατὴρ ὣς ἤπιος αἰεί,
ἀλλὰ σὺ τὸν ἐπέεσσι παραιφάμενος κατέρυκες
σῇ τ᾽ ἀγανοφροσύνῃ καὶ σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσι.

Η εξέταση των παραπάνω πρωιμότερων ελληνικών παραδειγμάτων δείχνει ότι το επίθημα δεν είναι -σύνη, αλλά -οσύνη.

μάντ-ις > μαντ-οσύνη

μνήμ-η > μνημ-οσύνη

πάλαισ-μα (-μα < *-mn.) > παλαισμ-οσύνη (με ανώμαλο διαχωρισμό του επιθήματος*-mn. > -μα σε -μ-α, όπως στο *-mon-> -m-on- στα ἐπιστήμων > ἐπιστημ-οσύνη και ἐλεήμων > ἐλεημ-οσύνη)

ΙΕ *gwhren- > φρέν-ς > φρήν και παράγωγα επίθετα σε -φρον-ς > -φρων (που πάλι διαχωρίστηκε ανώμαλα σε φρ-ων) > -φρ-οσύνη)

Αυτή η παρατήρηση για το /ο/ ως μέρος του επιθήματος επιβεβαιώνεται από τα μεταγενέστερα παραδείγματα που δείχνουν εφαρμογή του νόμου του Wackernagel (νόμος συνθετικής εκτάσεως, Regelung der Dehnung in der Zusammensetzung):

Wackernagel's law

στρατοαγός > στρατγός > αττικο-ιωνικό στρατηγός

μεταάϝορ-ος > μετορος > αττικο-ιωνικό μετήορος > μετέωρος (ύστερα από αττικο-ιωνική ποσοτική αντιμετάθεση λᾱός > ληός > λεώς)

ὁμοόνυμος > ὁμώνυμος

(Και από αναλογική κατάχρηση του νόμου: παν-ἄγυρις > πανήγυρις, δυσ-όνυμος > δυσώνυμος κλπ)

Στην περίπτωση του επιθήματος -οσύνη υπάρχουν τα παρακάτω εκτεταμένα παραδείγματα:

ἱεροοσύνη > ἱερωσύνη

ἁγιοοσύνη > ἁγιωσύνη

ἀγαθοοσύνη > ἀγαθωσύνη

μεγάλοοσύνη > μεγαλωσύνη

Τα επίθετα σε -όσυνος

Εκτός από τα θηλυκά αφηρημένα ουσιαστικά, το επίθημα -οσυν- απαντά και σε επίθετα που σχετίζονται με τις αφηρημένες έννοιες.

Στην Ιλιάδα απαντά το επίθετο γηθόσυνος (θυμίζω το θηλυκό αφηρημένο ουσιαστικό γηθοσύνη [13.29] που ανέφερα παραπάνω):

[7.122]

ὣς εἰπὼν παρέπεισεν ἀδελφειοῦ φρένας ἥρως
αἴσιμα παρειπών, ὃ δ᾽ ἐπείθετο· τοῦ μὲν ἔπειτα
γηθόσυνοι θεράποντες ἀπ᾽ ὤμων τεύχε᾽ ἕλοντο·

——

σωστά μιλώντας᾿ κι ως τον άκουσεν εκείνος, τους συντρόφους
αφήνει να του βγάλουν τ᾿ άρματα χαρούμενοι απ᾿ τους ώμους.

[13.82]

Ἕκτορι Πριαμίδῃ ἄμοτον μεμαῶτι μάχεσθαι.
ὣς οἳ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον
χάρμῃ γηθόσυνοι, τήν σφιν θεὸς ἔμβαλε θυμῷ·

——

Τέτοια εμιλούσαν συναλλήλως τους αυτοί, χαρά γιομάτοι
απ᾿ την ορμή, ο θεός που φύσηξε στα στήθια τους γι᾿ απάλε.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

IE *g’her- (λ.χ. *n.-g’her-ont- > Ἀχέρων) > *g’hr.-yō > χαίρω και *g’hr.-meh2 > χάρμη (=χαρά)

χάρμ-η > χαρμοσύνη ~ χαρμόσυνος (ήδη στον Ηρόδοτο [3.27])

μνήμ-η > μνημοσύνη ~ μνημόσυνος > ουσιαστικοποιημένο επίθετο μνημόσυνον (απαντά πολλάκις στον Ηρόδοτο κια άπαξ στον Θουκυδίδη [5.11])

ἵππος > ἱπποσύνη ~ ἱππόσυνος (απαντά στον Ορέστη του Ευριπίδη [στ. 1392] ως επίθετο της «Δαρδανίας» = Τρωάδας, λ.χ. Δάρδανος, Δαρδανέλλια).

κῆδος > κηδοσύνη ~ κηδόσυνος = κήδειος (Ευριπίδης, Ορέστης, 1017)

ΙΕ *tergw- «φόβος, τρόμος» (λ.χ. λατινικό torvus = «τρομακτικός, άγριος») > τάρβος > ταρβοσύνη ~ ταρβόσυνος (Αισχύλος, Επτά επι Θήβας, λογοπαίγνιο ταρβόσυνος φόβος = περίφοβον τάρβος).

μάντ-ις > μαντοσύνη ~ μαντόσυνος = μαντεῖος/μαντειακός (αυτοί οι τύποι με /ει/ ανάγονται στον αμαρτύρητο τύπο *μαντ-εύς = μάντ-ις, λ.χ. κεραμεύς > κεραμέϝ-ιον > κεραμεῖον ~ μαντεῖον, που έδωσε και το ρήμα μαντεύομαι και το παράγωγο μάντευμα).

IE *dems-potis = κυριολεκτικά «(ν)οικοκύρης» > *δεσπότις > δεσπότης > δεσποσύνη ~ «αφεντιά» (Ηρόδοτος, [7.102]) με το επίθετο δεσπόσυνος = δεσπόσιος να απαντά στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Πάλι βλέπουμε ένα «άγαρμπο» διαχωρισμό του θέματος του όρου δεσπότης (δεσπ-οσύνη, όπως δεσπ-όνια > δέσποινα) αντί για δεσποτ-οσύνη, δεσπότ-jα > *δέσποσσα.

ΙΕ (ορθότερα GA) *des- «εχθρός, κακός» > *dos-elos («αιχμαλωτισμένος εχθρός») > dohelos > δόελος ~ δοῦλος > δουλοσύνη ~ δουλόσυνος (απαντά στον Ευριπίδη)

σώφρων > σωφροσύνη ~ σωφρόσυνος

φιλόφρων > φιλοφροσύνη ~ φιλοφρόσυνος

εὔφρων > εὐφροσύνη ~ εὐφρόσυνος

Βλέπουμε δηλαδή ότι, ενώ στην Ιλιάδα τα θηλυκά αφηρημένα ουσιαστικά σε -οσύν-η χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά, τα αντίστοιχα επίθετα σε -όσυν-ος είναι σπάνια (άπαξ απάντηση γηθόσυνος). Τα ίδια επίθετα όμως χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά από τους συγγραφείς του 5ου αιώνα (Πίνδαρος, Αισχύλος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ευριπίδης). Αυτή η κατανομή δείχνει (χωρίς να το αποδεικνύει) ότι τα θηλυκά ουσιαστικά σε -οσύν-η είναι παλαιότερα από τα επίθετα σε -όσυν-ος.

Ετυμολογική διερεύνηση του επιθήματος -οσυν-

Στο βικιλεξικό θα βρείτε την άποψη του Μπαμπινιώτη για καταγωγή από το ΙΕ επίθημα *-t-un-eh2, δηλαδή το επίθημα -ύνη που βρίσκουμε στις λέξεις ὀδύνη, κορύνη κλπ, επαυξημένο με ένα *t και με εφαρμογή της σποραδικής τροπής *tu>tsu>su όπως στο *seh1m-i-t-us > ἥμιτυς > ἥμισυς.

Η ετυμολόγηση του Μπαμπινιώτη εμφανίζει δύο προβλήματα:

  1. Δεν λαμβάνει υπόψη ότι το επίθυμα είναι -οσύνη και όχι -σύνη (μάντ-ις > μαντ-οσύνη, ἀγαθός > ἀγαθοοσύνη > ἀγαθωσύνη)
  2. Αν είχε συμβεί η σποραδική τροπή *tu>tsu>su που επικαλείται τότε θα είχαμε διαλεκτική διτυπία -οτύνη/-οσύνη (λ.χ. ἥμισυς αλλά κρητικό ἡμιτύεκτον = ἡμιέκτεων, σῦκον αλλά βοιωτικό τῦκον κλπ).

Επομένως η υπόθεση του Μπαμπινιώτη δεν φαίνεται να ευσταθεί.

Το επίθημα -οσύνη περιέχει ένα μεσοφωνηεντικό -s- που δεν μπορεί να κατάγεται από ΙΕ *s, επειδή η κανονική ελληνική τροπή σε εκείνη τη θέση είναι *-s- > -h- > Ø (λ.χ. *dhh1s-os > *dhesos > *thehos > θεός, *nebh-es-h2 > nepheha > νέφεα ~ σλαβικό nebesa, *h1su- > *esu- > *ehu- > εὖ ~ σανσκριτικό su- ~ ιρανικό hu-).

Μία υπόθεση είναι να θεωρήσουμε το επίθημα προελληνικό και σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε τίποτε άλλο, γιατί η ινδοευρωπαϊκή (ΙΕ) γλωσσολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει.

Η άλλη υπόθεση είναι να θεωρήσουμε το επίθημα ΙΕ καταγωγής και να δούμε αν μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο μόρφημα κάποιας άλλης ΙΕ γλώσσας.

Σε αυτήν την περίπτωση, το μεσοφωνηεντικό -s- είναι δευτερογενές και κατάγεται αναγκαστικά από τα συμπλέγματα *-t(h)y- και *-tw-.

ΙΕ *bher-ont-ih2 > Πρωτο-Ελληνικό (PG) *pheròntia > phèrontya > phèerontsa > φέρονσα > φέρουσα

IE *mon-t-ih2 > PG *mòntia > mòntya > montsa > Μόνσα > Μοῦσα ~ Μοῖσα ~ Μῶσα

*medhyos > PG *methyos > metsos > μέσσος ~ μέσος

Οι περισσότερες μαρτυρίες για την εξέλιξη *tw>ts>s έρχονται από την αρκτική θέση, αλλά γενικά η εξέλιξη σε αυτή την θέση είναι ίδια με αυτή σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. *s>h και σε αρκτική και σε μεσοφωνηεντική, *tyegw- > *tsegw- > σέβας/σέβομαι όπως το *-ty- > -s- στα μεσοφωνηεντικά παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω).

*tweis- > *tseih/s- > σείω, σεισμός

*twh2-wos > *tsawos > σάϝος > σάος ~ σῶς (δείτε την τελευταία γραμμή εδώ)

*twer-ih2 > *tseryà > σειρά

teuh2

twawos

tw

Με βάση τα παραπάνω, αν το επίθημα -οσυν- έχει ΙΕ καταγωγή τότε πρέπει να αναχθεί στην προδρομική μορφή:

*-otyun- ή *-otwun-

Επειδή βρίσκω τον δεύτερο τύπο πιο πιθανό, θα ξεκινήσω πρώτα από τον πρώτο.

Ο πρώτος τύπος μπορεί να διαιρεθεί μορφηματικά σε *-ot-i-un- με το /i/ να είναι το γνωστό συζευκτικό του Caland (λ.χ. παιδ-ι-κός, δόκ-ι-μος, κυδ-ι-άνειρα). Εδώ μπορούμε να επικαλεστούμε την διαλεκτική τροπή *on/m>un/m ορισμένων διαλέκτων (αρκαδοκυπριακή, αιολική, μακεδονική) και να πάμε ακόμα ένα βήμα πίσω στο σύνθετο μόρφημα *-ot-i-on-. Σε αυτήν την περίπτωση, τα θηλυκά σε -οσύνη έχουν την ίδια κατάληξη και τόνο με τα θηλυκά του τύπου:

*(s)bhendh-òn-eh2 > σφενδόνη (από την ίδια ΙΕ ρίζα η Θρακική «Τοξεύτρα» Βενδῖς και το αγγλικό bend = λυγίζω)

*gwelh1-òn-eh2 > βελόνη

γοργός > Γοργόνη (η ΙΕ ρίζα είναι *garg’os/grag’os = «τρομαχτικός» και έχει δώσει το σλαβικό επίθετο *grozĭnŭ που αποθανατίσηκε στο όνομα Ιβάν ο Τρομερός ~ Ivan Grozny).

gargos

ἄγχω > ἀγχόνη

και άλλα, όπως Ἑρμιόνη (με καλανδιανό -i- πριν από το τονισμένο /ò/), Ἀλκυόνη, ὀθόνη, περόνη κλπ.

Όπως είπα και παραπάνω, αυτή η υπόθεση δεν μου πολυαρέσει, γιατί πρέπει να επικαλεστούμε μία διαλεκτική ιδιότητα για ένα πανελλήνιο επίθημα. Αλλά από την άλλη, δεν μπορούμε και να την απορρίψουμε (στο κάτω κάτω ο μυκηναϊκός κόσμος μιλούσε την πρόδρομική μορφή της Αρκαδο-Κυπριακής στην οποία η τροπή ο>υ είναι ιδιαίτερα συχνή λ.χ. ἀπό > ἀπύ, ἀνά > ὀν- > ὐν- όπως ὐνέθηκε = ανέθηκε, στόμα > στύμα, ὅμοιος > ὕμοιος κλπ), γιατί υπάρχουν παραδείγματα διαλεκτικών oR>uR που πανελληνιοποιήθηκαν όπως το *h2gor- > ἀγορά ~ ἄγυρις > πανήγυρις.

Βέβαια, όπως είπα, αυτή η υπόθεση δεν μου πολυαρέσει γιατί θα περιμέναμε να βρούμε και μερικά παραδείγματα σε *-σόνη. Αφού λοιπόν υπάρχει μια έστω όχι και τόσο καλή πιθανότητα για το -òn- > -ùn- στο σύνθετο μόρφημα *-ot-i-òn-, πρέπει να βρούμε και μια καλή εξήγηση για το πρώτο μόρφημα *-ot-. Υπάρχει μια τέτοια εξήγηση και θα την περιγράψω παρακάτω στην άλλη υπόθεση *-otwùn- που μου αρέσει περισσότερο.

Η δεύτερη υπόθεση καταγωγής του επιθήματος -οσύνη είναι η αναγωγή στον τύπο *-otwùnā που μπορεί, με τη σειρά του, να αναχθεί στο σύνθετο επίθημα *-ot-wòn-eh2. Προτιμώ αυτήν την περίπτωση, γιατί σε αυτό το επίθημα η τροπή *o>u είναι πανελληνίως κανονική εξαιτίας του νόμου του Cowgill. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, κάθε πρώιμο ελληνικό (σχεδόν πρωτο-ελληνικό, αλλά ο νόμος συνέβη και στο *r.>or/ro) /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,r,l,w,s,y) και χειλικού (p,ph,kw,gw,kwh,m,w) συμφώνου υφίσταται την τροπή o>u:

*bholyom > pholyon > phulyon > phullon ~ φύλλον

*nokwts > nukws > nuks ~ νύξ

Σύμφωνα με τον νόμο του Cowgill λοιπόν, η εξέλιξη *-ot-wòn-eh2 > -otwùnā είναι πανελληνίως αναμενόμενη. Το μόνο που μένει είναι να εξηγήσω τα επιμέρους μορφήματα *-ot- και *-won-.

Το επίθημα *-ot- χρησιμοποιείται στην μορφή *-ot-eh2 > -otā για να σχηματίσει θηλυκές αφηρημένες έννοιες στην Σλαβική και την Αλβανική:

Θα περιγράψω από τα σλαβικά παραδείγματα της θηλυκές αφηρημένες έννοιες *orb-ota = «εργασία» και *sorm-ota = «ντροπή»

ΙΕ *h3erbhos = «κατώτερο άτομο» (λ.χ. ὀρφανός, σανσκριτικό árbha = «μικρός, ασήμαντος») > Πρωτο-Σλαβικά *orbŭ = «δούλος, εργάτης» και *orb-ota = «εργασία» (λ.χ. γερμανικό Arbeit) > OCS rabota (το «ρομπότ» είναι η τσεχική λέξη για «υπηρέτης, εργάτης»).

ΙΕ *(p)k’ormos = «πλήγμα» (λ.χ. αγγλικό harm) > Πρωτο-Σλαβικά *sormŭ ~ *sorm-ota = «ντροπή» (= πλήγμα της τιμής/αξιοπρέπειας) > νοτιοσλαβικά sramsramota.

sramota

Με αυτά τα δύο σλαβικά παραδείγματα κατά νου παραθέτω μια σελίδα του Vladimir Orel για την απάντηση του ίδιου επιθήματος *-otā στην Αλβανική. Επειδή στην Αλβανική συνέβη η τροπή *o>a, το εν λόγω επίθημα εξελίχθηκε στο Πρωτο-Αλβανικό *-otā > -atā, το οποίο εν τέλει έγινε -atë.

*h3leig- «ολίγος, μειωμένος» (λ.χ. ελληνικό ὀλίγος, λοιγός = «όλεθρος, συμφορά») > αλβανικό lig = «άρρωστος, κακός» και ligatë = «αρρώστια».

ota

Τα παραπάνω σλαβο-αλβανικά παραδείγματα αφηρημένων θηλυκών εννοιών σε *-oteh2 μας ωθεί να δούμε το μόρφημα *-ot- του εξεταζόμενου *-ot-won-eh2 ως τον φορέα της «αφαιρετικότητας».

Ο καλύτερος υποψήφιος για το άλλο μόρφημα *-won- είναι το επίθημα *-wen- που έχω ήδη περιγράψει στην ανάρτηση για τα ετερόκλιτα ουδέτερα r/n. Θυμίζω πως υπάρχει μία ομάδα επιθημάτων *-wen/r-, *-sen/r-, *men/r- που η μητρική ΠΙΕ γλώσσα χρησιμοποιούσε για τον σχηματισμό ετερόκλιτων ουδετέρων r/n και τα οποία μπορούσαν να θεματοποιηθούν παράγοντας άλλα ονόματα.

*Heh2-mr. > ἧμαρ (με γενική *Heh2-mn.-tos > τοῦ ἥματος) > *Heh2-mer-eh2 > μέρα

*h1ed-wr. > ἔδϝαρ > ἔδαρ ~ εἶδαρ (λόγω αναπληρωματικής έκτασης που συνόδεψε την απώλεια του δίγαμμα)

Παραθέτω και το λατινικό ετερόκλιτο ουδέτερο *-wr>-ur  femur = «μηρός» με αρχαϊκές πλάγιες πτώσεις σε femin– (λ.χ. αρχαϊκός πληθυντικός femina).

Η Ελληνική χρησιμοποίησε τα επιθήματα αυτά (*-wen-,*-sen- και *-men-) για να φτιάξει απαρέμφατα (δηλαδή απορρηματοποιημένα ουσιαστικά), όπως τα παρακάτω:

*deh3- > δίδωμι με απαρέμφατο αορίστου *dh3-wen > δοϝέναι (απαντά σε αυτήν την μορφή σε κυπριακή επιγραφή και ως to-wen-a-i στην Γραμμική Β) > δοῦναι

*bher- > *bher-e/oh2 > φέρω με απαρέμφατο *bher-e-sen > *pherehen > φέρειν

*h1es-men > θεσσαλικό ἔμμεν ~ λεσβικό ἔμμεναι ~ δωρικό ἦμεν, τα βόρεια ανάλογα των νοτίων *h1es-naiεἶναι (αττικο-ιωνικό) ~ ἦναι (αρκαδο-κυπριακό).

infinitives

sen-wen

h1esmen

Επομένως, το υποθετικό επίθημα *-ot-wòn-eh2 που είδαμε ότι κανονικότατα μπορεί να εξελιχθεί πανελληνίως σε -οσύνη περιέχει το IE μόρφημα *-ot- που έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από την Σλαβική και την Αλβανική για τον σχηματισμό θηλυκών αφηρημένων ουσιαστικών και το IE επίθημα *-wen/r, το οποίο η Ελληνική (όπως και άλλες ΙΕ γλώσσες) χρησιμοποίησε για να σχηματίσει ετερόκλιτα ουδέτερα ουσιαστικά και ένα είδος απαρεμφάτου. Τέλος, η θεματοποίηση *-won-eh2 θυμίζει το παράδειγμα ἧμαρ > ἡμέρα που αναφέρθηκε παραπάνω.

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα