Tag Archives: ελληνική

Το εμφατικά αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} του Βαλκανικού ΙΕ ομίλου

Σε μια παλαιότερη ανάρτηση παρέθεσα την ευρέως αποδεκτή άποψη του μεγάλου ΙΕστή Warren Cowgill ότι το ελληνικό αρνητικό μόριο «όχι» (αρχ. οὐκ, οὐκί, οὐ, οὐχί) ανάγεται στο ΙΕ εμφατικό αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} = not in this lifetime! (όχι σ΄αυτή τη ζωή!) και μάλλον είναι ΙΕ συγγενής του αρμενικού αρνητικού μορίου očʿ. Continue reading

Advertisements

27 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η θέση της Ελληνικής στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η σημερινή ανάρτηση, η πρώτη για το 2016, είναι στην ουσία απάντηση σε μερικά ερωτήματα του σχολιαστή October490 (το σχόλιό του είναι το 19ο εδώ).

Ρωτάει ο Οκτώβρης490:

Γιατί δηλαδή να μη δεχτούμε το Ρωμαίο, από την αυτοκρατορική περίοδο κι έπειτα, ως πολιτικό όρο, που δηλώνει τον κάτοικο δηλαδή της Αυτοκρατορίας που έχει δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη κι όχι κατ’ ανάγκη τον απευθείας απόγονο του Ρωμύλου. Γιατί δηλαδή να μην εικάσουμε, ότι αν πετύχαινες εκείνον το Βυζαντινό στο καφενείο, μετά αφού είχε γράψει εκείνη την αράδα και τον ρωτούσες τι εννοεί, να σου απαντούσε : «Παιδάκι μου, Έλληνας/Ρομά/Μυσός/Δάκας γεννήθηκα, αλλά είμαι και Ρωμαίος/Ευρωπαίος/Αμερικανός πολίτης ! Και μάλιστα, ψιλοντρέπομαι για την ελληνική=εθνική καταγωγή της γιαγιάς μου, αφού το ελληνικό, άναρχο και φιλελευθερο πνεύμα έχει λοιδωροιθεί τα μάλα από τους Χριστιανούς, γι αυτό διαλαλώ όπου σταθώ τη …Ρωμαϊκότητά = Χριστιανικότητά μου!»
Αν οι κάτοικοι πάλι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είχαν την Λατινική ως επίσημη και δεν αισθάνονταν Έλληνες, τότε γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον 6-7ο (;) αιώνα μιλάει επίσημα την Ελληνική κι η Λατινική εξαφανίζεται; Ενώ ας πούμε διαιωνίζεται στη Δακία, την Ιταλική και Ιβηρική χερσόνησο και στη Γαλατία, έστω και σαν διάλεκτοι μιας μητρικής γλώσσας;

Λοιπόν, φίλε Οκτώβρη490, χωρίζω τα ερωτήματά σου σε δύο θέματα:

  1. Γιατί η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αν οι ελληνόφωνοι δεν αισθάνονταν εθνοτικοί Έλληνες και σε κάποια φάση η Λατινική έδωσε τη θέση της στην Ελληνική ως επίσημη γλώσσα του κράτους;
  2. Γιατί η ρωμαϊκή ταυτότητα των “Βυζαντινών” δεν ήταν «μόνον πολιτική» ή «μόνον Ορθόδοξη Χριστιανική» (γράφεις Ρωμαϊκότητα = Χριστιανικότητα);

Σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση και θ΄αφήσω για την επόμενη ανάρτηση την απάντηση στην δεύτερη ερώτηση, στην οποία θέλω να εστιάσω περισσότερο, για να δείξω πόσο εσφαλμένες είναι οι θεώρησεις «μόνο πολιτικά Ρωμαίοι» και «Ρωμαίοι = Ορθόδοξοι Χριστιανοί».

Η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στο Ανατολικό μέρος της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επειδή είχε αποκτήσει αδιασάλευτο κοινωνικό κύρος και επειδή ανάμεσα στις αρετές που χαρακτηρίζαν τους Ρωμαίους κατακτητές ήταν η πρακτικότητα. Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι δεν είχαν κανέναν λόγο να αντικαταστήσουν την καθιερωμένη lingua franca (Ελληνιστική Κοινή) της ελληνιστικής Ανατολής με την Λατινική, αφού η Ελληνική τους βόλευε διοικητικά μια χαρά. Η άποψη ότι πρέπει να φτάσουμε στους διαδόχους του Ηρακλείου «ώστε η Ελληνική να πάρει τη θέση της Λατινικής ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης» στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην πραγματικότητα δεν είναι εντελώς ακριβής. Ήδη κατά το πρώτο μισό του 1ου μ.Χ. αιώνα ο λατινόφωνος αυτοκράτορας Κλαύδιος συνεχάρη έναν βάρβαρο (= καταγόμενο από το Barbaricum = μέρη εκτός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) για το ότι έμαθε «και τις δύο γλώσσες μας, Λατινικά και Ελληνικά» (δηλαδή και τις δύο [επίσημες] γλώσσες της Ρωμαϊκής μας αυτοκρατορίας, “Graece ac Latine … cum utroque sermone nostro sis paratus“, uterque = αμφότερος, noster = δικός μας). Στην Σύγκλητο της Ρώμης, ο Κλαύδιος πάντα, συχνά έκανε εκτενείς λόγους στην Ελληνική και όταν δίκαζε συχνά απαντούσε ελληνιστί απαγγέλλοντας ομηρικούς στίχους! Εκτός αυτού έγραψε στην Ελληνική ολόκληρα βιβλία Ιστορίας (20 βιβλία Ετρουσκικής/Τυρρηνικής Ιστορίας και 8 βιβλία Καρχηδονιακής Ιστορίας)!

[Suetonius, Divus Claudius, 42.1]

Nec minore cura Graeca studia secutus est, amorem praestantiamque linguae occasione omni professus. cuidam barbaro Graece ac Latine disserenti: ‘cum utroque,’ inquit, ‘sermone nostro sis paratus; et in commendanda patribus conscriptis Achaia, gratam sibi prouinciam ait communium studiorum commercio; ac saepe in senatu legatis perpetua oratione respondit. multum uero pro tribunali etiam Homericis locutus est uersibus. quotiens quidem hostem uel insidiatorem ultus esset, excubitori tribuno signum de more poscenti non temere aliud dedit quam: «ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
Denique et Graecas scripsit historias, Tyrrhenicon uiginti, Carchedoniacon octo.

Αγγλική Μετάφραση:

He applied himself with no less attention to the study of Greek literature, asserting upon all occasions his love of that language, and its surpassing excellency. A barbarian once holding a discourse both in Greek and Latin, he addressed him thus: ” Since you are skilled in both our tongues.” And recommending Achaia to the favour of the senate, he said, ” I have a particular attachment to that province, on account of our common studies.” In the senate he often made long replies to ambassadors in that language. On the tribunal he frequently quoted the verses of Homer. When at any time he had taken vengeance on an enemy or a conspirator, he scarcely ever gave to the tribune on guard, who, according to custom, came for the word, any other than this:

ἄνδρ᾽ ἐπαμύνασθαι ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
” “‘Tis time to strike when wrong demands the blow.
” To conclude, he wrote some histories likewise in Greek, namely, twenty books on Tuscan affairs, and eight on the Carthaginian;

Ο Geoffrey Horrocks, στο μνημειώδες βιβλίο του «Ελληνικά: Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» 1η έκδοση υπάρχει μεταφρασμένη στα Ελληνικά από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας για όποιον ενδιαφέρεται, ενώ την δεύτερη «βελτιωμένη» αγγλική έκδοση την έχω παραθέσει για κατέβασμα εδώ) σχολιάζει αυτό το χωρίο όπου ο Κλαύδιος μιλάει «για τις δύο γλώσσες μας: Λατινικά και Ελληνικά» (Graece ac Latine … utroque sermone nostro) γράφοντας:

Horrocks-Claudius

Ο στωϊκός [λατινόφωνος] αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (2ο μισό 2ου μ.Χ. αιώνα) κρατούσε το προσωπικό ημερολόγιο στην Ελληνική και έγραψε στην Ελληνική ολόκληρο φιλοσοφικό πόνημα. Ο Ρωμαίος ποιητής Ιουβενάλις (~100 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι οι αριστοκράτισσες της Ρώμης της εποχής του, χρησιμοποιούσαν την ελληνομάθειά τους για να τονίσουν την κοινωνική τους θέση: κουτσομπόλευαν μεταξύ τους ελληνιστί και πάνω στο σεξ φώναζαν ελληνιστί «ψυχή μου! ζωή μου!»

kaldellis-greek

Juvenal

Juvenalis

Γίνεται, λοιπόν, εύκολα αντιληπτό γιατί η Ελληνική γλώσσα στην Ελληνιστική Ανατολή δεν απειλήθηκε ποτέ από την Λατινική των Ρωμαίων κατακτητών. Η Ελληνική διατήρησε το κοινωνικό της κύρος και, επομένως, δεν υπήρχε κοινωνική πίεση γλωσσικής αντικατάστασης όπως υπήρχε στο δυτικό μισό και στην βαλκανική ενδοχώρα (όπου οι Κελτικές, Θρακο-Ιλλυρικές κλπ γλώσσες θεωρήθηκαν κοινωνικά κατώτερες και, σταδιακά, έδωσαν την θέση τους στην Λατινική). Εξ αρχής στην Ελληνιστική Ανατολή οι αποφάσεις της Συγκλήτου και των αυτοκρατόρων εκδίδονταν μεταφρασμένες στα Ελληνικά. Όταν σε κάποια φάση σταμάτησαν να υπάρχουν λατινόφωνοι αυτοκράτορες και υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί (όπως ο Ιουστινιανός και ο Βελισάριος, αμφότεροι εκλατινισμένοι «Βέσσοι») τότε δεν είχε νόημα να συνέχιζε η Λατινική ως γλώσσα του στρατού, της διοίκησης και της αυλής. Όταν πρωτοργανώθηκαν τα πρώτα μεγάλα Θέματα στην Μικρά Ασία κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, οι δύο βασικές γλώσσες των στρατιωτών ήταν τα Ελληνικά και τα Αρμενικά. Η Ρωμαϊκή Αυλή προσαρμόστηκε γλωσσικά, ακριβώς όπως, λίγο αργότερα, προσαρμόστηκε και θρησκευτικά όταν αποφάσισε να υιοθετήσει τις ανεικονικές (εικονοκλαστικές) συνήθειες των ακριτικών περιοχών, για να ισχυροποίησει τους δεσμούς συνάφειάς της με τους ακρίτες που σταμάτησαν την εξάπλωση των Αράβων στην οροσειρά του Ταύρου.

Βέβαια το ότι η Ελληνική γλώσσα διατήρησε το κοινωνικό της κύρος δεν έχει καμία σχέση με το αν οι ομιλητές της αισθάνονταν ή όχι εθνοτικά Έλληνες, ακριβώς όπως η επιβίωση της Αγγλικής στην Αμερική δεν έχει καμία σχέση με το αν οι Αμερικάνοι αισθάνονται ή όχι εθνοτικά/εθνικά Άγγλοι.

Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Ανατολικού μισού διατήρησαν μεν την γλωσσική τους ταυτότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επανεθνοτίστηκαν σταδιακά κατά την ύστερη αρχαιότητα. Όπως νομίζω ότι έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, η γλωσσική συνέχεια/ασυνέχεια δεν έχει καμία σχέση με την εθνοτική συνέχεια/ασυνέχεια.

Οι Αμερικάνοι διατήρησαν την Αγγλική τους γλώσσα, αλλά έπαψαν να είναι Άγγλοι άποικοι, ενώ οι «Ελληνιστές» Ιουδαίοι του Λουκά είχαν χάσει την «πάτριο» Εβραϊκή γλώσσα (και την συγγενική της Αραμαϊκή που είχαν υιοθετήσει οι περισσότεροι Ιουδαίοι ως μητρική, επειδή είχε καταλήξει να είναι η lingua franca του σημιτικού κόσμου) και, από ένα σημείο και μετά, μιλούσαν μόνον Ελληνικά, διατηρώντας όμως την εβραϊκή τους συνείδηση (Ιουδαϊκή θρησκεία και αίσθηση εβραϊκής καταγωγής).

Οι ελληνόφωνοι υπήκοοι της Ρωμαϊκής ανατολής διατήρησαν την γλώσσα τους, αλλά έχασαν την αρχαία εθνοτική τους ταυτότητα. Όταν οι πηγές αρχίζουν να τους περιγράφουν πάλι ως διακριτή εθνοτική ομάδα από τον 10ο αιώνα και έπειτα είναι πια εθνοτικοί Ρωμαίοι και όχι «εθνοτικοί Έλληνες που είναι μόνον πολιτικά ή θρησκευτικά Ρωμαίοι». Δεν θέλουν να έχουν καμία απολύτως σχέση με τους «δυσσεβείς Έλληνες» και όταν θέλουν να διαχωριστούν από τα «ετερόγλωσσα γένη» της αυτοκρατορίας, το κάνουν προβάλλοντας την εθνοτική τους ρωμαϊκή ταυτότητα (Ρωμαίοι = μόνον οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι). Τα «ετερόγλωσσα γένη» (Αρμένιοι, Σλάβοι, Αλβανοί, Βλάχοι, Μαρδαΐτες κλπ) είναι πολιτικοί Ρωμαίοι και, κατά κανόνα χριστιανοί ορθόδοξοι (εκτός από τους Αρμένιους που ήταν χωρισμένοι θρησκευτικά σε μιαφυσίτες και «τατσάτους» = Αρμένιοι που προσχώρησαν στο Χαλκηδονικό Δόγμα = την δική μας Ορθοδοξία), αλλά δεν είναι εθνοτικοί Ρωμαίοι.

Ο Νικήτας Χωνιάτης είναι ξεκάθαρος όταν περιγράφει την διαφορά ανάμεσα στα «ἑτερόγλωττα γένη» που στερούνται παιδείας απάσης και της φωνής Ελληνίδος, χαρακτηριστικά που διαθέτει ο «εὐγενής Ῥωμαῖος ἀνήρ».

[ΝΧωνιάτης, 204-5] ἀλλὰ δὴ καὶ τοῖς ἀπὸ γενῶν ἑτερογλώττων ὑποβαρβαρίζουσιν ὑπηρέταις, ὧν ὁ σίελος τοῦ λόγου προηκοντίζετο, […] καὶ ταῦτα παιδείας ἁπάσης ἐστερημένοις καὶ φωνῆς Ἑλληνίδος τὰ ἴχνη μεταδιώκουσιν ὡς αἱ σκοπιαί τε καὶ αἱ πέτραι πρὸς τὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα τὸ τῆς ἠχοῦς ὑστερόφωνον. […]  εἰ δέ που καὶ παρεζεύγνυτό τις αὐτοῖς εὐγενὴς Ῥωμαῖος ἀνήρ,

Αλλά επιστρέφω στην Ελληνική γλώσσα γιατί η εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.

Η αξιοθαύμαστη συντηρητικότητα της Ελληνικής, δηλαδή το γεγονός ότι η Ελληνική υπέστη μικρή σχετικά αλλαγή κατά τα τελευταία 2000 χρόνια και δεν διασπάστηκε σε ελληνογενείς γλώσσες (όπως η Λατινική διασπάστηκε σε λατινογενείς/ρωμανικές γλώσσες), οφείλεται στο ότι η Ελληνική είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ρωμαίων, δηλαδή των Ρωμαίων που παρέμειναν όλοι «μαντρωμένοι» στην ίδια πολιτική οντότητα κατά την περίοδο 400-1200, στην οποία υπήρχαν ενεργοί μηχανισμοί γλωσσικής σύγκλισης (παθητική έκθεση των αμόρφωτων μαζών στην Ελληνιστική Κοινή των Γραφών κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, «δημώδης» μεσαιωνική Κοινή που ο απλός κόσμος χρησιμοποιούσε στον στρατό και στις εμπορικές του συναλλαγές, ίδια πρότυπα εκπαίδευσης σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας κλπ). Γράφει ο Horrocks για τις αιτίες της συντηρητικότητας της Ελληνικής:

Horrocks-slow-change

Παραθέτω την Ελληνική μετάφραση των Σταύρου-Τζεβελέκου της πρώτης έκδοσης του χωρίου αυτού:

[σλδ 474-5] Αν και είναι σαφές ότι η ομιλούμενη ελληνική άλλαξε σημαντικά κατά την μεσαιωνική περίοδο – με μια αξιοσημείωτη αύξηση της κατά τόπους ετερογένειας ανάμεσα στους αναλφάβητους ομιλητές των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων-, η συνεχιζόμενη παρουσία του βυζαντινού κράτους και των θεσμών του (πρωτίστως του εκπαιδευτικού συστήματος, της διοίκησης και της ορθόδοξης Εκκλησίας) εξασφάλισε ότι η εξέλιξη γενικά της προφορικής γλώσσας υπόκεινταν στους περιορισμούς που σχετίζονταν με τη γνώση της λόγιας γραπτής γλώσσας στις ποικίλες της μορφές, ή έστω με την έκθεση στην γραπτή γλώσσα (κυρίως τη γλώσσα της θείας λειτουργίας, η οποία είχε καθολική επιρροή). Ακόμη και ο τελείως αναλφάβητος δεν μπορούσε να ξεφύγει από την (παθητική) πρόσληψη της εκκλησιαστικής ελληνικής ή από τις εξομοιωτικές συνέπειες της θητείας του στον αυτοκρατορικό στρατό, ενώ οι ανώτερες τάξεις, συγκεντρωμένες στα μεγάλα αστικά κέντρα, εξακολουθούσαν όχι μόνο να διατηρούν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, αλλά επίσης να μαθαίνουν- και μάλιστα να χρησιμοποιούν ἐμπρακτα- τους παραδοσιακούς τύπους της γραπτής ελληνικής, διαδικασία η οποία επηρέασε το λόγο τους και αναχαίτισε την εξέλιξη σημαντικών τοπικών αποκλίσεων σε λόγιες ποικιλίες, πέρα από το φωνολογικό επίπεδο.

Έτσι, τα πρώιμα μεσαιωνικά ελληνικά, αντίθετα από τα λατινικά, δεν διασπάστηκαν σε τοπικές διαλέκτουςοι οποίες αργότερα θα αποκτούσαν επίσημο χαρακτήρα και θα εξελίσσονταν σε ξεχωριστές γλώσσες ανεξάρτητων κρατών.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η Ελληνική δεν άλλαξε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Χωρίς κατάλληλη προετοιμασία δεν μπορούμε αυθόρμητα να κατανοήσουμε την Αττική του Θουκυδίδη, πόσο μάλλον την γλώσσα του Ομήρου. Αλλά το αξιοθαύμαστο με την Ελληνική είναι ότι εμείς σήμερα μπορούμε αυθόρμητα και χωρίς προετοιμασία να καταλάβουμε την δημώδη Ελληνική της Κωνσταντινουπόλεως στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (~600 μ.Χ.)! Επειδή ο Μαυρίκιος είχε επιβάλλει «μέτρα λιτότητας» για να σώσει την οικονομικά εξασθενισμένη αυτοκρατορία, είχε γίνει αντιπαθής στον απλό λαό. Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής διέσωσε ένα σκωπτικό δημώδες ποιηματάκι που οι Κωνσταντινοπολίτες είχαν βγάλει για τον Μαυρίκιο.

maurice1

maurice2

Όπως καταλαβαίνετε αμέσως, ο μέσος ελληνόφωνος σήμερα δεν έχει κάποιο πρόβλημα στην κατανόηση του ποιήματος αυτού που συντέθηκε 1400 χρόνια πριν! Η μόνη διαφορά στην φωνολογία είναι το ότι τα «υ,οι» προφέρονταν ακόμα ως /y/=/ü/ και δεν είχε ολοκληρωθεί ο ιωτακισμός τους.

Εὔρηκε τὴν δαμαλίδα | ἁπαλήν καὶ τρυφεράν = βρήκε την δαμαλίδα απαλή και τρυφερή

καὶ ὡς τὸ καινόν ἀλεκτόριν | ταύτῃ <ἐ>πεπήδηκεν = και σαν το νεαρό κοκόρι την επήδηξε

καὶ ἐποίησε παιδία | ὡς τὰ ξυλοκούκουδα = και έκανε παιδιά σαν τα ξυλοκούκουδα

καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι | ἀλλ΄ὅλους ἐφίμωσεν = και ουδένας τολμάει να λαλήσει, αλλ΄ όλους τους εφίμωσε

Βλέπουμε ότι υπάρχουν μόνο 2 άγνωστες λέξεις (ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > αλεκτόρι(ν) = «κοκόρι», ξυλοκούκουδον = «καρπός με ξύλινο/σκληρό φλοιό» και δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν τον σημερινό όρο δάμαλις/δαμαλίς > δαμάλα = «νεαρή αγελάδα»). Βλέπουμε, επίσης, ότι στην δημώδη Ελληνική του 600 μ.Χ. το απαρέμφατο παραμένει ακόμα ενεργό (τολμᾷ λαλῆσαι και όχι τολμᾷ ἵνα λαλήσει > τολμάει να λαλήσει), αν και ήδη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, σε δημώδη κείμενα των αιγυπτιακών παπύρων, η περίφραση ἵνα+υποτακτική αρχίζει σιγά σιγά να αντικαθιστά το αρχαίο απαρέμφατο, ότι το επίθετο ὅλος (που αρχικά σήμαινε «ολόκληρος, ακέραιος») έχει ήδη αποκτήσει την νεοελληνική του σημασία, αντικαθιστώντας το αρχαίο επίθετο πᾶς, βλέπουμε την τυπική νεοελληνική ουδετεροποίηση (δηλαδή προσθήκη του ουδέτερου επιθήματος -ιον > -ιν, ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > ἀλεκτόρι(ν) = κοκόρι, όπως νῆσος > νησίον > νησί και γέφυρα > γεφύριον > γεφύρι), βλέπουμε ότι το ρήμα (επι-)πηδάω έχει την νεοελληνική σημασία πηδάω = «γαμάω», ότι δεν είχε ακόμη γίνει η συνίζηση παιδία > παιδιά (λ.χ. ελευθερία > λευτεριά) και βλέπουμε ότι ο αόριστος επ-επήδηκεν έχει σχηματιστεί με το επίθημα του αρχαίου παρακειμένου -κα (λ.χ. το νεοελληνικό ζεύγος έδωσα ~ έδωκα) λόγω της συγχώνευσης παρακειμένου και αορίστου που συνέβη στην πορεία της Ελληνικής (κάτι που τελικά οδήγησε αργότερα στον σχηματισμό ενός νέου περιφραστικού παρακειμένου με το βοηθητικό ρήμα έχω, λ.χ. δέδωκα > έχω δώσει). Ο δεύτερος στίχος διατηρεί το μέτρο του μόνο αν το «καὶ ὡς» διαβαστεί ως μονοσύλλαβο «κι΄ως» (πράγματι ο Horrocks το διαβάζει ως c’os = /kyos/). Τα «ξυλοκούκουδα» είναι οι καρποί όπως το καρύδι με σκληρό, ξυλινο φλοιό. Ο όρος κούκουδον (< κόκκουδον) είναι μάλλον ομόρριζος το νεοελληνικού όρου κόκαλο (< κόκκαλον).

Το δημώδες αυτό ποίημα είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο μέτρο που αποτελείται από δύο ημίστιχα 8+7 (στο τέλος του 8ου στίχου έχω προσθέσει το σύμβολο [|]). Αυτό το δεκαπεντασύλλαβο μέτρο είναι η ραχοκοκαλιά της μεσαιωνικής και νεοελληνικής ποίησης, τόσο της δημώδους όσο και της λόγιας και ήταν σίγουρα ήδη διαμορφωμένο κατά την ύστερη αρχαιότητα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Jeffreys (1974), η απαρχή αυτού του «πολιτικού» (= δημώδους) 15σύλλαβου στίχου είναι οι λαϊκές έμμετρες επευφημίες στους θριάμβους στην Ρώμη της [ύστερης] «Δημοκρατικής» Περιόδου, δηλαδή στην Ρώμη της εποχής του Καίσαρα!

Βρε κοίτα να δεις κάτι περίεργα πράγματα!

Η μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ποιητική παράδοση που ήταν γνωστή σε κάθε αγράμματο από την Κέρκυρα μέχρι την Κύπρο και από την Πελοπόννησο μέχρι την Τραπεζούντα, αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys, δεν ανάγεται στους αρχαίους Έλληνες, αλλά στους Ρωμαίους κατακτητές των Ελλήνων!

Φυσικά, ένας «Βυζαντινός» δεν θα έβρισκε καθόλου περίεργο το ότι ένα νήμα ποιητικής συνέχειας «μήκους» 2200 ετών συνδέει τους «νῦν» με τους «πάλαι» Ρωμαίους και ότι αυτή η συνήθεια μεταφέρθηκε κατά την translatio Urbis (μεταφορά της Πόλεως).

Δεκαπεντασύλλαβο μέτρο με σπάσιμο 8+7, λοιπόν, από την Ρώμη του Καίσαρα στην Νέα Ρώμη του Μαυρικίου και από τον Μαυρίκιο στο δημοτικό τραγούδι από την Αράχωβα της ύστερης Τουρκοκρατίας «Ο Χάρος κι ο Τσοπάνης» που παρουσιάζει παρακάτω ο Horrocks:

kharos-horrocks

Κι ο Χάρος τον εβίγλισεν | από ψηλή ραχούλα

[…]

Άσε με, Χάρο μ΄, άσε με | τρεις μέρες και τρεις νύχτες

[…]

πόχω γυναίκα παρανιά | και χήρα δεν της πρέπει

(παρανιά = παρανέα = πολύ νέα, λ.χ. παραψήθηκε = ψήθηκε πολύ)

Αν μετρήσετε τις συλλαβές (kyo-χà-ros-ton-e-vi-γli-sen | a-pò-psi-lì-ra-χù-la) θα δείτε την ίδια μετρική δομή 15=8+7.

Η γλώσσα του ποιήματος και η έννοια του Χάρου είναι κληρονομιά από την αρχαία Ελλάδα (Χάρων > Χάρος, Νηρηίδες > Νεράιδες κλπ), ενώ το μέτρο του ποιήματος (αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys) και το ρήμα βιγλίζω/βιγλεύω = (κατα)σκοπεύω (βίγλα = σκοπιά < λατ. vigilia) είναι κληρονομιά από την αρχαία Ρώμη.

Γράφει ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του:

[12.97] Περὶ βίγλας καὶ φυλακῆς βάνδου ἐν καιρῷ μάχης

Δύο δὲ σκουλκάτωρας ἤγουν κατασκόπουςβιγλάτωρας χρησίμους καὶ ἀγρύπνους καὶ ἀνδρείους ἐπιλέγεσθαι καὶ δύο μανδάτωρας.

[12.42] Πρὸς τούτοις κελεύομέν σοι, […] καθ’ἑκάστην τοῦρμαν σκουλκάτωρας ἤγουν βιγλεύοντας ἀφορίσῃς,

[14.12] […] τὸ ὀφεῖλον βιγλεύειν καὶ τὰς πόρτας τοῦ φοσσάτου φυλάττειν ἤγουν τοῦ περιφραγμένου ἀπλίκτου,

(σκουλκάτωρες < exculcatores = «πρόσκοποι», γι΄αυτό σκούλκα = βίγλα)

Για να καταλάβετε πόσο ασυνήθιστο είναι να μπορεί κάποιος να κατανοεί αυθόρμητα την μορφή της γλώσσας του πριν από 1400 χρόνια, σας παραθέτω το Πάτερ Ημών στην Παλαιά Αγγλική του 10ου αιώνα (δηλαδή «μόλις» 1000 χρόνια πριν), την οποία κανένας τωρινός αγγλόφωνος δεν μπορεί πια να κατανοήσει αυθόρμητα.

Παλαιά Αγγλική, 995 μ.Χ.:

Fæder ūre, ðū ðē eart on heofonum,

Sī ðīn nama gehālgod.

[…]

Urne gedægwhamlīcan hlāf syle ūs tōdæg.

Βικτωριανή Αγγλική, ~ 1800 μ.Χ.:

Our Father, which art in heaven;

Hallowed by thy Name.

[…]

Give us this day our daily bread.

Τωρινή Αγγλική:

Our Father in heaven,

hallowed be your name,

[…]

Give us today our daily bread.

Αν θέλετε μια γεύση από τα Παλαιά Αγγλικά του ~800 μ.Χ. (δηλαδή τα Αγγλικά πριν από 1200 χρόνια) μπορείτε να διαβάσετε το Παλαιοαγγλικό ποίημα Beowulf και, παρόλο που γνωρίζετε Αγγλικά, δεν θα καταλάβετε τίποτε!

[Στίχοι, 53-60]

Þā wæs on burgum Bēowulf Scyldinga,
lēof lēod‐cyning, longe þrāge
folcum gefrǣge (fæder ellor hwearf,
aldor of earde), oð þæt him eft onwōc
hēah Healfdene; hēold þenden lifde,
gamol and gūð‐rēow, glæde Scyldingas.
Þǣm fēower bearn forð‐gerīmed
in worold wōcun, weoroda rǣswan,

[τωρινή Αγγλική]

Now Beowulf bode in the burg of the Scyldings,
leader belovéd, and long he ruled
in fame with all folk, since his father had gone
away from the world, till awoke an heir,
haughty Healfdene, who held through life,
sage and sturdy, the Scyldings glad.[1]
Then, one after one, there woke to him,
to the chieftain of clansmen, children four:

Θα κάνω εδώ και μια γλωσσολογική παρατήρηση στο fēower bearn = four children (= τέσσερα παιδιά).

Ο παλαιός αγγλικός όρος bearn = «παιδί» προέρχεται από το πρωτογερμανικό *barną = «παιδί», λέξη ομόρριζη με το αγγλικό birth = «γέννα» (αμφότερα από την ΙΕ ρίζα *bher- «φέρω, κυοφορώ», IE *bhr.-tis > πρωτογερμανικό *burþiz > αγγλικό birth). Ο όρος αυτός επιβιώνει ως αρχαϊσμός στην Σκωτσέζικη Αγγλική.

Έτσι στην ταινία “Made of Honor” όπου μια αμερικάνα πάει στην Σκωτία για να παντρευτεί έναν Σκωτσέζο, η θεία του Σκωτσέζου την ρωτάει σε Σκωτσέζικα Αγγλικά αν έχουν “bearns” και, επειδή η αμερικάνα δεν κατάλαβε τι την ρώτησε, ο αρραβωνιαστικός της συμπληρώνει “bearns means children” (“bearns” είναι τα παιδιά) και απαντάει στην θεία του “no, no auntie, we haven’t had any “bearns” yet” (Όχι θείτσα, δεν κάναμε ακόμα παιδιά).

Η αμερικάνα λέει στην Θεία “I’m so sorry, I’m having hard time understanding your accent” (Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δυσκολεύομαι να καταλάβω την προφορά σας).

[00:07-00:19]

Και το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει αν δώσουμε σε έναν Βούλγαρο ή Σλαβομακεδόνα να διαβάσει την προγονική του Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (OCS), την οποία οι Κύριλλος και Μεθόδιος κωδικοποίησαν τον 9ο αιώνα από τις σλαβόφωνες περιοχές γύρω από την Θεσσαλονίκη. Η σημερινή πρότυπος Βουλγαρική και ο πρότυπος Σλαβομακεδονική απέχουν χρονικά από την OCS 1100 χρόνια. Παραθέτω την παλαιοσλαβωνική μετάφραση από ένα χωρίο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

OCS-Luke

[Κατά Λουκάν, 2.4-7] Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ, 5 ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ. 6 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, 7 καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

i rodi synŭ svoi prĭvěnĭcĭκαὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον

roditi = τίκτω (< τί-τκ-ω < διπλασιασμένο ρήμα από την ρίζα *τεκ- «γεννάω», λ.χ. Θεο-τόκος = Bogo-rodica)

synŭ = υἱός (αμφότερα από την ρίζα *seuH- «γεννάω», όπως και το αγγλικό son)

prĭvěnĭcĭ  = πρωτότοκος (εξελίχθηκε στο σερβικό prvenac, παράγωγο του prĭvŭ  = «πρώτος»)

Όποιος γνωρίζει κάποια σύγχρονη νοτιοσλαβική γλώσσα μπορεί να μας πει τι καταλαβαίνει όταν διαβάζει το παραπάνω χωρίο από την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική.

Αν η Ελληνική δεν είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ἑῴων Ῥωμαίων, θα είχε σίγουρα διασπαστεί σε πολλές νεοελληνικές γλώσσες, όπως συνέβη με την Λατινική στην «πεπτωκυῖα» Δύση.

Θα παραθέσω επίσης και το πρώτο γνωστό κείμενο της Αλβανικής (Gjon Buzuku, 16ος αιώνας), το οποίο όμως, αντίθετα με την σύγχρονη Πρότυπο Αλβανική που κωδικοποιήθηκε από τις τοσκικές διαλέκτους, είναι γραμμένο στη μεσαιωνική Γκεγκική. Επομένως, εκτός από την «χρονική» απόσταση 500 ετών, όποιος επιχειρήσει την σύγκριση πρέπει να λάβει υπόψη και την «επιχωρική» απόσταση που χωρίζει την Τοσκική από την Γκεγκική διάλεκτο. Η Γκεγκική δεν έχει υποστεί τον Τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού -n-, διατηρεί τα έρρινα φωνήεντα της ύστερης πρωτοαλβανικής, διατηρεί το αλβανικό απαρέμφατο και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «έχω», ενώ η Τοσκική έχει υποστεί ρωτακισμό, έχει τρέψει τα έρρινα φωνήεντα σε schwa, έχει χάσει το απαρέμφατο λόγω επαφής με την μεσαιωνική Ελληνική (λ.χ. τολμᾷ λαλῆσαι > τολμάει να λαλήσει παραπάνω, όπως και η Βουλγαρική και η Σλαβομακεδονική και εν μέρει η Σερβική) και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «θέλω». Το τελευταίο χαρακτηριστικό το έχει και η Βουλγαρική, η Σλαβομακεδονική και η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (Βλαχική/Αρουμανική και Ρουμανική). Έχει δηλαδή ενδιαφέρον ότι η Γκεγκική Αλβανική δεν συμμετέχει σε αυτόν τον κοινό νεοτερισμό, αλλά συμφωνεί με τις ρωμανικές ποικιλίες που παρέμειναν εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο μέλλοντας με βοηθητικό ρήμα το «θέλω» σε αυτές τις βαλκανικές γλώσσες οφείλεται σε υστερομεσαιωνική Ελληνική επίδραση, διότι η πρώιμη μεσαιωνική Ελληνική σχημάτιζε τον μέλλοντα με τα ρήματα «έχω/μέλλω» και, μετά τον 11ο αιώνα, άρχισε να τον σχηματίζει με το ρήμα «θέλω» (λ.χ. θέλει ἵνα > θενα > θανα > θα). Γράφει ο Horrocks, γι΄αυτά τα θέματα του Βαλκανικού Sprachbund:

sprachbund1

sprachbund2

Αφού λοιπόν εξήγησα τις βασικές διαφορές μεταξύ της Τοσκικής και της Γκεγκικής Αλβανικής, παραθέτω το πρώτο αλβανικό κείμενο στην μεσαιωνική Γκεγκική, για όποιον ενδιαφέρεται να συγκρίνει την μορφή της γλώσσας πριν από 500 χρόνια.

Buzuku

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Μεσαίωνας, Σλαβικές γλώσσες

Η ΙΕ ανατομική ορολογία του άνω άκρου στην Ελληνική

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω ετυμολογικά την ελληνική ορολογία ΙΕ καταγωγής για τα ανατομικά μέρη του άνω άκρου, δηλαδή του τμήματος του σώματος που εκτείνεται από τον ώμο μέχρι τα νύχια.

Η πρότυπος ανατομική θέση του άνω άκρου είναι αυτή με την αντίχειρα προς τα έξω, γιατί σε αυτήν την θέση υπτιασμού (supination ~ «ανάσκελα») του πήχεος η κερκίδα και η ωλένη (τα δύο μακρά οστά του πήχεος) είναι παράλληλες και αχίαστες. Σε αυτήν την ανατομική θέση, η κερκίδα βρίσκεται προς τον αντίχειρα, δηλαδή σε πλευρική θέση ως προς την ωλένη. Η άλλη θέση με τον αντίχειρα προς τα μέσα και τα οστά του πήχεος χιασμένα ονομάζεται πρηνισμός (pronation ~ «μπρούμυτα»).

pronosupination

Καθώς κατεβαίνουμε από τον ώμο προς τα δάχτυλα, μετά τον ώμο βρίσκονται, κατά σειρά, ο βραχίονας, ο αγκώνας, ο πήχυς, ο καρπός, η παλάμη και τα δάχτυλα, στην άπω ραχιαία θέση των οποίων βρίσκονται τα νύχια.

anatomy

Οστεολογικά, ο βραχίονας αποτελείται από το βραχιόνιο οστό, ο πήχυς από την κερκίδα και την ωλένη, ο καρπός αποτελείται από 8 μικρά οστά, η παλάμη από 5 μετακάρπια οστά και τα δάκτυλα από τις φάλαγγες (εγγύς, μέση και άπω, με την μέση φάλαγγα να λείπει στον αντίχειρα).

Ο ώμος

Η ελληνική λέξη ὦμος προέρχεται από τον αναδομημένο ΠΙΕ όρο *Homsos ~ «ώμος» (H = h1 ή h3). Μετά την απώλεια του αρκτικού λαρυγγικού στον όρο *òmsos η πρώιμη εφαρμογή της Πρώτης Αναπληρωματικής Εκτάσεως (AE1) έδωσε *òmsos > *òmmos > ōmos = ὦμος. Η ΑΕ1 εδώ εφαρμόστηκε αρκετά πρώιμα, γιατί και στην Αττικο-Ιωνική το προϊόν εκτάσεως ήταν «ω», δηλαδή το ίδιο με αυτό της ΙΕ εκτάσεως του Szemerényi (λ.χ. *seh2ge-mons > ἡγεμών) και όχι η μεταγενέστερη αττικο-ιωνική νόθος δίφθογγος «ου» που αντιστοιχεί στο δωρικό «ω» (λ.χ. *gwols-eh2 > *gwollā > αιολικό βολλά ~ αττικο-ιωνικό βούλή ~ δωρικό βωλά).

Οι βασικοί συγγενείς του ελληνικού όρου ὦμος είναι το σανσκριτικό áṃsa = «ώμος», το λατινικό *Ηοmsos > *Ηοmesos > *omezos > umerus = «ώμος/βραχίονας», το αρμενικό us = «ώμος» και το γοτθικό ams = «ώμος» (< πρωτο-γερμανικό *amsaz).

omos

Ο σανσκριτικός συγγενής áṃsa απαντά στο επίθετο της κόμπρας vy-áṃsa = «δίχως ώμους». Παραβάλλω την σελίδα 45 από το How to Kill a Dragon του Calvert Watkins.

vyamsa

Το λατινικό umerus θα το βρείτε «δασυμένο» ως humerus και στην μεταγενέστερη ανατομική ορολογία ο όρος δηλώνει ειδικά το βραχιόνιο οστό. Η δάσυνση οφείλεται σε μεταγενέστερη συνήθεια των ελληνιζόντων λογίων Λατίνων που υιοθέτησαν την ελληνική συνήθεια καθολικής δασύνσεως του «υ». Ένα άλλο παρόμοιο παράδειγμα είναι το επίθετο *wegw-/ugw- > ūvidus ~ ūmidus > hūmidus (~ ελληνικό *ugw-ros > γρός).

Το λατινικό umerus έχει ρωμανικούς απογόνους, όπως λ.χ. το ιταλικό omero, το ιβηρικό (ισπανο-προτογαλο-γαλικικό) αντί-στοιχο (h)ombro, το ρουμανικό umăr και το βλαχικό/αρουμανικό umir[u] ~ an-umir[u] (με ένα περίεργο πρόθημα an- που δεν αποκλείεται να είναι το ελληνικό άνω).

Ο βραχίονας

Ο όρος βραχίων (με μακρό /ῑ/) προέρχεται από το επίθετο βραχύς (< IE *mr.ghus) και μάλλον περιέχει το επίθημα Hoffmann *-ih3onh2 > -īōn. Η σχέση με το επίθετο «βραχύς» προέκυψε προφανώς επειδή ο βραχίονας είναι βραχύτερος του πήχεος.

Στην Ιλιάδα, ο εγγύς βραχίων (δηλαδή ο άνω βραχίονας προς τον ώμο) ονομάζεται ποιητικά «πρυμνός βραχίων», δηλαδή η κεφαλή του βραχιόνιου οστού παρομοιάζεται με την πρύμνη (= πίσω άκρο) ενός πλοίου.

[Ιλιάδα, 13.533]

αὐλῶπις τρυφάλεια χαμαὶ βόμβησε πεσοῦσα.
Μηριόνης δ᾽ ἐξ αὖτις ἐπάλμενος αἰγυπιὸς ὣς
ἐξέρυσε πρυμνοῖο βραχίονος ὄβριμον ἔγχος,

[Ιλιάδα, 16.323]

ἔφθη ὀρεξάμενος πρὶν οὐτάσαι, οὐδ᾽ ἀφάμαρτεν,
ὦμον ἄφαρ· πρυμνὸν δὲ βραχίονα δουρὸς ἀκωκὴ
δρύψ᾽ ἀπὸ μυώνων, ἀπὸ δ᾽ ὀστέον ἄχρις ἄραξε·

Ο όρος βραχίων εισήλθε στην Λατινική ως ουδέτερο bracchium που, με τη σειρά του, εξελίχθηκε στο ιταλικό braccio που επέστρεψε ως αντιδάνειο στην Ελληνική σαν μπράτσο. Το βλαχικό brats[u] και το ρουμανικό braț συνεχίζουν απευθείας το λατινικό bracchium.

Από το bracchium σχηματίστηκαν τα ρωμανικά ~ υστερολατινικά ρήματα με τη σημασία «αγκαλιάζω» ad-bracciō > ιταλικό abbraccio και ισπανικό abrazar, καθώς και το in-bracciō > imbraccio > άγγλικό embrace (< γαλλικό embrasser), ρουμανικό îmbrățișa και βλαχικό ambratsu.

Η ρωμανική χρησιμοποίησε τον όρο bracchium για να φτιάξει δύο σύνθετους όρους για τον «πήχυ»: ante-brachium και avanti-braccio > Ιταλικό avambraccio.

Ο αγκώνας

Ο όρος ἀγκών ανάγεται στο ΙΕ *h2enk-on-s και περιέχει την ρίζα *h2enk- «λυγίζω, κάμπτω» που έδωσε τα ελληνικά ἄγκος, ἀγκύλος και ἄγκιστρον (λόγω του κεκαμμένου σχήματος), το λατινικό uncus = «αγκίστρι» και το σανσκριτικό áṅkas ~ «κάμψη». Με άλλα λόγια, ο ἀγκών είναι «το τμήμα του άνω άκρου που «λυγίζει/κάμπτεται».

Μία παρόμοια ρίζα *h2eng- που μάλλον προέκυψε από την προαναφερθείσα *h2enk- με ηχηροποίηση του /k/ μετά από το /n/ (nk>ng λ.χ. συν+κοινωνία > συγκοινωνία, αρμενικό *penkwe> *p’inke > hing) έχει δώσει την λατινική και σλαβική «γωνία»:

angulus ~ ǫgŭlŭ

Ο λατινικός αγκώνας είναι cubitum και επιβιώνει στις περισσότερες δυτικές ρωμανικές γλώσσες, λ.χ. ιταλικό gomito, βλαχο-ρουμανικό cot[u] και στο αλβανικό kut . Οι δύο τελευταίοι όροι δείχνουν την εφαρμογή του λεγόμενου «ρυθμικού κανόνα» (όπως ονομάζεται στην Αλβανική), που εφαρμόστηκε και στο «άλογο» caballus.

cabàllus > kavàllu > cal[u]/kalë

cubitum > kùvitu/kòvito > cot[u]/kut

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο «ρυθμικός κανόνας» στην Αλβανική είναι η τριβοποίηση (b,d,g > v,δ,γ) και αποβολή (v,δ,γ > h>Ø) μαζί με το γειτνιάζον άτονο φωνήεν των μεσοφωνηεντικών ηχηρών κλειστών b,d,g που περιέχονται σε πολυσύλλαβες λέξεις. Ο «ρυθμικός κανόνας» ήταν ενεργός μέχρι την είσοδο των πρώιμων σλαβικών δανείων στην γλώσσα (~650 μ.Χ.). Παράδειγμα:

*bhleHid- > *blHid-uros > *blaidura > bleδura > blehura > blehurë

λατινικό mèdicus > mjèdik > mjeδik > mjèhik > mjek (αποβλήθηκε το d>δ>h μαζί με το γειτνίαζον άτονο /i/)

*sreh2g-ùsa > *srāgùsa > *srogùša > *rroγùša *srohùša > rrush

Rhythmic rule

Εξού και στα Αγγλικά η fossa cubitalis > Cubital fossa = η πρόσθια και μαλακή καμπή/κοιλότητα του αγκώνα, σε αντίθεση με το οπίσθιο, σκληρό και προεξέχον ὠλενόκρᾱνον ~ ὠλέκρᾱνον > αγγλικό Olecranon (= «κρανίον της ωλένης» = η «μύτη» του αγκώνα).

Εκατέροθεν του ωλεκράνου υπάρχουν δύο μικρότερες προεξοχές του βραχιόνιου οστού που ονομάζονται επικόνδυλοι (μέσος και πλευρικός).

Ο όρος επικόνδυλος περιέχει τον όρο κόνδυλος που σημαίνει «μικρή προεξοχή, λοφίσκος» και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *(s)k’end- «φαίνομαι, ξεχωρίζω, προεξέχω» που έχει δώσει και τα ονόματα Κάσσανδρος = «ἀνδρῶν κέκαστος» (και τα θηλυκά αντίστοιχα Καστιάνειρα και Κασσάνδρα), Κάστωρ = «φανερός > λαμπερός», Ἰοκάστη/Ἐπικάστη και Ναυσικάα (υποκοριστική μορφή του ονόματος Ναυσικάστη = «κεκασμένη/κεκοσμημένη ταῖς ναυσὶ»).

*(s)k’n.d-t- > *καδ-τ- > καστ-/κασσ-.

skend

*(s)k’ond-ulos > κόνδυλος = «μικρή προεξοχή, λοφίσκος», όπως το αρχαίο τοπωνύμιο Κονδαία στους πρόποδες του Θεσσαλικού Ολύμπου δυτικά των Τεμπών, με εθνικό Κονδαιεύς/Κονδαιεῖς.

Kondaia

Ο πήχυς

Ο όρος πῆχυς είναι η αττικο-ιωνική εκδοχή του πρωτο-ελληνικού πᾶχυς, όρος που ανάγεται στο IE όρο *bheh2g’hus = «πήχυς».

Οι ΙΕ συγγενείς είναι το σανσκριτικό bāhú, το περσικό και παστουνικό bāzu και οι απόγονοι του πρωτογερμανικού *bōguz (λ.χ. αγγλικό bough). Το αρμενικό bazuk είναι ιρανικό δάνειο.

bheh2ghus

Ο όρος ὠλένη στην αρχαία Ελληνική σήμαινε γενικά τον πήχυ και όχι το ανατομικό οστό, γι΄αυτό και η Ήρα στον όμηρο λέγεται λευκώλενος = «με λευκό δέρμα στα χέρια που δεν τα μαύρισε ο ήλιος» (η καθώς πρέπει «κυρία» στην αρχαία Ελλάδα έμενε κλεισμένη στο σπίτι). Συγγενής της ωλένης είναι ο διαλεκτικός όρος (ἡ) ὠλνός > ὦλλός = «αγκώνας» (θυμίζω το ὠλέκρανον που αναφέρθηκε παραπάνω).

Η ΙΕ ρίζα της ωλένης είναι *Hōl-(en)- (<*Heh3l- ?) και άλλοι απόγονοι της ΙΕ ρίζας είναι:

Ο λατινικός όρος ulna = «πήχυς, ωλένη»

Το αγγλικό ell (< παλαιό αγγλικό eln ~ γοτθικό alīna) που περιέχεται στο eln-boga > elbow = «αγκώνας»

Tα κελτικά elin (Ουαλικό) και uillinn (ιρλανδικό)

Οι πάμπολλοι απόγονοι της Κοινής Βαλτο-Σλαβικής ρίζας *Hōl-k- > *olk- «αγκώνας, πήχυς» (βράχυνση λόγω του νόμου του Osthoff), όπως το πρωτοσλαβικό *olkŭtĭ (λ.χ. παλαιοσλαβωνικό lakŭtĭ), το λιθουανικό alkūnė και το λετονικό elkonis.

olkutu

Το άλλο οστεωνύμιο κερκίς αρχικά σήμαινε «καλάμι, σαϊτα αργαλειού, ραβδί, κνήμη». Δεν έχω βρει πουθενά κάτι σίγουρο για την ετυμολογία του όρου, αλλά μιας και περιγράφει «μακρόστενα αντικείμενα» σίγουρα σχετίζεται με τους όρους κέρκος = «ουρά, πέος, προεξοχή» και το λήμμα του Ησυχίου κορκούτης = «αἰδοῖον ἀνδρῶν (πέος)», τα οποία αναμφίβολα ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *kerk΄-os = «λεπτός» (> «μακρόστενος» > «μακρός», λ.χ. tenuis/thin = «λεπτός», αλλά ταναός = «μακρός»).

krkos

Ο καρπός

Ο καρπός του χεριού (< *kwr.p-os) είναι μία από τις πιο εύστροφες/ευκίνητες αρθρώσεις του σώματος και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *kwerp- «στρέφομαι». Δεν έχει καμία ετυμολογική σχέση με τον καρπό του δένδρου (που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *(s)ker-p- «κόβω»).

Έχω περιγράψει την ΙΕ ρίζα *kwerp- «στρέφομαι» σε παλαιότερη ανάρτηση για την αλβανο-ρουμανική κληματίδα.

Το χέρι και η μάρη

Την βασική ΙΕ ρίζα για το χέρι *g’hes- ( *g’hes-r. > χείρ , ἰοχέαιρα και *g’hos-tos > ἀγοστός = «παλάμη») την έχω περιγράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις (χείρ/ἀγοστός και ἰοχέαιρα).

Εδώ θα αναφέρω τον εναλλακτικό όρο μάρη = «χέρι» και το ρήμα μάρπτω = «αρπάζω, δράσσομαι» (και ίσως το επίθετο ἰομῶρος αν σημαίνει ἰοχέαιρα) που συνδέονται ετυμολογικά με το ετερόκλιτο ουδέτερο r/n *meh2r. (πλάγιο θέμα *meh2n-) «χέρι» που έδωσε το λατινικό manus και το αλβανικό ρήμα marr = «παίρνω, δράσσομαι».

Οι όροι εὐμαρής ~ εὔχειρ/εὐχείρωτος και εὐμάρεια ~ εὐχειρία μάλλον προέρχονται από την ίδια ρίζα.

meh2r

Η παλάμη, το θέναρ, η πυγμή και η χούφτα

Ο ελληνικός όρος παλάμη ανάγεται στον ΙΕ όρο *pl.h2-meh2. Συγγενείς του είναι ο λατινικός όρος palma (που πέρασε στα αγγλικά ως palm), ο ιρλανδικός όρος lám (θυμίζω ότι στον Κελτικό κλάδο το αρκτικό *p χάθηκε μέσα από την εξέλιξη *p>f>h>∅, λ.χ. *ph2tēr > *fatīr > *hathīr > athair) και το παλαιό αγγλικό folm (< πρωτογερμανικό *fulmō). Η απώτερη ΙΕ ρίζα είναι η *pelh2- των όρων πλάξ και πλατύς).

Ένας άλλος αρχαιοελληνικός όρος για την παλάμη είναι το ουδέτερο ετερόκλιτο ουδέτερο *dhen-(w)r. > θέναρ. Στην σημερινή ανατομική ορολογία ο όρος θέναρ (δείτε και εδώ) δηλώνει το μυικό προεξέχον «μαξιλαράκι» που υπάρχει στην βάση του αντίχειρα (το απέναντι μικρότερο προεξέχον μαξιλαράκι που βρίσκεται στην μεριά του μικρού δακτύλου είναι το υποθέναρ). Τα «μαξιλαράκια» που σήμερα ονομάζουμε θέναρ και υποθέναρ στην Ιλιάδα λέγονται «πρυμνόν θέναρ» (~ «πρύμνα» της παλάμης, πίσω μέρος της παλάμης) και εκεί τραυμάτισε ο Διομήδης την «Κύπριδα» Αφροδίτη που προσπάθησε να γλιτώσει τον γιο της Αινεία από την «λύσσα» του Τυδείδη (η Ραψωδία ονομάζεται «Διομήδους Αριστεία»). Από την πληγή της θεάς έτρεξε «ἄμβροτον αἷμα θεοῖο ἰχωρ».

[Ιλιάδα, 5.339]

ἐμμεμαώς: ὃ δὲ Κύπριν ἐπῴχετο νηλέϊ χαλκῷ
γιγνώσκων ὅ τ᾿ ἄναλκις ἔην θεός, οὐδὲ θεάων
τάων αἵ τ᾿ ἀνδρῶν πόλεμον κάτα κοιρανέουσιν,
οὔτ᾿ ἄρ᾿ Ἀθηναίη οὔτε πτολίπορθος Ἐνυώ.
ἀλλ᾿ ὅτε δή ῥ᾿ ἐκίχανε πολὺν καθ᾿ ὅμιλον ὀπάζων,

ἔνθ᾿ ἐπορεξάμενος μεγαθύμου Τυδέος υἱὸς
ἄκρην οὔτασε χεῖρα μετάλμενος ὀξέϊ δουρὶ
ἀβληχρήν: εἶθαρ δὲ δόρυ χροὸς ἀντετόρησεν
ἀμβροσίου διὰ πέπλου, ὅν οἱ Χάριτες κάμον αὐταί,
πρυμνὸν ὕπερ θέναρος: ῥέε δ᾿ ἄμβροτον αἷμα θεοῖο

ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν:

——

να φτάσει το Διομήδη θέλοντας᾿ κι εκείνος κυνηγούσε᾿
με ανέσπλαχνο χαλκό την Κύπριδα, τι ήταν δειλιάρα, κι όχι
σαν τις θεές ποτ ανακατώνουνται μες στων αντρών τις μάχες,
μήτε Αθηνά μηδέ και Χουγιαχτώ καστελοκαταλύτρα.
Κι ως κυνηγώντας την επρόφτασε μες στο πολύ το ασκέρι,
παίρνοντας φόρα ο γιος του αντρόκαρδου Τυδέα την κονταρεύει
μ᾿ ένα του πήδημα, καί ξώδερμα στο χέρι τη λαβώνει
το τρυφερό᾿ και το κοντάρι του μεμιάς στο δέρμα εμπήχτη
μέσ᾿ απ᾿ το θείο μαντί, που κάποτε της το ‘χαν φάνει οι Χαρές,
απάνω στον αρμό· και χύνουνταν το αθάνατο της αίμα,

ο ιχώρας, που μες στων τρισεύτυχων θεών κυλάει τις φλέβες·

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

thenar

dhenr

Συγγενής του ελληνικού όρου θέναρ είναι το Παλαιό Άνω Γερμανικό tenar = «παλάμη».

Ο νεοελληνικός όρος χούφτα προέκυψε από τον όρο φούχτα με αντιμετάθεση. Η ετυμολογία του όρου φούχτα δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά ο όρος ταιριάζει σε μια ΙΕ ρίζα με τη σημασία «γροθιά». Η ρίζα αυτή δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά ο βασικός σκετελός της είναι *p(e)uk’ ~ «γροθιά» (κατά άλλους ο όρος είναι παράγωγο του *penkwe «πέντε» > «χέρι και με τα πέντε δάχτυλα κλειστά ~ γροθιά) και έχει δώσει:

Στην Ελληνική τους όρους *puk-(t)-s > πύξ, *puk-meh2 > πυγμή , πύκτης = πυγμάχος και πυκτομαχέω = πυκτεύω.

Στην Λατινική τον όρο pugnus = «πυγμή/γροθιά»

Στον Γερμανικό κλάδο τον πρωτογερμανικό όρο που δείχνει ρινική ένθεση *pu-n-k’-stis > *funhstiz > *fūhstiz = «γροθιά» (λ.χ. αγγλικό fist)

Στον Σλαβικό κλάδο τον πρωτοσλαβικό όρο *pęstĭ = «γροθιά» (είτε από το *pn.k’-tis είτε από το *penkw-stis)

Επομένως, μία πιθανότητα για τον νεοελληνικό όρο φούχτα είναι να προέρχεται από το αθέματο ἡ πύξ/τὴν πύκτα, το οποίο κατέληξε η πύχτα όπως ἡ νύξ έγινε η νύχτα.

To «ου» της φούχτας μπορεί να προέκυψε όπως το «ου» της τρύπας ~ τρούπας (y>i και i>u πριν από χειλικό σύμφωνο), ενώ η τριβοποίηση του π>f (νεοελληνικό φ) μπορεί να συνέβη όπως το κ>χ στο *kap-yōκάπτωκάφτω > χάφτω.

Επομένως, βασισμένος στην ετυμολογική πρόταση που βρήκα στο λεξικό της «Πύλης» προτείνω την εξής ετυμολογία για την φούχτα > χούφτα:

ἡ πύξ/τὴν πύκτα > η πύκτα > πύχτα > φύχτα > χύφτα > χούφτα το οποίο αναλογικά άλλαξε και το φύχτα σε φούχτα.

Τα δάκτυλα και τα νύχια

Ο ελληνικός όρος δάκτυλος μάλλον είναι συγγενής του λατινικού όρου digitus, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν έχουμε να κάνουμε με έναν ΙΕ όρο ή με έναν κοινό μεσογειακό υποστρωματικό όρο. Ενώ η συμφωνική  αλληλουχία *d-g-t είναι κοινή στις δύο γλώσσες (στην Ελληνική μπορεί να συνέβη υποχωρητική απηχηροποίηση μετά από την απώλεια ενός ενδιαμέσου φωνήεντος gVt>gt>kt λ.χ. σφαγή, ἁρπαγή > σφακτός, ἁρπακτικός), τα φωνήεντα των δύο όρων δεν μπορούν να αναχθούν σε κοινό πρόγονο, εκτός αν βάλουμε μέσα ένα συλλαβικό /n./ και να υποθέσουμε ότι αυτό χάθηκε στην Λατινική (dn.get-os > δάγεt- > δαγτ- > δακτ- και *dn.get- > denget > dingit- > digit).

Θεωρητικά, η ρίζα *dek’- «παίρνω, δέχομαι» θα μπορούσε να δώσει με ρινική ένθεση το ζητούμενο *dek’- > *dn.k’-etos > *dn.get-os, αλλά όσο δεν βρίσκουμε κάτι άλλο στις άλλες ΙΕ γλώσσες ίσως είναι καλύτερο να θεωρήσουμε τα δάκτυλος και digitus «ενδεχομένως συγγενείς μεσογειακούς μη ΙΕ υποστρωματικούς όρους».

Είμαστε πιο τυχεροί με τον ελληνικό όρο ὄνυξ που έχει σαφέστατη ΙΕ καταγωγή, από την ρίζα *h3nogwh-.

Το λαρυγγικό h3 εξασφαλίζεται από τον ομηρικό όρο *sm.-h3nogwh-s > ὁ μῶνυξ / τοῦ μώνυχος («μώνυχες ἵπποι» για την μία τους μονοκόμματη οπλή).

Η τροπή o>u *h3nogwh- > ὀνυχ- οφείλεται στον νόμο του Cowgill (λ.χ. *nokwt-s > νύξ, *bholyom > φύλλον).

O Σανσκριτικός συγγενής του ελληνικού όρου ὄνυξ είναι ο όρος nakha = «νύχι»

Ο Λατινικός συγγενής είναι ο όρος unguis = «νύχι».

Ο Κελτικός συγγενής είναι το Παλαιό Ιρλανδικό ingia.

O Γερμανικός συγγενής είναι ο αγγλικός όρος nail (< πρωτογερμανικό *naglaz)

O Αρμενικός συγγενής είναι ο όρος ełunkn (προστέθηκε ένα προθετικό /L/ το οποίο απέκτησε ένα επιπλέον προθετικό /e/, αμφότερες γνωστές διαδικασίες στην Αρμενική).

Στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο βρίσκουμε:

Τον Λιθουανικό όρο *h3nogwh-os > nagas = «νύχι»

και τον Σλαβικό όρο *nogŭtĭ = «νύχι», καθως και την σημασιακή εξέλιξη «νύχι» > «ποδόνυχο/οπλή» > «πόδι» από την οποία προέκυψε ο βασικός σλαβικός όρος για το πόδι *h3nogwh-eh2 > noga !!!

noga

Τέλος, είναι πιθανόν ο αλβανικός όρος nyell = «τα σφυρά της ποδοκνημικής αρθρώσεως» να προέρχεται από την ίδια ρίζα, αλλά μπορεί να συγγενεύει και με το nyjë που έχει διαφορετική ετυμολογία.

Και έτσι φτάσαμε από τον ώμο στα νύχια και κλείνει και η σημερινή ανάρτηση.

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η ανομοίωση wew » wey στην Ελληνική: ἔειπον και ἀείδω

Ψάχνοντας χθες στο βιβλίο του Andrew Silhler New Comparative Grammar of Greek and Latin (OUP, 1995, paperback 2008), το μάτι μου έπεσε σε μία ενδιαφέρουσα ελληνική φωνολογική εξέλιξη που δεν έτυχε να αναφέρω μέχρι τώρα.

Πρόκειται για την ανομοίωση (dissimilation*wew > wey, δηλαδή την διαδικασία κατά την οποία, όταν η IE δίφθογγος *ew/eu βρισκόταν μετά από δίγαμμα (ϝ = χειλικό ημιφωνικό *w), στην Ελληνική μετατράπηκε ανομοιωτικά σε *ey/ei.

O Sihler παραθέτει δύο γνωστά παραδείγματα αυτής της ανομοίωσης: τον αόριστο ϝειπον > ἔειπον ~ εἶπον και το ρήμα ἀείδω = «τραγουδώ, λέω». Στους συνδέσμους του βικιλεξικού που παρέθεσα και οι δύο όροι ανάγονται σε λάθος αναδομημένες πρωτομορφές.

Sihler-wew

Ας ξεκινήσουμε με τον αόριστο εἶπον. Στα ομηρικά έπη ο τύπος συχνά είναι ἔειπον με ένα επιπλέον /ε/.

[Ιλιάδα, 1.286]

Τὸν δ᾿ ἀπαμειϐόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
«Ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, γέρον, κατὰ μοῖραν ἔειπες·
ἀλλ᾿ ὅδ᾿ ἀνὴρ ἐθέλει περὶ πάντων ἔμμεναι ἄλλων,
πάντων μὲν κρατέειν ἐθέλει, πάντεσσι δ᾿ ἀνάσσειν,
πᾶσι δὲ σημαίνειν, ἅ τιν᾿ οὐ πείσεσθαι ὀΐω·

——

Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας γυρνώντας του αποκρίθη:
«Τα όσα μου λες αλήθεια, γέροντα, πολύ σωστά και δίκια,
μ᾿ αυτός εδώ γυρεύει απ᾿ όλους μας να στέκεται πιο πάνω,
όλους δικούς του να ‘χει, σε όλους μας να κάνει το κουμάντο,
όλους να ορίζει᾿ μα τα λόγια του θα πάν θαρρώ του ανέμου.

[Ιλιάδα, 1.552]

Τὸν δ᾿ ἠμείϐετ᾿ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
«Αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες;
καὶ λίην σε πάρος γ᾿ οὔτ᾿ εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ,
ἀλλὰ μάλ᾿ εὔκηλος τὰ φράζεαι ἅσσ᾿ ἐθέλῃσθα.

——

και τότε η σεβαστή του απάντησε βοϊδομάτη Ήρα κι είπε:
« Ύγιέ του Κρόνου τρομερότατε, τι λόγια αυτά που κρένεις;
Ποτέ να σε ρωτώ δε θέλησα και να ψιλοσκαλίζω,
μόν᾿ ό,τι θες μπορείς ανέγνοιαστα να στοχαστείς μονάχος.

[Ιλιάδα, 2.59]

τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν·
κλῦτε φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος
ἀμβροσίην διὰ νύκτα· μάλιστα δὲ Νέστορι δίῳ
εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ᾽ ἄγχιστα ἐῴκει·
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί με πρὸς μῦθον ἔειπεν·

——

κι ως συνάχτηκαν, τι σοφίστηκε τρανό τους φανερώνει:
«Ακούστε, φίλοι! Μου ‘ρθεν Όνειρος θεϊκός στον ύπνο απάνω
μέσα στη νύχτα την αθάνατη, του αρχοντικού Νεστόρου
ίδια απαράλλαχτος, στο ανάριμμα, στην ελικιά, στην όψη’
και στάθη πάνω απ᾿ το κεφάλι μου κι αυτά μου λέει τα λόγια:

(Η μετάφραση είναι των Κακριδή-Καζαντζάκη)

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, ότι το ελληνικό ϝειπον > εἶπον σχετίζεται ετυμολογικά με τους όρους ἔπος και ὄψ (= φωνή) και, κατα συνέπεια, ανάγεται στην ΠΙΕ ρηματική ρίζα *wekw- «λέω». Το «παράξενο» είναι η δίφθογγος -ει- του ϝειπον. Το σανσκριτικό αντίστοιχο του ελληνικού ϝειπον είναι ο αόριστος avocam (*wekwos > ἔπος ~ vacas) Το /ο/ του σανσκριτικού όρου είναι προϊόν μονοφθογγοποίησης της διφθόγγου au που, με τη σειρά της, λόγω της Κοινής Ινδο-Ιρανικής τροπής *e,*o>a, είναι ο Κοινός Ινδο-Ιρανικός απόγονος των ύστερων ΠΙΕ διφθόγγων *au, *ou και *eu (λ.χ. *sauma > σανσκ. Sοma ~ ιραν. Haoma, *g’heu-ter- > θρακικό Σεύθης ~ αβεστικό zaotar ~ σανσκριτικό hotr. = «ἱερεύς», κυριολεκτικά «χυτήρ (σπονδών)»).

Seuthes

Με άλλα λόγια, ο σανσκριτικός αόριστος avocam μπορεί να αναχθεί χωρίς πρόβλημα στην προγενέστερη μορφή *avaucam που, με τη σειρά της, μπορεί να αναχθεί στον διπλασιασμένο IE αόριστο *e-we-wkw-om, με την παρελθοντική αύξηση *e (κατ΄άλλους *h1e-, λ.χ. παίζω > έπαιξα, φρυγικό εδᾱες = θηκε, *bher- > φέρω με παρατατικό *e-bher-om > φερον = σανσκριτικό abharam = Αρχαίο Περσικό abaram) προσαρτημένη στο διπλασιασμένο θέμα *we-wkw- της ρηματικής ρίζας *wekw-.

Ο ΙΕ αόριστος *e-we-wkw-om στην Ελληνική αναμένεται να δώσει **ἔϝευκον λόγω του «νόμου του Βουκόλου», σύμφωνα με τον οποίο, το χειλοϋπερωικό (*kw,gw,gwh> kwh) που βρίσκεται σε άμεση επαφή με «υ» τρέπεται σε υπερωικό (κ,γ,χ αντίστοιχα, λ.χ. *gwoukwolos > βουκόλος, αλλά αἰπόλος, ἱπποπόλος, ταυροπόλος κλπ). Από την άλλη, γνωρίζουμε πολύ καλά από τις πινακίδες της Γραμμικής Β, ότι τα χειλοϋπερωικά διατηρήθηκαν αυτούσια τουλάχιστον μέχρι το 1200 π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον μέχρι το 1200 π.Χ., ο ελληνικός απόγονος του IE αορίστου *e-we-wkw-om θα ήταν ακόμα *eweukwon.

Για να πάμε από το πρώιμο ελληνικό *eweukon στο ομηρικό ἔειπον πρέπει να παραδεχτούμε ότι στην πρώιμη Ελληνική (πριν από το 1200 π.Χ.) και ίσως κατά την Πρωτο-Ελληνική περίοδο (~2000 π.Χ.) συνέβη η πανελλήνια ανομοίωση *wew > wey (ϝευ > ϝει): *e-we-wkw-om > *ewewkwon > *eweykwon > ϝειπον > ἔειπον.

Εδώ πρέπει να πω ότι αυτός ο τύπος διαπλασιασμένου αορίστου είναι ο ίδιος με αυτόν του ρήματος ἄγω > ἤγαγον ή, με ΙΕ συμβολισμό, *h2eg’-ō > *e-h2g’-h2(e)g’-om που τον βρίσκουμε και στους Σανσκριτικούς αορίστους όπως janatiájījanam = «γέννησα» (*g’enh1-) και *pet(h2)- «πετάω, πέφτω/πίπτω», με θέμα ενεστώτα pat- «πέφτω» και διπλασιασμένο αόριστο apaptam = «έπεσα».

reduplicated-aorist

Έτσι με την βοήθεια του Σανσκριτικού αορίστου avocam καταφέραμε να λύσουμε το μυστήριο του ελληνικού ἔειπον.

Το άλλο ρήμα που δείχνει την ίδια ανομοίωση είναι το ἀείδω,το οποίο δείχνει μη αναμενόμενο/ανώμαλο «ει» όταν συγκρίνεται με τους συγγενικούς όρους αὐδή = «φωνή», ἄναυδος = «άφωνος», αὐδάω = «μιλάω» κλπ, ενώέχει ως παράγωγο τον ο-βαθμο όρο ἀοιδός, που «κρύβεται» συνηρημένος (αοι > ωι > ) στις γνωστές λέξεις τραγῳδός, ῥαψῳδός (= ο αοιδός που φτιάχνει ποιήματα «ράβοντας» = ενώνοντας στίχους), μελῳδός , κωμῳδός (= αυτός που αείδει σε κώμους = πανηγύρια, φεστιβάλ) κλπ.

Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να «γεφυρώσουμε» την ρηματική ρίζα ϝειδ- με το παράλληλο θέμα αὐδ-. Ο Sihler, όπως γράφει στο πρώτο απόκομμα που παρέθεσα, ξεκινάει από την ΙΕ ρίζα *h2wed- «φωνέω»  που στην σανσκριτική έδωσε το διπαλσιασμένο θέμα *h2we-h2wed- > *weh2wed- > *wāwad- > vāvadīti = «ανακοινώνει, λέει φωναχτά» και χρησιμοποιώντας το ως παράδειγμα εξηγεί το ελληνικό ἀείδω από το **ἀϝεύδω, το οποίο ανάγει στο διπλασιασμένο θέμα *h2we-(h2)wd-. Έβαλα το δεύτερο λαρυγγικό σε παρένθεση, επειδή ο Sihler αναδομεί την ρίζα ως *h2we-ud-, χωρίς να εξηγεί τι απέγινε το δεύτερο λαρυγγικό *h2.

Πριν αποδεχτούμε όμως «άκριτα» την ετυμολόγηση του Silher πρέπει να πούμε δυο λόγια γι΄αυτό το «χαμένο» λαρυγγικό.

Αν εφαρμόσουμε κατά λέξη την ΙΕ γλωσσολογική θεωρία τότε στην Ελληνική θα περιμέναμε τα παρακάτω αποτελέσματα:

βασική ρηματική ρίζα: *h2wed-

μηδενικός βαθμός: *h2ud- > *aud- > αὐδή, ἄναυδος, αὐδάω κλπ.

διπλασιασμένη ρηματική ρίζα: *h2we-h2ud- > *awāwd- > *awawd- (βράχυνση λόγω του νόμου του Osthoff) > *awaud-.

Το αναμενόμενο αποτέλεσμα του o-βαθμού ablaut της διπλασιασμένης ρίζας *h2wo-h2ud-  εξαρτάται από το αν δεχτούμε την «χρωματιστική» ή την «αχρωματιστική» υπόθεση:*awāwd-/*awōwd- που, μετά τον νόμο του Osthoff, θα γίνει *awaud-/*awoud-.

Με άλλα λόγια, αν λάβουμε υπόψη το λαρυγγικό *h2 που ο Sihler αφαίρεσε χωρίς να μας πει το γιατί, δεν μπορούμε να φτάσουμε στον τύπο *awewd- που χρειαζόμαστε, εξαιτίας του λαρυγγικού χρωματισμού και της εκτάσεως (eh2>ah2>ā).

Μπορούμε να γεφυρώσουμε την διαφορά ανάμεσα στο γλωσσολογικά αναμενόμενο *awaud- και το *aweud-που χρειαζόμαστε, για να το τρέψουμε σε ἀϝείδω με την ανομοίωση *wew>wey;

Το μόνο «γεφύρωμα» που μπόρεσα να σκεφτώ ξεκινάει από τον ο-βαθμό της διπλασιασμένης ρίζας. Αν δεκτούμε την «αχρωματιστική» υπόθεση τότε, όπως έδειξα λίγο πιο πάνω, αναμένουμε να προκύψει *h2wo-h2wd- > … > *awoud-. Αυτός ο τύπος έχει ε-βαθμο *awaud- ενώ η «γνήσια» ΙΕ δίφθογγος «ου» εναλλάσσεται μεταπτωτικά με την δίφθογγο «ευ», όπως στα παραδείγματα:

*speud ~ *spoud- > σπεύδω ~ σπουδή

*h1leudh- ~ *h1loudh-ἐλεύθωεἰλήλουθα (< *e-h1le-h1loudh-)

Αν παραδείγματα όπως τα παραπάνω έδρασαν αναλογικά ώστε το ζεύγος *awaud- ~ *awoud- να εξελιχθεί στο *aweud- ~ *awoud- τότε η αναμενόμενη ρηματική ρίζα *awaud- μπορεί να αντικαταστάθηκε σε κάποια φάση από τον αναλογικό νεωτερισμό *aweud- που χρειαζόμαστε, ώστε να επικαλεστούμε την ανομοίωση *aweud- > aweyd- = ἀϝείδω.

Αυτή είναι η μόνη ετυμολογική πορεία που κατάφερα να σκεφτώ, ώστε να γίνει αποδεκτή η ετυμολόγηση του Silher, λαμβάνοντας όμως υπ΄όψη και το λαρυγγικό που ο Sihler εξαφάνισε, χωρίς να μας εξηγήσει το γιατί.

Η ανομοίωση *wew > wey έγινε σε συγχρονικά ενδομορφηματική θέση, γιατί το σύμπλεγμα *wew που προέκυψε σε διαμορφηματική θέση διατηρήθηκε αυτούσιο μέχρι και την ελληνιστική περίοδο. Τα καλύτερα παραδείγματα που δείχνουν την τελευταία παρατήρηση είναι:

– η διπλασιασμένη μετοχή της ρηματικής ρίζας *werh1- «μιλάω» > wewr.h1-menos >  ϝεϝρημένος = εἰρημένος (λ.χ. πεφωτισμένος, γεγραμμένος, τεθλασμένος κλπ). Ο τύπος ϝεϝρημένος απαντά σε επιγραφή των Μυκηνών που χρονολογείται στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα.

– η βοιωτική μετοχή παρακειμένου ϝεϝυκονομειόντων (< ϝεϝοικ-, με τυπική ύστερη βοιωτική μονοφθογγοποίηση οι>υ και αιολικό επίθημα ενεργητικής μετοχής παρακειμένου = αττικο-ιωνικό ᾠκονομηκότων) βρέθηκε σε επιγραφή του βοιωτικού Ορχομενού που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 3ου π.Χ. αιώνα.

wewremenos

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η προφορά της αρχαίας ελληνικής

Όταν ακούμε τους άγγλους να προφέρουν λέξεις ελληνικής καταγωγής στην γλώσσα τους αμέσως συνειδητοποιούμε ότι η προφορά τους είναι «περίεργη» σε κάποια θέματα.

1) Ενώ λ.χ. τα ελληνικά «φ» και «θ» προφέρονται πάντα όπως τα προφέρουμε και εμείς (philosophy,theater), το «χ» προφέρεται πάντα σαν /k/ (λ.χ. chaos, mechanic). Αυτό γίνεται διότι η αγγλική έχει τα ελληνικά δάνειά της μέσω της λατινικής και η λατινική απέκτησε αυτά τα δάνεια κατά την ρωμαϊκή περίοδο (~100 π.Χ. – 300 μ.Χ.). Εκείνη την στιγμή τα αρχαία ελληνικά δασέα κλειστά «θ,φ» είχαν ήδη γίνει εξακολουθητικά /ph/>/f/,/th/>/θ/, ενώ το «χ» παρέμενε ακόμα δασύ κλειστό /kh/. Αυτό το γνωρίζουμε διότι όταν ο Wulfila μετέφρασε τη βίβλο στα γοτθικά στα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα, ενώ οι ελληνικές λέξεις που περιέχουν «φ» και «θ» αποδίδονται με τα γοτθικά γράμματα για τους ήχους /f/,/th/ (λ.χ. Ἔφεσος > Efesos, προφήτης > praufetes, Θωμᾶς > Thomas) στις λέξεις που περιέχουν το γράμμα «χ» ο Wulfila δεν χρησιμοποιεί το γράμμα που αποδίδει τον ήχο /h/ στις γοτθικές λέξεις, αλλά εφηύρε ένα καινούριο, το σχήμα του οποίου δείχνει ότι είχε σαν πηγή έμπνευσης του ελληνικό «χ».

Sihler Greek kh1

Sihler Greek kh2

Το πότε έπαψαν να είναι τα «φ»,«θ» δασέα κλειστά δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Οι μη αττικο-ιωνικές διάλεκτοι όπως η Λακωνική και η Ηλειακή δείχνουν από νωρίς σημάδια τριβοποίησης. Τόσο οι ίδιοι οι Λάκωνες όσο και οι Αθηναίοι που προσπαθούν να αποδώσουν την λακωνική διάλεκτο χρησιμοποιούν συχνά το γράμμα «σ» στην θέση του «θ» (λ.χ. σιός αντί για θεός) και αυτό σημαίνει ότι είχε σίγουρα γίνει η μετάβαση /th/>/θ/ και ίσως και η περαιτέρω /θ/>/s/ μιας και η τσακωνική διάλεκτος δείχνει τέτοια εξέλιξη (λ.χ. θερίζω > σερίντου). Επίσης, το γεγονός ότι η Παμφυλιακή διάλεκτος γύρω στο 200 π.Χ. χρησιμοποιεί το γράμμα «φ» για να δηλώσει το δίγαμμα /w/ στην λέξη «φίκατι» (ϝίκατι) όταν άλλες διάλεκτοι της ίδιας περιόδου χρησιμοποιούν το «β» είναι δηλωτικό τριβοποίησης τόσο του /ph/>/f/ όσο και του /b/>/v/. Ότι το δίγαμμα εν τέλει εξισώθηκε με το ήχο /v/ στις διαλέκτους που το διατήρησαν μέχρι την ελληνιστική εποχή φαίνεται πάλι από το Τσακωνικό βάννε (<ϝάρην = «αρνί»).

2) Εάν περάσουμε στα ηχηρά κλειστά «β,γ,δ» με την αρχική φωνητική αξία /b/,/g/,/d/ αυτά έχουν ήδη τριβοποιηθεί όταν το γράμμα «β» αρχίζει να αποδίδει το δίγαμμα όπως ανέφερα και πιο πάνω (έτσι από τον 3ο π.Χ. αιώνα στην Ηλία έχουμε βοικία και στην Βοιωτία βυκία για την ϝοικία, ενώ στην Κρήτη ο ήλιος λέγεται βέλιος [<hᾱwèlios]). Λίγο αργότερα αρχίζουν και οι πρώτες μαρτυρίες απώλειας του μεσοφωνηεντικού «γ» (λ.χ. ὀλίος < ὀλίγος) το οποίο συμβαίνει μόνο εάν η φωνητική αξία του γράμματος είναι αυτή του σημερινού «γ», δηλαδή τριβόμενo/εξακολουθητικό (λ.χ. λέγω > λέω, υπάγω > πάω, fragula > φράουλα κλπ).Το πόσο πίσω μπορούμε να τοποθετήσουμε την έναρξη της τριβοποίησης πάλι είναι δύσκολο να το ξέρουμε. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι σε μια Κορινθιακή επιγραφή του 70υ π.Χ. αιώνα η λέξη ἀμοιβή γράφεται ἀμοιϝά και ότι οι Αιολείς ήδη από την αρχαϊκή περίοδο χρησιμοποιούν το γράμμα «β» για δίγαμμα (λ.χ. Σαπφώ βρόδον ~ ϝρόδον και υρηκτος για ἄ-ϝρηκτος). Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες τουλάχιστον διαλέκτους (και σε ορισμένες θέσεις) ήδη από την αρχαϊκή περίοδο ο φθόγγος /b/ είχε μάλλον αποκτήσει και την αλλοφωνική φωνητικη αξία /v/ όπως στα σημερινά ισπανικά.

amoiva

Πάντως στην «πρότυπο Αττική» οι ήχοι διατήρησαν την κλειστότητά τους όπως μαρτυρούν τα ελληνικά δάνεια στην λατινική Βάκχος > Bacchus, φοβόδιψος > phobodipsus γι΄αυτό και στα αγγλικά σήμερα έχουμε phobia, bucolic, gastric, demotic για φοβία, βουκολικός, γαστρικός, δημοτικός.

Πάντως πριν από ρινικά ένηχα (ν,μ) οι παραπάνω ήχοι διατήρησαν την κλειστότητά τους μέχρι και τις μέρες μας (δέντρο, άντρας, χοντρός, κολύμπι, μπαίνω < εμβαίνω, μπαμπάκι < αφομοίωση από το /vambaki/).

3) Το γράμμα «ζ» αρχικά απέδιδε το προϊόν προστριβοποίησης των dj και gj και αυτό σημαίνει ότι η αρχαϊκότερη φωνητική του αξία ήταν /dz/ (λ.χ. τρα-πέδ-jα > τράπεdzα , φυγή > φύγ-jα > φύdzα). Σε κάποια φάση όμως κατά την αρχαϊκή περίοδο, το σύμπλεγμα /dz/ μετατέθηκε σε /zd/ που είναι η κλασσική φωνητική αξία του «ζ» (τράπεζα~τράπεσδα, φύζα, Ἀθήνασ-δε ~Ἀθήναζε). Πάντως στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια έχουμε τις πρώτες επιγραφικές μαρτυρίες συρριστικοποίησης του «ζ» στην σημερινή φωνητική αξία /z/ (λ.χ. γραφή Ζμυρναῖος αντί για Σμυρναῖος).

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι διάλεκτοι εκείνες που δείχνουν αντίσταση στην συρριστικοποίηση *ti>*tsi>si (o βόρειος όμιλος των Porzig και Risch λ.χ. Ποτίδας ~ Ποσειδών, γεροντία ~ γερονσία > γερουσία) επίσης χαρακτηρίζονται από αντίσταση στην προστριβοποίηση dj>dz. Έτσι αυτές οι διάλεκτοι από νωρίς έχουν «δδ» αντί για «ζ/σδ»: λ.χ. βοιωτικά Δεύς, τρέπεδδα, λακωνικά ὁμηρίδδω, μυσίδδω κλπ.

4) Το γράμμα «υ» κατά την αρχαϊκή περίοδο έχει την αξία /u/, αλλά στην Αττικο-Ιωνική διάλεκτο της κλασικής περιόδου έχει αποκτήσει την αξία /ju/~/ü/ την οποία θα διατηρήσει μέχρι και την μέση βυζαντινή περίοδο (~1000 μ.Χ.) όταν και θα ολοκληρωθεί το φαινόμενο του ιωτακισμού. Πολλές διαλεκτικές λέξεις και σήμερα διατηρούν την παλιά αξία του ήχου (λ.χ. πανελλήνιο κυτίον > κουτί, Τσακωνικά λιούκος, ψιούχα, το κάποτε πανελλήνιο γιούφτος < Αἰγύπτιος ή τα κλιούφι < κελύφιον και κολιούμπι < κολύμπι άλλων περιοχών). Οι Λατίνοι μην έχοντας φθόγγο που να αντιστοιχεί στο ελληνικό «υ» (ü) υιοθέτησαν το γράμμα “y graeca” για να αποδίδουν αυτόν τον φθόγγο (λ.χ. ἄβυσσος > abyssus > Ιταλ. abisso αλλά ενθουσιασμός > enthusiasmus > Ιταλ. entusiasmo).

5) Η δίφθογγος «αι» άρχισε να μονοφθογγοποιείται ήδη από την ύστερη κλασική περίοδο. Στην Βοιωτία, από αυτήν την περίοδο, το παλαιό «αι» γράφεται σαν «η» (λ.χ. αἰσχρός > σχρός, καί> κή). Στην Θεσσαλική Ιστιαιώτιδα και την Μακεδονία υπάρχουν ενδείξες μονοφθογγοποίησης προς /a/ (λ.χ. απαρέμφατα σε -στα < -σθαι στην Ιστιαιώτιδα και μακεδονικά λήμματα όπως δραία ~ αἰθρία). Τελικά, με την αλλαγή της χιλιετίας, η φωνητική αξία της διφθόγγου είναι παντού /e/ (λ.χ. λάθη όπως πεδίον < παιδίον είναι αρκετά συχνά).

6) Η δίφθογγος «οι» άρχισε να γίνεται /ü/ ήδη κατά την ύστερη κλασική περίοδο. Οι πρώτες επιγραφικές μαρτυρίες απαντούν στην Βοιωτία (βυκία < ϝοικία), αλλά έχει ενδιαφέρον το ότι ο ποταμός της Μακεδονίας που ο Ηρόδοτος ονομάζει Λυδία, στα γραπτά του Αισχύνη απαντά ως Λοιδίας (σημερινός Λουδίας). Η λέξη «κουμάσι»που επιβιώνει μέχρι σήμερα δείχνει την ίδια τροπή (λ.χ. κοιμητήριον). Προϊόν υπερδιόρθωσης που σχετίζεται με αυτήν την φωνητική διαδικάσια είναι η γραφή «Μοισία» και «Μοισοί» για τις λέξεις που στον Όμηρο και στους κλασικούς συγγραφείς απαντούν σαν «Μυσία» και «Μυσοί» (Moesia).

39 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Οι 3 αναπληρωματικές εκτάσεις της Ελληνικής 1: Η πρώτη αναπληρωματική έκταση (ΑΕ1)

Ο όρος αναπληρωματική έκταση (~ΑΕ , Compensatory Lengthening ~CL) χρησιμοποιείται στην γλωσσολογία για να περιγράψει την απώλεια ενός συμφώνου η οποία συνοδεύεται από την αναπληρωματική έκταση του προκείμενου φωνήεντος. Έτσι, όταν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Γάλλων απλοποίησαν το διπλό rr του λατινικού terra = γη το αποτέλεσμα ήταν /tēra/ που οδήγησε στην σημερινή προφορά του γαλλικού terre (επειδή η γραφή terre είναι συντηρητισμός πατήστε το ηχείο κάτω από το terre για να ακούσετε την προφορά του). Μία μορφή ΑΕ το αποτέλεσμα της οποίας κληρονόμησαν όλες οι ΙΕ γλώσσες είναι ο νόμος του Szemerenyi. Σύμφωνα με αυτόν τα εξακολουθητικά ημιφωνικά *s,h2 που χρησιμοποιούνται ως καταλήξεις αθεματικών ονομαστικών (λ.χ. *wokw-s «φωνή» : ὄπ-ς ~ ὄψ και voc-s ~ vox) μετά από ένηχα (*m,*n,*l,*r,*s,*w) χάνονται με ταυτόχρονη έκταση του προκείμενου φωνήεντος.

*ph2-ter-s > *ph2-tēr , αλλά πληθυντικό *ph2-ter-es (ὁ πατήρ, οἱ πατέρες)

*pe/oh2i-me/on-s > *peh2i-mē/ōn αλλά πληθ. *pe/oh2i-me/on-es (ὁ ποιμήν, οἱ ποιμένες και λιθουανικά piemuo, piemenys)

*n.gwen-s / n.gwen-es ~ ὁ αδήν, οἱ ἀδένες

Στην Φρυγική γλώσσα όπου συνέβη η τροπή*ē>ā βρίσκουμε ονομαστική mātār (μήτηρ/μάτηρ) και δοτική māterey (μητρί/μᾱτρί), ενώ το αρσενικό όνομα Ιμαν = Imān έχει γενική Ιμενος = Imenos και θηλυκό πατρωνυμικό παράγωγο Ιμενεια.

Τέλος, ο ίδιος νόμος εξηγεί γιατί τα σιγμόληκτα ουδέτερα ουσιαστικά σε -ος σχηματίζουν αρσενικά και θηλυκά επίθετα σε -ης και ουδέτερα σε -ες:

Λ.χ. ἔθνος (θέμα εθνεσ-) > ὁ,ἡ *δι-εθνέσ-ς ~ διεθνής, τοῦ *δι-εθνέσ-ος ~ διεθνέος ~ διεθνοῦς, αλλά ουδέτερο δι-εθνέσ- > διεθνές (το τελικό ς του ουδετέρου στην πραγματικότικα είναι αυτό του θέματος).

Τώρα, λοιπόν, που πήρατε μια γεύση από ΑΕ ας προχωρήσουμε στις ΑΕ της ελληνικής που συνετέλεσαν στην διαμόρφωση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων.

1) Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ1):

Είναι η ΑΕ που ξεχωρίζει την Αιολική (και, ειδικότερα, την Αιολική της Θεσσαλίας και της Λέσβου) από τις υπόλοιπες διαλέκτους. Εφαρμόστηκε στα κληρονομημένα ΙΕ μεσοφωνηεντικά συμπλέγματα πρωτογενούς /s/ (δηλαδή καταγόμενο από την ΠΙΕ) και ένηχου: -sn-,-ns-,-sm-,-ms-,-sr-,-rs-,-sl-,-ls-,-sw-,-ws.

Σε πρώτη φάση, κατά μία εκδοχή, συνέβη πανελληνίως η τροπή /s/>/h/ (λ.χ. *-sn->*-hn-) ή, κατά μια άλλη εκδοχή, συνέβη πανελλήνια αφομοίωση sR/Rs>RR και, στη συνέχεια, στη μεν αιολική  διατήρηση του διπλού ένηχου χωρίς ΑΕ (-*hn->-nn- ή κατευθείαν sR/Rs> RR), ενώ στις υπόλοιπες διαλέκτους έχουμε απώλεια του /h/ (ή απλοποίηση του διπλού ένηχου) με ΑΕ. Το παραγόμενο μακρό φωνήεν μπορεί να συμπέσει με τα πρωτογενή μακρά φωνήεντα (η,ω όπως στην Δωρική, Αρκαδική και Βοιωτική) ή να είναι διαφορετικό από τους απογόνους των πρωτοελληνικών πρωτογενών μακρών φωνηέντων και να έχουμε τις λεγόμενες «νόθες διφθόγγους» της Αττικο-Ιωνικής (ει,ου).

Παραδέιγματα:

α) *h1es-: *h1es-mi > esmi > ehmi/emmi : αιολικό ἐμμί , αττικο-ιωνικό εἰμί , Δωρ-Αρκ/Βοιωτ. ἠμί  (ἐμμί,εἰμί,ἠμί)

β) *kr.sneh2 «πηγή» > *kràsnā > *kràhnā/krànnā > αιολικό κράννᾱ , μη αιολικό κρᾱνᾱ :αττικ-ιων κρήνη, δωρ-αρκ κρᾱ΄νᾱ με μακρό το τονισμένο /α/. (κράννα,κρήνη,κράνα)

γ) *swel-h2-s > σέλας αλλά *σελάσ-νᾱ > αιολικό σελάννᾱ, μη αιολικό σελᾱ΄νᾱ : αττικ-ιων σελήνη, δωρ-αρκ σελᾱ΄νᾱ. (σελάννα,σελάνα,σελήνη)

δ) *wes-«ένδυμα» (λ.χ. λατιν. vestimentum γι αυτό στα αγγλικά σήμερα investment = επένδυση): το πρωτο-ελληνικό *wes-mn. έγινε αιολικό ϝέμμα, αλλά αττικο-ιωνικό εἷμα και κρητικό ϝῆμα.  (ϝέμμα, ϝῆμα, εἷμα)

ε) *g’hesl- “1000”: θεσσαλικό χέλλιοι, δωρικό χήλιοι, αττ-ιων χείλιοι αλλά εν τέλει χί:λιοι (χέλλιοι, χήλιοι, χείλιοι)

ζ) *naswòs > λεσβιακό  nàwwos ~ ναῦος, αττικ-ιων νηός~νεώς, δωρ-αρκ κλπ. νᾱϝός ~ νᾱός. (ναῦος, νηός, ναός)

η) Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι τα ομηρικά επίθετα ἀγάννιφος (*m.g’h2snigwh-os) και ἀργεννός (ἀργεσ-νός) είναι αιολικής προέλευσης, όπως και το ομηρικό επίθετο της Αφροδίτης *φιλο-σμειδής > φιλομμειδής = «που της αρέσει να χαμογελά» (ΙΕ *smey(H)- = «χαμογελώ», λ.χ. αγγλικό smile και σερβοκροατικό smeh = «χαμόγελο»).

θ) Όπως πολλές άλλες ΙΕ γλώσσες, έτσι η ελληνική έχει σιγματικό αόριστο (παύω > ἔ-παυ-σα). Όταν το θέμα το ρήματος τελειώνει σε ένηχο, δημιουργούνται οι συνθήκες για την εφαρμογή της ΑΕ1: μένω, ἔ-μενσ-α > αττικ-ιων ἔμεινα, αιολ. ἔμεννα, δωρ-αρκ. ἔμηνα. Επιγραφική μαρτυρία της αιολικής περίπτωσης έχουμε με το ρήμα κρίνω > ἔ-κριν-σα >αιολ. ἔκριννα έναντι της έκτεταμένης μορφής ἔ-κρνα.

ι) Η ΙΕ ρίζα *gwel-«θέλω» στην πρωτο-ελληνική έχει προσαρτημένο ένα /s/ και γίνεται *gwels-/*gwols-. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε το αττικο-ιωνικό ρήμα βούλομαι, το θεσσαλικό βέλλομαι, το λεσβιακό βόλλομαι, το δωρικό βώλομαι/δήλομαι και το αρκαδοκυπριακό βόλομαι. Το ουσιαστικό *gwolsā ακολουθεί ίδια διαλεκτική διαφοροποίηση: βουλή, βόλλα, βωλά, βολά.

κ) Μερικές φορές οι μη Αιολικές διάλεκτοι δεν πραγματοποιούν την ΑΕ (είτε γιατί το σύμπλεγμα σχηματίστηκε δευτερογενώς αφού η ΑΕ1 είχε ήδη συμβεί είτε για άλλους λόγους): Πέλοπος νήσος ~ Πελοπόσνησος > Πελοπόννησος και θράσος/θέρσος/θάρσος > θάρρος

λ) Άλλες φορές η εξέλιξη είναι εντελώς απρόβλεπτη. Έτσι η ρίζα *pel(i)s – «βράχος, ύψωμα» που o «πλήρης» βαθμός της *pelis ~*polis μας έδωσε την λέξη πόλις (αρχικά «ακρόπολις» ~ «οχυρό πάνω στο βράχο»), αλλά ο «μηδενικός» βαθμός *pels- έδωσε τα Πέλλα (πέλλα = πέτρα, σημασία ΙΙ), Πελλήνη (στην Αχαϊα όπου θα περιμέναμε **Πηλάνα), Πήλιον (στην Θεσσαλία που θα περιμέναμε **Πέλλιον, αλλά ο τύπος Πήλιον μπορεί να επιβλήθηκε στην Θεσσαλική από την Επική Ιωνική γλώσσα).

pelis polis pella

Απόπειρες Χρονολόγησης της ΑΕ1:

Παραδοσιακά, η ΑΕ1 χρονολογείται περί το 1100 π.Χ. πριν τον Αιολικό αποικισμό, γιατί θεωρείται ότι οι Θεσσαλοί και οι πρόγονοι των ασιατικών αιολέων πρέπει να ζούσαν μαζί στη Θεσσαλία σχετικά απομονωμένοι από το νότο ώστε να αναπτύξουν την καινοτομία της συμφωνικής αφομοίωσης *-hR-> -RR- και μετά οι Αιολείς άποικοι έφεραν αυτό το χαρακτηριστικό μαζί τους στην ασιατική Αιολίδα. Αντίθετα, πρόγονοι των Ιώνων πρέπει να βρίσκονται ακόμα στη νότιο Ελλάδα όπου μαζί με τους προγόνους των Αρκάδων και τους Δωριέων ανέπτυξαν την καινοτομία της ΑΕ.

Υπάρχει όμως μια σειρά γλωσσολόγων που πιστεύουν ότι όλες οι ελληνικές διάλεκτοι ακολούθησαν τη διαδικασία συμφωνικής αφομοίωσης από πολύ νωρίς κατά την πρωτο-ελληνική φάση πριν το 1500 π.Χ. (*-sR->-hR->-RR-) και ορισμένες στην συνέχεια απλοποίησαν το διπλό σύμφωνο με ΑΕ όπως το λατινικό terra> γαλλικό /tēra/ που ανέφερα στην αρχή. Από αυτήν την θεώρηση προκύπτει ότι ο αιολικός διπλασιασμός δεν είναι καινοτομία,αλλά αρχαϊσμός και, κατά συνέπεια, οι πρόγονοι των Θεσσαλών και των Λέσβιων δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα μαζί στη Θεσσαλία, γιατί το μόνο που χρειάζεται είναι να είναι αρκετά μακριά από το «κέντρο» της καινοτομίας της ΑΕ, ώστε η τελευταία να μην τους φτάσει.  Με βάση αυτήν την θεώρηση, η ΑΕ1 δεν μπορεί να χρονολογηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια από την απλή παρατήρηση ότι είχε ήδη επιτεύχθεί όταν αρχίζει η αλφαβητική γραφή στην Ελλάδα περί το 750 π.Χ.

Τα δεδομένα της γραμμικής Β δεν μπορούν να μας βοηθήσουν ιδιαίτερα διότι ο υπεραπλουστευμένος συμβολισμός δεν διακρίνει τις υποπεριπτώσεις. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στην γραμμική Β είναι το ότι το /s/ σε λέξεις όπως αἰκσμά, τέκσνα, λύκσνος υφίσταται ακόμα (λ.χ. a3-ka-sa-ma = /aiksma/ ~ αίχμή) ενώ στην ιστορική περίοδο όλες οι διάλεκτοι το έχουν τρέψει σε /h/ το οποίο δάσυνε το προκείμενο /k/ σε /kh/ (αἰχμή, τέχνη, λύχνος). Αν δεκτούμε ότι η γραφή a-ke-ra2-te αντιστοιχεί στο *αγέρσαντες, τότε το σύμβολο -ra2- φαίνεται να εκφράζει το σύμπλεγμα -rr-/-rh-. Αν τα πράγματα έχουν έτσι τότε η ΑΕ1 ξεκίνησε στα πρώτα υστερο-μυκηναϊκά χρόνια (μετά το 1200 π.Χ.) στο νότο και, όπως είπαμε πιο πάνω δεν πρόλαβε να φτάσει σε Θεσσαλία και Λέσβό, όπου οι διπλασιασμένες μορφές διατηρήθηκαν στην ιστορική περίοδο.

CL1

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα