Tag Archives: ελλάδα

Η Ιστορία του όρου «Γραικός» #1

Αυτή η σειρά αναρτήσεων προέκυψε από ένα σχόλιο με ερωτήματα που έκανε πριν από καμιά δεκαριά μέρες ο Γιάννης σχετικά με τη λειτουργία του εθνωνυμίου «Γραικός» κατά την βυζαντινή περίοδο. Ο Γιάννης με ρώτησε αν έχω ασχοληθεί με το θέμα και κατά πόσο μπορούμε να πούμε ότι η απάντηση του όρου είναι μια μορφή «έμμεσης ελληνικής συνέχειας». Έκρινα πως η καλύτερη απάντηση σ΄αυτά τα ερωτήματα είναι μια σειρά δύο αναρτήσεων, επειδή οι προηγούμενες αναρτήσεις που έχω κάνει αφορούν την περιγράφη της λειτουργίας του όρου «Γραικός» σε συγκεκριμένα χωρία και δεν περιγράφουν το θέμα συλλογικά. Continue reading

34 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Ο Αλβανικός εποικισμός της Ελλάδος

Για την απώτερη καταγωγή των Αλβανών και την γλώσσα τους έχω γράψει αλλού. Εδώ θα ασχοληθώ με την κάθοδό τους στον ελλαδικό χώρο τον 14ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά στους Αλβανούς γίνεται σε ένα Βουλγαρικό κείμενο γραμμένο περί το 1010 μ.Χ.,  κατά πάσα πιθανότητα στην Οχρίδα του τσάρου Σαμουήλ, που φέρει το όνομα «Η καταγωγή των Εθνών»:

It can be seen that there are various languages on earth. Of them, there   are five Orthodox languages: Bulgarian, Greek, Syrian, Iberian (Georgian) and   Russian. Three of these have Orthodox alphabets: Greek, Bulgarian and Iberian.   There are twelve languages of half-believers: Alamanians, Franks, Magyars   (Hungarians), Indians, Jacobites, Armenians, Saxons, Lechs (Poles), Arbanasi (Albanians), Croatians, Hizi, Germans.

Η αναφορά είναι λακωνική, μιας και οι μόνες πληροφορίες που μας παρέχει είναι το όνομα Arbanasi και ότι δεν ήταν λαός ορθόδοξος, αλλά καθολικός («ημίπιστοι»). Αυτό σημαίνει ότι οι εκκλησιαστικές σχέσεις των Αλβανών του 11ου αιώνα δεν ήταν ούτε με την ορθόδοξη βυζαντινή μητρόπολη Δυρραχίου ούτε και με την ορθόδοξη βουλγαρική εκκλησία της ενδοχώρας, αλλά με τις μικρές καθολικές επισκοπές γύρω από την λίμνη της Σκόδρας που ανήκαν στην Καθολική Αρχιεπισκοπή Αντιβαρίου, όπως και η Kruja (που παρακάτω θα δούμε ότι στις αρχές του 10ου αιώνα ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Δυρραχίου).

Albocatholics

Οι Αλβανοί εκείνη την περιόδο κατοικούν μια περιοχή που φέρει το όνομα Άρβανον η οποία εκτείνεται γύρω από την πόλη της Κρούιας και το οροπέδιο του ποταμού Μάτ. Είναι πολύ πιθανόν η Κρούια να είναι η Αλβανόπολις που αναφέρει ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στην περιοχή τον 2ο μ.Χ. αιώνα και, κατά συνέπεια, το τοπωνύμιο Άρβανον να σχετίζεται ετυμολογικά με τους Αλβανούς που την κατοικούσαν. Βέβαια αυτοί οι αρχαίοι Αλβανοί (των οποίων η εθνικότητα δυστυχώς δεν μας δίνεται) δεν πρέπει να συσχετιστούν αυτομάτως με τους μεσαιωνικούς Αλβανούς. Οι πρώτοι άφησαν το όνομά τους σε μια περιοχή από την οποία ονομάστηκαν οι δεύτεροι μιας και τόσο ο όρος Αρβανίτης όσο και το λατινικό Albanensis ετυμολογικά σημαίνουν «κάτοικος του Αρβάνου/Αλβάνου» (λ.χ. Αυλώνα, Κοζάνη > Αυλωνίτης, Κοζανίτης και Milano, Bologna > Milanese, Bolognese). Tο λατινικό Albanensis, από το οποίο προέκυψε το ιταλικό Albanese, είναι η βάση του παλαιού τοσκικού ενδωνυμίου Arbëreshë που προέρχεται ξεκάθαρα από το υστερολατινικό Albanese μέσα από τυπική τοσκική schwaποίηση /a/>/ë/ πριν από το /n/ και μετέπειτα ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού αυτού /n/: Albanese> Arbanese > Arbëneshë > Arbëreshë όπως λ.χ.  λατινικό cantare > këndoj και Αυλώνα > Vlonë (γκεγκ.) > Vlorë (τοσκ.). Το υστερολατινικό Albanese είναι και η ρίζα του παλαιού σλαβικού ονόματος Arbanasi που είδαμε στο βουλγαρικό έγγραφο παραπάνω, αλλά βρίσκουμε και στην μεσαιωνική Σερβική επική ποίηση όπου ένας από τους πιο τρανούς εχθρούς του πρίγκηπα Μάρκου είναι ο ληστής Musa Arbanasa.

Musa Arbanasa

Ο παραδοσιακός βλαχικός όρος Arbinescu επίσης έχει κατασκευαστεί σαν παράγωγο του τοπωνυμίου Άρβανον όπου έχει προστεθεί το επιθετικό επίθημα -escu που έχει την ίδια καταγωγή και λειτουργία με το αγγλικό -ish (english = αγγλικός) και το σλαβικό -isk- (λ.χ. Ohridsko ezero = λίμνη της Οχρίδας/Ohrid). Το /i/ πριν από το /n/ είναι επίσης φυσιολογικό και ισοδυναμεί στην τοσκική schwaποίηση πριν από ρινικό ένηχο ( λ.χ. λατιν. anima > βλαχο-ρουμαν. inimă, λατιν. Romanus > ρουμανικό Rumân ~ Rumîn). Είναι παρόμοιος με τον όρο που εμφανίζεται το 1285 στη Ράγουσα σχετικά με την αλβανική γλώσσα (Audivi unam vocem clamantem in monte in lingua albanesca).

Επαναλαμβάνω, πως οι Αλβανοί του Κλαύδιου Πτολεμαίου δεν πρέπει να συσχετιστούν αυτομάτως με τους μεσαιωνικούς Αλβανούς, όπως οι μεσαιωνικοί Στρυμωνίτες Σλάβοι δεν έχουν καμία σχέση με τους Στρυμώνιους Θράκες του Ηροδότου (τους βαλκάνιους προγόνους των ασιατικών Βιθυνών). Το εξωνύμιο των Ούγγρων Hungarians προέκυψε από το ότι βρέθηκαν να κατοικούν την περιοχή των Ουνογούρων Βουλγάρων. Οι ίδιοι οι Ούγγροι σταθερά αυτοαποκαλούνται Magyars και έτσι τους γνωρίζουν οι άμεσοι γείτονές τους (λ.χ. σερβ-κροατ. Mađari).

Οι Αλβανοί μπορεί να πρωτοεμφανίζονται στην ιστορία στις αρχές του 11ου αιώνα, αλλά τα πρώτα γλωσσικά αλβανικά τοπωνύμια της Αλβανίας εμφανίζονται στις αρχές του 10ου αιώνα. Λίγο μετά το 904 μ.Χ. ο βυζαντινός διπλωμάτης Λέων Χοιροσφάκτης κατάφερε να πείσει τον βούλγαρο τσάρο Συμεών να επιτρέψει τον βυζαντινό έλεγχο στο Δυρράχιο και σε 30 τριγύρω κάστρα.  Αυτό οδήγησε στην αποκατάσταση του Θέματος Δυρραχίου (υπάρχουν διφορούμενες απόψεις σχετικά με το εάν υπήρχε «κανονικό» Θέμα Δυρραχίου πριν από αυτήν την ημερομηνία). Πάντα στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνα σε έγγραφα που αναφέρονται στην εκκλησιαστική οργάνωση της περιοχής βρίσκουμε την πρώτη ιστορική αναφορά στην Kruja σαν Κροαί και στην Χουναβία σαν μια περιοχή κάπου μεταξύ του Δυρραχίου και του ποταμού Μάτη.  Παραθέτω τις παρακάτω σελίδες από το έξοχο βιβλίο “Byzantium’s Balkan frontier: A Political Study of the Northern Balkans, 900-1204” του βυζαντινολόγου Paul Stephenson (CUP,2000):

Choirosphaktes

PaulSteph map1

notitiae 7 Kruja

Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ η Kruja ανήκε στην Καθολική εκκλησία τον 11° και 12° αιώνα, κατά τον πρώιμο 10° αιώνα ανήκε στην βυζαντινή μητρόπολη Δυρραχίου. Το τοπωνύμιο «Κροαί»/Kruja μπορεί να συσχετιστεί πειστικά με την αλβανική λέξη krua = «πηγή» (πρβλ. το υδρωνύμιο Pocruia στην ρουμανία που έχει υβριδική σλαβο-αλβανική/δακική ετυμολογία και σημαίνει «κοντά στην πηγή»). Το τοπωνύμιο «Χουναβία»/Hunavia ο Paul Stephenson το τοποθετεί κάπου κοντά στο ακροτήρι Rodon. Πιστεύω ότι ο όρος Hunavia σχετίζεται με την αλβανική λέξη*skunta> hundë = «ακροτήρι, προεξοχή» (παράγωγο του *skuna> hu = μύτη, προεξοχή, πέος κλπ.).

Επομένως, τα δύο αυτά αλβανικά τοπωνύμια δείχνουν ότι οι Αλβανοί περί το 900 μ.Χ. είχαν αρκετό καιρό στο Άρβανον ώστε να υπάρχουν αλβανικά τοπωνύμια στην περιοχή. O ερχομός τους στην περιοχή πρέπει να αναζητηθεί στην περίοδο 500-800 μ.Χ. και ίσως να ανήκει στο μεταναστευτικό κύμα  που σχετίζεται με την άφιξη των Σερμησιανών/Vlasi Sremljane σε Κοσσυφοπέδιο και Πελαγονία λίγο μετά το 680 μ.Χ. μιας και ο αρχαιολογικός «αβαρικός» ορίζοντας που σχετίζεται με αυτήν την ομάδα εμφανίζεται και στην Αλβανία και από τον βίου του Αγίου Παγκρατίου (~700 μ.Χ.) γνωρίζουμε ότι υπήρχαν Άβαροι στην αλβανική ακτή τους οποίους αιχμαλώτησε ο Σικελός διοικητής Βονιφάτιος.

Avas Pancratius

Οι Κροαί και το Άρβανον είχαν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, γιατί έλεγχαν τον δρόμο που από το Δυρράχιο οδηγούσε στην Δίβρα, ο οποίος χρησιμοποιούνταν σαν παράκαμψη της Εγνατίας οδού κατά τον πρώιμο μεσαίωνα όταν το αλβανικό μέρος της τελευταίας γύρω από το Elbashan είχε διαβρωθεί από έλλειψη συντηρήσεως.

Kruja traffic

Αυτό φάνηκε στον 2ο Βυζαντινο-Νορμανδικό πόλεμο όπως τον περιγράφει η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα. Οι Βυζαντινοί είχαν οργανωθεί αμυντικά έτσι ώστε να αποτρέψουν την απόβαση των Νορμανδών στην σημερινή νότιο Αλβανία και την χρήση της Εγνατίας Οδού. Οι Νορμανδοί τελικά κατάφεραν να αποβιβαστούν και να αλώσουν την Αυλώνα. Η κύρια Βυζαντινή άμυνα αποτραβήχθηκε στο εσωτερικό και οι Νορμανδοί βρέθηκαν στην Δίβρα, παρακάμπτοντας την κύρια βυζαντινή αμυντική οργάνωση, επειδή «κάποιοι κάτοικοι του Αρβάνου» τους έδειξαν τις «λανθάνουσες ατραπούς» (μυστικά περάσματα) μέσα από τα βουνά του Αρβάνου. Λ.χ. γράφει ο Paul Stephenson:

Arbanon guides

Τα λόγια της Κομνηνής είναι:

[13.5.1-2] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ προφθάσας ἀξιόμαχον δύνα μιν ἐν πάσαις ταῖς κλεισούραις κατέθετο μετ’ ἐκκρίτων ἡγεμόνων, πᾶσάν γε ἀτραπὸν διὰ τῶν καλουμένων ξυλοκλασιῶν αὖθις τοῖς Κελτοῖς ἀπετάφρευσεν. Εἶχε μὲν γὰρ εὐθὺς ὁ Αὐλών, ἡ Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα ἀνύστακτον φύλακα Μιχαὴλ τὸν Κεκαυμένον, ἡ δὲ Πέτρουλα Ἀλέξανδρον τὸν Καβάσιλαν μετὰ συμμίκτων πεζῶν στρατιωτῶν, ἄνδρα ἐκθυμότατον καὶ πολλοὺς τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν Τούρκων κατατροπωσάμενον· Τὴν Δεύρην δὲ Λέων ὁ Νικερίτης μετὰ ἀποχρώσης ἐφρούρει δυνάμεως· Τῷ δέ γε Εὐσταθίῳ τῷ Καμύτζῃ τὰς περὶ τὸ Ἄρβανον ἀνατεθείκει κλεισούρας.Ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐκ πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας κατὰ τοῦ Καβασίλα τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γίδον καὶ κόμητά τινα Σαρακηνὸν καλούμενον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον ἐξέπεμψεν. Ἐπεὶ δέ τινα τῶν ὁμορούντων τῷ Ἀρβάνῳ πολίχνια προέφθασαν τῷ Βαϊμούντῳ προσχωρῆσαι, οἱ τούτων ἔποικοι, τὰς τοῦ Ἀρβάνου ἀτραποὺς ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι, προσελθόντες πᾶσαν, ὡς εἶχε, τῆς Δεύρης τὴν θέσιν ἐξηγήσαντο καὶ τὰς λανθανούσας ἀτραποὺς ὑπέδειξαν.

Ο ρόλος των Αλβανών οδηγών στον 2ο ΒΝ πόλεμο είναι ο ίδιος με αυτόν των «Βλάχων foederati» που συμμάχησαν με τους Νορμανδούς κατά τον 1ο ΒΝ πόλεμο. Όπως γράφει και ο Paul Stephenson: “once again the emperor was confronted with the importance of retaining the support of locals in the western Balkans.” Η έλλειψη νομιμοφροσύνης αυτών των πληθυσμών συνδέεται με μια μεγαλύτερη σειρά βαλκανικών επαναστάσεων (λ.χ. επαναστάσεις των Peter DelyanGeorgi Voyteh και των Βλάχων της Θεσσαλίας) που ήταν συνέπεια τόσο της επιδείνωσης της φορολογίας στα βαλκάνια όσο και της αλλαγής της είσπραξης από φόρο σε είδος (ζώα, μέθοδος που ήταν βολικότερη για τους ποιμενικούς αυτούς πληθυσμούς) σε είσπραξη χρηματικού φόρου. Αυτή η «αφαίμαξη» των επαρχιών από την Κωνσταντινούπολη, όπως λέει και η Αρβελέρ, ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέτρεψαν την άλωση της Πόλεως από τους Φράγκους το 1204 με την περιφέρεια «να μην κουνάει ούτε το δάκτυλό της για να την αποτρέψει».

Άλλες αναφορές της Κομνηνής σε Αλβανούς/Αρβανίτες μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Σε έναν Κομισκόρτη (όνομα που προέκυψε από τον βυζαντινό τίτλο Κόμης της Κόρτης) «τὸν ἐξ Ἀρβανῶν ὁρμώμενο» ο αυτοκράτορας Αλέξιος αναθέτει την άμυνα του Δυρραχίου. Αλλού, η Κομνηνή αναφέρεται «στους καλούμενους Ἁρβανίτες» [6.7.7].

Κατά την τρίτη Νορμανδική εισβολή των Βαλκανίων του 1185 μ.Χ. , όπου συνέβη και η άλωση της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στους Βαλκανικούς πληθυσμούς που συνέδραμαν για την υπεράσπιση της πόλης που αναφέρει ο Ευστάθιος είναι και οι «Χουναβίται». Ενώ το εθνικό σημαίνει ξεκάθαρα «κάτοικοι Χουναβίας», δεν γνωρίζουμε αν επρόκειτο για κάποιο «ομογενές» αλβανικό ή σλαβικό φύλο ή αν επρόκειτο για μια πολυεθνοτική ομάδα συντοπιτών από την Χουναβία. Πάντως το ότι αναφέρονται σαν ξεχωριστή κατηγορία τόσο από τους Σέρβους όσο και από τους Βούλγαρους πιστεύω ότι δείχνει πως ο Ευστάθιος τους θεωρούσε κάτι διαφορετικό και από τους δύο, και αυτό,κατά τη γνώμη μου, δείχνει ότι οι Χουναβίτες μάλλον δεν ήταν σλαβικό φύλο.

Chounavitai

Βέβαια, ο Ευστάθιος κατηγορεί δύο Χουναβίτες νεαρούς αδελφούς για προδοσία και συνεργασία με τους Νορμανδούς, όπως παρακάτω κατηγορεί και τους Γερμανούς («Αλαμανούς») μισθοφόρους.

Λέγεται δ’ ὅτι ἐκ προδοσίας τινός, οὐκ οἶδα μὲν ἀκριβῶς εἰ καὶ ἄλλης, ἐθνικῆς δὲ καὶ μάλιστα. Καὶ ὁ μὲν εἰπὼν Λατῖνος ὡς ἐκ τοῦ κατὰ τοὺς Βουργεσίους πύργου θέλημα ἐπέμφθη τοῖς ἔξω κατὰ τῶν τῆς πόλεως καὶ καταμήνυμα τῶν ἐντὸς οὐκ ἂν ἀπιστοῖτο ἡμῖν, τεκμαιρομένοις ἐξ ὧν ἠκριβώμεθα· Τοιοῦτοι γάρ τινες πυργοφύλακες ἐπίτριπτοι νεανίαι ἀδελφοὶ ἐκ Χουναβιτῶν, ἔχιδναι γεννηταὶ τῇ πόλει ταύτῃ, κατ’ αὐτὴν τὴν τῆς ἁλώσεως ὥραν κατήσθιον αὐτὴν καὶ αὐτοὶ ξίφη γυμνώσαντες καὶ κατατρέχοντες τὰς ἀμφόδους, γνωστοὶ τοῖς βλέπουσι, πίστιν οὕτω διδόντες καὶ πρῴην ἐπίβουλοι εἶναι. Καὶ οὐκ ἔσθ’ ὅπως οὐ μετελεύσεται ἡ δίκη αὐτούς.

Τοιοῦτον καὶ τὸ τοῦ Ἀλαμανικοῦ τάγματος προδοτικόν, οὗ πρόδρομοι τὴν χθὲς δείλην τρεῖς τῶν δυσμικῶν πυλῶν τῆς πόλεως κατεπήδησαν καὶ πάντων τῶν ἐκεῖ βλεπόντων τοῖς βαρβάροις φιλίως συνέμιξαν. Ἡ δὲ πρὸ δυοῖν ἡμέραιν τῆς ἁλώσεως περὶ πέμπτην τῆς ἑβδομάδος βαθείας ἑσπέρας ἐπιφάνεια Θεοφάνους τοῦ Προβατᾶ ἔσω πόλεως, ὃς ἐκ Δυρραχίου συνωμάρτει τοῖς Λατίνοις φίλιος, τίνας οὐκ ἂν εἰς νοῦν προδοτικὸν ἐναγάγῃ μαθόντας αὐτήν; Ἣν Λέων τις, ἵππων ἀγαθὸς μελητής, ὁ Ἁγιοευφημίτης, ἰδὼν καὶ περιεργασάμενος, καὶ θυμῷ μὲν βληθείς, οὐκ ἔχων δ’ ὅ,τι καὶ δράσειεν, ὡσιώσατο ἄμυναν τῇ πατρίδι, ἐξειπὼν τὸ κακὸν τοῖς μὴ τολμῶσι λαλεῖν τι πρὸς τὸν ἐπὶ δυσπραγίᾳ κοινῇ φοβερὸν Δαυΐδ.

Το οποίο πρέπει να συσχετιστεί με την πλήρη έλλειψη αντίστασης τόσο της πόλης τους Δυρραχίου που έπεσε «ἀπονητί» στους Νορμανδούς όσο και κατά την πορεία τους επί της Εγνατίας οδού από «την γη των Ιλλυριών» μέχρι την «καθ΄ημᾶς Μακεδονίαν»:

Ἐξεῖρψεν οὗν ἡ Λατίνη γῆ πλῆθος οὕτω πολὺ στρατιᾶς, ἀφ’ ἱκανοῦ ἡμᾶς ἐκφοβοῦν, καὶ γίνονται πάντες τῆς Ἰλλυριῶν ἠπειρώτιδος, ἣ τερματίζει τὰ Ῥωμαίων εἰς τὸν Ἀδρίαν κόλπον. Καὶ περισχόντες τὴν τῶν ἐκεῖσε μητρόπολιν, τὸ Δυρράχιον, ἀπονητὶ ἀποχειροῦνται καὶ ὡς εἰπεῖν αὐτοβοεί, κατὰ μὲν τὸν Ἀνδρόνικον φάναι, προδεδομένην ὑπ’ ἄλλων εἰς τὸ πᾶν, οὕτω γὰρ ἐκεῖνος ἐθεράπευε τὰ κατ’ αὐτόν, οὐχ ἑαυτῷ ἀλλ’ ἐτέροις ἐπιγράφων ἃ ἐδυστύχει δι’ αὐτὸν ἡ Ῥωμαῒς γῆ, πρὸς δὲ ἀλήθειαν ὑπ’ αὐτοῦ ἐκείνου πρόδοτον. […]Καὶ ἐξεφόβει μὲν οὕτω τοὺς πέριξ μέχρι καὶ ἐς Θεσσαλονίκην τὸ οὕτω ταχὺ τῆς ἁλώσεως ἐκείνης καὶ ὅτι, καθά τις ἂν εἴποι τὸ τάχος τοῦ κακοῦ ἐνδεικνύμενος, θατέρῳ μὲν τοῖν ποδοῖν ἕκαστος τῶν πολεμίων ἐπέβη τῆς Ἰλλυριῶν γῆς, θατέρῳ δὲ κατενεπήδησε τῆς ἐχυρωτάτης ἐκείνης πόλεως. Ὅτι δὲ καὶ τὰ ἐκεῖθεν ἕως καὶ ἐς τὴν καθ’ ἡμᾶς Μακεδονικὴν οὐδὲν αὐτοῖς ὁδοῦ προσέστη σκῶλον εἰς ἐμπόδιον, ἀλλὰ τοῦτο τὰς ἁπάντων ψυχὰς ἑτοίμους ἔστησε τῶν κατ’ αὐτὰς ἀπαλλάττεσθαι σωμάτων, οἷς ἐταράχθησαν. Οὐκ ἔστι γὰρ ὅπου συνήντετό τι δεῖμα ἐκείνοις, οὐ μέγα, οὐ μικρόν, οὐ μέσον, ἀλλ’ ὡς διὰ λείων πεδίων ποταμὸς πλήθων ἐκεῖνος ὁ πεζὸς κατέρρεε στρατός, ἕως ἡμῖν συνέμιξεν ἄσκυλτος.

Πριν από την Αλεξιάδα της Κομνηνής, η πρώτη βυζαντινή αναφορά σε Αλβανούς γίνεται από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη. Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε τις δύο πρώτες αναφορές σε «Αλβανούς» της Ιταλίας (που μάλλον δεν έχουν σχέση με τους Αλβανούς, αλλά είναι «κλασικίζων» όρος για κάποιον λαό της Ιταλίας ίσως και των Νορμανδών) από την τρίτη αναφορά σε «Αρβανίτες» της περιοχής του Δυρραχίου, που είναι αναμφίβολα οι ιστορικοί Αλβανοί. Το μπέρδεμα με τις αγγλικές μεταφράσεις του Ατταλειάτη όπως αυτή που παρέθεσα παραπάνω είναι ότι μεταφράζουν τόσο το «Αλβανός» όσο και το «Αρβανίτης» του Ατταλειάτη σαν “Albanian”.

 Attaleiates Albos

Μετά την άλωση του 1204, έχουμε την διάλυση της αυτοκρατορίας. Τα «διάδοχα» βυζαντινά κράτη είναι η «Αυτοκρατορία της Νίκαιας» και το «Δεσποτάτο της Ηπείρου» μαζί με την πιο απομονωμένη «Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος». Η Αλβανία κατά τον 13ο αιώνα γίνεται ένα σημείο υπέρθεσης διαφόρων ηγεμονιών: το δεσποτάτο της Ηπείρου,  η αποκατεστημένη βυζαντινή αυτοκρατορία από τους στρατούς της Νίκαιας, η δεύτερη Βουλγαρική αυτοκρατορία που έφτασε το ζενίθ της μετά την μάχη της Κλοκότνιτσας το 1230 μ.χ., η ανερχόμενη Σερβία, οι Βενετοί με τα εμπορικά τους συμφέροντα στην ακτή και τέλος η Ανδεγαυή (Angevin, Anjou) ηγεμονία στην Αλβανία. Αυτή η έλλειψη σαφών συνόρων στην περιοχή θα επιτρέψει την εξάπλωση των Αλβανών από το Άρβανον προς όλες τις κατευθύνσεις. Το 1285, στα βουνά γύρω από την Ράγουσα (Dubrovnik) έχουμε την πρώτη αναφορά στην αλβανική γλώσσα (Audivi unam vocem clamantem in monte in lingua albanesca). Το αίτιο της μετανάστευσης δεν μας είναι γνωστό και έχουν προταθεί διάφορες περιπτώσεις. Μία θέλει τον «διεθνή» ανταγωνισμό για την Αλβανία να «μεταφράζεται» τοπικά σε «εμφύλιο» ανταγωνισμό «άπληστων» Αλβανών φυλάρχων  που χρησιμοποίησαν τον διεθνή στίβο για να βελτιώσουν την προσωπική τους θέση. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χρόνιος φυλετικός σπαραγμός που οδήγησε από τη μια πολλά φύλα σε μετανάστευση προς πιο «ήσυχα» βοσκοτόπια και, από την άλλη, στην μετανάστευση των ίδιων των «άπληστων» φυλάρχων και των «παλικαριών» τους προς αναζήτηση νέων στόχων λεηλασίας.

Ο Γεώργιος Ακροπολίτης περιγράφει μια Αλβανική εξέγερση (δηλαδή συμμαχία με το Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄)  κοντά στην Οχρίδα εν  έτει 1257, ενώ ο Γεώργιος Παχυμέρης περιγράφει τον καταστρεπτικό σεισμό που ισοπέδωσε το Δυρράχιο το 1267 και τους Αλβανούς που άδραξαν την ευκαιρία για να συλλέξουν λάφυρα από την κατεστραμμένη πόλη.

Στις αρχές του 14ου αιώνα αρχίζει η αλβανική διήθηση του Ελλαδικού χώρου. Πολλά από αυτά που θα παρουσιαστούν παρακά μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ. Ο αυτοκράτορας και ιστορικός Ιωάννης Καντακουζηνός και, σχεδόν ταυτόχρονα, ο βενετός Marino Sanudo γράφουν για «καταστροφικές αλβανικές επιδρομές» στην σημερινή νότιο Αλβανία και την Θεσσαλία. Στην δεύτερη, οι ανεξάρτητοι Ρωμιοί άρχοντες όπως ο Γαβριηλόπουλος και ο Μελισσήνος βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους Καταλανούς που μετά την μάχη του Αλμυρού το 1311 ελέγχουν την ανατολική Στερεά. Οι Αλβανοί νομάδες στρατολογούνται και από τις δύο πλευρές.

Albosanudo

Ο Καντακουζηνός περιγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την ληστρική δράση των «αβασίλευτων» Αλβανών γύρω από τη Βελέγραδα (Μπεράτι) και την ύπαρξη  12000 αλβανών στα ορεινά της Θεσσαλίας χωρισμένων σε φάρες όπως οι Μαλακασαίοι, οι Βουαίοι και οι Μεσαρίτες. Οι ληστρικοί Αλβανοί τιμωρούνται από ένα σώμα τουρκικού πεζικού που ο Εμίρης Ουμούρ Αϊντίν «δάνεισε» στους Βυζαντινούς για την περίσταση. Οι Τούρκοι κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τους Αλβανούς που είχαν αποτραβηχθεί στα ορεινά και τα κλοπιμαία επιστράφησαν στους πολίτες «των δυτικών μερών».

Το 1359 οι Αλβανοί κερδίζουν την μάχη του Αχελώου. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία 3 αλβανικών «κρατιδίων» γύρω από το συρρικνωμένο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στον νότο ο Pjeter Losha (από το όνομά του προέκυψαν τα Λιόσια) ελέγχει την Άρτα και ο Gjin Bua Shpata (ομοίως τα Σπάτα) ελέγχει το Αγγελόκαστρο και την Ναύπακτο. Στον βορρά το φύλο των Ζενεβισαίων οργανώνεται γύρω από το Αργυρόκαστρο. Με τον καιρό, ο Σπάτα θα ενώσει τα δύο νότια κρατίδια σε ένα υπό την εξουσία του.

Ακολουθεί μια περίοδος όπου οι Αλβανοί πολιορκούν συνεχώς κάθε χρόνο τα Ιωάννινα. Επειδή έχει μεσολαβήσει η σύντομη Σερβοκρατία του Dušan, ο βόρειος ηπειρωτικός ελλαδικός χώρος είναι κατακερματισμένος σε πολλές μικρές περιοχές όπου η κάθε μια ελέγχεται από  σερβο-ρωμαϊκές αριστοκρατικές οικογένειες. Τα Ιωάννινα ελέγχονται από τον Θωμά Preljubović Παλαιολόγο Κομνηνό, που έμεινε στην ιστορία σαν Αλβανιτοκτόνος. Τα χρονικά μας πληροφορούν ότι οι Σέρβοι άρχοντες ήταν αντιπαθείς στους κατοίκους των Ιωαννίνων, αλλά τους ανεχόταν όσο οι πρώτοι κρατούσαν τους Αλβανούς μακριά από την πόλη. Όπως λένε τα χρονικά «οι κάτοικοι των Ιωαννίνων αντιπαθούσαν τους Σέρβους, αλλά τους ανεχόταν επειδή σιχαινόταν τους Αλβανούς».

Ο δεσπότης Θωμάς κέρδισε τον τίτλο Αλβανιτοκτόνος από τον βάναυσο τρόπο με τον οποίο μεταχειριζόταν τους Αλβανούς αιχμαλώτους. Ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή προσπαθούσε να αποθαρρύνει παραδειγματικά τους Αλβανούς από μελλοντικές πολιορκίες. Μαζί με τους Αλβανούς πολιορκητές υπήρχαν και Βλάχοι και Βούλγαροι. Αυτούς, ο Αλβανιτοκτόνος τους τιμωρούσε με ρινότμηση (κόψιμο της μύτης, είδος τιμωρίας που οι Βυζαντινοί εφάρμοζαν σε προδότες) και τους άφηνε να επιστρέψουν ρινότμητοι στα χωριά τους, ώστε να φανεί τι θα συνέβαινε σε όποιον συμμαχούσε με τους Αλβανούς.

loathed albos

Preljubović BulgVlachs

Το Χρονικό των Τόκκων και αυτό των Ιωαννίνων είναι στερεοτυπικά σκωπτικό προς τους Αλβανούς και αυτό γιατί οι «ανίδρυτοι άλλοι» Αλβανοί πολιορκητές είναι εύκολος στόχος χλευασμού των «εδραίων» Ρωμαίων.  Χαρακτηρισμοί όπως «Αρβανιτζέλια χοιροβοσκοί» (οι αγγλικές μεταφράσεις αποδίδουν τον όρο Αρβανιτζέλια σαν “Albanians” χάνοντας με αυτόν τον τρόπο την σκωπτική σημασία του επιθήματος -έλια, λ.χ. παιδαρέλια) και άλλοι ανάλογοι αφθονούν και στα δύο:

Αρβανιτζέλια

Ο Δεσπότης του Μοριά Θεόδωρος, θέλοντας να αντισταθμίσει το πληθυσμιακό έλλειμμα που δημιούργησε η «Μαύρη Πανώλη» στην Πελοπόννησο, επέτρεψε σε περί τις 10.000 Αλβανικές οικογένειες να εγκατασταθούν στο Δεσποτάτο του. Περί το 1400, ο ανώνυμος πανηγυρικός λόγος των Παλαιολόγων (που κάποιοι αποδίδουν στον Ισίδωρο του Κιέβου) περιγράφοντας την κατάσταση στην Ήπειρο, υπερβάλλοντας ολίγον τι, γράφει ότι «μόνο η ακτή και οι δύο μεγάλες πόλεις (Άρτα, Ιωάννινα) έχουν Ελληνικό χαρακτήρα. Η ενδοχώρα και τα ορεινά κατοικούνται από βαρβάρους, ανάμεσα στους οποίους είναι και οι Αλβανοί, ένας «Ιλλυρικός» λαός με νομαδικό και πρωτόγονο τρόπο ζωής δίχως πόλεις,  κάστρα, χωριά, χωράφια και δίχως αμπέλια.

Albos

Black Death

Αντίστοιχα, το Καταλανικό δουκάτο της Αθήνας το 1382 επέτρεψε την εγκατάσταση Αλβανών στην Αττική, στην οποία προστέθηκαν άλλα μεταναστευτικά κύματα στην συνέχεια. Με τον καιρό ακολούθησε και ο εποικισμός των γειτονικών νησιών.

Το 1689, στην περιήγηση της Πελοποννήσου ο Bernard Randolph θα γράψει ότι οι Αλβανοί που είναι οι ποιμένες ξεχειμωνιάζουν στα παραθαλάσσια μέρη και τα καλοκαίρια συγκεντρώνονται στην ορεινή Αρκαδία όπου γίνονται «τρεις φορές περισσότεροι από τους Τούρκους και τους Γραικούς που κατοικούν σε εκείνα τα μέρη». Ζουν κυριώς σε σκηνές, έχουν επαναστατήσει πολλάκις στο παρελθόν και προκαλούν μεγάλες ζημιές εξαιτίας της ληστρικότητάς τους.

Randolph 1689

18 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Ο Σλαβικός εποικισμός της Ελλάδος #3.2: Τα Σλαβικά τοπωνύμια

Μετά την επισκόπηση των φωνολογικών εξελίξεων που συνέβησαν στις σλαβικές γλώσσες κατά την περίοδο 600-900 μ.Χ. μπορούμε πλέον να περάσουμε στην μελέτη των σλαβικών τοπωνυμίων. Σημαντικό βοήθημα είναι το έργο του Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland.

1) Πρώιμα πρωτοσλαβικά-τοπωνύμια (Early Proto-Slavic ~ EPS)

Είναι τα τοπωνύμια που διατηρούν ακόμα το κοινό Βαλτο-Σλαβικό /a/. Χρονολογικά αντιστοιχούν στο ίδιο στρώμα με τα πρώτα σλαβικά δάνεια στην Ελληνική, την Αλβανική και την Ρουμανική γλώσσα. Οι παραπάνω γλώσσες δανείστηκαν την EPS μορφή του σλαβικού ενδωνυμίου *Slavěninŭ και όχι την LPS/OCS Slověninŭ. Έτσι στα ελληνικά έχουμε τους όρους Σκλάβος,Σθλάβος και Σκλαβηνός, Σθλαβηνός, στα Ρουμάνικα τον όρο șchiau και στα αλβανικά τον όρο Shqa. Επίσης, στην Ελληνική έχουμε το δάνειο σβάρνα (EPA *barna>LPS borna > OCS brana) και στην αλβανική το δάνειο karrutë (EPS *karūto > LPS koryto = σκαφοειδής ποτίστρα, κοίτη ποταμού). Τέλος όλες οι παραπάνω γλώσσες έχουν δανειστεί την EPS μορφή *magūla = «τύμβος,λόφος,ύψωμα» της μετέπειτα LPS mogyla (μαγούλα, magullë και ρουμ. măgură). Στην ρουμανική εισήλθε τόσο νωρίς ώστε είναι το μόνο σλαβικό δάνειο με μεσοφωνηεντικό /L/ που πρόλαβε να υποστεί ρωτακισμό (λ.χ. λατιν. salem, solem, caelum > Ρουμαν. sare, soare, cer).

Τέτοια τοπωνύμια είναι:

Καρδίτσα, Γάρδιτσα και Γαρδίκι.

Περιέχουν την EPS μορφή *gardŭ και όχι την LPS *gordŭ ή την OCS gradŭ (λ.χ. Βελλέγραδα ~ Μπεράτι). Το Γαρδίκιον ιδιαίτερα περιέχει αυτούσια την EPS μορφή *gardĭkŭ του οποίου οι σημερινοί νοτιο σλαβικοί απόγονοι είναι το βουλγ/σλοβεν. gradec και το σερβ-κροατ gradac «μικρό κάστρο». To Graz της Αυστρίας προέρχεται από το σλοβενικό Gradec.

Αράχωβα:

Το τοπωνύμιο σημαίνει «καρυδότοπος» και περιέχει την EPS μορφή *arěhŭ (LPS orěhŭ). To δεύτερο /a/ είναι προϊόν ελληνικής αφομοίωσης (**Αρήχοβα > Αράχοβα, λ.χ. μοναχός > μαναχός και εργάτης> αργάτης) μιας και το yat αποδίδεται σαν «η» στην Ελληνική (Slavěninŭ > Σκλαβηνός/Σθλαβηνός, Dargaměrŭ > Δαργάμηρος, Βλαδίμηρος, Ακάμηρος, Τιχόμηρος κλπ). Έχει ενδιαφέρον ότι το αρχαίο όνομα της Λακωνικής Αράχωβας ήταν Καρυαί = Καρυδιές απ΄όπου προέρχεται το όνομα των Καρυάτιδων). Συγγενικά σημερινά τοπωνύμια είναι τα: Orehovo, Orehovica, Oryahovo, Orahovo κλπ.

Καρύταινα: Εκ του EPS *karyto (LPS koryto). Σημερινοί συγγενείς τα τοπωνύμια: Koritnik, Koritnica κλπ.

Μαγούλα, Μαγούλιανα, Μαγουλίτσα κλπ. Η ετυμολογία έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Σημερινοί συγγενείς είναι τα τοπωνύμια:

Mogila, Mogilno, Mogilnice κλπ.

Αρδούβιστα Λακωνίας. Aμετάθετη EPS μορφή των μετέπειτα τύπων Radoviš/Radovište, Radovljica, Radolište κλπ. Θυμίζω το όνομα του Σλάβου αρχηγού Αρδάγαστου του οποίου η σημερινή μορφή του ονόματος είναι Radogost = «χαρούμενος φιλοξενούμενος» (λ.χ. Radovan)  . Το τοπωνύμιο Αρδούβιστα περιέχει το θέμα EPS ardŭ «χαρούμενος» (λ.χ. radovat) κολλημένο πάνω στο βαλτο-σλαβικό συλλογικό επίθημα -išta. To τοπωνύμιο δηλώνει κάποιο είδος εορτής/πανηγυριού.

2) Ύστερα πρωτοσλαβικά τοπωνύμια (Late Proto-Slavic ~ LPS)

Είναι όλα αυτά που δείχνουν την αλλαγή EPS *a> LPS o (λ.χ. λατινικό acetum = «ξύδι» > OCS ocĭtŭ).

Να σημειωθεί ότι κάποια προσλαβικά τοπωνύμια υπέστησαν την μεταβολή αυτή στο στόμα των Σλάβων.

Θεσσαλονίκη> Solun

Καστοριά (πρώτη αναφορά στον Προκόπιο) > Kostur

Αῷος ~ Αὖος > σλαβ. Vavusa > Vovusa > ελλην. Βοβούσα, αλβαν. Vojusë/Vjosë κλπ. (περισσότερα για την φωνολογική εξέλιξη εδώ).

Vjosa

Ἄψος~Ἄψαμος~σσαμος > Osum (Αλβανίας)

Osum

σσαμος > Osăm (Βουλγαρίας)

Timacus > Timok

Alutus > Olt

Salonae > Solin

1) Gora = βουνό: Γοριτσά, Αγοριανή, Γοράνοι, Ζαγορά, Ποδογόρα κλπ.

Η μορφή Ποδογόρα/Ποδογορά έχει ενδιαφέρον γιατί διατηρεί το «ασθενές» yer του Pslav podŭ. Podŭgora = «υπόρεια,κάτω από το βουνό»:

Podgora, Podgorica, Gorica, Gorjane κλπ.

2) Βελιγοστή. Θυμίζω το όνομα Αρδάγαστος – Radogost που περιέχει το gostŭ = «φιλοξενούμενος». Αντιπαραθέτω τη Γαστούνη Ηλείας που ανήκει στο EPS διάστρωμα, ενώ η Gostun στη Βουλγαρία δέιχνει την τροπή *a>o. Να συγκριθεί με το Velgošti και το Wolgast.

3) Φώσταινα. Hvos(t)no~Fos(t)no = «πυκνό δάσος». (#93 εδώ)

4) Πολοβίτσα. Polovica = «ημίσεια». Γράφει ο Φαίδων Μαλιγκούδης για το Λακωνικό αυτό τοπωνύμιο και την Σεμπροβίτσα Αρκαδίας:

Πολοβίτσα: Κοινότητα του Νομού Λακωνίας, επαρχία Λακεδαίμονος, νότια της Σπάρτης (14). Θα έπρεπε, ως πρώτο δεδομένο, να τονιστεί ότι το σλαβικό αυτό τοπωνύμιο δεν εμφανίζεται μεμονωμένο, αλλά υπάρχει σε μια περιοχή, στη ΝΔ Λακωνία, το μικροτοπωνυμικό της οποίας φέρει εμφανή τα ίχνη σλαβικής εγκατάστασης κατά το Μεσαίωνα (15). Παρόλο που δεν υπάρχουν δυσκολίες να ετυμολογηθεί το τοπωνύμιο, τόσο από πλευράς φωνητικής όσο και μορφολογίας από το σλαβικο polь= «μισό», παραμένει η σημασιολογική πλευρά σκοτεινή(16), αν δε λάβει υπόψη του κανείς τους κανόνες που διέπουν τις γεωργικές σχέσεις κατά τη βυζαντινή περιόδο: Ο γεωργός, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να καλλιεργήσει ο ίδιος ολόκληρη τη γη που του ανήκε, μπορούσε να νοικιάσει ένα μέρος της σε έναν άλλο ακτήμονα. Ο δεύτερος ανελάμβανε την υποχρέωση να αποδίδει, ως ενοίκιο, το μισό της σοδειάς του. Από τη διαδεδομένη αυτή πρακτική στη βυζαντινή επαρχία (που ονομάζεται στις νομικές πηγές ημισεία, ο δε ακτήμων ενοικιαστής ημισειαστής) (17) είναι προφανές ότι προήλθε και το συγκεκριμένο τοπωνύμιο. Χαρακτηριστικό για τη συμβίωση των δύο διαφορετικών γλωσσικών φορέων (ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) στη βυζαντινή επαρχία είναι το δεδομένο της μετάφρασης του όρου στα σλαβικά. Σαφής ένδειξη ότι οι Σλάβοι, πριν ακόμα απωλέσουν τη γλωσσική τους ταυτότητα, είχαν ήδη ενταχθεί στο βυζαντινό σύστημα και στη δικαιική πρακτική των ελληνόφωνων γειτόνων τους .

Σεμπροβίτσα: Μικροτοπωνύμιο του χωριού Βυτίνα στην Αρκαδία (18). Όπως είναι προφανές από τα δύο επιθήματα ov-ica, πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε, σύμφωνα με τους κανόνες της σλαβικής μορφολογίας, από το ουσιαστικό sebrь, έναν τεχνικό όρο, ο οποίος, από τα σλαβικά, πέρασε στις υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες με τη σημασία: «αγρότης που αποδίδει τη μισή σοδειά στον ιδιοκτήτη της γης» (19). Το σλαβικό δάνειο αυτό (σέμπρος) έχει περάσει σε πολλές νεοελληνικές διαλέκτους, αλλά και στην Κοινή Νεοελληνική (20). Η περίπτωση του τοπωνυμίου αυτού παρουσιάζει μια σημασιολογική αναλογία με προηγούμενο: Sebrovica = «η γη του ημισειαστού» και τεκμηριώνει μια αντικειμενική πραγματικότητα, ότι δηλαδή ο θεσμός του ημισειαστού, που συναντούμε στο κωδικοποιημένο βυζαντινό δίκαιο (Νόμος Γεωργικός) υπήρχε και στο εθιμικό δίκαιο των Σλάβων (21).

5) Ὄραχος. Να αντιπαρατεθεί στα Αράχωβα.

6) Γκολέμι, Πολαίνα, Πολιανή (12,31,32 εδώ) Golem = μεγάλος, polje = κάμπος.

3) Νοτιοσλαβικά τοπωνύμια:

Είναι αυτά που δείχνουν μετάθεση των υγρών τύπου gordŭ >gradŭ, melko>mlěko που απαντά ήδη στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (Old Church Slavonic ~ OCS) που κωδικοποίησαν οι Κύριλλος και Μεθόδιος.

Προσλαβικά τοπωνύμια που υπέστησαν αυτήν την αλλαγή είναι η Scardona > Skradin στην Κροατία και ο ποταμός Malva > Mlava στην Σερβία (λ.χ. Dacia Malvensis = Ripensis = Δακία Παραποτάμια)

1) Πρέβεζα, Πρέβεζον κλπ. «πέρασμα» εκ του prě-voziti «περνάω απέναντι». Λ.χ. ESlav Perevoz.

2) ΚράβαριΚράβαρι,  Κράβαρα εκ του *korvarŭ > kravarŭ = «αγελαδάρης, βουκόλος». Λ.χ. Kravari (πληθυντικός του kravar).

3) Μπελιγκράδια (Beligrad)

4) Τοπωνύμια με Βουλγαρικά χαρακτηριστικά (ě>ya = «я», tj>št, dj>žd):

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά απαντόυν ήδη στην OCS λ.χ. πρωτοσλαβικό *no(k)ĭ > noštĭ = «νύχτα»

1) Λιασίνοβα

2) Δριάνοβον, Λιάσκοβον, Λιάσκαβον, Λιάσκα, Λιασκοβέτσι, Δρεάνοβον, Ντριάνεβα, Πριατούκαι κλπ σε Θεσσαλία και Ήπειρο (Lyaskovo, Dryanovo, Pryatoka)

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα του ψαριού μπριάνα είναι βουλγαρικό δάνειο στην ελληνική (PSlav merna> SSlav mrěna >Bulg. mryana)

3) Μεζδάνι Καρδίτσας. Να συγκριθεί με το βουλγ. Meždurečje = «μεσοποταμία» στην Kutmichevitsa.

5) Γενικά

Αφού τελείωσα με την χρονολογική διαστρωμάτωση θα συνεχίσω με μια λίστα γενικών σλαβικών τοπωνυμίων:

1) Κοζάνη. Παλαιότερη μορφή Κοσδάνη εκ του Gvozdane = «κάτοικοι του δάσους» ή μέρος με σίδηροg(v)ozd πρβ. Καβόσδα .

2) Γρεβενά. «βραχοράχη» εκ του greben.

3)Κίσσαβος. «βουνό της βροχής» εκ του kiša (η ανατολική πλαγιά του βουνού εμφανίζει συχνή βροχόπτωση).

4) Μέτσοβο [Mečkovo] «Αρκουδότοπος» εκ του mečka = αρκούδα. Λ.χ. Mečkovac.

5) Ζαβέρδα [Zabrdo] = «μετά το βουνό» λ.χ. Zabrdani, Zbrđe, Zabrdica

6) Ζητούνι (παλιό όνομα Λαμίας) = žitnica = σιτοβολώνας

7) Δoμβραίνα = βελανιδότοπος, άλσος (dǫbŭ) λ.χ. Dubrovnik, Dubrava κλπ.

8) Τρίπολις = Δρομπόγλιτσα < Dǫbrovljica = βελανιδότοπος λ.χ. Dubrovytsia

9) Καμινίτσα = «μικρή πέτρα» λ.χ. Kamenitsa

10) Ζάτουνα = «μέρος που πλημμυρίζει με νερό» εκ του σύνθετου ρήματος za-tonǫti = «καταβυθίζομαι» λ.χ. zaton, Zaton, Zatonje, Zatonie

11) (N)Αβαρίνο = μέρος με σφενδάμια (J)avorina λ.χ .Javorina,  Javornik, Javornice

12) Νεζερός, Νεζεροχώρια, Οζερός = (j)ezero = λίμνη λ.χ. Εζερίται.

13) Βιρός,Βυρός κλπ. = απότομη πτώση ποταμού, ρουφήκτρα, βαθιά νερά λ.χ. vir, Lepenski Vir

14) Βερβίτσα, Βαρβίτσα, Βέρβαινη κλπ «μέρος με ιτιές»: vrba, Vrbice, Varbitsa

15) Μπουκοβίνα = «μέρος με οξυές» buk/bukva λ.χ. Bukovina.

16) Ζάλογγο = «μετά το δάσος», «λόγγος» < lǫgŭ ~ Zalug, Zalog

17) Γρανίτσα = «σύνορο» granica

18) Γάβροβο, Γαυρολίμνη κλπ. gabăr=«καρπίνους, γαύρος/γάβρος» λ.χ. Gabrovo.

19) Αμπλάς και ομπλός = πηγή.  Η πρωτοσλαβική λέξη *vǫb(ŭ)lŭ = πηγή επιβιώνει στο βουλγαρικό vъbъl και στο σερβο-κροατικό ubao.  Σε ορισμένες ελληνικές επιχωρικές διαλέκτους απαντά η λέξη αμπλάς = πηγή. Τοπωνυμικά συναντούμε τον Βόμπλο Ιωαννίνων (Vasmer #33), την πηγή Άμπλας κοντά στο Καρπενήσι, την Άμπλιανη Ευρυτανίας (vasmer #1), στην Μονή Ομπλού Αχαΐας (vasmer #67) και τον χείμαρρο Ομπλό του Ενιπέα (Λεστινίτσα = «φουντουκιώτικος» όπως Leština και Lešnica) Ηλείας. Στα βορειοδυτικά της Καστοριάς υπάρχει το τοπωνύμιο Βαμπέλι. Νυν σλαβικοί τοπωνυμικοί συγγενείς είναι το τσεχικό Ublo και το Ubli («Πηγές») του Μαυροβουνίου.

20) Χέλμος, Χέλμη, Χλουμούτσι, Χλωμός κλπ. Εκ του σλαβικού χŭlmŭ = «λόφος, ύψωμα, βουνό», με τη σειρά του γερμανικό δάνειο (*hulmaz) στην πρωτο-σλαβική. Η ΠΙΕ ρίζα *kelh1- «ψηλά» έχει δώσει συν τοις άλλοις το αγγλικό hill = λόφος, το λιθουανικό kalnas = «βουνό», τα λατινικά collis = λόφος,  columen = κορυφή και columna και, φυσικά, τα ελληνικά κολωνός, κολοφών = «ύψωμα, λόφος» και κολώνη.

Στις σημερινές σλαβικές γλώσσες επιβιώνει στο σερβο-κροατικό hum (και τοπωνυμικά εδώ) , στο βουλγαρικό хълм και στο ρωσικό холм.

Χλουμούτσι (κάστρο πάνω σε λόφο) και Χέλμη Ηλείας (Vasmer #33,34)

Χελμός (παραδοσιακό όνομα των Αροανίων ορέων, Vasmer #94)

Χέλμος Λακωνίας (Vasmer #80), Χελμός Αρκαδίας (Vasmer #92),

Χλωμός Φθιώτιδος (Vasmer #54,55)

Χλωμός Φωκίδος (Vasmer #44)

Χλωμός Ιωαννίνων (Vasmer #332)

21) O «Σοποτός» και το «Ποτόκι». Το πρώτο σημαίνει «πηγή» και απαντά σε τοπωνύμια όπως το Σοπωτό Αχαΐας και από αυτά που κατέγραψε ο Vasmer: Σιοποτό Ιωαννίνων, Σιόποτο Άρτας, Σοποτόν Περραιβίας (Ελασσόνα) κλπ. Για τη σημασία και τα σημερινά αδελφάκια των παραπάνω τοπωνυμίων παραθέτω το λήμμα της Βικιπαίδειας Sopot:

Sopot is an old Slavic word which means “spring” (source). It is the name of several other places:

Το δεύτερο σημαίνει «ρυάκι» (potok) και είναι σύνθετο σε po- της ΙΕ ρίζας *tekw- «ρεώ» (λ.χ. σερβο-κροατικό *tekw-ti > tekti > teći). Μια λίστα με το τοπωνύμιο Potok στον τωρινό σλαβικό κόσμο μπορείτε να δείτε εδώ. Σύμφωνα με τον Λιθοξόου 9 «Ποτόκια» υπάρχουν στο μικροτοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου:

Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [GeorgacasMcDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Έλληνες, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάτε σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Έλληνες μια άγνωστη λέξη.

Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη “Obor” των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

22) Βογατσικό (Bogacko). Το τοπωνύμιο σημαίνει «πλούσιο,αρχοντικό» και παράγεται από τη σλαβική λέξη bogat = «πλούσιος». Στο άρθρο της ελληνικής βικιπαίδειας για το Βογατσικό μπορείτε να δείτε το θέατρο σκιών «Ο Vonko σλαβοφοβικός παρετυμολόγος». Ορίστε η γνώμη του Vasmer και το ακριβώς ομόηχο τοπωνύμιο Bogacko στην Πολωνία.  Ήθελα να ξέρω για το γειτονικό Labanovo (με μετάθεση υγρού από το Albanovo = «Αλβανοχώρι», όπως Αλβανία > Labëria , Albanište >Labunište και dolboka > dlaboka = «βαθιά») τι παρετυμολογίες έχουν σκαρφιστεί.

(συνέχεια στο μέρος #5)

47 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Σλαβικές γλώσσες