Tag Archives: εθνολογικά

Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου #2

Μετά την πρώτη εισαγωγική ανάρτηση στο θέμα της Σύντομης Ιστορίας του πατριάρχη Νικηφόρου, στη σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω τον εθνολογικό σχολιασμό, τον οποίο θα ολοκληρώσω στην επόμενη ανάρτηση. Continue reading

Advertisements

3 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην ιστορία του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη #1

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη με θέμα τον εθνολογικό σχολιασμό της «Οικουμενικής Ιστορίας» του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη, η οποία έχει ως θέμα τα γεγονότα της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.). Θα παραθέσω το κυρίως εθνολογικό μέρος στην δεύτερη ανάρτηση της σειράς. Continue reading

5 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου #3: εθνολογικά

Η σημερινή ανάρτηση θα συνεχίσει το εθνολογικό θέμα της προηγούμενης ανάρτησης. Αφού έδειξα την γενική -και τυπική «βυζαντινή»- διάκριση του κόσμου σε Ρωμαίους και βάρβαρους/Σκύθες, θα περάσω τώρα σε μερικά πιο ειδικά θέματα.

Εθνοτικές ομάδες της Ρωμαϊκής επικράτειας

Ο Λέων είναι ίσως ο πρώτος βυζαντινός ιστορικός που κάνει χρήση της εθνοτικής/εθνικής Ρωμαϊκής ταυτότητας. Ο Ρωμαϊκός στρατός ή, κατά τον Λέοντα, η «Ρωμαϊκή αιχμή», δεν αποτελείται μόνο από Ρωμαίους, αλλά και από Αρμένιους.

Κατά την κρητική εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά ο Λέων περιγράφει μία αιφνιδιαστική επίθεση στην οποία η «Ρωμαϊκή αιχμή» κατέσφαξε 40.000 βάρβαρους (Άραβες Κρήτες, σίγουρα υπερβολικός/«φουσκωμένος» ο αριθμός). Στην συνέχεια ο Φωκάς διέταξε τους άνδρες του να κόψουν τα κεφάλια τα νεκρών βαρβάρων και να τα καρφώσουν στα δόρατά τους, λέγοντας πως θα πλήρωνε ένα αργύριον για κάθε κομμένο κεφάλι. Σκοπός του μαζικού αυτού αποκεφαλισμού ήταν να δείξουν στους Άραβες που ακόμα κρατούσαν τον ευερκή Χάνδακα τα κεφάλια των «συγγενών και ομοεθνών τους», για να τους προκαλέσουν φρίκη και να ρίξουν το ηθικό τους κατά την πολιορκία. Τότε ο Λέων προσθέτει πως «τὸ τῶν Ἀρμενίων στῖφος» (δηλαδή τα Αρμενικά στρατεύματα) έδειξε την μεγαλύτερη προθυμία σε αυτό το έργο.

[1.7] ἀκονιτὶ οὖν ἐν μικρᾷ χρόνου ῥοπῇ τὸ τῶν τεττάρων μυριάδων τῶν βαρβάρων ἡβηδὸν παραπώλετο πλῆθος, ἔργον γεγονὸς αἰχμῆς Ῥωμαϊκῆς. Ἀλλὰ τῷ τοιούτῳ καινῷ τροπαίῳ ἕτερον ὁ στρατηγὸς ἐξήρτυε τρόπαιον. Τοῦ γὰρ πεσόντος πλήθους τὰς κάρας ἐκτεμεῖν διωρίσατο, καὶ ταύτας ταῖς πήραις ἐνθέντας μετακομίσαι πρὸς τὸ στρατόπεδον. Μισθὸν δὲ τῷ κάραν κομίζοντι δίδοσθαι διεβεβαιοῦτο ἀργύριον. Τοῦτο τὸ δόγμα ἀσμένως δεξάμενος ὁ στρατός, καὶ μάλιστα τὸ τῶν Ἀρμενίων στῖφος, τὰ βαρβαρικά ἐναπέτεμε κάρηνα καὶ ταῖς πήραις ἀπέθεντο.

[1.8] τοὺς δὲ Κρῆτας, τὴν επίστιχον τῶν δοράτων τάξιν καὶ τὰς ἐπ΄αὐτῶν ἐμπεπαρμένας κὰρας ἀθρήσαντας, τὰς δὲ κατὰ τὸ ἄστυ ἐκσφενδονωμένας καὶ ταῖς ἐπάλξεσι προσαρασσομένας τοῦ ἄστεος, καὶ ταύτας τῶν ὁμοεθνῶν καὶ συγγενῶν εἶναι ἀκριβῶς ἐπιφρασαμένους, φρίκη μὲν ἐκ τοῦ εὐθέος καὶ ἀλλοίωσις ᾕρει φρενῶν,

Σε αυτό το χωρίο, ο Ρωμαϊκός στρατός/η Ρωμαϊκή αιχμή διαιρείται σε Αρμένιους και λοιπούς που δεν κατονομάζονται.

Ότι η πλειοψηφία των «λοιπών» είναι εθνοτικοί Ρωμαίοι φαίνεται από ένα άλλο χωρίο λίγο παρακάτω. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Κρήτης, ο Φωκάς εγκατέστησε στη νήσο “charter groups” (μειονότητες με κοινωνική επιρροή) για να επιταχύνει τον επανεκρωμαϊσμό της Κρήτης. Τότε ανέλαβε δράση στη μεγαλόνησο και ο «Νίκων ο μετανοείτε» που προσηλύτισε πολλούς μουσουλμάνους στον Χριστιανισμό. Ο Λέων ονομάζει αυτά τα charter groups «φατρίες Αρμενίων, Ρωμαίων και σύγκλυδων ανδρών».

[2.8] καὶ τὴν νῆσον ἐξημερώσας ἅπασαν, Ἀρμενίων τε καὶ Ῥωμαίων καὶ συγκλύδων ἀνδρῶν φατρίας ἐνοικισάμενος, καὶ πυρφόρους τριήρεις ἐς φυλακὴν ταύτης καταλιπὼν, αὐτὸς τὴν λείαν καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἀνειληφώς, ἀνέπλει πρὸς τὸ Βυζάντιον.

Στο παραπάνω χωρίο, λοιπόν, οι φατρίες εποίκων διαιρούνται σε Αρμένιους, Ρωμαίους και σύγκλυδες άνδρες. Ο όρος «σύγκλυδες» κυριολεκτικά σημαίνει «ετερογενείς άνθρωποι που ξεβράστηκαν (κλύδων = κύμα, κλύζω) μαζί από το κύμα στην ίδια ακτή». Με άλλα λόγια, ο Λέων εδώ μας λέει ότι ο Φωκάς εγκατέστησε στην Κρήτη φατρίες «Ρωμαίων, Αρμενίων και πληθυσμούς ποικίλης άλλης καταγωγής». Είναι ξεκάθαρο ότι αυτές οι πληθυσμιακές κατηγορίες είναι εθνοτικές ομάδες (ethnic groups) και έτσι κατανοούν το χωρίο οι μεταφραστές Talbot & Sullivan αν και τους δυσκόλεψε λίγο η φράση «σύγκλυδες ἀνδρες». Ωστόσο, παραθέτουν την -ορθή κατά τη γνώμη μου- ερμηνεία του Τσουγκαράκη της φράσης ως «πληθυσμοί από ποικίλες άλλες εθνοτικές ομάδες ~ από διάφορες άλλες “φυλές”».

sunkludes

Ποιοι μπορεί να ήταν οι «σύγκλυδες άνδρες»; Εδώ μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε από την στιγμή που ο Λέων δεν μας εξηγεί, αλλά γνωρίζουμε ότι στην εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά το 961 υπήρχαν και Σκλαβησιανοί από το θέμα του Οψικίου (Σλάβοι από την Βουλγαρία που στα μέσα του 8ου αιώνα πήραν την άδεια των Βυζαντινών να εγκατασταθούν στην περιοχή του Οψικίου που ονομάστηκε «Σκλαβησία»). Στην αποτυχημένοι εκστρατεία ανάκτησης της Κρήτης του 911 συμμετείχαν και 5000 Μαρδαΐτες ναυτικοί.

sunkludes2

Αυτό που έχει σημασία σ΄αυτό το χωρίο του Λέοντα είναι πως ο όρος «Ρωμαίος» ΔΕΝ έχει «μόνον πολιτική σημασία» και πως «Ρωμαίος» ΔΕΝ είναι «απλά και μόνο ο χριστιανός υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων».

Ο Λέων μας παραθέτει δύο στοιχεία που διαφοροποιούν τους Αρμένιους από τους εθνικούς/εθνοτικούς Ρωμαίους: η Αρμενική τους γλώσσα και η ανατολική ακριτική περιοχή στην οποία κατοικούν.

Ο Λέων μας πληροφορεί ότι το επώνυμο Τσιμισκής προέρχεται από ένα πρόσρημα (παρατσούκλι) «τῆς Ἀρμενίων διαλέκτου» και «εἰς τὴν Ἑλλάδα μεθερμηνευόμενον» σημαίνει «Μουζακίτσης». Ωστόσο, ο Λέων -μάλλον- κάνει λάθος και κατανοεί το «μουζακίτσης» ως «κοντός» (βραχύτατος γὰρ τὴν ἡλικίαν τελῶν), ενώ είναι πιθανότερο ο όρος να σχετίζεται με τα «μουζάκια» (= σανδάλια που φορούσαν οι λιγότερο εύποροι στρατιώτες, λ.χ. caligae > Caligula).

[5.9] καὶ περὶ τῶν τῷ Ἰωάννῃ πραχθέντων, ὃς κατ΄ἐπίκλησιν Τζιμισκῆς ἐκαλεῖτο. Τοῦτο δὲ τὸ τῆς Ἀρμενίων διαλέκτου πρόσρημα ὂν, εἰς τὴν Ἑλλάδα μεθερμηνευόμενον μουζακίτζην δηλοῖ. Βραχύτατος γὰρ τὴν ἡλικίαν τελῶν ἐπωνυμίων ταύτην ἐκτήσατο,

Εδώ η «Ἑλλάς γλῶσσα» (= Ελληνική, ορισμός Ι.8 και ΙΙ) είναι η δημώδης Ελληνική και όχι η αρχαΐζουσα/αττικίζουσα Ελληνική των λογίων, στην οποία ο «αγροικικός, χυδαίος» όρος «μουζακίτσης» δεν είχε καμία θέση. Αυτήν την δημώδη Ελληνική γλώσσα ο Λέοντας αλλού την ονομάζει «κοινή διάλεκτο» και γράφει πως αυτοί που μιλάνε αυτήν την «ἰδιώτιδα/χυδαία» γλώσσα διακατέχονται από «ἀγροικική ἱδιωτεία».

[4.6] ἐς τοὺς Ταυροσκύθας ἐξέπεμψεν, οὓς ἡ κοινὴ διάλεκτος Ῥῶς εἴωθεν ὀνομάζειν,

[7.6] Ὠηλέοντα, πρὸς δὲ τῆς ἀγροικικῆς ἰδιωτείας κεκλῆσθαι Γωλέοντα.

Επομένως, οι Αρμένιοι μιλάνε την «τῶν Ἀρμενίων διάλεκτον» (Αρμενική γλώσσα) και οι εθνοτικοί/εθνικοί Ρωμαίοι μιλάνε την δημώδη «Ἑλλάδα» γλώσσα.

Το άλλο στοιχείο που μας παραθέτει ο Λέων γι΄αυτούς τους Αρμένιους είναι ότι η περιοχή τους βρίσκεται ανατολικά της Λάπαρας/Λυκάνδου. Για το πεδίο της Λάπαρας (κοντά στο φρούριο Λύκανδος) όπου ο αποστάτης Βάρδας Σκληρός νίκησε τα νομιμόφρονα στρατεύματα που στάλθηκαν εναντίον του, ο Λέων γράφει πως βρισκόταν πάνω στο «μεθόριον» των χώρας των Αρμενίων.

[10.7] Βάρδας Μάγιστρος, ὁ κατ΄ἐπωνυμίαν Σκληρός, […] ὅτε κατὰ τὴν Λάπαραν τὸ πεδίονμεθόριον δὲ τοῦτο τῆς χώρας τῶν Ἀρμενίων– ἡ μάχη συνεκροτεῖτο,

Αυτή η «χώρα των Αρμενίων» ήταν χονδρικά η αραβο-βυζαντινή παραμεθόριος ανατολικά από την οροσειρά του Αντίταυρου. Το μικρό αρμενικό θέμα της Λυκάνδου, ειδικότερα, δημιουργήθηκε λίγο πριν το 910, όταν ο Αρμένιος Μελίας/Mleh (Mleh-mec = Μλέχ ο Μέγας αρμενιστί) εγκατέστησε πολλούς Αρμένιους στην περιοχή αναλαμβάνοντας την υπεράσπισή της.

Lapara

Ο Άραβας γεωγράφος Al-Muqaddasi γύρω στο 985 έγραψε ότι το όρος Αμανός μεταξύ της Αντιόχειας και του κόλπου της Αλεξανδρέττας κατοικούνταν αποκλειστικά από Αρμένιους. Εκεί αργότερα θα προκύψει το βασίλειο της Κιλικιακής Αρμενίας.

Byz-Arm-expansion-10th

Ο Ιωάννης Τσιμισκής είχε αρμενική καταγωγή από τον πατέρα του που ανήκε στην «λαμπρότατη» στρατιωτική φάρα των Κουρκούων. Η μητέρα του ήταν αδελφή του Νικηφόρου Φωκά. Η εκ πατρός πατρίδα του Τσιμισκή ήταν το θέμα των Αρμενιακών στο οποίο και προσέφερε φοροαπαλλαγή όταν ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

[6.5] [Ἐκ] λαμπροτάτου γὰρ γένους ὁ Ἰωάννης κατήγετο, πρὸς μὲν πατρὸς εὐγενὴς τῶν ἀφ΄ἡλίου ἀνατολῶν, ἐκ δὲ μητρὸς ἀνεψιὸς Νικηφόρου τοῦ αὐτοκράτορος. […] φόρων τε ἀτέλειαν τῷ τῶν Ἀρμενιακῶν θέματι παρέσχεν. Ἐκεῖθεν γὰρ ὥρμητο.

Ο «ἐκ γένους προσήκων τῷ βασιλεῖ» Ιωάννης Κουρκούας ακολούθησε τον Τσιμισκή στην εκστρατεία για την εκδίωξη των Ρως από την «Μυσία» (Βουλγαρία) και, σύμφωνα με τον Λέοντα, έγινε «θυμοῦ βαρβαρικοῦ παρανάλωμα» (έπεσε από το άλογό του και κατασφάχτηκε από τους Σκύθες) λόγω Θείας Δίκης, επειδή είχε «κεραΐσει» (λεηλατήσει) πολλούς «σηκούς» (ναούς, κυριολεκτικά «μαντριά ποιμνίων») της Μυσίας.

[9.5] Ἰωάννης δὲ ὁ Κουρκούας καὶ Μάγιστρος, ἐκ γένους προσήκων τῷ βασιλεῖ, […] ἵππου ἐπιβὰς […] ἤλαυνε κατ΄αὐτῶν. […] Οἱ δὲ Σκύθαι, ἀριπρεπῆ πανοπλίαν ἰδόντες, […] δόξαντες αὐτὸν ἐκεῖνον εἶναι τὸν αὐτοκράτορα, ἀθρόως περιδραμόντες αὐτοῖς ὅπλοις τοῦτον τοῖς ξίφεσι καὶ πελέκεσι κατεμέλισαν ἀπηνῶς. […] Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν Ἰωάννης ὁ Μάγιστρος ἀπηνέγκατο τὰ ἐπίχειρα, ὧν εἰς τοὺς θείους πεπαρῳνήκει σηκοὺς, θυμοῦ βαρβαρικοῦ γεγονὼς παρανάλωμα. Λέγεται γὰρ πολλοὺς τῶν κατὰ Μυσίαν κεραΐσαι, καὶ τὰ τούτων ἔπιπλα καὶ σκεύη τὰ ἱερὰ εἰς ἰδιωτικὰ μετασκευάσαι κειμήλια.

Την περίοδο που ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν στην Κωνσταντινούπολη με τα στρατεύματά του για να στεφθεί επίσημα αυοκράτορας, ο Λέων αναφέρει καβγάδες μεταξύ «Αρμενίων» και «Βυζαντίων/αστικών», ενώ άλλες πηγές αναφέρουν καβγάδες μεταξύ «Αρμενίων» και «πλωίμων» (ναυτών) στα λιμάνια της Κωνσταντινούπολης. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτές οι αναφορές σε «Αρμένιους» είναι για «τωόντι Αρμένιους» ή πρόκειται για κων/πολίτικο παρατσούκλι εν γένει για τα ανατολικά στρατεύματα του Φωκά (τα οποία σαφώς περιείχαν και τωόντι Αρμένιους, λ.χ. «τὸ τῶν Ἀρμενίων στῖφος» του στρατού στην Κρήτη που αναφέρθηκε παραπάνω).

[1.7] διαμάχη τις μεταξύ Βυζαντίων καὶ Ἀρμενίων συνέβαινεν, ὡς πολλοὺς πρὸς τῶν Ἀρμενίων τρωθῆναι τῶν ἀστικῶν. Ἄρτι δὲ πρὸς ἑσπέραν ἐπὶ τὰ ἀνάκτορα τοῦ βασιλέως ἐλαύνοντος, ὕβρεσι κἀκ τοῦ ἀναφανδὸν ἐχρῶντο Βυζάντιοι.

Armenians

Ένα άλλο ενδιαφέρον εθνολογικά πρόσωπο είναι ο Βασίλειος Λεκαπηνός ο Νόθος/Παρακοιμώμενος. Ήταν ευνούχος/εκτομίας, νόθος γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού και είχε «ἐπίμικτον τὸ γένος» επειδή ήταν «υἱὸς ἐκ Σκυθίδος» του Λεκαπηνού. Κατάφερε να παραμείνει στα παρασκήνια της βυζαντινής κυβέρνησης παρά την αλλαγή πέντε αυτοκρατόρων, ήταν ο κύριος συνομιλητής του Λιουτπράνδου της Κρεμόνας κατά την δεύτερη επίσκεψη του τελευταίου στην Κωνσταντινούπολη, μάλλον ήταν εμπλεγμένος στην δηλητηρίαση του Ιωάννη Τσιμισκή και ο Βασίλειος Β΄ αναγκάστηκε να τον εξορίσει το 985, για να μπορέσει να αναλάβει πλήρως την εξουσία.

[3.7] ἐκ τούτου παρρησίαν ὁ Βασίλειος εἰληφώς, ὃς ἐκτομίας μὲν ἦν καὶ τῷ τοῦ παρακοιμωμένου καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῶν τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου καιρῶν ἐνδιέπρεψεν ἀξιώματι, νόθος υἱὸς ἐκ Σκυθίδος τῷ παλαιοτάτῳ αὐτοκράτορι Ῥωμανῷ γεννηθεῖς, δραστήριος δὲ, καὶ τὸ παριστάμενον αὑτῷ εἰς ἔργον ἐξενεγκεῖν προμηθέστατος, ἅτε τὸ γένος ἔχων ἐπίμικτον.

[6.1] οἷς ἐκ τοῦ διαστήματος ἐφείπετο Βασίλειος ὁ Νόθος, Ῥωμανοῦ τοῦ πάλαι αὐτοκράτορος ἐκ Σκυθίδος υἱὸς, τῷ τοῦ προέδρου ἐκδιαπρέπων ἀξιώματι.

Ο Λέων και οι Έλληνες

Η στάση του Λέοντα για τους «Ἕλληνες» (αρχαίοι πολυθεϊστές) και την «θύραθεν/ἔξωθεν» Ελληνική παιδεία είναι τυπικά Χριστιανική και Ρωμαϊκή. Η Ελληνική παιδεία αντιπαραβάλλεται ως «θύραθεν» στην «θεία και ημέτερη» (Χριστιανική) παιδεία, όταν ο Λέων γράφει πως ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Β΄ (970-976) από την Κολώνεια κατείχε στο έπακρο την δεύτερη και ελλιπώς την πρώτη. Αντίθετα, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πολύευκτος που τον έχρισε «τὴν γνῶσιν τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης σοφίας καὶ ἐπιστήμης, εἰς ἄκρον ἐξήσκησε». Σε αυτόν το αντιθετικό ζεύγος «θύραθενημέτερη και θεία» (παιδεία) παρουσιάζεται ως «ανθρώπινηθεία» (σοφία/επιστήμη).

[6.6] ἦλθεν ὁ ἐκ Κολωνείας Θεόδωρος, ἀνὴρ ἐξ ὀνύχων τὸν ἐρημικὸν καὶ ἀπράγμονα βίον αἱρετισάμενος, καὶ πολλοῖς ἱδρῶσιν ἀσκητικοῖς τὸ σαρκίον καταδαμάσας. Τρίχινον γὰρ ῥάκος ἐνδιδυσκόμενος, […] τοῦτον τῷ Βυζαντίῳ τότε παρουσιάζοντα ὁ Ἰωάννης προσάγει τῷ Πολυεύκτῳ. Ὁ δὲ, ἅμα τοῖς ἐνδημούσι τῶν ἐπισκόπων τὸν ἄνδρα ἐξητακὼς, ἐφευρών τε τὴν μὲν θύραθεν παιδείαν οὐ πάνυ ἠκριβωκότα, τήν γε μὴν θείαν καὶ ἡμετέραν ἐξησκημένον φιλοτιμότατα, χρίει αὐτὸν πατριάρχην ἈντιοχείαςὉ δὲ Πολύευκτος, μικρὰς ἡμέρας ἐπιβιοὺς μετὰ τὴν Θεοδώρου προχείρισιν, […] καὶ τὴν γνῶσιν τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης σοφίας και ἐπιστήμης, ἣνεἰς ἄκρον ἐξήσκησε.

Με αφορμή έναν σεισμό στην Κλαυδιούπολη της Γαλατίας, ο Λέων συζητάει τα αίτια του σεισμού (ἔνοσις, κλόνος) απορρίπτοντας την «εἰκαιομυθία» (= παπαρολογία, εἰκαῖος = άσκοπος, άχρηστος) των Ελλήνων/μαθηματικών και προτιμώντας να συμβαδίσει με τον θείο Δαβίδ στην ερμηνεία του σεισμού ως «επισκοπή» (= επίσκεψη) του Θεού στην γη.

[4.9] Κλαυδιούπολιν τε, τὸ εὐδαιμονέστατον χωρίον τῶν Γαλατῶν, τότε συνέβη, κατεριπωθεῖσαν ἐκ τῆς ἀνυποστάτου κινήσεως καὶ ἐνόσεως, αἰφνίδιον τῶν οἰκητόρων τάφον γενέσθαι, […] Αἴτιον δὲ τῆς τοσαύτης ἐνόσεως καὶ κινήσεως ἀτμοὺς μὲν οἱ μαθηματικοὶ καὶ ἀναθυμιάσεις μυθολογοῦσι τινας, […] ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἡ τῶν Ἑλλήνων εἰκαιομυθία πρὸς τὸ ταύτῃ δοκοῦν ἐξηγήσατο. Ἐγὼ δὲ τῷ θείῳ Δαβίδ συνεπόμενος, ἐπισκοπῇ φαίην τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τὸν τοσοῦτον κλόνον ἐγγίνεσθαι,

Για να δικαιολογήσει την πεποίθησή του ότι η εμφάνιση κομήτη είναι κακός οιωνός, περιγράφει μια σκηνή της Ιλιάδος όπου, μετά την εμφάνιση ενός «αστέρα», η Τρωϊκή φάλαγγα τρέπεται σε φυγή από τους Αχαιούς. Συνεχίζει λέγοντας «αλλά και στην ιστορία των Ρωμαϊκών πολέμων όποιος ψάξει, θα διαπιστώσει ότι συνέβη πολλές φορές, κάθε φορά που συνέβη επίσκεψη του «φάσματος», να συνοδεύεται από ανδροκτασία».

[10.8] Τεκμήριον τοῦτο σαφὲς ὁ ἐπὶ τῆς Τρωϊκῆς πληθύος κατενεχθεὶς ἀστὴρ, ὁπηνίκα Πάνδαρος τῷ Μενελάῳ ἐπετοξάζετο. Ἐκεὶ γὰρ αὐθημερὸν ἡ Τρωϊκὴ φάλαγξ πρὸς τῶν Ἀχαιῶν εἰς φυγὴν ἀγεννῆ συνεκλείετο. Καὶ ὲπὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν δὲ πολέμων εὕροι τις ἄν, τὴν ἱστορίαν μετιὼν, τὸ τοιοῦτον πολλάκις συμβὰν, καὶ τὸ στράτευμα διαφθαρὲν, ἵνα τὸ φάσμα ἐπέσκηψεν.

Τα Τρωικά εδώ αντιπαραβάλλονται στην [δικής μας] Ρωμαϊκή ιστορίας, αλλά πότε ξεκινάει η τελευταία; Ο Λέων δεν εξηγεί αναλυτικά. Πάντως, οι «πάλαι Ρωμαίοι» που προστάτευαν την «Πρεσβυτέρα Ῥώμη» με το σθένος τους, αναφέρονται ως «σκέτοι» Ρωμαίοι, όπως και οι «νῦν» Ρωμαίοι. Από εκεί και μετά, όταν ο Τσιμισκής φτάνει στην Αδριανούπολη και στο Δορύστολον για να πολεμήσει τους «Σκύθες» Ρως, ο Λέων θυμάται τους πάλαι Ρωμαίους αυτοκράτορες Αδριανό και Μεγάλο Κωνσταντίνο που, πολεμώντας τους «Σκύθες», ο μεν πρώτος μετονόμασε την «Ορεστιάδα» (που υποτίθεται ότι πήρε το όνομά της από τον Ορέστη) σε Αδριανούπολη, ο δε δεύτερος ίδρυσε το Δορύστολον (κάτι που δεν έκανε, γιατί το Durostorum προϋπήρχε του Κωνσταντίνου και ο δεύτερος όταν πολεμούσε τους «Σκύθες» Γότθους το 328 έχτισε την γέφυρα του Δούναβη στον Οίσκο).

[4.1] ἀπεκρούσθη δὲ οὐχὶ Βαβυλῶνος, ἣν ἡ Σεμίραμις ἑπτὰ περιβόλοις ὠχύρωσεν· ἢ τῆς πρεσβυτέρας Ῥωμής, τὸ τῶν Ῥωμαίων σθένος ἥν περ ἐπολίσατο· ἢ τῶν τῆς Ἰουδαίας τειχῶν […] ἀλλὰ Ταρσοῦ.

[8.2] Ἰωάννης δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, τοῦ Βυζαντίου ἀπάρας, ἐς τὴν Ἀδριανοῦ σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι παραγίνεται. Ἣν Ὀρέστην φασὶ πολίσαι τὸν τοῦ Ἀγαμέμνονος, ὅτε τὸν πλάνον ὑπέστη μετὰ τὴν ἀναίρεσιν Κλυταιμνήστρας, τῆς ἰδίας μητρός· ἐξ ἐκείνου τε Ὀρεστιάδα κεκλῆσθαι τὸ πρότερον. Ἀδριανὸν δὲ αὖθις τὸν αὐτοκράτορα, Σκύθαις μαχόμενον, ἁλῶναι τε τῇ θέσει τῆς χώρας, καὶ ταύτην ἐχυροῖς περιβόλοις τειχίσαι, καὶ Ἀδριανοῦ ὀνομάσαι.

[8.8] πανστρατὶ [ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης] ἐπὶ τὸ Δορύστολον ἴετο. Ὅπερ Κωνσταντῖνος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν ἀοίδιμος, ἐκ βάθρων ἐδείματο, καὶ εἰς ὃ νῦν ὁρᾶται κάλλος καὶ μέγεθος ἤγειρεν […] Σκύθας δεσμενῶς ἀντιτεταγμένους αὐτῷ καὶ μανικῶς ὁρμῶντας κατεπολέμησε.

Αν υπάρχουν κάποιοι «Ἕλληνες» στην ιστορία του Λέοντα, αυτοί είναι οι «Σκύθες» Ρως που τελούν «ελληνικές θυσίες» και «ελληνικά όργια», τα οποία έμαθαν είτε από τους φιλοσόφους «τους» Ανάχαρσι και Ζαλμόξι είτε από τους εταίρους του Αχιλλέα (Μυρμιδόνες). Στην συνέχεια ο Λέων εξηγεί γιατί κατά την γνώμη του ήταν αληθείς οι φήμες (ανύπαρκτες στην πραγματικότητα) που ήθελαν τον Αχιλλέα Σκύθη εξορισμένο από την Σκυθία που εγκαταστάθηκε αργότερα στην Φθία.

Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για τον Σκύθη Αχιλλεα και τους Ρωσοβούλγαρους Μυρμιδόνες του.

[9.6] Λέγεται γὰρ Ἑλληνικοῖς ὀργίοις κατόχους ὄντας [τους Σκύθας/Ρως], τὸν Ἑλληνικὸν τρόπον θυσίας καὶ χοὰς τοῖς ἀποιχομένοις τελεῖν, εἴτε πρὸς Ἀναχάρσεως ταῦτα καὶ Ζαμόλξιδος, τῶν σφετέρων φιλοσόφων, μυηθέντες, εἴτε καὶ πρὸς τῶν τοῦ Ἀχιλλέως ἑταίρων. Ἀρριανὸς γὰρ φησιν ἐν τῷ Περίπλῳ, Σκύθην Ἀχιλλέα τὸν Πηλέως πεφηνέναι, ἐκ τῆς Μυρμηκιῶνος καλουμένης πολίχνης, παρὰ τὴν Μαιῶτιν λίμνην κειμένης. Ἀπελασθέντα δὲ πρὸς τῶν Σκυθῶν διὰ τὸ ἀπηνές, ὠμὸν, καὶ αὔθαδες τοῦ φρονήματος, αὖθις Θετταλίαν οἰκῆσαι. Τεκμήρια τοῦ λόγου σαφῆ ἥ, τε τῆς ἀμπεχόνης σὺν τῇ πόρπῃ σκευὴ, καὶ ἡ πεζομαχία, καὶ ἡ πυρσὴ κόμη, καὶ οἱ γλαυκιῶντες ὀφθαλμοὶ, καὶ τὸ ἀπονενοημένον, καὶ θυμοειδὲς, καὶ ὠμὸν. Ἃ καὶ ὀνειδίζων Ἀγαμέμνων ἐπέσκωπτεν, οὑτωσὶ λέγων: «Αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη, πόλεμοι τε, μάχαι τε». Φόνῳ γὰρ εἰσέτι καὶ αἵματι τὰ νείκη Ταυροσκύθαι διακρίνειν εἰώθασιν. Ὅτι δὲ τὸ ἔθνος ἀπονενοημένον, καὶ μάχιμον, καὶ κραταιὸν, πᾶσι τοῖς ὁμόροις ἐπιτιθέμενον ἔθνεσι, μαρτυροῦσι πολλοί, καὶ ὁ θείος δὲ Ἰεζεκιὴλ, μνήμην τούτου ποιούμενος, ἐν οἷς ταῦτα φησιν: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σὲ τὸν Γὼγ καὶ Μαγὼγ, ἄρχοντα Ῥώς». Ἀλλ΄ ἀπόχρη μὲν ταῦτα περὶ τῶν Ταύρων ἐναγισμῶν.

Σημειώνω μόνο τα κατά Λέοντα «σαφή τεκμήρια» που «δείχνουν» την Σκυθική καταγωγή του Αχιλλέα:

  1. Ενδυμασία
  2. Πεζομαχία (οι «Σκύθαι»/Ρως είναι «πεζομαχοῦν ἔθνος ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδός»)
  3. Πυρσή κόμη και γλαυκιώντες οφθαλμοί (ξανθά μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια)
  4. Απηνές, Ωμό, Αύθαδες, Απονενοημένο και Θυμοειδές Φρόνημα

Πολεμική αντιπαράθεση Ρωμαίων και Σκυθών

Όταν πολεμούν οι Ρωμαίοι και οι «Σκύθες»/Ρως, συγκρούονται δύο διαφορετικές ιδεολογίες πολέμου που ο Λέων εξηγεί στο παρακάτω χωρίο που θα μεταφράσω:

[8.10] Τῶν δὲ στρατοπέδων εἰς χεῖρας ἀλλήλοις συναραχθέντων, καὶ σφοδρᾶς τῆς μάχης καταρραγείσης, ἱσοπαλὴς παρὰ τὰς πρώτας προσβολὰς ὁ ἀγὼν τέως ἐν ἀμφοτέροις ἐγίνετο. Ῥῶς μὲν γὰρ δεινόν που καὶ σχέτλιον τιθέμενοι, εἰ δόξαν παρὰ τῶν προσοίκων ἐθνῶν ἔχοντες, ἐν ταῖς μάχαις ἀεὶ τῶν ἀντιπάλων κρατεῖν, νῦν δὲ ὑπὸ Ῥωμαίων αἰσχρῶς ἡττηθέντες ταύτης ἐκπέσοιεν, ἐκθύμως διηγωνίζοντο. Ῥωμαίοις δὲ αἰδώς τις εἰσῃ ει καῖ νέμεσις, εἰ τὸ ἀντίξουν ἅπαν ὅπλοις καὶ τὴν σφῶν ἀρετῇ καταστρεφόμενοι, νῦν ἀπέλθοιεν, παρὰ πεζομαχοῦντος ἔθνους, ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότος, καταγωνισθέντες, ὥς τινες ἔργων μάχης ἀνάσκητοι, καὶ τοσοῦτον αὑτοῖς ἐν ἀκαρεῖ κλέος οἰχήσεται. Τὰς τοιάυτας δἠ δόξας παρ΄ἑαυτοῖς ἐντρέφοντα τὰ στρατεύματα θαρραλέως διηγωνίζοντο. Καὶ Ῥῶς μὲν τῇ συντρόφῳ θηριωδίᾳ καὶ τῷ θυμῷ στρατηγούμενοι, μετὰ ῥύμης κατὰ Ῥωμαίων ἐφήλλοντο, οἷον ἐνθουσιῶντες καὶ βρυχώμενοι. Ῥωμαῖοι δὲ μετ΄ἐμπειρίας καὶ τεχνικῆς ἐπιστήμης αὐτοῖς ἀντεπῄεσαν. Καὶ συχνοὶ παρ΄ἀμφοτέρων ἔπιπτον τῶν μερῶν, καὶ μέχρι μὲν δείλης βαθείας ἀμφιτάλαντος ἡ νίκη ἐδόκει, τῇδε κἀκεῖσε μεταφερομένης τῆς μάχης. Ἤδη δὲ τοῦ φωσφόρου καταφερομένου πρὸς δυσμὰς, τὴν ἵππον βασιλεὺς ἀνὰ κράτος αὐτοῖς ἐπιρράξας, ἐμβοήσας τε, Ῥωμαίους ὄντας ἐπὶ τῶν ἔργων τὴν σφῶν ἀρετὴν ἐπιδείκνυσθαι, τῶν ἀνδρῶν ἐπέρρωσε τὰ φρονήματα, ἐπέβρισαν γὰρ ἐκτὀπῳ φορᾷ, καὶ οἱ σαλπιγκταὶ τὸ ἐνυάλιον ἐπήλάλαξαν, καὶ βοή τις ἀθρόα παρὰ Ῥωμαίων ἤρθη. Σκύθαι δὲ, τὴν τούτων οὐκ ἐνεγκόντες ῥοπὴν, ἐς φυγὴν ἔκλιναν καὶ πρὸς τὸ τεῖχος συνώσθησαν, πολλοὺς τῶν σφετέρων παρὰ ταύτην ἀποβαλόντες τὴν μάχην. Ῥωμαῖοι δὲ, τὰ ἐπινίκια παιωνίσαντες, ἐν εὐφημίαις εἶχον τὸν αὐτοκράτορα.

Μετάφραση: Όταν οι δύο στρατοί πιάστηκαν στα χέρια και η μάχη άναψε για τα καλά, ο αγώνας ήταν ισόπαλος κατά τις πρώτες συγκρούσεις. Από τη μια, οι Ρώσοι διαγωνίζονταν εκθύμως γιατί θεωρούσαν δεινό και σχέτλιο να ηττηθούν αισχρώς τώρα από τους Ρωμαίους, αυτοί που είχαν δημιουργήσει την φήμη στα πρόσοικά τους έθνη ότι νικάνε πάντοτε τους αντιπάλους τους. Από την άλλη, οι Ρωμαίοι, που στο παρελθόν κατανίκησαν όλους τους αντιπάλους τους με την αρετή και τα όπλα τους, αισθάνονταν αιδώ και νέμεσι στην σκέψη μιας υποχώρησης -σαν να ήταν ανάσκητοι στην μάχη- που θα έσβησε ακαριαία το κλέος τους, ιδίως εναντίον ενός πεζομαχούντος έθνους που ούτε καν ήξερε να ιππεύει. Τέτοιες σκέψεις περί δόξας έκαναν και τα δύο στρατεύματα και αλληλομάχονταν θαρραλέα. Οι Ρώσοι στρατηγούμενοι από την σύντροφό τους θηριωδία και τον θυμό τους, έπεσαν με δύναμη πάνω στους Ρωμαίους βρυχόμενοι σαν δαιμονισμένοι (οἷον ἐνθουσιῶντες). Οι Ρωμαίοι, από την άλλη, κατάφεραν να τους αντιμετωπίσουν με την εμπειρία και την τεχνική τους επιστήμη. Αμφότερες οι παρατάξεις είχαν πολλές απώλειες και η νίκη έμοιαζε αμφιτάλαντος μέχρι το βαθύ δειλινό. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, όταν ο βασιλέας οδήγησε το ιππικό με μεγάλη ορμή κατά των αντιπάλων. Ακούγοντας οι άνδρες τον βασιλέα να τους φωνάζει πως είναι Ρωμαίοι και επιδεικνύουν την αρετή τους με τα έργα τους, τονώθηκε το φρόνημά τους και επέβρισαν κατά των αντιπάλων τους με έκτοπη φορά. Οι σαλπιγκτές επηλάλαξαν το ενυάλιον και παράχθηκε αθρόα βοή από τους Ρωμαίους. Οι μεν Σκύθες, μην αντέχοντας την ροπή των τελευταίων, τράπηκαν σε φυγή και συνωστίστηκαν εντός των τειχών έχοντας χάσει πολλούς δικούς τους στην μάχη. Οι δε Ρωμαίοι επαιώνισαν τα επινίκια και ευφήμιζαν τον αυτοκράτορα.

Τελικά, η οριστική νίκη που οδήγησε στην Σκυθική συνθηκολόγηση ήρθε με μια προσποιητή υποχώρηση των Ρωμαίων καταφράκτωνπου ακολουθήθηκε από μία εκ νέου έφοδο την οποία υποτίθεται ότι οδήγησε «λευκόπωλος» ο Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, προς τιμήν του οποίου ο Τσιμισκής μετονόμασε το Δορύστολον Θεοδωρούπολη. Σε όλη την εκστρατεία η Ρωμαϊκή αιχμή κατηκόντισε 38.000 Σκύθες και ο Ιωάννης Τσιμισκής ανέσωσε την «Μυσία» (Βουλγαρία) και την καθυπέταξε στους Ρωμαίους.

[9.11] τὰς γὰρ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ χιλιάδας ἡ Ῥωμαϊκὴ αἰχμὴ κατηκόντισε

[9.12] Ἰωάννης δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, ἐν τέτταρσιν ὅλοις μησὶ τὴν Ῥωσικὴν πανοπλίαν καταγωνισάμενος, ὡς φθάσας ὁ λόγος δεήλωκε, καὶ τὴν Μυσίαν Ῥωμαίοις ἀνασωσάμενος, τὸ τὲ Δορύστολον Θεοδωρούπολιν ἐπ΄ὀνόματι τοῦ στρατηλάτου καὶ μάρτυρος Θεοδώρου μετονομάσας […] καῖ τῶν Μυσῶν βασιλέα Βορὴν παραγάγων τὰ τῆς βασιλείας ἀποθέσθαι παράσημα παρεσκεύασε. […] ὁ αὐτοκράτωρ Ἱωάννης διαπραξάμενος τρόπαια, τὴν τε Ῥωσικὴν αὐθάδειαν καὶ τὰ ἐπηρμένα τούτων φρονήματα ἐμπειρίᾳ πολέμων καὶ λελογισμένης ἀνδρείας τόλμη καταβαλὼν καὶ κατασπάσας εἰς τὴν γῆν, καὶ τὴν Μυσίαν Ῥωμαίοις καθυποτάξας,

Στην «θηριωδία» και τον «θυμό» των Ρως, οι Ρωμαίοι αντέταξαν την «εμπειρία πολέμων» και την «τόλμη λελογισμένης ανδρείας».

Θα συνεχίσω στην επόμενη ανάρτηση.

Leave a comment

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου #2: εθνολογικά

Μετά την πρώτη ανάρτηση της σειράς με τα ιστορικά προλεγόμενα, στην σημερινή δεύτερη ανάρτηση θα παραθέσω το εθνολογικό μέρος της Ιστορίας του Λέοντα του Διακόνου.

Ο κόσμος του Λέοντα, όπως και κάθε άλλου «βυζαντινού» ιστορικού, χωρίζεται σε Ρωμαίους και βάρβαρους. «Ἡ βάρβαρος γῆ» (βάρβαρος οικουμένη) είναι όλος ο κόσμος που βρίσκεται εκτός των ορίων της «Ἀρχῆς/Ἡγεμονίας τῶν Ῥωμαίων» και κατοικείται από «τὰ Ἔθνη». Οι εντός των ορίων περιοχές συνιστούν την «Ῥωμαϊκή ἐπικράτεια/χώρα». Το αντιθετικό ζεύγος «Ῥωμαῖοι-βάρβαροι» χρησιμοποιείται ειδικά για να περιγράψει τις μάχες των Ρωμαίων με τους Άραβες/Μουσουλμάνους.  Αντίθετα, στις αντιπαραθέσεις των Ρωμαίων με τα βόρεια «Ἔθνη», όπως οι Βούλγαροι, οι Ρως και οι Ούγγροι, ο Λέων χρησιμοποιεί το αντιθετικό ζεύγος «Ῥωμαῖοι-Σκύθαι». Οι κατεξοχήν «Σκύθαι» της ιστορίας του είναι οι «Ταυροσκύθαι» Ρως.

Η «βάρβαρος γη/οικουμένη»:

Στον θρίαμβό που έκανε στην Κωνσταντινούπολη ο Νικηφόρος Φωκάς μετά την κατάκτηση της Κρήτης παρουσίασε τόσα λάφυρα «που όποιος τα έβλεπε θα έλεγε πως είχε μαζευτεί όλος ο πλούτος της βάρβαρης γης»:

[2.8] μεγαλοπρεπῶς τε πρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Ῥωμανοῦ ὑποδεχθεὶς, θρίαμβον ἐπὶ τοῦ θεάτρου κατήνεγκε […] εἶπεν ἄν τις ἔκεῖσε παρατυχὼν, τῆς βαρβάρου γῆς τὸν ἅπαντα πλοῦτον συγκομισθῆναι τότε κατὰ τὸ θέατρον.

Όταν ο Τσιμισκής πληροφόρησε τον Νικηφόρο Φωκά ότι ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας επιχείρησε να τον εξαγοράσει εναντίον του παροτρύνοντάς τον στην συνέχεια να πάρει τον θρόνο, του θύμισε πως οι δυό τους ήταν «άνδρες που είχαν αποκτήσει τόση ακαταγώνιστη ισχύ, ώστε τους έτρεμε και θαύμαζε όλη η βάρβαρος οικουμένη», ενώ άτομα όπως ο  ευνούχος Βρίγκας ήταν «απαλά και σκιατραφή γυναικάρια».

[3.3] ὡς ἂν γνῷ καὶ Ἱωσὴφ, […] μὴ πρὸς ἁπαλὰ καὶ σκιατραφὴ διαμιλλώμενοι γυναικάρια, πρὸς ἄνδρας δὲ ἀκαταγώνιστον κεκτημένους ἰσχὺς, καὶ οὓς ἡ βάρβαρος φρίττει καὶ τέθηπε.

Η «Ρωμαϊκή Επικράτεια, Χώρα, Γη, Αρχή, Ηγεμονία»:

Οι «Ἀραβῖται Κρῆται» ληΐζονταν τα παράκτια της «Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας»:

[1.2] τὴν τῶν Ἀραβιτῶν Κρητῶν δυναστείαν, […] τὰ παράκτια τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας ἐληΐζετο μάλιστα.

Ο «Χαμβδᾶν» (Hamdan, Sayf Al-Dawla) εκστράτευσε κατά της «Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας» και, ειδικότερα, κατά του τμήματος της Ανατολής (Μικρά Ασία) που ανήκει στην «Ῥωμαϊκὴ Ἀρχὴ».

[2.1] ἐν τούτῳ δὲ Χαμβδᾶν, ὁ τῶν τῆς Κιλικίας προσοίκων Ἀγαρηνῶν ἀρχηγός […] ἀδεῶς τε τῆς ἀνατολῆς καταδραμεῖν, ὁπόσον ἡ Ῥωμαϊκὴ διέπει ἀρχὴ, […] καῖ δῆτα τὸ ἀκμαῖον καὶ νεανικὸν τῶν Ἀρἀβων καὶ Ἀγαρηνῶν συναλίσας, κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας ἐχώρει,

Ανάμεσα στους λόγους που παραθέτει ο πατριάρχης Πολύευκτος για την ενθρόνιση του Νικηφόρου Φωκά είναι και το ότι «τα βαρβαρικά φύλα δεν θα σταματήσουν να ληΐζονται την Ρωμαϊκή γη» (η οποία χρειάζεται σαν προστάτη της τον αγχίνου και «ἀγαθὸν τὰ πολέμια» Φωκά)

[2.12] ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ βαρβαρικὰ φῦλα ληΐζεσθαι τὴν Ῥωμαϊκὴν οὐκ ἀπέχονται γῆν, συμβουλεύω, τὸν ἄνδρα τουτονὶ (τὸν Νικηφόρον ὑποδεικνὺς), ἀγχίνουν τε ὄντα καὶ ἀγαθὸν τὰ πολέμια […]

Ο Νικηφόρος Φωκάς με τα πολεμικά του ανδραγαθήματα πρόσφερε τα πλείστα στην [Ρωμαϊκή] Πολιτεία (Res Publica Romana), πλάτυνε τα «Ῥωμαϊκὰ ὅρια» και αύξησε «τὴν ἐπικράτειαν τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἀρχῆς».

[2.11] ἐπεὶ εἰς λόγους ἦλθεν ὁ Νικηφόρος, καλάς γε, ἔφη, […] τὰ Ῥωμαϊκὰ μοι πλατύνοντι ὅρια […]

[3.6] καὶ προσέτι τὰ μέγιστα τὴν πολιτείαν ὀνήσοντα, καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἀρχῆς τὴν ἐπικράτειαν αὐξήσοντα τοῖς κατὰ πολέμους ἀνδραγαθήμασιν,

Όταν αποφάσισε να συλλέξει τα στρατεύματά του και να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει επίσημα το στέμμα, ο Φωκάς:

[3.6] ἐντάλματά τε καὶ διατάγματα πανταχοῦ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἡγεμονίας ἐξέπεμπε,

ενώ όταν τελικά στέφθηκε Βασιλεύς Ρωμαίων:

[4.1] τὴν τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίαν ἀνδρείᾳ ἀγχινοίᾳ παρειληφώς

Οι «βάρβαροι» Άραβες:

Οι «βάρβαροι» «(Αραβίτες) Κρήτες»:

Η αποτυχημένη κρητική εκστρατεία του «τομία» (ευνούχου) Κωνσταντίνου Γογγύλη, στην οποία σχεδόν όλη η στρατιά κατεκόπη από τους βάρβαρους Κρήτες:

[1.2] Κωνστανῖνος ὁ αὐτοκράτωρ, μὴ στέγων τὴν τῶν Κρητῶν ὕβριν καὶ τὰς λαθραίους ὲπιδρομὰς, στρατιὰν ἀξιόμαχον συνειληχὼς καὶ τριήρεις ἐξαρτύσας πυρφόρους μάλα συχνὰς, κατὰ τῆς Κρήτης ἔστελλεν […] Ἀλλ΄ ἀναδρίᾳ καὶ ἀπειρίᾳ στρατηγοῦ, τομίου θαλαμηπόπολου τελοῦντος, καὶ άνδραρίου σκιατραφοῦς ἐκ τῆς τῶν Παφλαγόνων ὡρμημένου -Κωνσταντῖνος ὄνομα τούτῳ, Γογγύλης ἐπίκλησις- […] ἅπασα ἡ λεχθεῖσα στρατιὰ, πλὴν ὀλίγων ἀνδρῶν, κατεκόπη πρὸς τῶν βαρβάρων καὶ παραπώλειτο.

Η επιτυχημένη απόβαση του Νικηφόρου Φωκά στην Κρήτη, ο οποίος κατέπληξε τους βάρβαρους Κρήτες επειδή είχε ετοιμάσει τους κατάφρακτους ιππείς ήδη μέσα στα πλοία, ώστε να κάνουν αμέσως έφοδο μόλις τα πλοία θα ακουμπούσαν στην παραλία, χρησιμοποιώντας «κλίμακες» (ράμπες αποβάσεως) που είχε φροντίσει να φέρει μαζί του:

[1.3] Ταύτην τὴν ἧτταν ὁ αύτοκράτωρ Ῥωμανὸς ἀνακαλέσασθαι προθυμούμενος, Νικηφόρον τὸν Φωκᾶν, τοῖς μαγίστροις ἐνδιαπρέποντα καὶ τῶν τῆς Ἀνατολῆς στρατευμάτων κατάρχοντα -δομέστικον τῶν σχολῶν Ῥωμαῖοι ἀρχὴν τὴν τοιαύτην ἐπιφημίζουσιν-, ἄνδρα ῥέκτην τε καὶ δραστήριον, ἀγαθὸν τὰ πολεμικὰ καὶ τὴν ἰσχὺν ἀνυπόστατον, αὐτοκράτορα-στρατηγὸν τῆς πρὸς τοὺς Κρῆτας μάχης κεχειροτόνηκεν. […] ἐπεὶ δὲ τῆς ἀποβάσεως ἐδὀκει καιρὸς, ἔδειξε πρακτικῶς, ἣν εἶχεν ἐμπειρίαν ἔργων πολιεμικῶν. Κλίμακας γὰρ ἐπὶ πορθμείων ἐπιφερόμενος, ταύτας ἐπὶ τὴν ἡϊόνα προσυφαπλῶν, τὴν στρατιὰν ἔνοπλον τε καὶ ἔφιππον ἀπὸ τῆς ὑγρᾶς ἐπὶ τὴν ξηρὰν μεταβίβαζε. Τῷ δὲ καινῷ καὶ ἀλλόκοτῳ τοῦ ὁράματος καταπλαγέντες οἱ βάρβαροι κατὰ χώραν ἔμενον ἰλαδὸν,

Αν και συνήθως ο όρος «Κρήτες» δηλώνει τους Άραβες κατοίκους του νησιού, ο Λέων διακρίνει τους «ἰθαγενεῖς τῶν τόπων ἡγεμόνες» (ντόπιοι Κρήτες, προφανώς Χριστιανοί) που βοήθησαν τους Ρωμαίους ως οδηγοί από τους «βάρβαρους ἰθαγενείς» εχθρούς του νησιού.

[1.7] καὶ ἡγεμόνας τῶν τόπων ἰθαγενεῖς ἄνδρας ἀνειληφώς, […] καὶ κυκλόθεν τὸν γεώλοφον περιεστοίχισεν, ἵνα βαθὺν οἱ βάρβαροι ὕπνον ἐκάθευδον.

[2.1] Ὁ μὲν δὴ τῶν Ῥωμαίων στρατηγὸς Νικηφόρος ἐς τὴν τῶν Κρητῶν νῆσον, ᾖπὲρ μοι εἴρηται, ἤδη τὴν Ῥωμαϊκὴν περαιωσάμενος δύναμιν, καὶ τῶν ἰθαγενῶν βαρβάρων ἐν τῇ συστάδην μάχῃ τοὺς μὲν παρανάλωμα μαχαίρας ἀπεργασάμενος

ithageneis

Οι «βάρβαροι» Άραβες/Αγαρηνοί του Χαμβδᾶν που εισέβαλαν για λεηλασία στην Μικρά Ασία και κατανικήθηκαν από τους Ρωμαίους του Λέοντα Φωκά, οι οποίοι παραλίγο θα αιχμαλώτιζαν και τον ίδιο τον Χαμβδᾶν:

[2.1] ἐν τούτῳ δὲ Χαμβδᾶν, ὁ τῶν τῆς Κιλικίας προσοίκων Ἀγαρηνῶν ἀρχηγός […] ἀδεῶς τε τῆς ἀνατολῆς καταδραμεῖν, ὁπόσον ἡ Ῥωμαϊκὴ διέπει ἀρχὴ, […] καῖ δῆτα τὸ ἀκμαῖον καὶ νεανικὸν τῶν Ἀρἀβων καὶ Ἀγαρηνῶν συναλίσας, κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας ἐχώρει,

[2.5] καὶ κἂν καὶ αὐτὸς ὁ Χαμβδᾶν ἥλω μικροῦ πρὸς τῶν Ῥωμαίων δορυάλωτος. […] λέγεται δὲ τοσοῦτον αὐτουργηθῆναι φόνον τοῦ βαρβαρικοῦ πλήθους πρὸς τῶν Ῥωμαίων κατὰ τουτονὶ τὸν πόλεμον, […] τὴν πολυάνθρωπον πληθὺν τῶν βαρβάρων ὁ στρατηγὸς ἡγωνίσατο καὶ διέφθειρε, καὶ τὸ ὑψαύχενον τοῦ Χαμβδᾶν καὶ τετυφωμένον εἰς ἀγεννῆ καὶ ἄνανδρον δειλίαν καὶ φυγαδείαν κατέσπασε καὶ συνέκλεισε […] καὶ τὴν λείαν ἐπισυνάξας, ὅση τε ἦν βαρβαρικὴ, καὶ ὁποση Ῥωμαϊκὴ ἐκ τῆς προνομῆς τοῖς βαρβάροις συνήθροιστο, ταύτης τὸ πλείστον τῇ στρατιᾷ διένειμε.

 Οι «Σκύθες»:

Η «Σκυθική στρατιά» του «έθνους των Οὔννων» (Ούγγροι) που πέρασε τον Ίστρο και ηττήθηκε από τον Δομέστικο Δύσεως Λέοντα Φωκά:

[2.2] τῷ τοι καὶ Σκυθικῆς στρατιᾶς τὸν Ἴστρον περαιωθείσης τὸ κατ΄ἐκεῖνο καιροῦ (Οὕννους τὸ ἔθνος κατονομάζουσιν) […] ὁ στρατηγὸς Λέων ἐξ ἀντιπάλου ταύτῃ συμπλέκεσθαι […] καὶ δόξαν εὐκλεᾶ σφετερίσασθαι.

Οι ΒούλγαροιΜυσοί») ως «Σκύθες»:

Ο «τῶν Μυσῶν ἀρχηγός Συμεών», ήθελε να αναγνωριστεί βασιλεύς των Ρωμαίων επειδή, ως «Σκύθης», μετά τις νίκες του εναντίον των Ρωμαίων, πήραν τα μυαλά του αέρα, λόγω της «σκυθικής» του απόνοιας, ύβρεως και αλαζονείας.

[7.7] Συμεὼν, ὁ τῶν Μυσῶν ἀρχηγὸν, ἀνὴρ τολμητίας καὶ θερμουργὸς τὰ πολεμικὰ, παλαι σφαδάζων, καὶ τὴν κατὰ Ῥωμαίων μάχην ὠδίνων, εύκαιρίας δραξάμενος, λεηλατῶν οὐκ ἀνίη Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην. εἰς ἀπόνοιαν τε τὴν Σκυθικὴν καὶ συνήθη ἐπαρθεὶς, αὐτοκράτορα ἑαυτὸν ἀνακηρύττειν Ῥωμαίοις ἐκέλευεν. Οἱ δὲ, τὴν ὕπαιθρον ἀλαζονείαν καὶ ὕβριν τοῦ Σκύθου μὴ φέροντες, τὰ ὅπλα κινεῖν κατ΄αὐτοῦ ἔγνωσαν

Όταν οι άγγελοι των Μυσών ήρθαν στον ιππόδρομο για να πάρουν τους «εἰθισμένους» φόρους που οι Ρωμαίοι πλήρωναν στον Βούλγαρο ηγεμόνα από τις ημέρες του Συμεών, ο Νικηφόρος Φωκάς διέταξε να ραπιστούν για την «αυθάδεια» που έδειξαν όταν τόλμησαν να ζητήσουν από τον σεβάσμιο βασιλέα των Ρωμαίων να πληρώσει φόρο στον «σκυτοτρώκτη» (τομαροφάγο;), «διφθερία» (τομαρένδυτο) και «τρίδουλο εκ προγόνων» (δούλος που είναι γιος και εγγονός δούλων) άρχοντα ενός «ΣΚΥΘΙΚΟΥ, πενιχρού, μιαρού και πενέστατου έθνους». Ο άρχων των Μυσών πρέπει να αναγνωρίζει ως δεσπότες τους ηγεμόνες των Ρωμαίων και όχι να τους ζητεί φόρους σαν να ήταν ανδράποδα! (σημειώνω όμως ότι για περίπου 50 χρόνια οι ηγεμόνες των Ρωμαίων πλήρωναν αυτούς τους φόρους στον Συμεών και τους διαδόχους του 🙂 ).

[4.5] ἄγγελοι τῶν Μυσῶν, πρὸς αὐτὸν ἀφιγμένοι, τοὺς εἰθισμένους ἀπαιτεῖν ἔλεγον φόρους τὸν ἀρχηγὸν ἑαυτῶν […] ἔθνει Σκυθικῷ, πενιχρῷ τε τὴν ἄλλως καὶ μιαρῷ, […] καὶ τῶν Ῥωμαίων σεβάσμιος βασιλεύς ἔθνει πενεστάτῳ καὶ μιαρῷ φόρους τελῶν ὑποκείσομαι; Ῥαπίζειν οὖν κατὰ κόρρης θᾶττον τοὺς ἀγγέλους προσέταττε, καὶ, ἄπιτε, ἔφη, καὶ τῷ σκυτοτρώκτῃ καὶ διφθερίᾳ ὑμῶν ἄρχοντι ἀπαγγείλατε, […] τρίδουλος ὢν ἐκ προγόνων, δέσποτας τοὺς Ῥωμαίων ἡγεμόνας ἀνακηρύττειν, οὐχ ὡς ἀνδράποδα τούτους φόρους αἰτεῖν!

Με αυτές τις προσβολές ο Νικηφόρος Φωκάς κήρυξε τον πόλεμο στους Βούλγαρους και ότρυνε τους Ρως εναντίον τους. Επειδή όμως ο Τσιμισκής, αργότερα, έχασε χρόνο μέχρι να σιγουρέψει τον θρόνο του και οι Ρως κατέκτησαν γρήγορα την (ανατολική) Βουλγαρία, ο Λέων αλλάζει πρόσωπο και παρουσιάζει τον Τσιμισκή ως τον «σωτήρα/επιτιμήτορα» των «αδελφών Χριστιανών» Βούλγαρων, οι οποίοι έπαθαν πολλά δεινά από τους «Σκύθες» Ρως. Οι ίδιοι οι Βούλγαροι αριστοκράτες χωρίστηκαν σε «ρωμαιόφρονες» και «ρωσόφρονες» και οι δεύτεροι πολέμησαν μαζί με τους Ρως κατά των Ρωμαίων.

Μετά την αλλαγή προσώπου, ο κατά τον Φωκά «σκυτοτρώκτης, διφθερίας και τρίδουλος εκ προγόνων» Βούλγαρος Τσάρος Πέτρος Α΄ ξαφνικά γίνεται «θεοφιλής και σεβάσμιος» άνθρωπος που έπαθε επιληψία από την εισβολή των Ρως, ενώ οι «Σκύθες, πενιχροί, μιαροί και πενέστατοι» «Μυσοί» ξαφνικά γίνονται «αναντίρρητοι Χριστιανοί» που συνδέονται με τους Ρωμαίους «με την ίδια πίστη και αδιάρρηκτη φιλία» και των οποίων ο βασιλικός οίκος παρέχει όμορφες πριγκηποπούλες στα πριγκηπόπουλα των Ρωμαίων! 🙂

[5.2] τηνικαῦτα δὲ λέγεται καὶ Πέτρον, τὸν ἡγήτορα τῶν Μυσῶν, ἄνδρα θεοφιλῆ καὶ σεβάσμιον, τῷ ἀπροσδοκήτῳ τῆς τροπῆς περιαλγήσαντα, ἐπιληψίας πάθος περιπεσεῖν, καὶ ὀλίγον ἐπιβιώσαντα, τῶν τῇδε ὑπαπελθεῖν.

[5.2] πρὸς τοὺς ὁμοθρήσκους Μυσοὺς ἐβουλεύσατο μᾶλλον πρεσβείαν στείλασθαι. Καὶ δῆτα πρέσβεις ὡς αὐτοὺς ἔστελλε, […] καὶ τῆς τε θρησκείας τοὺς ὑπεμίμνησκε -τὰ Χριστιανῶν γὰρ ἀναντιρρήτως πρεσβεύουσιν οἱ Μυσοὶ- καὶ παρθένους τοῦ βασιλικοῦ γένους ἐξῄτει, ὡς συνάψῃ ταύτας τοῖς τοῦ αὐτοκράτορος Ῥωμανοῦ παισὶ, καὶ ἀδιάρρηκτος ἐκ τοῦ κήδους ἥ τε πρὸς Ῥωμαίους καὶ τοὺς Μυσοὺς καταλλαγὴ καὶ φιλία ἐμπεδωθῇ.

[8.6] [ο Τσιμισκής] ἥκειν Μυσοῖς τιμωρήσων, δεινὰ πεπόνθοσι πρὸς τῶν Σκυθῶν.

Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Λέων ο Διάκονος ήταν παρών στην Μάχη των Πυλών του Τραϊανού, όπου οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν από τους Βούλγαρους και γράφει πως η θεία πρόνοια τον έσωσε από το να γίνει «παρανάλωμα της Σκυθικής μάχαιρας»:

[10.8] καὶ μάχαιρας Σκυθικῆς γέγονα παρανάλωμα, εἰ μὴ με θεία τις ἐξ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου ἀπήγαγε πρόνοια,

Στο ίδιο πάντα χωρίο γράφει για την Σαρδική/Σερδική (Σόφια) πως «καὶ Τριάδιτζαν ἡ Σκυθικὴ συνήθεια κέκληκεν» (το κείμενο είναι διεφθαρμένο και γράφει Τράλιτζαν):

[10.8] κατὰ τὴν Σαρδικὴν ἐπεχωρίασεν, ἣν καὶ Τράλιτζαν [sic] ἡ Σκυθικὴ συνήθεια κέκληκεν

Σημειώνω εδώ ότι ο Βουλγαρικός διαλεκτικός τύπος *Stryadets που κρύβεται πίσω από τον βυζαντινό τύπο «Τριάδιτζα» είναι απόλυτα φυσιολογικός γλωσσολογικά:

Σερδική/Serdica > Srědĭkĭ > Srědĭtsĭ > Srědets > Stryadets

δείχνοντας νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών (serd- > srěd-), επένθεση sr>str (λ.χ. sramota ~ stramota, SrebrenicaΣτρέμπενο) και γιακαβική εξέλιξη του γιατ (ě>ya, λ.χ. mlěko > mlyako).

Ο Ατταλειάτης παρέχει τον σωστό τύπο «Τριάδιτζα» που στο κείμενο του Λέοντα εμφανίζεται ως «Τράλιτζα» (κάποιος μεταγραφέας του Λέοντα προφανώς μπέρδεψε τα γράμματα Δ~Λ):

[Ατταλειάτης, 3.2] καὶ μετὰ τῶν δυνάμεων τῇ Σαρδικῇ τῇ νῦν λεγομένῃ Τριαδίτζῃ

Οι Ρῶς ως «Ταῦροι/Ταυροσκύθαι/Σκύθαι»:

Ο πατρίκιος Καλοκυρός/Καλοκύρης στάλθηκε στην «Σκυθία» για να οτρύνει μετά δώρων τους «Ταυροσκύθες»/Ρως να επιτεθούν στους «Μυσούς»/Βούλγαρους και αυτοί δέχτηκαν αμέσως γιατί είναι υπερβολικά φιλοκερδές «ἅπαν τὸ Σκυθικὸν» (γένος/έθνος):

[4.6] καὶ Καλοκύρην […] ἐς τοὺς Ταυροσκύθας ἐξέπεμψεν, οὓς ἡ κοινὴ διάλεκτος Ῥῶς εἴωθεν ὀνομάζειν

[5.1] ὁ πρὸς τοὺς Ταυροσκύθας σταλεὶς βασιλικῷ νεύματι Καλοκύρης ὁ Πατρίκιος, κατὰ τὴν Σκυθίαν γενόμενος, καὶ τῷ τῶν Ταύρων κατάρχοντι φιλιωθεὶς, δώροις τε τοῦτον διαφθείρας καὶ λόγοις καταγοητεύσας ἐπαγωγοῖς -φιλοκερδὲς δὲ ἅπαν ἐκτόπως τὸ Σκυθικὸν– […] ἐλαύνειν κατὰ Μυσῶν.

Το τελεσίγραφο του «Σφενδοσθλάβου»/Svyatoslav προς τον Τσιμισκή είναι οι Ρωμαίοι να εγκαταλείψουν αμέσως την Ευρώπη που δεν τους ανήκει και να μετασκευαστούν στην Ασία αν θέλουν να υπάρξουν σπονδές μεταξύ Ταυροσκυθών και Ρωμαίων!

[6.10] Ὁ δὲ Σφενδοσλάβος, […] ἀλλὰ τῆς Εύρώπης θᾶττον ἀφίστασθαι, ὡς μὴ προσηκούσης αὐτοῖς, καὶ πρὸς τὴν Ἀσίαν μετασκευάζεσθαι. Ἄλλως γὰρ μὴ οἴεσθαι, Ταυροσκύθας εἰς σπονδὰς Ῥωμαίων ξυμβήσεσθαι.

Μετά την μάχη του Δορυστόλου, ο Λέων παρουσιάζει τις απώλειες των Ρωμαίων (350) και των «Σκυθών» Ρως (15500):

[9.10] λέγεται δὲ παρὰ ταύτην τὴν μάχην πέντε καὶ δέκα χιλιάδας πρὸς τοῖς πεντακοσίοις ἀναιρεθῆναι Σκυθῶν, ληφθῆναι δὲ δισμυρίαν ἀσπίδα, καὶ ξίφη πάμπολλα. Ῥωμαίων δὲ τριακοσίους ἀποκτανθῆναι πρὸς τοῖς πεντήκοντα, τρωθῆναι δὲ συχνούς. Ἀλλὰ τοιαύτην μὲν Ῥωμαῖοι τὴν νίκην παρὰ τὸν ἀγῶνα ἡνέγκαντο τουτονί.

Ενίοτε, οι «Σκύθαι» περιγράφονται και ως «βάρβαροι», λ.χ. ο «Σκύθης» «Σφενδοσθλάβος»/Svyatoslav του Κιέβου κατά τα τελεσίγραφα που αντάλλαξε με τον Τσιμισκή έδειξε την βαρβαρική του αυθάδεια, μανία και απόνοια:

[6.10] Ὁ δὲ Σφενδοσλάβος, ταῖς κατὰ τῶν Μυσῶν νίκαις ἐπὶ μέγα αἰρόμενος, καὶ τῇ βαρβαρικῇ αὐθαδείᾳ ὑπεροπλα βρενθυόμενος […] τῇ ἐμφύτῳ ἀπηνείᾳ κατεργασάμενος […] Ἰωάννης δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, τὰς τοιαύτας ἀποκρίσεις τοῦ Σκύθου δεξάμενος […] Ὁ δὲ Σφενδοσλάβος, ἐπὶ ταῖς τοιαύταις ἀποκρίσεσι σχετλιάσας, τῇ τε βαρβαρικῇ μανίᾳ καὶ ἀπονοίᾳ παραφερόμενος, ἀντέλεξε τοιαῦτα […]

Οι «Πατζινάκοι»:

Μετά την αποχώρηση των Ρως από την Βουλγαρία, οι Πετσενέγκοι/Πατσινάκοι τους επιτέθηκαν -ίσως με βυζαντινή παρότρυνση- και σκότωσαν πάρα πολλούς από αυτούς. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Σβιάτοσλαβ, το κρανίο του οποίου ο αρχηγός των Πατσινακών το έκανε κρασοπότηρο, όπως είχε κάνει και ο (στεπαίος και όχι σλάβος) Βούλγαρος Κρούμος το κρανίο του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄. Παρόλο που οι Πατσινάκοι είναι οι μόνοι «τωόντι Σκύθαι» (νομαδικοί ιπποτοξότες) στην ιστορία του Λέοντα, ο δεύτερος δεν τους ονομάζει «Σκύθες», αλλά τους περιγράφει απλά ως έθνος νομαδικό, πολυάνθρωπο, ψειροφάγο και φερέοικο (φέρει μαζί του τις «οικίες»/άμαξες του):

[9.12] Πατζινάκαι δὲ παρὰ τὸν ἀπόπλουν ἐλλοχήσαντες, ἔθνος νομαδικὸν τοῦτο καὶ πολυάνθρωπον, φθειροφάγον τε καὶ φερέοικον, ἐπ΄ἀμαξῶν ὡς τὰ πολλὰ βιωτεῦον, σχεδὸν διέφθειραν ἅπαντας, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Σφενδοσθλάβον τοῖς λοιποῖς συγκατέσφαξαν.

«Θυμηθείτε ότι είστε Ρωμαίοι» ~ «Δεν αρμόζει σε Ρωμαίους»

Ενώ τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (~900) συνιστούν στον στρατηγὀ να θυμίζει στους στρατιώτες του ότι είναι Χριστιανοί που μάχονται υπέρ του Χριστιανικού έθνους και υπέρ του αληθινού θεού, οι προτρεπτικοί λόγοι των πρωταγωνιστών του Λέοντα του Διακόνου τονίζουν ότι «είμαστε Ρωμαίοι και πρέπει να συμπεριφερθούμε δεόντως»!

Ο Νικηφόρος Φωκάς λέει στους στρατιώτες του κατά την Κρητική εκστρατεία:

[1.6] καὶ ὅλῃ σπουδῇ καὶ ῥώμη ἐξερευνῆσαι καὶ ἀνιχνεῦσαι τὰ ἐλλοχώντα τῇδε βάρβαρα θηρία, καὶ τῶν χηραμῶν καὶ φωλεῶν ἐξερύσαντας ἀπωλείᾳ παραπέμψασθαι. Μὴ οὖν νωθείᾳ καὶ μέθῃ προϊστάμεθα τὸν καιρὸν, ἁλλὰ Ῥωμαῖοι τελοῦντες τὸ νεανικὸν καὶ γενναῖον τῆς ἡμῶν εὐγενείας παράστημα ἐν τοῖς ἀγῶσιν ἐπιδειξόμεθα.

Μετάφραση: Και πρέπει με πλήρη σπουδή και ρώμη να εξερευνήσουμε και να ανιχνεύσουμε τα ελλοχεύοντα «βάρβαρα θηρία» (Άραβες Κρήτες), να τα βγάλουμε από τους «χηραμούς» (τρύπες/κουφάλες) και τις φωλιές τους και να τα ξεπαστρέψουμε. Δεν πρέπει να διαχειμάσουμε με νωθεία (τεμπελιά/αδράνεια) και μέθη, αλλά όντας Ρωμαίοι, πρέπει να επιδείξουμε στους αγώνες μας το νεανικό και γενναίο παράστημα της ευγένειάς μας.

Ο Λέων Φωκάς λέει στους στρατιώτες του πριν την συμπλοκή με τους πολυπληθέστερους  Άραβες/Αγαρηνούς του Χαμβδάν:

[2.3] πλήθει δὲ καὶ ταῖς φάλαγξιν οὐκ ἂν φαίη τις ἀξιόμαχον. Δεῖ οὖν Ῥωμαίους ὄντας μεμηχανῆσθαι τε καὶ βεβουλεύσθαι δεόντως, ἐν τοῖς ἀπόροις ἐξευρίσκειν τὰ πρόσφορα, αἱρείσθαι τε πρὸ τῶν δεινῶν τὰ ξυμφέροντα.

Μετάφραση: Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι ο αριθμός της στρατιάς μας είναι αξιόμαχος (δηλαδή υστερούμε αριθμητικά). Πρέπει, επομένως, όντας Ρωμαίοι να προσχεδιάσουμε και να διαβουλευτούμε δεόντως, ώστε να βρούμε το πρόσφορο μέσα στο αδιέξοδο και να επιλέξουμε αντί των δεινών τα συμφέροντα.

Ο Πατριάρχης Πολύευκτος στον λόγο του στην Σύγκλητο υπέρ της στέψεως του Νικηφόρου Φωκά λέει:

[2.12] Τούτων τῶν ῥημάτων ὁ πατριάρχης ἐνωτισθεὶς […] καὶ τὴν σύγκλητον είσκαλέσας, […] ἔφη […] Δεὶ Ῥωμαίους ὄντας ἡμᾶς, καὶ θείοις ῥυθμιζομένους προστάγμασι, […]

Μετάφραση: Επειδή είμαστε Ρωμαίοι και πρέπει να ρυθμίζουμε την ζωή μας βάσει θεϊκών προσταγμάτων, […]

Ο Ιωάννης Τσιμισκής, όταν πληροφορεί τον Νικηφόρο Φωκά ότι ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας επιχείρησε να τον εξαγοράσει εναντίον του και τον προτρέπει να σφετεριστεί τον θρόνο, λέει:

[3.3] Ἄτοπον γὰρ ἐμοὶ καὶ οὐ φορητὸν καταφαίνεται, ὑπὸ τομίου οἰκτροῦ ἐκ τῆς Παφλαγονικῆς ἐρημίας τῇ πολιτείᾳ παρεισφθαρέντος, τοὺς τῶν Ῥωμαίων ἄγεσθαι στρατηγοὺς, καὶ τῇδε κἀκεῖσε παρέλκεσθαι τῆς ῥινὸς, ὠς ἀνδράποδα.

Μετάφραση: Γιατί μου φαίνεται άτοπο και αβάσταχτο οι στρατηγοί των Ρωμαίων να άγονται και να σέρνονται από την μύτη σαν ανδράποδα από έναν οικτρό εκτομία που κατάγεται από τις ερημιές της Παφλαγονίας και κατάφερε να χωθεί στην κυβέρνηση.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής σε λόγο του προς τους στρατιώτες του πριν την μάχη με τους Ρως λέει:

[8.3] Ἐπιρρώσαντες οὖν τοὺς θυμοὺς, καὶ λογισάμενοι, ὅτι Ῥωμαῖοι ἐστε, οἱ τὸ ἀντίξουν ἅπαν τὸ πρόσθεν ὅπλοις καταστρεφόμενοι, ἕπεσθε τὴν ταχίστην, τὴν σφῶν ἀρετὴν ἐπὶ τῶν ἔργων ἐπιδεικνύμενοι.

Μετάφραση: Επιρρώστε, λοιπόν, το τσαγανό σας και αναλογιστείτε ότι είστε Ρωμαίοι που στο παρελθόν έχετε συντρίψει όλους τους αντιπάλους σας, ώστε να με ακολουθήσετε αμέσως επιδεικνύοντας την αρετή σας με τα έργα σας.

Πάντοτε ο Τσιμισκής πριν από άλλη μάχη με τους Ρως λέει:

[8.10] ἤδη δὲ τοῦ φωσφόρου καταφερομένου πρὸς δυσμὰς, τὴν ἵππον ὁ βασιλεὺς ἀνὰ κράτος αὐτοὶς ἐπιρράξας, ἐμβοήσας τε, Ῥωμαίους ὄντας ἐπὶ τῶν ἔργων τὴν σφῶν ἀρετὴν ἐπιδείκνυσθαι, τῶν ἀνδρῶν ἐπέρρωσε τὰ φρονήματα. Ἐπέβρισαν γὰρ ἐκτόπῳ φορᾷ, καὶ οἱ σαλπιγκταὶ τὸ ἐνυάλιον ἐπηλάλαξαν, καὶ βοή τις ἀθρόα παρὰ Ῥωμαίων ἤρθη. Σκύθαι δὲ, τὴν τούτων οὐκ ἐνέγκοντες ῥοπὴν, ἐς φυγὴν ἔκλιναν καὶ πρὸς τὸ τεῖχος συνώσθησαν,

Μετάφραση: Και ενώ ο ήλιος έδυε, ο βασιλέας τους επιτέθηκε με το ιππικό, φωνάζοντας στους άνδρες πως είναι Ρωμαίοι που αποδεικνύουν την αρετή τους με τα έργα τους και τονώνοντας έτσι το φρόνημά τους. […] και παράχθηκε μεγάλος αλαλαγμός από τους Ρωμαίους. Οι Σκύθες, μην μπορώντας να αντέξουν την ροπή τους, τράπηκαν σε φυγή και κλείστηκαν εντός των τειχών,

Θα συνεχίσω το υπόλοιπο εθνολογικό μέρος στην επόμενη ανάρτηση.

Leave a comment

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #6: Εθνολογικά

(συνέχεια από το μέρος #5)

Η τάση εθνοτικής τριχοτόμησης του κόσμου σε Έλληνες, Μακεδόνες και βαρβάρους που εγκαινίασε ο Θουκυδίδης συνεχίζεται στον Ισοκράτη. Ο αθηναίος ρήτορας διαχωρίζει εθνοτικά τον μακεδονικό βασιλικό οίκο τον οποίο θεωρεί ως Ελληνικό (αναγνωρίζει την εφευρεθείσα Τημενιδική καταγωγή από το Άργος), από τους Μακεδόνες τους οποίους θεωρεί αλλόφυλους των κατοίκων της κυρίως Ελλάδος. Από την άλλη όμως, ο όρος βάρβαρος εφαρμόζεται για να περιγράψει τους γειτονικούς λαούς των Μακεδόνων.

Η κύρια αιτία που ωθεί τον Ισοκράτη να διαχωρίσει τους Έλληνες από τους Μακεδόνες είναι το μοναρχικό πολίτευμα των τελευταίων. Μετά τους ελληνο-περσικούς πολέμους, όταν οι Πέρσες εξελίχθηκαν στον αρχετυπικό «άλλο» των Ελλήνων, δηλαδή στον αρχετυπικό βάρβαρο, η Περσική μοναρχία θεωρήθηκε ως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των βαρβάρων. Και αν οι Έλληνες εν γένει συσχέτιζαν τον θεσμό της βασιλείας με τους Πέρσες και τον θεωρούσαν βάρβαρο, οι άκρως δημοκρατικοί Αθηναίοι ειδικότερα τον θεωρούσαν τρισβάρβαρο. Φυσικά, ο θεσμός της βασίλειας δεν ήταν άγνωστος στην ελληνική ιστορία. Στο κάτω κάτω, όλοι οι ομηρικοί ήρωες ήταν βασιλείς (αλλά υπάρχει μεγάλη συζήτηση για την ακριβή σημασία του ομηρικού «βασιλεώς») και ο Αγαμέμνων θεωρούσε ότι ήταν «βασιλεύτερος όλων». Απλά, κατά την κλασική περίοδο, η μοναρχία σαν πολίτευμα ήταν κάτι «ξένο» για τους περισσότερους Έλληνες. Με την εξαίρεση της ιδιάζουσας Σπαρτιατικής διπλής βασιλείας, ο θεσμός της βασιλείας είχε επιβιώσει μόνον στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, όπως στην Μακεδονία, στην Ήπειρο και στην Κύπρο. Και από την Κύπρο πρέπει να ξεκινήσουμε εάν θέλουμε να αποκωδικοποιήσουμε την στάση του Ισοκράτη για τους Μακεδόνες. Οι πολιτείες του νησιού ήταν τα βασίλεια-πόλεις και ο θεσμός αυτός συνέχιζε την συνήθεια των μυκηναίων αποίκων του νησιού. Όπως και η Μακεδονία έτσι και η Κύπρος ήταν σημείο επαφής μεταξύ ελληνόφωνων και μη ελληνόφωνων πληθυσμών. Το κυρίαρχο μη ελληνόφωνο στοιχείο του νησιού ήταν φυσικά οι Φοίνικες. Ο γνωστός βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευαγόρας έφερε τον ίδιο διφορούμενο τίτλο «φιλέλλην» όπως και ο Αλέξανδρος Α΄ της Μακεδονίας, τίτλος που είχε αποδωθεί τόσο σε βάρβαρους ηγεμόνες όπως ο Άμασις όσο και σε Έλληνες όπως ο Ιάσων των Φερών. Μάλιστα, ο Ξενοφών (Αγησίλαος 7.4) γράφει ότι «καλὸν Ἕλληνα ὄντα φιλέλληνα εἶναι» («είναι καλό ο Έλληνας να είναι και φιλέλλην»).

Στην επιστολή 9 προς Αρχίδαμον ο Ισοκράτης ξεκαθαρίζει ότι η ελληνοφωνία δεν αρκεί για χαρακτηριστεί κάποιος γνήσιος Έλληνας. Πρέπει να συνοδεύεται και από συγκεκριμένα ήθη. Λέει ο Ισοκράτης ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδος κατάφεραν να παραδώσουν τους Έλληνες των παραλίων της Μικράς Ασίας στα χέρια των βαρβάρων και εκείνων των Ελλήνων που έχουν μεν την ίδια γλώσσα με εμάς, αλλά χρησιμοποιούν τους τρόπους των βαρβάρων. Όπως εξηγεί παρακάτω αναφέρεται στους Έλληνες μισθοφόρους στην υπηρεσία των Περσών:

θαυμάζω δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν πράττειν ἢ λέγειν δυναμένων, εἰ μηδὲ πώποτ᾽ αὐτοῖς ἐπῆλθεν ἐνθυμηθῆναι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, μηδ᾽ ἐλεῆσαι τὰς τῆς Ἑλλάδος δυσπραξίας οὕτως αἰσχρῶς καὶ δεινῶς διατιθεμένης, ἧς οὐδεὶς παραλέλειπται τόπος, ὃς οὐ γέμει καὶ μεστός ἐστι πολέμου καὶ στάσεων καὶ σφαγῶν καὶ κακῶν ἀναριθμήτων: ὧν πλεῖστον μέρος μετειλήφασιν οἱ τῆς Ἀσίας τὴν παραλίαν οἰκοῦντες, οὓς ἐν τοῖς συνθήκαις ἅπαντας ἐκδεδώκαμεν οὐ μόνον τοῖς βαρβάροις ἀλλὰ καὶ τῶν Ἑλλήνων τοῖς τῆς μὲν φωνῆς τῆς ἡμετέρας κοινωνοῦσι, τῷ δὲ τρόπῳ τῷ τῶν βαρβάρων χρωμένοις: οὕς, εἰ νοῦν εἴχομεν, οὐκ ἂν περιεωρῶμεν ἀθροιζομένους οὐδ᾽ ὑπὸ τῶν τυχόντων στρατηγουμένους, οὐδὲ μείζους καὶ κρείττους συντάξεις στρατοπέδων γιγνομένας ἐκ τῶν πλανωμένων ἢ τῶν πολιτευομένων: οἳ τῆς μὲν βασιλέως χώρας μικρὸν μέρος λυμαίνονται, τὰς δὲ πόλεις τὰς Ἑλληνίδας, εἰς ἣν ἂν εἰσέλθωσιν, ἀναστάτους ποιοῦσι, τοὺς μὲν ἀποκτείνοντες, τοὺς δὲ φυγαδεύοντες, τῶν δὲ τὰς οὐσίας διαρπάζοντες, ἔτι δὲ παῖδας καὶ γυναῖκας ὑβρίζοντες, καὶ τὰς μὲν εὐπρεπεστάτας καταισχύνοντες, τῶν δ᾽ ἄλλων ἃ περὶ τοῖς σώμασιν ἔχουσι περισπῶντες, ὥσθ᾽ ἃς πρότερον οὐδὲ κεκοσμημένας ἦν ἰδεῖν τοῖς ἀλλοτρίοις, ταύτας ὑπὸ πολλῶν ὁρᾶσθαι γυμνάς, ἐνίας δ᾽ αὐτῶν ἐν ῥάκεσι περιφθειρομένας δι᾽ ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο, στον Ευαγόρα, ο Ισοκράτης περιγράφει την ιστορία της Σαλαμίνας. Ενώ την θεωρεί ελληνική αποικία (ιδρυθείσα από τον Τεύκρο), γράφει ότι κατέληξε στα χέρια ενός Φοίνικα ηγεμόνα ο οποίος την «εκβαρβάρωσε» και παρέδωσε όλη τη νήσο στον Πέρση βασιλιά, ενώ ο Ευαγόρας στη συνέχεια κατάφερε να ξανακάνει Έλληνες εκείνους τους συμπολίτες του που είχαν γίνει βάρβαροι.

[Ευαγόρας, 19-20] τὰ μὲν οὖν ἐξ ἀρχῆς Εὐαγόρᾳ παρὰ τῶν προγόνων ὑπάρξαντα τηλικαῦτα τὸ μέγεθός ἐστιν. τοῦτον δὲ τὸν τρόπον τῆς πόλεως κατοικισθείσης κατὰ μὲν ἀρχὰς οἱ γεγονότες ἀπὸ Τεύκρου τὴν βασιλείαν εἶχον, χρόνῳ δ᾽ ὕστερον ἀφικόμενος ἐκ Φοινίκης ἀνὴρ φυγὰς καὶ πιστευθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε βασιλεύοντος καὶ μεγάλας δυναστείας λαβὼν οὐ χάριν ἔσχε τούτων, ἀλλὰ κακὸς μὲν γενόμενος περὶ τὸν ὑποδεξάμενον, δεινὸς δὲ πρὸς τὸ πλεονεκτῆσαι, τὸν μὲν εὐεργέτην ἐξέβαλεν, αὐτὸς δὲ τὴν βασιλείαν κατέσχεν. ἀπιστῶν δὲ τοῖς πεπραγμένοις καὶ βουλόμενος ἀσφαλῶς κατασκευάσασθαι τὰ περὶ αὑτὸν τήν τε πόλιν ἐξεβαρβάρωσε καὶ τὴν νῆσον ὅλην βασιλεῖ τῷ μεγάλῳ κατεδούλωσεν.

[47] παραλαβὼν γὰρ τὴν πόλιν ἐκβεβαρβαρωμένην καὶ διὰ τὴν Φοινίκων ἀρχὴν οὔτε τοὺς Ἕλληνας προσδεχομένην οὔτε τέχνας ἐπισταμένην οὔτ᾽ ἐμπορίῳ χρωμένην οὔτε λιμένα κεκτημένην ταῦτά τε πάντα διώρθωσε καὶ πρὸς τούτοις καὶ χώραν πολλὴν προσεκτήσατο καὶ τείχη προσπεριεβάλετο καὶ τριήρεις ἐναυπηγήσατο καὶ ταῖς ἄλλαις κατασκευαῖς οὕτως ηὔξησε τὴν πόλιν ὥστε μηδεμιᾶς τῶν Ἑλληνίδων ἀπολελεῖφθαι, καὶ δύναμιν τοσαύτην ἐνεποίησεν ὥστε πολλοὺς φοβεῖσθαι τῶν πρότερον καταφρονούντων αὐτῆς.

[66-7] τίνα γὰρ εὑρήσομεν τῶν τότε γενομένων, εἰ τοὺς μύθους ἀφέντες τὴν ἀλήθειαν σκοποῖμεν, τοιαῦτα διαπεπραγμένον, ἢ τίνα τοσούτων μεταβολῶν ἐν τοῖς πράγμασιν αἴτιον γεγενημένον; ὃς αὑτὸν μὲν ἐξ ἰδιώτου τύραννον κατέστησε, τὸ δὲ γένος ἅπαν ἀπεληλαμένον τῆς πολιτείας εἰς τὰς προσηκούσας τιμὰς πάλιν ἐπανήγαγε, τοὺς δὲ πολίτας ἐκ βαρβάρων μὲν Ἕλληνας ἐποίησεν, ἐξ ἀνάνδρων δὲ πολεμικούς, ἐξ ἀδόξων δ᾽ ὀνομαστούς, τὸν δὲ τόπον ἄμικτον ὅλον παραλαβὼν καὶ παντάπασιν ἐξηγριωμένον ἡμερώτερον καὶ πραότερον κατέστησεν, ἔτι δὲ πρὸς τούτοις εἰς ἔχθραν μὲν βασιλεῖ καταστὰς οὕτως αὐτὸν ἠμύνατο καλῶς ὥστ᾽ ἀείμνηστον γεγενῆσθαι τὸν πόλεμον τὸν περὶ Κύπρον, ὅτε δ᾽ ἦν αὐτῷ σύμμαχος, τοσούτῳ χρησιμώτερον αὑτὸν παρέσχε τῶν ἄλλων

Όσο ήταν βάρβαροι λοιπόν οι κάτοικοι της Σαλαμίνας, σύμφωνα με τον Ισοκράτη, ούτε τέχνη παρήγαν, ούτε εμπόριο έκαναν, ούτε λιμάνι είχαν. Εδώ βλέπουμε την διαστρέβλωση της ιστορίας προκειμένου να υποστηριχθεί η πολιτισμική ανωτερότητα των Ελλήνων. Κατά την πρώιμη αρχαϊκή περίοδο όμως, ήταν οι «βάρβαροι» Έλληνες που μιμούνταν την τέχνη και τον πολιτισμό (αλφάβητο, οργάνωση σε πόλεις-κράτη) της Ανατολής (εξού και το όνομα Orientalizing Period), ενώ οι Φοίνικες ειδικότερα ασχολούνταν ήδη με το εμπόριο και την ναυσιπλοΐα όταν οι Έλληνες ζούσαν ακόμα «κατὰ ἔθνη καὶ κατὰ κώμας ἀτειχίστους» στους «σκοτεινούς» αιώνες. Στην Οδύσσεια, το επίθετο «ναυσικλυτοί» («ξακουστοί ναύτες») χαρακτηρίζει μόνο τους Φοίνικες και τους μυθικούς Φαίακες, ενώ το πολυτιμότερο αντικείμενο που έχει να προσφέρει ο Μενέλαος σαν δώρο στον Τηλέμαχο είναι ένας χρυσάργυρος κρατήρας, «ἔργον Ἡφαίστοιο», από την Φοινικική Σιδόνα.

[Οδύσσεια, 4.614-18]

αἵματός εἰς ἀγαθοῖο, φίλον τέκος, οἷ᾽ ἀγορεύεις:
τοιγὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μεταστήσω: δύναμαι γάρ.
δώρων δ᾽ ὅσσ᾽ ἐν ἐμῷ οἴκῳ κειμήλια κεῖται,
δώσω ὃ κάλλιστον καὶ τιμηέστατόν ἐστιν:
δώσω τοι κρητῆρα τετυγμένον: ἀργύρεος δὲ
ἔστιν ἅπας, χρυσῷ δ᾽ χείλεα κεκράανται,
ἔργον δ᾽ Ἡφαίστοιο. πόρεν δέ ἑ Φαίδιμος ἥρως,
Σιδονίων βασιλεύς, ὅθ᾽ ἑὸς δόμος ἀμφεκάλυψε
κεῖσέ με νοστήσαντα: τεῒν δ᾽ ἐθέλω τόδ᾽ ὀπάσσαι.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Ισοκράτη και στους Μακεδόνες. Όπως είπα, ο Ισοκράτης αποδέχεται τον Φίλιππο σαν Έλληνα καταγόμενο από τον Ηρακλή μέσω του Αργείου Τήμενου, αλλά θεωρεί τους Μακεδόνες αλλόφυλους αυτών που κατοικούν στα «Ἑλληνικά μέρη», ενώ θεωρεί ως βάρβαρους τους μη ελληνόφωνους γείτονες των Μακεδόνων, όπως οι «Ιλλυριοί» Δάρδανοι που επί Βαρδύλλιος κατάφεραν να διώξουν τον πατέρα του Φιλίππου Αμύντα από τον θρόνο της Μακεδονίας (και να τοποθετήσουν στην θέση του τον Αργαίο σαν «μαριονέττα»), ο οποίος κατάφερε να ανακτήσει την θέση του με τη βοηθεία των Λαρισσαίων.

[Ισοκράτης, προς Φίλιππον]

[32] Ἄργος μὲν γάρ ἐστί σοι πατρίς, ἧς δίκαιον τοσαύτην σε ποιεῖσθαι πρόνοιαν ὅσην περ τῶν γονέων τῶν σαυτοῦ: Θηβαῖοι δὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ γένους ὑμῶν τιμῶσι καὶ ταῖς προσόδοις καὶ ταῖς θυσίαις μᾶλλον ἢ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους

[115] οἵας ἂν αὐτὸς βουληθῇς: ῥᾴδιον γάρ ἐστιν ἐκ τῶν παρόντων κτήσασθαι τὴν καλλίστην, ἢ ἐξ ὧν παρέλαβες ἐπὶ τὴν νῦν ὑπάρχουσαν προελθεῖν. σκέψαι δ᾽ ὅτι σε τυγχάνω παρακαλῶν, ἐξ ὧν ποιήσει τὰς στρατείας οὐ μετὰ τῶν βαρβάρων ἐφ᾽ οὓς οὐ δίκαιόν ἐστιν, ἀλλὰ μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ τούτους πρὸς οὓς προσήκει τοὺς ἀφ᾽ Ἡρακλέους γεγονότας πολεμεῖν.

Ο Ισοκράτης προτρέπει τον Φίλιππο να οδηγήσει τους Έλληνες σε εκστρατεία εναντίον των βαρβάρων, τους οποίους αρμόζει να πολεμούν οι απόγονοι του Ηρακλή.

[127] διὸ καὶ σοὶ νομίζω συμφέρειν οὕτως ἀνάνδρως διακειμένων τῶν ἄλλων προστῆναι τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς ἐκεῖνον. προσήκει δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις τοῖς ἀφ᾽ Ἡρακλέους πεφυκόσι καὶ τοῖς ἐν πολιτείᾳ καὶ νόμοις ἐνδεδεμένοις ἐκείνην τὴν πόλιν στέργειν, ἐν ᾗ τυγχάνουσι κατοικοῦντες, σὲ δ᾽ ὥσπερ ἄφετον γεγενημένον ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα πατρίδα νομίζειν, ὥσπερ ὁ γεννήσας ὑμᾶς, καὶ κινδυνεύειν ὑπὲρ αὐτῆς ὁμοίως ὥσπερ ὑπὲρ ὧν μάλιστα σπουδάζεις.

Εδώ λέει στον Φίλιππο ότι πρέπει οι απόγονοι του Ηρακλή, όπως και ο πρόγονός τους, να θεωρούν όλη την Ελλάδα σαν πατρίδα τους και να ριψοκινδυνεύουν για την υπεράσπισή της. Όμως η Μακεδονία δεν ανήκει στον «τόπον τὸν Ἑλληνικὸν» και οι Μακεδόνες είναι «οὐχ ὁμόφυλοι» των Ελλήνων:

[107-8] οἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς αὑτῶν πόλεσι στάσεις καὶ ταραχὰς καὶ σφαγὰς ἐμποιοῦντες ἐκτῶντο τὴν τιμὴν ταύτην, ὁ δὲ τὸν μὲν τόπον τὸν Ἑλληνικὸν ὅλως εἴασε, τὴν δ᾽ ἐν Μακεδονίᾳ βασιλείαν κατασχεῖν ἐπεθύμησεν: ἠπίστατο γὰρ τοὺς μὲν Ἕλληνας οὐκ εἰθισμένους ὑπομένειν τὰς μοναρχίας, τοὺς δ᾽ ἄλλους οὐ δυναμένους ἄνευ τῆς τοιαύτης δυναστείας διοικεῖν τὸν βίον τὸν σφέτερον αὐτῶν.καὶ γάρ τοι συνέβη διὰ τὸ γνῶναι περὶ τούτων αὐτὸν ἰδίως καὶ τὴν βασιλείαν γεγενῆσθαι πολὺ τῶν ἄλλων ἐξηλλαγμένην: μόνους γὰρ Ἑλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας μόνος καὶ διαφυγεῖν ἠδυνήθη τοὺς κινδύνους τοὺς περὶ τὰς μοναρχίας γιγνομένους. τοὺς μὲν γὰρ ἐν τοῖς Ἕλλησι τοιοῦτόν τι διαπεπραγμένους εὕροιμεν ἂν οὐ μόνον αὐτοὺς διεφθαρμένους, ἀλλὰ καὶ τὸ γένος αὐτῶν ἐξ ἀνθρώπων ἠφανισμένον, ἐκεῖνον δ᾽ αὐτόν τ᾽ ἐν εὐδαιμονίᾳ τὸν βίον διαγαγόντα, τῷ τε γένει καταλιπόντα τὰς αὐτὰς τιμὰς ἅσπερ αὐτὸς εἶχεν.

Οι «Τημενίδες» πρόγονοι του Φιλίππου εγκατέλειψαν «τὸν τόπον τὸν Ἑλληνικὸν» και απέκτησαν την βασιλεία της Μακεδονίας διότι γνώριζαν ότι οι Έλληνες δεν ήταν μαθημένοι να υπομένουν την μοναρχία, ενώ οι άλλοι (μη Έλληνες) δεν μπορούν να οργανώσουν τον βίο τους χωρίς αυτήν. Γι΄αυτό και οι πρόγονοι του Φιλίππου ήταν οι μόνοι Έλληνες που αξιώθηκαν να άρχουν ένα «οὐχ ὁμόφυλον» γένος.

Βέβαια, το ότι οι Μακεδόνες ήταν «οὐχ ὁμόφυλοι» των Ελλήνων δε σημαίνει ότι ήταν βάρβαροι. Διότι οι «πραγματικοί» βάρβαροι είναι οι «προσοικοῦντες» των Μακεδόνων:

[Ισοκράτης, Αρχίδαμος, 46] παραπλήσια δὲ τούτοις Ἀμύντας ὁ Μακεδόνων βασιλεὺς ἔπραξεν. ἡττηθεὶς γὰρ ὑπὸ τῶν βαρβάρων τῶν προσοικούντων μάχῃ καὶ πάσης Μακεδονίας ἀποστερηθεὶς τὸ μὲν πρῶτον ἐκλιπεῖν τὴν χώραν διενοήθη καὶ τὸ σῶμα διασώζειν, ἀκούσας δέ τινος ἐπαινοῦντος τὸ πρὸς Διονύσιον ῥηθέν, καὶ μεταγνοὺς ὥσπερ ἐκεῖνος, χωρίον μικρὸν καταλαβὼν καὶ βοήθειαν ἐνθένδε μεταπεμψάμενος ἐντὸς μὲν τριῶν μηνῶν κατέσχεν ἅπασαν Μακεδονίαν, τὸν δ᾽ ἐπίλοιπον χρόνον βασιλεύων γήρᾳ τὸν βίον ἐτελεύτησεν.

Και αλλού ο Ισοκράτης χωρίζει εθνοτικά των κόσμο σε Έλληνες, Μακεδόνες και βαρβάρους:

[Ισοκράτης, Φίλιππος, 154] λοιπὸν οὖν ἐστι τὰ προειρημένα συναγαγεῖν, ἵν᾽ ὡς ἐν ἐλαχίστοις κατίδοις τὸ κεφάλαιον τῶν συμβεβουλευμένων. φημὶ γὰρ χρῆναί σε τοὺς μὲν Ἕλληνας εὐεργετεῖν, Μακεδόνων δὲ βασιλεύειν, τῶν δὲ βαρβάρων ὡς πλείστων ἄρχειν. ἢν γὰρ ταῦτα πράττῃς, ἅπαντές σοι χάριν ἕξουσιν, οἱ μὲν Ἕλληνες ὑπὲρ ὧν εὖ πάσχουσι, Μακεδόνες δ᾽ ἢν βασιλικῶς ἀλλὰ μὴ τυραννικῶς αὐτῶν ἐπιστατῇς, τὸ δὲ τῶν ἄλλων γένος, ἢν διὰ σὲ βαρβαρικῆς δεσποτείας ἀπαλλαγέντες Ἑλληνικῆς ἐπιμελείας τύχωσι.

Παροτρύνει λοιπόν ο Ισοκράτης τον Φίλιππο να είναι ευεργέτης των Ελλήνων, βασιλεύς των Μακεδόνων και άρχων των βαρβάρων και εάν έχει αυτή την τριχοτόμηση κατά νου όλοι θα τον ευγνωμονούν: οι Έλληνες για τα καλά που τους έκανε, οι Μακεδόνες γιατί τους διοικεί βασιλικά και όχι τυραννικά και «τὸ δὲ τῶν ἄλλων γένος» (οι βάρβαροι) γιατί θα τους απαλλάξει από την βαρβαρική δεσποτεία και θα τους θέσει υπό ελληνική επιμέλεια.

Με άλλα λόγια, οι Μακεδόνες είναι «οὐχ ὁμόφυλον» γένος των Ελλήνων, αλλά οι βάρβαροι είναι «τὸ δὲ τῶν ἄλλων γένος» τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Μακεδόνες.

Επομένως, έχουμε την ίδια εθνοτική τριχοτόμηση του κόσμου σε Έλληνες, Μακεδόνες και βαρβάρους που είδαμε και στον Θουκυδίδη. Αυτή η τριχοτόμηση θα ανασκευαστεί από τον Αισχίνη και τον Δημοσθένη. Ο μεν Αισχίνης σε ένα χωρίο θεωρεί την Μακεδονία ελληνικό κράτος που συμμετέχει στο πανελλήνιο συνέδριο της Σπάρτης και τον Μακεδόνα απεσταλμένο του Αμύντα ως έναν εκ των συμμετέχοντων Ελλήνων. Αντίθετα, ο Δημοσθένης θα κινηθεί προς το άλλο άκρο και θα αρνηθεί την ελληνικότητα έως και του βασιλικού οίκου και θα περιγράψει τον Φίλιππο ως βάρβαρο που δεν είχε καμία σχέση με τους Έλληνες.

[Αισχίνης, 2.32] συμμαχίας γὰρ Λακεδαιμονίων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων συνελθούσης, εἷς ὢν τούτων Ἀμύντας ὁ Φιλίππου πατὴρ καὶ πέμπων σύνεδρον καὶ τῆς καθ᾽ αὑτὸν ψήφου κύριος ὤν, ἐψηφίσατο Ἀμφίπολιν τὴν Ἀθηναίων συνεξαιρεῖν μετὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων Ἀθηναίοις. καὶ τούτων τὸ κοινὸν δόγμα τῶν Ἑλλήνων καὶ τοὺς ψηφισαμένους ἐκ τῶν δημοσίων γραμμάτων μάρτυρας παρειχόμην.

Όταν έγινε το πανελλήνιο συνέδριο στην Σπάρτη όπου συγκεντρώθηκαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι άλλοι Έλληνες για να ψηφίσουν για τη μοίρα της Αμφίπολης, ένας από αυτούς (εἷς ὢν τούτων) τους υπόλοιπους Έλληνες ήταν και ο πατέρας του Φιλίππου Αμύντας, ο οποίος έστειλε «σύνεδρον» (εκπρόσωπο) που με τη σειρά του ψήφισε μαζί με τους άλλους Έλληνεςμετὰ τῶν ἄλλων Ἐλλήνων») υπέρ της Αθήνας.

Δηλαδή, κατά τον Αισχίνη, τόσο ο Αμύντας όσο και ο εκπρόσωπός του ήταν Έλληνες. Από την άλλη, ο Δημοσθένης, ο οποίος προσπαθεί να παρομοιάσει τον Φίλιππο με τον Ξέρξη που ήθελε να υποδουλώσει την Ελλάδα, δεν βρίσκει ίχνος ελληνικότητας σε αυτόν και λέει ότι μπορεί οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι να ταλαιπώρησαν τους Έλληνες στο παρελθόν, αλλά τουλάχιστον αυτοί μπορούν να συγχωρηθούν επειδή είναι «γνήσια» τέκνα της Ελλάδος

[3ος Φιλιππικός, 30] καὶ μὴν κἀκεῖνό γ᾽ ἴστε, ὅτι ὅσα μὲν ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἢ ὑφ᾽ ἡμῶν ἔπασχον οἱ Ἕλληνες, ἀλλ᾽ οὖν ὑπὸ γνησίων γ᾽ ὄντων τῆς Ἑλλάδος ἠδικοῦντο, καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον ἄν τις ὑπέλαβεν τοῦτο, ὥσπερ ἂν εἰ υἱὸς ἐν οὐσίᾳ πολλῇ γεγονὼς γνήσιος διῴκει τι μὴ καλῶς μηδ᾽ ὀρθῶς, κατ᾽ αὐτὸ μὲν τοῦτ᾽ ἄξιον μέμψεως εἶναι καὶ κατηγορίας, ὡς δ᾽ οὐ προσήκων ἢ ὡς οὐ κληρονόμος τούτων ὢν ταῦτ᾽ ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν.

[31] εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολιμαῖος τὰ μὴ προσήκοντ᾽ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι. ἀλλ᾽ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσήκοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ᾽ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ᾽ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ᾽ ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι.

[32] καίτοι τί τῆς ἐσχάτης ὕβρεως ἀπολείπει; οὐ πρὸς τῷ πόλεις ἀνῃρηκέναι τίθησι μὲν τὰ Πύθια, τὸν κοινὸν τῶν Ἑλλήνων ἀγῶνα, κἂν αὐτὸς μὴ παρῇ, τοὺς δούλους ἀγωνοθετήσοντας πέμπει; κύριος δὲ Πυλῶν καὶ τῶν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας παρόδων ἐστί, καὶ φρουραῖς καὶ ξένοις τοὺς τόπους τούτους κατέχει; ἔχει δὲ καὶ τὴν προμαντείαν τοῦ θεοῦ, παρώσας ἡμᾶς καὶ Θετταλοὺς καὶ Δωριέας καὶ τοὺς ἄλλους Ἀμφικτύονας, ἧς οὐδὲ τοῖς Ἕλλησιν ἅπασι μέτεστι;

[περὶ τοῦ Στεφάνου, 185-6] παρακαλεῖν δὲ αὐτοὺς μηδὲν καταπλαγέντας τὸν Φίλιππον ἀντέχεσθαι τῆς ἑαυτῶν καὶ τῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἐλευθερίας, καὶ ὅτι ὁ Ἀθηναίων δῆμος, οὐδὲν μνησικακῶν εἴ τι πρότερον γέγονεν ἀλλότριον ταῖς πόλεσι πρὸς ἀλλήλας, βοηθήσει καὶ δυνάμεσι καὶ χρήμασι καὶ βέλεσι καὶ ὅπλοις, εἰδὼς ὅτι αὐτοῖς μὲν πρὸς ἀλλήλους διαμφισβητεῖν περὶ τῆς ἡγεμονίας οὖσιν Ἕλλησι καλόν, ὑπὸ δὲ ἀλλοφύλου ἀνθρώπου ἄρχεσθαι καὶ τῆς ἡγεμονίας ἀποστερεῖσθαι ἀνάξιον εἶναι καὶ τῆς τῶν Ἑλλήνων δόξης καὶ τῆς τῶν προγόνων ἀρετῆς.

ἔτι δὲ οὐδὲ ἀλλότριον ἡγεῖται εἶναι ὁ Ἀθηναίων δῆμος τὸν Θηβαίων δῆμον οὔτε τῇ συγγενείᾳ οὔτε τῷ ὁμοφύλῳ. ἀναμιμνῄσκεται δὲ καὶ τὰς τῶν προγόνων τῶν ἑαυτοῦ εἰς τοὺς Θηβαίων προγόνους εὐεργεσίας: καὶ γὰρ τοὺς Ἡρακλέους παῖδας ἀποστερουμένους ὑπὸ Πελοποννησίων τῆς πατρῴας ἀρχῆς κατήγαγον, τοῖς ὅπλοις κρατήσαντες τοὺς ἀντιβαίνειν πειρωμένους τοῖς Ἡρακλέους ἐγγόνοις, καὶ τὸν Οἰδίπουν καὶ τοὺς μετ᾽ ἐκείνου ἐκπεσόντας ὑπεδεξάμεθα, καὶ ἕτερα πολλὰ ἡμῖν ὑπάρχει φιλάνθρωπα καὶ ἔνδοξα πρὸς Θηβαίους: ”

ενώ ο αλλόφυλος Φίλιππος όχι μόνον δεν είναι Έλληνας ή σχετιζόμενος με τους Έλληνες, αλλά είναι βάρβαρος, ο οποίος δεν είναι ούτε από κάποιο αξιομνημόνευτο μέρος, αλλά πληγή/συμφορά από τη Μακεδονία, απ΄όπου δεν μπορείς ν΄αγοράσεις ούτε έναν δούλο της προκοπής. Και αυτός ο βάρβαρος διέπραξε την ἐσχάτην ύβριν και τώρα προεδρεύει τα Πύθια, που είναι κοινή (και αποκλειστική) αθλητική εκδήλωση των Ελλήνων.

Σε πολλά σημεία, ο Δημοσθένης αναφέρει ότι το μόνο πράγμα που είχε ο Φίλιππος στο μυαλό του ήταν να υποδουλώσει τις πόλεις της Ελλάδος:

[Περὶ τοῦ Στεφάνου, 65] ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοί, μᾶλλον δὲ πάντες, χεῖρον ἡμῶν ἀπηλλάχασιν. καὶ γὰρ εἰ μὲν ὡς ἐκράτησε Φίλιππος ᾤχετ᾽ εὐθέως ἀπιὼν καὶ μετὰ ταῦτ᾽ ἦγεν ἡσυχίαν, μήτε τῶν αὑτοῦ συμμάχων μήτε τῶν ἄλλων Ἑλλήνων μηδένα μηδὲν λυπήσας, ἦν ἄν τις κατὰ τῶν ἐναντιωθέντων οἷς ἔπραττεν ἐκεῖνος μέμψις καὶ κατηγορία: εἰ δ᾽ ὁμοίως ἁπάντων τὸ ἀξίωμα, τὴν ἡγεμονίαν, τὴν ἐλευθερίαν περιείλετο, μᾶλλον δὲ καὶ τὰς πολιτείας, ὅσων ἐδύνατο, πῶς οὐχ ἁπάντων ἐνδοξόταθ᾽ ὑμεῖς ἐβουλεύσασθ᾽ ἐμοὶ πεισθέντες;

Σε αυτήν την ρητορική βέβαια υπάρχουν και οι μαρτυρίες αυτών που ευεργετήθηκαν από την επέμβαση του Φιλίππου στον κυρίως Ελλαδικό χώρο κατά τον Τρίτο Ιερό Πόλεμο, όπως οι Ακαρνάνες. Ο Πολύβιος παραθέτει τα λόγια του Ακαρνάνα Λυκίσκου (211 π.Χ.) για το πως ο Φίλιππος ελευθέρωσε την Ελλάδα καταστρέφοντας τους τποικούς τυράννους που κόντεψαν να γίνουν οι δεσπότες της Ελλάδος:

[9.33.3] ἐγὼ δὲ διὰ Φίλιππον οὐ μόνον Θετταλούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας ὑπολαμβάνω σεσῶσθαι.

[6] ἐν οἷς καιροῖς Φίλιππος ἐθελοντὴν αὑτὸν ἐπιδοὺς ἐπανείλετο μὲν τοὺς τυράννους, ἠσφαλίσατο δὲ τὰ κατὰ τὸ ἱερόν, αἴτιος δ᾽ ἐγένετο τοῖς Ἕλλησι τῆς ἐλευθερίας, ὡς αὐτὰ τὰ πράγματα μεμαρτύρηκε καὶ τοῖς ἐπιγενομένοις.

[7] οὐ γὰ ρὡς ἠδικηκότα Φίλιππον Θετταλούς, καθάπερ οὗτος ἐτόλμα λέγειν, ἀλλ᾽ ὡς εὐεργέτην ὄντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ γῆν αὐτὸν ἡγεμόνα καὶ κατὰ θάλατταν εἵλοντο πάντες: οὗ πρότερον ἀνθρώπων οὐδεὶς ἔτυχε.

Και πάντα σε αντίθεση με τον Δημοσθένη (αλλά και με τους Ισοκράτη και Θουκυδίδη), ο Λυκίσκος θεωρεί τους Μακεδόνες ομόφυλους των Αιτωλών και των Αχαιών σε μια αντιπαράθεση που έχει με τους Αιτωλούς στην Σπάρτη το 211 π.Χ, στους οποίους υπενθυμίζει ότι πλέον είναι σύμμαχοι αλλόφυλων βαρβάρων (Ρωμαίων) που προσπαθούν να υποδουλώσουν τους Έλληνες:

[9.37.5-7] τίσι δὲ νῦν κοινωνεῖτε τῶν ἐλπίδων, ἢ πρὸς ποίαν παρακαλεῖτε τούτους συμμαχίαν; ἆρ᾽ οὐ πρὸς τὴν τῶν βαρβάρων; ὅμοιά γε δοκεῖ τὰ πράγμαθ᾽ ὑμῖν ὑπάρχειν νῦν καὶ πρότερον, ἀλλ᾽ οὐ τἀναντία: τότε μὲν γὰρ ὑπὲρ ἡγεμονίας καὶ δόξης ἐφιλοτιμεῖσθε πρὸς Ἀχαιοὺς καὶ Μακεδόνας ὁμοφύλους καὶ τὸν τούτων ἡγεμόνα Φίλιππον: νῦν δὲ περὶ δουλείας ἐνίσταται πόλεμος τοῖς Ἕλλησι πρὸς ἀλλοφύλους ἀνθρώπους,

Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι η σχέση των «Ελλήνων» και των «Μακεδόνων» δεν είναι σταθερή, αλλά εξαρτάται από την πηγή που χρησιμοποιούμε και τα κίνητρά της. Προς τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα, έχουμε και τους πρώτους ολυμπιονίκες από τη Μακεδονία (328 π.Χ. Κλείτων και 308 π.Χ. Λάμπος και άλλοι 5 ακολουθούν τον 3ο π.Χ. αιώνα). Με άλλα λόγια, όχι μόνον ο βασιλικός οίκος, αλλά και οι απλοί Μακεδόνες αρχίζουν να συμμετέχουν στις πανελλήνιες εκδηλώσεις. Πριν από την πρώτη εμφάνιση Μακεδόνων ολυμπιονικών, οι λίστες των Θεωροδόκων μαρτυρούν ότι μεταξύ 360 π.Χ. και 323 π.Χ. στην Μακεδονία οι πόλεις απέκτησαν σχετική αυτονομία ώστε να έχουν ξεχωριστούς θεωροδόκους η κάθε μία. Με άλλα λόγια, οι απλοί Μακεδόνες εντάχθηκαν στο Ελληνικόν όταν άρχισαν να κατοικούν σε ελαφρώς αυτόνομες πόλεις:

Olmp-Thrd

(συνέχεια στο μέρος #7)

5 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία