Tag Archives: εθνολογία

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #2

Μετά τα προλεγόμενα της πρώτης ανάρτησης στη σημερινή ανάρτηση θα περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα. Αυτές είναι:

  1. Ιστορίες όπως αυτή του Γενέσιου (γραμμένη γύρω στο 940, εξιστορεί τα γεγονότα του 9ου αιώνα) και του Λέοντα του Διακόνου (γραμμένη κατά το διάστημα 995-1000, εξιστορεί τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή, την έχω περιγράψει σε τρεις αναρτήσεις, #1, #2, #3). Κατά την ίδια περίοδο γράφτηκαν τα πρώτα βιβλία των «Συνεχιστών Θεοφάνους», γράφτηκαν κάποιες από τις συνέχειες του χρονικού του Γεωργίου του Μοναχού (το δικό του γνήσιο χρονικό τελειώνει με τον θάνατο του Θεόφιλου το 842) και ο Μανουήλ ο Πρωτοσπαθάριος έγραψε ένα χαμένο χρονικό που χρησιμοποίησε ως πηγή ο Συμεών ο Λογοθέτης/Μάγιστρος για το δικό του χρονικό, το οποίο (σύμφωνα με τον Warren Treadgold) ολοκλήρωσε το τελευταίο έτος της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (969).
  2. Τακτικά εγχειρίδια (η καινοτομία της περιόδου), όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (γράφτηκαν λίγο μετά το 900, έχω κάνει ήδη μια λεξικολογική και εθνολογική ανάρτηση γι΄αυτό το σύγγραμμα), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (γράφτηκε γύρω στο 965), το «Περὶ Παραδρομής» που συγγράφηκε την ίδια περίοδο με τη «Στρατηγική Έκθεση» από υψηλόβαθμο αξιωματικό του επιτελείου του Νικηφόρου Φωκά και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (γράφτηκαν γύρω στο 1000)
  3. Τα πάμπολλα γραπτά του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, ίσως ο πολυγραφότερος των βυζαντινών αυτοκρατόρων
  4. Άλλες πηγές όπως οι επιστολές του Πατριάρχη Νικολάου Α΄ Μυστικού, τα ποιήματα του Ιωάννη Κυριώτη του Γεωμέτρη κλπ.

Continue reading

36 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Ιστορία του Ατταλειάτη #1

Αυτή θα είναι η πρώτη ανάρτηση με θέμα την εθνολογική διερεύνηση της Ιστορίας του Μιχαήλ Ατταλειάτη. Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω το υλικό εθνολογικού ενδιαφέροντος που έχω συλλέξει από το πρώτο μέρος της ιστορίας, μέχρι και τον θάνατο του καθηρημένου και τυφλωμένου Ρωμανού Διογένη το 1072. Στην δεύτερη ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω το αντίστοιχο υλικό από το υπόλοιπο της Ιστορίας. Continue reading

11 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου #1: προλεγόμενα

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα την ιστορία του Λέοντος του Διακόνου. Το βασικό θέμα της ιστορίας του Λέοντα είναι οι βασιλείες των στρατιωτικών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή.  Η ιστορία ξεκινάει με τον Νικηφόρο Φωκά να είναι ήδη καταξιώμενος Δομέστικος [των Σχολών] της Ανατολής επί βασιλείας Ρωμανού Β΄ και με τον αδελφό του Λέοντα Φωκά να είναι Δομέστικος [των Σχολών] της Δύσης. Το πρώτο πολεμικό γεγονός της ιστορίας είναι η επιτυχής εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά που οδήγησε στην κατάλυση του Αραβικού Εμιράτου της Κρήτης και στην ρωμαϊκή ανάκτηση της μεγαλονήσου (961 μ.Χ.). Το τελευταίο γεγονός της ιστορίας του Λέοντα είναι ο θάνατος του Ιωάννη Τσιμισκή (976 μ.Χ.) αν και, λίγες παραγράφους πριν το τέλος, ο Λέοντας αναφέρει συνοπτικά μερικά γεγονότα που συνέβησαν επί βασιλείας του Βασιλείου Β΄, όπως η ταπεινωτική ρωμαϊκή ήττα στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού (986 μ.Χ.) εναντίον των Βουλγάρων και οι αποστασίες του Βάρδα Σκληρού (976-979) και του Βάρδα Φωκά (987-989 μ.Χ.).

Επειδή, οι ημερομηνίες θα είναι πάντοτε μ.Χ., από εδώ και πέρα θα γράφω μόνο τον αριθμό του έτους.

Το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο της Ιστορίας του Λέοντα του Διακόνου μπορείτε να το κατεβάσετε ως pdf από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Byz-hist-Leo-Deacon

Την αγγλική μετάφραση (με εισαγωγή και αναλυτικές σημειώσεις) των Alice-Mary Talbot και Denis F. Sullivan (Dumbarton Oaks/Harvard University Press, 2005) μπορείτε να την κατεβάσετε σε pdf σε αυτόν εδώ τον σύνδεσμο (ευγενική προσφορά του Φερίστου Δώτορος Εάων Βατάλου).

Leo

Όπως θα εξηγήσω παρακάτω στα βιογραφικά στοιχεία, ο Λέων έγραψε την ιστορία του κατά την περίοδο 995-1000 και ήταν αυτόπτης μάρτυρας πολλών από τα γεγονότα που περιγράφει. Η ιστορία του, χωρισμένη σε δέκα βιβλία, είναι ενδιαφέρουσα γιατί περιγράφει έναν καλοεκπαιδευμένο Ρωμαϊκό στρατό που συμπεριφέρεται ακριβώς όπως συνιστούν τα Πολεμικά Εγχειρίδια του 10ου αιώνα, όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (~900), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (~965) και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (~1000).

Για τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού έχω κάνει τις δύο παρακάτω αναρτήσεις:

Η Λατινική Ορολογία στα «Τακτικά» του ΛΣ

Εθνολογικές Παρατηρήσεις στα «Τακτικά» ΛΣ

Για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Λέοντα, τα Ρωμαϊκά στρατεύματα του 10ου αιώνα είναι «δυσάντητα» (= δυσκόλως αντιμετωπίσιμα, ἀντάω), «δυσεκβίαστα» (= δυσνίκητα), «ἀκαταγώνιστα» και τα «φρίττει καὶ τέθηπε ἡ βάρβαρος» (τα τρέμει και τα θαυμάζει όλη η βάρβαρος οικουμένη). Στην Ιστορία του Λέοντα βλέπουμε το λεγόμενο Ακριτικό Ήθος, δηλαδή τόσο οι στρατηγοί όσο και οι απλοί στρατιώτες της Μικράς Ασίας είναι υπερήφανοι που είναι «ἀγαθοί τὰ πολέμια» (εμπειροπόλεμοι), «αἱμάτων ἄνδρες» (άνδρες βαπτισμένοι στο αίμα του πολέμου, αιμοβαφείς) και είναι υπερήφανοι που είναι «ὑπαίθριοι» (έχουν μεγαλώσει κάτω από τον αίθριο ουρανό) και δεν είναι «σκιατραφῆ ἀνδράρια» (~ «αναθρεμμένοι κάτω από την στέγη ~ στα σαλόνια»), όπως οι «τρυφηλοί Βυζάντιοι» (καλομαθημένοι Κων/πολίτες).

Η Στρατιωτική Ιστορία του 10ου Αιώνα

Ο δέκατος αιώνας ξεκινάει με την Ρωμαΐδα εξασθενισμένη και με την Βουλγαρία του Συμεών ως τον κύριο πρωταγωνιστή των Βαλκανίων. Η αποκορύφωση αυτής της κατάστασης είναι η ταπεινωτική Ρωμαϊκή ήττα στην μάχη της Αγχιάλου το 917 και ο ακόμα πιο ταπεινωτικός φόρος που οι Ρωμαίοι συμφώνησαν να πληρώνουν κάθε χρόνο στον Συμεών για να μην τους ενοχλεί. Οι διάδοχοι του Συμεών συνέχισαν να αποσπούν αυτόν τον φόρο μέχρι την άνοδο του Νικηφόρου Φωκά στον ρωμαϊκό θρόνο.

Ωστόσο, η αναβίωση της Τακτικής επιστήμης, οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις που την συνόδεψαν και η στρατολόγηση πολλών Αρμενίων που άρχισαν να συρρέουν στις ανατολικές ακριτικές περιοχές, άρχισαν να αποδίδουν καρπούς από το 930 και έπειτα. Το 934 ο αρμενικής καταγωγής στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας κατάκτησε την αραβοκρατούμενη Μελιτηνή και το 949 ακολούθησε η κατάκτηση της αραβοκρατούμενης Θεοδοσιουπόλεως (Erzurum). Στους μουσουλμάνους κατοίκους αυτών των δουρίκτητων περιοχών δόθηκε η ευκαιρία ή να φύγουν ή να εκχριστιανιστούν, ενώ έγινε και εγκατάσταση χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους οι μεταγενέστερες Αρμενικές πηγές χωρίζουν σε Αρμένιους (Hayer) σε «Έλληνες» (Yunakan, δηλαδή εθνοτικούς Ρωμαίους). Ο Νικηφόρος Φωκάς κατέκτησε τα Σαμόσατα το 958 και την Γερμανίκεια (γενέτειρα του Λέοντος Γ΄ του «Ισαύρου») το 962. Ήδη το 961 ο Φωκάς είχε ολοκληρώσει την ανάκτηση της Κρήτης, το 964-5 κατέκτησε την Κιλικία (Αδάνα, Ταρσός και 20 άλλα φρούρια) και, ταυτόχρονα, ανακτήθηκε πλήρως η Κύπρος που, για τρεις περίπου αιώνες, βρισκόταν σε ένα περίεργο Αραβο-Ρωμαϊκό condominium (συγκυριαρχία, οι φόροι του νησιού πήγαιναν μισοί στους Άραβες και μισοί στους Ρωμαίους). Η αποκορύφωση των ανατολικών εκστρατειών ήταν το 969 όταν ο Μιχαήλ Βούρτζης (χωρίς την έγκριση του Φωκά) κατέκτησε την Αντιόχεια. Το 966, ο Φωκάς αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο στους πρέσβεις των Βουλγάρων, τους οποίους τιμώρησε με ράπισμα για την «αυθάδειά» τους, κηρύττοντας πόλεμο στην Βουλγαρία. Ταυτόχρονα, έστειλε τον Καλοκυρό στους Ρώς του Κιέβου, για να εξασφαλίσει την συμμαχία τους κατά των Βουλγάρων. Ο «Σφενδοσλάβος» (Sviatoslav < Svętoslavŭ = «Ἱεροκλῆς») του Κιέβου εισέβαλε στην Βουλγαρία και κατέκτησε εύκολα την βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβα, κάνοντας την Πρεσλαβίτσα (κοντά στο δέλτα του Δούναβη) νέα πρωτεύουσα του Ρωσικού του κράτους. Οι Ρως συνέχισαν να επεκτείνονται απειλητικά στα Βαλκάνια (κατέκτησαν μέχρι και την Φιλιππούπολη) και, σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, ο Σβιάτοσλαβ έστειλε τελεσίγραφο στους Ρωμαίους συνιστώντας τους «να εγκαταλείψουν αμέσως την Ευρώπη που δεν τους ανήκε και να περιοριστούν στην Ασία!», ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος.

[6.10] Ὁ δὲ Σφενδοσλάβος, ταῖς κατὰ τῶν Μυσῶν νίκαις ἐπὶ μέγα αἰρόμενος, καὶ τῇ βαρβαρικῇ αὐθαδείᾳ ὑπέροπλα βρενθυόμενος […] ὑπεραύχους καὶ αὐθάδεις τὰς ἀποκρίσεις τοῖς πρέσβεσι Ῥωμαίων ἐξέφερε: […] ἀλλὰ τῆς Εύρώπης θᾶττον ἀφίστασθαι, ὡς μὴ προσηκούσης αὐτοῖς, καὶ πρὸς τὴν Ἀσίαν μετασκευάζεσθαι. Ἄλλως γὰρ μὴ οἴεσθαι, Ταυροσκύθας εἰς σπονδὰς Ῥωμαίων ξυμβήσεσθαι.

Με άλλα λόγια, με αυτό το τελεσίγραφο, αν δεν είναι βυζαντινό εφεύρημα για να δικαιολογηθεί η βυζαντινή εισβολή στην ρωσοκρατούμενη Βουλγαρία, ο Σβιατοσλάβος αρνείται να αναγνωρίσει όλη την ρωμαϊκή reconquista βαλκανικών εδαφών που πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά την περίοδο 740-840.

Whittow-700-917

Ο Ιωάννης Τσιμισκής, που ανέβηκε στον θρόνο το 969 δολοφονώντας τον θείο του Νικηφόρο Φωκά, το 970 κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώς, στέλνοντας με τη σειρά του το δικό του τελεσίγραφο, στο οποίο συνιστούσε στον Σβιατοσλάβο «να φύγει οικειοθελώς από την «Μυσία» που δεν του ανήκε και να επιστρέψει στην πατρίδα του, για να μην τον πετάξουν έξω με το ζόρι οι Ρωμαίοι!»

[6.10] Ἱωάννης δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, τὰς τοιαύτας ἀποκρίσεις τοῦ Σκύθου δεξάμενος, καὶ αὖθις τοῖς προαποεσταλμένοις ἀμείβεται τάδε: […] διὰ ταῦτα εἰσηγούμεθα τε ὑμῖν ὡς φίλοις, καὶ συμβουλεύομεν, ἐξαυτῆς ἀπαίρειν τῆς μηδέν τι προσηκούσης χώρας ὑμῖν, […] ἐν Χριστῷ γὰρ θαρρούμεν τῷ ἀθανάτῳ Θεῷ, ὡς, εἰ μὴ τῆς χώρας ἀπέλθοιτε, καὶ ἄκοντες παρ΄ἡμῶν ταύτης ἀπελαθήσεσθε!

Ο Τσιμισκής ηγήθηκε στην συνέχεια της ρωμαϊκής εισβολής στην ανατολική Βουλγαρία (970-971) που ολοκληρώθηκε με την εκδίωξη των Ρώσων από τα Βαλκάνια (η μεγαλύτερη μάχη αυτής της εκστρατείας ήταν η πολιορκία/μάχη του Δορυστόλου) και την επίσημη ρωμαϊκή κατάκτηση της Βουλγαρίας, η οποία επισφραγίστηκε με μια τελετή, στην οποία ο Τσάρος Βόρις Β΄ παρέδωσε τα «παράσημα» της βουλγαρικής βασιλείας στον Τσιμισκή και τιμήθηκε με το αξίωμα του πατρικίου. Οι Βούλγαροι ζουπάνοι που δεν αποδέχτηκαν την ρωμαϊκή κατάκτηση ανασυγκροτήθηκαν γύρω από τους αδελφούς «Κομητόπουλους» στα δυτικά βουλγαρικά εδάφη (Σκόπια, Οχρίδα), όπου τελικά ο Σαμουήλ ανακηρύχθηκε νέος Τσάρος Βουλγαρίας και αντιστάθηκε δυναμικά στην Ρωμαϊκή κατάκτηση. Η οριστική ρωμαϊκή κατάκτηση/προσάρτηση όλης της Βουλγαρίας έγινε το 1018. Επιστρέφοντας στον Τσιμισκή, μετά την βουλγαρική εκστρατεία 970-1, επέστρεψε στο ανατολικό θέατρο επιχειρήσεων, όπου κατάφερε να κατακτήσει τις παράκτιες πόλεις μέχρι την Σιδώνα και να αναγκάσει την Δαμασκό σε πληρωμή φόρου υποτέλειας στους Ρωμαίους.

Ο διάδοχος του Τσιμισκή Βασίλειος Β΄ αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει δύο αποστασίες εμπειροπόλεμων και δημοφιλών στρατηγών που αυτονόμησαν σχεδόν ολόκληρη την Μικρά Ασία (αυτήν του Βάρδα Σκληρού 976-979 και αυτήν του Βάρδα Φωκά 987-989) και, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίσει τους Βούλγαρους του Σαμουήλ, χωρίς να έχει στην διάθεσή του την στασιάζουσα πλειοψηφία των καλοεκπαιδευμένων Ανατολικών στρατευμάτων. Τελικά, ο Βασίλειος βγήκε από την δύσκολη θέση παντρεύοντας την αδελφή του Άννα με τον Βλαδίμηρο του Κιέβου, ο οποίος εκχριστιανίστηκε και έδωσε στον Βασίλειο τους Βαράγγους μισθοφόρους που αποτέλεσαν την κύρια «στρατιωτική χείρα» του Βασιλείου (ο όρος «χείρ» χρησιμοποιείται συχνά από τους βυζαντινούς συγγραφείς με την σημασία «στράτευμα/στρατός», λ.χ. ορισμός V εδώ).

Επειδή και στις δύο αποστασίες τα μικρασιατικά στρατεύματα σχεδόν σύσσωμα τάχθηκαν με τους στασιάζοντες μικρασιάτες στρατηγούς τους και όχι με τον νόμιμο βασιλέα της Κωνσταντινούπολης, στις τελευταίες δεκαετίες της βασιλείας του, ο Βασίλειος άρχισε μια διαδικασία αποδυνάμωσης της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Μικράς Ασίας, ώστε να μπορέσει να επαναφέρει τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινουπόλεως στην περιοχή. Από αυτήν την διαδικασία προέκυψε στα θέματα μια νέα «πολιτική» διοικητική ιεραρχία που απορρόφησε πολλές από τις πολιτικές εξουσίες της παραδοσιακής θεματοστρατιωτικής ιεαρχίας. Η βασικότερη παράπλευρη απώλεια αυτής της διαδικασίας ήταν η παρακμή του θεσμού των θεμάτων και η μικρασιατική στρατιωτική αποδιοργάνωση του 11ου αιώνα που, ενισχυμένη από τα οικονομικά προβλήματα του 11ου αιώνα και τις θρησκευτικές διαμάχες Ορθοδόξων και «αιρετικών» μιαφυσιτικών Αρμενίων, θα καταλήξει στην ήττα του Ματζικέρτ το 1071 και στην σελτζουκική κατάκτηση της Μικράς Ασίας.

Στα μέσα του 10ου αιώνα, τα μικρασιατικά στρατεύματα ήταν η ραχοκοκκαλιά του εθνικού Ρωμαϊκού στρατού που ήταν ο πιο πειθαρχημένος και εκσυγχρονισμένος στρατός της εποχής του. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, ο στρατός είχε πάψει να είναι εθνικός ρωμαϊκός θεσμός, ο μικρασιατικός στρατός είχε διαλυθεί πλήρως (η ραχοκοκαλιά του εναπομείναντος εθνικού στρατού ήταν πια οι Μακεδόνες [= Αδριανουπολίτες]) και οι αυτοκράτορες βασίζονταν ολοένα και περισότερο σε ξένους μισθοφόρους (Βαράγγους, Φράγκους, Τούρκους).

10th-ce

Για να καταλάβετε σε τι βαθμό ήρθαν τα πάνω κάτω κατά τον αιώνα 950-1050, θα παραθέσω δύο χωρία. Όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανακηρύχθηκε Βασιλέας των Ρωμαίων από τα στρατεύματά του στην Καππαδοκία και κίνησε μαζί με αυτά για την Κων/πολη, ώστε να παραλάβει επίσημα τον θρόνο, την εξουσία στην πρωτεύουσα ασκούσε ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας, ως επίτροπος της χήρας Θεοφανούς (όμορφη Λάκαινα εξ ασήμου γένους, κατά τον Λέοντα) και των ανήλικων γιων της (Βασίλειος Β΄ και Κωνσταντίνος Η΄).

Όταν ο Βρίγγας, λοιπόν, προσπάθησε να παροτρύνει τον Δομέστικο Δύσεως και μονοστράτηγο Μακεδονίας και Θράκης Μαριανό Αργυρό ν΄αντιμετωπίσει τα ανατολικά στρατεύματα του Φωκά με τα δικά του δυτικά στρατεύματά, ο δεύτερος -σύμφωνα με τον Λέοντα- απάντησε:

[3.2] ἔφη πρὸς τὸν λόγον ὁ Μαριανός: πίθηκον διερεθίζων καῖ προτρεπόμενος καθωπλισμένῳ γίγαντι διαμάχεσθαι, ὃν οὐ μόνο τὰ πρόσοικα φῦλα πέφρικε τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἀνίσχων τε καὶ δυόμενος ὁ ἥλιος ἐφορᾷ.

Μετάφραση: είναι σαν να παροτρύνεις έναν πίθηκο ν΄αντιμετωπίσει έναν καθωπλισμένο γίγαντα, τον οποίο τρέμουν όχι μόνο τα πρόσοικα (γειτονικά) των «εθνών» (βαρβάρων) φύλα, αλλά όλα τα φύλα των εθνών που βλέπουν τον ήλιο να ανατέλει και να δύει (δηλαδή ἅπαν τὸ βάρβαρον).

Ένα αιώνα μετά από αυτήν την δήλωση του αδριανουπολίτη Μαριανού Αργυρού, ο «καθωπλισμένος γίγας» ήταν πια ανύπαρκτος και οι «πίθηκοι» (αξιωματικοί του θέματος Μακεδονίας), γνωρίζοντας ότι πια διοικούσαν τα καλύτερα σώματα από τον εναπομείναντα εθνικό ρωμαϊκό στρατό, είχαν αναπτύξει τέτοια αλαζονεία, ώστε ο Ψελλός περιγράφει έναν από αυτούς (τον Λέοντα Τορνίκιο) ως «ἐρυγγάνοντα μακεδονικὴν μεγαλαυχίαν» (όταν μιλούσε, το στόμα του «βρομούσε» μακεδονική μεγαλαυχία).

[Ψελλός, Χρονογραφία, 6.99] τὸ μὲν ὄνομα Λέων, τὸ δὲ γένος Τορνίκιος, τὴν Ἀδριανούπολιν οἰκῶν, καὶ Μακεδονικὴν ἐρυγγάνων μεγαλαυχίαν,

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν κατά την περίοδο 935-1025 φαίνονται στον παρακάτω χάρτη, όπου οι διακεκομμένες γραμμές δείχνουν το τελικό τους αποτέλεσμα. Πρόσθεσα την κόκκινη καμπύλη που χωρίζει τους Σερβοκροάτες, γιατί αυτοί δεν έγιναν ποτέ μέλη της Πολιτείας των Ρωμαίων, αλλά απλώς αναγνώρισαν τυπικά ότι ανήκαν στην σφαίρα ελέγχου του Βασιλείου Β΄. Για την Άννα Κομνηνή (λ.χ. [8.7.2-5] για το μεσαίχμιον και [9.10] για τον βάρβαρο Δαλματό/Σέρβο Βολκάνο/Vukan), το όρος «Ζυγός» (Kopaonik) ήταν ξεκάθαρα το «μεσαίχμιον» (σύνορο) που χώριζε την «ημεδαπή/ημέτερη Ρωμαϊκή χώρα» από την «βάρβαρη» Δαλματία. Όταν οι «Δαλματοί» επιτίθενται στην «ημεδαπή χώρα» θεωρούνται «παράσπονδοι» και όχι αποστάτες/στασιαστές.

map1

Τα Βιογραφικά Στοιχεία του Λέοντος του Διακόνου

Στην ιστορία του ο Λέων παραθέτει αρκετά βιογραφικά στοιχεία. Στην αρχή μας λέει ότι πατρίδα του ήταν το χωριό Καλόη (στο θέμα των Θρακησίων, σημερινό τουρκικό Keles), στις νότιες «κλιτῦς» (= πρόποδες) του όρους Τμώλος που κοιτάνε προς την άνω κοιλάδα του ποταμού Καΰστρου.

Kaloe

[1.1] ὁ δὲ ταῦτα συντάξας Λέων εἰμι Βασιλείου υἱός. Πατρὶς δέ μοι Καλόη, χωρίον τῆς Ἀσίας τὸ κάλλιστον, παρὰ τὰς κλιτῦς τοῦ Τμώλου ἀνῳκισμένον, ἀμφὶ τὰς πηγὰς τοῦ Καϋστρίου ποταμοῦ,

Η άλλη πληροφορία που μας παρέχει ο Λέων είναι ότι στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά ήταν «μειράκιον» (νεανίας) και ολοκλήρωνε την «συλλογήν λόγων» και την «ἐγκύκλιον παίδευσίν» του στην Κωνσταντινούπολη. Δηλαδή γύρω στο 965 πρέπει να ήταν περίπου 20 ετών.

[1.7] τότε δὲ καὶ αὐτὸς ἐπεχωρίαζον ὁ ταῦτα γράφοντι Βυζάντιος, έπὶ λόγων συλλογήν τε καὶ παίδευσιν, μειράκιον ὤν.

[1.11] τότε καὶ αὐτὸς ἐγὼ τῷ Βυζάντιῳ ἐπεχωρίαζον, μετιών τὴν ἐγκύκλιον παίδευσιν.

Ο Λέων έγραψε την ιστορία του μετά το 995 και πριν από το 1000, επειδή γράφει πως ο Βασίλειος Β΄ χρειάστηκε έξι χρόνια για να επιδιορθώσει τις ζημιές της Αγιασοφιάς που προκάλεσε ο σεισμός που συνέβη τον Οκτώβριο του 989 (άρα γράφει μετά το 989+6=995) και, από την άλλη, αρχίζει την ιστορία του αναφέροντας τις εσχατολογικές χριστιανικές ανησυχίες του τέλους της 1ης χιλιετίας. Πολλοί χριστιανοί πίστευαν ότι η δευτέρα παρουσία θα γινόταν 1000 χρόνια μετά την πρώτη έλευση του Χριστού, δηλαδή γύρω στο 1000) και ο Λέων γράφει πως «ίσως είμαστε στα πρόθυρα της Δευτέρας Καταβάσεως του Χριστού και το καράβι της ζωής ίσως φτάνει στον όρμο της συντέλειας».

[1.1] καὶ τὴν προσδοκωμένην δευτέραν κατάβασιν τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ ἐπὶ θύραις ἐγγίζειν. […] αὐτίκα καὶ κατὰ πόδας τὸ βιωτικὸν πορθμεῖον ἐν τῷ τῆς συντελείας ὅρμῳ ἐλλιμενίζειν,

Το 986 ακολούθησε –δυστυχώς, όπως ο  ίδιος τονίζει- τον Βασίλειο Β΄ ως διάκονος στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού όπου παραλίγο θα γινόταν παρανάλωμα της «Σκυθικής» (= βουλγαρικής) μάχαιρας, αν δεν τον έσωζε η θεία πρόνοια. 

[10.8] τότε δὴ καὶ αὐτὸς ὁ ταῦτα ἐκτραγῳδῶν ἐκεῖσε παρήμην, τῷ κρατοῦντι δυστυχῶς συνεπόμενος καὶ τῇ τοῦ διακόνου λειτουργίᾳ ὑπηρετούμενος. Καὶ κᾂν ἐξεχύθη μου παρὰ μικρὸν τὰ διαβήματα, καὶ μάχαιρας Σκυθικῆς γέγονα παρανάλωμα, εἰ μὴ με θεία τις ἐξ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου ἀπήγαγε πρόνοια,

Όσον αφορά το συγγραφικό του ύφος, ο Λέων επέλεξε ως βασικό πρότυπο μιμήσεως τον Αγαθία, ενώ δείχνει και στοιχεία από τον Προκόπιο, τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο. Η συχνή χρήση ομηρικών φρασημάτων δείχνει εξοικείωση με τα Ομηρικά Έπη. Φυσικά, όπως θα δείξω και στο εθνολογικό μέρος, η στάση του ως προς τους «Ἕλληνες» και την «θύραθεν/ἔξωθεν» παιδεία είναι τυπικά Χριστιανική και Ρωμαϊκή.

Ένα ιδιάζον γλωσσολογικό χαρακτηριστικό του Λέοντα που μου έκανε εντύπωση είναι η χρήση της προθέσεως πρὸς+γενική για την δήλωση της οργανικότητας. Η αρχαία Ελληνική χρησιμοποιούσε την πρόθεση ὑπό+γενική, ενώ εμείς στην Νεοελληνική χρησιμοποιούμε από+αιτιατική.

Παραθέτω μερικούς στίχους της Ιλιάδας και την νεοελληνική τους μετάφραση για να δείτε τι εννοώ.

[Ιλιάδα, 3.126-8]

οὕς ἑθεν εἵνεκ᾽ ἔπασχον ὑπ᾽ Ἄρηος παλαμάων·

[Ιλιάδα, 3.435-6]

ἀφραδέως, μή πως τάχ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῦ δουρὶ δαμήῃς

ἔπασχον ὑπ΄Ἄρηος παλαμάων = υπέφεραν από τις παλάμες του Άρη

μὴ πως τάχ΄ὑπ΄αὐτοῦ δουρὶ δαμήῃς = για να μην σκοτωθείς από αυτόν με δόρυ.

Ο Λέων ο Διάκονος χρησιμοποιεί μία μόνο φορά τον τύπο ὑπό+γενική, μία μόνο φορά τον τύπο ἀπό+γενική και, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιεί τον ιδιάζοντα τύπο πρὸς+γενική:

[7.2] οἵ γε πάντως ὑπὸ θεοβλαβείας παρακροτούμενοι

«οι οποίοι πλήχθηκαν εντελώς από θεοβλάβεια»

[8.10] νῦν ἀπὸ Ῥωμαίων αἰσχρῶς ἡττηθέντες

«να ηττηθούν τώρα αισχρώς από τους Ρωμαίους»

Τώρα προσέξτε όλες τις άλλες περιπτώσεις:

[2.5] λέγεται δὲ τοσοῦτον αὐτουργηθῆναι φόνον τοῦ βαρβαρικοῦ πλήθους πρὸς τῶν Ῥωμαίων,

«Λέγεται ότι σκοτώθηκαν τόσο πολλοί βάρβαροι από τους Ρωμαίους

[6.4] καὶ πρὸς τοῦ Πολυεύκτου στεφθείς,

«και [ο Τσιμισκής] στέφθηκε από τον [πατριάρχη] Πολύευκτο

[7.1] καὶ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ ἀναφανδόν ἀνερρήθη πρὸς τῶν συστασιωτῶν

«και ανακηρύχθηκε δημοσίως αυτοκράτωρ των Ρωμαίων από τους συστασιώτες

[7.6] Ὠηλέοντα, πρὸς δὲ τῆς ἀγροικικῆς ἱδιωτείας κεκλῆσθαι Γωλέοντα.

«Ωηλέων, που αποκλήθηκε δε Γωλέων από την αγροικική ιδιωτεία»

[8.2] ἀναμαθών τε πρὸς τῶν σκοπῶν,

«και έμαθε από τους σκοπούς

[8.6] ἥκειν Μυσοῖς τιμωρήσων, δεινὰ πεπόνθοσι πρὸς τῶν Σκυθῶν.

«ήρθε ως επιτιμήτωρ στους Μυσούς, που είχαν πάθει τόσα δεινά από τους Σκύθες»

[9.8] τοὺς πρὸς τῶν ἐναντίων κατακτεινόμενους ἐν τοῖς πολέμοις,

«αυτοί που σκοτώνονται στους πολέμους από τους ενάντιους

[9.6] εἴτε πρὸς Ἀναχάρσεως ταῦτα καὶ Ζαμόλξιδος, τῶν σφετέρων φιλοσόφων, μυηθέντες, εἴτε καὶ πρὸς τῶν τοῦ Ἀχιλλέως ἑταίρων.

«και έχουν μυηθεί σε αυτά είτε από τους φιλοσόφους τους Ανάχαρσι και Ζαμόλξι είτε από τους εταίρους του Αχιλλέα

[9.10] κυκλοθέντες τε πρὸς τοῦ Μαγίστρου Βάρδα

περικυκλώθηκαν από τον Μάγιστρο Βάρδα

[10.8] ἡ Τρωϊκὴ φάλαγξ πρὸς τῶν Ἀχαιῶν εἰς φυγὴν ἀγεννῆ συνεκλείετο.

«η Τρωική φάλαγγα τράπηκε από τους Αχαιούς σε αγεννή φυγή.»

Ένα άλλο ιδιάζον στοιχείο του Λέοντα είναι η χρήση λογίων νεολογισμών στην θέση των παραδοσιακών όρων. Έτσι οι κατάφρακτοι ονομάζονται «πανσίδηροι ἱππόται», οι δρόμωνες που εκτόξευαν το «ὑγρόν/Μηδικόν πῦρ» ονομάζονται «πυρφόροι τριήρεις», ενώ οι όροι «ὁμαίμων, ὅμαιμος, σύναιμος» χρησιμοποιούνται συνεχώς αντί του κοινότυπου «ἀδελφός».

[1.2] καὶ ταχυπλοήσας, πυρφόρους τε τριήρεις πλείστας ἐπαγόμενος, δρόμονας ταύτας Ῥωμαῖοι καλοῦσι,

[4.3] κατὰ μέτωπον μὲν τοὺς πανσιδήρους ἱππότας ἱστῶν

[2.1] Λέοντα τὸν Φωκᾶν, ὁμαίμονα τοῦ Νικηφόρου τελοῦντα,

[6.2] Λέων Κουροπαλάτης, ὁ τοῦ Νικηφόρου σύναιμος,

Ο Ρωμαϊκός στρατός του 10ου αιώνα

Η αγγλική έκδοση/μετάφραση της Ιστορίας του Λέοντα του Διακόνου των Talbot-Sullivan περιέχει ένα πολύ ωραίο εισαγωγικό κεφάλαιο για τον βυζαντινό στρατό του 10ου αιώνα, γραμμένο από τον George T. Dennis (που έχει μεταφράσει πολλά από τα «Τακτικά» συγγράμματα της περιόδου), στο οποίο παρουσιάζονται τα βασικά συμπεράσματα του Eric McGeer που εξειδικεύεται σε αυτό το θέμα.

Παραδοσιακά, ο ρωμαϊκός στρατός της περιόδου 750-900 διακρινόταν σε θέματα (= επαρχιακά εγχώρια στρατεύματα υπό την εξουσία του θεματικού στρατηγού) και τάγματα (= τα επίλεκτα στρατεύματα που ακολουθούσαν τον αυτοκράτορα σε εκστρατεία, τα οποία διοικούσε ο Δομέστικος των Σχολών). Αν και τα τάγματα δημιουργήθηκαν από τον Κωνσταντίνο «Κοπρώνυμο», στην πραγματικότητα είναι ο λειτουργικός διάδοχος των τετραρχικών Comitatenses και των μεταγενέστερων Praesentales, από τους οποίους προέκυψε το αρχικά μεγάλο θέμα του Οψικίου (Obsequium ~ ακολουθία) που, μετά την αποστασία του Αρταβάσδου, διασπάστηκε σε μικρό Οψίκιον, θέμα Οπτιμάτων και θέμα Βουκελλαρίων, ώστε να περιοριστεί η ισχύς του Κόμητος (και όχι στρατηγού) του Οψικίου.

Εν καιρό πολέμου, τα θεματικά στρατεύματα τελούσαν υπό την εξουσία του Δομέστικου των Σχολών, ο οποίος γινόταν «στρατηγός-αυτοκράτωρ». Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού Β΄ το αξίωμα του Δομέστικου των Σχολών διαιρέθηκε σε δύο νέα αξιώματα: Δομέστικος [των Σχολών] της Ανατολής/Εώας και Δομέστικος [των Σχολών] της Δύσης/Εσπέρας. Οι πρώτοι δύο γνωστοί τέτοιοι «διπλοί» Δομέστικοι ήταν οι αδελφοί Νικηφόρος και Λέων Φωκάς, των οποίων ο πατέρας Βάρδας Φωκάς και ο παππούς Νικηφόρος Φωκάς είχαν υπάρξει «μονοί» Δομέστικοι των Σχολών.

Η καινοτομία του 10ου αιώνα είναι ότι οι κατάφρακτοι (οι «πανσίδηροι ἱππόται» του Λέοντα) έχουν αυξηθεί σημαντικά σε αριθμό και έχουν εξελιχθεί στην βασική ρωμαϊκή μονάδα εφόδου. Εκτός από τους κατάφρακτους του Φωκά, ο Ιωάννης Τσιμισκής το 970 δημιούργησε και την ίλη των Αθανάτων που ο Λέων περιγράφει ως «ίλη γενναίων και νεανικών ανδρών» και «επιεικώς τεθωρακισμένη φάλαγγα» (κατάφρακτη ίλη):

[6.11] εὐθὺς οὖν ἴλην γενναίων καὶ νεανικῶν ἀνδρῶν ἐκλεξάμενος [ὁ βασιλεὺς], Ἀθανάτους τε τούτους κατονομάσας, περὶ ἁυτὸν εἶνα διεκελεύσατο.

[8.4] προπορευομένην ἔχων τὴν τῶν λεγομένων ἀθανάτων φάλαγγα, τεθωρακισμένην ἐπιεικῶς.

athanatoi

Αυτή η στρατιωτική στροφή προς το βαρύ ιππικό προκάλεσε και την αντίστοιχη ιδεολογική προσαρμογή. Η ιππομαχία στον Λέοντα παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν Ρωμαϊκός τρόπος πολέμου, και είναι ντροπή για τους Ρωμαίους να ηττηθούν «παρὰ πεζομαχοῦντος ἔθνους» όπως οι «Σκύθες»/Ρως που «ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότες». Οι Ρως φοβούνται να συμπλεχθούν με τους «πανσιδήρους ιππότες» και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την «ροπή» (=ορμή) τους. Ένα από τα στοιχεία που «αποδεικνύει» την σκυθική καταγωγή του Αχιλλέα είναι η πεζομαχία του. Εδώ έχουμε μια πλήρη αντιστροφή του «σκυθικού» προτύπου. Οι «Σκύθαι» (συνήθως νομαδικά τουρκικά φύλα των στεπών) της βυζαντινής ιστοριογραφίας είναι οι κατεξοχήν «ἱπποτοξόται», όπως οι αρχαίοι ιρανόφωνοι Σκύθες του Ηροδότου. Εδώ οι «Σκύθαι» Ρως «ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότες».

[8.10] Ῥωμαίοις δὲ αἰδώς τις εἰσῄ ει καὶ νέμεσις, εἰ τὸ ἀντίξουν ἅπαν ὅπλοις καὶ τῇ σφῶν ἀρετῇ καταστρεφόμενοι, νῦν ἀπέλθοιεν, παρὰ πεζομαχοῦντος ἔθνους, ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότος, καταγωνισθέντες, ὥς τινες ἔργων μάχης ἀνάσκητοι καὶ τοσοῦτον αὑτοῖς ἐν ἀκαρεῖ κλέος οἰχήσεται.

[9.7] Τότε δὲ ἤδη διανισχούσης ἡμέρας βουλὴν ὁ Σφενδοσθλάβος τῶν ἀρίστων ἐκάθιζεν, […] Οἱ μὲν ἀωρὶ συνεβούλευον τῶν νυκτῶν, έπιβάντες πλοίων, […] μὴ γὰρ οἵους τε καθηστάναι ἱππόταις πανσιδήροις ἀνδράσι συμπλέκεσθαι,

[9.10] Ῥωμαῖοι δὲ, τῷ προπορευομένῳ θείῳ ἀνδρὶ ἐφεπόμενοι, τοῖς ἐναντίοις συμπλέκονται, καὶ καρτερᾶς μάχης σύστασης, οὐκ ἐνεγκόντες τὴν τῆς ἱππικῆς φάλαγγος οἱ Σκύθαι ῥοπὴν, κυκλοθέντες τε πρὸς τοῦ Μαγίστρου Βάρδα, Σκληρὸς ἡ ἐπίκλησις – ἐκεῖνος γὰρ μετὰ τοῦ συνεπομένου πλήθους τὴν κύκλωσιν ἐποιήσατο- ἐς φυγὴν ἔκλιναν,

[9.6] Σκύθην Ἀχιλλέα […] τεκμήρια τοῦ λόγου σαφῆ ἥ, τε τῆς ἀμπεχόνης σὺν τῇ πόρπῃ σκευὴ, καὶ ἡ πεζομαχία, καὶ ἡ πυρσὴ κόμη, καὶ οἱ γλαυκιῶντες ὀφθαλμοὶ, καὶ τὸ ἀπονενοημένον, καὶ θυμοειδὲς, καὶ ὠμόν.

Το πεζικό ήταν σχεδόν διπλάσιο σε αριθμό από το ιππικό (ελαφρό και βαρύ) και η βασική εκστρατευτική μονάδα του πεζικού ήταν η ταξιαρχία, την οποία ιδανικά απάρτιζαν 1000 στρατιώτες:

400 βαρείς πεζικάριοι οπλισμένοι με ασπίδες και δόρατα

300 τοξότες

200 ελαφροί πεζικάριοι/ακροβολιστές

100 μεναυλάτοι

Οι μεναυλάτοι ήταν μία καινοτομία του 10ου αιώνα και ήταν οι χειριστές των μεναύλων/μεναυλίων. Μέχρι και τις αρχές του 10ου αιώνα, ο όρος μέναυλον/μεναύλιον δήλωνε κατά κανόνα ένα «ρικτάριον/βέλεμνον» που χρησιμοποιούσαν οι ακροβολιστές. Ο όρος προέρχεται από το λατινικό vēnābulum = «κυνηγητικό δόρυ, καπροβόλον/σιβύνη» που κυριολεκτικά σημαίνει «κυνήγηθλον» (vēnor = «κυνηγώ» + ΙΕ οργανικό επίθημα *-dhlom > -bulum/-θλον). Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για τα ΙΕ οργανικά επιθήματα *-trom/*-dhlom κλπ.

vēnābulum > venablum > *βέναβλον/βέναυλον > μέναυλον/μεναύλιον

λόγω ρινικής αφομοίωσης v..n>m..n (λ.χ. *h2egwnos > *ἀβνός > ἀμνός, ἔρεβος > ἐρεβνός > ἐρεμνός, *swop-nos > somnus και govĭno > govno ~ gomno).

Σημειώνω εδώ ότι τόσο το ρήμα όσο και το λατινικό nomen agentis vēnātor = «κυνηγός» επιβιώνουν στους δύο κλάδους της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής:

Ρουμανικά: vâna = «κυνηγώ», vânător = «κυνήγός»

Βλαχικά/Αρουμανικά: avinu = «κυνηγώ», avinãtor[u] = «κυνηγός»

venator

Κατά την διάρκεια του 10ου αιώνα, ο όρος μέναυλον/μεναύλιον άρχισε να δηλώνει ένα χοντρό και μακρό ακόντιο που θύμιζε την μακεδονική σάρισσα. Οι μεναυλάτοι, λοιπόν, του 10ου αιώνα, σύμφωνα με τον Eric McGeer, ήταν το «ἔρυμα/ἄλκαρ» στην έφοδο του αντίπαλου βαρέος ιππικού. Όταν το αντίπαλο βαρύ ιππικό ξεκινούσε την έφοδό του κατά του ρωμαϊκού πεζικού, οι μεναυλάτοι κάθε ταξιαρχίας πήγαιναν μπροστά και σχημάτιζαν ένα τείχος προβεβλημένων μεναύλων, πάνω στο οποίο τα άλογα -λόγω ενστίκτου- απέφευγαν να πέσουν. Αντίθετα με τον McGeer, ο Αναστασιάδης πιστεύει ότι το μέναυλον/μεναύλιον συνέχισε να είναι «ρικτάριον» και στα μέσα του 10ου αιώνα.

menaulon

Αν ο McGeer έχει δίκαιο για την «αντιεφοδική» λειτουργία των μεναυλάτων κατά τον 10ο αιώνα, τότε έχουμε ένα ολοφάνερο σημάδι της στρατιωτικής παρακμής κατά τον 11ο αιώνα, όταν η Άννα Κομνηνή χαρακτήρισε την πρώτη έφοδο του Νορμανδικού βαρέος ιππικού «ανύποιστη» (= ανεπίσχετη, αναντιμετώπιστη) και περιγράφει τον νεοστεφή Αλέξιο να ηττάται τέσσερεις συνεχόμενες φορές από τον Βοημούνδο, μην μπορώντας να την αντιμετωπίσει (διαβάστε λ.χ. το Β.3 εδώ).

Το άλλο χαρακτηριστικό των ρωμαϊκών στρατευμάτων του 10ου αιώνα είναι η συχνή εκγύμναση/εξάσκηση/εκπαίδευσή τους. Ο Λέων ο σοφός αναφέρει 12 περιπτώσεις στρατιωτικής εκγύμνασης, οι 7 από τις οποίες είναι σε στρατεύματα που διοικεί ο Νικηφόρος Φωκάς (και οι 3 από αυτές τις 7 είναι αναφορές στην ἐν Κρήτῃ διαχείμαση του 960/1). Θα περιγράψω αυτές τις 7 περιπτώσεις επί διοικήσεως Νικηφόρου Φωκά ως παράδειγμα.

Ο Νικηφόρος Φωκάς διαχείμασε τον στρατό του στην Κρήτη αναβάλλοντας για την άνοιξη την έναρξη της τελικής πολιορκίας του Χάνδακα (το μόνο αραβικό οχυρό που δεν είχε πέσει πριν τον χειμώνα) και, κατά την διάρκεια του χειμώνα, διεγύμναζε τον στρατό του καθημερινά βελτιώνοντας την εμπειρία του:

[1.9] καὶ τοῦτον κυκλόθεν ἑρκίῳ καὶ ταφρείᾳ ἱκανῶς ὀχυρώσας, τὸν τε στρατὸν διεγύμναζε, καὶ ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις πολλὴν τὴν ἐμπειρίαν ταῖς φάλαγξιν ἀπετίθετο,

[2.1] αὐτόθι τε διεχείμαζε, καὶ τὸν στρατὸν ὁσημέραι τῷ πολεμεῖν ἐξεπαίδευεν

[2.6] ὡς τῇ τῶν Κρητῶν πελάσας ἐκεῖ διεχείμαζε, καὶ τὸν στρατὸν τὰ πολεμικὰ διεγύμναζε,

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης, ο Νικηφόρος Φωκάς πάντοτε συνέλεξε τους στρατιώτες του στην Καππαδοκία όπου τους εξασκούσε καθημερινά και «έθηγε» (ακόνιζε) τον θυμό τους (το τσαγανό τους) προετοιμάζοντάς τους για την κατακτητική εκστρατεία στην Κιλικία:

[3.1] τοῦ Βυζαντίου ἀπάρας ὁ Νικηφόρος […] καὶ πρὸς τὴν Καππαδόκῶν ἀφικόμενος […] ]τὸν στρατὸν πανσυδὶ ὡς αὑτὸν συνεγείρων καὶ ἐκκαλούμενος. Ἐν ᾦ δὲ συνήρχετο τὰ στρατεύματα, τοὺς ἀμφ΄ἑαυτὸν ἐξήσκει τὰ πολέμια, καὶ τὸν θυμόν ἔθηγε, καὶ ἐπερρώνυε ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις, καὶ τὴν ἐνόπλιον ἐξεπαίδευε περιδίνησιν, […] ἐφ΄ἵππων τε ὑπεράλλεσθαι, καὶ τόξοις βάλλειν κατὰ σκοπὸν, καὶ ἀκοντίζειν εὐστοχώτατα. […] Ἐν ὧ δὲ ὁ στρατηγός ἐξεπαίδευε τὸν στρατὸν, καὶ τὴν ἄφιξιν τῆς λοιπῆς στρατιᾶς ἐξεδέχετο – δεδογμένον γὰρ ἦν αὐτῷ, κατὰ τοῦ Χαμβδᾶν καὶ τῶν Ταρσέων ἐκστρατεύειν ὡς μάλιστα-

Όταν διαχείμασε με τα στρατεύματά του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανακηρύχθηκε επίσημα βασιλέας, ο Νικηφόρος Φωκάς δεν έχασε χρόνο και συνέχισε να τα εξασκεί καθημερινά, για να μην μειονεκτήσουν ως προς τους αντιπάλους τους:

[3.9] αὐτὸς δὲ παρὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν διαχειμάζων, […] ὅσον τε θέραπευτικὸν καὶ οἰκίδιον τοῦτῳ παρείπετο, ἐξήσκει τὰ πολεμιὰ ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις ὡς μάλιστα, τόξον τε ἀνεπισφαλῶς ἐκτείνειν, καὶ τὸν ὀϊστὸν τῷ μαζῷ ἐρίειν, εὐστόχως τε βάλλειν κατὰ σκοπὸν, καὶ τὰ δόρατα κραδαίνειν καὶ περιελίσσειν εὐπετῶς τῇ δε κακεῖσε, ξίφη τε εὐθυβόλως κατὰ τὸν ἀέρα περιστρέφειν, καὶ ἵππων κούφως ὑπεράλλεσθαι. Ὡς ἐν καιρῷ τῶν ἀγώνων μὴ φαίνοιτο τῶν ἐναντίων μειονεκτοῦν.

Κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Κιλικία, ο Νικηφόρος Φωκάς συνέχισε να εκγυμνάζει «ἀκριβῶς» τον στρατό, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την κατάκτηση της Ταρσού (η μόνη πόλη της Κιλικίας που δεν είχε ακόμα πέσει)

[4.1] τῷ τοι καὶ τὰ ἐς τὰς μάχας τοὺς περὶ αὑτὸν διεγύμναζεν ἀκριβῶς, καὶ τὴν τοῦ ἔτους ὥραν ἧστο προσεκδεχόμενος.

Αφού ο Νικηφόρος Φωκάς διέταξε το ράπισμα των «αυθαδών» Βουλγάρων πρέσβεων κηρύττοντάς τους τον πόλεμο, στην συνέχεια διέκοψε τα θεάματα στον ιππόδρομο και έφερε μέσα σ΄αυτόν τα στρατεύματά του για εκγύμναση που περιελάμβανε και εικονική μάχη. Όταν οι  «τρυφηλοί» Βυζάντιοι -που ήταν «πολεμικῶν ἔργων ἀγνῶτες»- είδαν τους ακρίτες να εκγυμνάζονται με εικονική μάχη, τρόμαξαν και ποδοπατήθηκαν προσπαθώντας να βγουν από τον ιππόδρομο.

[4.6] αὑτὸς δὲ παρὰ τὸ θέατρον ἀναβὰς, ἱππικὸν ἀγῶνα καθῆστο τελῶν, Καὶ δῆτα τοῖς περὶ αὑτὸν στρατιώταις ἐκέλευε, καταβάντας ἐπὶ τὸ στάδιον καὶ εἰς ἀντιπάλους ἀποκριθέντας φάλαγγας σπασαμένους τα ξίφη, κατὰ παιδιὰν ἐπαλλήλοις χωρεῖν, καὶ ταύτῃ γυμνάσασθαι πρὸς τὸν πόλεμον. Βυζάντιοι δὲ, πολεμικῶν ἔργων ἀγνῶτες τυγχάνοντες, τὴν τῶν ξιφῶν καταπλαγέντες αὐγὴν, καὶ τὴν ὁμόσε τῶν στρατιωτῶν ὁρμὴν καὶ τὸν πάταγον ὑποδείσαντες, ἐκδειματωθέντες δὲ τῷ καινῷ τοῦ θεάματος, εἰς φυγὴν ἐτράποντο καὶ πρὸς τὰς σφῶν οἰκίας ἀπέτρεχον. Ἐκ δὲ τοῦ ὠθισμοῦ καὶ τῆς ἀτάκτου φορᾶς οὐκ ὀλίγος φόνος συμβέβηκε, πλείστων συμπατηθέντων καὶ ἀποπνιγέντων οἰκτρῶς.

Εκτός από την εκγύμναση των στρατιωτών όταν τους είχε μαζί του, ο Νικηφόρος Φωκάς έδινε στους στρατιώτες του και «ασκήσεις για το σπίτι», όταν μετά το τέλος της πολεμικής περιόδου θα διαχείμαζαν στα σπίτια τους. Το «ἔαρ/ἦρ» (άνοιξη) που θα επέστρεψαν, έπρεπε να είχαν την πανοπλία επισκευασμένη, το ξίφος παραθηγμένο και τον ίππο επιμελημένο. Επιπλέον, βλέποντας τους στρατιώτες του σαν «φιλοπάτορα παιδιά» του, τους συμβούλεψε σαν «φιλόπαις πατήρ» να μην περιπέσουν σε «ῥᾳστώνην καὶ τρυφήν», αλλά «ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν».

[3.5] εὔνοιαν οὖν ἔχων ὥς τις φιλόπαις πατὴρ, συμβουλεύω πᾶσιν ὑμῖν ὡς υἱοῖς φιλοπάτορσι, μὴ πρὸς ῥᾳστώνην καὶ τρυφὴν ἀπιδεῖν, ἀλλ΄ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν,

[3.11] φιλοφρονησάμενος ἐκέλευσεν ἐπὶ τὰ οἴκοι παλινδρομεῖν, μεμνῆσθαι τε αὖθις τῆς πρὸς αὑτὸν ἐπανόδου τοῦ ἦρος προκύπτοντος, τὰς πανοπλίας ἐπισκευασαμένους, παραθηξαμένους τε τὰ ξίφη, καὶ τῶν ἵππων ἐπιμελησαμένους ὡς μάλιστα. Οὕτως μὲν ἡ πληθὺς πρὸς οἶκον ἐχώρει.

Το άλλο πράγμα που χαρακτήριζε τον Φωκά ήταν η άκαμπτη πειθαρχία, όπως δείχνει το παρακάτω παράδειγμα ρινοτομίας/ρινοτμήσεως αξιωματικού.

Καθώς ο στρατός διέσχιζε την οροσειρά του Ταύρου, ένας στρατιώτης έχασε τον θυρεό (ασπίδα) του στον γκρεμό (ο Λέων γράφει ότι την πέταξε εσκεμμένα για να μπορέσει παρακάτω να τον χαρακτηρίσει ως «ῥιψάσπιδα») και συνέχισε να περπατά χωρίς να πάει να την πάρει. Ο Φωκάς ζήτησε να του φέρουν τον λοχαγό στον οποίο λογοδοτούσε ο «ρίψασπις» και του ζήτησε να τον συλλάβει. Αφού ο Φωκάς «έβγαλε στην αναφορά» τον ριψάσπιδα, χαρακτηρίζοντάς τον «αγεννή», διέταξε τον λοχαγό του να τον τιμωρήσει με ρινοτομία. Ο λοχαγός «είτε επειδή ήταν καλός χριστιανός είτε επειδή χρηματίστηκε από τον στρατιώτη» δεν εφάρμοσε την τιμωρία και άφησε τον ριψάσπιδα «ασινή». Όταν μετά από λίγο καιρό ο Φωκάς είδε τυχαία τον ριψάσπιδα αρινότμητο, επέπληξε σφόδρα τον λοχαγό για την ανυπακοή του και τιμώρησε αυτόν με ρινοτομία!

[4.2] Ἐν ὧ δὲ τὴν πορείαν διένυε, τῶν ψιλῶν τις στρατιωτῶν, πρὸς τὴν δυσχωρίαν ὀκλάσας -ἔτυχε γὰρ δι΄αὐλῶνος τὴν στρατία βαθυτάτου- […] τὸν ὅν ἐπὶ τὸν ὦμον ἔφερε θυρεὸν, κατὰ τὴν ὁδὸν ἀπέρριψεν ἀποφορτισάμενος. Ἐπεὶ δὲ παροδεύων ὁ βασιλεὺς τοῦτον τοῖς ὀφθαλμοῖς καθεώρακε […] ὑπό τίνα τῶν λοχαγῶν διηρευνᾶτο ταττόμενος […] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ […] τῷ λοχαγῷ ἐγκελεύεται, ἐκτεμόντι τε καὶ τὴν ῥῖνα θεατρίσαι κατὰ τὸ στρατόπεδον. Ἐκεῖνος δὲ, εἴτε οἴκτῳ ληφθείς πρὸς τὸν ἄνθρωπον, εἴτε καὶ δώρων ἐπιβολῇ χαυνωθεὶς, ἀσινῆ διαφῆκε τὸν ἄνδρα. […] ὁ βασιλεὺς […] σφοδρῶς οὖν αἰκίσας τὸν λοχαγὸν καὶ τῆς ῥινός ἀφελόμενος,

Σταματώ εδώ την πρώτη ανάρτηση της σειράς. Η επόμενη ανάρτηση θα έχει θέμα τις εθνολογικές παρατηρήσεις.

4 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #4: Εθνολογικά

(συνέχεια από μέρος #3)

Μένει μόνο ένα τελευταίο θέμα για ανάλυση πριν περάσω στην γλωσσολογική ανάλυση: αυτό των ταυτοτήτων.

Ήταν ή δεν ήταν εθνοτικά Έλληνες οι Μακεδόνες;

Για να απαντήσουμε στην παραπάνω ερώτηση πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποιος ήταν Έλληνας σε κάθε περίοδο. Ο Θουκυδίδης ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι στα ομηρικά έπη η ελληνική εθνοτική ταυτότητα δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί μιας και Έλληνες είναι μόνον ένα μέρος των Μυρμιδόνων, ενώ για το ευρύτερο εκστρατευτικό σώμα χρησιμοποιούνται οι όροι Αχαιοί, Δαναοί και Αργείοι. Και αφού δεν υπήρχαν Έλληνες, συνεχίζει το συλλογισμό του ο Θουκύδίδης, δεν υπήρχαν ούτε βάρβαροι που είναι όσοι δεν είναι Έλληνες. Η σκέψη του Θουκυδίδη είναι μαθηματική: εάν δεν γνωρίζεις το χ τότε δεν γνωρίζεις ούτε το συμπλήρωμα (1-χ). Ειδικότερα, η σκέψη του είναι αντιθετική (oppositional) και τέτοια ήταν σύμφωνα με τον J.M. Hall η ελληνική εθνοτική ταυτότητα μετά τους Περσικούς πολέμους, όταν οι Πέρσες αναδείχθηκαν στον κατεξοχήν Βάρβαρο, δηλαδή στον κατεξοχήν «άλλο». Στο ίδιο χωρίο βέβαια, ο Θουκυδίδης περιγράφει και τη φύση της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας πριν από τον πόλεμο, την οποία ο J.M. Hall ονομάζει aggregative (ελπίζω να το μεταφράζω σωστά ως συναθροιστική). Αυτή η πρώτη φάση ξεκινάει λίγο μετά το 600 π.Χ. όταν τα διάφορα ελληνόφωνα φύλα αρχίζουν να επινοούν γενεαλογικούς μύθους που τους προσδίδουν συγγένεια, δηλαδή καταγωγή από κοινό πρόγονο. Η κορυφή της γενεαλογίας είναι ο γενάρχης Ἕλλην. Σε αυτήν την συναθροιστική φάση, για να είσαι εθνοτικά Έλληνας έπρεπε ν΄«αποδείξεις» ότι κατάγεσαι από τον μυθικό Ἕλληνα που κάποτε βασίλευε στην Φθία. Χρειάστηκε πολύς καιρός, γράφει ο Θουκυδίδης, μέχρι να εξαπλωθεί το όνομα Ἕλληνες σε όλους.

[1.3] Δηλοῖ δέ μοι καὶ τόδε τῶν παλαιῶν ἀσθένειαν οὐχ ἥκιστα· πρὸ γὰρ τῶν Τρωικῶν οὐδὲν φαίνεται πρότερον κοινῇ ἐργασαμένη ἡ Ἑλλάς· δοκεῖ δέ μοι, οὐδὲ τοὔνομα τοῦτο ξύμπασά πω εἶχεν, ἀλλὰ τὰ μὲν πρὸ Ἕλληνος τοῦ Δευκαλίωνος καὶ πάνυ οὐδὲ εἶναι ἡ ἐπίκλησις αὕτη, κατὰ ἔθνη δὲ ἄλλα τε καὶ τὸ Πελασγικὸν ἐπὶ πλεῖστον ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι, Ἕλληνος δὲ καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἐν τῇ Φθιώτιδι ἰσχυσάντων, καὶ ἐπαγομένων αὐτοὺς ἐπ’ ὠφελίᾳ ἐς τὰς ἄλλας πόλεις, καθ’ ἑκάστους μὲν ἤδη τῇ ὁμιλίᾳ μᾶλλον καλεῖσθαι Ἕλληνας, οὐ μέντοι πολλοῦ γε χρόνου [ἐδύνατο] καὶ ἅπασιν ἐκνικῆσαι. τεκμηριοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος· πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν, οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ. οὐ μὴν οὐδὲ βαρβάρους εἴρηκε διὰ τὸ μηδὲ Ἕλληνάς πω, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἀντίπαλον ἐς ἓν ὄνομα ἀποκεκρίσθαι. οἱ δ’ οὖν ὡς ἕκαστοι Ἕλληνες κατὰ πόλεις τε ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν καὶ ξύμπαντες ὕστερον κληθέντες οὐδὲν πρὸ τῶν Τρωικῶν δι’ ἀσθένειαν καὶ ἀμειξίαν ἀλλήλων ἁθρόοι ἔπραξαν.

Αυτά για την συνάθροιση. Ας δούμε τι γράφει ο μεγάλος ιστορικός και για την αντίθεση. Οι παλαιότεροι Έλληνες, μας πληροφορεί, δεν ήταν διαφορετικοί από τους σημερινούς βαρβάρους και αυτό φαίνεται από τα πιο «καθυστερημένα φύλα της ενδοχώρας («ἠπειρώται») που διατηρούν ακόμη βάρβαρες συνήθειες όπως η έλλειψη περιτειχισμένων οικισμών, η ληστρική συμπεριφορά και η σιδηροφορία (οπλοφορία) μέσα στην πόλη. Ο αθηναίος ιστορικός ήταν υπερήφανος που ο λαός του, ήταν ο πρώτος που εγκατέλειψε τη «βάρβαρη» σιδηροφορία και υιοθέτησε «τρυφερώτερα» ήθη.

[1.4-6] οἱ γὰρ Ἕλληνες τὸ πάλαι καὶ τῶν βαρβάρων οἵ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι καὶ ὅσοι νήσους εἶχον, ἐπειδὴ ἤρξαντο μᾶλλον περαιοῦσθαι ναυσὶν ἐπ’ ἀλλήλους, ἐτράποντο πρὸς λῃστείαν, ἡγουμένων ἀνδρῶν οὐ τῶν ἀδυναωτάτων κέρδους τοῦ σφετέρου αὐτῶν ἕνεκα καὶ τοῖς ἀσθενέσι τροφῆς, καὶ προσπίπτοντες πόλεσιν ἀτειχίστοις καὶ κατὰ κώμας οἰκουμέναις ἥρπαζον καὶ τὸν πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο, οὐκ ἔχοντός πω αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον· δηλοῦσι δὲ τῶν τε ἠπειρωτῶν τινὲς ἔτι καὶ νῦν, οἷς κόσμος καλῶς τοῦτο δρᾶν, καὶ οἱ παλαιοὶ τῶν ποιητῶν τὰς πύστεις τῶν καταπλεόντων πανταχοῦ ὁμοίως ἐρωτῶντες εἰ λῃσταί εἰσιν, ὡς οὔτε ὧν πυνθάνονται ἀπαξιούντων τὸ ἔργον, οἷς τε ἐπιμελὲς εἴη εἰδέναι οὐκ ὀνειδιζόντων. ἐλῄζοντο δὲ καὶ κατ’ ἤπειρον ἀλλήλους. καὶ μέχρι τοῦδε πολλὰ τῆς Ἑλλάδος τῷ παλαιῷ τρόπῳ νέμεται περί τε Λοκροὺς τοὺς Ὀζόλας καὶ Αἰτωλοὺς καὶ Ἀκαρνᾶνας καὶ τὴν ταύτῃ ἤπειρον. τό τε σιδηροφορεῖσθαι τούτοις τοῖς ἠπειρώταις ἀπὸ τῆς παλαιᾶς λῃστείας ἐμμεμένηκεν· πᾶσα γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἐσιδηροφόρει διὰ τὰς ἀφάρκτους τε οἰκήσεις καὶ οὐκ ἀσφαλεῖς παρ’ ἀλλήλους ἐφόδους, καὶ ξυνήθη τὴν δίαιταν μεθ’ ὅπλων ἐποιήσαντο ὥσπερ οἱ βάρβαροι. σημεῖον δ’ ἐστὶ ταῦτα τῆς Ἑλλάδος ἔτι οὕτω νεμόμενα τῶν ποτὲ καὶ ἐς πάντας ὁμοίων διαιτημάτων. Ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε λινοῦς ἐπαύσαντο φοροῦντες καὶ χρυσῶν τεττίγων ἐνέρσει κρωβύλον ἀναδούμενοι τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ τριχῶν· ἀφ’ οὗ καὶ Ἰώνων τοὺς πρεσβυτέρους κατὰ τὸ ξυγγενὲς ἐπὶ πολὺ αὕτη ἡ σκευὴ κατέσχεν. μετρίᾳ δ’ αὖ ἐσθῆτι καὶ ἐς τὸν νῦν τρόπον πρῶτοι Λακεδαιμόνιοι ἐχρήσαντο καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἱ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν. ἐγυμνώθησάν τε πρῶτοι καὶ ἐς τὸ φανερὸν ἀποδύντες λίπα μετὰ τοῦ γυμνάζεσθαι ἠλείψαντο· τὸ δὲ πάλαι καὶ ἐν τῷ Ὀλυμπικῷ ἀγῶνι διαζώματα ἔχοντες περὶ τὰ αἰδοῖα οἱ ἀθληταὶ ἠγωνίζοντο, καὶ οὐ πολλὰ ἔτη ἐπειδὴ πέπαυται. ἔτι δὲ καὶ ἐν τοῖς βαρβάροις ἔστιν οἷς νῦν, καὶ μάλιστα τοῖς Ἀσιανοῖς, πυγμῆς καὶ πάλης ἆθλα τίθεται, καὶ διεζωμένοι τοῦτο δρῶσιν. πολλὰ δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἀποδείξειε τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ διαιτώμενον.

Σε αυτόν τον αντιθετικό ορισμό της ελληνικότητος, για να γίνει κάποιος Έλλην πρέπει να υιοθετήσει ορισμένα στοιχεία, όπως λ.χ. να ζει σε περιτειχισμένους οικισμούς, να μην οπλοφορεί εντός της πόλεως, να μην ζει ληστρικά κλπ. Αυτά τα αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ξεχώριζαν τους Έλληνες της εποχής του από τους βάρβαρους. Οι παλαιότεροι όμως Έλληνες που δεν είχαν αναπτύξει ακόμα αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν «ὁμοιότροποι» των βαρβάρων. Το ίδιο ίσχυε με τους πολιτισμικά καθυστερημένους «ηπειρώτες» όπως τους Λοκρούς, τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες οι οποίοι διατηρούσαν ακόμη πολλά ήθη που στα μάτια του Θουκυδίδη ήταν βάρβαρα.

Παραθέσω και μια σελίδα για τις έννοιες aggregative και oppositional του Hall:

Hall aggr-opp

Σύμφωνα με τον Hall λοιπόν, από την εξάδα κριτηρίων εθνοτικότητας του Anthony D. Smith, τα βασικότερα κατά την συναθροιστική φάση της ελληνικότητας ήταν η κοινή καταγωγή και ο κοινός τόπος κατοικίας. Η αντιθετική ελληνικότητα από την άλλη, αν και ξεκίνησε με εθνοτικά κριτήρια, γρήγορα απέκτησε πολιτισμικά κριτήρια ορισμού.

Η γενεαλογία του Έλληνος ήταν η εξής. Ο «πρώτος» άνθρωπος Δευκαλίων έκανε με την «πρώτη» γυναίκα Πύρρα έναν γιο και δύο κόρες. Ο γιος ήταν ο Έλλην, ενώ οι κόρες ήταν η Θυία και η Πανδώρα. Ο Έλλην έκανε με την Ορσηίδα τρείς γιους: τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο. Από τον τελευταίο προέκυψαν δυο γιοι: ο Ίων και ο Αχαιός. Οι αδελφές του Έλληνα ζευγαρώνοντας με τον Δία απέκτησαν η Θυία τους Μάγνητα και Μακηδόνα, η δε Πανδώρα τον Γραικό. Ο τελευταίος ήταν ο μυθικός γενάρχης των Ηπειρωτών.

Σωστά ο Hall παρατηρεί ότι Έλληνες σε αυτήν την γενεαλογία είναι μόνον τα ιστορικά φύλα των οποίων ο μυθικός γενάρχης ήταν γιος του Έλληνα. Με άλλα λόγια, οι Μακεδόνες, οι Μάγνητες, οι Ηπειρώτες και ένα σωρό άλλα φύλα που δεν αναφέρονται (Αρκάδες, Αιτωλοί κλπ) δεν θεωρούνταν (ή δεν επιθυμούσαν να είναι) Έλληνες όταν πρωτοκυκλοφόρησε η μυθική αυτή γενεαολογία γύρω στο 600 π.Χ. !!!

Το άλλο στοιχείο που παρατηρεί ο Hall είναι ότι οι Αιολείς και οι Δωριείς θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο περισσότερο Έλληνες απ΄ότι οι Ίωνες και οι Αχαιοί, διότι οι επώνυμοι των πρώτων έχουν άμεση συγγένεια με τον Έλληνα, ενω των δευτέρων έμμεση (μέσω του Ξούθου).

Το κοινό στοιχείο των Αιολέων και των Δωριεών είναι ότι είχαν σαν κοιτίδα την Θεσσαλία, ενώ το κοινό στοιχείο των Ιώνων και των Αχαιών ήταν ότι είχαν σαν κοιτίδα την Πελοπόννησο (άσχετα αν στην πραγματικότητα οι ιστορικοί Αχαιοί ήταν έπηλυ φύλο που απλώς οικειοποιήθηκε το ομηρικό όνομα «Αχαιοί»). Αυτή η  ιεράρχηση των δύο θεσσαλογενών φύλων σε υψηλότερο βαθμό από εκείνον των πελοποννησογενών, αλλά και ο αποκλεισμός των θεσσαλικών περιοίκων από την ελληνική γενεαλογία, ώθησε τον Hall να υποθέσει ότι οι Θεσσαλοί έπαιξαν κάποιο ρόλο στην δημιουργία και διάχυση αυτού του γενεαλογικού μύθου. Η ελληνική εθνοτική ταυτότητα πρωτοεμφανίζεται σε μια εποχή όπου οι Θεσσαλοί είναι το ισχυρότερο φύλο του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου και όχι μόνον ελέγχουν την Δελφική αμφικτυονία, αλλά και εμφανίζονται συχνά εκείνη την περίοδο σαν ολυμπιονίκες στην Ολυμπία. Με άλλα λόγια, έχουν μια ισχυρή παρουσία και στα δύο πανελλήνια ιερά και, κατά συνέπεια, είναι σε θέση να επιβάλλουν μια ευνοϊκή γι΄αυτούς γενεαλογία. Ο αποκλεισμός των περίοικων προφανώς έγινε διότι έπρεπε να δικαιολογηθεί η κατώτερή τους τάξη μιας και τα κατεκτημένα προθεσσαλικά ετεο-αιολικά φύλα της Θεσσαλίας ήταν στην κατάσταση των Πενεστών, το θεσσαλικό ανάλογο των Ειλώτων της Λακωνίας.

Παραθέτω τις σελίδες του Hall όπου εξηγεί τα παραπάνω:

Hall rank excl

Hall Mag-Mak

Όπως γράφει ο Hall, ο Ελλάνικος προσπάθησε στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα να διορθώσει την κατάσταση προσθέτοντας την κόρη του Έλληνα Ξενοπάτρα, σαν μητέρα των «ξεχασμένων» Ελλήνων, ενώ μετέφερε τον Μακεδόνα (και μάλλον και τον Μάγνητα) στο γένος του Αιόλου. Οι αλλαγές του δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο διότι στα χρόνια του είχε ήδη γίνει η μετάβαση από την συναθροιστική στην αντιθετική φάση της ελληνικότητας. Πλέον για τον ορισμό της ελληνικότητας, δεν είχε σημασία η μυθική καταγωγή από τον Έλληνα, όσο είχε η υιοθέτηση της αθηναϊκής «κουλτούρας», όπως θα γράψει αργότερα ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του:

[50] τοσοῦτον δ᾽ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ᾽ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.

Σωστά, οι περισσότεροι μελετητές σήμερα διαβάζουν το παραπάνω χωρίο του Ισοκράτη όχι σαν προσπάθεια επέκτασης της ελληνικής ταυτότητας στους βαρβάρους, αλλά σαν σωβινιστική συρρίκνωση της αποκλειστικά στους έχοντες αθηναϊκή κουλτούρα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις ελληνική καταγωγή για να είσαι Έλληνας, αλλά πρέπει να κατέχεις και αθηναϊκή παιδεία. Παραθέτω την ανάλυση του χωρίου από την Susanne Said:

σελ. 282 του κεφαλαίου της “The Discourse of Identity in Greek Rhetoric from Isocrates to Aristides” στο βιβλίο Ancient Perceptions of Greek Ethnicity (ed. Irad Malkin, Harvard University Press, 2001)

Last but not least, Greek identity might be inferred from Athenian identity, as is suggested by the famous sentence of Panegyricus 50: because of the cultural superiority of Athens, “the name of ‘Greek’ does not seem to indicate a common descent (genos) any longer but rather a frame of mind (dianoia). Therefore one calls ‘Greeks’ those who share our culture (paideia) rather than those who share a common nature (phusis).” This has been considered “the first and best statement of a cultural definition of Hellenism” (Trèdè, 1991). First, Isocrates does not completely abandon an earlier definition of Greek ethnicity based on a common myth of origin but rather proposes as an opinion (“seem”) an alternative definition. Second, it is not only a step in the direction of a more enlightened and more open definition but also an expression of Athenian chauvinism (Jünther 1923; Walbank 1951), since this is not an extension but a restriction of the notion of “Greek”. From now on, to be considered a Greek, it will not be enough to have Greek blood; one will also have had to have an Athenian education.

Έχοντας το παραπάνω γενικό πλαίσιο της διαμόρφωσης και εξέλιξης της ελληνικότητας ας δούμε εάν οι Μακεδόνες ταίριαζαν ή όχι.

Είδαμε ότι το ψευδο-ησιοδικό ποίημα που θέλει τους επωνύμους των Μακεδόνων και των Μαγνήτων ξαδέλφους του Έλληνα τους αποκλείει από το Ἐλληνικό γένος και πιο περίεργα από το αιολικό. Το λέω αυτό διότι αντίθετα με τους Μακεδόνες, οι Μάγνητες γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήταν αιολικό φύλο, δηλαδή μιλούσε την αιολική διάλεκτο, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές τους, ενώ ο Θεόπομπος αργότερα τους θεωρούσε μαζί με τους Περραιβούς σαν τους γνησιότερους Αιολείς και φυσικά Έλληνες όταν γράφει ότι ενώ οι Χίοι χρησιμοποιούσαν βάρβαρους για δούλους, οι Θεσσαλοί και οι Σπαρτιάτες είχαν υποδουλώσει τους ιθαγενείς ελληνικούς λαούς των περιοχών τους (Περραιβοί και Μάγνητες στην Θεσσαλία και Αχαιοί στη Λακωνία) τους οποίους αποκαλούσαν αντίστοιχα Πενέστες και Είλωτες.

Theopompus Penestai

Το ότι θεωρούνταν Αιολείς μας το ξεκαθαρίζει ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει την Θεσσαλική κατάκτηση της Αιολίδος που ονομάστηκε Θεσσαλία:

[7.176] ἔδειμαν δὲ Φωκέες τὸ τεῖχος δείσαντες, ἐπεὶ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐκ Θεσπρωτῶν οἰκήσοντες γῆν τὴν Αἰολίδα τήν νῦν ἐκτέαται. ἅτε δὴ πειρωμένων τῶν Θεσσαλῶν καταστρέφεσθαι σφέας, τοῦτο προεφυλάξαντο οἱ Φωκέες, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ θερμὸν τότε ἐπῆκαν ἐπὶ τὴν ἔσοδον, ὡς ἂν χαραδρωθείη ὁ χῶρος, πᾶν μηχανώμενοι ὅκως μή σφι ἐσβάλοιεν οἱ Θεσσαλοὶ ἐπὶ τὴν χώρην.

… σε ένα χωρίο που μπέρδεψε χρονολογικά τον Θεσσαλικό ερχομό στην Θεσσαλία και τον Θεσσαλικό επεκτατισμό του 60υ π.Χ. αιώνα όπου προσπάθησαν να κυριεύσουν τους Φωκείς, οι οποίοι έκτισαν το τείχος των Θερμοπυλών για να προστατευτούν.

Ο αποκλεισμός των Μαγνήτων από το Ἑλληνικόν γένος (που όπως έδειξα πιο πάνω κατά τον Hall ήταν έργο των Θεσσαλών) δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Στο κάτω κάτω, οι Μάγνητες αναφέρονται στην Ιλιάδα, ήταν ιδρυτικά μέλη της Αμφικτυονίας και οι περιοχή τους ήταν κατάμεστη με μύθους πασίγνωστους σε όλους τους Έλληνες (από την Ιωλκό ξεκίνησαν οι Αργοναύτες, στο Πήλιο ζούσε ο κένταυρος Χείρων κλπ). Αλλά και τα άλλα παλαιά φύλα που αναφέρονται στην Ιλιάδα και που αρχικά δεν ανήκαν στο Ἑλληνικόν γένος με τον καιρό θεωρήθηκαν Έλληνες χωρίς να δημιουργήσουν γενεαλογικούς μύθους καταγωγής από τον Έλληνα. Έτσι οι Αρκάδες εισήλθαν στο Ἑλληνικόν χωρίς να απωλέσουν την «Πελασγική» τους ταυτότητα, προφανώς διότι τους προσέδιδε υπερηφάνεια το να αναγνωρίζονται σαν το παλαιότερο φύλο της Πελοποννήσου και -μαζί με τους Κυνούριους- το μόνο αυτόχθονο και Αχαϊκό. Οι Αιτωλοί συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς αγώνες ήδη από τον 6ο αιώνα όπως μας πληοροφορεί ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει τους υποψήφιους συζύγους της Αγαρίστης την οποία ο πατέρας της Κλεισθένης (τύραννος της Σικυώνος και παππούς του ομώνυμου Αθηναίου πατέρα της δημοκρατίας) ήθελε να δώσει στον «Ἑλλήνων ἀπάντων τὸν ἄριστον»:

[6.126-7] μετὰ δὲ γενεῇ δευτέρῃ ὕστερον Κλεισθένης αὐτὴν ὁ Σικυώνιος τύραννος ἐξήειρε, ὥστε πολλῷ ὀνομαστοτέρην γενέσθαι ἐν τοῖσι Ἕλλησι ἢ πρότερον ἦν. Κλεισθένεϊ γὰρ τῷ Ἀριστωνύμου τοῦ Μύρωνος τοῦ Ἀνδρέω γίνεται θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἦν Ἀγαρίστη. ταύτην ἠθέλησε, Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον, τούτῳ γυναῖκα προσθεῖναι. Ὀλυμπίων ὦν ἐόντων καὶ νικῶν ἐν αὐτοῖσι τεθρίππῳ ὁ Κλεισθένης κήρυγμα ἐποιήσατο, ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι, ἥκειν ἐς ἑξηκοστὴν ἡμέρην ἢ καὶ πρότερον ἐς Σικυῶνα, ὡς κυρώσοντος Κλεισθένεος τὸν γάμον ἐν ἐνιαυτῷ, ἀπὸ τῆς ἑξηκοστῆς ἀρξαμένου ἡμέρης. ἐνθαῦτα Ἑλλήνων ὅσοι σφίσι τε αὐτοῖσι ἦσαν καὶ πάτρῃ ἐξωγκωμένοι, ἐφοίτεον μνηστῆρες: τοῖσι Κλεισθένης καὶ δρόμον καὶ παλαίστρην ποιησάμενος ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ εἶχε.

ἀπὸ μὲν δὴ Ἰταλίης ἦλθε Σμινδυρίδης ὁ Ἱπποκράτεος Συβαρίτης, ὃς ἐπὶ πλεῖστον δὴ χλιδῆς εἷς ἀνὴρ ἀπίκετο (ἡ δὲ Σύβαρις ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον μάλιστα), καὶ Σιρίτης Δάμασος Ἀμύριος τοῦ σοφοῦ λεγομένου παῖς. οὗτοι μὲν ἀπὸ Ἰταλίης ἦλθον, ἐκ δὲ τοῦ κόλπου τοῦ Ἰονίου Ἀμφίμνηστος Ἐπιστρόφου Ἐπιδάμνιος: οὗτος δὲ ἐκ τοῦ Ἰονίου κόλπου. Αἰτωλὸς δὲ ἦλθε Τιτόρμου τοῦ ὑπερφύντος τε Ἕλληνας ἰσχύι καὶ φυγόντος ἀνθρώπους ἐς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Αἰτωλίδος χώρης, τούτου τοῦ Τιτόρμου ἀδελφεὸς Μάλης. ἀπὸ δὲ Πελοποννήσου Φείδωνος τοῦ Ἀργείων τυράννου παῖς Λεωκήδης, Φείδωνος δὲ τοῦ τὰ μέτρα ποιήσαντος Πελοποννησίοισι καὶ ὑβρίσαντος μέγιστα δὴ Ἑλλήνων πάντων, ὃς ἐξαναστήσας τοὺς Ἠλείων ἀγωνοθέτας αὐτὸς τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγῶνα ἔθηκε: τούτου τε δὴ παῖς καὶ Ἀμίαντος Λυκούργου Ἀρκὰς ἐκ Τραπεζοῦντος, καὶ Ἀζὴν ἐκ Παίου πόλιος Λαφάνης Εὐφορίωνος τοῦ δεξαμένου τε, ὡς λόγος ἐν Ἀρκαδίῃ λέγεται, τοὺς Διοσκούρους οἰκίοισι καὶ ἀπὸ τούτου ξεινοδοκέοντος πάντας ἀνθρώπους, καὶ Ἠλεῖος Ὀνόμαστος Ἀγαίου. οὗτοι μὲν δὴ ἐξ αὐτῆς Πελοποννήσου ἦλθον, ἐκ δὲ Ἀθηνέων ἀπίκοντο Μεγακλέης τε ὁ Ἀλκμέωνος τούτου τοῦ παρὰ Κροῖσον ἀπικομένου, καὶ ἄλλος Ἱπποκλείδης Τισάνδρου, πλούτῳ καὶ εἴδεϊ προφέρων Ἀθηναίων. ἀπὸ δὲ Ἐρετρίης ἀνθεύσης τοῦτον τὸν χρόνον Λυσανίης: οὗτος δὲ ἀπ᾽ Εὐβοίης μοῦνος. ἐκ δὲ Θεσσαλίης ἦλθε τῶν Σκοπαδέων Διακτορίδης Κραννώνιος, ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων.

Βλέπουμε δηλαδή ότι στο κάλεσμα του Κλεισθένη προς όποιον Έλληνα πίστευε ότι ήταν άξιος να γίνει γαμβρός του («ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι») και στον διαγωνισμό που ακολούθησε ώστε ο Κλεισθένης «Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον» εμφανίστηκαν συν τοις άλλοις ο Αιτωλός Μάλης αδελφός του Τιτόρμου που ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε δύναμη (προφανώς κέρδισε σε κάποιο πανελλήνιο αγώνισμα στο οποίο συμμετείχε), οι Αρκάδες Αμίαντος και Λαφάνης, αλλά και «ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων». Με άλλα λόγια, προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, η μυθική γενεαλογική καταγωγή από τον Έλληνα είχε πάψει να θεωρείται κριτήριο Ελληνικότητος. Η οικειότης των Αρκάδων και των Αιτωλών αρκούσαν για να θεωρηθούν και οι δύο Έλληνες. Η συμμετοχή των Μολοσσών στον πανελλήνιο αυτό διαγωνισμό είναι σημαντική τόσο για την εθνοτική ταυτότητα των Ηπειρωτών όσο και γι΄αυτήν των μετέπειτα  Άνω Μακεδόνων που, όπως έδειξα σε προηγούμενη ανάρτηση, θεωρούνταν Ηπειρώτες από τον Στράβωνα, Μολοσσοί από τον Εκαταίο και, κάποιοι από αυτούς, όπως οι Ορέστες, ήταν μέλη του Κοινού των Μολοσσών πριν προσαρτηθούν πολιτικά στην Μακεδονία.

Η ταυτότητα των Ηπειρωτών έχει επίσης ενδιαφέρον, διότι μας βοηθάει να ξεδιαλύνουμε το πρόβλημα της Μακεδονικής ταυτότητας. Είπα πιο πάνω ότι μυθικός γεννάρχης τους ήταν ο διογενής ξάδελφος του Έλληνα , o μενεχάρμης Γραικός, ο επώνυμος των Γραικών που κάποτε κατοικούσαν στην Δωδώνη. Το όνομα του ασήμαντου αυτού φύλου κατέληξε να είναι το γενικό όνομα όλων των Ελλήνων στην Ιταλία (Graeci). Η πειστικότερη εξήγηση αυτού του μυστηρίου που βρήκα είναι αυτή που παραθέτουν ο Leonard Palmer και Irad Malkin. Ζώντας κάποτε στη Δωδώνη, οι Γραικοί ήταν το πιο γνωστό Ηπειρωτικό φύλο. Όταν οι Ιλλυριοί έγιναν βόρειοι γείτονες των Ηπειρωτών υιοθέτησαν το όνομα «Γραικοί» σαν γενικό χαρακτηρισμό για όλους τους Έλληνες, όπως ακριβώς οι Πέρσες υιοθέτησαν το όνομα Yauna («Ίωνες») σαν γενικό εθνωνύμιο των Ελλήνων. Όταν αργότερα οι Μεσσάπιοι, διέσχισαν την Αδριατική και εγκαταστάθηκαν στο τακούνι της Ιταλίας, έφεραν μαζί τους το όνομα «Γραικοί» για τους Έλληνες, το οποίο με τον καιρό διαχύθηκε σε όλη την Ιταλία και έδωσε το λατινικό Graeci.

Graikos Italy

Το αστείο όμως είναι ότι, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Ηπειρώτες ήταν βάρβαροι και η γλώσσα τους δεν ήταν καν ελληνική!

Ας δούμε τα χωρία του Θουκυδίδη:

[2.68] κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους, τοῦ θέρους τελευτῶντος, καὶ Ἀμπρακιῶται αὐτοί τε καὶ τῶν βαρβάρων πολλοὺς ἀναστήσαντες ἐστράτευσαν ἐπ᾽ Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ τὴν ἄλλην Ἀμφιλοχίαν. ἔχθρα δὲ πρὸς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦδε αὐτοῖς ἤρξατο πρῶτον γενέσθαι. Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ Ἀμφιλοχίαν τὴν ἄλλην ἔκτισε μὲν μετὰ τὰ Τρωικὰ οἴκαδε ἀναχωρήσας καὶ οὐκ ἀρεσκόμενος τῇ ἐν Ἄργει καταστάσει Ἀμφίλοχος ὁ Ἀμφιάρεω ἐν τῷ Ἀμπρακικῷ κόλπῳ, ὁμώνυμον τῇ ἑαυτοῦ πατρίδι Ἄργος ὀνομάσας (καὶ ἦν ἡ πόλις αὕτη μεγίστη τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ τοὺς δυνατωτάτους εἶχεν οἰκήτορας) ὑπὸ ξυμφορῶν δὲ πολλαῖς γενεαῖς ὕστερον πιεζόμενοι Ἀμπρακιώτας ὁμόρους ὄντας τῇ Ἀμφιλοχικῇ ξυνοίκους ἐπηγάγοντο, καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν. ἐκβάλλουσιν οὖν τοὺς Ἀργείους οἱ Ἀμπρακιῶται χρόνῳ καὶ αὐτοὶ ἴσχουσι τὴν πόλιν. οἱ δ᾽ Ἀμφίλοχοι γενομένου τούτου διδόασιν ἑαυτοὺς Ἀκαρνᾶσι, καὶ προσπαρακαλέσαντες ἀμφότεροι Ἀθηναίους, οἳ αὐτοῖς Φορμίωνά τε στρατηγὸν ἔπεμψαν καὶ ναῦς τριάκοντα, ἀφικομένου [δὲ] τοῦ Φορμίωνος αἱροῦσι κατὰ κράτος Ἄργος καὶ τοὺς Ἀμπρακιώτας ἠνδραπόδισαν, κοινῇ τε ᾤκισαν αὐτὸ Ἀμφίλοχοι καὶ Ἀκαρνᾶνες. μετὰ δὲ τοῦτο ἡ ξυμμαχία πρῶτον ἐγένετο Ἀθηναίοις καὶ Ἀκαρνᾶσιν. οἱ δὲ Ἀμπρακιῶται τὴν μὲν ἔχθραν ἐς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦ ἀνδραποδισμοῦ σφῶν αὐτῶν πρῶτον ἐποιήσαντο, ὕστερον δὲ ἐν τῷ πολέμῳ τήνδε τὴν στρατείαν ποιοῦνται αὑτῶν τε καὶ Χαόνων καὶ ἄλλων τινῶν τῶν πλησιοχώρων βαρβάρων: ἐλθόντες τε πρὸς τὸ Ἄργος τῆς μὲν χώρας ἐκράτουν, τὴν δὲ πόλιν ὡς οὐκ ἐδύναντο ἑλεῖν προσβαλόντες, ἀπεχώρησαν ἐπ᾽ οἴκου καὶ διελύθησαν κατὰ ἔθνη. τοσαῦτα μὲν ἐν τῷ θέρει ἐγένετο.

Δηλαδή, το Αμφιλοχικόν Άργος ιδρύθηκε από τον μυθικό νοστήσαντα Αμφίλοχο, αλλά η γλώσσα του πληθυσμού δεν ήταν ελληνική μέχρι που αιώνες αργότερα δέχθηκαν σαν σύνοικους τους γειτονικούς Αμβρακιώτες (που μιλούσαν τα δωρικά της Κορίνθου) «καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν». Παρακάτω, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει τους Χάονες και τα άλλα πλησιόχωρα φύλα βάρβαρα.

[2.80] καὶ αὐτῷ παρῆσαν Ἑλλήνων μὲν Ἀμπρακιῶται καὶ Λευκάδιοι καὶ Ἀνακτόριοι καὶ οὓς αὐτὸς ἔχων ἦλθε χίλιοι Πελοποννησίων, βάρβαροι δὲ Χάονες χίλιοι ἀβασίλευτοι, ὧν ἡγοῦντο ἐπετησίῳ προστατείᾳ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γένους Φώτιος καὶ Νικάνωρ. ξυνεστρατεύοντο δὲ μετὰ Χαόνων καὶ Θεσπρωτοὶ ἀβασίλευτοι. Μολοσσοὺς δὲ ἦγε καὶ Ἀτιντᾶνας Σαβύλινθος ἐπίτροπος ὢν Θάρυπος τοῦ βασιλέως ἔτι παιδὸς ὄντος, καὶ Παραυαίους Ὄροιδος βασιλεύων. Ὀρέσται δὲ χίλιοι, ὧν ἐβασίλευεν Ἀντίοχος, μετὰ Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο Ὀροίδῳ Ἀντιόχου ἐπιτρέψαντος.  ἔπεμψε δὲ καὶ Περδίκκας κρύφα τῶν Ἀθηναίων χιλίους Μακεδόνων, οἳ ὕστερον ἦλθον.

Εδώ ο Θουκυδίδης περιγράφει μία σύρραξη που έγινε στην Ακαρνανία και χωρίζει τα δύο στρατόπεδα σε Έλληνες και βαρβάρους (Ἑλλήνων μὲν … βάρβαροι δὲ). Οι βάρβαροι είναι οι αβασίλευτοι Χάονες με ηγέτες τους εκλεγμένους για εκείνο το έτος προστάτες Φώτιο και Νικάνορα και μαζί τους, οι επίσης αβασίλευτοι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Ατιντάνες με ηγέτη τον Σαβύλινθο, που ήταν επίτροπος του ανήλικου ακόμα Θάρυπος, οι Παραυαίοι με βασιλιά τον Όροιδο, οι Ορέστες με βασιλιά τον Αντίοχο, ο οποίος όμως ανέθεσε την ηγεσία τους στον Όροιδο και, τέλος, οι Μακεδόνες που έστειλε ο Περδίκκας, οι οποίοι όμως έφτασαν μετά την μάχη.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε γι΄αυτούς τους «βαρβάρους» είναι ότι έχουν ελληνικότατα ονόματα: τα Φώτιος, Νικάνωρ και Αντίοχος δεν χρειάζονται καμία ανάλυση. Το Περδίκκας κατά πάσα πιθανότητα είναι υποκοριστική διαλεκτική μακεδονική μορφή του *Περι-δίκαιος (λ.χ. μακεδ. Πτολεμαῖος > Πτολέμμας/Πτολεμμᾶς και, στην Σπάρτη όπου το όνομα Περικλῆς απαντά ως Περκλῆς απαντά η μορφή Περδικίας), ενώ μια πιο απλή (αλλά κατά τη γνώμη μου λιγότερο πιθανή) ετυμολογία είναι το ορνιθωνύμιο πέρδιξ (λ.χ. νεοελλην. «περπατάει καμαρωτά σαν πέρδικα», «γερός σαν περδίκι» κλπ.), το Ὄροιδος φαίνεται να έχει σαν πρώτο μόρφημα την διαλεκτική ποικιλία ὀροι– (<*ὁροσ-ι- με κανονική απώλεια του μεσοφωνηεντικού /σ/) της ρίζας ὀρει-/ὀρεσ-ι- (λ.χ. *ὀρεσ-(ι)-νός > ὀρεινός, *ὀρεσ-ί-της > ὀρείτης, Ὀρέσ-της, ὀρεσ-ί-τροφος κλπ), ενώ το Σαβύλινθος, όποια και αν είναι η ετυμολογία του (σάβυττος 😉 ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία ονομάτων με θέμα Σαβυ- που απαντούν σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Oroidos

Τα Φώτιος και Αντίοχος επιπρόσθετα (*bheh2es- > φᾶος ~ φῶς: Φώτιος, *weg’h-> ὄχος: Ἀντίοχος) δείχνουν την τυπική ελληνική τροπή ΠΙΕ *{bh,dh,gh}> {ph,th,kh} που ξεχωρίζει την ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες.

Όπως γράφει ο Irad Malkin,  τα παραπάνω φύλα θεωρούνται βάρβαρα από τον Θουκυδίδη όχι επειδή δεν ήταν ελληνόφωνα, αλλά επειδή ήταν «ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ δαιτόμενα», όπως «τὸ παλαιόν Ἑλληνικόν» που ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης. Οι Έλληνες της κλασσικής περιόδου κατοικούσαν σε περιτοιχισμένες αυτόνομες πολεις-κράτη και είχαν πάψει προ πολλού να έχουν βασιλιάδες. Οι Ηπειρώτες δεν είχαν καν περιτοιχισμένους μόνιμους οικισμούς και πολλά φύλα είχαν ακόμη βασιλείς (αν και οι Θεσπρωτοι και οι Χάονες είδαμε ότι ήταν αβασίλευτοι), ενώ στην (κάτω) Μακεδονία που υπήρχαν περιτοιχισμένες πόλεις, αυτές δεν ήταν αυτόνομες, αλλά διοικούνταν από τον Μακεδόνα βασιλιά (αργότερα οι Αντιγονίδες θα δώσουν σχετική αυτονομία στις Μακεδονικές πόλεις, τουλάχιστον σε θέματα που δεν εμπλέκονταν με την εξωτερική μακεδονική πολιτική).

Thucyd Epirotes

Το μόνο που μένει να εξηγήσουμε είναι γιατί αν αυτά τα «βάρβαρα» φύλα ήταν ελληνόφωνα, ο Θουκυδίδης δεν αναγνωρίζει την ελληνοφωνία τους. Εδώ ήταν προϊόν συμπτώσεως ότι ο ιστορικός ήταν Αθηναίος και όπως ο ίδιος αναφέρει η βορειοδυτική διάλεκτος των «ὡμοφάγων καὶ οῖκούντων κατὰ κώμας ἀτειχίστους» Αιτωλών του ήταν η πιο ακαταλαβίστικη («ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν»):

[3.94] τὸ γὰρ ἔθνος μέγα μὲν εἶναι τὸ τῶν Αἰτωλῶν καὶ μάχιμον, οἰκοῦν δὲ κατὰ κώμας ἀτειχίστους, καὶ ταύτας διὰ πολλοῦ, καὶ σκευῇ ψιλῇ χρώμενον οὐ χαλεπὸν ἀπέφαινον, πρὶν ξυμβοηθῆσαι, καταστραφῆναι. ἐπιχειρεῖν δ᾽ ἐκέλευον πρῶτον μὲν Ἀποδωτοῖς, ἔπειτα δὲ Ὀφιονεῦσι καὶ μετὰ τούτους Εὐρυτᾶσιν, ὅπερ μέγιστον μέρος ἐστὶ τῶν Αἰτωλῶν, ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν καὶ ὠμοφάγοι εἰσίν, ὡς λέγονται: τούτων γὰρ ληφθέντων ῥᾳδίως καὶ τἆλλα προσχωρήσειν.

Ο Πλάτων, αργότερα θα εκφράσει τον αθηναϊκό του γλωσσικό σωβινισμό στον Πρωταγόρα όταν θα πει για τον Πιττακό τον Λέσβιο, που μιλούσε την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς και του Αλκαίου, ότι «Λέσβιος ὤν καὶ ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος».

[341c]

διὰ ταῦτ᾽ ἄρα καὶ μέμφεται, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Πρόδικε, τὸν Πιττακὸν λέγοντα “χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι”, ὥσπερ ἂν εἰ ἤκουεν αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ἐστὶν κακὸν “ἐσθλὸν ἔμμεναι”.

ἀλλὰ τί οἴει, ἔφη, λέγειν, ὦ Σώκρατες, Σιμωνίδην ἄλλο ἢ τοῦτο, καὶ ὀνειδίζειν τῷ Πιττακῷ ὅτι τὰ ὀνόματα οὐκ ἠπίστατο ὀρθῶς διαιρεῖν ἅτε Λέσβιος ὢν καὶ ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος;

ἀκούεις δή, ἔφην ἐγώ, ὦ Πρωταγόρα, Προδίκου τοῦδε.

Αν πάμε σε μη αθηναϊκές πηγές για να δούμε πως περιγράφεται η γλωσσική κατάσταση του δυτικού ελλαδικού χώρου θα βρούμε τους Αχαιούς της Αχαΐας (που, όπως και οι «βαρβαρόφωνοι» Ηλείοι, μιλούσαν μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο όπως οι Αιτωλοακαρνανοί και οι Ηπειρώτες) να αναγνωρίζουν την ελληνοφωνία των Αιτωλών ως το μόνον ελληνικό τους στοιχείο, γιατί «έχουν μόνον την φωνή των Ελλήνων (άρα υπονοούν ότι τους λείπουν όλα τα άλλα που κάνουν τον Έλληνα), όπως έχουν μόνον την μορφή ανθρώπων. Τα ήθη τους είναι πιο βάρβαρα και από αυτά των βαρβάρων και πιο άγρια από αυτά των θηρίων»:

[Λίβιος 34.24.3-4] mare interiectum ab istis praedonibus non tuetur nos, T. Quincti; quid, si in media Peloponneso arcem sibi fecerint, futurum nobis est? linguam tantum Graecorum habent, sicut speciem hominum; moribus ritibusque efferatioribus quam ulli barbari, immo quam immanes beluae vivunt. itaque vos rogamus, Romani, ut et ab Nabide Argos reciperetis et ita res Graeciae constituatis, ut ab latrocinio quoque Aetolorum satis pacata haec 1 relinquatis.

They have only the tongue of Greeks, as they have only the shape of men; they live under rules and practices more savage than any barbarians, yes, than any wild beasts. Therefore we beg you, Romans, both to recover Argos from Nabis and to establish the affairs of Greece in such a way as to leave us well protected from the brigandage of the Aetolians as well.

Με άλλα λόγια, στο όλο «θάψιμο» των Αιτωλών στους Ρωμαίους, οι Αχαιοί δεν μπορούν να μην αναγνωρίσουν την ελληνοφωνία τους, αφού μιλούσαν πάνω κάτω την ίδια διαλέκτο. Αν το θάψιμο το έκανε Αθηναίος, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναγνώριζε ούτε την ελληνοφωνία τους.

(συνέχεια στο μέρος #5)

15 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία

Λίγα λόγια για την εθνολογία και την εθνοτικότητα

“Ethnology is the study of ethnicity είναι μια εισαγωγική φράση που θα συναντήσετε σε πολλά αγγλόγλωσσα βιβλία. Μόλις επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε την παραπάνω φράση στα ελληνικά αρχίζουν τα προβλήματα. Πως θα μεταφράσουμε τον όρο “ethnicity”; Δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σαν «εθνικότητα» γιατί η τριάδα έθνος, εθνικός και εθνικότητα αποδίδει παραδοσιακά στα ελληνικά την τριάδα nation, national και nationality.  Ο όρος ethnicity είναι σχετικά καινούριος στην αγγλική γλώσσα και ακόμα πιο καινούρια είναι η εισαγωγή του όρου στην ελληνική ως εθνοτικότητα. Ο Irad Malkin στο βιβλίο του “The Returns of Odysseus: Colonization and Ethnicity “ (University of California Press, 1998) μελετά την λειτουργία των «νόστων» (μύθοι επιστροφής ηρώων από τον Τρωϊκό πόλεμο) στην δημιουργία εθνοτικών ταυτοτήτων τόσο στους Ἰταλιώτες (Έλληνες άποικοι στην Ιταλία) όσο και στους Ἰταλούς (ιθαγενείς λαοί της Ιταλίας). Στις σελίδες 55-61 κάνει μια απαραίτητη εισαγωγή στην εθνολογία για να ξεδιαλύνει τους όρους που θα χρησιμοποιήσει στο υπόλοιπο βιβλίο. Το κεφάλαιο ξεκινάει με τις παρακάτω δύο παραγράφους:

Ethnicity, a term coined in 1942, has been the focus of discussion by anthropologists, sociologists, historians (and ethnohistorians), and veterans of cultural studies. Whereas nationalism (sometimes ideologically based on ethnicity) is arguably a modern phenomenon, ethnicity and ethnic feelings are not, since we find primordialist group notions of ties of kinship, language, religion, race, shared experience, and territory already in antiquity. Current discussion seems to have gone beyond the essentialist or “natural” ethnicity of the myths of nation building originating in the late nineteenth century.Such myths potray nations as perennial and natural, waiting for the political moment to awaken. Current discussion also seems to have transcended the race-oriented and phenotypical definitions of group identity that were in vogue befορe World War II. These focused on “objective”, natural and inherited (mostly biological) traits. By contrast ethnicity (or ethnic identity) is now debated mainly in conceptual terms. There seems to be a general inclination to examine the ethnicity of “peoples” (to be distinguished from that of immigrants within modern states) while emphasizing its constructedness or “invention”. One definition, comfortable yet limited, considers ethnicity “the CONSCIOUS expression of group identity” or “the way in which social groups CONSCIOUSLY choose to assert their identity and to define and constitute themselves in relation to others in any given set of circumstances“. The comfort consists in the role of CONSCIOUSNESS; the severe limitation is the emphasis on self-definition. More often than not, as Benedict Anderson among others has shown, group definitions are the result of outsiders’ articulatons that become internalized and accepted.

Δηλαδή, εν συντομία, η εθνοτικότητα (ethnicity) είναι σχετικά καινούριος όρος που πρωτοεμφανίζεται στα αγγλικά λεξικά το 1942. Ενώ ο εθνικισμός (nationalism) είναι αναμφίβολα ένα σύγχρονο φαινόμενο, η εθνοτικότητα και τα εθνοτικά αισθήματα δεν είναι, μιας και βρίσκουμε αρχεγονικές (primordialist) αντιλήψεις για ομάδες ανθρώπων που βασίζονται σε δεσμούς συγγένειας, γλώσσας, θρησκείας, φυλής, κοινής εμπειρίας και κοινού εδάφους ήδη στην αρχαιότητα. Η τωρινή συζήτηση έχει απομακρυνθεί από την ουσιακή (essentialist) ή «φυσική» εθνοτικότητα των εθνοδομικών (nation building) μύθων του ύστερου 19ου αιώνα. Αυτοί οι μύθοι παρουσιάζουν τα έθνη σαν διηνεκείς (perennial) και «φυσικές» οντότητες που απλά περιμένουν την κατάλληλη πολιτική ευκαιρία για να «αφυπνιστούν». Η τωρινή συζητήση επίσης έχει ξεπεράσει/απορρίψει τους φυλετικούς (racial) και φαινοτυπικούς (αντικειμενικά βιολογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν έκφραση γενετικής κληρονομιάς λ.χ. χροιά του δέρματος, χρώμα μαλλιών,ματιών κλπ.) ορισμούς της ταυτότητας των πληθυσμιακών ομάδων. Αντίθετα, η εθνοτικότητα σήμερα συζητάται πάνω σε αντιληπτικούς (conceptual) όρους. Υπάρχει μια γενική τάση να βλέπουμε την εθνοτικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουμε έμφαση στην «επινοημένη» κατασκευή της. Η εθνοτικότητα είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ έκφραση συλλογικής ταυτότητας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ομάδες ανθρώπων αποφασίζουν ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ να εκδηλώσουν την συλλογική τους ταυτότητα σε σχέση με άλλες ομάδες ανθρώπων κατά τις διάφορες ιστορικές συγκυρίες. Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (consciousness) εμπεριέχει τον βασικό περιορισμό του αυτοπροσδιορισμού. Όπως, μεταξύ άλλων έδειξε ο Benedict Anderson, συχνά ο αυτοπροσδιορισμός («ημική» αντίληψη, emic perception/self perception) προκύπτει από την υιοθέτηση και αποδοχή εξωτερικών ετεροπροσδιορισμώνητική» αντίληψη, etic perception). O Jonathan M. Hall από την άλλη, στο βιβλίο του “Hellenicity: Between Ethnicity and Culture” (University of Chicago Press,2002) αφιερώνει τις σελίδες 9-19 σε ένα κεφάλαιο με τίτλο “Defining Ethnicity” (~ απόπειρα ορισμού της εθνοτικότητας) ενώ στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του “Ethnic Identity in Greek antiquity” (Cambridge University Press, 1997) αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος στο φαινόμενο της εθνοτικότητας, την ιστορία της μελέτης του και τους μηχανισμούς σχηματισμού και δυναμικής εξέλιξης των εθνοτικών ομάδων. Από εδώ και πέρα οι αναφορές στα παραπάνω βιβλία θα είναι (HallH,σελίδα) για το “Hellenicity” και (HallE,σελίδα) για το “Ethnic Identity”. Πριν προχωρήσουμε παρακάτω είναι αναγκαίο να πούμε δυο λόγια για τον «ινστρουμενταλισμό» (instrumentalism) του Fredrik Barth. Κατά τον Barth (ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης εθνολογίας), οι εθνοτικές ομάδες είναι πρωτίστως φορείς δράσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι εθνοτικές ομάδες σχηματίζονται επειδή οι συστατικοί τους πληθυσμοί σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχουν συμφέρον να ενωθούν. Δηλαδή η εθνογένεση είναι καιροσκοπική (circumstantial), περιστασιακή (situational) και πολλές φορές εφήμερη (evanescent). Για να εξασφαλιστεί η συνοχή του φορέα δράσης απαιτείται ένα ισχυρό αίσθημα αλληλεγγύης από τα συστατικά του μέλη. Δίνεται έμφαση στις υπαρκτές ομοιότητες των μελών (λ.χ. γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ) ενώ την ίδια στιγμή γίνεται υποβιβασμός των υπαρκτών διαφορών (πάντα γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ.). Ταυτόχρονα, νέες ομοιότητες και νεόι δεσμοί επινοούνται και συνήθως παρουσιάζονται εν είδει μακροχρόνιων παραδόσεων. H παραπάνω διαδικασία συνοψίζεται στο ρητό «φαντασιακές κοινότητες με επινοημένες παραδόσεις» (“imagined communities with invented traditions“) το οποίο συνδέει τον τίτλο του βιβλίου του Benedict Anderson Imagined Communities με την αρχή των «επινοημένων παραδόσεων» (invented traditions) του Eric Hobsbawm. Αυτό που τονίζει επίσης ο ινστρουμενταλισμός είναι η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα της εθνοτικότητας. Όταν ο φορέας δράσης που ονομάζουμε εθνοτική ομάδα βρεθεί σε νέες συγκυρίες, τότε μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα παράδοση λ.χ. για να ενσωματώσει καινούριους πληθυσμούς ή για να αποκλείσει παλαιά μέλη ή τέλος, για να κατοχυρώσει δικαιώματα σε μια περιοχή. Συχνά αυτή η διαδικασία περιγράφεται με το ρητό ότι «το παρελθόν ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές στιγμές, ώστε να παραμένει συνεχώς νοηματούχο («μεστό με νόημα», επιτρέψτε μου την νεολογιστική αυτή απόδοση του αγγλικού meaningful). Ο Hall (HallE,19) συνοψίζει τα παραπάνω με τα παρακάτω λόγια:

The danger of the emic-etic dichotomy in the study of ethnic identity lies in the possibility of establishing a sterile debate between ethnic truth and ethnic fiction. Such a debate contributes little to the understanding of the phenomenon. On the one hand, there is -as we shall see- no doubt that ethnic identity is a cultural construct, perpetually renewed and renegotiated through discourse and social praxis. […] On the other hand, there is little to be gained, and much to be lost, by denying that the ethnic group does possess its own realm of reality.

Δηλαδή ενώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εθνοτική ομάδα είναι ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα το οποίο αενάως ανανεώνει και επαναδιαπραγματεύει την οντότητά του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παύει να είναι υπαρκτή οντότητα στον χώρο του ιστορικού γίγνεσθαι και η θεώρησή της ως ψευδές σύνολο είναι επιζήμια τουλάχιστον όσον αφορά στην κατανόηση της εθνοτικότητας, γιατί μπορεί μεν να υπάρχουν «επινοημένες παραδόσεις», αλλά η αλληλεγγύη που αυτές σφυρηλατούν στα μέλη της εθνοτικής ομάδας και η ικανότητα δράσης της τελευταίας στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι 100% πραγματικές. Ένας από τους κορυφαίους εθνολόγους της εποχής μας, ο Αnthony Smith στην σελίδα 15 του μνημιώδους βιβλίου του “The Ethnic Origins of Nations” (Blackwell,1986):

What I shall be arguing is that the ‘core’ of ethnicity, as it  has been transmitted in the historical record and as it shapes individual experience, resides in this quartet of  ‘myhs,memories,values and symbols’ and in the characteristic forms or styles and genres of certain historical configurations of populations. […] Special emphasis is laid on what is termed the ‘myth-symbol’ complex, and particularly the ‘mythomoteur’ or constitutive myth of the ethnic polity; both indicate the vital role of myths and symbols as embodying the corpus of beliefs and sentiments which the guardians of ethnicity preserve, diffuse and transmit to future generations. In other words, the special qualities and durability of ethnie are to be found, neither in their ecological locations, nor their class configurations, nor yet their military and political relationships, important as all these are for day-to-day experiences and medium-term chances of survival of specific ethnic communities. Rather one has to look at the nature (forms and content) of their myths and symbols, their historical memories and central values, which we can summarize as the ‘myth-symbol’ complex, at the mechanisms of their diffusion (or lack of it) through a given population, and their transmission to future generations, if one wishes to grasp the special character of ethnic identities.

Με λίγα λόγια, ο «πυρήνας» της εθνοτικότητας είναι η τετράδα «μύθοι,μνήμες, αξίες και σύμβολα» που συνιστούν το λεγόμενο «μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα» τα οποία σχετίζονται με τον λεγόμενο mythomoteur ή καταστατικό/κεντρικό εθνοσυμβολικό μύθο ο οποίος παρέχει στα άτομα της εθνοτικής ομάδας την αίσθηση μέλους στην συλλογικότητα και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Η επιβίωση και συνέχεια των εθνοτήτων δεν πρέπει να αναζητηθεί στην γεωγραφική/οικολογική παραμονή ούτε στην διατήρηση κοινωνικών συστημάτων ούτε πάλι στην ικανότητα διατήρησης της πολιτικής αυτονομίας (και εννοείται ούτε σε βλακείες περί βιολογικής συνέχειας). Αντίθετα πρέπει να αναζητηθεί στο μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα και στους μηχανισμούς διάχυσης και διαιώνισής του στις μελλοντικές γενιές. Έτσι μόνο καταφέρνει κάποιος να συλλάβει τον ιδιάζοντα χαρακτήρα των εθνοτικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής ορίσαμε την εθνοτικότητα σαν συνειδητή έκφραση συλλογικής ταυτότητας και αναφέραμε το μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα που προσδίδει στα άτομα την αίσθηση τους μέλος και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Αυτό που δεν έχουμε ακόμα ξεκαθαρίσει είναι τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα που την ξεχωρίζει από τις άλλες μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι μορφές συλλογικής ταυτότητας είναι πολλές και ποικίλες. Έτσι συλλογικές ταυτότητες είναι η γλωσσική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των αγγλόφωνων ή ισπανόφωνων πληθυσμών), η θρησκευτική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των ορθόδοξων χριστιανών ή των μωαμεθανών) ή τέλος ο σύνδεσμος οπαδών αθλητικού σωματείου (λ.χ. οπαδοί του Ολυμπιακού ή της Manchester United). Τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα ώστε να ξεχωρίζει από τις παραπάνω μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι ειδικοί μελετητές είναι ομόφωνοι σε αυτό:  το καθοριστικό στοιχείο της εθνοτικότητας είναι η απόδοση της αλληλεγγύης και οικειότητας σε φαντασιακή κοινή καταγωγή (fictive/putative common descent) όποια κι αν είναι η πραγματική καταγωγή των μελών.

[HallH,9] Ultimately, the definitional criteria or ‘core elements’ which determine membership in an ethnic group –and distinguish the ethnic group from other social collectivities– are a putative subscription to a myth of common descent and kinship, an assosiation with a specific territory and a sense of shared history. [HallH,10] The centrality of fictive kinship and descent to definitions of ethnicity is hardly a novelty. Already in 1922, Max Weber defined ethnic groups as “those human groups that entertain a subjective belief in their common descent because of similarities of physical type or customs or both, or because of memories of colonization and migration; this belief must be important for the propagation of group formation; conversely, it does not matter whether or not an objective blood relationship exists“. [HallH,15] The important point, however, is that while ethnic identity revolves around notions of kinship, the genetic reality of this kinship is unimportant and not infrequently fictitious. What matters is that ethnic members act as if they are related. [HallH,16] Notions of shared kinship are not, of course, limited to the ethnic group. The paradigmatic expression of kinship is the family -and, by extension, social groupings based on aggregations of families- but it is precisely the fictive nature of the belief in kiship that distinguishes the ethnic group from the family. As Weber noted, “Ethnic membership differs from the kinship group precisely by being a presumed identity, not a group with concrete social action.”The ethnic group is, in other words, an imagined community whose constituents will never know most of their fellow-members, meet them, or even hear of them, yet in the minds of each lives the image of their communion (Benedict Anderson).”

Παράλληλα, ο Anthony Smith στις σελίδες 22-31 του “The Ethnic Origins of Nations” παραθέτει και αναλύει τα έξι κριτήριαδιαστάσεις όπως ο ίδιος γράφει) που πιστοποιούν την ύπαρξη εθνοτικής ταυτοτητας. Αυτά είναι:

1) Ένα κοινό συλλογικό όνομα 2) Ένας κοινός μύθος καταγωγής 3) Μια κοινή ιστορία 4) Ένας ιδιάζων κοινός πολιτισμός 5) Η σύνδεση με κάποια γεωγραφική περιοχή που αποκτά την έννοια της «πατρίδας» 6) Αίσθημα αλληλεγγύης των μελών

Σχετικά με το κριτήριο του κοινού μύθου καταγωγής γράφει [σελ. 24-25]:

In many ways the sine qua non of ethnicity […] It goes without saying that I am concerned here, not with actual descent, but with the sense of imputed common ancestry and origins. A myth of descent attempts to provide an answer to questions of similarity and belonging: why are we all alike? Why are we one community? […] The fused and elaborated myths provide an overall framework of meaning for the ethnic community, a mythomoteur, which “makes sense” of its experiences and defines its “essence”. Without a mythomoteur a group cannot define itself to itself or to others, and cannot inspire or guide collective action.

Δηλαδή ο μύθος κοινής καταγωγής είναι το ουκ άνευ (sine qua non) της εθνοτικότητας. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία η πραγματική καταγωγή των μελών, γιατί αυτό που μετράει είναι η κοινή αποδοχή μιας επινοημένης (fictive), υποτιθέμενης (putative) και αξιωματικά δεδομένης (imputed) κοινής καταγωγής. Πολλοί προσπαθούν να μιμηθούν τον Smith και παρουσιάζουν απλά «ξερές» λίστες με «αντικειμενικά» κριτήρια για τον ορισμό της εθνοτικότητας. Με αυτόν το τρόπο ξεχνάνε να αναφέρουν ότι η εθνοτικότητα γίνεται υποκειμενικά αντιληπτή και ενέχει το στοιχείο της συνειδητής επιλογής ταυτότητας. Δηλαδή ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να έχει όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά εάν δεν έχουν επιλέξει συνειδητά οι ίδιοι να είναι Α τότε πολύ απλά δεν είναι Α. Από την άλλη, ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορεί να μην έχει κάποια από τα «αντικειμενικά» κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά να έχει επιλέξει συνειδητά την ταυτότητα Α.  Στην περίπτωση αυτή, το άτομο αυτό ή η ομάδα ατόμων είναι εθνοτικά Α επειδή η εθνοτικότητα είναι εξ ορισμού  συνειδητή επιλογή εθνοτικής ταυτότητας. Ο Peter Heather στη σελίδα 14 του βιβλίου “Empires and Barbarians: Migration, Development and the Birth of Modern Europe” (MacMillan,2009) γράφει στην δική του εισαγωγή εθνολογίας για την μελέτη των μεσαιωνικών «βαρβάρων» πολλοί από τους οποίους χαρακτηρίζονται ως «βάρβαροι» την στιγμή t1 και την στιγμή t2 «Ρωμαίοι» αξιωματικοί (λ.χ. AsparStilicho και Arbogast):

People sharing the same set of measurable cultural traits (including language: the great symbol of group identity in the nationalist era) can think of themselves as belonging to different social groups, and people with different cultures can think of themselves as belonging to the same ones. Fundamentally, therefore, identity is about perception, not a check-list of measurable items: the perception of identity the individual has inside his or her head, and the way that individual is perceived by others. Cultural items may express identity, but they do not define it. A Scotsman may wear a kilt, but he remains a Scotsman even if he doesn’t. […] Up to 1945, identity was viewed as an unchanging given […] But studies inspired by Leach’s work have shown both that an individual’s group identity can and does change, and that a particular individual can have more than one group identity, sometimes even choosing them according to immediate advantage.

Δηλαδή, η εθνοτική ταυτότητα δεν είναι απλά μια λίστα αντικειμενικών κριτηρίων αλλά συνδέεται άμεσα με την υποκειμενική αντίληψη, τόσο αυτήν που το άτομο έχει για τον εαυτό του («ημικός» αυτοπροσδιορισμός) όσο και αυτήν που έχουν οι άλλοι γι΄αυτόν («ετικός» ετεροπροσδιορισμός). Τα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να εκφράζουν την ταυτότητα, αλλά δεν την ορίζουν.  Ένας Σκωτσέζος μπορεί να φοράει κιλτ, αλλά παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δε το φοράει.

Επίλογος

Η εθνολογία ξεκινά με την πεποίθηση του Johann Gottfried Herder (18ος αιώνας) ότι η γλώσσα είναι το volksgeist (ιδιάζον χαρακτηριστικό του κάθε λαού). Επομένως, από νωρίς η έννοια της εθνοτικής ομάδας ταυτίστηκε με αυτήν της γλωσσικής ομάδας χωρίς να γίνεται πουθενά λόγος για αίμα και καταγωγή. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι Ρομαντικοί εθνικιστές προσπάθησαν να συνδέσουν το volksgeist με τη βιολογία και την γενετική. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος του φυλετισμού και η περαιτέρω εξίσωση της γλωσσικής ομάδας με το «ομόαιμον». Η ιδέα αυτή της εθνοτικότητας σαν βιολογική ουσία (essence> Essentialism) που υπάρχει στο αίμα όπως το σάκχαρο και η χοληστερίνη και μπορεί σε άλλον να είναι ανεβασμένη («πιο καθαρόαιμος») και σε άλλον πεσμένη («λιγότερο καθαρόαιμος») ήταν η κυριάρχη ιδέα μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Από εκεί και μετά, οι «εθνολόγοι» άρχισαν να συνειδητοποιούν την υποκειμενική και δυναμική φύση της εθνοτικότητας κάτι που τους οδήγησε στο να απορρίψουν εντελώς τον εσσενσιαλισμό και τον φυλετισμό. Από εκείνη τη στιγή και μετά, αναγνωρίστηκε καθολικά ότι η εθνοτικότητα είναι ένα επίκτητο κοινωνικό κατασκεύασμα και, κατά συνέπεια, κάθε άνθρωπος γεννιέται ανεθνότιστος και εθνοτίζεται μέσα στην κοινωνία στην οποία μεγαλώνειεθνοτισμός δεν είναι απλά η υιοθέτηση αντικειμενικών κριτηρίων που σχετίζονται με την εθνoτική ταυτότητα αλλά είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση ημικών και ετικών υποκειμενικών αντιλήψεων και προσωπικών επιλογών. Η εθνοτική ομάδα είναι η ιδεατή κοινότητα ανθρώπων που έχουν συνειδητά επιλέξει να εξηγούν την υπαρκτή αλληλεγγύη και την οικειότητά τους με έναν μύθο κοινής καταγωγής.

Leave a comment

Filed under Εθνολογία