Tag Archives: διάλεκτοι

Ο νεοελληνικός τσιτακισμός

Ο όρος τσιτακισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει το φαινόμενο που παρατηρείται σε ορισμένες νεοελληνικές διάλεκτους, όπου τα κλειστά υπερωικά /k/ και /g/ προστριβοποιoύνται σε //, /ts/ και //, /dz/ αντίστοιχα πριν από τα πρόσθια φωνήεντα /y/,/i/, /e/. Continue reading

Advertisements

77 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Γλωσσολογικά Μικράς Ασίας (Ιούνιος 2018)

Η χθεσινή ανάρτηση μου άνοιξε την όρεξη για μια ακόμα ανάρτηση για τις διαχρονικές σχέσεις των γλωσσών της Μικράς Ασίας. Θα παραπέμψω συχνά στο παρακάτω βιβλίο του Richard McGillvray Dawkins (1916) για τις ελληνικές διαλέκτους της Καππαδοκίας και της Λυκαονίας (Σίλλη Ικονίου): Continue reading

19 Comments

Filed under Γλωσσολογία

Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #4

Όπως έγραψα στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης, άφησα για το τέλος την Παμφυλιακή διάλεκτο. Η Παμφυλία βρισκόταν στην νότια ακτή της Μικράς Ασίας βορειοδυτικά της Κύπρου. Τα βόρεια ορεινά της «νώτα» την έκαναν σχετικά δυσπρόσιτη από την ξηρά και, κατά συνέπεια, η θάλασσα ήταν η κύρια οδός επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι κύριες πόλεις της περιοχής ήταν η Σίδη, η Άσπενδος, η Πέργη και, αργότερα, η Αττάλεια.

Pamphylia

Όπως μαρτυρεί το όνομα της περιοχής (πάμφῡλος = που αποτελείται από μείγμα όλων των φύλων), η διαλεκτική ταξινόμηση της Παμφυλιακής προκαλεί πονοκέφαλο στους γλωσσολόγους, γιατί πρόκειται για μια διάλεκτο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ένα φυλογενετικό μοντέλο Stammbaum, αλλά πρόκειται για μια διάλεκτο που προέκυψε in situ από την «ωσμωτική» συναρμογή ΑρκαδοκυπριακώνΑχαϊκών»), Δωρικών και ίσως Αιολικών στοιχείων. Σε αυτήν την συναρμογή πρέπει να προστεθεί και η φωνολογική «ώσμωση» που προέκυψε από την αλληλεπίδραση με τις ιθαγενείς λουβικές (ανήκουσες στον Ανατολιακό κλάδο της ΙΕ οικογένειας) γλώσσες της περιοχής (Σιδητική, Πισιδική, Ισαυρική, Λυκική).

Όπως γράφει ο Claude Brixhe στην σελίδα 370 του βιβλίου «Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας: από τις Αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα»:

Η παμφυλιακή δημιουργήθηκε από διαδοχικές ελληνικές συνεισφορές (στοιχεία αχαϊκά, δωρικά και ίσως αιολικά) στο αποικιακό περιβάλλον της Ανατολίας. Με το τελευταίο παράδειγμα βλέπουμε ότι οι επαφές δεν αφορούσαν πάντα Έλληνες, αλλά ενδεχομένως και μη ελληνικές γλώσσες, περισσότερο ή λιγότερο γνωστές (ίσως η φρυγική (βλ. Ε.4) για την περίπτωση της μακεδονικής (βλ. Γ.3.4) και οι γλώσσες της Ανατολίας για την παμφυλιακή (βλ. Γ.3.3)), που έχουν εντοπιστεί χωρίς να έχουν αποκρυπτογραφηθεί (Κύπρος και ετεοκυπριακή, βλ. Β.3.5, Κρήτη και ετεοκρητική, βλ. Β.3.6). […] Είναι επομένως σφάλμα να επιμένει κανείς στην αναζήτηση μιας μοναδικής πηγής από όπου θα εκπορεύονται τα πάντα. Η παμφυλιακή δεν έρχεται από πουθενά. Διαμορφώθηκε εκεί όπου τη συναντούμε ιστορικά. Η «καθαρή» γενετική συγγένεια δεν είναι παρά ένα ενδεχόμενο υπόδειγμα, αναμφίβολα όχι το πιο συχνό, εφόσον τις περισσότερες φορές οι δύο τύποι συγγένειας (γενετική και οσμωτική) διαπλέκονται.

Αυτά που θα παραθέσω παρακάτω για την Παμφυλιακή, προέρχονται από το κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου για την Παμφυλιακή που έγραψε η Άννα Παναγιώτου (σλδ 315-318).

Ορισμένοι μελετητές αναγνωρίζουν στην παμφυλιακή διάλεκτο σημαντικά ισόγλωσσα με την αρκαδική και την κυπριακή, τα οποία τους επιτρέπουν να τη συνεξετάσουν στην ίδια ομάδα διαλέκτων που αποκαλείται στη διεθνή βιβλιογραφία «αχαϊκή». Εδώ η παμφυλιακή εξετάζεται αυτόνομα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται τα κοινά σημεία με την αρκαδοκυπριακή.

Η Παμφυλία, ένα πεταλοειδές τμήμα της ασιατικής ηπείρου, βορειοδυτικά της Κύπρου, φαίνεται ότι δέχθηκε, πέρα από αχαϊκά φύλα, και αποίκους από άλλες ελληνόφωνες περιοχές, Δωριείς και Αιολείς. Λόγω της γεωγραφικής της απομόνωσης, η διάλεκτος της περιοχής διατήρησε ένα χαρακτήρα αρκετά αρχαϊκό και ιδιότυπο κατά τους σύγχρονους μελετητές, ίσως και κατά τους αρχαίους. Είναι αναγνωρίσιμα στην διάλεκτο αυτή ορισμένα στοιχεία που οφείλονται στην επίδραση του προελληνικού υποστρώματος.

Η πελοποννησιακή καταγωγή μεγάλου, φαίνεται, μέρους των αποίκων της Παμφυλίας, αλλά και η σχετική γεωγραφική εγγύτητα με την Κύπρο, με την οποία οι σχέσεις (οικονομικές, πολιτιστικές) ήταν κατά περιόδους στενές, εξηγούν τα κοινά γλωσσικά στοιχεια ήδη από την αρχαιότητα.

Από τις ιδιαιτερότητες του παμφυλιακού αλφαβήτου αναφέρω ένα γράμμα που μοιάζει με κεφαλαίο «Ψ» το οποίο απέδιδε τον προστριβόμενο φθόγγο /ts/ και αργότερα δίνει την θέση του στο «Σ», την χρήση τεσσάρων γραμμάτων (όχι όλα συγχόνως) για την απόδοση του δίγαμμα (и,Ϝ,Β,Φ, λ.χ. ββέλιος = ϝϝέλιος < hāwelios (αφομοίωση h..w>w..w ή μήπως λάθος των λεξικογράφων;), φίκατι = ϝίκατι κλπ) και την χρήση του <Υ> μέχρι την ύστερη ελληνιστική περίοδο για την απόδοση του φθόγγου /u/ (λ.χ. διαφέρυσα, Ἀφορδισίιυ = διαφέρουσα, Ἀφροδισίου, με το διπλό «ιι» να συμβολίζει την ημιφωνική ουρά -iu>-iyu για την αποφυγή χασμωδίας, λ.χ. μυκηναϊκό i-je-ro-jo = ἱεροῖο > ἱερόο > ἱεροῦ).

Αν πάμε να εντάξουμε την Παμφυλιακή στην φυλογενετική ταξινόμηση των Porzig-Risch, αμέσως κατάλήγουμε σε αδιέξοδο, γιατί η διάλεκτος δείχνει «νότια» αθέματα απαρέμφατα σε -ναι και «νότια» (*ti>si) παράγωγα του τύπου Ἀφορδίσιιυς/Φορδισία = Ἀφροδίσιος/Ἀφροδισία, αλλά «βόρειο» φίκατι = εἴκοσι και, ανεξαιρέτως, «βόρειο» -(ν)τι στην κλιτική μορφολογία, το οποίο μερικές φορές αποδίδεται γραπτά ως -δι (-nti > -(n)di, λ.χ. παμφ. πέδε = πέντε και ἐξάγο:δι = ἐξάγωντι = ἐξάγουσι).

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος αριθμός ισογλώσσων συνδέει την Παμφυλιακή με την Αρκαδοκυπριακή, κάτι που δείχνει ότι μία «αχαϊκή» διάλεκτος ήταν η ραχοκοκαλιά της διαλεκτικής «συναρμογής» που εν τέλει οδήγησε στην ιστορική Παμφυλιακή διάλεκτο. Τα ισόγλωσσα που συνδέουν την Παμφυλιακή με την Αρκαδοκυπριακή είναι:

  1. Στένωση o>u και e>i πριν από έρρινα ν,μ και σε τελική θέση: λ.χ. ἰν = ἐν, Ἄρτιμις = Ἄρτεμις, πρωτόκλιτη γενική -ᾱο > -αυ (Ἀρχέᾱς/Ἀρχέᾱο > Ἀρχέαυ), Ϝανάξανδρος > Иανάξαδρυς, Ἀφροδίσιος > Ἀφορδίσιιυς, Λιμναῖος > Λιμναῖιυς.
  2. Σύνταξη προθέσεων με δοτική αντί για γενική για τις λειτουργίες της παλαιάς αφαιρετικής πτώσης. Αυτό φαίνεται και στην διαλεκτική εκδοχή του ονόματος Διόδωρος = «δῶρον ἐκ μέρους τοῦ Διός». Στην Παμφυλία (Διϝείδωρυς) και την Κύπρο (Διϝείθεμις, Διϝείφιλος) το όνομα απαντά ως Διϝείδωρος (δηλαδή δῶρον ἐκ Διϝ(ε)ί) με την δοτική Διϝεί = Διί σε «ει» να αποτελεί αξιοθαύμαστο αρχαϊσμό, μιας και όλες οι άλλες ελληνικές διάλεκτοι αντικατέστησαν την μυκηναϊκή και ΠΙΕ γνήσια δοτική πτώση σε -ει με την τοπική πτώση σε -ι (λ.χ. φρυγική δοτική māterey = τῇ μητρί). Σε ορισμένους στίχους της Ιλιάδας το μέτρο απαιτεί μακρό τελικό φωνήεν στην δοτική (τῷ) Αἴαντι, κάτι που σημαίνει ότι, όταν σχηματίστηκαν αυτοί οι στίχοι, η δοτική ήταν ακόμα Αἴϝαντει.
  3. Η Παμφυλιακή συμμερίζεται με την Κυπριακή τα ανθρωπωνύμια με πρώτο συνδετικό το Ἐσθλο- (< ἐσθλός), στο οποίο συνέβη η φωνολογική απλοποίηση σθλ>σλ>λλ (λ.χ. παμφ. Ἐλλόθεμις, Ἐλλάφιλος και κυπρ. Ἐλλόϝοικος).

Για την απαιτούμενη δοτική (τῷ) Αἴαντει σε ορισμένους στίχους της Ιλιάδας και την διάκριση μεταξύ (γνήσιας) δοτικής -e = /-ei/ και τοπικής σε -i = /-i/ στην Γραμμική Β, παραθέτω τα λόγια του Martin L. West (κάντε κλικ πάνω της για να την διαβάσετε):

dative ei

Από την άλλη, μη αρκαδοκυπριακά ισόγλωσσα της Παμφυλιακής είναι τα παρακάτω:

  1. «βόρειο» -(ν)τι στην κλίση των ρημάτων (λ.χ. ἐξάγο:δι = ἐξάγοντι = ἐξάγουσι) και φίκατι = είκοσι
  2. Δωρικός/Δυτικός χρονικός σύνδεσμος ὅκα = αττικοιωνικό ὅτε ~ αιολικό ὅτα.
  3. Αιολικές δοτικές πληθυντικού -οισι, -αισι, -εσσι (που όμως σπαραδικά απαντούν και σε μη αιολικές διαλέκτους): ἀτρό:ποισι, ἀиταῖσι, δικαστέ:ρεσσ[ι] = αττ. ἀνθρώποις, αὐταῖς, δικαστῆρσι.

Ένα φωνολογικό ισόγλωσσο που συνδέει την Παμφυλιακή με τις Ανατολιακές Γλώσσες είναι ο σποραδικός ρωτακισμός δ>ρ (λ.χ. Λιμναῖις Ἐπιτιμίραυ = Λιμναΐς Ἐπῑμίδᾱο και το μάλλον παμφυλιακό λήμμα του Ησυχίου ἀβήρω = ϝείδω).

Κάντε κλικ πάνω στην παρακάτω εικόνα για να τη διαβάσετε:

Epitimidas

Άλλα χαρακτηριστικά της Παμφυλιακής είναι η πρόθεση περτί = πρός (λ.χ. περτέδο:κε = προσέδωκε) και η σχετικά πρώιμη τριβοποίηση του μεσοφωνηεντικού /g/>/γ/ που συχνά αποβάλλεται (λ.χ. Μεάδυ = Μεγάδου, ἰδιοπραέων = ἰδιοπραγέων, λ.χ. τα νεοελληνικά λέγω > λέω, ὑπάγω > πάω κλπ).

Από τα μη ελληνικά ανθρωπωνύμια της περιοχής, το πιο συχνό είναι το θεοφορικό όνομα Τροκόνδας, πίσω από το οποίο κρύβεται το ανατολιακό θεωνύμιο Tarḫun/Tarḫuntaš (< *tr.h2-u-nt- = «επικράτωρ, νικητής», ο ανατολιακός θεός της Καταιγίδας και του Κεραυνού που σκότωσε τον δράκο Illuyanka, ιερή πόλη του οποίου ήταν η Tarḫuntašša).

Trokondas

Κάντε κλικ στην παρακάτω εικόνα για να την διαβάσετε.

Trqqas

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #3

Όπως έγραψα στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης, στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την Δυτική ομάδα (Δωρικές και ΒΔ διάλεκτοι), ενώ την Παμφυλιακή την αφήνω για την επόμενη ανάρτηση.

Δυτική Ομάδα

Η «Δυτική» Ελληνική περιελάμβανε τις Δωρικές διαλέκτους της Πελοποννήσου (Μέγαρα, Κόρινθος, Αργολίδα, Λακωνία, Μεσσηνία), του νοτίου Αιγαίου (Μήλος, Θήρα, Κρήτη, Κως, Ρόδος, Ασιατική Δωρίδα κλπ) και τις συγγενικές Βορειοδυτικές διαλέκτους που μιλιόταν στην ΒΔ Πελοπόννησο (Ηλεία, Αχαΐα), στην δυτική στερεά (Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλοακαρνανία) και στην Ήπειρο. Η Δυτική Ελληνική μιλιόταν και στις δωρικές αποικίες όπως η Κυρήνη, η Κέρκυρα οι Συρακούσες, ο Τάρας, το Δυρράχιο, η Ποτίδαια, το Βυζάντιο, η Χαλκηδών κλπ.

Μερικές φορές ο όρος «Δωρική» ή «ευρύτερη Δωρική» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του όρου «Δυτική» Ελληνική. Η διάκριση μεταξύ «Δωρικών» και ΒΔ διαλέκτων είναι περισσότερο συμβατική παρά πραγματική. Οι δύο διαφορές μεταξύ των δύο υποομάδων της Δυτικής Ελληνικής που συνήθως αναφέρονται είναι:

  1. Οι Δωρικές χρησιμοποιούν την καινοτομία ἐνς > εἰς/ἐς + αιτιατική όπως η Αττικο-Ιωνική για την δήλωση κατεύθυνσης, ενώ οι ΒΔ διατηρούν τον παλαιότερο τύπο ἐν + αιτιατική. Έτσι στο δωρικό «βαίνω εἰς Κόρινθον» αντιστοιχεί το ΒΔ «βαίνω ἐν Κόρινθον».
  2. Οι ΒΔ διάλεκτοι εμφανίζουν από νωρίς την τάση σθ>στ (λ.χ. πρόσθεν, γενέσθαι > πρόστεν, γενέσται), η οποία είναι τυπική και στην Θεσσαλική. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν πως η εξέλιξη σθ>στ είναι ένδειξη πρώιμης τριβοποίησης του δασέος /tʰ/>/θ/ σε αυτήν την θέση που συνοδεύτηκε από τριβόμενη ανομοίωση (fricative dissimilation, λ.χ. τα /fθ/>/ft/ και /sχ/>/sk/ στα νεοελληνικά ελευθερία > λευτεριά και ἐσχάρα > σχάρα > σκάρα). Δηλαδή πιστεύουν ότι η εξέλιξη ήταν /stʰ/>/sθ/>/st/. Από την άλλη, άλλοι μελετητές θεωρούν προβληματική αυτήν την εξήγηση, επειδή πιστεύουν ότι η τριβοποίηση των δασέων συμφώνων είναι μεταγενέστερη της επιγραφικής απάντησης του φαινομένου.

Το βασικό χαρακτηριστικό της Δυτικής ομάδας είναι η συντηρητικότητά της. Αναμφίβολα πρόκειται για την πιο συντηρητική θυγατέρα της Πρωτο-Ελληνικής. Τα περισσότερα ισόγλωσσα της ομάδας είναι αρχαϊσμοί, δηλαδή μη συμμετοχή σε νεωτερισμούς που συνέβησαν στις άλλες διαλεκτικές ομάδες. Οι αποκλειστικοί κοινοί νεωτερισμοί (οι καλύτεροι δείκτες φυλογενετικής συγγένειας) της Δυτικής ομάδας είναι πολλοί λίγοι και αυτό οδήγησε μερικούς γλωσσολόγους στην αμφισβήτηση της ύπαρξης μιας μητρικής «πρωτοδυτικής» διαλέκτου.

Όπως έχω εξηγήσει στη σειρά αναρτήσεων για την «Κάθοδο των Δωριέων» (εδώ, εδώ και κυρίως εδώ), στην δεκαετία του 70, ο John Chadwick πρότεινε την ριζοσπαστική άποψη ότι η «Κάθοδος των Δωριέων» δεν συνέβη ποτέ και ότι οι Δωριείς ήταν οι δούλοι της «Αχαϊκής» (Αρκαδο-Κυπριακής) μυκηναϊκής ελίτ που μιλούσαν μια πιο συντηρητική κοινωνιόλεκτο ως προς την «μινωοποιημένη» Ελληνική της ελίτ, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την μυκηναϊκή κρίση της ύστερης χαλκοκρατίας και επαναστάτησαν κατά των αφεντών τους. Ο μύθος της «κατακτητικής Καθόδου», σύμφωνα πάντοτε με τον Chadwick, δημιουργήθηκε για να κρύψει την «ταπεινή» καταγωγή των μυκηναίων δούλων.

Η ριζοσπαστική αυτή θεωρία του Chadwick έχει πολλά γλωσσολογικά προβλήματα και έχει δεχθεί ευρύτατη κριτική. Οι περισσότεροι ελληνιστές γλωσσολόγοι και πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η κρίση της Ύστερης Χαλκοκρατίας (ξηρασία, έλλειψη μετάλλων, διακοπή του εμπορίου κλπ) οδήγησε τα μυκηναϊκά κέντρα σε έναν αλληλοεξοντωτικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ολοένα και λιγότερων διαθέσιμων πόρων, ο οποίος οδήγησε τελικά στην κατάρρευσή τους και στην μετανάστευση «αχαϊκών» πληθυσμών στην Κύπρο (παραδοσιακό χαλκουργικό κέντρο που κατά τον 11° π.Χ. αιώνα πρωτοπορεί στην «βιομηχανοποίηση» της καινοτομικής σιδηρουργίας). Το πληθυσμιακό «κενό» που δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο από τις εμφύλιες μυκηναϊκές διαμάχες και την μεταναστευτική έξοδο καλύφθηκε από ποιμενικούς πρωτοδωρικούς πληθυσμούς, οι οποίοι προήλθαν απο τον ΒΔ ελλαδικό χώρο.

Ο Julián Méndez Dosuna που έγραψε τα κεφάλαια για τις Δωρικές και Αιολικές διαλέκτους στο βιβλίο «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας: Από τις Αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα» γράφει (μετάφραση Ι. Βλαχόπουλου):

[σλδ 326-7, 1ης έκδοσης] Παρά τη γεωγραφική τους εξάπλωση, οι διάλεκτοι της δυτικής ελληνικής παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιογένεια. Αυτή η ομοιομορφία και η κατανομή τους σε ένα συνεχή γεωγραφικό χώρο είναι αλάνθαστες ενδείξεις ότι η γεωγραφική εξάπλωσή τους και η συνακόλουθη διάσπασή τους συνέβησαν σε σχετικά όψιμη εποχή (11ος-10ος αιώνας π.Χ.). Αντίθετα με τη ρομαντική άποψη που κυριάρχησε στον 19ο αιώνα, η άφιξη των Δωριέων δεν είναι αναγκαίο να συνδέθηκε με μια βίαιη κατάκτηση. Μια -σχετικά- ειρηνική μετανάστευση μπορεί να αποτελεί το εναλλακτικό σενάριο. Η πτώση των μυκηναϊκών βασιλείων μπορεί να προετοίμασε τον δρόμο για μια σταδιακή μετανάστευση από την βορειοδυτική Ελλάδα, μια πυκνοκατοικημένη καθυστερημένη περιοχή που βρισκόταν στις παρυφές του μυκηναϊκού κόσμου (βλ. και Β.2.2).

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες τόσο από αρχαιολόγους όσο και από γλωσσολόγους να αποδειχθεί ότι η εισβολή των Δωριέων αποτελεί ένα φανταστικό γεγονός. Σύμφωνα με την ριζοσπαστική πρόταση του Chadwick (1976, βλ. και Β.4, Γ.1), οι κατώτερες τάξεις των μυκηναϊκών βασιλείων μιλούσαν μια «κατώτερη» εκδοχή της μυκηναϊκής, που ταυτίζεται με την πρωτοδωρική, σε αντίθεση με τις άρχουσες τάξεις, που μιλούσαν την «κοινή, επίσημη» μυκηναϊκή, συγγενέστερη προς την αρκαδοκυπριακή (βλ. και Γ.3.2). […] Υποτίθεται ότι οι Δωριείς, μετά την κοινωνική αναταραχή που έθεσε τέλος στον μυκηναϊκό πολιτισμό, ανέτρεψαν τους πρώην κυρίους τους, οι οποίοι πιθανώς βρήκαν καταφύγιο στην Αρκαδία και την Κύπρο. Η αποκατάσταση αυτή έχει συναντήσει ευρύτατο σκεπτικισμό (Moralejo Alvarez 1977, Risch 1979, 1985, Crossland 1985, Méndez Dosuna 1985 και -*προσθήκη Σμερδαλέου*- η κριτική του Antonín Bartoněk, ενός από τους σημαντικότερους μελετητές των αρχαιοελληνικών διαλέκτων, και του ιστορικού Paul Cartredge που έχει ασχοληθεί ειδικά με την Λακωνία). […] Επιπλέον, η υπόθεση δεν ευσταθεί από την άποψη της κοινωνιογλωσσολογίας: Η ουράνωση και η συριστικοποίηση -διαδικασίες φωνολογικής εξασθένησης- είναι πολύ πιθανότερο να διαχυθούν στο κοινωνικό εύρος των ομιλητών αρχίζοντας «από κάτω» και όχι «από πάνω». Τέλος, θα πρέπει κανείς να διερωτηθεί γιατί η υποτιθέμενη ομιλία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με την ομιλία των ανθρώπων που ζούσαν στη βορειοδυτική Ελλάδα και όχι με την ομιλία των μυκηναίων κυρίων τους. Μια μετανάστευση Δωριέων από τη βορειοδυτική Ελλάδα παραμένει η μόνη πειστική εξήγηση των ιστορικών στοιχείων.

Η έκφραση δυτική ελληνική έχει συχνά χρησιμοποιηθεί ως γενικός όρος για δύο διαφορετικές υποομάδες: τη βορειοδυτική ελληνική και την καθαυτό δωρική. Όμως η διάκριση αυτή δεν είναι επιτυχής. Εκτός από την πρόθεση ἐνς και τις παραλλαγές της (εἰς, ἐς), που συναντώνται και στις περισσότερες μη δωρικές διαλέκτους, οι δωρικές διάλεκτοι δεν έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό που να απουσιάζει από τις βορειοδυτικές διαλέκτους. Μόνο μετά την αναχώρηση των προγόνων των Δωριέων για την Πελοπόννησο και τα νησιά ανέπτυξε η βορειοδυτική δωρική τα πιο χαρακτηριστικά διαλεκτικά γνωρίσματά της (βλ. και Β.7).

Για όσους δεν κατάλαβαν τι εννοεί ο Méndez Dosuna με το κοινωνιογλωσσολογικό επιχείρημα, εξηγώ πως εννοεί ότι είναι κοινωνιογλωσσολογικά απίθανο η μυκηναϊκή αρκαδοκυπριακή ελίτ να έκανε την τροπή *ti>si των νοτίων διαλέκτων (λ.χ. μυκηναϊκό e-ko-si = /ekhonsi/ ~ αρκαδικό ἔχονσι, αλλά δωρικό ἔχοντι) και, αργότερα, την ουράνωση των χειλοϋπερωικών πριν από /i/ (λ.χ. αρκαδοκυπριακό *kwis > *k’wis > tsis/sis, αλλά δωρικό τις) και αυτές οι αλλαγές να μην συνέβησαν και στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, γιατί πρόκειται για γλωσσολογικές εξελίξεις που, κατά κανόνα, ξεκινάνε ΑΠΟ τις κατώτερες κοινωνιολέκτους.

Αν πάρουμε ως κοινωνιογλωσσικό παράδειγμα την εξέλιξη της κλασσικής Λατινικής σε Πρωτο-Ρωμανική θα δούμε ότι συνέβη «ψίλωση» (αποβολή αρκτικού και μεσοφωνηεντικού /h/) και μονοφθογγοποίηση της διφθόγγου ae>ē>e (λ.χ. τα ιταλικά Graecus > Greco, aestātem > estate και vehiculum > veicolo, hospes/hospitem > ospite). Ο Chadwick ισχυρίζεται ότι οι αλλαγές αυτού του είδους ξεκίνησαν από την υψηλή κοινωνιόλεκτο της αρκαδοκυπριακής ελίτ και δεν εξαπλώθηκαν στην χαμηλότερη κοινωνιόλεκτο των Δωριέων δούλων, ενώ οι Λατίνοι συγγραφείς όπως ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρων, μας ξεκαθαρίζουν ότι η gēns rūstica έλεγε ēdus αυτό που «εμείς στην πόλη» λέμε haedus = «τράγος» (in Latio rure edus qui in urbe … haedus) και είναι αυτή η «αγροικική» (rūs/rūris > rūsticus/rūrālis) φωνολογία που επιβίωσε στις λατινογενείς γλώσσες (λ.χ. το ρουμανικό ied και το βλαχικό ed[u] προέρχονται από το «αγροικικό» ēdus και όχι από το «πολιτικό» haedus).

Αυτά, λοιπόν, για το θέμα της «Καθόδου των Δωριέων», αλλά ας περάσουμε τώρα στην γλωσσολογική περιγραφή της Δυτικής ομάδας. Ο Méndez Dosuna ξεκινάει την περιγραφή στην σελίδα 329 γράφοντας:

[σλδ 329] Τα παρακάτω χαρακτηριστικά μπορούν να αποδοθούν γενικά στο σύνολο της δυτικής ελληνικής:

  1. Διατήρηση του μακρού /ᾱ/: στάλᾱ = αττικό στήλη

  2. Διατήρηση του /ti/: δίδωτι, φᾶντι, ϝίκατι, διακάτιοι … αττικά δίδωσι, φᾱσί, εἴκοσι, διακόσιοι

  3. Τάση τροπής ερ>αρ: ἱαρός = αττικό ἱερός

  4. Κατάληξη πρώτου πληθυντικού προσώπου ενεργητικής φωνής σε -μες αντί για -μεν, λ.χ. φέρομες = αττικό φέρομεν (αποκλειστικό ισόγλωσσο της δυτικής ομάδας)

  5. Στο οριστικό άρθρο ονομαστική πληθυντικού τοί, ταί (όχι στην Κρήτη και στην Σύβαρι) = αττικά οἱ, αἱ.

  6. Αθέματο απαρέμφατο σε -μεν: ἀποδόμεν, εἶμεν/ἦμεν = αττικό ἀποδοῦναι, εἶναι. Η κατάληξη -μειν/-μην (συμφυρμός του -μεν με το θεματικό -ειν/-ην) συναντάται στη Ρόδο, την Κρήτη,την Ήπειρο και τη Σικελία (λ.χ. ρόδια ἐχθέμεν, ἐξήμειν = αττικά ἐκθέναι, ἐξεῖναι).

  7. Το λεξιλογικό ισόγλωσσο πρᾶτος = πρῶτος που παραμένει ανεξήγητο με την συνήθη ετυμολόγηση *pr.h3-tos, αλλά εξηγείται με την ετυμολόγηση *πρόατος > πρῶτος/πρᾶτος.

  8. *gwels- > δείλομαι/δήλομαι = βούλομαι (<*gwols-). Ο τύπος βώλομαι συναντάται στην κρητική και ροδιακή.

  9. Το -ξ- έχει επεκταθεί στον μέλλοντα και αόριστο όλων των ρημάτων σε -ζω (< *-d-yō και *-g(w)-yō). Η πρώιμη ελληνική σχημάτιζε τους σιγματικούς αορίστους ἐλπίδ– > ἐλπίζω > ἤλπιδ-σα > ἤλπισσα και ἁρπάγ– > ἁρπάζω > ἁρπάγ-σα> ἁρπαξα (με μακρό hā-). Η δυτική ομάδα γενίκευσε το «ξ» σε όλα τα ρήματα σε -ζω και, κατά συνέπεια, δείχνει τον αόριστο ἤλπιξα (λ.χ. ἐργάξασθαι, ἀγωνίξατο). Η Αττική, αντίθετα, γενίκευσε τον αόριστο ἤλπισσα > ἤλπισα και έτσι δείχνει τον τύπο ἥρπασα αντί του ἥρπαξα.

  10. Η συναιρέση [a:]+[o]/[ɔ:] δίνει /ᾱ/: (τοῦ) πολίτᾱο > πολίτ, τάων θυράων > τν θυρν (= τῶν θυρῶν), θερός > θερός = θεωρός, νᾱο-κόρος > νκόρος = νεωκόρος, Μενέλᾱος > Μενέλς. Η συναίρεση ᾱ+ε δίνει /ᾱ/: hā(w)elios > λιος = ἡέλιος/ἥλιος. Από, την άλλη, η συναίρεση α+[ε(:)] δίνει /η/: νικάετε > νικτε, νίκαε > νίκη, νικάεν > νικν = αττικά νικτε, νίκ, νικν.

  11. Χρονικά επιρρήματα σε -κα: ὅκα, πόκα, τόκα, πέ:ποκα = αττικά ὅτε, πότε, τότε, πώποτε (οι αιολικές διάλεκτοι έχουν -τα)

  12. Τοπικά επιρρήματα σε -ει: εἷ, πεῖ, ὅπει, τεῖδε, τουτεῖ κλπ. = αττικά οὗ, ποῦ, ὅπου, ἐνθάδε, ἐταῦθα.

  13. Το τροπικό μόριο είναι κᾱ = αττικό ἄν και ο υποθετικός σύνδεσμος αἰ = αττικό εἰ. Στις υποθετικές προτάσεις με αόριστη αντωνυμία η σειρά των λέξεων είναι αἴ τίς κᾱ = αττικό ἐάν τις.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εἴτε αρχαϊσμοί κληρονομημένοι από την πρωτοελληνική (βλ. και Β.1.4) είτε επιλογές κοινές και σε άλλες διαλέκτους. Οι αποκλειστικοί νεωτερισμοί, κοινοί σε όλα τα μέλη της ομάδας, οι οποίοι έχουν μεγάλη σημασία στην ταξινόμηση, είναι ελάχιστοι:

  1.  Τα αριθμητικά τέτορες, ἕβδεμος, τετρώκοντα = αττικά τέτταρες, ἕβδομος, τετταράκοντα.

  2. Ο δωρικός μέλλων σε -σεω: δελφ. ταγευσέω, κλεψέω, κρητ. βοᾱθησιῶ, πραξῆται, ηρακλ. ἐσσῆται, ἐργαξῆται, ροδ. ἀποδωσεῦντι κλπ = αττικά ταγεύσω, κλέψω, βοηθήσω, πράξεται, ἐργάσεται, ἀποδώσουσι. Ο «δωρικός» μέλλων είναι ανάμειξη του σιγματικού μέλλοντα σε -σω (π.χ. αττικό παιδεύσω) με τον αποκαλούμενο «συνηρημένο» μέλλοντα σε -εω (π.χ. αττικό ἐρῶ/ιωνικό ἐρέω, αττικό μενῶ κλπ). Μερικά αττικά ρήματα έχουν μέσους μέλλοντες αυτού του τύπου, π.χ. φευξοῦμαι, κλαυσοῦμαι, πεσοῦμαι.

  3. Ενεργητικές καταλήξεις στον παθητικό μέλλοντα: ροδ. ἐπιμεληθησεῦντι, ἀναγραφήμειν = αττικά ἐπιμεληθήσονται, ἀναγραφήσεσθαι.

Διακόπτω εδώ την περιγραφή του Méndez Dosuna για να προσθέσω ότι οι δύο τύποι μέλλοντα της Ελληνικής (σιγματικός και «συνηρημένος») ανάγονται αμφότεροι στο ΙΕ εφετικό (δήλωση επιθυμίας) μόρφημα *-h1s-. Απλά, ενώ μετά από άηχο κλειστό το λαρυγγικό χάθηκε (λ.χ. *deik’-h1s- > deiks- > δείξω = μέλλοντας του δείκνῡμι), μετά από ένηχο /ν,μ,λ,ρ/ το λαρυγγικό φωνηεντοποιήθηκε *h1>e (λ.χ. *ten-h1s- > tenehō > τενέω/τεν = μέλλοντας του τείνω). Μετά από αυτήν την επεξήγηση, συνεχίζω την περιγραφή του Méndez Dosuna.

Αν η μαρτυρία των αρχαίων γραμματικών είναι αξιόπιστη, ο τονισμός της δωρικής διέφερε από την αττική σε μερικά σημεία: αἴγες, γυναίκες, φάσαι = αττικά αἶγες, γυναῖκες, φᾶσαι και προχωρητικός ως προς την Αττική τονισμός ἀνθρώποι, φιλοσόφοι, ἐλύσαν, έλάβον = αττικά νθρωποι, φιλόσοφοι, λυσαν, λαβον.

Άλλα χαρακτηριστικά, ευρύτατα διαδεδομένα στις δωρικές διαλέκτους, αλλά οπωσδήποτε όχι γενικά, είναι:

  1. εα,εο,εω > ια,ιο,ιω (το «ι» πιθανότατα αντιστοιχούσε στο ημίφωνο /y/, για λεπτομέρειες βλ.   Méndez Dosuna 1993a) στην λακωνική, την ηρακλεωτική, τη δυτική αργολική, την κρητική και περιστασιακά αλλού: λ.χ. λακωνικό θεός > σιός/σιόρ και κρητικά ἀδελφεός > ἀδελφιός, θεός>θιός, γενεά > γενιά κλπ. Η αλλαγή δε επηρέασε κατοπινές χασμωδίες, που προέκυψαν από την απώλεια του δίγαμμα /w/: λακ. Κλεογένε:, ηρακλ. δενδρέων, κρητ. κρεῶν, ἐννέα. Σε άλλες διαλέκτους (Δελφοί, Μέγαρα, Θήρα, Κυρήνη, Ρόδος κλπ) το «ΕΥ» περιστασιακά αποδίδει το «ΕΟ»: ροδ. ἐπιμεληθησεῦντι, ἀποδωσεύνται (< -σέοντι, -σέονται).

  2. Στις περισσότερες διαλέκτους το αρκτικό ϝ- (δίγαμμα) επιζεί ως τον 4° αιώνα π.Χ.: π.χ. ϝέτος, ϝίδιος, παράλληλα με τα οἰκίαν, ἐργάξονται (< ϝοικ-, ϝεργ-) στην ηρακλεωτική (περίπου 300 π.Χ.). Εξαίρεση αποτελούν η θηραϊκή, η κωική και η ροδιακή, όπου το αρκτικό ϝ- χάθηκε νωρίς. Αντίθετα, στην Ήλιδα, την Αργολίδα, την Κρήτη και τη Λακωνία ο φθόγγος /w-/ διατηρήθηκε για μεγαλύτερο διάστημα, με αποτέλεσμα σε όψιμες επιγραφές και «γλώσσες» (σχόλια που βρίσκουμε σε αρχαίους λεξικογράφους) το «Β» (πιθανώς /v/) να μπορεί να αποδίδει περιστασιακά το ϝ-: πρβ. Ήλις (περίπου 200 π.Χ.) βοικίαρ = οἰκίας, Λακωνία (4ος π.Χ. αιώνας) προβειπάhας = προειπούσης, βείκατι. Πρβ. και το τσακωνικό ϝάρνος > βάννε = αρνί.

  3. Η αλλαγή λτ,λθ>ντ,νθ εμφανίζεται σποραδικά, π.χ. ἐνθεῖν = αττ. ἐλθεῖν, Μίντων = Μίλτων, Φίντων/Φιντίᾱς = Φίλτων/Φιλτίᾱς κλπ.

  4. Η αποκοπή των προθέσεων ἀνά, παρά είναι γενική. Επίσης των ποτί/αττ. πρός και κατὰ, ιδίως μπροστά από οδοντικά: π.Χ. δυτική λοκρική ἀνχο:ρέοντα = αττ. ἀναχωροῦντα, ηλ. πὰρ τὸ γράμμα, κὰτ τὸν <νόμον>, πὸτ τᾶρ Ἀθανᾶρ/πρὸς τῆς Ἀθηνᾶς. Ο τύπος ποι συναντάται στην αργολική και τις βορειοδυτικές διαλέκτους: Επιζεφύριοι Λοκροί ποὶ τὰς θύρας.

  5. Το γ΄ πρόσωπο πληθυντικού ενεργητικής προστακτικής σχηματίζεται σε -ντω: φερόντω (η δελφική, η κρητική, η θηραϊκή και η κυρηναϊκή έχουν τον τύπο -ντων: φερόντων). Στη μέση φωνή η κατάληξη -σθων είναι η περισσότερο διαδεδομένη, αλλά υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις με -νσθω και *-νσθων: αργολ. ποιγραψάνσθω, κερκ. ἐκλογιζούσθω = αττικά προσγραψάσθων, ἐκλογιζέσθων. Λοκρ. δαμευόσθων, ηλ. τιμό:στων = αττικάδημευέσθων, τιμάσθων.

  6. Ρήματα σε -άω μπορούν να μεταφερθούν στη συζυγία -έω: αιτωλικό νικέοντοις = αττ. νικῶσι, δελφ. συλέοντες (=συλάοντες), λοκρ. ἐπιτιμέων (=ἐπιτιμάων), κρητ. μοικίο:ν = μοιχάων κλπ.

  7. Θεματικά ενεργητικά απαρέμφατα σε -εν συναντώνται στη δελφική, την ηρακλεωτική, την αργολική, την κρητική, τη θηραϊκή, την κυρηναϊκή κλπ: δελφ. ἄγεν, παρέχεν = ἄγειν, παρέχειν, ηρακλ. ἀνγράφεν = ἀναγράφειν. Σε μερικές διαλέκτους το «βραχύ» απαρέμφατο έχει γενικευθεί ακόμη και στα ρήματα σε -έω: δελφ. ψαφοφορέν, καλυμν. μαρτυρέν = αττ. ψηφοφορεῖν, μαρτυρεῖν, όπου του -εῖν προέρχεται από τον αρχικό τύπο *-eyehen.

Στην εξέλιξη των μακρών φωνηέντων παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Ενώ η πρώτη αναπληρωματική έκταση είναι πανδωρική, η δεύτερη δεν εφαρμόστηκε στην αργολική και την κρητική, όπου το -νσ- στο εσωτερικό της λέξης διατηρείται κανονικά: αργολ. πάνσα, κρητ. ἐσπένσαμες, ἔχονσα = αττικά πᾶσα, ἐσπείσαμεν, ἔχουσα. Όσον αφορά το τελικό -νς, η διατήρησή του είναι σχεδόν καθολική στην αργολική: τὸνς υἱόνς = αττ. τοὺς υἱούς. Η κρητική εμφανίζει τύπους σε -νς παράλληλα με τύπους σε -ς χωρίς έκταση του φωνήεντος: τρίινς, νικαθές = αττ. τρεῖς αιτ. πληθ., νικηθείς. […] Η θηραϊκή και η κυρηναϊκή έχουν επίσης τελικό -ες, -ας, -ος, αλλά το εσωτερικό -νσ- προκάλεσε έκταση στη θηραϊκή (πᾶσα) και διφθογγισμό στην κυρηναϊκή (παῖσα). Διφθογγισμός του -νς μαρτυρείται επίσης στην Ηλειακή.

Στις περισσότερες διαλέκτους η απώλεια του ϝ στα συμπλέγματα -ρϝ-,-λϝ-,-νϝ-,-σϝ– δεν είχε συνέπειες. Στην δυτική αργολική, την κρητική, τη θηραϊκή, την κυρηναϊκή και τη ροδιακή προκάλεσε έκταση του φωνήεντος (τρίτη αναπληρωματική έκταση): ξένϝος, ϝόρϝος > κρητ. ξῆνος, ὤρος = αττ. ξένος, ὅρος.

Στην συνέχεια ο Méndez Dosuna εξηγεί την ταξινόμηση των δωρικών/δυτικών διαλέκτων σε «αυστηρές», «μέσες» και «ήπιες» (Doris severior, media, mitior). Η διάκριση αυτή δεν έχει καμία φυλογενετική αξία επειδή είναι επιγραφικά αποδείξιμη η μετάβαση μιας διαλέκτου από την μία κατηγορία στην άλλη και επειδή πολλές αποικίες ανήκουν σε άλλη κατηγορία ως προς την μητρόπολή τους.

Οι «αυστηρά Δωρικές» διάλεκτοι, όπως η Λακωνική, η Μεσσηνική και η Κρητική, δεν διακρίνουν τα δευτερογενή μακρά φωνήεντα από τα πρωτοελληνικά αντίστοιχά τους (λ.χ. *treyes > τρς, *gwolsā > βωλά = τρεῖς, βουλή). Οι «ήπιες Δωρικές» διάλεκτοι, όπως οι ΒΔ, η μεγαρική, η κορινθιακή και η ανατολική αργολική, κάνουν αυτήν την διάκριση όπως η Αττικο-Ιωνική. Οι «μέσες Δωρικές», όπως η δυτική αργολική και η δωρική του ανατολικού Αιγαίου (Θήρα, Ρόδος) ταύτισαν τα προϊόντα των ΑΕ1 και ΑΕ2 με τα πρωτοελληνικά μακρά φωνήεντα, αλλά διέκριναν τα δευτερογενή μακρά φωνήεντα της ΑΕ3 και των συναιρέσεων (λ.χ. ἠμί, βωλά, τως λύκως, αλλά τρεῖς, τοῦ λύκου, ξεῖνος, οὖρος). Τέλος, η Ηλειακή δείχνει υβριδικό χαρακτήρα: συμπεριφέρεται ως «ήπια» στο /e/ και ως «αυστηρή» στο /o/.

Οι βορειοδυτικές διάλεκτοι χαρακτηρίζονται από τα παρακάτω γνωρίσματα (Moralejo Alvarez 1973, Méndez Dosuna 1985):

  1. Διατήρηση της σύνταξης ἐν+αιτιατική: λοκρ. ἐν Ναύπακτον, ἐν ὐδρίαν = αττικά εἰς Ναύπακτον, εἰς ὑδρίαν.

  2. Κατά περίπτωση αρ αντί για ερ στις πρώιμες επιγραφές: λοκρ. πατάρα, ἀνφοτάροις, ἀμάραι (= πατέρα, ἀμφοτέροις, ἡμέραι). Στις μεταγενέστερες επιγραφές χρησιμοποιείται μόνο το ερ.

  3. σθ>στ, ιδίως στις πρώιμες επιγραφές: φωκ. ἀποπολιτεύσασται = αττ. -σασθαι, λοκρ. παματοφαγεῖσται, ἐχέστω = αττ. -φαγεῖσθαι, ἐχέσθω. Επιζεφύριοι Λοκροί μίστωμα = μίσθωμα.

  4. Δοτική ενικού -οι (μάλλον βράχυνση του -ωι και όχι η τοπική κατάληξη -οι): δελφ. τοῖ Ἀπολλώνι τοῖ Πυθίοι = τῷ Ἀπολλώνι τῷ Πυθίῳ, λοκρ. τοῖ Ἀσκλαπιοῖ, ἐν Νυπάκτοι = τῷ Ἀσκληπιῷ, ἐν Ναυπάκτῳ. Οι Επιζεφύριοι Λοκροί έχουν -ωι ή -ω.

  5. Δοτική πληθυντικού των συμφωνόληκτων θεμάτων σε -οις: αιτωλ. Ἀκαρνάνοις, ἱππέοις = αττ. Ἀκαρνᾶσι, ἱππεῦσι, δελφ. και δυτική λοκρ. πάντοις = αττ. πᾶσι, Επιζεφύριοι Λοκροί ἱερομναμόνοις = ἱερομνήμοσι. Η αιολική δοτική σε -εσσι συναντάται στη δελφική και τη λοκρική: δελφ. πρυτανίεσσι, πάντεσσι τοῖς ἀγώνεσσι = αττ. πρυτάνεσι, πᾶσι τοῖς ἀγῶσι, δυτική λοκρ. πάντεσι. Ας αναφερθεί εν προόδω ότι αυτές οι «αιολικές» δοτικές συναντώνται και στην κυρηναϊκή και την κορινθιακή.

  6. Μέση μετοχή με -είμενος, Επιζεφύριοι Λοκροί -ήμενος (< *-εέμενος) από ρήματα σε -έω: δυτική λοκρ. ἐνκαλειμένο:ι, δελφ πωλειμένος, επιζεφύριοι Λοκροί πωλημένος = αττ. ἐγκαλουμένῳ, πωλούμενος.

Η ηλειακή συμμετέχει σε όλα αυτά τα γνωρίσματα (Thévenot-Warelle 1988):

  1. ἐν τ΄ἰαρόν, ἐν Μίλητον = αττ. εἰς τὸ ἱερόν, εἰς Μίλητον

  2. ϝάργον, ἐλευθάρος = αττ. ἔργον, ἐλευθέρους. Το ρε>ρα εμφανίζεται στα λατρα[ιόμενον], κατιαραίων = αττ. λατρευόμενον, καθιερεύων (το ηλειακό /αι/ είναι από *-ρηϝ-ιω > -ρεϝιω > -ραιω, αντί για το κοινό -ρεύω.

  3. δικαστᾶμεν, λυσάστο: = αττ. δικασθῆναι, λυσάσθω. Στην μεταγενέστερη ηλειακή προκύπτει σσ (μέσω /sth/>/sts/;): ἀποδόσσαι, ποιήασσαι = αττ. ἀποδόσθαι, ποιήσασθαι

  4. τοῖ δηλομένοι = αττ. τῷ βουλομένῳ

  5. χρε:μάτοις, ἀγώνοιρ, Θεσπιέσσιν,φυγάδεσσι = αττ. χρήμασι, ἀγῶσι, Θεσπιεῦσιν, φυγάσι

  6. καδ(δ)αλε:μένο:ι, καζαλέ:μενον = αττ. καταδηλούμενος

Επιπλέον ιδιομορφίες της Ηλειακής είναι:

  1. <Ζ> (τριβόμενο /δ/;) αντί <Δ> στις πρώιμες επιγραφές: ζέκα, Ζί = αττ. δέκα, Διί

  2. dy,g(w)y και «ανώμαλο» *y- > /dd/ (απλό «Δ» στις αρχαϊκές επιγραφές): ὑπαδυγίοις, δικάδο:σα =αττ. ὑποζυγίοις, δικάζουσα. Το /dd/ έχασε την ηχηρότητά του και έγινε /tt/ τον 4ο αιώνα π.Χ.: νοστίττην, ἀττάμιον = αττ. νοστίζειν, ἀζήμιον.

  3. Απώλεια του [h-] (ψίλωση): ας σημειωθούν τα αδάσυντα σύμφωνα σε φράσεις όπως κ΄ἐκατόν, ἐν τίαροῖ = αττ. καὶ ἑκατόν, ἐν τῷ ἱερῷ.

  4. Το τελικό [-s] -ς εναλλάσσεται με το -ρ σε αρχαϊκές επιγραφές: τις, τιρ, τοῖρ Ϝᾱλείοις = τοῖς Ἠλείοις. Ο ρωτακισμός είναι καθολικός στην ύστερη ηλειακή.

  5. Το [s] μεταξύ φωνηέντων έγινε [-h-] τον 4ο αιώνα π.Χ. και χάθηκε αργότερα: ἀδεαλ<τ>ώhαιε, φυγαδεύαντι, ποιήαται = αττ. ἀδηλώσειε, φυγαδεύσωσι, ποιήσηται. Η δάσυνση του [s] -σ- μεταξύ φωνηέντων συναντάται επίσης στη λακωνική και τη δυτική αργολική: πρβ. ἐποίϝε:hε (5ος π.Χ. αιώνας), θηαυρόν (3ος π.Χ. αιώνας) = ἐποίησε, θησαυρόν.

  6. Το [ns] -νσ- στο εσωτερικό λέξης προκάλεσε έκταση, αλλά τα τελικά -ανς, -ονς συνήθως καταλήγουν σε διφθόγγους: μναίς […] καθυταίς (< *μνὰνς καταθυτάνς), Μακιστίοιρ. Οι εναλλακτικές εκδοχές -Ας, -Ος συναντώνται σε αρχαϊκές επιγραφές: ἐλευθάρΟς, ἱαρΟς = αττ. ἐλευθέρους, ἱερούς. Η παραλλαγή -Ας/-αις, -Ος/-οις στην αιτιατική πληθυντικού προκάλεσε υπερδιορθωτικό -Ας. -Ος στη δοτική πληθυντικού: τοῖρ ἈθαναίΟς, σὺν αὐτΟς = αττ. τοῖς Ἀθηναίοις, σὺν αὐτοῖς.

  7. Ρήματα σε -είω (-αίω μετά από /ρ/) παραγόμενα από ουσιαστικά: φυγαδείοι, κατιαραίων, πολιτειομένοιρ = αττ. φυγαδεύοι, καθιερέων, πολιτευομένοις. Πρόκειται για ενδιαφέροντα αρχαϊσμό, καθώς όλες οι άλλες διάλεκτοι έχουν -εύω κατ΄αναλογίαν με τα μη μη ενεστωτικά θέματα και τα ουσιαστικά σε -εύς.

  8. Οι λέξεις τελεστά «αξιωματούχος» (πρβ. αττ. τελεστής), παλαιστά = αττ. παλαιστής καιΠρονόα (αρσενικό; θηλυκό;) μπορεί να είναι ονομαστικές αρσενικώ σε -ᾱ (ή μηπως οι κλητικές τους σε -ᾰ;) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η κατάληξη -ας είναι καθολική: Ἐλλανοζίκας = αττ. Ἑλλανοδίκης, Λυσιάδας, Ἀγίας κλπ.

Η λακωνική είχε τις παρακάτω ιδιομορφίες:

  1. Μεταξύ φωνηέντων -σ->-h- σε πρώιμη εποχή: ἐποίε:hε, ἐνίκαhε, ἐνhε:βό:hαις, Ποhοιδᾶνι = αττ. ἐποίησε, ἐνίκησε, ἐνηβώσαις, Ποσειδῶνι. Πρβ. επίσης Αριστοφάνη Λυσιστράτη: μῶἁ, γερωχία = μοῦσα, γερουσία. Από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μετά το -h- παύει να γράφεται: μῶα, νεικάαρ = μοῦσα, νικήσας. Πρβ. επίσης το τσακωνικό ὁρῶσα > ορούα.

  2. Το τελικό [s] -ς υπέστη ρωτακισμό τον 2ο αιώνα π.Χ.: ἱερεύρ, νεικάαντερ = ἱερεύς, νικήσαντες. Πρβ. επίσης τις «γλώσσες» του Ησυχίου: σιόρ, ϝέτορ, βιώρ = αττ. θεός, ἔτος, ἴσως. Στην τσακωνική το -ρ επιβιώνει ως «συνδετικό» σύμφωνο τουρ άλλοι = τους άλλους.

  3. Πριν από κλειστά σύμφωνα το [s] γράφεται, ακόμη και στις οψιμότερες επιγραφές. Ωστόσο, κάποιες «γλώσσες» και το πλαστό ψήφισμα κατά του Τιμοθέου στον Βοήθιο παρέχουν ενδείξεις δάσυνσής του στην ύστερη λακωνική. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την τσακωνική: ἐττάν (< ἐς τάν, τσακ. /tʰan/), Ησύχ. ἄττασι (< ἄνστᾱθι = ἀναστήθι), αἰκχούνα = αττ. αἰσχύνη, ἀκκόρ = αττ. ἀσκός. Πρβ. τσακ. [akʰò] = ασκός.

  4. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το /tʰ/ γίνεται /s/ (πιθανώς μέσω του /ts/) από τα τέλη του 4ου αιώνα και εξής: ἀνέσηκε, σιοφόρος = αττ. ἀνέθηκε, θεοφόρος.

  5. <ΔΔ> = αττ. <Ζ>: Αριστοφάνης γυμνάδδομαι, μυσίδδην = αττ. γυμνάζομαι, μυθίζειν. Το /dd/ εξελίχθηκε στην τσακωνική σε /nd/: πρβ. λακ. *σερίδδω > /serìndu/ = θερίζω.

Η Κρητική δεν ήταν λιγότερο ιδιόρρυθμη:

  1. Το [h-] χάθηκε νωρίς

  2. Η εξέλιξη των *ts, *t(h)y, k(h)y αρχικά δηλώνεται με <Ζ> (7ος-6ος αιώνας π.Χ.): ἀνδάζασθαι, ὄζοι = ομηρ. ἀναδάσσασθαι, αττ. ὅσοι. Σε κάποιες περιπτώσεις συναντάνται η γραφή <Σ(Σ)> (ὅσσοι). Αργότερα (5ος-4ος π.Χ.) το <Ζ> αντικαθίσταται με <Τ(Τ)>: ὄττα, ἰάττας, θαλάτται = αττ. ὅσα, οὔσης, θαλάττῃ. Η ύστερη κρητική (3ος αιώνας π.Χ.) έχει <ΘΘ>: ὀθθάκιν, θάλαθθας, πορτιάθθαν = ὁσάκις, θαλάττης, προσοῦσαν.

  3. Τα αντίστοιχα ηχηρά συμπλέγματα *dy, *g(w)y και το «ανώμαλο» *y- συμπεριφέρονται παρόμοια: στις πρώιμες επιγραφές (7ος-6ος αιώνας π.Χ.) υπάρχει <Ζ>: Ζε:νί, δ[ι]κάζε[ν] = ομηρ. Ζηνί, αττ. δικάζειν. Αργότερα (5ος-4ος αιώνας π.Χ.) υπερισχύει η γραφή <Δ(Δ)>: Δῆνα, ἐνεκυράδδεν, σαλπίνδεν = ομηρ. Ζῆνα, αττ. ἐνεχυράζειν, σαλπίζειν. Τελικά το σύμπλεγμα /dd/ χάνει την ηχηρότητά του και γίνεται /tt/ <ΤΤ> (3ος αιώνας π.Χ.): Ττηνα, Τηνα, διακομιττόντων = ομηρ. Ζῆνα, αττ. διακομιζόντων.

  4. Τα συμφωνικά συμπλέγματα εμφανίζουν συχνή αφομοίωση: νυττί, ἐττά, πράδεθθαι, [πα]τρὸδ δόντος = νυκτί, ἑπτά, πράττεσθαι, πατρός δόντος.

  5. Το /L/ στο τέλος της συλλαβής γίνεται υπερωικό (πρβ. το «σκοτεινό» L της αγγλικής). Η γραφή <Υ> (που αποδίδει το /w/) είναι συχνή: ἀδευπιαί, πορτῆυθον = ἀδελφαί, προσῆλθον (*προσθήκη Σμερδ.*: πρβ. γαλλικό altre > autre).

Μερικά μη δωρικά χαρακτηριστικά της κρητικής πρέπει να συνδεθούν με ένα προδωρικό (δηλ. αρκαδοκυπριακό) υπόστρωμα (Duhoux 1988, Brixhe 1991):

  1. Ονομαστική πληθυντικού οἱ, αἱ / δωρικά τοί,ταί

  2. Ανύψωση του /e/ στις προθέσεις ἰν (< ἐν) και ἰς (<ἐνς)

  3. Το δεικτικό ὄνυ = αττ. οὗτος

  4. πορτί (< *προτί) αντί του ποτί (πότ, ποί) των άλλων δωρικών διαλέκτων.

  5. Πιθανώς το α΄ πληθυντικό πρόσωπο ενεργητικής φωνής -μεν (μαρτυρείται επίσης και το δωρ. -μες).

Την Παμφυλιακή την αφήνω για την επόμενη ανάρτηση. Θα κλείσω ανακεφαλαιώνοντας ορισμένα χαρακτηριστικά της Τσακωνικής που την συνδέουν με την ύστερη λακωνική:

  1.  Διατήρηση του μακρού /ᾱ/ ως /α/ έναντι του /η/ της Αττικής Κοινής: θηλυκό άρθρο α = η, α μάτη = η μήτηρ, αμέρα = ημέρα, αχώ = ηχώ, kʰώλακα = σκώληξ/σκουλήκι, βάσσα = βσσα, σάμερε = σήμερα, σάτζι = φέτος (~ στες), šιντουτά = ριζωτή/ριζωμένη
  2. Διατήρηση του δίγαμμα ως «β» σε μερικούς όρους: ϝαρνός > βάννε = αρνί, κυανός > κουβανέ = «μαύρος» (το δευτερογενές, αντιχασωδικό δίγαμμα στα υα/αυ > υϝα/αϝυ είναι σύνηθες στις διαλεκτικές επιγραφές λ.χ. Εὐϝαγόρας, ἀϝυτός)
  3. Τροπή θ>σ: θυγάτηρ > λακ. *συγάτηρ > συάτη > σάτη/σατέρε = θυγατέρα/θυγατέρες, λακ. *σερίδδω > σερίντου = θερίζω και σεριkʰά = θεριστής.
  4. δωρική κατάληξη -δδω > -ndu αντί για την κοινή -ζω: σερίντου = θερίζω, βαΰντου = βαΰζω, μοιράντου = μοιράζω, *ῥίδδα> šιντουτά = ριζωτή (η τροπή ri>rzi>ži/ši είναι τυπική, λ.χ. ζυμάρι> ζυμάžι, ανατριχίλα > ανατšιχία)
  5. Εμφάνιση του ρωτακισμένου τελικού -ς στα: τουρ άλλε = τις άλλες,  όπουρ = όπως, πουρ = πως, ταρ αμέρα = της ημέρας, σε λίγε ραμέρε = σε λίγες ημέρες.
  6. Δάσυνση sC>hC>Cʰ: ἐς/εἰς τάν/ον > λακ. ἐττάν > τσακ. αν/ον = «στην/στον», ἀσκός > λακ. ἀκκόρ > τσακ. αό = «ασκός», στόμα > ούμα,  σκώλᾱξ > ώλακα = «σκώληξ, σκουλήκι», σεριά = θεριστής, Αποερίτα = Αποσπερίτης, ἱστός > ιέ = «ύφασμα»

 

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση περιέγραψα τα 3 ισόγλωσσα που δείχνουν ότι η πρώτη κλαδοποίηση της κοινής Πρωτο-Ελληνικής ήταν μια διχοτόμηση σε μία νότια/μυκηναϊκή και μία βόρεια/εξωμυκηναϊκή διάλεκτο.

Κατά την περίοδο 1250-750 π.Χ., δηλαδή κατά το διάστημα από την παρακμή των μυκηναϊκών κέντρων μέχρι την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής, συνέβησαν 3 Αναπληρωματικές Εκτάσεις οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στην περαιτέρω διαίρεση των ελληνόφωνων κοινοτήτων.

Η Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ1) συνέβη στα μεσοφωνηεντικά συμπλέγματα που περιείχαν ένηχο (*n,m,r,l,w) και πρωτογενές *s, δηλαδή στα συμπλέγματα του τύπου ns/sn, ms/sm, ls/sl, rs/sr, ws/sw , και το αποτέλεσμά της τριχοτόμησε την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω το παράδειγμα του ρήματος *h1es-mi «είμαι» για να δείξω αυτήν την τριχοτόμηση.

Το Πρωτο-Ελληνικό *ἐσμί εξελίχθηκε σε ἐμμί το οποίο στην συνέχεια:

  • διατηρήθηκε αυτούσιο στην Αιολική (λ.χ. θεσσαλικό και λεσβικό ἔμμι με υποχωρητικό αιολικό τονισμό)
  • Στην Δωρική, την Βοιωτική και την Αρκαδική συνέβη αναπληρωματική έκταση και το προϊόν της ήταν ἐμμί > ἠμί.
  • Στον Αττικο-Ιωνικό κλάδο συνέβη αναπληρωματική έκταση και το προϊόν της ήταν ἐμμί > εἰμί.

Η Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2) συνέβη γύρω στο 750 π.Χ. στο μεσοφωνηεντικό σύμπλεγμα -νσ- που περιείχε δευτερογενές /σ/ (συνήθως από *ty>ts>s και *ti>si) και τετρατόμησε την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω τα παραδείγματα *pant-ih2 > pantya > pantsa > πάνσα και *mon-t-ih2 > montya > montsa > Μόνσα για να δείξω αυτήν την νέα τετρατόμηση:

  • Ορισμένες διάλεκτοι (Θεσσαλία, Κρήτη, Αρκαδο-Αργολιδική μεθόριος) απέφυγαν εντελώς την ΑΕ2 (λ.χ. πάνσα = πᾶσα, αρκαδικά κυριεύονσι/πολιτεύονσι = κυριεύουσι/πολιτεύουσι, θεσσαλικές μετοχές ἄγονσα/ἔχονσα = ἄγουσα/ἔχουσα, αρκαδική μίνονσα = μένουσα, κρητική ἴονσα = ἰοῦσα κλπ)
  • Στην Δωρική και την Βοιωτική συνέβη ΑΕ και τα προϊόντα της εκτάσεως ήταν α>ᾱ και ο>ω (λ.χ. πάνσα > πσα και Μόνσα > Μσα)
  • Στον Αττικο-Ιωνικό κλάδο συνέβη ΑΕ και τα προϊόντα της εκτάσεως των ε/ο ήταν οι συνήθεις «νόθοι» δίφθογγοι ει/ου (πάνσα > πσα, Μόνσα > Μοῦσα, φέρονσι > φέρουσι, *ἐνσί(ν)> εἰσί(ν)).
  • Στην Ασιατική Αιολική και την Κυρηναϊκή Δωρική το προϊόν της εκτάσεως των α/ο ήταν οι δίφθογγοι αι/οι: πάνσα > παῖσα, Μόνσα > Μοῖσα, λεσβική μετοχή φέρονσα > φέροισα κλπ.

Η Τρίτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ3) συνέβη λίγο μετά την ΑΕ2 στα μεσοφωνηεντικά συμπλέγματα που περιείχαν ένηχο r,n και δίγαμμα w και τετρατόμησε εκ νέου την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω τα παραδείγματα κόρϝᾱ και ξένϝος για να περιγράψω την ΑΕ3:

  • Ορισμένες Δωρικές διάλεκτοι απέφυγαν τελείως την ΑΕ3 και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τους τύπους κόρϝᾱ και ξένϝος.
  • Η Αττική απέβαλε το δίγαμμα χωρίς αναπληρωματική έκταση (κόρϝη > κόρη και ξένϝος > ξένος)
  • Η Ιωνική απέβαλε το δίγαμμα με αναπληρωματική έκταση δημιουργώντας πάλι «νόθους» διφθόγγους (φάρϝος > φᾶρος, κόρϝη > κούρη, ξένϝος > ξεῖνος)
  • Οι Δωρικές διάλεκτοι που υπέστησαν την ΑΕ3 δείχνουν τις εκτάσεις α>ᾱ, ο>ω και ε>η (λ.χ. φάρϝος > φᾶρος, κόρϝᾱ > κώρᾱ, ξένϝος > ξῆνος)

Έτσι, χονδρικά κατά την χιλιετία 1750-750 π.Χ., η πρώτη «προμυκηναϊκή» διχοτόμηση βορρά/νότου, οι μεταμυκηναϊκές διαφορετικές επιχωρικές συμπεριφορές σε τρεις διαδοχικές Αναπληρωματικές Εκτάσεις, και οι πληθυσμιακές μεταναστεύσεις των «σκοτεινών χρόνων» είναι οι βασικοί μηχανισμοί που παρήγαγαν τον διαλεκτικό μωσαϊκό της ιστορικής περιόδου.

Ο παρακάτω χάρτης είναι από το βιβλίο του Geoffrey Horrocks «Ελληνικά: η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της».

grk-dialects

Ας δούμε τώρα τα κύρια χαρακτηριστικά των βασικών διαλεκτικών ομάδων της ιστορικής περιόδου (Αττικο-Ιωνική, Αρκαδο-Κυπριακή, «Δυτική» = Δωρική+Βορειοδυτική, Αιολική και Παμφυλιακή).

Αττικο-Ιωνική Ομάδα

Οι δύο επιπρόσθετοι φωνολογικοί νεωτερισμοί αυτής της ομάδας είναι η τροπή ᾱ>æ>η (λ.χ. δᾶμος > δμος, μᾶκος > μκος, νίκᾱ/μάχᾱ > νίκη/μάχη κλπ, αλλά με αττική επανατροπή æ> μετά από {ρ,ι,ε}, λ.χ. αττικά χώρ και νενίς αντί των ιωνικών χώρη, νεηνίης) και η ποσοτική μετάθεση ηο>εω (λ.χ. λᾱός > *ληός > λεώς, (τοῦ) βασιλῆος > βασιλέως). Αυτή η ομάδα χαρακτηρίζεται από πρώιμη απώλεια του δίγαμμα. Ο Ιωνικός κλάδος δεν είναι ομοιογενής, αλλά διαιρείται σε τρεις βασικούς υποκλάδους (ανατολικό/μικρασιατικό, κεντρικό/αιγαιακό και δυτικό/ευβοϊκό) με τον Ηρόδοτο να ισχυρίζεται ότι ακόμα και ο ανατολικός/μικρασιατικός υποκλάδος της Ιωνικής δεν ήταν ομιογενής, αλλά εμφάνιζε επιχωρική ποικιλία («χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες»: «Καρική» Ιωνική, «Λυδική» Ιωνική, Σαμιώτικη και Ερυθραιο-Χιώτικη).

[1.142.1-4] οἱ δὲ Ἴωνες οὗτοι, […] γλῶσσαν δὲ οὐ τὴν αὐτὴν οὗτοι νενομίκασι, ἀλλὰ τρόπους τέσσερας παραγωγέων. Μίλητος μὲν αὐτέων πρώτη κέεται πόλις πρὸς μεσαμβρίην, μετὰ δὲ Μυοῦς τε καὶ Πριήνη. Αὗται μὲν ἐν τῇ Καρίῃ κατοίκηνται κατὰ ταὐτὰ διαλεγόμεναι σφίσι, αἵδε δὲ ἐν τῇ Λυδίῃ, Ἔφεσος Κολοφὼν Λέβεδος Τέως Κλαζομεναὶ Φώκαια· αὗται δὲ αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν, σφισι δὲ ὁμοφωνέουσι. ἔτι δὲ τρεῖς ὑπόλοιποι Ἰάδες πόλιες, τῶν αἱ δύο μὲν νήσους οἰκέαται, Σάμον τε καὶ Χίον, ἡ δὲ μία ἐν τῇ ἠπείρῳ ἵδρυται, Ἐρυθραί. Χῖοι μέν νυν καὶ Ἐρυθραῖοι κατὰ τὠυτὸ διαλέγονται, Σάμιοι δὲ ἐπ᾽ ἑωυτῶν μοῦνοι. οὗτοι χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες γίνονται.

Οι βασικές φωνολογικές διαφορές Αττικής και Ιωνικής είναι:

  1. Η Αττική μαζί με την γειτονική της Βοιωτική έχουν διπλό «ττ» ως προϊόν ουράνωσης των υπερωικών (το οποίο μεταφέρθηκε και στην ουράνωση οδοντικών), ενώ η Ιωνική έχει το πιο κοινό «σσ» (λ.χ. γλῶχjᾰ > γλῶττα/γλῶσσα, φυλάκjω > φυλάττω/φυλάσσω και, κατ΄επέκταση, melit-ih2 > melitya > μέλιττα/μέλισσα κλπ).
  2. Η Ιωνική δείχνει από νωρίς ψίλωση, δηλαδή αποβολή της δασείας.
  3. Η Αττική εισήγαγε την γενική ενικού των δευτερόκλιτων αρσενικών στα πρωτόκλιτα (λ.χ. ὁ Ἀμύντᾱς/Ἀμύντης > τοῦ Ἀμύντου), ενώ η Ιωνική συνεχίζει την πρώιμη ελληνική κατάληξη -ᾱο > -ηο > -εω (τοῦ Ἀμύντεω, όπως ο ομηρικός ιωνισμός Πηληϊάδᾱο > Πηληϊάδεω στον πρώτο στίχο της Ιλιάδος).
  4. Η Ιωνική αντιστάθηκε στις Αττικές συναιρέσεις (λ.χ. ιωνικά ἔθνεα, γένεα, ὀστέον, ἁπλόος, (τὸν) φιλέοντα, (τῶν) γενέων/πολιτέων αντί των Αττικών συνηρημένων τύπων ἔθνη, γένη, ὀστοῦν, ἁπλοῦς, φιλοῦντα, γενν/πολιτν)

Μία ιδιαιτερότητα της Ερετριακής Ιωνικής (και του γειτονικού Ωρωπού) ήταν ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /σ/ (s>z>r, λ.χ. Ἀρτεμίρια = Ἀρτεμίσια, ἔχουρι = ἔχουσι, δημορίων = δημοσίων κλπ).

Αρκαδο-Κυπριακή Ομάδα

Η Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτος είναι αναμφίβολα ο αμεσότερος απόγονος της «μυκηναϊκής» διαλέκτου που απαντά στις πινακίδες της Γραμμικής Β, κάτι που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της Ελληνικής παράδοσης ότι οι Αρκάδες ήταν «πελασγικό», δηλαδή «αχαϊκό»/προδωρικό φύλο της Πελοποννήσου. Η Αρκαδική και η Κυπριακή συμμερίζονται έναν σημαντικό αριθμό ισογλώσσων, πολλά από τα οποία είναι αποκλειστικά αυτών των δύο διαλέκτων και της «μυκηναϊκής».

Θα παραθέσω μία λίστα της Anna Morpurgo-Davies που πήρα από ένα άρθρο του José Luis García Ramón με τα 22 ισόγλωσσα που συνδέουν την Αρκαδική και την Κυπριακή.

Arcado-Cypriot1

Arcado-Cypriot2

Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχουν όλα αυτά τα ισόγλωσσα το ίδιο βάρος στον καθορισμό της φυλογενετικής συγγένειας των δύο διαλέκτων. Μόνον οι κοινοί αποκλειστικοί νεωτερισμοί και ιδίως αυτοί που αφορούν την κλιτική/λειτουργική μορφολογία έχουν αδιαμφισβήτητο βάρος στις φυλογενετικές ταξινομήσεις. Οι κοινοί αρχαϊσμοί και οι μη αποκλειστικοί κοινοί νεωτερισμοί (δηλαδή αυτοί οι εμφανίζονται και σε άλλες διαλέκτους) έχουν πολύ μικρότερο βάρος (πολλοί γλωσσολόγοι μάλιστα δεν τους λαμβάνουν καθόλου υπόψη αν και η γνώμη του José Luis García Ramón και του Claude Brixhe είναι πως όταν μαζεύονται πολλά από αυτά τα «ψίχουλα» τότε αποκτούν ένα αθροιστικό βάρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη).

Θα ξεκινήσω την συζήτηση από το ισόγλωσσο #10 της λίστας, γιατί είναι ο πιο αξιοθαύμαστος αρχαϊσμός της Αρκαδο-Κυπριακής διαλέκτου και της Θεσσαλικής διαλέκτου της Ιστιαιώτιδος (ΒΔ Θεσσαλία).

Οι καταλήξεις ενικού της μεσοπαθητικής φωνής στην Ελληνική είναι ως γνωστόν -μαι, -σαι, -ται. Αυτές προέρχονται από τις ΙΕ καταλήξεις *-h2or, *-th2or, *-tor αντίστοιχα. Οι καινοτομίες της Ελληνικής ήταν ότι αντικατέστησε το τελικό /r/ με /i/ (όπως και ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος, ο Γερμανικός και μάλλον η Αρμενική και η Αλβανική) και εισήγαγε πριν από τα επιθήματα τους δείκτες m,s,t (που δηλώνουν το 1°, 2° και 3° πρόσωπο, αντίστοιχα). Οι άλλες γλώσσες που έχουν κάνει αυτήν την αλλαγή είναι η Τοχαρική (η οποία όμως κράτησε το αρχικό τελικό /r/), η Αρμενική και η Αλβανική. Με άλλα λόγια, οι μόνες γλώσσες που έχουν κάνει και τα δύο καινοτομικά αυτά βήματα μαζί με την Ελληνική είναι η Αρμενική και η Αλβανική (λ.χ. αρμενικό berem = φέρω και berim = φέρομαι και αλβανικό lidh = δένω και lidhem = δένομαι). Παραθέτω την κλίση ενικού του αλβανικού lidhem = δένομαι από τον Vladimir Orel, σημειώνοντας ένα λάθος που του ξέφυγε στο δεύτερο ενικό πρόσωπο: είναι *lidz-e-s-a(i) (< ΙΕ *lig’-e-s-h2e-i) και όχι *lidz-e-so(i).

δένομαι ~ lidhem

δένεσαι ~ lidhesh

δένεται ~ lidhet

Orel-lidhem

middle

Τα ΙΕ δεδομένα, λοιπόν, δείχνουν ότι οι πρωτοελληνικές μεσοπαθητικές καταλήξεις του τρίτου ενικού και πληθυντικού προσώπου ήταν:

3° ενικό: *to-r > *-to-i > *-τοι και όχι -ται

3° πληθυντικό: *-nto-r > *-nto-i > *-ντοι και όχι -νται

και, κατά συνέπεια, οι γνωστοί μας τύποι -ται/-νται προέκυψαν αναλογικά, από την επίδραση των -μαι, -σαι.

Οι γλωσσολογικά αναμενόμενες πρωτοελληνικές καταλήξεις -τοι/-ντοι είναι αυτές που βρίσκουμε στην «μυκηναϊκή» διάλεκτο των πινακίδων της Γραμμικής Β (λ.χ. e-u-ke-to = /eukhetoi/ = εὔχεται) και αυτές που βρίσκουμε στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο (λ.χ. τα αρκαδικά βόλετοι = βούλεταιϝέσετοι = ἔσεται και το κυπριακό ke-to = /keitoi/ = κεῖται) και στην διάλεκτο της Θεσσαλικής Ιστιαιώτιδος (-τει, με την τυπική τροπή ο>ε που χαρακτηρίζει αυτήν την διάλεκτο, λ.χ. τεῖς = τοῖς, τν πάντα χρόνεν).

esetoi

ntoi

Μετά από την περιγραφή αυτού του αξιοθαύμαστου Αρκαδο-Κυπριακού (και Ιστιαιωτικού) αρχαϊσμού, συνεχίζω με τα υπόλοιπα αρκαδοκυπριακά ισόγλωσσα της λίστας της Morpurgo-Davies. O Garcia-Ramon παρακάτω παρουσιάζει τα αποκλειστικά ισόγλωσσα της Αρκαδο-Κυπριακής ομάδας και καταλήγει στο συμπέρασμα πως αρκούν και με το παραπάνω για να δείξουν την άμεση φυλογενετική συγγένεια των δύο διαλέκτων και την κοινή τους καταγωγή από την «Αχαϊκή» διάλεκτο που μιλιόταν στην Μυκηναϊκή Πελοπόννησο. Σε αυτά προσθέτει την παράδοση που ήθελε τον Αρκάδα Αγαπήνορα να ιδρύει την Πάφο στην Κύπρο.

GRamon-Arc-Cypr

Η πρώτη αρκαδοκυπριακή γενική -αυ (ὁ Ὀφέλτᾱς > (τοῦ) Ὁφέλτᾱο > αρκ-κυπρ. Ὀφέλτᾱυ) απαντά σε μία συλλαβική επιγραφή της Παλαιπάφου που χρονολογείται γύρω στο 1030 π.Χ..

Opheltau

Μερικά από αυτά τα αποκλειστικά ισόγλωσσα είναι:

  1. Η ουράνωση των χειλοϋπερωικών πριν από /i/ (στην Αρκαδική και πριν από /e/), λ.χ. *kwis > k’wis > tsis > αρκαδικό иις/σις και κυπριακό σις = πανελλήνιο τις και θεσσαλικό κις.
  2. Η μετάπλαση της ονομαστικής ενικού των ουσιαστικών σε -ηυς>-ευς σε -ης (λ.χ. οι αρκαδοκυπριακές ονομαστικές ενικού βασιλής =βασιλεύς και ἱερής = ἱερεύς).
  3. Η σύνταξη των προθέσεων ἀπύ, ἐξ με δοτική εκεί που οι υπόλοιπες διάλεκτοι δείχνουν ἀπό, ἐξ με γενική.
  4. Ο τύπος πός αντί για πρὸς , όπως το μυκηναϊκό po-si = /pòsi/ (ΙΕ *proti > διαλεκτικές ποικιλίες πρός, προτί, πός, ποτί, περτί)
  5. Ο τύπος κάς αντί του κοινού καὶ.

Και μαζί μ΄αυτά υπάρχει ένας ουκ ολίγος αριθμός «ψιχούλων», δηλαδή αρκαδοκυπριακών ισογλώσσων που υπάρχουν και σε άλλες διαλέκτους, όπως:

  1. Προτίμηση του /o/ ως αναπτυκτικό φωνήεν των συλλαβικών ενήχων αντί του τυπικού ελληνικού /α/, λ.χ. *h2str.-peh2 > αρκαδικό στορπά και κυπριακό στροπά = ἀστραπή (χαρακτηριστικό και της αιολικής λ.χ. *str.tos > στρότος/στρότᾱγος = στρατός/στρατηγός) και μυκηναϊκό *kwtwr.-ped-ih2 > to-pe-za = /torpedza/ = τράπεζα, και τα αρκαδικά *dek’m.t- > δέκο/δέκοτος = δέκα/δέκατος και *enwn.-tos > ἔνοτος = ἔνατος (τα δέκοτος, ἔνοτος απαντούν και στις αιολικές διαλέκτους) που θυμίζουν τα μυκηναϊκά *sper-mn. > pe-mo = /spermo/ = σπέρμα και *h2er-mn.t-h2 > a2-mo-ta = /harmota/ = ἅρματα.
  2. Τροπή ο/ε > υ/ι πριν από έρρινα n/m και σε τελική θέση (ἰν =  ἐν, Ἰνυάλιος = Ἐνυάλιος, μίνονσα = μένουσα, ἀνά > ὀν- > ὐν-, όπως στα αρκαδικό ὐνέθυσε ~ κυπριακό ὐνέδωσε, ἀπύ = ἀπό, -ᾱο>-ᾱυ κλπ).

Η Αρκαδο-Κυπριακή μας βοηθάει στην ετυμολογία κάποιων δυσερμήνευτων ομηρικών όρων, όπως λ.χ. το ομηρικό επίθετο του Ερμή Ἐριούνιος. Το επίθετο αυτό περιέχει το επιτατικό πρόθημα ἀρι-/ἐρι- = «υπερ/πολύ» και, κατά πάσα πιθανοτητα, σημαίνει «Ἐριδρόμιος», δηλαδή «πολύ γρήγορος, αυτός που καλύπτει γρήγορα τις αποστάσεις». Ο Ησύχιος παραθέτει τα λήμματα:

οὔνη =  δεῦρο. δράμε. Ἀρκάδες (προστακτική «έλα!», «τρέξε!»)

οὖνον· [ὑγιές.] Κύπριοι δρόμον

οὔνιος, οὔνης· δρομεύς. κλέπτης

Γράφει ο Steve Reece στα «Ἔπεα Πτερόεντα» του:

Eriounios

Αιολική Ομάδα

Οι τρεις Αιολικές διάλεκτοι ήταν η Βοιωτική, η Θεσσαλική και η διάλεκτος της Ασιατικής Αιολίδος (Λέσβος, Κύμη κλπ).

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της αιολικής ομάδας ήταν το ότι απέφυγε την Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ1) που περιέγραψα παραπάνω. Αυτό δείχνει ότι η κοιτίδα της (~ ανατολική Θεσσαλία) ήταν μακριά ως προς το «κέντρο» της εκτάσεως, η οποία όμως πραγματοποιήθηκε στην Βοιωτική (που συμφωνεί με την Δωρική στο είδος της εκτάσεως), επειδή οι ομιλητές της βοιωτικής με την νότια μετανάστευσή τους (που επιβίωσε στην παράδοση και αναφέρεται από τον Θουκυδίδη και άλλους συγγραφείς) βρέθηκαν πιο κοντά στο «εκτατικό» κέντρο.

*h1es-mi > ἐσμί > αιολικό ἔμμι (και όχι εἰμί ή ἠμί)

*kr.s-neh2 > *κράσνᾱ > αιολικό κράννᾱ (Κραννών) και όχι κρᾱνᾱ/κρήνη.

*swelh2s-neh2 > *σελάσνᾱ > αιολικό σελάννᾱ και όχι σελᾱνᾱ/σελήνη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Θεσσαλικής και της Ασιατικής Αιολικής είναι η διατήρηση του διπλού συμφώνου των μεσοφωνηεντικών συμπλεγμάτων -ny- > nʲnʲ και -ry- > rʲrʲ που στις άλλες διαλέκτους απλοποιήθηκαν σε -yn- και -yr-, δίνοντας την εντύπωση μετάθεσης.

Η τυπική Ελληνική εξέλιξη φαίνεται στα παρακάτω παραδείγματα:

*ster-ih2 > stèrya > sterʲrʲa > steyra ~ στεῖρα

*mèl-n.-ih2 > melanya > melanʲnʲa > mèlayna ~ μέλαινα

Η Θεσσαλική και Ασιατική Αιολική, αντίθετα, διατήρησαν το ενδιάμεσο διπλό σύμφωνο απουρανώνοντάς το.

Έτσι, στην Σαπφώ και στον Αλκαίο βρίσκουμε παραδείγματα όπως:

περίοχος > πέρjοχος > πέρροχος (λόγω αιολικού υποχωρητικού τονισμού)

μέτριος > μέτερρος

ἀλλότριος > ἀλλότερρος

ενώ στην Θεσσαλία βρίσκουμε παραδείγματα όπως:

Περίανδρος > Πέρjανδρος > Πέρρανδρος

Ἐρί-αινος (~ Πολύ-αινος) > Ἐρjαίνᾱς > Ἐρραίνᾱς

Perrandros

Το ισόγλωσσο κάλυπτε μάλλον και την Μακεδονία, όπως δείχνει μια ολόκληρη θεσσαλομακεδονική ομάδα ονομάτων σε Κορρ- (< *koryos «στρατός», λ.χ. κοίρανος ~ «αρχηγός του στρατού») όπως Κόρρᾱγος = Στρατηγός = Λᾶγος, Κορράτᾱς, Μενέκορρος = Μενέλαος/Μενέστρατος και Νικόρρᾱς (απλολογικός τύπος του Νικο-κόρρᾱς) = Νικόλαος/Νικόστρατος και το μακεδονικό ανθρωπωνύμιο Ἄγριος > Ἄγερρος που θυμίζει το μηνωνύμιο Ἀγριώνιος/Ἀγριάνιος > Ἀγερράνιος της Ερεσού στην Λέσβο.

Korragos

Agerros

Κλείνω την περιγραφή αυτού του ενδιαφέροντος λεσβο-θεσσαλο-μακεδονικού ισογλώσσου με το επιγραφικό λήμμα δικαστεῖρρεν = δικαστήριον από την Θεσσαλιώτιδα της Θεσσαλίας.

dikasteirren

Από τα άλλα τυπικά φωνολογικά χαρακτηριστικά των Αιολικών διαλέκτων αναφέρω τα παρακάτω:

  1. Όπως ανέφερα και στην Αρκαδο-Κυπριακή, η Αιολική δείχνει προτίμηση για το /ο/ ως αναπτυκτικό φωνήεν των συλλαβικών ενήχων: λ.χ. *kwetwr.-tos > πέτροτος = τέταρτος, *str.tos > στρότος/στρότᾱγος, *dek’m.t- > δέκοτος, *enwn.-tos > ἔνοτος, *mr.ghus > βρόχυς = βραχύς κλπ.
  2. Χαρακτηριστικό της Αιολικής είναι επίσης η τροπή των χειλοϋπερωικών συμφώνων σε χειλικά πριν από ε/ι, ενώ η πανελλαδική τους εξέλιξη σε αυτή την θέση ήταν προς οδοντικά/φατνιακά. Έτσι βρισκουμε τα αιολικά *penkwe > πέμπε = πέντε, *kwetwr.tos > θεσσαλικό πέτροτος και βοιωτικό πέτρατος = τέταρτος, *kwēle- > θεσσαλοβοιωτικό πεῖλε = τῆλε (λ.χ. Πειλέμαχος = Τηλέμαχος). Πριν από /e/ συμφωνεί και η Κυπριακή, όπως μαρτυρεί το *πέμπε που κρύβεται πίσω από το άπαξ κυπριακό πεμπάμερος = πενθήμερος.
  3. Στην Βοιωτία και την Θεσσαλία υπάρχει μια τάση γραφής του τελικού -ντι ως -νθι.

Αναφέρω ως «ωσμωτικό» φαινόμενο το «υβριδικό» λεσβικό όνομα Θορ(ρ)ύσταρτος = Θρασύστρατος (< *dhr.su-str.tos) δίπλα στο «γνήσιο» αιολικό Θροσιούστροτος (Βοιωτία) και μερικά ονόματα σε Πειλε- = Τηλε-.

thorsus

Παραθέτω και δύο παραδείγματα επιγραφών από την Βοιωτική Χαιρώνεια και την Θεσσαλική Λάρισα που δείχνουν την τάση για τροπή -ντι>-νθι.

nthi

ἀντίθενθι = ἀνατίθεντι = αττικοϊωνικό ἀνατιθέᾱσι (< τιθέανσι)

κατοικείουνθι = δεν ξέρω αν είναι η δοτική της ενεργητικής μετοχής ενεστώτα (ὁ κατοικέων/κατοικῶν > τῷ κατοικοῦντι) ή αν είναι ο ενεστώτας του τρίτου πληθυντικού προσώπου (αττικοϊωνικό κατοικέουσι/κατοικοῦσι).

Ένας άλλος αποκλειστικός παναιολικός νεωτερισμός είναι η μεταφορά της κατάληξης της ενεργητικής μετοχής ενεστώτα στην ενεργητική μετοχή παρακειμένου (λ.χ. αντί για ὁ πεπτωκώς/τὸν πεπτωκότα, οι Αιολείς έλεγαν ὁ πεπτωκών/τὸν πεπτωκόντα και αντί για τὸ γεγονός/τὰ γεγονότα έλεγαν τὸ γεγόνον/τὰ γεγόνοντα).

Λεσβική: γεγόνοντα, κατεστακόντων, ἐστάκοισαν (= αττ. γεγονότα, καθεστηκότων, ἑστηκυῖαν)

Θεσσαλική: ἐπεστάκοντα, ἐνοικοδομεικόντεσσι (= αττ. ἐφεστηκότα, ἐνοικοδομηκόσι)

Βοιωτική: ϝεϝυκονομειόντων, ἀπειλθείοντες (= αττ. ᾠκονομηκότων, ἀπεληλυθότες)

Προσέξτε τον βοιωτικό παρακείμενο του ρήματος ϝοικονομέω. Επειδή η Αττικο-Ιωνική έχασε νωρίς το αρχικό δίγαμμα, σχημάτιζε τον παρακείμενο με αύξηση οἰκ- > ᾠκ-. Επειδή όμως η Βοιωτική διατήρησε το δίγαμμα, συνέχισε να σχηματίζει τον παρακείμενο με διπλασιασμό του τύπου (λείπω > λέ-λοιπα): ϝοικ-> ϝε-ϝοικ- > ϝεϝυκονομειόντων (με τυπική βοιωτική γραφή του /οι/ ως «υ»).

Περισσότερα για τις αιολικές διαλέκτους θα βρείτε σε αυτήν την ανάρτηση.

Στην τρίτη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω την «Δυτική» (Δωρική+Βορειοδυτική) ομάδα και την Παμφυλιακή.

8 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα