Tag Archives: γραμμική Β

Η θέση της Ελληνικής στην ΙΕ οικογένεια #3

Στην προηγούμενη ανάρτηση περιέγραψα το ρηματικό σύστημα Cowgill-RixΑ. Ρήμα») της Ύστερης ΠΙΕ (LPIE). Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω συνοπτικά την LPIE ονοματική κλίση και θα ολοκληρώσω το θέμα της σειράς στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση όπου θα εξηγήσω τα ΙΕ παραθετικά επιθήματα των επιθέτων και θα παραθέσω τα τελικά συμπεράσματα για την θέση της Ελληνικής στην ΙΕ οικογένεια. Continue reading

Advertisements

16 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το θεωνύμιο Διόνυσος

Μια από τις προηγούμενες ημέρες ο Simplizissimus ορθά παρατήρησε πως αξίζει μία ανάρτηση για τις ετυμολογικές υποθέσεις του θεωνυμίου Διόνυσος.

Η Διονυσιακή Λατρεία

Μια πολύ ωραία περιγραφή της Διονυσιακής Λατρείας μπορείτε να βρείτε στο κεφάλαιο [2.10] (“Dionysos”, σλδ 161-167) του βιβλίου Greek Religion: Archaic and Classical του Walter Burkert (πρώτη γερμανική έκδοση Verlag, 1977, πρώτη αγγλική μετάφραση Blackwell, 1985, δεύτερη αγγλική έκδοση 1987).

Ο Διόνυσος ήταν ο θεός της εκστάσεως, της οργής και της μανίας. Ο όρος ἔκστασις κυριολεκτικά σημαίνει «εκτοπισμός, μετατόπιση» (ἐξίστημι = «μετατοπίζω, αλλάζω», κυριολεκτικά «βγάζω εκτός θέσεως») και, κατά συνέπεια, η διονυσιακή έκστασις είναι εκείνη η ψυχική κατάσταση όπου ο άνθρωπος βγαίνει από την «συμβατική» και «φρόνιμη» συμπεριφορά και εισέρχεται σε κατάσταση «ὀργῆς» (η πρωταρχική αρχαία σημασία του όρου ήταν πιο κοντά στο «φυσικό ένστικτο») και «μανίας» (< *mn.-ieh2, παράγωγο της ρηματικής ρίζας *men- «είμαι ψυχονοητικά φορτισμένος», μένος, μῆνις, *mon-t-ih2 > *Μόνσα > Μοῦσα ~ «έμπνευση» κλπ).

Το ρήμα θύω έχει την ετυμολογική σημασία «κινούμαι (φυσικά), συγκινούμαι (ψυχικά)» (IE *dhuH-). Η φυσική σημασία της ρηματικής ρίζας («κινούμαι ορμητικά») φαίνεται στον όρο θύελλα και στο ηπειρωτικό υδρωνύμιο Θύαμις (ορμητικός ποταμός). Η ψυχική σημασία της ρηματικής ρίζας (συγκινούμαι, παρασύρομαι) φαίνεται στον όρο θῡμός και στις περιπτώσεις όπου το ρήμα θύω συμπεριφέρεται ως συνώνυμο του ρήματος μαίνομαι (< *mn.y-omai, μανία). Έτσι οι εκστασιασμένες/μαινόμενες θηλυκές ακόλουθοι του Διονύσου ήταν γνωστές ως Μαινάδες = Θυιάδες, ενώ η μητέρα του Διονύσου Σεμέλη είχε το επίθετο Θῡώνη (και, κατά συνέπεια, Θῡωναῖος ο Διόνυσος).

Επειδή οι αρχαίοι Έλληνες (και εν γένει οι προνεωτερικοί πληθυσμοί) πίστευαν ότι η ἔκστασις και η μανία ήταν καταστάσεις θεοληψίας, ένας εναλλακτικός όρος για αυτές τις ψυχικές καταστάσεις ήταν ο όρος ἐνθουσιασμός (κάποιος γίνεται ἔνθεος).

Δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω αν η ΙΕ ρίζα *dhewH- ~ *dhuH- έχει κοινή καταγωγή με την ρίζα *dheus- «αναπνέω, είμαι ζωντανός» (επαυξημένοι τύποι μιας βραχύτερης ρίζας *dhew-;) που έχει δώσει τον σλαβικό όρο «πνεύμα» *dhous-os > *duχŭ και το παράγωγό του duša = «ψυχή», το πρωτογερμανικό *dheusom > *deuzą = «άγριο ζώο, θηρίο» (λ.χ. αγγλικό deer = «ελάφι») και το αλβανικό *dhousom > *dauša > dash = «κριάρι».

Θέτω το ερώτημα γιατί οι λατινικοί όροι furor ~ furia = «οργή, μανία», furiōsus = «μαινόμενος, εξοργισμένος» και furō = «μαίνομαι», ταιριάζουν σημασιολογικά στα ελληνικά θύω, θῡμός, Θυιάδες, αλλά το /r/ και το βραχύ /u/ εξηγούνται καλύτερα από την ρίζα *dheus-, λόγω του λατινικού ρωτακισμού *s>z>r σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. *dhus-ieh2 > *fuziā > furia).

Επειδή ο πιο διαδεδομένος τρόπος επίτευξης εκστάσεως και μανίας ήταν η μεθυστική οινοποσία, ήταν αναμενόμενη η ταύτιση του Διονύσου με τον οίνο και την άμπελο, όπως μαρτυρούν τα επίθετά Ἀκρατοφόρος και Οἰνεύς του θεού. Τα επίθετα Ἐλευθέριος και Λυαῖος δηλώνουν την ικανότητα του θεού να λύει/απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις καθημερινές σκοτούρες και τις συμβατικές/φρόνιμες συμπεριφορές.

Η λατρεία του Διονύσου δήλωνε πρωτίστως την αναγνώριση εκείνων των στοιχείων της ψυχής που ο άνθρωπος έπρεπε να καταστείλει στον καθημερινό του «φρόνιμο» βίο. Τα διονυσιακά όργια ήταν ένα είδος «ελεγχόμενης περιοδικής εκτόνωσης» της πιέσεως που δημιουργούσε η καταστολή των ενστίκτων και των ορμών.

Αυτή η καθημερινή προσπάθεια καταστολής του διονυσιακού μέρους της ψυχής, αλλά και η δυνάμει επικίνδυνη ψυχική πίεση που συσσωρεύεται από αυτήν την καταστολή, φαίνονται ξεκάθαρα στους μύθους του Διονύσου:

  1. Ο Θράκας βασιλιάς Λυκούργος προσπάθησε μάταια να καταστείλει τη λατρεία του Διονύσου στο βασίλειό του, συλλαμβάνοντας/διώχνοντας τις μαινάδες, αλλά τελικά τρελάθηκε από τον θεό.
  2. Στις Βάκχες του Ευριπίδη, ο Διόνυσος «τιμωρεί» με μαιναδισμό τις κόρες του Κάδμου στην Θήβα, επειδή αρνήθηκαν να τον λατρέψουν. Ο βασιλιάς Πενθέας επιχείρησε να συλλάβει τον θεό Διόνυσο και τις μαινάδες, με αποτέλεσμα να πεθάνει τραγικά από την μαιναδισμένη μητέρα του.
  3. Οι Μινυάδες (κόρες του βασιλιά Μινύα) Λευκίππη, Αρσινόη και Αλκιθόη (τα ονόματα τους ποικίλουν στις διάφορες πηγές), ως «φρόνιμες» θεράπαινες της «φρόνιμης» θεάς Αθηνάς Εργάνης, αρχικά αρνήθηκαν να λατρέψουν το θεό Διόνυσο και συνέχισαν να δουλεύουν τους αργαλιούς τους, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε μαινάδες από τον θεό και να εγκαταλείψουν τους αργαλιούς (συμβατική/φρόνιμη θέση της γυναίκας), για να σμίξουν με τις άλλες μαινάδες στα όρη (μη συμβατική, εκστατική θέση της γυναίκας). Στην κατάσταση μαιναδισμού, η Λευκίππη διαμέλησε τον γιο της Ίππασο. Ενώ στον συμβατικό της ρόλο η μητέρα προστατεύει τα παιδιά της, εδώ στον εκστατικό της ρόλο η μαιναδισμένη μητέρα σκοτώνει το ίδιο της το παιδί.

Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτούς τους μύθους του Διονύσου είναι:

  1. Ο «φρόνιμος» βίος προϋποθέτει την καταστολή των διονυσιακών στοιχείων της ψυχής
  2. Επειδή αυτή η καταστολή είναι «νόμῳ και όχι φύσει», προκαλεί συσσώρευση ψυχικής πιέσεως.
  3. Αν αυτή η συσσωρευμένη πίεση δεν εκτονώνεται περιοδικά μπορεί να οδηγήσει σε εκρήξεις μανίας και οργής.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι Μινυάδες εμφανίζονται ως θεράπαινες της Αθηνάς Εργάνης όταν αρνούνται να λατρέψουν τον Διόνυσο. Η φρόνιμη και σοφή Αθηνά αποτελεί πολικό αντίθετο του εκστατικού Διονύσου. Η «κεφαλήγονος, κεβλήγονος» Αθηνά γεννήθηκε από την κεφαλή του Διός, ενώ ο «μηροτραφής» Διόνυσος ολοκλήρωσε την κυηματική του ανάπτυξη στον μηρό του Διός επειδή, σύμφωνα με τον μύθο, η εγκυμονούσα μητέρα του Σεμέλη κάηκε όταν -παρασυρμένη από την Ήρα- ζήτησε να δει την αίγλη του Διός. Αν η κεφαλή είναι το λογικό μέρος του σώματος, ο μηρός είναι το μέρος των ερωτικών επιθυμιών.

Burkert

Επειδή στους μύθους οι Μαινάδες συχνά διαμελίζουν κάποιον άνθρωπο, ο Διόνυσος ήταν γνωστός ως «ἀνθρωπορραίστης» (ανθρωποδιαμελιστής, ῥαίω = «διαρρηγνύω, καταστρέφω») στην Τένεδο και ως «ὠμηστής» («ωμοφάγος», *ὠμο-εδ-τής, ὠμός, ἔδω) στην γειτονική Λέσβο, επίθετα που θυμίζουν το πανελλήνιο επίθετο του θεού «Ἄγριος» (τα μηνωνύμια Ἀγριώνιος, Ἀγριάνιος, Ἀγερράνιος ανά τον ελλήνιο χώρο οφείλονται στον εορτασμό των Διονυσιακών Αγριωνίων).

Γλωσσολογικά

Το θεωνύμιο Διόνῡσος μέχρι σήμερα ουσιαστικά παραμένει ανετυμολόγητο. Κατά την περίοδο 1850-1950, η κυρίαρχη άποψη των μελετητών ήταν ότι ο Διόνῡσος ήταν «έπηλυς» θεός, μια σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο αρχαϊκό ελληνικό Πάνθεον. Σύμφωνα με τον Walter Burkert (162 σλδ του προαναφερθέντος βιβλίου), η υπόθεση της «Θρακο-Φρυγικής» καταγωγής της Διονυσιακής Λατρείας είχε πρακτικά εξελιχθεί σε ορθοδοξία μετά από την μελέτη σταθμό (authoritative) “Psyche” του Erwin Rohde.

Ο Burkert γράφει:

[σλδ 162] […] that Dionysos was a young god who had emigrated from Thrace to Greece was regarded for a long time as firmly established; the authoritative exposition of this thesis was given by Erwin Rohde.

Αυτή η θέση έκανε εύλογη την υπόθεση ότι, όπως και η Διονυσιακή Λατρεία, έτσι και το θεωνύμιο «Διόνῡσος» πρέπει να ήταν μη ελληνικό. Σε αυτήν την πεποίθηση συνέβαλε και το γεγονός ότι δεν υπήρχε κάποια πειστική ελληνική ετυμολογία για το θεωνύμιο, το οποίο εμφανίζε μεγάλη επιχωρική ποικιλία ανά τον ελλήνιο χώρο (Διόνῡσος, Διώνῡσος, Ζώνῡσος, Ζόννυσος, Διόννῡσος, Δεύνῡσος κλπ). Ωστόσο, πολλοί διάσημοι ΙΕστές/ελληνιστές γλωσσολόγοι (Paul Kretschmer, Hjalmar Frisk, Pierre ChantraineOswald Szemerényi) ήταν πεπεισμένοι ότι μάλλον έχουμε να κάνουμε με ένα -ενδεχομένως- «υβριδικό» σύνθετο θεωνύμιο που περιείχε ως πρώτο συνθετικό το πλάγιο θέμα Διϝο- του ελληνικού όρου Ζεύς (τοῦ Διός) και ως δεύτερο συνθετικό κάποιον άγνωστο μη ελληνικό όρο με την σημασία «υιός». Έτσι το θεωνύμιο «Διόνῡσος» ετυμολογούνταν είτε ως σύνθετο *Διϝο-νῡσος (λ.χ. διογενής, διοτρεφής) είτε ως προϊόν μονολεκτισμού (univerbation, λ.χ. Κύριε ἐλέησον > το κυρελέησον, Πέλοπος νῆσος > Πελοπόσνησος > Πελοπόννησος) της φράσης *{Diwos nūsos} ~ «Διός υἱός», κατά αναλογία του ΙΕ φρασήματος *{Diwos dhug’h2tēr} > Διός θυγάτηρ ~ σανσκ. duhitā diváḥ (στα ομηρικά έπη χαρακτηρισμός της Αθηνάς και, πιο σπάνια, της Ελένης και της Αφροδίτης και, στην Rig Veda, χαρακτηρισμός της θεοποιημένης Αυγής, Uṣás = Ἠώς).

Η πιο επιτυχημένη ετυμολογική απόπειρα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε το 1971 από τον Szemerényi, ο οποίος πρότεινε ότι ο δεύτερος όρος *nūsos προέκυψε από μετάθεση s..n > n..s του όρου *suHnos > *sūnos = «υιός».

Dionysos

*ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ*: Παραθέτω μία εικόνα που κατέθεσε στα σχόλια ο Ρ=Ε=Γ, όπου ο Μπαμπινιώτης περιγράφει την ετυμολογική πρόταση του Szemerényi.

Szemerenyi-Dionysos

Θυμίζω πως η ΙΕ ρηματική ρίζα *sewH- ~ *suH- «γεννάω» έχει δώσει τα γνωστά παράγωγα:

*suH-yus = «γιος» > υἱύς ~ υἱός

*suH-nus = «γιος» > σανσκριτικό sūnú, αγγλικό son (< πρωτογερμ. *sunuz), πρωτοσλαβικό *synŭ, λιθουανικό sūnús κλπ.

*suH-sos = «πρόγονος, προπάτωρ» > σανσκριτικό sūsa = «πρόγονος, προπάτωρ» και αλβανικό gjysh = «παππούς» (και υποστρωματικό ρουμανικό ghiuj = /gyuž/ και βλαχικό/αρουμανικό ghiush)

Εξηγώ σε όσους δεν γνωρίζουν την τυπική αλβανική εξέλιξη σε αρκτική θέση IE *s-> EPAlb *j-> LPAlb gj- (λ.χ. *serpena > gjarpër ~ λατ. serpēns ~ ελλην. ἑρπετόν, *s(w)ek’s-tis > gjashtë ~ σλαβ. šestĭ κλπ), με το δεύτερο βήμα *j>gj να ολοκληρώνεται μετά την είσοδο των λατινικών δανείων στην γλώσσα (iūnctūra > αλβ. gjymtyrë, iūdicāta > αλβ. gjykatë ~ ρουμανικό judecată [j=/ž/] ~ βλαχ. giudicatã [giu- = /džu-/]).

gjysh

Επομένως, η πρόταση του Szemerényi για την ετυμολογία του Διονύσου ως *{Diwos suHnos} = «Διός υἱός» ~ *Diwo-suHnos = «Διογενής, Διοτρεφής», με μετάθεση *s..n > s..n (*sūnos > nūsos) είναι ιδιαίτερα ελκυστική, γιατί εξηγεί και το μακρό /ῡ/ του θεωνυμίου, αλλά και τις ποικιλίες Διονν-/Ζονν- ~ Διων-/Ζωνν- (< *Diwosnūsos).

Προφανώς, η Ελληνική πρέπει να πάρει τον μετατεθειμένο όρο *sūnos > nūsos απο μία ΙΕ γλώσσα που διατήρησε το /s/ σε αρκτική και μεσοφωνηεντική θέση, αντίθετα με την Ελληνική, την Φρυγική και την Αρμενική που σε αυτές τις θέσεις έκαναν την τροπή *s>h(>∅). Βέβαια υπάρχουν και εκείνες οι ελληνικές εξαιρέσεις (*su-, *sw-) όπου η Ελληνική διατήρησε αυτούσιο το *s- (λ.χ. *suHs > σῦς ~ ὗς, *swiHg- > σῑγή ~ OEng swigjan = «σιγάω») και, επομένως, κάποιος μπορεί θεωρητικά να ισχυριστεί έναν πρωτοελληνικό όρο *sūnos > nūsos που διατήρησε αυτούσιο το αρκτικό su-, ώστε να μπορέσει να γίνει στην συνέχεια η μετάθεση.

Μία εναλλακτική εξήγηση που πάντα περιστρέφεται γύρω από την σημασία «Διοτρεφής» είναι *Diwo-snuH-sos, με δεύτερο συνθετικό την ρίζα *(s)nuH- του λατινικού nūtriō = «τρέφω» (σανσκ. *pro-snu(H)-tos > prasnuta = «γαλακτοφόρος/γαλακτοῦχος/γαλακτοτροφῶν (μαστός)»).

Αν πάλι κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει την ίδια ρίζα με τρόπο επιτρεπτό για την Ελληνική, μπορεί να ξεκινήσει από τον όρο *Diwo-snuH-t-yos (όπως *g’enh1- > *g’n.h1-t-ios > γνήσιος) > *Diwosnūtyos > *Diwosnūtsos > *Diwosnūssos > *Diwosnūsos με νότια (στην ταξινόμηση των Risch-Porzig) ελληνική απλοποίηση ss>s του τύπου *medhyos > *methyos > *metsos > μέσσος > μέσος.

Βέβαια δεν βλέπω τον λόγο επιμονής για μια «καθαρά» ελληνική ετυμολογία από τη στιγμή που, έτσι και αλλιώς, πρέπει να επικαλεστούμε μία ΙΕ ρίζα (*(s)nuH-) που δεν απαντά στην Ελληνική.

Σε αυτό πρέπει να προσθέσω και την περίπτωση να έχουμε να κάνουμε με έναν προελληνικό μη ΙΕ όρο και, επομένως, δεν χρειάζεται να ψάχνουμε μόνο για ΙΕ ετυμολογίες (όσο πιθανές κι αν φαίνονται).

Ανέφερα ήδη ότι το σύγγραμμα Psyche του Erwin Rohde καθιέρωσε ως ορθοδοξία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα  την άποψη ότι ο Διόνυσος ήταν ένας έπηλυς μη ελληνικός θεός που προστέθηκε «σχετικά πρόσφατα» στο Ελληνικό πάνθεον λίγο πριν την πρώτη καταγραφή της Ιλιάδος (~750 π.Χ.).

Αυτή η «ορθοδοξία» του Erwin Rohde καταρρίφτηκε εν μέρει κατά την εικοσαετία 1950-70, ύστερα από ορισμένα ενδιαφέροντα αρχαιολογικά ευρήματα. Το πρώτο εύρημα ήταν η απάντηση του όρου Di-wo-nu-so σε τρεις πινακίδες Γραμμικής Β από την Πύλο (~1300 π.Χ.). Το δεύτερο σημαντικό εύρημα ήταν η αρχαιολογική ανακάλυψη από τον John L. Caskey του ιερού στην Αγία Ειρήνη της Κέας, το οποίο δείχνει συνεχή λατρευτική δραστηριότητα που πάει πίσω μέχρι τον 15° π.Χ. αιώνα. Η παλαιότερη έγγραπτη αφιέρωση αυτού του ιερού αναγνωρίζει τον Διόνυσο ως την τιμώμενη θεότητα.

Burkert-Larson

Αυτές οι ανακαλύψεις δείχνουν ότι η Διονυσιακή Λατρεία μάλλον ήταν ήδη γνωστή στους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Μυκηναϊκής Περιόδου και, κατά συνέπεια, ο Διόνυσος δεν ήταν νέηλυς θεός, όταν καταγράφτηκε η Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Διόνυσος δεν μπορεί να ήταν έπηλυς θεός, απλώς δείχνει ότι, ακόμα και αν ήταν έπηλυς, ήταν παλαιός γνώριμος των ελληνόφωνων πληθυσμών.

Το γεγονός ότι ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β βρίσκουμε τον τύπο Di-wo-nu-so αυξάνει τις πιθανότητες το πρώτο συνθετικό να σχετίζεται όντως με την λέξη ὁ Ζεύς/τοῦ Διϝός (γενική Διϝός ή πρώτο συνθετικό Διϝο-). Ωστόσο, δεν πρέπει να αμελήσουμε την περίπτωση το πρώτο συνθετικό Diwo- να είναι η interpretatio Graeca ενός μη ελληνικού όρου.

Παρακάτω θα αναφέρω το παιονικό θεωνύμιο Δύαλος = Διόνυσος που είναι πολύ πιθανό και εύλογο να είναι ομόρριζο των ελληνικών όρων θύω, Θυιάδες και Θυώνη. Αν μια ΙΕ γλώσσα έκανε την τροπή *dhuH- > *dū-o/a- > *dyo/a- (y=/ü/) αρκετά νωρίς και, πολύ πριν την ελληνική τροπη u>y=ü (που συνήθως χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα), τότε προκύπτει το ερώτημα πως θα απέδιδαν οι ελληνόφωνοι τον φθόγγο /ü/, όσο ακόμα δεν τον είχαν στην γλώσσα τους. Αν ο φθόγγος /ü/ μπορούσε να αποδωθεί ως /i/, τότε πίσω από το πρώτο συνθετικό Διο- μπορεί θεωρητικά να κρύβεται ένας μη ελληνικός ΙΕ όρος *düo-/*düa- που μπορεί να σχετίζεται με την ρίζα *dhuH- που έδωσε τα θύω, Θυιάδες, Θυώνη και Δύαλος. Υπήρχε άραγε μια μη ελληνική ΙΕ εκδοχή της Θυώνης *dhūōn- > Dyōn-, από την οποία να προέκυψε ο παράγωγος υποκοριστικός τύπος *Dyōn-us-os ~ Θυωναῖος, χρησιμοποιώντας το ΙΕ υποκοριστικό μόρφημα *-us- που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση για το θρακικό υδρωνύμιο Βαρβύσης;

Οι γείτονες των Ελλήνων της κλασικής περιόδου είχαν θεότητες ανάλογες με τον Διόνυσο.

Ο θρακικός ομόλογος του Διονύσου Σαβάζιος μπορεί εύλογα να ετυμολογεί ως *Swobhod-yos ~ Ἐλευθέριος (λ.χ. OCS svoboda = «ελευθερία»), όπως ο ρωμαϊκός ομόλογος του Διονύσου Līber (līber = ελεύθερος).

Ο παιονικός ομόλογος του Διονύσου Δύαλος μπορεί επίσης εύλογα να ετυμολογηθεί από την ΙΕ ρίζα *dhuH- που έδωσε τα ελληνικά θύω, Θυιάδες και Θυώνη/Θυωναῖος που ανέφερα παραπάνω. Γράφει ο Ησύχιος:

δυαεῖ· φλυαρεῖ, ἀλογεῖ

Δύαλος· ὁ Διόνυσος, παρὰ Παίωσιν

δύαν· κρίνην

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναρωτηθούμε αν ο γοτθικός όρος dwals = «ανόητος» (< «παρασυρμένος, ξελογιασμένος»;) είναι ομόρριζος (*dhuh2-el-os > PGmc *dual-az > γοτθ. dwals).

Dyalos-Sabadios

Το όνομα της μητέρας του Διονύσου Σεμέλη παραμένει επίσης ανετυμολόγητο. Κατά την περίοδο που η θρακο-φρυγική καταγωγή της διονυσιακής λατρείας θεωρούνταν ορθοδοξία, η τυπική ετυμολογία του θεωνυμίου Σεμέλη ήταν ο υποθετικός θρακο-φρυγικός όρος *dhg’hem-el-eh2 > *zemelā = «γη» (λ.χ. η λιθουανική θεά «Γαία» Žemyna, ο σλαβικός όρος zemlja = «γη» και ο φρυγικός ζεμελος = «επιχθόνιος, χθαμαλός, θνητός» που απαντά στην στερότυπη φράση «με δεως κε ζεμελως κε» = «από θεούς τε (και) θνητούς τε»). Μετά το 1950 στις ετυμολογικές υποθέσεις του θεωνυμίου Σεμέλη προστέθηκε και η συροσημιτική.

Ο ΜL West γράφει στην σελίδα 175 του βιβλίου του «ΙΕ ποίηση και Μυθολογία»:

A better known consort of Zeus in Greek myth is Semele, mother of Dionysus. This seems to be a Thracian name of the Earth-goddess, from *g’hem-elā. The Thracian pronunciation was probably Zemelā.

Για την πιθανότητα συροσημιτικής ετυμολογίας της Σεμέλης, αναφέρω την υπόθεση ταύτισης με την ουγκαριτική «Θεά των Αετών» Sml.

Semele

Ο όρος θύρσος (ένα από τα βακχικά θύσθλα, ραβδί από τον ξεραμένο κορμό νάρθηκα τυλιγμένο με φύλλα κισσού και αμπέλου και με ένα κουκουνάρι στερεωμένο στην άκρη, δείτε εικόνες εδώ) πιθανόν να προέρχεται από τον Χεττιτο-Λουβικό όρο tuwarsa = «άμπελος».

Ο όρος Βάκχος παραμένει επίσης ανετυμολόγητος. Ωστόσο, δύο παρατηρήσεις ίσως σχετίζονται με την ετυμολογία του όρου.

  1. Στις Ελληνο-Λυδικές δίγλωσσες επιγραφές, τα ελληνικά σύνθετα ονόματα σε Διονυσο- αποδίδονται λυδιστί ως Baki
  2. O Ησύχιος κατέγραψε τον φοινικικό όρο βάκχος = κλαυθμός (κλάμα) και, λίγο παραπάνω μεταφράζει τον όρο βάκχος ως «ο κλάδος που χρησιμοποιείται στις διονυσιακές τελετές (θύρσος;)» (μήπως εκ του IE *bak- «ραβδί» > βακτηρία ~ λατ. baculum).

βακχᾶν· ἐστεφανῶσθαι κισσῷ

Βακχέβακχος· ὁ Διόνυσος οὕτως ἐκαλεῖτο ἐν ταῖς θυσίαις (Ar.Eq. 408)

Βακχεία· ἑορτὴ Διονύσου [βακχεύτρια]

βακχεύει· μαίνεται P τραγῳδεῖ

βακχευθεῖσα· ἐξηχευομένη, ἐξεστηκυῖα vgAS

βακχεύοντες· μαινόμενοι, vgAS σειόμενοι

βακχεῖον· τελεστήριον. νάρθηξ

Βάκχη· γένος ἀπίου. ἢ μία τῶν Βακχῶν, ἢ τοῦ Διονύσου

Βακχιάδαι· οὐ μόνον οἱ Μιλήσιοι, ἀλλὰ καὶ Κορίνθιοι, ἀπὸ Βάκχιδος

βακχία· μανία (S)

βακχόαν· βόθρον. Αἰολεῖς

βάκχος· ὁ ἱερεὺς τοῦ Διονύσου. καὶ κλάδος ὁ ἐν ταῖς τελεταῖς, οἱ δὲ φανὸν λέγουσιν· οἱ δὲ ἰχθύν q

Βάκχου Διώνης· οἱ μὲν βακχευτρίας Σεμέλης· οἱ δὲ Βάκχου τοῦ Διονύσου καὶ Ἀφροδίτης τῆς Διώνης. παρόσον διωνυμία περὶ τὴν θεάν (trag. ad. fr. 204). Πράξιλλα δὲ ἡ Σικυωνία (fr. 8) Ἀφροδίτης παῖδα τὸν θεὸν ἱστορεῖ

βάκχυλον· σποδίτην ἄρτον. Ἠλεῖοι

βάκχον· κλαυθμόν. Φοίνικες

Για το λυδικό ανθρωπωνυμικό μόρφημα Baki- ως μετάφραση του ελληνικού Διονυσο-:

thyrsos

Τέλος, ορισμένοι μελετητές έχουν δει τους όρους θρίαμβος και διθύραμβος (που συνδέονται με την Διονυσιακή λατρεία) ως σύνθετους όρους κάποιας μη ελληνικής ΙΕ γλώσσας που περιέχουν τα ΙΕ αριθμητικά *tri- = «τρι-» και *kwetwor- = «τετρα-» ως είδος ποιητικού μέτρου (λ.χ. ο αριθμός 15 στο δεκαπεντασύλλαβο μέτρο).

*s-ih2 (ἴα = μία) > -αμβος

*tri- > θρί-αμβος

*kwetur- > διθύρ-αμβος (η τροπή *kwe- > te- εκτός από την Ελληνική απαντά και στην Λυκική)

ambos

Αυτά για τα γλωσσολογικά του θεωνυμίου Διόνυσος και των όρων της Διονυσιακής Λατρείας.

15 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Τα μυστικά του Λαβυρίνθου

Όταν κάποιος πρωτοακούει την λέξη λαβύρινθος το μυαλό του πηγαίνει αμέσως στον Θησέα που σκότωσε τον Μινώταυρο και χρησιμοποίησε τον μίτο της Αριάδνης για να βγει από το δαιδάλεο αυτό κτίριο.

theseus

Ο κατασκευαστής του λαβυρίνθου ήταν ο περίφημος Δαίδαλος , όνομα που σημαίνει «κατασκευαστής» και θεωρείται διπλασιασμένη μορφή της ΙΕ ρίζας *del- «κόβω, σκαλίζω» που στην Ελληνική και στην Παλαιά Ιρλανδική απέκτησε την ειδικότερη σημασία «κατασκευάζω, μορφοποιώ». Στην Ελληνική ειδικότερα, το ρήμα δαιδάλλω σημαίνει «λεπτουργέω», δηλαδή προσθέτω πολύκμητες λεπτομέρειες σε μια αδρή δομή που την κάνουν πολυπλοκότερη. Με τον καιρό απέκτησε και την μεταφορική σημασία του «κάνω πολύπλοκες σκέψεις» > «βυσσοδομώ, μηχανορραφώ».

daidalos

Στα Ομηρικά Έπη διατηρείται η κυριολεκτική σημασία του επιθέτου δαιδάλεος, διότι αυτό χρησιμοποιείται για να περιγράψει ζωστήρες, θώρακες, σάκη (ασπίδες) και θρόνους (λ.χ. θρόνος καλός δαιδάλεος).

[Οδύσσεια, 1.130-1]

ἔγχε᾽ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος ἵστατο πολλά,
αὐτὴν δ᾽ ἐς θρόνον εἷσεν ἄγων, ὑπὸ λῖτα πετάσσας,
καλὸν δαιδάλεον: ὑπὸ δὲ θρῆνυς ποσὶν ἦεν.

Ας περάσουμε τώρα στον Λαβύρινθο. Η λέξη περιέχει το προελληνικό επίθημα -ινθος, επομένως έχουμε κάθε λόγο να την θεωρήσουμε προελληνική. Άλλωστε και στον μύθο του Θησέα, ο λαβύρινθος βρίσκεται στην Μινωική Κρήτη. Υπάρχει και ένα ακόμα στοιχείο που μας ωθεί στο να τη θεωρήσουμε λουβιανή ή λουβιανοειδή. Η λέξη λαβύρινθος απαντά ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β ως da-pu2-ri-to. H γραφή αυτή είναι ενδιαφέρουσα για 2 λόγους. Αυτός που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το ότι η πρώτη συλλαβή είναι da– και όχι η αναμενόμενη ra– (= /la-/). Αυτό σημαίνει ότι για τον γραφέα η λέξη ήταν δαβύρινθος και όχι λαβύρινθος.

Αυτή η σύγχυση d-l είναι ένα γνωστό φαινόμενο και συμβαίνει τόσο στην Ελληνική όσο και στην Χεττιτική στα Λουβιανά/Λουβιανοειδή δάνεια. Ο λόγος είναι η περίεργη προφορά του λουβικού d, το οποίο μάλλον ήταν τριβόμενο /δ/ όπως το δανέζικο ð , που συχνά οι μη Δανοί ακούνε ως /λ/. Για τον ίδιο λόγο, οι ίδιοι οι Λουβιανοί απέδιδαν μερικές φορές το /d/ ως /r/.

danish-l

Παραθέτω μερικές σελίδες για την εξήγηση του φαινόμενο:

Luwian-d

Lametru

Έτσι η λουβική ρίζα dabar- «άρχω» εισήλθε στην Χεττιτική ως labar- ενώ το πρωτολουβικό *dappaḫ- «φτύνω» εισήλθε στην Χεττιτική ως alappaḫḫ-.

Στην ελληνική έχουμε το όνομα Dugdammi > Λύγδαμις, τα ελληνικά θεωνύμια Δήμητηρ και Ζεύς/Δεύς που εισήλθαν στην Λυδική ως Lamẽtru και Lev αντίστοιχα και τα λυδικά ονόματα Σαδυάττης και Αλυάττης που μάλλον σχετίζονται. Έχει ενδιαφέρον ότι και το όνομα δυσσεύς συχνά απαντά σε αγγεία της αρχαϊκής περιόδου ως λυσσεύς, λυττεύς, Οὐλίξης κλπ και εισήλθε στην Λατινική ως Ulixes.

Επομένως έχουμε κάθε λόγο να δούμε την λέξη λαβύρινθος ~ da-pu2-ri-to ως μέρος του λεξιλογίου της Ελληνο-Λουβικής διάδρασης. Οι δύο ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τον λαβύρινθο είναι «το δωμάτιο με τους πελέκεις» (λυδικό λάβρυς = πέλεκυς) και «ανάκτορο» (λουβιανό dabarna > χεττιτικό labarna = «άναξ, άρχων»). Προσωπικά ρέπω προς την δεύτερη πρόταση, γιατί είναι πιο πιθανό ένα (μινωικό) ανάκτορο να θεωρηθεί δαιδάλεο κτίσμα μέσα στο οποίο χάνεσαι παρά ένα δωμάτιο.

Ο άλλος λόγος που κάνει την μυκηναϊκή γραφή da-pu2-ri-to ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του συλλαβογράμματος pu2 για την απόδοση της συλλαβής που οι ιστορικοί Έλληνες πρόφεραν ως –βυ-. Το συλλαβόγραμμα pu2 ανήκει στα λεγόμενα «προαιρετικά/ειδικά» σύμβολα της Γραμμικής Β. Όταν χρησιμοποιείται αποδίδει την συλλαβή /phu/ (= –φυ), η οποία όμως μπορεί να αποδοθεί και με το «γενικό» συλλαβόγραμμα pu (λ.χ. pe-re = /pherei/ = φέρει , A-pi-do-ro = /Amphidōros/, pa-we-a2 = /pharweha/ = φάρεα και pa-ka-na = /phazgana/ = φάσγανα) που χρησιμοποιείται για την απόδοση των συλλαβών /pu/, /phu/ και /bu/, όπως λ.χ. το συλλαβόγραμμα ku χρησιμοποιείται για την απόδοση των συλλαβών /ku/, /khu/ και /gu/. Οι λέξεις χαλκός και χρυσουργός (< χρυσο-ϝοργός) περιέχουν τρία διαφορετικά υπερωικά σύμφωνα (/k/,/kh/,/g/). Στις πινακίδες της Γραμμικής Β οι λέξεις γράφονται ως ka-ko και ku-ru-so-wo-ko.

Παράλληλα, το συλλαβόγραμμα pu2 απαντά στις γραφές pu2-te-re (= /phūtēres/ = φῡτήρες ~ κηπουροί που φυτεύουν φυτά), Pu2-ke-qi-ri (= /Phugegwri(n)s/ = Φύγεβρις = «αυτός που απέφυγε το μοιραίο/βριθύ») και Ze-pu2-ra3 (= /Zephuriai/ = Ζεφύριαι = γυναίκες από την Ζέφυρο ~ Αλικαρνασσό).

optional-pu2

pu2

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα παραπάνω, γεννάται το εξής ερώτημα: γιατί ο γραφέας χρησιμοποίησε το προαιρετικό συλλαβόγραμμα pu2 που κατά κανόνα αποδίδει την συλλαβή –φυ-, στην λέξη da-pu2-ri-to = λαβύρινθος; Από αυτά που έχουμε καταλάβει μέχρι τώρα για την Γραμμική Β θα περιμέναμε να βρούμε την γραφή *da-pu-ri-to.

Η εύκολη απάντηση είναι να υποθέσουμε ότι ο γραφέας μας ήταν άπειρος και μπέρδεψε τα συλλαβογράμματα pu και pu2. Στο κάτω κάτω, Errare humanum est = το σφάλλειν ανθρώπινον εστί.

Υπάρχει όμως και η όχι τόσο εύκολη (αλλά γλωσσολογικά πιο ενδιαφέρουσα) απάντηση του ελληνιστή/ΙΕστή Ivo Hajnal.

Ο Ivo Hajnal ξεκινάει από το πασίγνωστο δεδομένο ότι η ελληνική συλλαβή φυ προέκυψε από την ΠΙΕ *bhu, όταν η Πρωτο-Ελληνική γλώσσα έτρεψε τα ΠΙΕ ηχηρά κλειστά δασεά *{bh,dh,gh,gwh} σε άηχα κλειστά δασέα {ph,th,kh,khw}.

Λ.χ.

*bheuH- > *bhuH ~ *bhū > phū-tis = φῦσις

*g’heu- > *g’hu-treh2 > khutrā = χύτρα

*dhuH-mos ~ *dhū-mos > thūmos = θῡμός

*gwhen- > kwhèn-jō ~ kwhòn-os > θείνω ~ φόνος (Γραμμική Β -qo-ta = /-kwhontās/ > –φόντης).

Το άλλο δεδομένο που χρησιμοποιεί ο Hajnal είναι η σπανιότητα του ήχου *b στην ΠΙΕ γλώσσα. Είναι μόνο 3-4 ρίζες που περιέχουν το σύμφωνο *b στην ΠΙΕ γλώσσα, ενώ έχουμε άφθονα παραδείγματα με ρίζες που περιέχουν *d και *g/g’ (λ.χ. *dek’m.- > δέκα/decem, *g’eus- > γεύσις/gustus κλπ). Ορισμένοι γλωσσολόγοι μάλιστα προτείνουν ότι το /b/ ήταν εντελώς ανύπαρκτος ήχος στην ΠΙΕ και οι 3-4 ρίζες που το περιέχουν (λ.χ. *bel- «δυνατός» > ελληνικό βελτίων, λατινικό debilis, σλαβικό bolje = βέλτερος) μάλλον είναι δανεισμένες στην ΠΙΕ από κάποια άλλη γλώσσα.

PIE-b

Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να γνωρίζουμε για να καταλάβουμε την πρόταση του Hajnal είναι ότι η μετάβαση από την ύστερη ΠΙΕ «ελληνο-άρια» διάλεκτο στην πρωτο-Ελληνική δεν έγινε σε ένα βράδυ αν και είναι βολικό το ευριστικό μοντέλο του ΠΙΕου που έπεσε για ύπνο λέγοντας *bhū-tis και ξύπνησε το πρωί Πρωτο-Έλληνας που έλεγε *φῦτις. Η αλήθεια είναι ότι οι πρωτο-ελληνικές φωνολογικές τροπές που θεωρούμε για ευκολία ότι συνέβησαν ταυτόχρονα και σε χρόνο dt, στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε ταυτόχρονες ούτε ακαριαίες. Είναι πολύ πιθανό η πρωτο-ελληνική τροπή *s>h να ολοκληρώθηκε πριν την έλευση των πρωτο-Έλλήνων στην Ελλάδα, διότι το ίδιο φαινόμενο απαντά στην Φρυγική, στην Αρμενική (λ.χ. *sh2l- ~ *sal-> hal- > ) και στον Ιρανικό κλάδο (λ.χ. *septm. > αβεστ. hapta), δηλαδή σε όλα τα μέλη του Ελληνο-Αρίου κλάδου εκτός από τον Ινδικό κλάδο. Επομένως η έναρξη της διαδικασίας *s>h φαίνεται να ξεκίνησε στην Ελληνο-Άρια κοιτίδα γύρω στο 3000 π.Χ. και η αποβολή του μεσοφωνηεντικού h>∅ γνωρίζουμε ότι έγινε εν Ελλάδι μετά το 1400 π.Χ., γιατί υπάρχουν γραφές όπως pa-we-a2 = /pharweha/ (= φάρεα < *bhr.wes-h2) που δείχνουν διατηρημένη την δασεία h σε μεσοφωνηεντική θέση. Με άλλα λόγια, η «πρωτο-ελληνική» τροπή που εμείς συμβολίζουμε απλά ως *s>h>∅ ξεκίνησε σε προ-πρωτο-ελληνικό στάδιο και ολοκληρώθηκε σε μετα-πρωτο-ελληνικό ύστερα από ~1500 χρόνια.

Το ίδιο συνέβη και με την απηχηροποίηση των ηχηρών δασέων κλειστών *bh,dh,gh,gwh> ph,th,kh,kwh. Η διαδικασία διήρκεσε σίγουρα μερικούς αιώνες και τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν ήταν ταυτόχρονη για κάθε σύμφωνο. Εδώ η συζήτηση μας φέρνει στο βιβλίο Phonetics abd Philology: Sound Change in Italic” της Jane Stuart-Smith (OUP, 2004). Σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας εξετάζει διεξοδικά την εξέλιξη των ΠΙΕ ηχηρών δασεών σε κάθε θυγατρικό κλάδο και χρησιμοποιεί δεδομένα από την Ακουστική Φυσική προκειμένου να «ζυγίσει» τις δύο αντίπαλες θεωρίες για την εξέλιξη των ηχηρών δασέων στον Ιταλικό κλάδο.

Η παραδοσιακή θεωρία είναι αυτή του Ascoli που πίστευε ότι πρώτα έγινε παντού η τροπή *bh>ph>f κλπ και, δευτερογενώς, σε μεσοφωνηεντική θέση, η Λατινική ηχηροποίησε τα τριβόμενα τα οποία εν τέλει τράπηκαν σε ηχηρά κλειστά (f>v>b). Δηλαδή κατά το μοντέλο του Ascoli:

*bholjom > pholjom > foljom > folium

αλλά

*h2elbhos > alphos > alfos > alvos > albus

H αντίπαλη θεωρία είναι αυτή του Rix (1957) που πίστευε ότι πρώτα έγινε παντού η τροπή *bh>v και, δευτερογενώς, σε αρκτική θέση έγινε απηχηροποίηση v>f, ενώ σε μεσοφωνηεντική θέση διατηρήθηκαν τα ηχηρά τριβόμενα σε όλες τις Ιταλικές γλώσσες εκτός από την Λατινική όπου συνέβη τροπή σε ηχηρά κλειστά (v>b). Δηλαδή κατά το μοντέλο του Rix:

*bholjom > voljom > folium

αλλά

*h2elbhos > alvos > albus (το τελευταίο στην Λατινική μόνο).

Το συμπέρασμα της Stuart-Smith είναι πως το μοντέλο Ascoli είναι πιο πιθανό φωνολογικά και ακουστικά, αλλά δεν είναι η πιθανότερη λύση. Η πιθανότερη λύση είναι η ανεξάρτηση εξέλιξη των ηχηρών δασεών σε αρκτική και μεσοφωνηεντική θέση, τα οποία δεν ακολούθησαν ποτέ το πρώτο κοινό βήμα που αποδέχονται και οι δύο θεωρίες. Γράφει στην τελευταία σελίδα (226) του κειμένου η Stuart-Smith:

An evaluation of the two existing explanations in terms of phonetic predictions and attested parallels revealed Rix to be less plausible than Ascoli. However the same information motivates a third possible route as the most phonetically plausible. According to this account, the voiced aspirates showed a split development according to position in the word from the earliest stage of Proto-Italic. While both Ascoli and Rix assume changes that affected the voiced aspirates in all positions of the word at the same time, my route assumes that the historical distribution of the reflexes reflects a split treatment such that word-initially the voiced aspirates were devoiced and then became fricatives, but word-internally they remained voiced developing into fricatives. Readjustments in Latin and Faliscan led to voiced stops word-internally before the historical period.

Δηλαδή το μοντέλο που θεωρεί ως πιθανότερο η Stuart-Smith είναι το:

*bholjom > pholjom > folium

αλλά ταυτόχρονα

*h2elbhos > alvos > albus (το τελευταίο στάδιο μόνο στην Λατινική και στην Φαλισκική)

Τώρα γιατί έφερα την Jane Stuart-Smith στην συζήτηση; Γιατί σε κάποια φάση παραθέτει σχετικές πιθανότητες στην απηχηροποίηση bh,dh,gh > ph,th,kh.

[σλδ 183] While all breathy voiced stops are likely to devoice, we may predict that the velar is the most likely to do this,although that this seems to be linked to a phonetic context (before high vowels), suggests that it is difficult to consider place of articulation alone.

[σλδ 184] In word-initial position voiced aspirates are more likely to retain closure and aspiration, while in word-medial position they are more likely to retain voice and become fricatives. With regard to place of articulation, the velar stop is the most likely of all the stops to devoice. In terms of vocalic environment, voiced aspirates are more likely to become devoiced before high vowels, whereas they are more likely to be maintained before low vowels.

Με άλλα λόγια, η απηχηροποίηση των ηχηρών δασεών κλειστών είναι πιθανότερο να ξεκινήσει με το *gh, σε αρκτική θέση και πριν από /i/. Τα άλλα δύο ηχηρά δασέα (bh,dh), η μεσοφωνηεντική θέση και τα χαμηλά φωνήεντα (a,o) είναι περιπτώσεις που πιθανοκρατικά δείχνουν μεγαλύτερη αντίσταση στην απηχηροποίηση,δηλαδή αν απηχηροποιηθούν θα το κάνουν με καθυστέρηση ως προς το αρκτικό *ghi>khi.

Τώρα έχετε όλες τις πληροφορίες για να καταλάβετε την πρόταση του Ivo Hajnal για το ζεύγος λαβύρινθος ~ da-pu2-ri-to. Σύμφωνα με τον Hajnal όταν οι ελληνόφωνοι υιοθέτησαν την Γραμμική Β για να καταγράψουν την γλώσσα τους γύρω στο 1650 π.Χ. (ορισμένες χρονολήσεις φέρνουν τις παλαιότερες πινακίδες της Γραμμικής Β στο 1650 π.Χ.) είχαν ήδη ολοκληρώσει τις απηχηροποίησεις *gh>kh και *dh>th, ενώ η απηχηροποίηση *bh>ph ήταν ακόμα  εν εξελίξει. Όταν φτιάχθηκε το συλλαβόγραμμα pu2 δεν ήταν για την συλλαβή /phu/, αλλά για την /bhu/ (δηλαδή το pu2-te-re κατά τα πρώτα χρόνια της Γραμμικής Β απέδιδε την προφορά /bhūtēres/) που σιγά σιγά όμως απηχηροποιούνταν σε *bhu>phu.

Επειδή οι Πρωτο-Έλληνες εισήλθαν στην Ελλάδα χωρίς να έχουν οικειότητα με τον ήχο /b/ (σχεδόν ανύπαρκτος στην ΠΙΕ), όταν άκουγαν το προελληνικό /b/ το συνέχεαν με το οικείο τους /bh/. Άρα όταν οι πρωτο-Έλληνες άκουσαν για πρώτη φορά την προελληνικη λέξη daburinth- την απέδωσαν στην γλώσσα τους ως dabhurinth- και γι΄αυτό χρησιμοποίησαν το συλλαβόγραμμα pu2 (= bhu) για να την καταγράψουν. Αυτό που έγινε στους αιώνες που ακολούθησαν μετά από αυτή την «πρώτη επαφή» ήταν ότι ολοκληρώθηκε η πρωτο-ελληνική τροπή *bh>ph (άρα το συλλαβόγραμμα pu2 πλέον απέδιδε τη συλλαβή /phu/) και, ταυτόχρονα οι πρώιμοι ελληνόφωνοι απέκτησαν μεγαλύτερη οικειότητα με το σύμφωνο /b/ (γι΄αυτό και εν τέλει ο όρος έμεινε στην μνήνη ως λαβύρινθος).

Hajnal

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Από την ΠΙΕ στην Ελληνική γλώσσα

1) Ορισμένα βασικά για την Ελληνική γλώσσα.

Η ελληνική γλώσσα, όπως και κάθε άλλη θυγατρική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (ΙΕ) προέκυψε από κάποια εκδοχή της μητρικής πρωτο-ινδοευρωπαϊκής (ΠΙΕ) μέσα από την συνεχή διαδικασία της γλωσσικής αλλαγής. Η γλωσσική αλλαγή γίνεται με την εισαγωγή καινοτομιών οι οποίες σιγά σιγά διαχέονται σε όλο το λεξιλόγιο και σε όλα τα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, συντακτικό, σημασιολογία, λεξικό). Δεχόμαστε αξιωματικά ότι υπήρχε μια φάση όπου οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ελλήνων αποτελούσαν μία ομοιογενή γλωσσική κοινότητα και η γλώσσα της κοινότητας αυτής είχε ήδη αναπτύξει τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία ξεχωρίζουν την ελληνική από τις άλλες γλώσσες. Αυτή η «ευριστική» κατάσταση ονομάζεται «πρωτο-ελληνική» (proto-Greek) γλώσσα και θεωρούμε ότι οι ιστορικές αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι προέκυψαν με περαιτέρω κλαδοποίηση και διαφοροποίηση από αυτήν την κατάσταση. Αυτή είναι μια χοντροκομμένη εικόνα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της το φαινόμενο της γλωσσικής σύγκλισης, δηλαδή το πλησίασμα γλωσσικών ποικιλιών λόγω γειτνίασης. Το ότι δεν υπήρχε ποτέ «ομοιογενής» γλώσσα χωρίς επιχωρικές ποικιλίες («διαλέκτους») αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους τους γλωσσολόγους. Απλά, το μοντέλο της διαφοροποίησης μιας ομοιογενούς πρωτο-γλώσσας είναι εύχρηστο, γιατί μας επιτρέπει να αποδώσουμε τις ομοιότητες των ποικιλιών σαν κοινή κληρονομιά από την μητρική πρωτο-γλώσσα.

Έτσι, στα περισσότερα βιβλία γλωσσολογίας σήμερα βρίσκουμε γραμμένο ότι οι φορείς της πρωτο-ελληνικής γλώσσας  εισήλθαν στον ελλαδικό χώρο κάποια στιγμή γύρω στο 2000 (2100 π.Χ. είναι η περισσότερο αποδεκτή ημερομηνία γιατί ο αρχαιολογικός της ορίζοντας εμφανίζει τα περισσότερα στοιχεία εισόδου ενός νέου πληθυσμού) και ότι η πρωτο-ελληνική γλώσσα στα 500 χρόνια από το 2000 π.Χ. μέχρι το 1500 π.Χ. πρόλαβε να εξελιχθεί περαιτέρω από πρωτο-ελληνική σε πρώιμη ελληνική, η οποία στο τέλος πρόλαβε να διασπαστεί σε δύο ποικιλίες: μία «βόρεια» και μία «νότια». Αυτή η ταξινόμηση είναι γνωστή ως ταξινόμηση κατά Porzig-Risch και είναι η περισσότερο αποδεκτή άποψη. Όταν τον 15ο αιώνα π.Χ. έχουμε την πρώτη καταγραφή της Ελληνικής γλώσσας με την «Μυκηναϊκή» Γραμμική Β αυτή η καταγεγραμμένη γλωσσική ποικιλία δείχνει γλωσσικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να την ταξινομήσουμε ως «νότια» Ελληνική (πρόγονο της Αττικο-Ιωνικής και της Αρκαδο-Κυπριακής), ενώ οι μετέπειτα ιστορικές διάλεκτοι που κατάγονται από την «βόρεια» ποικιλία (αιολική Λέσβου, Θεσσαλίας και Βοιωτίας, Δωρικές διάλεκτοι Πελοποννήσου και νησιών και βορειοδυτικές διάλεκτοι Ηλείας, Αχαΐας και βορειοδυτικού Ελλαδικού χώρου) ουδέποτε ανέπτυξαν αυτά τα στοιχεία.

O νότιος γλωσσικός πόλος χαρακτηρίζεται από την συριστικοποίηση -ti->-si- (λ.χ. *potis > πότις > πόσις, *(e)wikm.ti> εἴκοσι, *gerh2ontia > γεροντία > γερονσία > γερουσία) και από τη χρήση του αθεματικού απαρεμφάτου  -ναι (λ.χ. εἶναι, τιθέναι). Ο βόρειος γλωσσικός πόλος από την άλλη χαρακτηρίζεται από διατήρηση του *-ti- (πότις, ϝίκατι, γεροντία) και αθεματικό απαρέμφατο σε -μεν (λ.χ. Θεσσαλικό ἔμμεν, δωρικό ἤμεν, δῶμεν κλπ) ή παρεμφερή (λ.χ. -μειν, -μην ή το Λεσβιακό υβριδικό -μέναι που προέκυψε από την προσθήκη του δανεισμένου από τους Ίωνες -ναι πάνω στο κληρονομημένο -μεν που έφεραν οι Αιολείς άποικοι από τη Θεσσαλία). Επειδή οι Δωρικές διάλεκτοι της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου (Κρήτη, Ρόδος κλπ) ανήκουν στον βόρειο γλωσσικό πόλο, φαίνεται λογικό να αποδώσουμε κάποια ιστορική αξία στις παραδόσεις που θέλουν τους Δωριείς να κατοικούν αρχικά στον βόρειο ελλαδικό χώρο και να εγκαθίστανται στην νότια Ελλάδα μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων.

2) Φωνολογικές εξελίξεις που αποδίδουμε στην πρωτο-ελληνική φάση

α) Τα ουρανωμένα υπερωϊκά (*k’,*g’,*g’h) έχασαν την ουράνωσή τους και ταυτίστηκαν με τα απλά υπερωϊκά (*k, *g, *gh). Αυτή η διαδικασία έγινε σε όλες τις ΙΕ γλώσσες τύπου centum (λ.χ. *k’m.tom > ἑκατόν). Το αποτέλεσμα είναι οι ΠΙΕ «τετράδες» *[p,t,k,k’], *[b,d,g,g’] και *[bh,dh,gh,g’h] να απλοποιηθούν στις «τριάδες» *[p,t,k], *[b,d,g] και *[bh,dh,gh].

β) Ενώ οι δύο πρώτες από τις παραπάνω τριάδες διατηρήθηκαν, η τρίτη έχασε την ηχηρότητά της και τα ηχηρά δασέα έγιναν άηχα δασέα *[ph, th, kh]. Έτσι *bher- > φέρω, *dheh1- > τίθημι, θετός, *g’hel- > *ghl.h3-ros > χλωρός

γ) Το ηχηρό δασύ χειλοϋπερωικό *gwh έχασε και αυτό την ηχηρότητά του και έγινε άηχο δασύ χειλοϋπερωικό *kwh. Τα άλλα δύο χειλοϋπερωικά δεν άλλαξαν στην πρωτο-ελληνική και πρώιμη ελληνική φάση, με αποτέλεσμα να έχουμε την χειλοϋπερωική τριάδα [kw,gw,kwh]. Δεν βάζω αστερίσκο, διότι η αποκωδικοποίηση της Γραμμικής Β έδειξε ότι η τελευταία διατηρούσε ακόμα τα χειλοϋπερωικά ατόφια ενώ οι ιστορικές διάλεκτοι της πρώτης χιλιετίας τα απώλεσαν. Έτσι *gwous- «βους» και *gwhen- «σφάζω, σκοτώνω» > ΓραμμΒ gwοu-kwhontās > Βουφόντης και βουφόνος.

δ) Τα ΠΙΕ λαρυγγικά *h1,*h2,*h3 φωνηεντοποιήθηκαν σε ε, α, ο αντίστοιχα ,και όταν στην ΙΕ ρίζα βρίσκονται μετά από συλλαβικό ένηχο προέκυψαν τα λεγόμενα «μακρά» συλλαβικά ένηχα (*R.H) που στην Ελληνική εξελίχθηκαν σε ένηχο+μακρό φωνήεν η, ᾱ, ω. Λ.χ.

*h1reudh- > ρυθρός    ,   *h2nēr > νήρ   ,   *h3reuk-> ορύσσω (< ὀρύχ-jω ~ ὀρυχείον)

*g’enh1- > *g’n.h1-tòs > κασίγνητος   ,   *dhwenh2- > *dhwn.h2-tòs > θντός (αττ-ιων. θνητός)   , *g’hl.h3-ròs > χλωρός

Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ιδιαιτερότητα. Στις τελευταίες τρεις περιπτώσεις το σύμπλεγμα συλλαβικού ένηχου-λαρυγγικού ΔΕΝ τονίζεται. Όταν το σύμπλεγμα τονίζεται στην ΠΙΕ τότει το αποτέλεσμα είναι η «πλειοφωνία» aRa, eRe, oRo:

*dhwn.h2′-tos > θάνατος   , *kemh2- > *km.h2′-tos > κάματος, αλλά polù-km.h2-tos > πολύκμᾱτος (αττ-ιων πολύκμητος).

ε) Το ΠΙΕ *s σε αρκτική (αρχική) προφωνηεντική και μεσοφωνηεντική θέση τράπηκε σε δασεία /h/. Στην Γραμμική Β η δασεία φαίνεται να διατηρείται σε όλες τις θέσεις (λ.χ. pa-we-a2 = /pharweha/ = φάρεα/φάρη. Αργότερα, χάθηκε σε μεσοφωνηεντική θέση και εν γένει διατηρήθηκε στην αρχή της λέξης.

*septm. > hεπτά ~ ἑπτά   ,  *dhesòs > *θεhός > θεός αλλά θέσ-φατος  ,  *h1su- > *ehu- > εὖ  ,  *sal- > hαλατ- ~ ἅλας

Όπως ανέφερα και λίγο πιο πάνω, οι επιγραφές της Γραμμικής Β μας έδωσαν τον πληθυντικό των ουδέτερων λέξων φᾶρος και σκέλος σαν pa-we-a2 και ke-re-a2 αντίστοιχα. Επειδή το συλλαβόγραμμα a2 σχεδόν σίγουρα έχει την φωνητική αξία του δασέος ἁ (/ha/ λ.χ. a2-te-ro = τερον ~ ἕτερον), οι παραπάνω πληθυντικοί αντιστοιχούν φωνητικά στις μορφές /pharweha/ και /skeleha/. Επειδή το θέμα των σιγμόληκτων ουδετέρων σε -ος είναι -εσ- (λ.χ. ὄρος > ὀρεσ-ί-βιος, ἄλγος > ἀλγεσ-ί-δωρος) φαίνεται ξεκάθαρα ότι το /h/ προήλθε από μεσοφωνηεντικό /s/. Ὀταν αργότερα η μεσοφωνηεντική δασεία εξαφανίστηκε, οι περισσότερες διάλεκτοι διατήρησαν την ασυναίρετη μορφή σκέλεα, ενώ στην αττική διάλεκτο προέκυψε η συναίρεση σκέλεα > σκέλη ~ ἔθνεα > ἔθνη. Αυτός είναι ο λόγος που εμείς μιλάμε για τα Ομηρικά Έπη, αλλά στα Ἐπη βρίσκουμε την φράση «ἔπεα πτερόεντα», το αττικό συνηρημένο ανάλογο του οποίου θα ήταν «ἔπη πτεροῦντα».

Παράδειγμα διττής εξέλιξης είναι η ρίζα *sem- «ένας». Στα παραδείγματα *sem-s > *hem-s ~ *hen-s > εἷς , *som- > hòmoios ~ ὅμοιος (ένα και το αυτό, πρβ. αγγλικό same και λατινικό similis) και *sm.-plowos > haplo(w)os ~ ἁπλοῦς η αρκτική δασεία διατηρήθηκε. Αντίθετα, στα παραδείγματα: *sm.-gwelbhew-os > ἀδελφεός ~ ἀδελφός («ομομήτριος», δελφύς) και *sm.-loghos > ἄλοχος (σύζυγος, «που μοιράζεται το ίδιο λέχος = κρεβάτι με τον άνδρα») και *sm.-koitis > ἄκοιτις (πάλι σύζυγος, «που κείται στο ίδιο κρεβάτι με τον άνδρα») από την ίδια ρίζα, η δασεία χάθηκε αρκετά νωρίς.

ζ) Τα συλλαβικά ένηχα ανέπτυξαν συνήθως το φωνήεν /a/ και ενίοτε το /o/. Δεν γνωρίζουμε μέχρι πότε διατηρήθηκε η προφορά των ένηχων συλλαβικών και αυτό γιατί, ενώ από τη μια φαίνεται να έχουμε φωνηεντοποιήσεις ήδη στην ΓραμμΒ (λ.χ. pe-mo = *sper-mn. > σπέρμο όπως τα μετέπειτα αρκαδικά *dek’m. > δέκο και *dek’m.tos > δέκοτος αντί για δέκα και δέκατος και a-mo-ta = /harmota/ = «τροχοί» και όχι ακόμα ἅρματα <*-mn.ta), από την άλλη, ένας από τους παλαιότερους στίχους της Ιλιάδας (η οποία γράφτηκε περί το 750 π.Χ. βασισμένη σε μια προφορική παράδοση τα πρωιμότερα στάδια της οποίας ανάγονται στα τέλη της δεύτερης χιλιετίας), σύμφωνα με τον Benjamin Fortson, διατηρεί την μετρική του ποσότητα μόνον εάν η λέξη ἀνδρότης διαβαστεί σαν ἀνρ.της (<*h2nr.-tᾱt-):

Fortson anr-

η) Τα ημιφωνικά *w (δίγαμμα) και *j (η ημιφωνική φωνητική αξία του «ι» στις λέξεις παιδιά και καινούριος ~ αγγλικ. yogurt) ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές. Το δίγαμμα διατηρήθηκε αυτούσιο σε όλη την 2η χιλιετία και μετά άρχισε να χάνεται πρώτα σε μεσοφωνηεντική θέση και εν τέλει και σε αρκτική θέση. Στην Αττικο-Ιωνική είχε ήδη χαθεί όταν αρχίζουν τα πρώτα παραδείγματα αλφαβητικής γραφής λίγο πριν από το 700 π.Χ.. Στις άλλες διαλέκτους το δίγαμμα επιβίωσε περισσότερο και σε ορισμένες έφτασε μέχρι και την ελληνιστική περίοδο όπου  συμβολίζεται με το γράμμα «β» που πλέον έχει την φωνημική αξία του εξακολουθητικού /v/ αντί για την κλασική αττική φωνητική αξία /b/. Έτσι η λέξη ἥλιος προέρχεται από την πρωτοελληνική *hᾱwelios (< PIE *sh2wel-) και στην Κρήτη προφερόταν μέχρι και την ελληνιστική περίοδο σαν αβέλιος.

Το ημιφωνικό *j από την άλλη έχει πιο πολύπλοκη εξέλιξη. Στην ΓραμμΒ ο φθόγγος διατηρείται λ.χ. η ομηρική γενική ἱεροῖο της λέξης ἱερός αποδίδεται σαν i-je-ro-jo (/hijerojo/). Αργότερα, χάθηκε σε μεσοφωνηεντική θέση και μετά από συναίρεση του -οο προέκυψε η γνωστή σε εμάς γενική σε -ου (ἱεροῦ). Στην αρκτική θέση το ημιφωνικό *j γίνεται ή /h/ (λ.χ. PIE *jos> hos ~ ὅς και PIE *jeh1kwr. > hēpar ~ ἧπαρ) ή προστριβόμενο (dz>zd η κλασική προφορά του «ζ» λ.χ. *jugòm > ζυγόν και *jeh3s-na > ζώνη).

θ) Οι νόμοι των Grassmann, Osthoff και Cowgill. O νόμος του Grassmann λέει ότι στην Ελληνική και Σανσκριτική γλώσσα (κατά πάσα πιθανότητα ανεξάρτητα η μία από την άλλη) όταν έχω δύο γειτονικούς δασείς φθόγγους ο ένας εκ των δύο χάνει την δασύτητά του. Έτσι, η ΙΕ ρίζα της λέξης τρίχα είναι *dhrigh– και έδωσε το πρωτο-ελληνικό θέμα *thrikh– (*θριχ-). Η αθέματη ονομαστική προσθέτει ένα τελικό /s/ μετά το /kh/ και είναι γνωστό ότι το /s/ προκαλεί αποδάσυνση του προκείμενου δασέος συμφώνου. Έτσι έχουμε την ονομαστική *thrikh-s> thrik-s = θρῖξ. Στην γενική όμως το /kh/ δεν είναι σε επαφή με το /s/ και διατηρεί την δασύτητά του. Το αποτέλεσμα είναι η γενική *thrikh-òs = *θριχός. Εδώ δρα ο νόμος του Grassmann και απαιτεί έναν από τους δύο δασείς φθόγγους να αποδασυνθεί. Το αποτέλεσμα είναι η γνωστή μας γενική trikh-òs = τριχός με αρχικό «τ» αντί για «θ». Για τον ίδιο λόγο έχουμε τις παθητικές μετοχές παρακειμένου πεφωτισμένος (< *φε-φωτισμένος), κεχαριτωμένος (<*χε-χαριτωμένος) και τεθλασμένος (< *θεθλασμένος) και ο Θεσσαλός στην Θεσσαλική διάλεκτο ήταν Πετθαλός, ενώ στην Βοιωτική Φετταλός. Η αρχική κοινή λέξη ήταν *kwhethjalos. Οι διάλεκτοι που έτρεψαν το -thj- σε σσ/ττ (Θεσσαλός, Θετταλός) δεν χρειάστηκε να εφαρμόσουν τον νόμο του Grassmann, αλλά οι διάλεκτοι που διπλασίασαν το /th/ πριν από το ημιφωνικό /j/ *-thj->-*thth- εφάρμοσαν μια φορά το νόμο του Grassmann για να αποδασύνουν τον πρώτο εκτων δύο /th/ σε /t/ (*-thth->tth) με αποτέλεσμα να έχουμε την μορφή *Φετθαλός (*Phetthalòs) και, αργότερα, μία δεύτερη φορά για να αποδασύνουν έναν από τους δύο δασείς φθόγγους της λέξης. Οι Θεσσαλοί αποδάσυναν το αρκτικό φ και προέκυψε το Πετθαλός, ενώ οι Βοιωτοί αποδάσυναν το θ και προέκυψε το Φετταλός. Ο νόμος τους Grassmann επηρέασε και την δασεία που προέκυψε από το αρκτικό /s/. Έτσι το ρήμα ἔχω προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *segh- η οποία στην πρωτο-ελληνική φάση έγινε *hekh-. O νόμος του Grassmann προκάλεσε την «ψίλωση» στο ρήμα *hekhō>ekhō = ἔχω, αλλά στο παράγωγο ουσιαστικό *hekh-tōr επειδή το /t/ προλαβε να αποδασύνει το «χ»σε «κ» η αρχική δασεία διατηρήθηκε και έχουμε hektōr = ἕκτωρ («αυτός που αμύνεται, «αντέχει», λ.χ. ὀχυρόν από την ίδια ρίζα). Ανάμεσα στους γλωσσολόγους υπάρχει η άποψη ότι ο νόμος του Grassmann δεν ανήκει στην πρωτο-ελληνική φάση, αλλά εφαρμόστηκε σχετικά αργά στην Ελληνική γλώσσα προς το τέλος της 2ης χιλιετίας, στα πρώιμα μεταμυκηναϊκά χρόνια.

Ο νόμος του Osthoff από την άλλη, είναι γενικός ΙΕ νόμος και λέει ότι όταν ένα μακρό φωνήεν βρίσκεται πριν από σύμπλεγμα συμφώνων εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα είναι ένηχο (n, m, l, r, w, j, s) βραχύνεται. Το κλασσικό παράδειγμα είναι το θεωνύμιο Ζεύς. Η αποκατεστημένη ΠΙΕ μορφή από την οποία κατάγεται είναι *djēw-s με μακρό ē. Επειδή όμως μετά από το μακρό φωνήεν υπάρχει σύμπλεγμα δύο ένηχων συμφώνων (-ws-) το  ē βραχύνθηκε σε e. Αντίστοιχα, η αρχική μορφή της λέξης βασιλεύς ήταν gwasilēw-s (ΓραμμΒ qa-si-re-u/pa-si-re-u). Στην ονομαστική το ē βρίσκεται πάλι πριν από σύμπλεγμα ένηχων συμφώνων οπότε έχουμε βράχυνση. Στην γενική όμως *gwasilēw-os το σύμπλεγμα διαλύεται και, κατά συνέπεια το μακρό σύμφωνο διατηρείται (λ.χ. Ομηρικό βασιλος). Στην αττικο-ιωνική διάλεκτο η ποσοτική μετάθεση έτρεψε την γενική βασιλῆος σε βασιλέως (λ.χ. λᾱwός > λᾱός > ληός > λεώς ~ λεωφόρος). Ο νόμος του Osthoff απαντά ενίοτε σε διαλεκτικές μορφές της ιστορικής περιόδου. Έτσι στην Κρήτη το υποκοριστικό όνομα Πρωτεσίλαος απαντά και σαν Πορτεσίλας  (Πρωτ- > Πωρτ- > Πορτ-) επιγραφικά, ενώ στην Μακεδονία το όνομα της Εορδαίας (περιοχή γύρω από την λίμνη Βεγορίτιδα που οφείλει το όνομά της στο προ-μακεδονικό φύλο των Εορδών) ίσως να σχετίζεται με το πουλί ἐρωδιός (ἐρωδ->ἐωρδ- > ἐορδ-) μιας και το συγκεκριμένο πουλί αφθονεί στην συγκεκριμένη λίμνη.

Τέλος ο νόμος του Cowgill έδρασε αρκετά νωρίς στην ελληνική χωρίς όμως καθολική δράση. Αυτός ο νόμος λέει ότι ένα /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,r,l,w,j,s) και χειλικού (b,p,ph,m,w, kw,gw,gwh) συμφώνου τρέπεται σε /u/. Tα κλασσικότερα παραδείγματα είναι η τροπή ὄνομα > ὄνυμα, η λέξη γυνή/γυναίκα (*gwonᾱ > gwunᾱ > γυνή αλλά στην Βοιωτική που το /ο/ έγινε /α/ λόγω αφομοίωσης έχουμε *gwonᾱ > gwanᾱ > βανά, βανῆκες), το φύλλον (*bholjom > phollon > φύλλον) και η λέξη λύκος. Η ΠΙΕ μορφή είναι *wl.kwos η οποία έδωσε την πρωτοελληνική μορφή *(w)lokwos και μετά από την δράση του νόμου του Cowgill έχουμε *lukwos και εν τέλει λύκος εξαιτίας του «νόμου του Βουκόλου» (‘Boukolos rule’). O τελευταίος λέει ότι όταν ένα χειλοϋπερωικό σύμφωνο βρίσκεται σε άμεση επαφή με /u/ χάνει την χειλικότητά του και γίνεται απλό υπερωικό (*kw>k, *gw>g, *kwh>kh) και οφείλει το όνομά του στο ότι η λέξη *gwoukwòlos >βουκόλος εφαρμόζει παραδειγματικά τον νόμο, ενώ τα αἴπολος και ἱπποπόλος έχουν *-kwòlos > -πόλος. Ο νόμος του Cowgill και ο νόμος «του Βουκόλου» συχνά συνεργάζονται στην παραγωγή λέξεων με χειλοϋπερωικά. Ο πρώτος παρέχει το /u/ που χρειάζεται ο δεύτερος και ο δεύτερος με τη σειρά του απλοποιεί το χειλοϋπερωικό σε ὐπερωικό: *gwona > gwuna > γυνή, (w)lokwos > lukwos > λύκος και *h3nogwh- > *onokwh- > *onukwh- > onukh– = ὄνυχ– (ὄνυξ / του ὄνυχος ~ «νύχι»).

3) Παράδειγμα γλωσσικής αλλαγής

Έγραψα πιο πάνω ότι η ομηρική φράση «ἔπεα πτερόεντα» στην κλασική Αθήνα του 400 π.Χ. θα προφερόταν ως «ἔπη πτεροῦντα». Ας δούμε τώρα πως ήταν η φράση αυτή τις διάφορες περιόδους πριν από την εποχή του Ομήρου.

α) Περί το 1000 π.Χ. όπου τα χειλοϋπερωικά και το δίγαμμα υπήρχαν ακόμα η φράση θα ήταν “wèkwea pteròwenta”.

β) Περί το 1400 π.Χ. όταν γράφονται η πινακίδες της ΓραμμΒ και η μεσοφωνηεντική δασεία υφίσταται ακόμα η φράση γίνεται:

“wèkweha pteròwenta”

γ) Περί το 2500 π.Χ. είμαστε στην φάση της ύστερης ΠΙΕ διαλέκτου που ετοιμάζεται να εξελιχθεί σε πρωτο-ελληνική γλώσσα. Το μεσοφωνηεντικό σίγμα υπάρχει ακόμα και δεν έχει τραπεί σε δασεία, ενώ τα λαρυγγικά ίσως δεν έχουν φωνηεντοποιηθεί πλήρως ακόμα. Η ομηρική φράση «ἔπεα πτερόεντα» στο στόμα ενός προ-πρωτο-Έλληνα θα ήταν “wèkwesh2 pteròwenth2“. Σε έναν Έλληνα της κλασικής περιόδου η προγονική αυτή μορφή της γλώσσας του θα φάνταζε οπωσδήποτε «βάρβαρη μη ελληνική και ακατάληπτη γλώσσα». Πόσοι νεοέλληνες άλλωστε εάν άκουγαν κάποιον Έλληνα της κλασικής περιόδου να λέει /tʰügatēr/ θα καταλάβαιναν ότι λέει «θυγάτηρ»;

13 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα