Tag Archives: βυζαντινή

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #2

Μετά τα προλεγόμενα της πρώτης ανάρτησης στη σημερινή ανάρτηση θα περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα. Αυτές είναι:

  1. Ιστορίες όπως αυτή του Γενέσιου (γραμμένη γύρω στο 940, εξιστορεί τα γεγονότα του 9ου αιώνα) και του Λέοντα του Διακόνου (γραμμένη κατά το διάστημα 995-1000, εξιστορεί τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή, την έχω περιγράψει σε τρεις αναρτήσεις, #1, #2, #3). Κατά την ίδια περίοδο γράφτηκαν τα πρώτα βιβλία των «Συνεχιστών Θεοφάνους», γράφτηκαν κάποιες από τις συνέχειες του χρονικού του Γεωργίου του Μοναχού (το δικό του γνήσιο χρονικό τελειώνει με τον θάνατο του Θεόφιλου το 842) και ο Μανουήλ ο Πρωτοσπαθάριος έγραψε ένα χαμένο χρονικό που χρησιμοποίησε ως πηγή ο Συμεών ο Λογοθέτης/Μάγιστρος για το δικό του χρονικό, το οποίο (σύμφωνα με τον Warren Treadgold) ολοκλήρωσε το τελευταίο έτος της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (969).
  2. Τακτικά εγχειρίδια (η καινοτομία της περιόδου), όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (γράφτηκαν λίγο μετά το 900, έχω κάνει ήδη μια λεξικολογική και εθνολογική ανάρτηση γι΄αυτό το σύγγραμμα), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (γράφτηκε γύρω στο 965), το «Περὶ Παραδρομής» που συγγράφηκε την ίδια περίοδο με τη «Στρατηγική Έκθεση» από υψηλόβαθμο αξιωματικό του επιτελείου του Νικηφόρου Φωκά και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (γράφτηκαν γύρω στο 1000)
  3. Τα πάμπολλα γραπτά του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, ίσως ο πολυγραφότερος των βυζαντινών αυτοκρατόρων
  4. Άλλες πηγές όπως οι επιστολές του Πατριάρχη Νικολάου Α΄ Μυστικού, τα ποιήματα του Ιωάννη Κυριώτη του Γεωμέτρη κλπ.

Continue reading

9 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #1: προλεγόμενα

Το θέμα αυτής της ανάρτησης και των επομένων θα είναι η Ρωμαϊκή ταυτότητα όπως αυτή περιγράφεται στις πηγές του 10ου αιώνα. Η γραμματεία του 10ου αιώνα ξεκινάει με τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (η συγγραφή τους ολοκληρώθηκε λίγο μετά το 900) και τελειώνει με την Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου (γράφτηκε κατά την περίοδο 995-1000 και εξιστορεί τις νικηφόρες εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή). Πριν όμως περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα, τις οποίες θα παραθέσω στις επόμενες αναρτήσεις, στη σημερινή πρώτη ανάρτηση θα αναφέρω μερικά γενικά πράγματα, όπου μεταξύ άλλων θα σχολιάσω και ορισμένα χωρία από την Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή (γραμμένη γύρω στο 815), για να επισημάνω μερικά στοιχεία της ρωμαϊκής ταυτότητας που υπήρχαν ήδη πριν από το 900 μ.Χ. Continue reading

4 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Το βυζαντινό έθιμο της διαπόμπευσης

Στη σημερινή πρώτη μεταπαραθεριστική ανάρτηση θα περιγράψω το βυζαντινό έθιμο της διαπόμπευσης πάνω σε γαϊδούρι, δηλαδή την εξευτελιστική δημόσια πομπή κάποιου παραβάτη πάνω σε γάιδαρο (ὄνοςή μουλάρι (ἡμίονος). Το έθιμο αυτό διατηρήθηκε ενεργό μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όταν σε πολλά χωριά συνέβαινε ακόμα η διαπόμπευση κλεφτών και μοιχαλίδων.

diapompeusi

Continue reading

6 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Η συνοπτική ιστορία της περιόδου 1204-1282 #1

Η σημερινή ανάρτηση είναι η πρώτη της σειράς (1204-1261, 1261-1282) όπου θα περιγράψω συνοπτικά την πολιτική ιστορία της περιόδου 1204-1282, δηλαδή της περιόδου από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 μέχρι τον θάνατο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου το 1282. Τα κύρια πολιτικά γεγονότα αυτής της περιόδου είναι ο σχηματισμός των τριών Διαδόχων Ρωμαϊκών κρατώνΑυτοκρατορία της Νίκαιας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας) και των Φραγκικών κρατώνΛατινική Αυτοκρατορία, το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το Πριγκηπάτο της Αχαΐας, το Δουκάτο των Αθηνών, το Δουκάτο του Αρχιπελάγους και οι (Β)Ενετικές κτήσεις του Αιγαίου), ο ανταγωνισμός Νίκαιας και Ηπείρου για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο για λογαριασμό του αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, ο σχηματισμός της Παλαιολόγειας Υστεροβυζαντινής Αυτοκρατορίας και οι ευέλικτοι διπλωματικοί χειρισμοί με τους οποίους ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάφερε να εξουδετερώσει την απειλή του Καρόλου Α΄ του Ανδεγαυού.

Το βιβλίο που θα χρησιμοποιήσω ως βασική πηγή είναι το The Last Centuries of Byzantium: 1261-1453 (2η έκδοση CUP, 1993) του Donald M. Nicol.

Αυτό είναι ένα από τα πολλά βιβλία που έχει γράψει ο Nicol για την Υστεροβυζαντινή Περίοδο, την οποία γνώριζε πολύ καλά. Άλλα βιβλία του είναι The Despotate of Epirus: 1267-1479“, “The Reluctant Emperor: A Biography of John Cantacuzene, Byzantine Emperor and Monk, c.1295-1383“, Byzantium and Venice: A Study in Diplomatic and Cultural Relations“, “Church and Society in Byzantium(περιγράφει τα ιδεολογικά ρεύματα της Υστεροβυζαντινής Περιόδου), The Immortal Emperor: The Life and Legend of Constantine Palaiologos, Last Emperor of the Romansκλπ.

Από τους «Τελευταίους Αιώνες του Βυζαντίου» (από εδώ και πέρα [Nicol, Last, σλδ]) θα χρησιμοποιήσω τα δύο πρώτα εισαγωγικά κεφάλαια και το ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ που έπεται μετά από αυτά:

  1. The Byzantine Empire after the Fourth Crusade (σλδ 1-18)
  2. The Empire in exile and its restoration (σλδ 19-37)
  3. PART I, The problems of the restored Empire: the reign of Michael VIII Palaiologos, 1261-82 (σλδ 41-89)

Το άλλο βιβλίο του Nicol από το οποίο θα παραθέσω μερικά χωρία είναι το «Δεσποτάτο της Ηπείρου» του (από εδώ και πέρα [Nicol, Despotate, σλδ]).

Αμέσως μετά την Άλωση του 1204 οι Δυτικοί μοιράζουν τα εδάφη της πεπτωκυίας Ρωμανίας με το έγγραφο που είναι γνωστό ως Partitio Romaniae (Μερισμός της Ρωμανίας). Οι τρεις σημαντικές προσωπικότητες των Σταυροφόρων είναι ο αρχηγός της Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μονφερρατικός, ο ενετός Δόγης Ενρίκος Δάνδολος και ο Κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος.

Αν και όλοι θα περίμεναν να δουν τον Βονιφάτιο Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, οι Ενετοί φρόντισαν να υποστηρίξουν του Βαλδουίνο της Φλάνδρας επειδή ήταν πιο εύκολα ελεγχόμενος. Έτσι ο Βαλδουίνος στέφθηκε πρώτος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Βονιφάτιος έλαβε την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη ης Ρωμανίας, ιδρύοντας το Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης.

Οι Ενετοί έλαβαν την τιμή να στείλουν τον Πρώτο Λατίνο/Καθολικό Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως (Θωμάς Μοροζίνι) και, φυσικά, εξασφάλισαν εκείνα τα εδάφη που τους ενδιέφεραν για τα ναυτεμπορικά τους συμφέροντα (Κρήτη, Εύβοια, κλπ). Ο Ενετός Μάρκος Σανούδος ίδρυσε το ημιαυτόνομο Δουκάτο Νάξου/Αρχιπελάγους (θεωρητικά αυτόνομο, αλλά στην πραγματικότητα υπό έμμεσο ενετικό έλεγχο).

Τέλος, οι Γάλλοι (Φράγκοι) Γουλιέλμος Σαμπλίτης (ή Καμπανέζης) και ο Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος, κατέβηκαν με τα στρατεύματα τους στον νότιο ελλαδικό χώρο και ξεκίνησαν την κατάκτηση των εδαφών του αυτόνομου ηγεμόνα Λέοντα Σγουρού (Πελοπόννησος και Αττικο-Βοιωτία). Ο Σγουρός προσπάθησε να οχυρώσει το πέρασμα των Θερμοπυλών, αλλά τον εγκατέλειψαν οι στρατιώτες του (ήταν αντιπαθής λόγω της δεσποτικής του διακυβέρνησης) και αναγκάστηκε να ταμπουρωθεί στον Ακροκόρινθο. Οι Φράγκοι κατέκτησαν την Αττικο-Βοιωτία και εισήλθαν στην Πελοπόννησο. Μετά την νίκη τους στην Μάχη του Ελαιώνα του Κούντουρα (1205) έγιναν οι de facto άρχοντες της Πελοποννήσου. Ο Σγουρός κατάφερε να αντέξει ταμπουρωμένος στον Ακροκόρινθο μέχρι το 1208. Στην αρχή οι Φράγκοι της Πελοποννήσου ήταν υποτελείς του Βονιφάτιου στην Θεσσαλονίκη. Όταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου κατέκτησε την Θεσσαλονίκη το 1224, οι Φράγκοι του Μοριά ανακήρυξαν την περιοχή τους ως αυτόνομο Πριγκηπάτο της Αχαΐας. Με το πέρασμα του χρόνου προέκυψε και το ολοένα και πιο αυτόνομο Δουκάτο της Αθήνας (με πρώτο δούκα τον Όθωνα Ντε Λα Ρος).

Στην Νίκαια της ΒΑ Μικράς Ασίας, ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις ίδρυσε το ένα μεγάλο διάδοχο ρωμαϊκό κράτος, ενώ στην Άρτα ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας ίδρυσε το άλλο μεγάλο διάδοχο ρωμαϊκό κράτος. Στην μακρινή Τραπεζούντα του Πόντου, οι εγγονοί του Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού Αλέξιος και Δαβίδ ίδρυσαν την επονομαζόμενη Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Την ίδια στιγμή, ο Τσάρος Καλογιάννης της Βουλγαρίας έσπευσε να προσαρτήσει πρώην βυζαντινά εδάφη από την σημερινή ευρύτερη Μακεδονία.

Έτσι, γύρω στο 1212, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε διαμορφωθεί ως εξής (τα εδάφη της Λατινικής Αυτοκρατορίας είναι αχρωμάτιστα):

map1212

Στην αρχή η αυτοκρατορία της Νίκαιας, όντας ταυτόχρονα εκτεθειμένη σε Λατίνους και Σελτζούκους σε αμφότερα τα σύνορά της, ήταν σε λίγοτερο ευνοϊκή θέση ως προς το Δεσποτάτο της Ηπείρου που ήταν προστατευμένο δυτικά από το Ιόνιο πέλαγος και ανατολικά από την οροσειρά της Πίνδου. Ωστόσο, όπως γράφει και ο Donald Nicol για τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι, «για τους -ικανούς- βυζαντινούς αυτοκράτορες, το να πολεμάνε ταυτοχρόνως σε δύο μέτωπα ήταν η δεύτερη φύση τους». Κάποια στιγμή, όπως ήταν αναμενόμενο, προέκυψε μια Λατινο-Σελτζουκική αντινικαιακή συμμαχία. Αμφότεροι οι εχθροί των Νικαιατών το 1214 είχαν αναγνωρίσει ότι η Αυτοκρατορία της Νίκαιας δημιουργήθηκε για να παραμείνει.

[Nicol, Last, σλδ 19] Once Theodore Laskaris had established himself there as emperor and defeated or assimilated his neighbouring rivals, he was faced with the problem of fighting on two sides at once. But to Byzantine emperors this was almost second nature; and, as events were to prove, Nicaea was if anything better than Constantinople for fighting the Seljuq Turks in Asia Minor. The Latin Emperor Baldwin and his brother Henry of Flanders waged a bitter struggle to stifle the Empire of Nicaea at birth, even calling on the help of the Seljuqs. But by 1214 Henry had been forced to recognize that that empire had come to stay. The Seljuq Sultans too were soon obliged to acknowledge that their Greek neighbours were now more united and better organized than for many generations.

Ένα άλλο γεγονός που είχε ευεργητικές συνέπειες για την επιβίωση των Νικαιατών ήταν το ότι ο Βούλγαρος Τσάρος Καλογιάννης αποφάσισε να κινηθεί κατά των Λατίνων. Ο πρώτος Λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, Βαλδουίνος, αιχμαλωτίστηκε το 1205 από τον Βουλγαρικό στρατό του Καλογιάννη (που αποτελούνταν από Βούλγαρους, Βλάχους και χιλιάδες αβάπτιστους Κουμάνους) καθώς πολιορκούσε την Αδριανούπολη και, από εκείνο το σημείο και έπειτα, εξαφανίζεται από τα αρχεία της ιστορίας. Στον θρόνο της Λατινικής Αυτοκρατορίας κάθισε ο αδελφός του Βαλδουίνου Ενρίκος/Ερρίκος που βασίλεψε μέχρι το 1216. Μετά τον θάνατο και του Ερρίκου, ο θρόνος δόθηκε στον γαμπρό του Ερρίκου Πέτρο των Καπέτων του Κουρτεναί. Φεύγοντας από την Γαλλία, ο Πέτρος πέρασε από το Βατικανό όπου στέφθηκε από τον Πάπα, αλλά δεν έφτασε ποτέ του στην Κωνσταντινούπολη, επειδή έκανε το σφάλμα να αποβιβαστεί στο Δυρράχιο, προσπαθώντας να το κατακτήσει για λογαριασμό των Ενετών. Αφού απέτυχε, επιχείρησε να φτάσει χερσαίως στην Κων/πολη. Κάπου στο «Ἄλβανον» (λόγια εκδοχή του Αρβανού ~ τα ορεινά μέρη μεταξύ του Δυρραχίου και της λίμνης Οχρίδος) , ο Πέτρος του Κουρτεναί συνελήφθη σε ενέδρα από άντρες του Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα (διάδοχος και ετεροθαλής αδελφός του ιδρυτή του δεσποτάτου Μιχαήλ, που όμως ξεκίνησε την καριέρα του στην Νίκαια) και πέθανε φυλακισμένος στην Άρτα.

Ο Ακροπολίτης περιγράφει την σύλληψη του Πέτρου του Κουρτεναί από τον Δεσπότη Θεόδωρο στο κεφάλαιο 14, όπου περιγράφει και την περίοδο ακμής και επέκτασης του Δεσποτάτου της Ηπείρου που χαρακτηρίζουν τα πρώτα ενεργητικά χρόνια του Θεόδωρου.

[Ακροπολίτης, 14] Ὁ δὲ Μιχαήλ, ὃν ἱστορήσας ὁ λόγος πέφθακε τῆς Ἠπείρου κατάρξαι καί τινος μέρους τῆς χώρας Ῥωμαίων, τρεῖς κασιγνήτους ἐκέκτητο, τὸν Κωνσταντῖνον, τὸν Θεόδωρον καὶ τὸν Μανουήλ. ὧν ὁ μὲν Θεόδωρος τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων συνῆν Θεοδώρῳ τῷ Λάσκαρι, ὑπηρετῶν αὐτῷ ὡς καὶ οἱ λοιποὶ τῶν Ῥωμαίων. διὰ τοῦτο παρακαλεῖ τὸν βασιλέα Θεόδωρον ὁ Μιχαήλ, ἵνα τοῦτον πρὸς αὐτὸν ἐκπέμψῃ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἔτι παῖδα εἰς ἥβην ἐλθόντα, ἀλλοὐδὲ γνήσιονὁ γὰρ αὐτῷ γεννηθεὶς Μιχαὴλ ἐκ παλλακῆς ἐκείνῳ γεγένηται, περὶ οὗ ἐροῦμεν ἐν τοῖς μετέπειτακαὶ τοῦ θανάτου δὲ δεδιέναι τὸ ἄωρον· τοὺς γὰρ λοιποὺς τῶν ἀδελφῶν ἀφυεῖς ἐγίνωσκεν εἰς ἀρχήν. τοῦτον δὲ τὸν Θεόδωρον ὁ βασιλεὺς ἐκπέμπει τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ, ὅρκοις πρῶτον ἐμπεδωσάμενος πίστιν δουλείας εἰς τοῦτον φυλάττειν καὶ εἰς τοὺς μεταὐτὸν τῶν Ῥωμαίων κατάρξοντας. ὃς καὶ ἀφικόμενος συνῆν τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ. μετοὐ πολὺ δὲ φονεύεται παρά του τῶν ὑπηρετῶν ὁ Μιχαὴλ νύκτωρ ἐπὶ τῆς κλίνης συγκαθεύδων τῇ γυναικί· Ῥωμαῖος δὲ ἦν τῷ φονευτῇ τοὔνομα. ἐπιλαμβάνεται γοῦν τῆς ἐξουσίας ἐκείνου ὁ ἀδελφὸς Θεόδωρος, ἔχων καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Κωνσταντῖνον καὶ Μανουήλ. ἄρξαι δὲ βουληθεὶς πάνυ γε ἐπηύξησε τὴν αὐτοῦ ἀρχήν· ἔκ τε γὰρ τῶν Ἰταλῶν οὐκ ὀλίγην χώραν ἐκτήσατο κἀκ τῶν Βουλγάρων πολλήν· τήν τε γὰρ Θεσσαλίαν ὑφἑαυτὸν ἐποιήσατο, Ἀχρίδα τε καὶ Πρίλαπον, Ἄλβανόν τε καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον· ἔνθα καὶ Πέτρον μετὰ μεγίστης στρατιᾶς ἐξ Ἰταλίας ὁρμώμενον καὶ ὡς πρὸς τὴν Κωνσταντίνου πεποιημένον τὴν δίοδον, ἀνηγορευμένον πρὸς τοῦ πάπα καὶ βασιλέα, αὐτοῦ που γεγενημένον προχειρωσάμενόν τε καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον γενναίως κατετροπώσατο. ὁ μὲν οὖν ῥηθεὶς Πέτρος γαμβρὸς ὑπῆρχεν ἐπἀδελφῇ τοῦ πρώτως βασιλεύσαντος ἐκ τοῦ Λατίνων μέρους Βαλδουΐνου καὶ τοῦ μεταὐτὸν Ἐρῆ, ἐκαλεῖτο δὲ ἡ αὐτῶν ἀδελφὴ Ἰολεντία, ἐξ ἧς παῖδες τῷ Πέτρῳ γεγένηνται τρεῖς, ὅ τε Φίλιππος, ὁ Ῥομπέρτος καὶ ὁ Βαλδουῖνος, ὧν ὁ μὲν Ῥομπέρτος καὶ ὁ Βαλδουῖνος τῆς Κωνσταντίνου βεβασιλεύκασι, τοῦ πρώτου αὐτῶν ἀδελφοῦ τοῦ Φιλίππου τῷ ἀδελφῷ Ῥομπέρτῳ τῆς βασιλείας παραχωρήσαν τος. ὑπῆρχον δέ σφισι καὶ ἀδελφαί, ὧν μία Μαρία ἦν, ᾗ συνεζύγη ὁ βασιλεὺς Θεόδωρος. ὁ μὲν οὖν δηλωθεὶς Θεόδωρος, καθὼς εἰρήκειν, τὸ οἰκεῖον παραλαβὼν στράτευμα ἀντιτάττεται τῷ Πέτρῳ, μικρὸν ὑπερπηδήσαντι τὸ Δυρράχιον καὶ ἐν ταῖς τοῦ Ἀλβάνου δυσχωρίαις γεγενημένῳ. νικῶσι γοῦν κατὰ κράτος οἱ τοῦ Κομνηνοῦ Θεοδώρου τὸ τῶν Λατίνων στράτευμα, ὡς πάντας ἄρδην δεσμώτας ποιῆσαι σὺν πᾶσι σκεύεσι, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν βασιλέα Πέτρον ἔργον μαχαίρας γενέσθαι. τοῦτο δὴ τότε μέγα Ῥωμαίοις ἐγεγόνει βοήθημα.

Αν και ο Ακροπολίτης αποδίδει την έναρξη του Ηπειρωτικού επεκτατισμού στον Θεόδωρο, ο Nicol στο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» γράφει πως ο προκάτοχός του Μιχαήλ ξεκίνησε την επέκταση το 1214, όταν κατάφερε να προσαρτήσει μέρος της Θεσσαλίας και να φτάσει τα βόρεια σύνορά του ως το Δυρράχιο, το οποίο απέσπασε από τους Ενετούς μαζί με την Κέρκυρα. Ο Θεόδωρος ολοκλήρωσε την προσάρτηση όλης της Θεσσαλίας το 1218, προσάρτησε εδάφη βορείως του Δυρραχίου, όπως απέσπασε από τους Βούλγαρους και εδάφη της δυτικής Μακεδονίας (Οχρίδα, Πρίλαπο στο χωρίο του Ακροπολίτη). Η μεγάλη του στιγμή ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 1224 και η κατάλυση του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Το 1227 στη Θεσσαλονίκη ο Θεόδωρος στέφθηκε επίσημα Βασιλεύς Ρωμαίων από τον Αρχιεπίσκοπο Οχρίδος Δημήτριο Χωματηνό. Από αυτή τη στιγμή αρχίζει ο ανταγωνισμός των δύο Ρωμαίων ηγεμόνων (Νίκαιας και Ηπείρου/Θεσσαλονίκης) για το ποιος είναι ο πραγματικός Βασιλέας [όλων] των Ρωμαίων. Ο Θεόδωρος μετέφερε την πρωτεύουσά του από την Άρτα στην Θεσσαλονίκη και κατάφερε να φτάσει τα όρια της «Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης» (όπως πλέον ονομάζουν το κράτος του οι σημερινοί ιστορικοί κατά την βραχεία περίοδο 1224-1230) ανατολικά της Αδριανούπολης. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν αναγνώρισε τον τίτλο του Θεόδωρου, ενώ ο νικαιάτης Πατριάρχης Γερμανός Β΄ αμφισβήτησε την ικανότητα του αρχιεπισκόπου Οχρίδος Χωματηνού να στέψει κάποιον «Βασιλέα των Ρωμαίων». Ο πολιτικός ανταγωνισμός των δύο διαδόχων ρωμαϊκών κρατών μετατράπηκε σε εκκλησιαστικό ανταγωνισμό ανατολής-δύσης.

Κατά την περίοδο 1224-1229 ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας ήταν το κύριο ρωμαϊκό φαβορί για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως.

[Nicol, Despotate, σλδ 4]

Not without reason did the Latins come to regard Michael Doukas as their most perfidious enemy. Within a few years he had broken all his agreements. His army invaded Thessaly, recapturing Larissa and other places. He then attacked Durazzo and Corfu, both of which he had recovered from the Venetians by 1214. When he died, probably early in 1215, it was a fact that he was master of all the land from Naupaktos in the south to Durazzo inthe north. But he also controlled a large part of Thessaly; and, while Arta remained his capital, he had transformed the city of Ioannina into a second centre of administration and defence in Epiros.

Michael was succeeded by his half-brother Theodore Komnenos Doukas. […] His ambition was to make Epiros a base for the reconquest from the Latins first of Thessalonica and then of Constantinople itself. In 1217 he made his name more widely known by ambushing and capturing the newly appointed Latin emperor of Cosntantinople, Peter of Courtenay, who has rashly attempted to reach his capital by the overland route from the west. Then, in a brilliant series of military campaigns, Theodore drove the remaining Latins out of Thessaly and beat back the Bulgarians who had occupied western Macedonia. His armies encircled and laid siege to Thessalonica. Under Theodore the state of Epirus became a serious rival to the Empire of Nicaea. […] The climax of his achievements came in December 1224 when his troops entered Thessaonica. Soon afterwards, perhaps in 1227 [*5], he was crowned emperor of the Romans by the autocephalous archibishop of Ochrida, Demetrios Chomatianos. A second Byzantine Empire in exile had been created.

[*5] σε υποσημείωση παραθέτει εναλλακτικές χρονολογήσεις της στέψης του Θεοδώρου από άλλους μελετητές που κυμαίνονται από τα τέλη του 1224 (δλδ μόλις πήρε την Θεσσαλονίκη) μέχρι τον Απρίλιο του 1228.

Κατά την ίδια περίοδο, οι Νικαιάτες κατάφεραν να διώξουν τους Λατίνους σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Μικρά Ασία και, ταυτόχρονα, κατάφεραν να προσαρτήσουν τα δυτικότερα εδάφη της Τραπεζούντας, αποκτώντας πρόσβαση στην δυτικότερη μικρασιατική ακτή του Ευξείνου Πόντου.

Έτσι, γύρω στο 1228, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε διαμορφωθεί ως εξής:

map1228

Η «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα θα αποδειχθεί βραχύβια. Το 1230 καθώς ο Θεόδωρος οδεύει με τον στρατό του προς την Κωνσταντινούπολη, θα υποστεί μια καταστρεπτική ήττα από τους Βούλγαρους του Τσάρου Ιβάν Β΄ Ασέν στην Μάχη της Κλοκοτνίτσας. Ο Θεόδωρος και η οικογένειά του θα αιχμαλωτιστούν και ο Ιβάν Ασέν σε μια επινίκια παλαιοσλαβωνική επιγραφή που έκανε μετά την νίκη του ισχυρίζεται ότι «τέθηκαν υπό την εξουσία του όλα τα εδάφη του Κυρ Θεοδώρου από την Αδριανούπολη μέχρι το Δυρράχιο». Ο αδελφός του Θεόδωρου Μανουήλ κατάφερε να γλιτώσει από την μάχη και να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου στέφθηκε αυτοκράτορας. Ο Άσεν επέτρεψε στον Μανουήλ μία μικρή αυτόνομη χώρα γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Ο Θεόδωρος Κομνηνός δούκας τυφλώθηκε και παρέμεινε επτά έτη φυλακισμένος στην βουλγαρική πρωτεύουσα (Τάρνοβο). Όταν απελευθερώθηκε το 1237, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, έρριξε τον αδελφό του από τον θρόνο και κατάφερε ν΄ανεβάσει σ΄αυτόν τον άβουλο γιο του Ιωάννη Κομνηνό Δούκα. Ο ίδιος ο Θεόδωρος δεν μπορούσε να ενθρονιστεί επειδή ήταν τυφλός. Ωστόσο, κατάφερε να εξασκήσει πάλι την εξουσία έμμεσα κατευθύνοντας τον άβουλο γιο του.

Αντίθετα με την εκρηκτική άνοδο και πτώση της αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης, η αυτοκρατορία της Νίκαιας κατά την ίδια περίοδο έχει κάνει μικρά και σταθερά βήματα, αποκτώντας πρόσβαση στα Βαλκάνια με την προσάρτηση μιας μικρής περιοχής γύρω από την Θρακική Χερσόνησο. Πλέον ο Ιωάννης Βατάτζης μπορεί να αποβιβάζει στρατεύματα στα Βαλκάνια ανενόχλητος.

Γύρω στο 1237, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε ως εξής:

map1237

Η δεκαετία 1240-50 είναι αναμφίβολα η δεκαετία των βαλκανικών κατακτήσεων του Ιωάννη Βατάτζη. Το 1241 πέθανε ο τρανός Βούλγαροτς τσάρος Ιβάν Άσέν αφήνοντας ως διάδοχο τον ανήλικο γιο του. Ο Βατάτζης άδραξε την ευκαιρία και το 1242 έκανε την πρώτη του μεγάλη βαλκανική εκστρατεία, φτάνοντας μέχρι την Θεσσαλονίκη, όπου ο Βατάτζης έπεισε τον Ιωάννη Κ. Δούκα να εγκαταλείψει τον αυτοκρατορικό του τίτλο και να δεχτεί τον τίτλο του Δεσπότη από τον πραγματικό Βασιλέα των Ρωμαίων (Βατάτζης). Ο Βατάτζης δεν πρόλαβε να οργανώσει τις βαλκανικές του κτήσεις όπως θα ήθελε, γιατί χρειάστηκε να επιστρέψει επειγόντως στην Μικρά Ασία. Ένας νέος παντοδύναμος «παίκτης» εμφανίστηκε στην σκακέρα από τα βάθη της Ανατολής: οι Μογγόλοι.

Οι μογγολικές επιδρομές στην Ασία και στα Βαλκάνια είχαν ευεργητικές συνέπειες για την αυτοκρατορία της Νίκαιας, επειδή έβλαψαν τους γειτονικούς αντιπάλους της: τους Σελτζούκους στην Μικρά Ασία και τους Βούλγαρους στα Βαλκάνια. Οι Μογγόλοι λεηλάτησαν την Βουλγαρία επιστρέφοντας από την λεηλασία της Δαλματίας, ενώ οι Σελτζούκοι και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αναγκάστηκαν να γίνουν υποτελείς των Μογγόλων.

Γράφει για τα παραπάνω γεγονότα ο Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 22-3] In 1241 John Asen of Bulgaria, who had seemed to be favouring the cause of Theodore Doukas, died leaving only an infant son. In 1242 Vatatzes crossed over to Europe with his army and marched on Thessalonica. Theodore’s son John was persuaded to lay aside his imperial crown and to accept instead the rank and title of Despot, graciously conferred upon him by the one true Emperor. The settlement was not as secure as Vatatzes would have wished. But in the end it had to be concluded in a hurry because of news reaching the emperor from Niceaea, which necessitated his immediate return to Asia; and not for another four years was he able to come back.

The news that reached the Emperor in 1242 was that the Mongols has invaded the territory of the Seljuq Sultan and that the Empire of Nicaea was in danger. The Mongol invasions of the Near East and eastern Europe in the thirteenth century were on a scale which must make the battles and rivalries of Greeks and Latins over the possession of Contantinople seem like the squabbles of naughty children. […] Genghis Khan, who has died in 1227, […] Kiev fell to the Mongols in 1240. They then pressed on through Poland, Bohemia and Moravia to Hungary and up to the Adriatic coast, before withdrawing through Serbia and Bulgaria leaving a wake of desolation […]

The Mongol invasion convulsed and devastated most of the developing countries of eastern Europe. But it had little immediate effect on the fate of Constantinople and the eastern Mediterranean. Of the countries within the Byzantine sphere of influence only Bulgaria suffered the attentions of the Mongols. But at the same time another branch of their army had stormed westwards out of Persia into Asia Minor, threatening the Seljuq Turkish Sultanate and so ultimately its western neighbur, the Empire of Nicaea, as well as the Empire of Trebizond. In 1243 the Sultan Kaykhusraw II was defeated in battle by the Mongol general Baichu. He turned for help to his natural enemy, the Emperor of Nicaea; and in the face of the common danger John Vatatzes and the Sultan signed a treaty of alliance. The Emperor of Trebizond, after one defeat, discreetly elected to pay tribute to the Khan of the Mongols and became his vassal. The Seljuqs were soon obliged to do the same to preserve what was left of their identity. […] But the Empire of Nicaea, protected from the horrors ofthe Mongol invasion by the Turks, survived unscathed and indeed stronger and more secure than before as a result of the damage done to its eastern neighbour.

Αφού, λοιπόν, η Νίκαια βγήκε ασκηθής (= ΙΕ συγγενής του αγγλικού όρου unscathed που χρησιμοποιεί ο Nicol) από μια διαδικασία που έβλαψε τους Σελτζούκους και τους Βούλγαρους, το 1246 ο Βατάτζης οδήγησε το στρατό του στην δεύτερη μεγάλη βαλκανική εκστρατεία, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την οριστική προσάρτηση στο Νικαιακό κράτος όλων των εδαφών μέχρι την Έδεσσα και τον Όλυμπο. Ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος διορίστηκε από τον Βατάτζη νικαιακός διοικητής Θεσσαλονίκης, ενω ο γιος του Μιχαήλ (ο μελλοντικός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, τότε 21 χρονών), ανέλαβε τις πρώτες στρατιωτικές του ευθύνες στην Μακεδονία ως υφιστάμενος αξιωματικός του πατέρα του.

[Nicol, Last, σλδ 23] Once the storm had blown itself out therefore, John Vatatzes was able to turn his mind to the unresolved problems of the Byzantine world with even greater confidence. In 1246 he crossed over to Europe once again, and within twelve months his army had restored a large of southern Bulgaria to Byzantine rule and completed the work earlier begun at Thessalonica. The city was now deprived of its last vestige of independence from the Empire of Nicaea. An imperial governor was appointed as the Emperor’s deputy. His name was Andronikos Palaiologos, and at the same time his more famous son, Micheal Palaiologos, the future emperor, was given a command in Macedonia.

Έτσι, η Θεσσαλονίκη, πρωτέυουσα της Ρωμαϊκής «Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης» (δηλαδή το Δεσποτάτο της Ηπείρου κατά την περίοδο 1224-1230, όσο είχε αυτοκρατορικές διαθέσεις και πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη) πέρασε στα χέρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ωστόσο ο Ακροπολίτης, που έγραψε την ιστορία του για λογαριασμό των Νικαιατών, γράφει (45) πως ο βασιλέας Ιωάννης Βατάτζης, δηλαδή «οι Ρωμαίοι» (Νικαιάτες) πήραν την Θεσσαλονίκη από τους «εναντιόφρονες των Ρωμαίων» (Δεσποτάτο Ηπείρου ~ Αυτοκρατορία Θεσσαλονίκης). Η φράση αυτή είναι τυπική της προσπάθειας ‘-τόσο του Ακροπολίτη όσο και του Παχυμέρη (Νικαιάτες ιστορικοί αμφότεροι)- απορωμαίωσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου («αυτοκρατορίας της Θεσσαονίκης»), ώστε να φανούν οι Νικαιάτες ως οι μόνοι «γνήσιοι» διάδοχοι της Ρωμανίας. Αλλού ο Ακροπολίτης γράφει (21) πως οι θεσμοί βασιλείας του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα ήταν «Βουλγαρικώτεροι δηλαδή βαρβαρικώτεροι». Η χρήση του συγκριτικού βαθμού είναι σημαντική: δεν λέει τους ηπειρωτικούς/δυτικούς θεσμούς βούλγαρικούς/βαρβαρικούς, αλλά βουλγαρικότερους ~ βαρβαρικότερους ως προς τους νικαιακούς. Η Gill Page έχει μαζέψει όλα αυτά τα χωρία νικαιακής προπαγάνδας κατά του Δεσποτάτου της Ηπειρου (όσο αυτό είχε αυτοκρατορικές διαθέσεις ως «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης») στις σελίδες 101-3. Σημειώνω εδώ ότι η αρίθμηση των χωρίων του Ακροπολίτη της Gill Page δεν είναι η ίδια με αυτή του pdf που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και το οποίο έχιε την ίδια αρίθμηση με την αγγλική μετάφραση της Ruth Macrides. Εγώ ακολουθώ την αρίθμηση της τελευταίας, επειδή συμφωνεί με το pdf που το έχω.

Akr-Epeiros

Τα χωρία του Ακροπολίτη που ανέφερα:

[21] βασιλεὺς οὖν ἀναγορευθεὶς ὁ Θεόδωρος βασιλικῶς ἐχρῆτο τοῖς πράγμασι, δεσπότας τε προυβάλλετο καὶ σεβαστοκράτορας μεγάλους τε δομεστίκους, πρωτοβεστιαρίους καὶ τὴν λοιπὴν πᾶσαν τάξιν βασιλικήν. ἀφυῶς δὲ ἔχων περὶ τοὺς τῆς βασιλείας θεσμοὺς Βουλγαρικώτερον ἢ μᾶλλον βαρβαρικώτερον ταῖς ὑποθέσεσι προσεφέρετο, οὐ τάξιν γι νώσκων οὐδὲ κατάστασιν οὐδὲ ὅσα ἐν τοῖς βασιλείοις ἀρχαῖα ἔθιμα καθεστήκασιν.

[45] μὲν οὖν πόλις Θεσσαλονίκη οὕτως ὑπὸ τὸν βασιλέα γέγονεν Ἰωάννην, μᾶλλον δὲ ὑπὸ Ῥωμαίους· οἱ γὰρ αὐτὴν κρατοῦντες ἐναντιόφρονες Ῥωμαίοις ἐτέλουν.

To 1255, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε ως εξής:

map1255

Ωστόσο, η εξασθένιση της Βουλγαρίας από τις Μογγολικές επιδρομές είχε ευεργητικές συνέπειες και στις πατροπαράδοτες περιοχές του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μετά την μάχη της Κλοκοτνίτσας αυτές οι περιοχές είχαν καταλήξει ημιαυτόνομες και θεωρητικά υποτελείς του Ιβάν Άσεν. Τώρα πια μπορούσαν πάλι να σηκώσουν αυτόνομα το κεφάλι τους. Ο Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός Δούκας (νόθος γιος του ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ και ο ίδιος ηγεμόνας των ηπειρωτικών περιοχών μετά το 1230) θέλησε να εκμεταλλευτεί προς όφελος του Δεσποτάτου της Ηπείρου τον θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη (1254) και το γεγονός ότι ο λογιότατος και επιληπτικός γιος του και διάδοχος Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις ήταν ανίκανος στρατιωτικός.

Η στρατιωτική αριστοκρατία της Νίκαιας που είχε καλομάθει υπό την ηγεσία του ικανότατου Ιωάννη Βατάτζη έβλεπε με μισό μάτι τον νέο απειροπόλεμο αυτοκράτορά της.

[Nicol, Last, σλδ 23-28] In Epiros, the original centre of Greek resistance to the Latins, Michael II, a bastard son of the first Michael Doukas, had taken over what he regarded as his heritage and set up his capital at Arta. He assumed or had acquired from the Emperor of Thessalonica the title of Despot, and the territory over which he ruled came to be called the Despotate of Epiros. Michael II contrived to add Thessaly to Epirus and so to extend his rule over the whole of northern Greece and he exploited the weakness of the Bulgarians to win back much of the country that they had taken over in 1230. It did not at first seem that the Emperor in Nicaea had much to fear from this new arrival on the scene. Thessalonica was now firmly attached to his empire and protected from possible attack by a chain of fortresses in western Macedonia.

[…]

The survival of the Latin Empire in its final years was indeed only made possible by the division and rivalry between its Byzantine enemies. After the death of John Vatatzes the Despotate of Epiros rose from strength to strength, until its position became comparable to that of the Empire of Thessalonica before 1230. If Michael II of Epiros could capture Thessalonica he would be well on the way to Constantinople. The fate of Constantinople could not be decided until the issue between its rival liberators had been settled. The son who succeeded John Vatatzes as Emperor in Nicaea was not the man to grapple with this problem. Theodore II Laskaris was a scholar and a theologian, but not a soldier or a statesman. […] Theodore II was also epileptic. His illness made him the prey of his moods, and he compensated for his nervousness by an autocratic and obstinate temper. He had a morbid suspicion for the aristocracy who had served his father’s administration. He preferred to appoint his own officials from the lower ranks of society. […] He neither sought nor commanded the respect of the aristocracy of Nicaea who had helped to bring the Empire to greatness. They were soon to show their resentment in violent form.

Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ κατάφερε να σφυρηλατήσει μια αντινικαιακή συμμαχία με τον Μανφρέδο της Σικελίας και τον Γουλιέλμο Βιλλεχαρδουίνο της Αχαΐας. Εξασφαλίστηκε επίσης η υποστήριξη των ημιαυτόνομων Αλβανών τοπαρχών και της Σερβίας. Στόχος του Μιχαήλ Β΄ ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και κατάφερε να εκτείνει τα σύνορα του αναζωογονημένου Δεσποτάτου της Ηπείρου μέχρι τον Αξιό ποταμό.

[Nicol, Last, σλδ 28] In 1257 Michael of Epirus, assisted by his friends in Serbia and Αlbania, begun a systematic campaign to encircle and capture the city of Thessalonica. The fortified towns to the west and north fo the city, which had been garrisoned by the imperial troops of Nicaea for ten years, fell one by one. Michael pushed his frontiers as far east as the Vardar valley. But a new slant was given to the situation when Michael cast his net further afield fro allies and supporters. Manfred, the bastard son of the late Frederich II, had now come into the possession of the kingdom of Sicily. Like earlier rulers of Sicily and southern Italy, Manfred had his own designs on Greece and Constantinople, and he had personal reasons for disliking the Empire of Nicaea. […] Manfred was therefore willing to give support to Michael of Epiros in his struggle to the death against the Emperor in Nicaea. It was arranged that he should marry Michael’s eldest daughter Helena; her dowry was to consist of the island of Corfu and several other places on the mainland of Epiros, […]

The other foreign ally whose help Michael II enlisted was William of Villehardouin, the French Prince of Achaia and descendant of Geoffrey of Villehardouin, who had first carved out that principality in southern Greece. William was a highly successful soldier who had made himself overlord of Athens and Euboia as well as the Morea. This alliance too was to be secured by a marriage contract. In the summer of 1258 Michael of Epiros gave his second daughter in marriage to Prince William. It seemed as if the whole continent of Greece, backed by the strength of the King of Sicily and further supported by the ruler of Serbia, was now ranged against the Empire of Nicaea.

Ο Μανφρέδος της Σικελίας, πάντοτε το 1257 έστειλε μια «αρμάδα» υπό την ηγεσία του ναυάρχου Φιλίππου Κινάρδι για την κατάληψη της αλβανικής ακτής. Πέρασαν σε σικελικά χέρια το Δυρράχιο, ο Αυλών, τα Κάνινα και, στην ενδοχώρα, το σημαντικό φρούριο Βελλέγραδα (Βελιγράδι/Μπεράτι). Ο Κινάρδι ανέλαβε διοικητής των νέων αλβανικών κτήσεων του Μανφρέδου. Η Κέρκυρα πέρασε επίσης στην κατοχή του Μανφρέδου ως προίκα που έλαβε από τον γάμο του με την κόρη του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄Ελένη. Ο Μιχαήλ Β΄ αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε αυτές τις παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει την συμμαχία του Μανφρέδου κατά των Νικαιατών. Αυτές οι σικελικές κτήσεις στην Αλβανία είναι ο πρόδρομος της μεταγενέστερης «Ανδεγαυινής Αλβανίας».

[Nicol, Despotate, σλδ 6-7] The history of Epiros was, however, to be permanently affected by an event that occurred in 1257. In that year Manfred of Hohenstaufen, son of the Emperor Frederick II of Sicily, sent an armada across the sea from Italy and occupied a large stretch of the coast of Albania and New Epiros. Durazzo fell to him as well as the ports of Valona and Kanina and the inland fortress of Berat. Before long he had seized the island of Corfu. These has been prize possessions of the rulers of Epiros. The Despot Michael had been taken by surprise. But he found a way to offset his losses while at the same time winning a powerful ally in his conflict with the Empire of Nicaea. He offered his daughter Helena in marriage to King Manfred. Since her dowry was to consist of most of the places in Epiros which he had already occupied, Manfred was pleased to accept the offer. This unexpected development established a link between Epiros and the south of Italy which was never thereafter to be broken until the Turkish conquest in the fifteenth century.

Είναι μια περίοδος όπου οι τοπικοί αριστοκράτες της ενδοχώρας της σημερινής Αλβανίας (~ «Άλβανον/Άρβανον») έχουν την δυνατότητα «να παίξουν τριπλό παιχνίδι» (Νίκαια, Ήπειρος, Σικελία) διαπραγματευόμενοι την συμμαχία με τις διάφορες πλευρές, με απαίτηση προνομίων και τίτλων. Έτσι ο Ανδρέας Βρανάς ενσωματώθηκε αργότερα στον διοικητικό μηχανισμό του Μανφρέδου ενώ, νωρίτερα, ο άρχοντας του Αρβάνου Γολέμης («Γουλάμος») αμφιταλαντεύτηκε μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της αυτοκραοτρίας της Νίκαιας. Πρωτοεμφανίζεται σαν σύμμαχος του Ηπειρώτη Μιχαήλ Β΄που επέδραμε στην νικαιακή δυτική Μακεδονία. Το 1252 άλλαξε στρατόπεδο και συμμάχησε με τους Νικαιάτες και το 1257 ξανάλλαξε στρατόπεδο και επέστρεψε σε συμμαχία με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Πάμε τώρα στην άλλη μεριά του Αιγαίου.

Τον Αύγουστο του 1258 πέθανε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις αφήνοντας ως επίτροπο και προστάτη του ανήλικού του γιου Ιωάννη τον έμπιστο Γεώργιο Μουζάλωνα. Η στρατιωτική αριστοκρατία της Νίκαιας βρήκε την ευκαιρία για να αντικαταστήσει τον Μουζάλωνα με κάποιον δικό της. Ξέσπασε μια ένοπλη εξέγερση, κατά την οποία, οι Λατίνοι μισθοφόροι που λίγα χρόνια πριν είχαν ως διοικητή τον Μιχαήλ Παλαιολόγο (ο διοικητής αυτών των μισθοφόρων είχε το αξίωμα του Μεγάλου Κον(τ)όσταυλου) σκότωσαν τον Μουζάλωνα. Η αριστοκρατία επέλεξε τον ικανότατο στρατιωτικό Μιχαήλ Παλαιολόγο ως νέο επίτροπο της βασιλείας και προστάτη του ανήλικου Ιωάννη. Μέχρι το τέλος του έτους, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάφερε να αναρριχηθεί πρώτα στο αξίωμα του Μεγάλου Δούκα, ύστερα σε αυτό του Δεσπότη (δεύτερο υψηλότερο αξίωμα μετά τον Αυτοκράτορα/Βασιλέα στην Νίκαια) και, στους πρώτους μήνες του 1259 στέφθηκε Συναυτοκράτορας μαζί με τον ανήλικο Ιωάννη από τον Πατριάρχη Αρσένιο. Ως συναυτοκράτορας ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έχρισε τον αδελφό του Ιωάννη Σεβαστοκράτορα και Δεσπότη και του ανέθεσε την δύσκολη υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος, όχι μόνο αποδείχτηκε ικανός αμύντορας, αλλά κατάφερε να επεκτείνει τα νικαιακά όρια προς δυσμάς αιφνιδιάζοντας τις δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου στην περιοχή της Καστοριάς και καταλαμβάνοντας τη Βελλέγραδα (Μπεράτι) από τον Μανφρέδο. Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στον Αυλώνα περιμένοντας τις συμμαχικές ενισχύσεις από την Σικελία (ο Μανφρέδος έστειλε 400 Γερμανούς Ιππότες) και τον Μοριά (οι Φράγκοι και Ρωμαίοι στρατιώτες του Γουλιέλμου), μαζί με τα θεσσαλικά σώματα του Δεσποτάτου που διοικούσε ο Ιωάννης ο Νόθος, γιος του Δεσπότη Μιχαήλ. Την ίδια στιγμή, ο πολυάριθμος στρατός που ο Μιχαήλ Παλαιολόγος είχε αρχίσει να συλλέγει από τον Μάρτιο (που περιελάμβανε μεταξύ άλλων Λατίνους, Ούγγρους, Σέρβους και Βούλγαρους μισθοφόρους, καθώς και Κουμάνους και Τούρκους ιππείς) έφτασε υπό την ηγεσία του Αλέξιου Στρατηγόπουλου στην Θεσσαλονίκη και προστέθηκε στις δυνάμεις του Ιωάννη Παλαιολόγου.

[Nicol, Last, 29] But in August 1258 he [Theodore II Laskaris] died of the illness which had clouded his vision. He left his empire to his eight-year-old son, John Laskaris, under the regency of the Patriarch Arsenios and his own trusted administrator, George Mouzalon. […] The aristocracy had been summoned to the Empror’s deathbed and made to swear an oath of loyalty to a regent they despised. Only ten days later their pent-up bitterness broke out. A conspiracy was formed and, during a memorial service for the Emperor in September 1258, George Mouzalon and his brother were murdered at the altar.

By common consent of the disprized nobility the regency for the infant John Laskaris now passed to a young and vigorous member of their own class, Michael Palaiologos. The Palaiologos family had moved in high circles in Byzantium since the eleventh century. […] His father Andronikos Palaiologos had been sent to govern Thessalonica and had then been appointed Grand Domestic or commander-in-chief of the armies of Nicaea by John Vatatzes, in whose palace Michael had been brought up. […] George Akropolites, who was his [Michael’s] tutor for a while, observed how easily the young man could suit his character to his company, playing the sweet, gay and clever youth with those of his own age, and the mature, wise and responsibleman with his elders. He was ambitious, but his charm and versatility made him popular among his own class […] Michael soon showed himself to be a brilliant soldier and a courageous leader on the field of battle. He was liked by his troops, not least by the Latin mercenaries whose pay had been docked by Theodore Laskaris and whose ranks he came to command as Grand Constable. […] His part in the conspiracy to murder the regent George Mouzalon is difficult to assess though easy to surmise. The agents of the deed were, after all, the Latinmercenaries whose commander was Michael himself. Nor were the assassins punished for their crime by the new regent of the Empire. […] Michael Palaiologos was elected regent and guardian of the boy Emperor. The choise was hailed by the army, by the Church and by the common people, for Michael was evidently the man best qualified to defend the Empire of Nicaea against its enemies. […] In the last four months of 1258 Michael was elevated to the more exalted rank of Grand Duke, and then, having been careful to win the approval of the Patriarch and bishops, to that of Despot, which was next in order to that of Emperor. Finally, in December, […] Michael was proclaimed Emperor. Soon after the start of the year 1259 the Patriarch performed the double coronation of Michael VIII Palaiologos and John IV Laskaris. It did not pass unnoticed that Michael was crowned first.

In the last months of 1258 it was certainly true that the Empire of Nicaea needed an experienced soldier at its head. The coalition of Michael of Epiros with William of Achaia and Manfred of Sicily seemed likely to threaten the possession not only of Thessalonica but even Cosntantinople itself. As soon as he became regent Michael Palaiologos posted reinforcements to Thessalonica under the command of his own brother John, whom he had promoted in rank. In an effort to break up the coalition he sent separate embassies to each of the three parties concerned. They had by then made their plans and the prospect before them was too promising to be laid aside.

[…] Early in 1259, equiped now with all the authority of a Byzantine emperor, Michael made preparation for war on a scale that would have been beyond the imagination of his predecessor. In March a great army was assembled in Thrace. It included mercenary contingents from Hungary, Serbia and Bulgaria, as well as Turkish and Cuman horsemen. By the time it reached Thessalonica, however, the advance guard under John Palaiologos had already struck the first blow against the enemy by surprising Michael of Epiros and his army in the region of Kastoria and driving them across the mountains to the coast. The fortified town of Berat in Albania had been captured. The Despot of Epiros, surprised but not defeated, reassembled his forces at Avlona on the Albanian coast. He then called on the help of his ally across the water. […] Manfred quickly honoured his agreement by sending over 400 German knights to fight for his father-in-law.

Meanwhile his other ally, William of Achaia, had brought his own feudal levy over from the Morea, and the Despot’s son John Doukas had collected an army in Thessaly.

Η στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ των Νικαιατών και της Αντινικαιακής Συμμαχίας είχε φτάσει!

Αυτή η σύγκρουση είναι γνωστή ως Μάχη της Πελαγονίας (τέλη Ιούλιου 1259).

Η Gill Page στην σελίδα 200 αναφέρεται στην εθνοτική σύσταση του Μοραΐτικου στρατεύματος που έφερε ο Πρίγκηπας Αχαΐας Γουλιέλμος στην Πελαγονία, παραθέτοντας τις αναφορές από τον Ακροπολίτη και από την Ελληνική και Γαλλική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως. Ο Γουλιέλμος, έχοντας γεννηθεί στην Πελοπόννησο ήταν δίγλωσσος. Το ελληνικό χρονικό γράφει ότι μετά την ήττα διαπραγματεύτηκε με τους Νικαιάτες «στα Ρωμαϊκά», ενώ το γαλλικό χρονικό γράφει ότι μιλούσε τα «Γραίκικα» auques bien (= αρκετά καλά).

Moreots-Pelagonia

Ο Ακροπολίτης γράφει (83) ότι ο «Ἁχαΐας πρίγκιψ» Γουλιέλμος έφερε όλον τον στρατό του που αποτελούνταν «από το το Φραγκικό γένος και από τους Ρωμαίους που κατοικούν στην Αχαΐα/Πελοπόννησο ως υποτελείς του, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Λάκωνες». Αυτό το χωρίο έχει ενδιαφέρον γιατί ο Ακροπολίτης κάνει χρήση της εθνοτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας κατά Page. Κατά κανόνα, στην ιστορία του ο Ακροπολίτης προσπαθεί να κάνει νικαιακή προπαγάνδα χρησιμοποιώντας το εθνωνύμιο «Ῥωμαῖοι» με την πολιτική σημασία μόνο για τους Νικαιάτες. Οι Ηπειρώτες κατά κανόνα απορωμαιοποιούνται για λόγους προπαγάνδας και αποκαλούνται «οι άνδρες του αποστάτη Μιχαήλ», «οι δυτικοί», «οἱ ἐνάντιοι τῶν Ῥωμαίων» κλπ. Εδώ του ξεφεύγει μία εθνοτική χρήση του εθνωνυμίου για να προσδιορίσει ως Ρωμαίους άτομα που όχι μόνο δεν είναι υπήκοοι του αυτοκράτορα της Νίκαιας, αλλά πολέμησαν στην Πελαγονία εναντίον του νικαιακού στρατού.

[Ακροπολίτης, 81] Ὁ δὲ ἀποστάτης Μιχαὴλ ἐπεί περ ἑώρα ἤδη οὐκ εἰς καλὸν ἀποβῆναι μέλλειν τούτῳ τὰ πράγματα, ἀντιστῆ ναι ταῖς βασιλικαῖς δυνάμεσιν ἐβεβούλευτο, καὶ πᾶσαν μηχανὴν καὶ πάντα κάλων, τὸ τῆς παροιμίας, κεκίνηκε. καὶ τοὺς μὲν οἰκείους ἁπαξαπλῶς συλλέγδην πάντας συν ήθροισε, συμμαχίαν δὲ οὐ σμικρὰν παρὰ τοῦ ῥηγὸς Σικελίας τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ προσελάβετο· ἀπηρίθμηντο γὰρ οὗτοι εἰς τετρακοσίους ἱππότας, ὅπλοις ἐχυροῖς κατάφρακτοι καὶ ὑψαύχεσιν ἵπποις καὶ ἀγερώχοις ἐποχούμενοι, ἕκαστος τούτων τῶν ἐκ τοῦ σφετέρου γένους ἐκκρίτων τυγχάνοντες. ἅτερος δὲ τούτου γαμβρὸς ὁ Ἀχαΐας πρίγκιψ τὴν πᾶσαν αὐτοῦ στρατιὰν συλλεξάμενος διἑαυτοῦ τὴν πρὸς τὸν αὐτοῦ πενθερὸν συμμαχίαν πεποίηται. ἦγε δὲ οὗτος ἀπειροπληθὲς τὸ ὁπλιτικόν· ἔκ τε γὰρ τοῦ Φραγγικοῦ γένους ἐτύγχανε καὶ ἐκ τῶν οἰκητόρων Ῥωμαίων Ἀχαΐας τε καὶ Πελοποννήσου, ὧν οὗτος ἦρχεν· οἱ πλείους δὲ τοῦ τῶν Λακώνων ὑπῆρχον γένους. Συνήθροιστο γοῦν παμπληθὴς στρατιά, καὶ κατὰ τοῦ αὐταδέλφου τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ σεβαστοκράτορος Ἰωάννου τὴν ὁρμὴν ἐποιοῦντο. ὁ δὲκαὶ γὰρ εἶχε τὰς συμβουλὰς ἀγαθὰς ἐκ τοῦ αὐταδέλφου καὶ βασιλέωςστρατηγικῶς τοὺς ἀντιπάλους μετήρχετο. ἐκεῖνος μὲν γὰρ μετὰ τῶν καταφράκτων καὶ θώραξι κεχρημένων δυνάμεων τὰ ἐχυρώτερα τῶν τόπων ἐκράτει, τοῖς δὲ ἐλαφροτέροις τῶν ὁπλιτῶν καὶ οἷς τὸ κινεῖσθαι ῥᾷον ὡς κουφοτέροις τὴν κατὰ τὰς πεδιά δας μάχην πεποιῆσθαι πρὸς τοὺς ἀντιπάλους προστέταχεν. ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ μὲν ἐκ Σκυθῶν οἱ δὲ ἐκ Τούρκων, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν Ῥωμαϊκῶν φύλων, οἷς καὶ μᾶλλον ἡ τοξεία τὸ ἐπιτήδευμα.

Το «μοραΐτικο φουσσάτο» του πρίγκιπος Ἀχαΐας Γουλιέλμου «ἔκ τε γὰρ τοῦ Φραγγικοῦ γένους ἐτύγχανε καὶ ἐκ τῶν οἰκητόρων Ῥωμαίων Ἀχαΐας τε καὶ Πελοποννήσου, ὧν οὗτος ἦρχεν· οἱ πλείους δὲ τοῦ τῶν Λακώνων ὑπῆρχον γένους»(δηλαδή αποτελούνταν από Φράγγους και Ρωμαίους).

Από την άλλη, οι Νικαιακές «ελαφρότερες» δυνάμεις (ψιλοί τοξότες) «ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ μὲν ἐκ Σκυθῶν οἱ δὲ ἐκ Τούρκων, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν Ῥωμαϊκῶν φύλων» (Σκύθες, Τούρκοι, Ρωμαϊκά φύλα).

Η αγγλική μετάφραση του χωρίου από την Ruth Macrides και οι σημειώσεις της:

Macrides-81

Οι «Φράγγοι τε και Ρωμαίοι» καβαλλάριοι του Μοραΐτικου φουσσάτου και τα «ρωμαίϊκα» στα οποία διαπραγματεύτηκε ο αιχμαλωτισμένος Γουλιέλμος με τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο μετά την μάχη, από την ελληνική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως:

[` 294] Κι ἀφῶν εἶδεν ὁ πρίγκιπας ὅτι ἔφυγε ὁ Δεσπότης
κ᾿ ἐγνώρισε εἰς πληροφορίαν τὸ ἔργον τὸ τοῦ ἐποῖκεν,
κ᾿ ἔμεινεν στὴν Πελαγονίαν οὕτως ἀπεργωμένος,
μόνον μὲ τὰ φουσσᾶτα του ὅπου εἶχε ἐκ τὸν Μορέαν,
κ᾿ ἔξευρεν ὅτι ἔρχετον τοῦ βασιλέως ὁ στόλος
μὲ τὸν Σεβαστοκράτοραν διὰ νὰ τὸν πολεμήσουν·
ὡς φρόνιμος κ᾿ εὐγενικὸς ὅπου ἦτον καὶ στρατιώτης,
κράζει τοὺς κεφαλᾶδες του, τοὺς πρώτους τοῦ φουσσάτου
καὶ ὅλους τοὺς καβαλλαρίους, Φράγκους τε καὶ Ρωμαίους,
καὶ ἄρξετον νὰ τοὺς λαλῇ καὶ νὰ τοὺς συντυχαίνῃ,

[` 308] Καὶ ὅσον ἀποπλήρωσεν ἐτοῦτα ὅπου σᾶς λέγω,
ὁ πρίγκιπας, ὡς φρόνιμος, ρωμαίϊκα τοῦ ἀπεκρίθη·
«Κύρης μου σεβαστοκράτορα καὶ γυναικάδελφέ μου,
πολλὰ ἔχεις τὴν προτίμησιν μεγάλην ἀπὸ ἐμέναν
νὰ λέγῃς καὶ νὰ πολεμῇς, διατὶ εἶμαι εἰς φυλακήν σου.

Πάμε τώρα στην Μάχη της Πελαγονίας.

Οι πηγές μας λένε ότι κάποιοι Φράγκοι ιππότες προσέβαλαν την γυναίκα του Ιωάννη του Νόθου (κόρη του Μεγαλοβλαχίτη = Θεσσαλού Ταρωνά) και, όταν ο τελευταίος πήγε να διαμαρτυρηθεί στον Γουλιέλμο, ο πρίγκιψ Αχαΐας τον προσέλαβε αποκαλώντας τον «άσημο μπάσταρδο» (low-born bastard). Τότε ο Νόθος αυτομόλησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και παρέδωσε την Θεσσαλία στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Όταν ο Δεσπότης Μιχαήλ έμαθε ότι ο γιος του Ιωάννης αυτομόλησε διέταξε τις ηπειρωτικές δυνάμεις του να αποχωρήσουν εν νυκτί. Έτσι έμειναν να πολεμήσουν μόνοι τους οι Μοραΐτες του Γουλιέλμου και οι Γερμανοί  του Μανφρέδου. Η μάχη έληξε με νίκη των Νικαιατών, οι οποίοι αιχμαλώτησαν και τους ιππότες του Μανφρέδου και τον ίδιο τον πρίγκηπα Γουλιέλμο κάπου κοντά στην Καστοριά. Στη συνέχεια ο νικαιακός στρατός διαιρέθηκε στα δύο και, το ένα κλάσμα υπό την ηγεσία του Ιωάννη Παλαιολόγου έφτασε στην Θεσσαλία, ενώ το άλλο κλάσμα υπό την ηγεσία του Στρατηγόπουλου εισέβαλε στην Ήπειρο και κατέκτησε την Άρτα. Ο Δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Κεφαλονιά.

[Nicol, Last, σλδ 32] The Despot Michael’s son John was provoked to anger by some ofthe French knights andthen taunted as a low-born bastard by William of Villehardouin. He deserted to the enemy. Michael himself, and his other son Nikephoros, abandoned their allies in the night. What battle there was at Pelagonia, apart from the preliminary skirmishes, was fought between John Palaiologos on the one side and the French and German cavalry of Villehardouin and Manfred on the other. They fought with the desperation of men betrayed, but they were outclassed. Some escaped but many were captured. Manfred’s knights were rounded up and surrendered. Villehardouin was found hiding near Kastoriòa and taken prisoner. John Palaiologos followed up his victory by marching into Thessaly, while his colleague, Alexios Strategopoulos, invaded Epiros and captured Arta. Michael of Epiros with his son Nikephoros took refuge in the offshore island of Cephalonia.

Και ενώ εκείνη τη στιγμή όλα έδειχναν πως είχε έρθει το τέλος του Δεσποτάτου της Ηπείρου, έναν χρόνο αργότερα, ο Δεσπότης Μιχαήλ επέστρεψε στην Άρτα, ο γιος του Νικηφόρος γύρισε από την Σικελία με ενισχύσεις και ο Ιωάννης Νόθος επέστρεψε στο ηπειρωτικό μαντρί (φέρνοντας φυσικά μαζί του και την Θεσσαλία). Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, έναν χρόνο μετά την μάχη της Πελαγονίας έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη στην Θεσσαλονίκη (πλέον με το αξλίωμα του Δεσπότη), για να φυλάξει τα σύνορα με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

[Nicol, Last, σλδ 32-3] It looked as if the Despotate of Epiros was no more. The battle of Pelagonia seemed to have settled the issue. [… But …] A sense of urgency was introduced into the situation by the news from Greece that the Despot of Epiros had already managed to undo much of the work done at Pelagonia. Rejoined by his repentant son John Doukas he had found his way back to his capital at Arta in 1260. His other son Nikephoros had collected a company of Italian soldiers from Manfred of Sicily. The inhabitants of Epiros had hailed the return of their native ruler with joy and enthusiasm, and the fallen fortunes of the Despotate were beginning to revive. The emperor Michael VIII took the precaution of sending his brother John, now dignified with the title of Despot, back to Thessalonica to keep guard again over the western approaches.

Ο μόνος χαμένος από την μάχη της Πελαγονίας ήταν το Φραγκικό Πριγκηπάτο της Αχαΐας, γιατί είχε χάσει τον ηγεμόνα του μαζί με πολλούς στρατιώτες. Η αιχμαλωσία του Γουλιέλμου  και των λογάδων του αποδείχτηκε πολύ καλό χαρτί για τους Νικαιάτες, γιατί το 1262 (όταν πια είχε ανακτηθεί η Κωνσταντινούπολη εδώ και ένα χρόνο), ο Γουλιέλμος και οι λογάδες άνδρες του απελευθερώθηκαν με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Λακωνίας (Μονεμβασιά, Μυστράς και Μάνη) στους Ρωμαίους. Έτσι το 1262, οι Ρωμαίοι ανακτούν πρόσβαση στην Πελοπόννησο και ο Μυστράς γίνεται το ορμητήριο από το οποίο θα ξεκινήσει η σταδιακή ανάκτηση της Πελοποννήσου.

Το χειμώνα του 1260 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εστίασε όλες τις δυνάμεις του στην ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή τα Ενετικά πλοία φρουρούσαν αποτελεσματικά την Προποντίδα, ο Μιχαήλ έκρινε πως χρειαζόταν επειγόντως ένα στόλο, γιατί πίστευε πως η ανάκτηση της Κων/πόλεως προϋπέθετε την εξουδετέρωση του Ενετικού στόλου. Τότε εμφανίστηκαν στην αυλή του οι Γενοβέζοι προτείνοντας στον Μιχαήλ την εξής συμφωνία: αν τους παραχωρούσε την πόλη της Σμύρνης και τα προνόμια και την ιδιοκτησία των Ενετών στα βυζαντινά μέρη, θα του έδιναν 50 πλοία. Στις 13 Μαρτίου 1261, η συμφωνία επικυρώθηκε με την Συνθήκη του Νυμφαίου.

Δυστυχώς, όταν ο Μιχαήλ  Παλαιολόγος υπέγραφε την Συνθήκη του Νυμφαίου δεν ήξερε ότι λίγους μήνες αργότερα θα έπαιρνε την Βασιλίδα των Πόλεων εντελώς απρόβλεπτα και τυχαία, χωρίς την ανάγκη του γενοβέζικου στολίσκου!

Τον Ιούλιο του 1261, καθώς ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος είχε υπό την ηγεσία του μια μικρή ομάδα 800 ανδρών (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Κουμάνοι) σε μια αποστολή ρουτίνας που αφορούσε την επίβλεψη της Ρωμαιο-Βουλγαρικής μεθορίου, έμαθε από γηγενείς «θεληματάριους» της Σηλυμβρίας (ο όρος «θεληματάριοι» είναι του Παχυμέρη και περιγράφει λατινοκρατούμενους εθνοτικούς Ρωμαίους, ασταθούς νομιμοφροσύνης, αλλά που βοηθούσαν κρυφά τους Ρωμαίους, όταν δεν είχαν φόβο να χάσουν το κεφάλι τους) ότι ο λατινικός στρατός της Κων/πόλεως και ο Ενετικός στόλος έλειπαν σε εκστρατεία και ότι η Κων/πολη ήταν εντελώς απροστάτευτη. Επιπρόσθετα, οι θεληματάριοι του έδειξαν ένα μυστικό πέρασμα από το οποίο μπορούσε να εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Στρατηγόπουλος μαζί με μια μικρή ομάδα εισήλθε νύχτα από το μυστικό πέρασμα και κατάφερε να ανοίξει από μέσα μια πύλη, από την οποία μπήκε το υπόλοιπο στράτευμα.

Η περιγραφή της Gill Page της κατηγορίας «θεληματάριοι» (σλσ 113-114):

thelematarioi

Εδώ έχουμε άλλη μια χρήση της εθνοτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας. Οι θεληματάριοι δεν ήταν ούτε πολιτικοί Ρωμαίοι (= Νικαιάτες), ούτε η «γνώμη» τους ήταν μονίμως υπέρ των Ρωμαίων (= Νικαιατών). Ωστόσο ήταν εθνοτικά Ρωμαίοι λόγω καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας κλπ («αὐτοῖς οὖσι Ῥωμαίοις»).

[Παχυμέρης] Ἦσαν δέ τινες κατοικοῦντες ἀπὸ Χρυσείας τε καὶ ἐπέκεινα, ἀνέτους τὰς γνώμας ἔχοντες, εἴτε πρὸς Ῥωμαίους εἴτε πρὸς Ἰταλοὺς ἐθέλοιεν ἀποκλίνειν, τῶν μὲν Ῥωμαίων προσκειμένων αὐτοῖς οὖσι Ῥωμαίοις, τῶν δἸταλῶν φυλακὴν ἐκ τούτων πιστευόντων ἔχειν διὰ τὸ πρὸς αὐτοὺς σύνηθες· οὐ γὰρ ἦν ἑτέροις πιστεύειν. Τὸ δὲ καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐκδιῶξαι, μὴ καὶ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐρημίας προσέσται. Ἦσαν γοῦν μεταξὺ Ῥωμαίων καὶ Ἰταλῶν καὶ διὰτοῦτο ἐκέκληντο καὶ θεληματάριοι, τὴν ἔξω τῆς πόλεως γῆν καρπιζόμενοι καὶ διαζῶντες ἐκεῖθεν καὶ παρἀμφοτέρων εἰς ἄνεσιν μένοντες, χρῃζόντων ἑκατέρων τῆς ἐκείνων ἀγάπης, ὡς ἄν γε μὴ βλάπτοιντο·

Η ανάκτηση της Πόλεως έγινε τόσο ξαφνικά, ώστε ο Λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β΄ που κοιμόταν στο παλάτι των Βλαχερνών ίσα ίσα που πρόλαβε να μπουκάρει σε ενα ενετικό πλοίο που έφευγε για την Εύβοια, αφήνοντας πίσω τα αυτοκρατορικά του παράσημα (στέμμα και σκήπτρο).

Όταν η Ευλογία ξύπνησε τον αδελφό της Μιχαήλ Η΄ και του είπε τα νέα, ο τελευταίος νόμιζε ότι του έκανε πλάκα! 🙂

Τρεις εβδομάδες αργότερα (15 Αυγούστου 1261), ο Μιχαήλ Η΄ μπήκε για πρώτη φορά στη ζωή του στην Κωνσταντινούπολη, οπου ο Πατριάρχης Αρσένιος τον έστεψε Αυτοκράτορα. Λίγους μήνες αργότερα, ο Μιχαήλ έβαλε να τυφλώσουν τον μικρό Ιωάννη Λάσκαρι (νόμιμος διάδοχος του πατέρα του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι), για να μην προκύψουν προβλήματα διαδοχής στο μέλλον.

Η Βασιλίδα των Πόλεων ήταν πάλι Ρωμαϊκή! Η αυτοκρατορία της Νίκαιας, από αυτήν την στιγμή και μετά, δίνει την θέση της στην ανασυσταθείσα Παλαιολόγειο Αυτοκρατορία, η οποία γύρω στο 1261 είχε τα παρακάτω σύνορα:

map1261

[Nicol, Last, σλδ 33-37] In the winter of 1260 Michael VIII applied all his very considerable diplomatic and military talents to the recovery of Constantinople. Every frontier must be secured, every possible enemy pacified, and every contingency foreseen. Treaties were signed with the Seljuq Turks, the Mongols and the Bulgarians. But Michael’s greatest triumph was to discover allies who could help him break the Venetian defences of Constantinople by sea. The Genoese, ever the rivals of Venice in the trade of the eastern Mediterranean […] they were desperate to find new markets and eager to score over the Venetians in any quarter. If their own chroniclers are to be believed, it was the Genoese themselves who took the initiative in offering their services to the Emperor Michael. Had they not done so it seems probable that he would have invited them in any case. […] Negotiations took place in secret, and on 13 March 1261 a treaty was drawn up at Nymphaion where the Emperor had been spending the winter. It was ratified at Genoa on 10 July.

The Treaty of Nymphaion postulated a permanent alliance between Byzantines and Genoese directed against Venice. Genoa was to put up to 50 ships at the Emperor’s disposal. In return, assuming victory over the Venetian fleet at Constantinople, the merchants of Genoa were to inherit all the concessions formerly enjoyed by the Venetians in Byzantine waters. They would have the right to trade duty-free inall parts of the Byzantine Empire; they would have a monopoly of access to the ports of the Black Sea; they would be granted their own commercial quarter in Constantinople, in Thessalonica and in the other major ports of the Empire; and they would be given absolute possession of the city of Smyrna. All this was a heavy price to pay for the hire of 50 ships. […] For it [the Treaty of Nymphaion] laid the foundations of the Genoese commercial empire in the eastern Mediterranean and the Black Sea, […] After 1261 the trade and economy of Byzantium was to be at the mercy not of one Italian republic but of two, until the resources of the Empire were drained dry and its resistance was at an end.

It was an irony of history that the alliance between Nicaea and Genoa, designed to furnish the necessary ships for an attack on Constantinople, should ever have been concluded. For only a few weeks after it had been signed Constantinople fell without the help or the use of any fleet at all. The recovery of the capital, which had become the raison d’être of the Empire of Nicaea, was achived in the end almost by accident. In July 1261, when his latest truce with the Emperor Baldwin had still a month to run, Michael VIII had sent his general Alexios Stategopoulos with a small army over to Thrace. They were to patrol the Bulgarian frontier and spy out the defences of Constantinople on the land side. When he reached Selymbria on the coast some 30 miles west of the city, Strategopoulos learnt from some of the local farmers that almost all the Latin garrison and Venetian fleet were at the moment away on a raiding party in the Black Sea. The city lay undefended except by its massive walls. But Strategopoulos was told of a secret passage under the walls and of a spot where scaling-ladders could probably be erected. The opportunity seemed to good to miss, and in the dead of night Strategopoulos and some of his soldiers made their way, guided by the locals, under or over the walls. They surprised the guard at the Gate of the Fountain and hacked it open from inside before the alarm could be raised. On 25 July a Byzantine army was once again in possesion of a part of Constantinople.

[…] There was some fighting in the streets, but by the break of day it was seen that the Byzantines had taken control of the land walls. The Latin Emperor Baldwin was asleep in the Blachernai Palace at the northern end of the walls. He was roused by the noise and confusion, and as the Byzantine troops advanced upon him he gave up all hope and ran down to the harbour, where he boarded a Venetian merchant ship and sailed way to Euboia. His escape was so abrupt that he had no time to pack his crown and sceptre; they were found abandoned in the palace. To forestall the return of the Latins from the Black Sea, Strategopoulos acred on the advice of onw of the Greek inhabitants of the city and set fire to the buildings and warehouses of the Venetians along the Golden Horn; […] All that the Venetians could do was to salvage what was left from the flames and sail away. Refugees swarmed aoard the ships and the fleet made off for the Venetian island of Euboia.

[…] The Emperor Michael VIII was asleep in his camp at Meteorion some 200 miles away when the good news was brought to him. The first to hear it was his sister Eulogia. She woke him gently by tickling his toes and announced that he was master of Constantinople. At first Michael refused to believe the story.

[…] Not until three weeks later, when he had made fitting preparations for moving the seat of the Byzantine government back to its proper home, did Michael make the journey to Cosntantinople. On 15 August 1261, the Feast of the Dormition of the Virgin, he enetered the Golden Gate at the southwest corner of the city, and from there, after a prayer of thanksgiving, walked in solemn procession to the cathedral of St Sophia. It was through the Golden Gate that emperors returning in triumph from war were accustomed to re-enter their capital. But the entry of Michael Palaiologos, an emperor who had been born in exile and who had never seen the city, was of a different nature. […] When the liturgy had been celebrated in St. Sophia, the Patriarch Arsenios performed a second coronation ceremony. Michael and his wife Theodora were crowned Emperor and Empress, and their son, aged two, was proclaimed heir-presumptive to the throne. The legitimate Emperor, the young John IV Laskaris, had been left neglected in Nicaea. Within a few months he was to be blinded and confined to a castle on the Sea of Marmora. Tradition had it that blindness disqualified a man for the role of Byzantine Emperor. [ …] The dynasty of Laskaris, which had held the pass for 57 years, was to be repalced by the dynasty of Palaiologos.

Στις επόμενες αναρτήσεις θα περιγράψω το υπόλοιπο της βασιλείας του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου μέχρι τον θάνατό του το 1282. Η επόμενη (δεύτερη) ανάρτηση, ειδκότερα, θα έχει ως θέμα την πρώτη εξαετία μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261-1267).

3 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Ο Ζουράρις και η βλακώδης επιχειρηματολογία του περί συνέχειας

Οι περισσότεροι πιστεύω ότι έτυχε να δείτε την ομιλία του Ζουράρι στην Βουλή, με την οποία ο κατά φαντασίαν λόγιος πιστεύει ότι «απέδειξε» τη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας.

Εδώ πρέπει να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που ακούω το Ζουράρι να μιλάει, θυμάμαι την φράση από την τανία Ace Ventura: Pet detective:

“You see, the engine is running, but there’s nobody behind the wheel.”

«Βλέπεις, η μηχανή δουλεύει, αλλά δεν υπάρχει κανένας πίσω από το τιμόνι.» 🙂

Αυτή εδώ είναι η «αποδεικτική» ομιλία του Ζουράρι, με την οποία ο ίδιος, λόγω της απύθμενης άγνοιάς του και των ιδεών ανοήτου μεγαλείου που τον χαρακτηρίζουν, πιστεύει ότι έβαλε στην θέση του αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «σκῶρ» (με πληθυντικό τα σκατά, ετερόκλιτο ουδέτερο r/n).

Ζουράρις #1 [02:30] Όταν μιλάς για ασυνέχεια πρέπει να μας πεις επιστημονικά σε ποιο σημείο [και] πότε τελείωσε ο Ελληνισμός.

Με άλλα λόγια, ο εικαιορρήμων (εἰκαῖος = άσκοπος, άχρηστος) και ακριτόμυθος Ζουράρις ρωτάει να μάθει πότε συνέβη η ρωγμή στη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας, η οποία προκάλεσε την ασυνέχεια.

Λοιπόν, ο πατέρας της Σύγχρονης Εθνολογίας Fredrik Barth στο βιβλίο “Ethnic Groups and Boundaries” (1969, βιβλίο που σήμερα θεωρείται ως το πρώτο πόνημα σύγχρονης εθνολογίας) πολύ απλά λέει πως, για να κατανοήσουμε την εθνοτικότητα (ethnicity) ως φαινόμενο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο εθνοτικό τοιχίο (ethnic boundary) «εμείςαυτοί (οι άλλοι)» και στις συνειδητές και υποκειμενικές διαδικασίες κοινωνικής διαπραγμάτευσης με τις οποίες αυτό ανεγείρεται, διατηρείται ή/και αναδιαμορφώνεται.

Η συνειδητή διατήρηση ενός στατικού εθνοτικού τοιχίου σημαίνει εθνοτική «συνέχεια», ενώ η αναδιαμόρφωσή του σημαίνει εθνοτική «ασυνέχεια» και επανεθνοτισμό.

Fredrik-Barth

Μετάφραση:

Τα τοιχία των εθνοτικών ομάδων

Το κυρίως θέμα πάνω στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η [εθνολογική] έρευνα, από αυτήν την άποψη (δλδ την συνειδητοποίηση ότι οι εθνοτικές ομάδες δεν είναι απλά αναπαραγόμενες βιολογικές οντότητες αλλά κοινωνικές συλλογικότητες που διαπραγματεύονται συνεχώς την έννοια του «εμείς»), γίνεται πια το εθνοτικό τοιχίο που αφορίζει την εθνοτική ομάδα και όχι το περιεχόμενο που αυτό περιέχει. Τα τοιχία αυτά είναι φυσικά κοινωνικά (δλδ κοινωνικές (εφήμερες) κατασκευές) […] Αν μία εθνοτική ομάδα διατηρεί την ταυτότητά της όταν τα μέλη της αλληλεπιδρούν [κοινωνικά] με άλλους, αυτό προϋποθέτει κριτήρια καθορισμού του ανήκειν (membership) και τρόπους σημάνσεως του ανήκειν και μη ανήκειν (αποκλεισμός, exclusion).

Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» πρέπει να εξεταστεί τόσο σε συγχρονικό επίπεδο όσο και σε διαχρονικό. Αν σκεφτούμε τον ιστορικό χρόνο σαν τον άξονα ενός σαλαμιού, το συγχρονικό τοιχίο είναι η διάκριση «εμείς-αυτοί» στην παρούσα χρονική τομή (φέτα του σαλαμιού) ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιοι είμαστε «εμείς» τώρα και ποιοι είναι οι τωρινοί «άλλοι»;

Το διαχρονικό εθνοτικό τοιχίο είναι η προβολή στο παρελθόν της εθνοτικής διάκρισης «εμείς-αυτοί» ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιους θεωρούμε εμείς τώρα ως προγόνους μας και ποιους δεν θεωρούμε ως προγόνους μας σε μια προγενέστερη χρονική τομή;

salami

Όπως ήδη έχω αναφέρει, κάθε φορά που υπάρχει αναδιαμόρφωση σε αυτά τα δύο τοιχία «εμείς-αυτοί» υπάρχει εθνοτική ασυνέχεια ή, διαφορετικά, επανεθνοτισμός.

Ο Πλούταρχος κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα πίστευε πως ήταν Έλλην, απόγονος των προγενέστερων ενδόξων Ελλήνων (των οποίων τους βίους περιγράφει στα πάμπολλα βιβλία του και των οποίων τα λόγια παραθέτει, όταν αυτοί οι προγενέστεροι Έλληνες πρόγονοί του χαρακτήριζαν τους Ρωμαίους ως βάρβαρους και αλλόφυλουςκαι θεωρούσε τους Ρωμαίους της εποχής του ως βάρβαρους/αλλόφυλους κατακτητές αλλά, επειδή ο Τίτος Φλαμινίνος ήταν χρηστός και λογικός άρχων, αυτό έκανε τους Ρωμαίους υποφερτή «αλλόφυλη αρχή» της Ελλάδος η οποία, επειδή προτιμά τις συνηθισμένες μορφές αυτοδιακυβέρνησής της, δεν αγάπησε εύκολα τους «αλλόφυλους αφέντες» της.

[Πλούταρχος, Φλαμινίνος, 2.4]

δ᾽ Ἑλλὰς οὔπω πολλὰ συνενηνεγμένη Ῥωμαίοις, ἀλλὰ τότε πρῶτον ἐπιμιγνυμένη ταῖς πράξεσιν, εἰ μὴ φύσει τε χρηστὸς ἦν ἄρχων καὶ λόγῳ μᾶλλον πολέμῳ χρώμενος, ἐντυγχάνοντί τε προσῆν πιθανότης καὶ πρᾳότης ἐντυγχανομένῳ καὶ τόνος πλεῖστος ὑπὲρ τῶν δικαίων, οὐκ ἂν οὕτως ῥᾳδίως ἀντὶ τῶν συνήθων ἀλλόφυλον ἀρχὴν ἠγάπησε. ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ δηλοῦται.

Ειδικότερα, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι κάποιος Ρωμαίος χαρακτήρισε τον Φιλοποίμενα ως «τον έσχατον των Ελλήνων» (τον τελευταίο των (ένδοξων) Ελλήνων), γιατί μετά από αυτόν η Ελλάς δεν γέννησε κανέναν άξιο άνδρα. Επίσης, στον Βίο του Αράτου, ο ίδιος ο Πλούταρχος θεωρεί ότι η ανάκτηση του Ακροκορίνθου από τους Αχαιούς του Αράτου και η εκδίωξη της Μακεδονικής/βασιλικής φρουράς από εκεί ήταν «η έσχατη Ελληνική πράξη». Άντε τώρα ο Ζουράρις να καταλάβει γιατί η εκδίωξη των Μακεδόνων από τον Ακροκόρινθο θεωρείται από τον Πλούταρχο ως  «η τελευταία (ένδοξη) Ελληνική πράξη», αλλά αυτό είναι για άλλη ανάρτηση.

[Πλούταρχος, Φιλοποίμην, 1.4]

αὐτοί γε μὴν ἐν τοῖς ἄλλοις ἔργοις καὶ τὴν Φιλοποίμενος ἐποιοῦντο παίδευσιν, ὡς κοινὸν ὄφελος τῇ Ἑλλάδι τὸν ἄνδρα τοῦτον ὑπὸ φιλοσοφίας ἀπεργασόμενοι. καὶ γὰρ ὥσπερ ὀψίγονον ἐν γήρᾳ ταῖς τῶν παλαιῶν ἡγεμόνων ἐπιτεκοῦσα τοῦτον ἀρεταῖς Ἑλλὰς ἠγάπησε διαφερόντως καὶ συνηύξησε τῇ δόξῃ τὴν δύναμιν. Ῥωμαίων δέ τις ἐπαινῶν ἔσχατον αὐτὸν Ἑλλήνων προσεῖπεν, ὡς οὐδένα μέγαν μετὰ τοῦτον ἔτι τῆς Ἑλλάδος ἄνδρα γειναμένης οὐδὲ αὑτῆς ἄξιον.

[Πλούταρχος, Άρατος, 24.1-2]

δὲ Ἄρατος εὐθὺς τό τε Ἡραῖον ὑφ᾽ ἑαυτῷ καὶ τὸ Λέχαιον ἐποιήσατο: καὶ νεῶν μὲν εἰκοσιπέντε βασιλικῶν ἐκυρίευσεν, ἵππους δὲ πεντακοσίους καὶ Σύρους τετρακοσίους ἀπέδοτο τόν τε Ἀκροκόρινθον ἐφύλαττον οἱ Ἀχαιοὶ τετρακοσίοις ὁπλίταις καὶ πεντήκοντα κυσὶ καὶ κυνηγοῖς ἴσοις ἐν τῷ φρουρίῳ τρεφομένοις.

Οἱ μὲν οὖν Ῥωμαῖοι τὸν Φιλοποίμενα θαυμάζοντες Ἑλλήνων ἔσχατον προσηγόρευον, ὡς μηδενὸς μεγάλου μετ᾽ ἐκεῖνον ἐν τοῖς Ἕλλησι γενομένου: ἐγὼ δὲ τῶν Ἑλληνικῶν πράξεων ταύτην ἐσχάτην καὶ νεωτάτην φαίην ἂν πεπρᾶχθαι, τοῦτο μὲν τόλμῃ, τοῦτο δὲ τύχῃ ταῖς ἀρίσταις ἐνάμιλλον, ὡς ἐδήλωσεν εὐθὺς τὰ γινόμενα.

Από ένα σημείο και μετά, οι ελληνικές πόλεις-κράτη και τα Κοινά απώλεσαν κάθε ουσιαστική δυνατότητα αυτονομίας σε μείζονα θέματα και δεν κουνιόταν ούτε φύλλο αν δεν το ενέκρινε η «ἀλλόφυλος ἀρχή» των Ρωμαίων. Το μόνο που μπορεί να κάνει ένας Έλληνας σήμερα, γράφει αλλού ο Πλούταρχος, είναι να ασχοληθεί με τα τοπικά κοινά της πόλης του και να έχει ισχυρούς Ρωμαίους φίλους, γιατί οι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους. Αλλού ο Πλούταρχος συμβουλεύει τους σύγχρονούς του Έλληνες να μην προσπαθήσουν να μιμηθούν τις ένδοξες πράξεις [ελευθερίας] των προγόνων τους, επειδή δεν είναι καιροί για τέτοια γελοία πράγματα. Η Ρωμαϊκή αιχμή ήταν νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρούσε ατασθαλίες.

[Πλούταρχος, Πολιτικά Παραγγέλματα, 814α]

τὰ μὲν γὰρ μικρὰ παιδία τῶν πατέρων ὁρῶντες ἐπιχειροῦντα τὰς κρηπῖδας ὑποδεῖσθαι καὶ τοὺς στεφάνους περιτίθεσθαι μετὰ παιδιᾶς γελῶμεν, οἱ δ᾽ ἄρχοντες ἐν ταῖς πόλεσιν ἀνοήτως τὰ τῶν προγόνων ἔργα καὶ φρονήματα καὶ πράξεις ἀσυμμέτρους τοῖς παροῦσι καιροῖς καὶ πράγμασιν οὔσας μιμεῖσθαι κελεύοντες ἐξαίρουσι τὰ πλήθη, γέλωτά τε ποιοῦντες οὐκέτι γέλωτος ἄξια πάσχουσιν, ἂν μὴ πάνυ καταφρονηθῶσι. πολλὰ γὰρ ἔστιν ἄλλα τῶν πρότερον

Επιπλέον, μετά από τρεις αιώνες αδιατάρακτης εξουσίας, όπως παραδέχεται και η Ελληνίδα ποιήτρια Μελιννώ στον Ύμνο της υπέρ της Ρώμης, η Μοίρα φαινόταν να είχε δώσει στην «δαΐφρονα άνασσα» και «Άρηος θυγατέρα» Ρώμη το «βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής.» Η Μελιννώ μάλλον ήταν από τους Επιζεφύριους Λοκρούς αλλά, επειδή προσπάθησε να μιμηθεί την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς, σχηματίστηκε η λάθος εντύπωση κατά την ύστερη αρχαιότητα ότι ήταν Λέσβια.

Romans-barbariansΟ Ύμνος της Μελιννούς για την Ρώμη:

melinno-rome

Χαίρε μοι Ῥωμα, θυγάτηρ Ἄρηος,

χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσα,

σεμνὸν ἃ ναίεις ἐπὶ γᾶς Ὄλυμπον

αἰὲν ἄθραυστον.

Σοι μόνᾳ, πρέσβιστα, δέδωκε Μοῖρα

κῦδος ἀρρήκτω βασιλῇον ἀρχᾶς,

ὄφρα κοιρανῇον ἔχοισα κάρτος

ἁγεμονεύεις

«Χαίρε Ρώμη, θυγάτηρ Άρηος, χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσασε εσένα μόνον, ω πρέσβιστη, έχει δώσει η Μοίρα βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής

δαΐφρων ἄνασσα = Βασίλισσα με μαχητικό φρόνημα

βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής = βασιλική δόξα αδιάκοπης (δλδ αιώνιας) εξουσίας.

Στην παρακάτω σελίδα παραθέτω την περιγραφή της άποψης του Πλουτάρχου για τους Ρωμαίους και τους «πάλαι καὶ νῦν» Έλληνες από τον Αντώνη Καλδέλλη στις σελίδες 55-6 του Hellenism in Byzantium:

kaldellis-plutarch

Επαναλαμβάνω το identikit του Πλουτάρχου:

  1. Ομόφυλοί μου Συνέλληνες, «εμείς» είμαστε Έλληνες, απόγονοι των ενδόξων [Ελλήνων] προγόνων μας που έχουμε κατακτηθεί από «αυτούς» τους βάρβαρους/αλλόφυλους Ρωμαίους, οι οποίοι είναι μια υποφερτή αλλόφυλος αρχή, επειδή δεν είναι εντελώς βάρβαροι.
  2. Δεν είναι καιρός «εμείς» να μιμηθούμε τις ένδοξες πράξεις των Ελλήνων προγόνων μας, αλλά είναι καιρός να σκύψουμε το κεφάλι, γιατί «αυτή» η Ρωμαϊκή αιχμή είναι νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρεί ανόητες ατασθαλίες.
  3. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε «εμείς» οι νυν Έλληνες είναι να γίνουμε «βλαχοδήμαρχοι» στις πόλεις μας και ν΄αποκτήσουμε ισχυρούς Ρωμαίους φίλους για κάνα ρουσφέτι, γιατί «αυτοί» οι αλλόφυλοι/βάρβαροι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους.

Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» που έχει ανεγείρει ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρο.

Σχεδόν έναν αιώνα μετά τον Πλούταρχο, ο ελληνόφωνος Ρωμαίος συγκλητικός από την Βιθυνία Δίων ο Κάσσιος είναι ο πρώτος γνωστός εκρωμαϊσμένος ελληνόφωνος και το άκρως αντίθετο του Πλουτάρχου. Ίσως ήταν εξαίρεση στην εποχή του, αλλά ήταν ο πρόδρομος αυτών που ακολούθησαν. Συνέγραψε στην Ελληνική μία Ρωμαϊκή Ιστορία, η οποία περιγράφει τα πράγματα από την Ρωμαϊκή οπτική γωνία. Ήταν η αγαπημένη πηγή των «Βυζαντινών» για την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία και ο «βυζαντινός» διοικητής του θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος, που έγραψε γύρω στο 1070, τον χαρακτηρίζει «Δίωνα τον Ρωμαίο» για να τον ξεχωρίσει από τον «Δίωνα τον Χρυσόστομο».

Dion

Από τη μια, ο πολιτικός εκρωμαϊσμός των ελληνοφώνων αρχίζει σταδιακά να διαβρώνει την εθνοτική αντίθεση Έλλην-Ρωμαίος ενώ, από την άλλη, οι Ρωμαίοι αρχίζουν να διαβρώνουν την αντίθεση Έλλην-βάρβαρος, όταν υιοθετούν τον όρο «βάρβαρος» για τους μη Ρωμαίους (ιδίως αυτούς που κατοικούσαν στο Barbaricum εκτός της αυτοκρατορίας). Τέλος, ο Χριστιανισμός ανεγείρει ένα νέο θρησκευτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» μεταξύ των νυν ελληνόφωνων Χριστιανών και των πάλαι και νυν πολυθεϊστών «Ἑλλήνων».

Μετά το 400 μ.Χ. η κυρίαρχη σημασία του όρου «Ἕλλην» είναι αυτή με την οποία χρησιμοποιεί τον όρο ο Χριστιανισμός: «Ἕλλην» είναι πια ο «δυσσεβής» πολυθεϊστής, για το 90% περίπου του πληθυσμού της αυτοκρατορίας που είναι πια χριστιανικό και, από τον Θεοδόσιο και μετά, ζει σε μια επισήμως «Φιλόχριστο των Ρωμαίων Πολιτεία».

Στα χρόνια του Ιουστινιανού, στον επίσημο νομικό κώδικα του κράτους, «οι Ἕλληνες» είναι οι «δυσσεβείς, μυσαροί, ανόσιοι, αλιτήριοι, νοσούντες από “ανοσιομανία” και δήθεν παιδευόμενοι (επειδή μορφώνονται στην λάθος και «θύραθεν/έξωθεν» παιδεία), εξαιτίας των οποίων η Φιλόχριστος των Ρωμαίων Πολιτεία πλήττεται από την δίκαια οργή του φιλάνθρωπου Θεού.» Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί απαντούν στο άρθρο [CJ, 1.11] του Ιουστινιανικού κώδικα που φέρει τον τίτλο De Pagani/Περὶ Ἑλλήνων.

CJ-1-11

Αν δούμε τι πιστεύουν οι «Βυζαντινοί» κατά την περίοδο 600-1000 μ.Χ θα δούμε ότι έχουν διαβρωθεί/αναδιαμορφωθεί όλα τα εθνοτικά τοιχία του Πλουτάρχου και έχει ανεγερθεί ένα νέο θρησκευτικό.

Εδώ κάθε νοήμον πρωτεύον που ξέρει να μετράει μέχρι το 10 είναι σε θέση να καταλάβει ότι μεταξύ Πλουτάρχου και των πρώιμων Βυζαντινών έχει συμβεί ένας ριζικότατος επανεθνοτισμός και, κατά συνέπεια, υπάρχει μια σαφέστατη εθνοτική ασυνέχεια στην διαχρονική ελληνόφωνη κοινότητα.

Ενώ για τον Πλούταρχο «οι πρόγονοί μας» ήταν οι παλαιότεροι [ελεύθεροι] Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι βάρβαροι/αλλόφυλοι κατακτητές, οι ελληνόφωνοι πρώιμοι «Βυζαντινοί» πιστεύουν ότι είναι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι» (= Ρωμαίοι που έμαθαν να μιλάνε Ελληνικά), ότι η «πάτριος/πατρώα» (προγονική) γλώσσα τους ήταν τα Λατινικά, ότι οι πρόγονοί τους ήταν οι «Πάλαι Ῥωμαῖοι» που ίδρυσαν την Ἀρχή τῶν Ῥωμαίων/Ῥωμαίων Πολιτεία (Imperium Romanum, Res Publica Romana) και, τέλος, πιστεύουν ότι οι [αρχαίοι] Έλληνες ήταν οι «δυσσεβείς» και «μυσαροί» εχθροί των Χριστιανών προγόνων τους. Πριν από κάθε μάχη του 10ου μ.Χ. αιώνα, τα εμψυχωτικά λόγια ενός «βυζαντινού» στρατηγού προς τους «βυζαντινούς» στρατιώτες του είναι «θυμηθείτε ότι είστε Ρωμαίοι!»

Οι ελληνόφωνοι ως «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι»:

Οι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαῖοι» πλέον λένε τις clausurae κλεισούρες και τον rationalis λογοθέτη.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.25] κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιάυτας ὁδούς καλοῦσι Ῥωμαίοι.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.128] λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαίοι.

Οι «πάλαι Ρωμαίοι» που για τον Πλούταρχο ήταν «ἀλλόφυλοι», για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Θεόφιλο είναι οι αγαθοί τα πολέμια πρόγονοι των Ρωμαίων στρατιωτών του και ζητάει  από τους τελευταίους να επανακτήσουν την πολεμική αρετή των Ρωμαίων προγόνων τους (πρὸς τὴν τῶν προγόνων Ῥωμαίων ἐπανάγεσθαι ἀρετὴν).

capillare

Για τον Πλούταρχο ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας «αλλόφυλος Ρωμαίος». Για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, αντίθετα, ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας εκ των «ὅτε βασιλέων» που μιλούσε την «πάτριο Ρωμαϊκή φωνή» την οποία, μετά τον Ηράκλειο, οι «ἑλληνίζοντες» διάδοχοί του Καίσαρα απέβαλαν.

ConstPorph-patrios

Για τον Ιωάννη Κυριώτη τον Γεωμέτρη, ο Ιούλιος Καίσαρ είναι ο ένδοξος αγαθός τα πολέμια πρόγονος των «Αὐσονίων» (= γνήσιων Ρωμαίων, «βυζαντινών») τον οποίο καλεί ν΄αναστηθεί και να πάρει γρήγορα τα όπλα (ὅπλα λάμβανε θᾶττον), επειδή τα τόξα των «Μυσών» (Βουλγάρων) αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τα δόρατα των «Αυσονίων» και ο «Ίστρος » (Βουλγαρία) κατάφερε να πάρει το στεφάνι της «Ρώμης» (αναφέρεται στην ταπεινωτική ήττα του νεαρού Βασιλείου Β΄ από τον Τσάρο Σαμουήλ στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού το 986).

Ausonians-Geometres

Για τον Πλούταρχο, η gens Fabia ήταν ένας αριστοκρατικός οίκος των «αλλόφυλων Ρωμαίων». Για τον Ατταλειάτη ήταν οι «πάλαι Ῥωμαίοι» και οι πρόγονοι των Φωκάδων και του Νικηφόρου Βοτανειάτη.

Ἐκ τούτων οὖν, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ καὶ ἡ τοῦ γένους ἀναφορὰ περιάγει, οἱ Φωκάδες αὐτοὶ καταγόμενοι τὴν τε περιφάνειαν ἄνωθεν ἔσχον καὶ τὸ τῆς ἀνδρίας ἀλκιμώτατον καὶ ἀνύποιστον ἐκ τῶν ἐκείνων Φαβίων, ὥς που διὰ βίβλου τινὸς παλαιᾶς ἐχειραγωγήθην ποτέ, τὴν ἀρχὴν τοῦ γένους ἐφέλκοντες. Οὖτοι δὲ οἱ Φάβιοι ἐν τῇ παλαιᾷ Ῥώμῃ τὰς πρώτας ἔσχον ἀρχὰς καὶ τιμὰς καὶ ῥίζα πάντων τῶν εὐγενῶν καὶ κατὰ χεῖρα καρτερῶν ἐγνωρίζοντο καὶ οὐδεὶς τούτων ἐσφάλη ποτὲ περὶ πολέμους καὶ κινδύνους ἀγωνιζόμενος.

Μετάφραση: Εκ τούτων λοιπόν, όπως δείχνει η διήγηση και περιγραφή της καταγωγής, αυτοί οι Φωκάδες κατάγονται από τους ξακουστούς Φαβίους, από τους οποίους έχουν κληρονομήσει την περιφάνεια και το αλκιμώτατο (= τολμηρό) και ανύποιστο (=ακαταμάχητο) της ανδρείας τους. Αυτοί οι Φάβιοι κατείχαν τα υψηλότερα αξιώματα και τιμές στην Παλαιά Ρώμη και ήταν η ρίζα όλόκληρης της αριστοκρατίας και όλων των «κατὰ χεῖρα καρτερῶν» ανδρών (~ τρανών πολεμιστών). Ουδείς εξ αυτών ουδέποτε απέτυχε αγωνιζόμενος σε πολέμους και κινδύνους.

Όσο για την Λατινική ως την «πάτριο/πατρώα» (=προγονική) γλώσσα των «βυζαντινών» (ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων), εκτός από το χωρίο του Πορφυρογέννητου που παρέθεσα παραπάνω, υπάρχουν άλλες δύο αναφορές.

Ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης που εξιστόρησε γύρω στο 630 μ.Χ. τα γεγονότα της βασιλείας του Μαυρικίου πολλάκις αναφέρεται στην «Λατινίδα φωνή» ως την «πάτριο/πατρώα», «επιχώριο» και «συνήθη» γλώσσα των Ρωμαίων, στους οποίους πιστεύει ότι ανήκει, ασχέτως αν έγραψε την ιστορία του σε αυτήν που ονομάζει ως «εὐγενίδα Ἑλλάδα γλῶττα» (εννοεί την κλασική γλώσσα στην οποία γράφει και όχι την «ἰδιώτιδα» φωνή του απλού κόσμου).

skulka

[…] τῆς διαφρουρᾶς κατημέλησεν, ἣν σκούλκαν σύνηθες τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν.

Η «διαφρουρά», στην πάτριο φωνή των [νῦν ἑλληνιζόντων] Ρωμαίων λέγεται «σκούλκα».

Θα καταλάβετε τον δημώδη λατινικό όρο «σκούλκα» μόλις σας δώσω τον ορισμό του όρου «σκουλκάτωρες» από τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού.

[Τακτικά, 4.26] Σκουλκάτωρες δὲ οἱ κατάσκοποι λέγονται οἵτινες μανθάνοντες τὰ τῶν ἐχθρῶν ἀπαγγέλλουσιν.

«Σκουλκάτωρες», λοιπόν, είναι οι κατάσκοποι που στέλνονται για να κρυφακούσουν αυτά που λένε οι εχθροί. Ευχαριστώ τον Simplizissimus που μου υπέδειξε πως ο όρος ανάγεται στο λατινικό exculcatores = « πρόσκοποι» και όχι στο auscultatores = «ακουστές»,  όπως νόμιζα μέχρι τώρα.

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής που έγραψε την Χρονογραφία του κατά την περίοδο 810-814 μ.Χ., όταν περιγράφει μια ρωμαϊκή εκστρατεία του 587 μ.Χ. κατά των Αβάρων στην Θράκη, γράφει:

ἑνὸς γὰρ ζώου τὸν φόρτον διαστρέψαντος, ἕτερος τὸν δεσπότην τοῦ ζώου προσφωνεῖ τὸν φόρτον ἀνορθῶσαι τῇ πατρῴᾳ φωνῇ· τόρνα, τόρνα, φράτερ.” καὶ ὁ μὲν κύριος τῆς ἡμιόνου τὴν φωνὴν οὐκ ᾐσθάνετο, οἱ δὲ λαοὶ ἀκούσαντες καὶ τοὺς πολεμίους ἐπιστῆναι αὐτοῖς ὑπονοήσαντες εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, “τόρνα, τόρναμεγίσταις φωναῖς ἀνακράζοντες. ὁ δὲ Χαγάνος μεγάλην δειλίαν περιβαλόμενος ἀκρατῶς ἔφυγεν. καὶ ἦν ἰδεῖν Ἀβάρους τε καὶ Ῥωμαίους ἀλλήλους διαδιδράσκοντας, μηδενὸς διώκοντος.

Κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης, βλέποντας ότι ο φόρτος πάνω σε σε έναν νωτοφόρο ημίονο ήταν έτοιμος να πέσει, προσεφώνησε προς τον δεσπότη (χειριστή) του ζώου στην πατρώα φωνή «τόρνα, τόρνα φράτερ!» («γύρνα (τον), γύρνα (τον), αδελφέ! (τον φόρτο)»). Οι δε λαοί (οι υπόλοιποι στρατιώτες) κατάλαβαν ότι με το «τόρνα, τόρνα!» εννοούσε «γύρνα (πίσω), γύρνα (πίσω)!» και, πανικόβλητοι, άρχισαν να υποχωρούν ατάκτως. Το περίεργο του συμβάντος είναι ότι και οι Άβαροι υποχώρησαν πανικόβλητοι, κάτι που γεννά το ερώτημα ποια ήταν η lingua franca των ετερογενών αβαρικών εκστρατευτικών σωμάτων; Στα αβαρικά στρατεύματα υπήρχαν, εκτός από τους μάλλον τουρκόφωνους Αβάρους, γερμανόφωνοι Γήπες/Γήπιδες, Σλάβοι και, μεταξύ άλλων, αυτόμολοι Ρωμαίοι). Μήπως η lingua franca του Αβαρικού Χαγανάτου ήταν η δημώδης Λατινική της εποχής; Τέλος πάντως, δεν είναι αυτό το θέμα της παρούσης αναρτήσεως.

Οι ελληνόφωνοι «Βυζαντινοί» (δηλαδή οι μεσαιωνικοί ελληνίζοντες Ρωμαίοι) όχι μόνο θεωρούσαν ως προγόνους τους «αλλόφυλους Ρωμαίους» του Πλουτάρχου και τη λατινική γλώσσα αυτών ως την «πάτριο/πατρώα» γλώσσα τους, αλλά θεωρούσαν τον ίδιο τον Πλούταρχο «ἀλλότριο». Ο δάσκαλος του Μιχαήλ Ψελλού Ιωάννης Μαυρόπους (ανήκε στο ίδιο λόγιο ρεύμα με τον Ψελλό που ισχυρίζεται στα γραπτά του ότι μόνος του αναβίωσε την λησμονημένη μελέτη της Ελληνικής φιλοσοφίας) σε ένα ποίημά του ζητάει από τον Χριστό, αν έχει διάθεση να σώσει [από την καταδίκη στην κόλαση] την ψυχή κάποιων αλλότριων, ας σώσει τις ψυχές του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου.

εἴπερ τινός βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων

τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,

Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι,

ἄμφω γάρ εἰσι καί λόγον καί τόν τρόπον

τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες,

εἰ δ’ ἠγνόησαν ὡς Θεός εἶ τῶν ὅλων,

ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον

δι’ ἥν ἅπαντας δωρεάν σῲζειν θέλεις.

Εδώ φυσικά, ο όρος «ἀλλότριος» σημαίνει ειδικά «αλλόπιστος», δηλαδή ο Πλάτων και ο Πλούταρχος είναι «Ἕλληνες» (=μη Χριστιανοί) όπως είναι και οι μουσουλμάνοι Άραβες και οι ζωροαστριστές Πέρσες, καθώς και οι τεγκριστές Βούλγαροι και οι Ρώς πριν από τον εκχριστιανισμό τους.

hellenes-polytheists

Στο [10:40] του παρακάτω βίντεο, η Αρβελέρ αναφέρει τα λόγια με τα οποία ο Πατριάρχης Φώτιος ανακοίνωσε τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής.

«Έχω την ευχάριστη είδηση να σας πω ότι το Βουλγαρικόν έθνος απεποιήθη την Ελληνικήν [του] ειδωλολατρεία και έγινε χριστιανόν […]»

Η «ελληνική ειδωλολατρεία» των (στεπαίων/τουρκόφωνων) Βουλγάρων ήταν ο Τεγκρισμός (ο Τεγκρί ήταν ο Τουρκομογγολικός θεός του Ουρανού).

Τις «ελληνικές» θυσίες και τα «ελληνικά» όργια που οι παγανοί «Ταυροσκύθες» Ρως κληρονόμησαν από τον «Σκύθη» Αχιλλέα και τους Μυρμιδόνες του, τα έχω περιγράψει εδώ, ενώ εδώ έχω περιγράψει τον αυτοχαρακτηρισμό του Ζωροάστρη Σασσανίδη βασιλέα Χοσρόη Β΄ ως «Έλληνα» (σε αντίθεση με την Χριστιανή γυναίκα του «Σειρέμ»/Shirin), σε μια επιστολή του στα Ελληνικά που διέσωσε ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης.

Επομένως, για να περάσω στις άλλες κοτσάνες του Ζουράρι, η απάντηση στην ερώτηση του «πότε συνέβη η ασυνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας;» είναι κατά τον βαθμιαίο επανεθνοτισμό και την αναδιαπραγμάτευση ταυτοτήτων που υπέστησαν οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατά την περίοδο 350-600 μ.Χ. Ο όρος που περιγράφει αυτή τη διαδικασία είναι «εκρωμαϊσμός» (romanization).

Τα λόγια του Αντώνη Καλδέλλη για το θέμα, σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχε με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Μελέτης του Δυτικού Πολιτισμού στο Texas Tech Steve Balch μπορείτε να τα ακούσετε στο [08:20-10:20]

 Καλδέλλης: Ανέφερες την [ρωμαϊκή] συνέχεια του Βυζαντίου που είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσω ότι δεν ενδιαφέρομαι για τις συνέχειες που συνήθως συζητούνται στις ημέρες μας, δηλαδή τις σύγχρονες εθνικιστικές ιδεολογίες συνέχειας. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, «Βυζάντιο και συνέχεια» σημαίνει πως οι Νεοέλληνες είναι οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και το Βυζάντιο είναι η απαραίτητη για την σύνδεση γέφυρα.

Steve Balch: Εσύ όμως πιστεύεις ότι οι Βυζαντινοί αν και ελληνόφωνοι ένοιωθαν Ρωμαίοι.

Καλδέλλης: Απολύτως! Όταν προτάσσεις την ρωμαϊκή συνέχεια του Βυζαντίου, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι δέχεσαι πως υπάρχει μια ελληνική [εθνοτική] ασυνέχεια. Αυτό που συναντάς [στις πηγές] είναι ότι, κατά την ύστερη αρχαιότητα, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του ανατολικού μέρους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σταματούν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, για ποικίλους λόγους, γίνονται Ρωμαίοι και Χριστιανοί και τέτοιοι παραμένουν για τα επόμενα 1000 χρόνια [του Βυζαντίου]. Βρίσκω ενδιαφέρουσα την ασυμφωνία πραγματικότητας και ιδεολογίας που υπάρχει στους κλασικιστές που πιστεύουν ότι η Ρώμη κατέκτησε την Ελληνική Ανατολή, αλλά κατακτήθηκε από τον ανώτερο πολιτισμό της τελευταίας. Δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα! Οι κλασικιστές έχουν αυτήν την εντύπωση επειδή σπανίως εξετάζουν την περίοδο μετά τον 2ο/3ο μ.Χ. αιώνα [όταν οι Έλληνες υπάρχουν ακόμα σαν εθνότητα που αντιστέκεται στον εκρωμαϊσμό και όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος γράφει στην Ελληνική το προσωπικό του ημερολόγιο και ολόκληρο φιλοσοφικό σύγγραμμα]. Αν εξετάσεις όμως την κατάσταση μερικούς αιώνες αργότερα, βρίσκεις τους ελληνόφωνους να είναι Ρωμαίοι, χωρίς να κρύβουν πίσω από αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό τους κάποια λανθάνουσα και ελλοχεύουσα Ελληνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες μελετητές, όχι όλοι τους φυσικά, αλλά αυτοί που δέχονται το Εθνικό Αφήγημα, πιστεύουν ότι οι Έλληνες συνεχίζουν να υπάρχουν «υπογείως» και ότι η Ελληνική τους ταυτότητα συνεχίζει να υπάρχει «υποβρυχίως» για 1200 περίπου χρόνια, μέχρι που τελικά ξαναναδύεται στην επιφάνεια. Δεν έγιναν φυσικά έτσι τα πράγματα!

Πάμε στην επόμενη κοτσάνα του Ζουράρι.

Ζουράρις #2 [03:07]: Η γλώσσα … οι λέξεις θεός, θάλασσα, χέζω υπάρχουν από τα ομηρικά χρόνια καταλαβαίνετε ότι δεν μπορύμε να μιλούμε περί ασυνεχείας.

Εδώ ο ακριτόμυθος παλιάτσος δείχνει περίτρανα την εθνολογική του άγνοια, μην μπορώντας να κατανοήσει ότι η γλωσσική συνέχεια και η εθνοτική συνέχεια είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Είμαι σίγουρος ότι ψεύδεται και για την υποτιθέμενη γλωσσολογική μελέτη στην οποία αναφέρεται. Η γλωσσική «συνέχεια» δεν «αποδεικνύεται» ούτε με 4 λέξεις ούτε με 14. Όταν οι γλωσσολόγοι εξετάζουν την εξέλιξη μιας γλώσσας, εξετάζουν την φωνολογία της, την μορφολογία της, το συντακτικό της, το λεξιλόγιό της και τις σημασιακές αλλαγές των όρων.

Οι Αμερικάνοι συνεχίζουν να μιλάνε την αποικιακή Αγγλική που έφεραν οι Άγγλοι άποικοι στον νέο κόσμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι είναι Άγγλοι επειδή συνεχίζουν να μιλάνε Αγγλικά και συνεχίζουν να τα ονομάζουν Αγγλικά. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, και ύστερα από μια διαδικασία επανεθνοτισμού που διήρκεσε έναν περίπου αιώνα, οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί ανέγειραν ένα εθνικό τοιχίο, το οποίο πλέον χωρίζει δύο διαφορετικά νεωτερικά έθνη.

Ένας Αμερικάνος σχολιαστής του Άμαζον (ιταλοαμερικάνος αν κρίνω από το όνομά του), αφού διάβασε το τελευταίο βιβλίο του Καλδέλλη, κατάλαβε πόσο λάθος είναι ο όρος «Βυζάντιο» έναντι του όρου Ανατολική/Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, κατάλαβε πόσο ακόμα πιο λάθος είναι να θεωρούνται οι «Βυζαντινοί» ως «Γραικοί» [από την Δύση] λέγοντας «πρέπει επειδή μιλάμε Αγγλικά εμείς να θεωρούμαστε Άγγλοι και όχι Αμερικάνοι;»

Michael Popolino:

This is a excellent and scholarly work that puts the so-called “Byzantine” Empire into a clearer perspective. Connected to his thesis that the emperors did not have the absolute power we have always assumed them to have, and that a form of republicanism was very much alive in the empire, Kaldellis approaches this civilization as the continuation of the late Roman empire in the East, and not what other scholars of the period have fabricated into a “Byzantine”, or even worse, “Greek” one. [Consider that the common language of the United States is English. So, should we consider ourselves to be English rather that American?] I am looking very forward to the second volume that will go deeper into arguing that the empire was a continuation, albeit transformed in many ways, of the late Roman empire. Although, I am somewhat puzzled as to why he retains “Byzantine” in the title of his book.

Αντίστοιχα, το ότι οι Βραζιλιάνοι είναι πορτογαλόφωνοι δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα Βραζιλιάνικο έθνος διαφορετικό του Πορτογαλικού και η κοινή ισπανοφωνία Ισπανών, Μεξικάνων και Αργεντίνων δε σημαίνει ότι οι λαοί αυτοί δεν αποτελούν τρία διαφορετικά έθνη (και υπάρχουν άλλα πολλά πολλά ισπανόφωνα έθνη). Τέλος, οι Σέρβοι και οι Κροάτες μιλάνε την ίδια γλώσσα και όχι μόνο δεν ανέπτυξαν ποτέ στην ιστορία τους μία κοινή εθνοτική ταυτότητα, αλλά δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό όνομα για την κοινή τους γλώσσα. Ο όρος «Σερβο-Κροατική» γλώσσα (ή καλύτερα Βοσνιο-Σερβο-Κροατο-Μαυροβουνιακή) είναι, κατά μία άποψη, τόσο παράλογος όπως ο όρος «Μεξικο-Κολομβιανο-Αργεντινική» για την Ισπανική της Νοτίου Αμερικής.

Η γλώσσα είναι ένα σημαντικό κριτήριο εθνοτικότητας, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να καθορίσει την εθνοτική ταυτότητα. Ανήκει σε αυτό που ο Fredrik Barth, στο χωρίο που έχω παραθέσει παραπάνω, ονόμασε «πολιτισμικό περιεχόμενο», συνιστώντας μας να μην εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό -αν θέλουμε να κατανοήσουμε τα εθνοτικά φαινόμενα- αλλά στο εθνοτικό τοιχίο (υποκειμενική και συνειδητή ανέγερση, διατήρηση ή/και αναδιαμόρφωση της διάκρισης «εμείς-αυτοί»), στο οποίο μας προτρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας.

Ένας από τους μεγαλύτερους εθνολόγους της εποχής μας, ο Anthony D. Smith, στην σελίδα 27 του μνημειώδους βιβλίο του “The Ethnic Origin of Nations” γράφει:

Smith-language

Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που δείχνουν ότι η γλώσσα, που για πολύ καιρό θεωρούνταν ως ο βασικότερος, αν όχι ο μόνος, δείκτης εθνοτικότητας, συχνά είναι ασήμαντη ή και διαχωριστική στην αντίληψη της εθνοτικής κοινότητας. […] Παρόλα αυτά, κάποιοι μελετητές συνεχίζουν να θεωρούν την γλώσσα ως το διακριτικό σημάδι της εθνοτικότητας (το Volksgeist = ιδιάζον χαρακτηριστικό ενός λαού, όπως το όρισε ο Χέρντερ στα τέλη του 18ου αιώνα), μία θεώρηση που οδηγεί σε χονδροειδή απλοποίηση και παρεξήγηση των εθνοτικών κοινοτήτων, τόσο στην προνεωτερική όσο και στην σύγχρονη περίοδο.

Ο Peter Heather, στην εθνολογική εισαγωγή του βιβλίου του Empires and Barbarians, περιγράφει με ένα πολύ ωραίο παράδειγμα πως το «πολιτισμικό περιεχόμενο» του Barth έχει δευτερεύουσα σημασία στην Εθνολογία. Όταν βλέπουμε κάποιον να φοράει σκωτσέζικο κιλτ καταλαβαίνουμε ότι είναι Σκωτσέζος. Ωστόσο, το ίδιο άτομο παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δεν φοράει κιλτ ή, ακόμα και όταν γνωρίζει μόνο αγγλικά, αγνοώντας την Σκωτική Γαελική γλώσσα των προγόνων του (όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των Σκωτσέζων σήμερα που αρκούνται να δείχνουν την ιδιατερότητά τους με την σκωτσέζικη προφορά της Αγγλικής). Αυτό που κάνει κάποιον Σκωτσέζο είναι η συνειδητή (και φυσικά υποκειμενική) αποδοχή της σκωτσέζικης ταυτότητας των προγόνων του και τα εθνοτικά τοιχία με τα οποία η σκωτσέζικη εθνότητα απέκτησε την δική της υπόσταση, σε αντιπαραβολή με τις άλλες εθνότητες της Βρετανίας.

Heather-kilt

Επομένως, πιστεύω πως εξήγησα επαρκώς και την δεύτερη κοτσάνα του ακριτόμυθου και εικαιορρήμονα Ζουράρι.

Πάμε παρακάτω.

Ζουράρις #3 [03:45]: Το 1237 π.χ. ο Βατάτζης …

Επειδή ο Βατάτζης παραδέχτηκε αυτό που του είπε ο Πάπας, ότι δηλαδή η σοφία πηγάζει από το «γένος μας» (των Ελλήνων), ο Ζουράρις πιστεύει οτι υπήρχε ελληνικό έθνος κατά τον 13ο αιώνα.

Αυτό που δεν γνωρίζει ο Ζουράρις είναι πως για να υπάρχει Ελληνική εθνοτική κοινότητα δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» μόνον οι αττικίζοντες λόγιοι οι οποίοι, σύμφωνα με μια εκτίμηση, τον 10ο αιώνα ήταν 300 ψυχές σε 18 εκατομμύρια «χυδαίας» λαοθάλασσας (δηλαδή αποτελούσαν το 0,00166% της αυτοκρατορίας), αλλά χρειάζεται αυτό που οι εθνολόγοι ονομάζουν «κοινωνικό βάθος» και «ευθυγράμμιση των κοινωνικών στρωμάτων». Ελληνική εθνότητα υπάρχει από τότε που η πλειοψηφία των «χυδαίων» ελληνοφώνων που γνώριζαν μόνο την «ἰδιώτιδα» (= άτεχνη, άκομψη, ανεπιτήδευτη) Ελληνική γλώσσα άρχισαν και αυτοί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» και να θεωρούν τους εαυτούς τους ως απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Αυτή η κατάσταση επιτεύχθηκε μετά τον νεοελληνικό διαφωτισμό (από τον οποίο προέκυψε μια μέση αστική τάξη πλήρως συνειδητοποιημένη για την Ελληνική της ταυτότητα) και, ειδικότερα για την λαοθάλασσα, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το οποίο, μέσα από την δωρεάν κρατική παιδεία, επανεθνότισε αυτήν την λαοθάλασσα.

Η λαοθάλασσα αυτή μέχρι και τον 19ο αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν ή κακόψυχοι γίγαντες που ο θεός τους τιμώρησε στέλνοντάς τους τεράστια κουνούπια με σιδερένιες μύτες για να τους πιουν το αίμα ή ότι οι Έλληνες ήταν οι πρόγονοι των Φράγκων και των Μυλόρδων που έρχονταν και προσκυνούσαν τα «παλιολιθάρια» (αρχαιοελληνικά ερείπια).

(Πηγές για τα παραπάνω εδώ και εδώ)

Επιπλέον, το ότι ο Βατάτζης και ένα σωρό άλλοι λόγιοι μετά τον Ιωάννη Τζέτζη και των Γεώργιο Τορνίκη (που πρώτοι γύρω στο 1150 αυτοπροσδιορίστηκαν ως «Έλληνες») κάνουν χρήση της Ελληνικής ταυτότητας, δεν σημαίνει ότι δεν έπαψε να υπάρχει η προϋπάρχουσα πλήρης εθνοτική ασυνέχεια (ακόμα και στην λόγια αντίληψη) μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων και των «ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων» της περιόδου 600-1100 μ.Χ.

Για την απόδειξη της Ελληνικής εθνοτικής ασυνέχειας αρκεί μία και μόνο ρωγμή και αυτή υπάρχει σαφέστατα κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ.

Ζουράρις #4 [04:30] 1237 [ο Βατάτζης]. 5 αιώνες πιο πριν στις επιστολές που γίνονται στη σύγκρουση με τον Λιουπράνδο … πολλές φορές όπως ξέρετε [η ταυτότητα ενός λαού] μαθαίνεται από τους αντιπάλους, από τους ξένους … Όλες οι επιστολές των δυτικών στα λατινικά μιλάνε για τους «Έλληνες» επισκόπους. Episcopi Graeci …

Λοιπόν ο Ζουράρις εδώ όχι μόνο δείχνει την ανιστοριογνωσία του όταν χρονολογεί τον Λιουτπράνδο της Κρεμόνας «5 αιώνες πιο πριν από το 1237», όταν ο άνθρωπος ήρθε στην Κων/πολη δυο φορές τον 10ο αιώνα, δηλαδή 3 αιώνες πριν το 1237, αλλά κατάφερε να δείξει περίτρανα την ασχετοσύνη του σε εθνολογικά θέματα.

Λέει ότι η ταυτότητα ενός λαού μαθαίνεται από το πως τον βλέπουν οι άλλοι. Εδώ έχει παραβιάσει εντελώς την βασική αρχή της εθνολογίας που λέει ότι για την κατανόηση της εθνοτικής ταυτότητας εξετάζουμε την ημική (emic) αντίληψη ενός λαού (αυτοπροσδιορισμό) και όχι τις διάφορες ητικές (etic, αντιλήψεις άλλων για τον λαό).

Δεν θα καταλάβουμε την ταυτότητα των Ούγγρων λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι «βυζαντινοί» τους αποκαλούσαν «Τούρκους», «Δάκες» και «Παίονες». Οι Ούγγροι μια ζωή αυτοπροσδιορίζονται ως «Μαγκιάροι» (Magyars) και δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση συσχέτισης με τους αρχαίους Δάκες και τους Παίονες.

Αντίστοιχα, οι Αμερικάνοι δεν είναι «Γραικοί» μόνο και μόνο επειδή όλοι οι ισπανόφωνοι νοτιοαμερικάνοι και οι πορτογαλόφωνοι Βραζιλιάνοι τους αποκαλούν “Gringos” (< ισπανικό Griegos = «Γραικοί»).

Οι λατινοαμερικάνοι κληρονόμησαν από τους γλωσσικούς τους προγόνους που κάποτε ζούσαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία την συνήθεια να ονομάζουν τους αλλόγλωσσους «Γραικούς» (λ.χ. η λατινική παροιμία Graeca sunt non leguntur = «Ελληνικά είναι δεν διαβάζονται» και η αγγλική παροιμία it’s all Greek to me). Σε κάποια φάση, οι αγγλόφωνοι άποικοι ήταν οι αρχετυπικοί αλλόγλωσσοι «άλλοι» που ήξεραν οι λατινόφωνοι του νέου Κόσμου και ο όρος «Γραικός» άρχισε να σημαίνει ειδικά «Αμερικάνος». Οι ίδιοι οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση ταύτισης με τους «Γραικούς».

Στο παρακάτω βίντεο, μια Βραζιλιάνα ρωτάει έναν Αμερικάνο αν θεωρεί προσβλητικό τον χαρακτηρισμό “Gringo”.

[01:00]

Βραζιλιάνα: Είναι προσβλητικός για εσάς τους Αμερικάνους ο χαρακτηρισμός Gringo;

Αμερικάνος: Σε εμάς είναι λίγο προσβλητικός, γιατί συνήθως τον ακούμε από Μεξικάνους που χρησιμοποιούν το Gringo με προσβλητική διάθεση για εμάς τους Αμερικάνους. Αλλά ξέρουμε ή, καλύτερα, εγώ προσωπικά γνωρίζω, ότι εσείς οι Βραζιλιάνοι δεν τον χρησιμοποιείτε προσβλητικά, αλλά για εσάς είναι ένας γενικός όρος που σημαίνει «ξένος, μη Βραζιλιάνος».

Ο εικαιορρήμων Ζουράρις πιστεύει ότι θα καταλάβει την ταυτότητα των «Βυζαντινών» (= Μεσαιωνικών Ρωμαίων) από τον Λιουτπράνδο και όχι από την αντίδραση των ίδιων των Ρωμαίων όταν, εντελώς προπαγανδιστικά, ο Λιοτπράνδος αποκάλεσε τον Νικηφόρο Φωκά «αυτοκράτορα των Γραικών».

Η αντίδραση των Ρωμαίων στο «Γραικοί» του Λιουτπράδου ήταν:

[Περιγράφει ο Λιουτπράνδος στα Λατινικά τις συζητήσεις που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στα Ελληνικά]

[Rel, 47] Imperatorem, inquiunt, universalem Romanorum, augustum, magnum, solum Nicephorum scripsisse Graecorum, hominem quendam barbarum, pauperem Romanorum, non piguit! O coelum! o terra! o mare! Sed quid, inquiunt, faciemus hominibus istis sceleratis, criminosis?

«Δεν ντράπηκε [ο Πάπας] (non piguit, ο τελευταίος ορισμός Β.2 εδώ) όταν έγραψε τον οικουμενικό (universalem), σεβάσμιο (augustum), τρανό (magnum) και μοναδικό (solum) Αυτοκράτορα των Ρωμαίων Νικηφόρο ως [αυτοκράτορα] «των Γραικών» και, ταυτόχρονα, [όταν έγραψε] έναν βάρβαρο και πένητα [ως αυτοκράτορα] «των Ρωμαίων»; Ω Ουρανέ! Ω Γη! Ω Θάλασσα! Τι θα κάνουμε μ΄αυτά τα συκοφαντικά παλιοτόμαρα!»

[Rel., 51] Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse.

Δηλαδή «ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».

Τι είναι πιο σημαντικό για την κατανόηση της «βυζαντινής» ταυτότητας: το ότι οι δυτικοί προπαγανδιστικά τους αποκαλούσαν «Γραικούς» για να τους απορρωμαιοποιήσουν ή το ότι οι ίδιοι οι «βυζαντινοί» ένιωθαν προσβεβλημένοι όταν τα «συκοφαντικά παλιοτόματα» (homines scelerati, criminosi) τους παρωνυμίαζαν ως «Γραικούς» αντί για Ρωμαίους, που ήταν το πραγματικό τους όνομα, μιας και η βασική ιδεολογία τους ήταν η translatio Urbis και το γεγονός ότι πίστευαν πως ήταν (και ήταν) οι μόνοι «ἄπτωτοι Ῥωμαίοι» που είχαν απομείνει;

Τέλος, το άλλο σφάλμα του Ζουράρι είναι πως υπέθεσε ότι το λατινικό “Graeci” σημαίνει μόνον «Ἕλληνες». Όταν όμως ο Fazio Degli Uberti τον 14ο αιώνα μεταφράζει στην Ελληνική το ιταλικό “sono Greco“, γράφει “ime Romeos” (είμαι Ρωμαίος)!

dittamondo

Όποιος θέλει να κατανοήσει την «βυζαντινή» ταυτότητα πρέπει να καταλάβει την ημική αντίληψη των «Βυζαντινών». Και αυτή κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ. είναι ξεκάθαρη: είμαστε «ἀληθεῖς Ῥωμαῖοι», είμαστε «Αὔσονες/Αὐσόνιοι» (= γνήσιοι Ρωμαίοι) και δεν έχουμε καμία σχέση -πέρα από την γλωσσική- με τους «δυσσεβείς, μυσαρούς και ανόσιους Ἕλληνες».

[Τακτικά, 20.40] Ἀλλὰ μετὰ Θεὸν καὶ ἐν τοῖς ὅπλοις ἔχε τὴν πεποίθησιν, καὶ μὴ τοῦτων ἀμέλει διὰ τὴν ἄλλην φρουράν, εἴγε Ῥωμαῖος ὑπάρχεις ἀληθής. Πρώτη γὰρ σωτηρία καὶ τελευταία τῷ ἀληθινῷ στρατιώτῃ ἡ τῶν ὅπλων ἐστὶν ἐπιμέλεια καὶ μεταχείρισις, τὰ δὲ ἄλλα καὶ τοῖς χυδαίοις τῶν ὄχλων ἐπινοείται πολλάκις. Καὶ γὰρ καὶ τοῖς πάλαι Ῥωμαίοις κατ΄ἀρχὰς ἀντὶ τειχῶν τῇ Ῥώμῃ φόσσαν καὶ τὰ ὅπλα χρηματίζειν λέγεται. Καὶ Λακεδαιμονίῳ ποτὲ στρατιώτῃ ἐρωτώμενῳ: «ποῦ οἱ τῆς γῆς ὑμῶν ὅροι;» λέγεται εἰπεῖν «ὧδε» δείξαν τὸ ἐν τῇ χερὶ κατεχόμενον δόρυ.

Μετάφραση: [Στρατηγέ] μετά τον Θεό να βασίζεσαι στα όπλα σου, τα οποία δεν πρέπει ν΄αμελήσεις βασιζόμενος μόνο στην θεοφύλαξη (ἄλλην φρουράν), αν είσαι αληθινός Ρωμαίος. Γιατί η πρώτη και τελευταία σωτηρία για τον αληθινό στρατιώτη είναι η επιμέλεια και συντήρηση των όπλων, κι ας νομίζουν ένα σωρό άλλα πράγματα οι χυδαίοι (= κοινοί) των όχλων. Λέγεται δε ότι οι «πάλαι Ῥωμαῖοι» στην αρχή προστάτευαν την Ρώμη όχι με τείχη, αλλά μόνο με μια τάφρο (φόσσα) και τα όπλα τους. Και όταν ρωτήθηκε ένας Λακεδαιμόνιος στρατιώτης «που είναι τα όρια της γης σας;» λέγεται ότι απάντησε «εδώ» δείχνοντας το δόρυ που κρατούσε στο χέρι του.

30 Comments

Filed under Εθνολογία, Μυθοθρυψία

Ο Σλαβικός εποικισμός της Ελλάδος #4: Η βυζαντινή αντίδραση

Όπως έγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση, ο σλαβικός εποικισμός των Βαλκανίων ξεκίνησε μετά την στρατιωτική απογύμνωση της χερσονήσου που πραγματοποίησε ο Ηράκλειος. Ο μακροχρόνιος πόλεμος με την Περσία και η επίσης μακροχρόνια και σταθερή Αραβική απειλή που εμφανίστηκε αμέσως μετά ανάγκασαν τους βυζαντινούς να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στην άμυνα της Μικράς Ασίας. Όταν το μέτωπο της Ανατολής το επέτρεπε, οι Βυζαντινοί επέδραμαν εναντίον των Σλάβων.

Έτσι, ο Κώνστας Β΄ το 656 μ.Χ. έκανε την πρώτη εκστρατεία εναντίον των Σκλαβηνιών που διέκοπταν την χερσαία επικοινωνία μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης. Ορισμένοι από τους ηττημένους Σλάβους μεταφέρθηκαν στην Βιθυνία της Μικράς Ασίας, διότι ο Θεοφάνης ο ομολογητής γράφει ότι το 665 μ.Χ. 5000 Σλάβοι της Μικράς Ασίας αυτομόλησαν στους Άραβες, οι οποίοι τους εγκατέστησαν στην Συρία.

Το 678 μ.Χ. , έναν χρόνο μετά την μεγάλη σλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ΄ ο «Πωγωνάτος» ξαναεκστράτευσε εναντίον των Σκλαβηνιών της περιοχής της Θεσσαλονίκης.

Το 688 μ.Χ. ο Ιουστινιανός Β΄ «ο Ρινότμητος» εκστράτευσε πάντα εναντίον των Σκλαβηνιών στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης και μετέφερε έναν μεγάλο αριθμό από αυτούς στην Βιθυνία. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη, από αυτούς τους Σλάβους δημιουργήθηκε ένα σώμα 30.000 στρατιωτών, οι 20.000 από τους οποίους αυτομόλησαν στους Άραβες. Εξοργισμένος ο Ρινότμητος λέγεται ότι κατέσφαξε τους άλλους 10.000. Ότι τα νούμερα αυτά είναι υπερβολικά, φαίνεται από το ότι οι Συριακές πηγές δίνουν τον αριθμό 7000 για τους Σλάβους που αυτομόλησαν στους Άραβες. Επομένως, το σώμα των Σλάβων foederati του Ρινότμητου πρέπει να αριθμούσε γύρω στις 10.000 και τόσες πρέπει να ήταν οι σλαβικές οικογένειες που μεταφέρθηκαν.

Παρακάτω παραθέτω την περιγραφή των παραπάνω γεγονότων από τον Παναγιώτη (“Peter”) Χαράνη και την διευκρίνιση του John F. Haldon για τα υπερβολικά νούμερα του Θεοφάνη.

Slavs 656 688

Charanis Grk Justinian 688

Justinian 688 AD 30k Slavs

Στην ίδια επιχείρηση, σύμφωνα με την μετέπειτα μαρτυρία του Πορφυγονέννητου, ο Ρινότμητος δημιούργησε μια «Κλεισούρα Σκυθών» (ο όρος συνήθως περιγράφει νομαδικούς λαούς των στεπών όπως Βούλγαροι, Χάζαροι, Ούγγροι κλπ. αλλά, πιο σπάνια, χρησιμοποιείται για να περιγράψει και Σλάβους) στον κάτω Στρυμόνα για την προστασία του εκεί τμήματος της Εγνατίας Οδού:

Curta Strymon Scythes

Ίσως λίγο υπερβολικά, ο Πορφυρογέννητος έγραψε πως όλο το θέμα Στρυμόνα κατοικούνταν από «Σκύθες» και όχι [αρχαίους] Μακεδόνες:

Τὸ δὲ θέμα τοῦ Στρυμόνος τῇ Μακεδονίᾳ συντέτακται καὶ οὐδαμοῦ τούτου λόγος ἐστι περὶ θέματος, ἀλλά εῖς κλεισούραν τάξιν λελόγισται. Καὶ Σκύθαι αὐτῷ ἀντί Μακεδόνων διανέμονται, Ἰουστινιανοῦ τοῦ Ρινοτμήτου ἐν τοῖς ὄρεσι τοῦ Στρυμόνος καὶ ταῖς διαβάθρες τῶν κλεισουρῶν τούτους ἐγκατοικίσαντος.

Βλέπουμε δηλαδή ότι οι πρώτες βυζαντινές εκστρατείες εστιάζονται στην επανάκτηση και προστασία του τμήματος της Εγνατίας οδού που συνδέει την Κωνσταντινούπολη με την Θεσσαλονίκη. Το αξιοσημείωτο είναι ότι παρά τις  2 επιτυχημένες εκστρατείες και τις πληθυσμιακές μετακινήσεις που ακολούθησαν, το 836 μ.Χ. ο Αλέξιος Μωσηλέ χρειάστηκε να ξανακατακτήσει την περιοχή της Εγνατίας γύρω από το Νέστο και τον Στρυμώνα:

Alexios Mosele 836 Strymon

Προς το τέλος του 7ου αιώνα έχουμε και την δημιουργία του Θέματος Ελλάδος ή Θέματος των Ελλαδικών. Στην αρχική του μορφή ήταν μια λεπτή παραλιακή λωρίδα που εκτεινόταν -θεωρητικά- από την Θεσσαλία μέχρι την Πελοπόννησο. Πρακτικά, η καρδιά του θέματος αρχικά ήταν η περιοχή της Κορίνθου (η πρώτη πρωτεύουσα του θέματος) και η Αττική και τα άκρα του η Μονεμβασιά και η Χαλκίδα («Εύριπος»). Το θέμα δημιουργήθηκε σαν μέτρο αντι-αραβικής ακτοφυλακής για να μην επιτρέπει στους Άραβες να χρησιμοποιούν τις ελλαδικές ακτές για ναυτικές βάσεις. Αργότερα σαν μέρος της ίδιας αντι-αραβικής ακτοφυλακής ένας αριθμός ουκ ολίγων Μαρδαϊτών (Αρμενικό κατά πάσα πιθανότητα φύλο αν και δεν αποκλείεται η περίπτωση Χριστιανών Αράβων σαν τους «Κάφηρους» που αναφέρω παρακάτω) «θαλασσόλυκων» θα εγκατασταθεί στις ελλαδικές ακτές και τα νησιά.  Η δημιουργία του Θέματος Ελλάδος δεν είχε καμιά άμεση επίδραση στους Σλάβους της ελλαδικής ενδοχώρας. Το θέμα Ελλάδος θα αποκτήσει «βάθος» μετά τις εκστρατείες του Σταυράκιου που θα φέρουν τους ελλαδικούς σλάβους υπό την Ρωμαϊκή αρχή.

Το 762 μ.Χ. επί Κωνσταντίνου Ε΄ (που αδίκως του αποδόθηκε το παρατσούκλι «Κοπρώνυμος» από τους εικονόφιλους λόγω της εικονοκλαστικής του πολιτικής) ένας μεγάλος αριθμός Σλάβων από τα εδάφη που ανήκαν στο Βουλγαρικό κράτος αυτομόλησαν στο Βυζάντιο και κατέληξαν στην περιοχή του ποταμού Αρτάνα στη ΒΔ Μικρά Ασία. Ο αριθμός που μας δίδεται (208.000) είναι σίγουρα υπερβολικός.

762 Artanas

Η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν αυτοί οι σλάβοι ονομάστηκε «Σκλαβησία» και, με τον καιρό, οι κάτοικοί της «Σκλαβησιάνοι/Σθλαβησιάνοι». Τα ανώτερα κλιμάκια των Σκλαβησιάνων, όπως ο παραλίγο αυτοκράτορας Βασιλίτσης, εκβυζαντινίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Αντίθετα, τα χαμηλότερα κλιμάκια διατήρησαν την σλαβική τους ταυτότητα τουλάχιστον μέχρι τον 10ο αιώνα. Αυτοί οι Σκλαβησιάνοι στάλθηκαν επί βασιλείας του Ρωμανού Λακαπήνου (~922 μ.Χ.) στην Πελοπόννησο για να καταστείλουν την εξέγερση των σλάβων του Ταϋγέτου (Εζερίται και Μηλιγγοί). Λίγο αργότερα, τους βρίσκουμε να συμμετέχουν στην βυζαντινή reconquista της Κρήτης (ήταν η πέμπτη απόπειρα μετά από τέσσερεις αποτυχημένες) επί Νικηφόρου Β΄ Φωκά και, όπως έχω ξαναγράψει, τα λίγα διάσπαρτα σλαβικά τοπωνύμια της Κρήτης συνήθως εξηγούνται σαν εγκατεστημένες φρουρές Σκλαβησιανών. Ο Πορφυρογέννητος στο Περὶ τῆς βασιλείου τάξεως (De cerimoniis, 662) γράφει:

[…] οἱ Σθλαβησιάνοι, οἱ καθισθέντες εἰς τὸ Ὀψίκιον, ἐρογεύθησαν οὕτως …

Sthlavesianoi

Ο Βασιλίτζης που παραλίγο θα γινότνα αυτοκράτορας μετά τον Αλέξανδρο ήταν απ΄οτη «Σκλαβησία».

vasilitses-thphcont

Ο 8ος αιώνας είναι σημαντικός, γιατί τότε πρωτοεμφανίζεται ο θεσμός των Σλαβικών Αρχοντιών. Οι «Αρχοντίες» είναι περιοχές που ελέγχονται από φιλοβυζαντινούς Σλάβους φυλάρχους οι οποίοι ενσωματώθηκαν στο σύστημα της περιφερειακής/παραμεθοριακής αριστοκρατίας και φέρουν τον τίτλο «Ἄρχων». Ήδη το 677 μ.Χ. στην μεγάλη σλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης, οι Βελεγεζίτες δρουν σαν νομιμόφρονοι υπήκοοι και τροφοδοτούν την πολιoρκημένη πόλη με σιτάρι δια θαλάσσης. Ο πρώτος γνωστός τέτοιος άρχοντας είναι ο Θεόδωρος «ἄρχων Βαγενέτιας» ο οποίος περί το 700 μ.χ. κατοικεί στην γειτονική Κέρκυρα. Με τον θεσμό της Αρχοντίας το παραλιακό θέμα Ελλάδος αποκτά τις βάσεις για την μελλοντική του εκβάθυνση προς την ενδοχώρα.

Η βυζαντινή πολιτική είναι απλή: επιβραβεύει τους φιλοβυζαντινούς φυλάρχους και περιορίζει/καταστέλλει τους «αντιφρονούντες». Το τελικό πλήγμα για τους τελευταίους είναι η εκστρατεία του Σταυράκιου το 784 μ.Χ. όπου σύμφωνα με τον Θεοφάνη υπετάχθησαν όλοι οι σλάβοι που δεν αναγνώριζαν την βυζαντινή εξουσία από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Πελοπόννησο. Αργότερα, όταν το 842 μ.Χ. εξεγέρθηκαν στην Πελοπόννησο «Σλάβοι και λοιποί», ο Θεόκτιστος Βρυέννιος θα κατεβάσει βυζαντινά στρατεύματα από τα θέματα Θράκης, Μακεδονίας (στην Αδριανούπολη) και Θεσσαλονίκης και θα υποτάξει όλους τους εξεγερθέντες, με την εξαίρεση των Εζεριτών και των Μηλιγγών που αποτραβήχθηκαν στον Ταΰγετο και παρέμειναν ανυπότακτοι. Αργότερα, επί Ρωμανού Λακαπήνου (~922 μ.Χ.), οι ίδιοι σλάβοι του Ταϋγέτου ξαναεξεγείρονται. Σταδιακά όμως ενσωματώνονται και γίνονται κανονικοί Βυζαντινοί υπήκοοι και αργότερα διοχετεύουν το μενεπτόλεμο και ανυπότακτο «πείσμα» τους προς όφελος της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας. Έτσι όταν το 1262 μ.Χ. ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ξεκινάει την βυζαντινή reconquista της Πελοποννήσου από τους Φράγγους και ο αδελφός του Κωνσταντίνος αποβιβάζεται με στρατεύματα στη Μονεμβασιά, οι πρώτοι που απέτεξαν τον φραγκικό ζυγό και έτρεξαν να στρατολογηθούν στο εν τῇ γενέσει ρωμαϊκό «μοραΐτικο φουσσάτο» ήταν οι Τσάκωνες του Πάρνωνα (πολλοί από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στην Κων/πολη όπου ναυτολογήθηκαν στον νεοσχηματισθέντα στολίσκο του Μιχαήλ Η΄) και οι Σλάβοι του Ταϋγέτου, οι οποίοι λίγο αργότερα διώχνουν τους Φράγκους από την Καλαμάτα.

Το Χρονικό του Μορέως μιλάει για τον «δρόγγο των Σκλάβων ~ Μελιγών» και για τα «Σκλάβικα» μέρη του Ταϋγέτου.

ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΨ ΜΟΡΕΩΣ
ὅτι ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὸν ζυγὸν ὅλον στὸ θέλημάν του,

[…]

τὸ Λεῦτρον γὰρ κι ὁ Μυζηθρᾶς καὶ τῆς παλαίας
Μαΐνης,
ἐδούλωσε τὰ Σκλάβικα κ᾿ εἶχεν τα εἰς θέλημάν του,

Λοιπόν, διατὶ τὸν εἴπασιν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου,
ὅτι ὁ ζυγὸς τῶν Μελιγῶν ἔνι γὰρ δρόγγος μέγας
κ᾿ ἔχει κλεισοῦρες δυνατὲς καὶ χῶρες γὰρ μεγάλες,

Κι ὡς ἤκουσε καὶ ἔμαθεν τὸ πῶς ἐρροβολέψαν
ἡ Τσακωνία, τὰ Βάτικα, καὶ τῶν Σκλαβῶν ὁ δρόγγος,
οὐδὲν τοῦ ἐδόθη γὰρ βουλὴ νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ πρὸς αὔτους,

Ακόμα και οι Φράγκοι κατακτητές της Πελοποννήσου αναγνώρισαν το ανυπότακτο των Σλάβων του Ταϋγέτου χαρακτηρίζοντάς τους un gent de voulenté et n’obeissent a nul seignor (Livre de la Conqueste de la Princée de l’Amorée) δηλαδή «έναν πεισματάρη λαό που δεν υπακούει σε κανέναν αφέντη».

Melings

Ίσως συνέπεια αυτού του «ανυπότακτου τσαγανού» ήταν το ότι κατάφεραν να διατηρήσουν την σλαβική τους γλωσσική ταυτότητα μέχρι τον 15ο αιώνα όπως μας πληροφορούν ο Μάζαρις και ο Λάσκαρης-Κανανός. Ο τελευταίος -ξεκινώντας προφανώς από το Μυστρά- διέπραξε τον περίπλου της δυτικής Ευρώπης και έφτασε μέχρι την Βαλτική θάλασσα. Φτάνοντας στην πόλη Lübeck/Ljubice που βρισκόταν επί του ορίου μεταξύ των γερμανόφωνων και σλαβόφωνων περιοχών γράφει ότι «από εδώ ξεκινάει η Σθλαβουνία» και …

…ἀπ΄αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας ὑπάρχουν οἱ Ζυγιῶται οἱ ἐν Πελοποννήσῳ. Ἐπεὶ ἐκεῖσε ὑπάρχουν πλεῖστα χωρία, ἅτινα διαλέγονται τὴν γλῶσσαν τῶν Ζυγιωτῶν.

Δηλαδή ακούγοντας την γλώσσα των Σόρβων (να μην συγχυστούν με τους Βαλκάνιους Σέρβους) παρατήρησε την ομοιότητά της με την γλώσσα των κατοίκων του Ζυγού/Ταϋγέτου και υπέθεσε ότι οι τελευταίοι πρέπει να κατάγονται από αυτά τα μέρη.

Slavs2

Taygetos Slavs

Μετά από αυτήν την μακρά παράκαμψη για τους «ανυπότακτους Γαλάτες» του Ταϋγέτου ας επανέλθουμε στον 8ο αιώνα και τον θεσμό των Σλαβικών Αρχοντιών.

Slavic Archontia

Ξαναπαραθέτω την λίστα με τις σφραγίδες των Σλάβων Αρχόντων του Ελλαδικού χώρου από ένα πρόσφατο βιβλίο του Florin Curta:

Archont Seals

Και την ανάλυση του ίδιου συγγραφέα για τους «Σκλαβησιάνους» της ΒΔ Μικράς Ασίας:

Sklavesianoi

Σχετικά με την εκστρατεία του Σταυράκιου το 784 μ.Χ. ο Θεοφάνης ο Ομολογητής γράφει:

Τούτῳ τῷ ἔτει εἰρηνεύσασα   Εἰρήνη μετὰ τῶν Ἀράβων καὶ ἄδειαν εὑροῦσα ἀποστέλλει Σταυράκιον τὸν πατρίκιον καὶ λογοθέτην τοῦ ὀξέος δρόμου μετὰ δυνάμεως πολλῆς κατὰ τῶν Σκλαυινών ἐθνῶν.    Καὶ κατελθὼν ἐπὶ Θεσσαλονίκη καὶ Ἑλλάδα ὑπέταξε πάντας καὶ ὑποφόρους ἐποίησε τῇ βασιλείᾳ. Εἰσῆλθε δὲ καὶ ἐν Πελοποννήσῳ καὶ πολλὴν αἰχμαλωσίαν καὶ λάφυρα   ἤγαγε τῇ τῶν Ῥωμαίων βασιλείᾳ.

Ανάμεσα στους σλάβους άρχοντες των τελών του 8ου αιώνα αναφέρεται ο Ακάμηρος των Βελεγεζιτών, από τον προκάτοχο του οποίου Τιχόμηρο έχει ευρεθεί η σφραγίδα του.

Ο επόμενος αιώνας, χαρακτηρίζεται στην προς δυσμάς επέκταση της βουλγαρικής αυτοκρατορίας. Επομένως δεν είναι τυχαίο ότι αυτήν την περίοδο οι Βυζαντινοί αποφασίζουν να ασχοληθούν με την γλωσσοπολιτισμική αφομοίωση των Σλάβων του ελλαδικού χώρου. Το 810 μ.Χ. ο Νικηφόρος  Α΄ μεταφέρει χριστιανούς από όλα τα θέματα στις «Σκλαυινίες», όπως μας πληροφορεί ο Θεοφάνης, ο σκοπός των οποίων είναι να σχηματίσουν charter group εκβυζαντινισμού μαζί με τους προσλαβικούς πληθυσμούς που είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από τον σλαβικό κατακλυσμό της χερσονήσου. Τον όρο charter groups τον έχω δανειστεί από τον David Anthony, o οποίος τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει τις σχετικές μειοψηφίες με πολιτισμική επιρροή (influential minorities) που καταφέρνουν να αφομοιώσουν τις σχετικές πλειοψηφίες που κατοικούν γύρω τους και σαν παράδειγμα δίνει την περίπτωση του Ohio, όπου τον 19ου αιώνα ένα αγγλικό charter group της τάξεως του ~30% κατάφερε να αφομοιώσει μια γερμανική σχετική πλειοψηφία της τάξεως του ~70% όχι μόνο γλωσσικά, αλλά και σε άλλους τομείς του πολιτισμού όπως η αρχιτεκτονική και τα έθιμα. Το μόνο που μένει σήμερα από εκείνη την γερμανική πλειοψηφία είναι γερμανικά τοπωνύμια, επώνυμα και μία ασαφής αίσθηση απώτερης γερμανικής καταγωγής από το 40% περίπου του πληθυσμού.

Ohio Germans

Ο Λέων ο Σοφός στα τακτικά του (γραμμένα γύρω στο 900 π.Χ.) αποδίδει τόσο την πολιτική όσο και την γλωσσο-πολιτισμική αφομοίωση των Σλάβων στον πατέρα του Βασίλειο Α΄. Τόσο η Αρβελέρ όμως όσο και ο Χαράνης έχουν δείξει ότι η διαδικασία ξεκίνησε πολύ πριν από τον Βασίλειο, όπως έδειξα παραπάνω. Υπέρ αυτού συνηγορεί η περίπτωση του «Θωμά του Σλάβου», ο οποίος αφού έγινε αρχιστράτηγος των Βυζαντινών Ασιατικών δυνάμεων, ξεκίνησε μια μακρά επανάσταση στην οποία κατάφερε να αυτονομήσει όλη την Μικρά Ασία εκτός από τα θέματα Οψικίου και Αρμενιακών. Τελικά, αφού πέρασε τον Βόσπορο με τα στρατεύματά του, ξεκίνησε την πολιορκία της Κωνσνταντινουπόλεως για να αναγκάσει τον Μιχαήλ τον Τραυλό να παραιτηθεί από το θρόνο και να τον αναγνωρίσει αυτοκράτορα. Τελικά, τόσο το απόρθητον της Κωνσταντινουπόλεως όσο και η συμμαχία που έκανε ο Μιχαήλ με τον Βούλγαρο χαγάνο Όμουρταγκ («Μόρταγων» τον ονομάζει ο Σκυλίτσης) οδήγησαν το κίνημα του Θωμά σε αποτυχία και τον ίδιο σε ατυχές και άδοξο τέλος. Όταν λοιπόν ο Σκυλίτσης προσπαθεί να εξηγήσει την δημοφιλία του Θωμά στην Ασία γράφει:

[Βασιλεία Μιχαήλ του Τραυλού,5] ὁ Θωμᾶς δέ, εἰ καὶ θάτερον τῶν ποδῶν εἶχε πεπηρωμένον καὶ τὸ γένος βάρβαρος ἦν, ἀλλ’ οὖν τῇ γε πολιᾷ αἰδέσιμος ἐτύγχανεν ὢν καὶ τὸ εὐπροσήγορον καὶ ἀστεῖον εἶχεν, ἅπερ φιλεῖ ὁ στρατιώτης λεώς, καὶ τῶν κατὰ γενναιότητα σώματος οὔ τινος ἐφαίνετο δεύτερος.

Δηλαδή αν και κουτσός στο ένα πόδι και βάρβαρος στην καταγωγή,  ήταν ευφραδής και μιλούσε με λόγιο («αστεῖον»~«αστό») τρόπο και είχε ευγενές και σεβάσμιο παρουσιαστικό με τα ψαθά του μαλλιά.

Αφού διόρθωσα τον Λέοντα για την λάθος απόδοση του εκβυζαντινισμού των Σλάβων αποκλειστικά και μόνο στον πατέρα του, παραθέτω τα λόγια του:

[Τακτικά, 18.95] Ταῦτα [τὰ Σκλαβικὰ δὲ ἔθνη] δὲ ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ Ρωμαίων αὐτοκράτωρ Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἐθῶν μεταστῆναι καὶ, γραικώσας, καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας, καὶ βαπτισμάτι τιμήσας, τῆς τε δουλείας ἠλευθέρωσε τῶν ἑαυτῶν ἀρχόντων, καὶ στρατεύεσθαι κατὰ τῶν Ρωμαίοις πολεμούντων ἐθνῶν ἐξεπαίδευσεν, οὕτω πως ἐπιμελώς πεὶ τὰ τοιαῦτα διακείμενος, διὸ καὶ ἀμερίμνους Ρωμαίους ἐκ τῆς πολλάκις ἀπὸ Σκλάβων γενομένης  ἀνταρσίας ἐποίησεν, πολλὰς ὑπ΄ἐκείνων ὀχλήσεις καὶ πολέμους τοῖς πάλαι χρόνοις ὑπομείναντας.

Δηλαδή: Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.

23 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας