Tag Archives: Βλάχοι

Η ιστορία του όρου «Βλάχος»

Η σημερινή ανάρτηση προέκυψε έκτακτα από τις συζητήσεις που είχαμε στο σχόλια τις τελευταίες ημέρες. Στην ετυμολογία του όρου «Βλάχος» και στις διάφορες σημασίες του όρου έχω αναφερθεί σε αρκετές παλαιότερες αναρτήσεις και, συνεπώς, στη σημερινή ανάρτηση θα φροντίσω να αναφέρω μερικά πράγματα που δεν έτυχε να περιγράψω μέχρι τώρα. Continue reading

Advertisements

8 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Για την καταγωγή των Βλάχων (ξανά)

Προχθές παρατήρησα ότι κάποιος έδωσε σύνδεσμο σε μια ανάρτησή μου σε μια διαδικτυακή συζήτηση για την καταγωγή των Βλάχων. Αυτό που συνειδητοποίησα διαβάζοντας στα γρήγορα τη συζήτηση είναι ότι η ανικανότητα του Νεοέλληνα να κατανοήσει πως προέκυψε το ιστορικό φαινόμενο των ομιλητών της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (Αρμάνοι/Βλάχοι, Μογλενόβλαχοι, Ρουμάνοι και Ιστρορουμάνοι) οφείλεται στην εσκεμμένη αμνησία 2000 ετών της εθνικής παιδείας που δημιουργεί στο μέσο Νεοέλληνα μια αλματική (saltatory) αντίληψη του ιστορικού χρόνου, ο οποίος περιλαμβάνει την κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα (~500-200 π.Χ., το επινοημένο παρελθόν «μας») και μετά κάνει ένα τεράστιο άλμα αμνησίας 2000 ετών (θα ταίριαζε ο ιατρικός όρος λακκοειδής αμνησία (lacunar amnesia), αλλά στην περίπτωση του νεοελληνικού ιστορικού χρόνου ο «λάκκος» είναι ωκεανός ολόκληρος) και συνεχίζει με το Ρήγα Φεραίο να καλεί σε επανάσταση τους ραγιάδες. Continue reading

17 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Εθνολογία, Ιστορία

Ο Καλογιάννης ο Ρωμαιοκτόνος και η «Μητέρα Ρώμη»

Λοιπόν, άρχισε χθες ο Αρχικλέφταρος πάλι τις συζητήσεις για «Γραικούς» και για «Ρωμαίους = Λατίνους» και θυμήθηκα το βραχύ επιστολογραφικό φλερτ μεταξύ του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και του Βλάχου Καλογιάννη/Ιωαννίτσα Ασέν του «Ρωμαιοκτόνου» που κατέληξε Τσάρος της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της Δ΄ Σταυροφορίας. Σε αυτή τη σειρά επιστολών αμφότεροι αναφέρονται στους Ρωμαίους ως «Γραικούς».

Η ανάρτηση θα είναι μικρή, χωρίς ιδιαίτερες αναλύσεις, επειδή θυμήθηκα ότι παλαιότερα είχα αποφασίσει ν΄αφιερώσω μια ανάρτηση γι΄αυτό το ενδιαφέρον άλλα άγνωστο στους περισσότερους θέμα και τελικά το ξέχασα.

Ο Καλογιάννης (= Όμορφος Γιάννης) ή Ιωαννίτσας (Ioanica/Ivanica = «Γιαννάκης»), ήταν ο μικρός αδελφός των Βλάχων αδελφών Ασέν (Πέτρος-Θεόδωρος και Ιωάννης/Ιβάν) που ξεσήκωσαν τους Βούλγαρους, τους Βλάχους και τους Κουμανο-Πατζινάκους βορείως της οροσειράς του Αίμου κατά των «Βυζαντινών» το 1185, εκμεταλλευόμενοι την εξασθένιση και αποσύνθεση της Ρωμανίας μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού το 1180 και τον ολιγηπελή έλεγχο που η Κωνσταντινούπολη ασκούσε στις επαρχίες που είχαν δυσανασχετήσει από την υψηλή της φορολογία.

Ύστερα από μια σειρά λεηλασιών στο θέμα της Μακεδονίας που ήταν ταυτόχρονη με τις «Ιταλικές» (Φραγκικές) εκστρατείες που συνδέονται με την Δ΄ Σταυροφορία, ο Ακροπολίτης μας πληροφορεί ότι ο Καλογιάννης επέλεξε τον τίτλο «Ρωμαιοκτόνος», για να εκδικηθεί τα κακά που έκανε στους Βούλγαρους ο Βασίλειος ο «Βουλγαροκτόνος».

[Ακροπολίτης, 13] ἀπάρας γοῦν ἐκεῖθεν ὁ τῶν Βουλγάρων βασιλεύς, μὴ ἔχων τὸ ἐμποδὼν ὡς τῶν Ἰταλῶν αὐτοῦ καταπορθηθέντων τὸ ἔσχατον, ἑτέρου δὲ μὴ ὄντος τοῦ ἀνθισταμένου, πᾶσαν κατατρέχει Μακεδονίαν. λείαν οὖν παμπόλλην ἐποιήσατο, αὐτάνδρους τὰς πόλεις ἀνδραποδισάμενος καὶ τέλεον κατα σκάψας αὐτάς. τὸ δέ οἱ διανόημα ἦν, ὡς μήποτε Ῥωμαίους ἀνάκλησιν σχεῖν τῶν σφετέρων ἐπιδράξεσθαι πόλεων. κατέσκαψε γοῦν ἐκ βάθρων αὐτῶν τὴν Φιλιππούπολιν, θαυμαστὴν ἄγαν οὖσαν, ἥτις παρὰ τῷ Ἕβρῳ κεῖται, εἶτα τὰς ἄλλας πάσας πόλεις, τὴν Ἡράκλειαν, τὸ Πάνιον, τὴν Ῥαιδεστόν, Χαριούπολιν, Τραϊανούπολιν, Μάκρην, Κλαυδιούπολιν, Μοσυνούπολιν, Περιθεώριον καὶ ἄλλας πολλάς, ἃς ἀριθμεῖν οὐ χρεών. τὸν δὲ λαὸν ἀπάρας ἐκεῖθεν περὶ τὰς παραρροίας καθίζει τοῦ Ἴστρου, ἐκ τῶν ἰδίων τῶν ἠνδραποδισμένων κωμῶν καὶ πόλεων τὰς κλήσεις ἐπιθεὶς ταῖς οἰκήσεσιν. ἀντάμυναν οὖν, ὡς ἔφασκεν, ἐποιεῖτο τῶν ὧν εἰργάσατο πρὸς Βουλγάρους κακῶν ὁ βασιλεὺς Βασίλειος, καὶ καλεῖσθαι μὲν ἔλεγεν ἐκεῖνον Βουλγαροκτόνον, Ῥωμαιοκτόνον δὲ ὠνόμαζεν ἑαυτόν.

Φυσικά, στα Βουλγαρικά ο τίτλος του Καλογιάννη θα ήταν «Γραικοκτόνος», όπως τον αποδίδουν μερικές φορές οι Βούλγαροι σήμερα (Гръкоубиец ~ Ромеоубиец).

Υπάρχει μεγάλη διαφωνία γύρω από την καταγωγή των Ασενιδών. Το όνομα Ασέν (στις βυζαντινές πηγές Ασάν/Ασάνης) είναι σίγουρα «σκυθικής» (τουρκοστεπικής) καταγωγής (Κουμανικό ή Πατσινακικό που μπορεί να αναχθεί στον πρωτοτουρκικό επίθετο esen = «υγιής, σθεναρός»), όπως και το παρατσούκλι του Ιωάννη Ασέν Bělgun («Σοφός/Πονηρός», λ.χ. το τουρκικό επίθετο bilge = «σοφός» που απαντά και ως όνομα Bilge). Από την άλλη, τόσο οι βυζαντινές όσο και οι δυτικές πηγές ξεκαθαρίζουν ότι οι δύο αδελφοί ήταν Βλαχικής καταγωγής και ο Νικήτας Χωνιάτης, όταν δεν χρησιμοποιεί τον κλασικίζοντα όρο «Μυσοί» για τους επαναστάτες, χρησιμοποιεί κατά κανόνα το εθνωνύμιο «Βλάχοι» για να τους περιγράψει, ξεκαθαρίζοντας μάλιστα ότι, για να μιλήσει κάποιος μαζί τους, έπρεπε να ήταν «ἴδρυς τῆς τῶν Βλάχων διαλέκτου» (δηλαδή να γνωρίζει την Βλαχική), όπως ήταν ένας αιχμάλωτος Ρωμαίος ιερέας τον οποίο ο Χωνιάτης περιγράφει ως «ὁμόφωνο» του Ασέν.

Ας δούμε λίγο τα χωρία αυτά του Νικήτα Χωνιάτη.

Οι Ρωμαίοι αναγκάστηκαν ν΄αντιμετωπίσουν του βάρβαρους του Αίμου που κάποτε λεγόταν «Μυσοί» και τώρα λέγονται «Βλάχοι».

Οι Βλάχοι αδελφοί Ασέν ενώνουν τα δύο γένη του Αίμου (Βούλγαρους και Βλάχους, «ἐξ ἑκατέρου γένους») σε εξέγερση, με ένα τέχνασμα που έδειχνε ότι ο Άγιος Δημήτριος είχε εγκαταλείψει τους Ρωμαίους που μέχρι τότε προστάτευε και ήταν πια με το μέρος τους:

[Χωνιάτης, 368-9] ἑαυτῷ δὲ μάλιστα καὶ Ῥωμαίοις ἐκπολεμώσας τοὺς κατὰ τὸν Αἷμον τὸ ὄρος βαρβάρους, οἳ Μυσοὶ πρότερον ὠνομάζοντο, νυνὶ δὲ Βλάχοι κικλήσκονται. Οὗτοι γὰρ ταῖς δυσχωρίαις πεποιθότες καὶ τοῖς φρουρίοις θρασυνόμενοι, ἃ πλεῖστα τέ εἰσι καὶ ὀρθὰ κατἀποτόμους κείμενα πέτρας, καὶ ἄλλοτε μὲν κατὰ Ῥωμαίων ἐμεγαλαύχησαν, τότε δὲ πρόφασιν εὑρηκότες ὃ δὴ λέγεται Πάτροκλον τὴν τῶν οἰκείων θρεμμάτων ἀπαγωγὴν καὶ κάκωσιν ἑαυτῶν ἐς ἀποστασίαν λαμπρὰν ἀνεσκίρτησαν. Ἦσαν δὲ οἱ τοῦ κακοῦ πρωτουργοὶ καὶ τὸ ἔθνος ὅλον ἀνασείσαντες Πέτρος τις καὶ Ἀσάν, ὁμογενεῖς καὶ ταὐτόσποροι, οἳ καὶ μὴ δρῶντες τὴν νεωτέρισιν ἀπροφάσιστον προσίασι βασιλεῖ, σκηνουμένῳ ἐν τοῖς Κυψέλλοις, αἰτούμενοι συστρατολογηθῆναι Ῥωμαίοις καὶ διὰ βασιλείου γράμματος σφίσι βραβευθῆναι χωρίον τι βραχυπρόσοδον κατὰ τὸν Αἷμον κείμενον·

[Χωνιάτης, 371] Τῶν δὲ Μυσῶν ἀποστασίαν νοσησάντων περιφανῆ καὶ ἀρχηγῶν τοῦ κακοῦ τοῦδε ὧν εἴρηκα γεγονότων, ἔξεισι βασιλεὺς καταὐτῶν. Χρὴ δὲ κἀκεῖνα μὴ παριδεῖν ἀνιστόρητα. Οἱ Βλάχοι ὤκνουν τὰ πρῶτα καὶ ἀπεπήδων πρὸς τὴν ἀπόστασιν, εἰς ἣν ἐνήγοντο πρὸς τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἀσάν, τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος ὑφορώμενοι. τῆς δὲ δειλίας ταύτης τοὺς ὁμογενεῖς ἀπάγοντες οἱ ταὐτόαιμοι εὐκτήριον ἐδείμαντο οἶκον ἐπὀνόματι Δημητρίου τοῦ καλλιμάρτυρος, εἰς ὃν πολλοὺς τῶν δαιμονολήπτων συνηθροικότες ἐξ ἑκατέρου γένους, αἱμωποὺς καὶ διαστρόφους τὰς κόρας, λυσιχαίτους, καὶ τἆλλα ἀκριβῶς διασώζοντας, ὁπόσα οἱ τοῖς δαίμοσι κάτοχοι διαπράττονται, τοιάδε τούτοις ἐνθουσιῶσιν ὑπετίθουν φθέγγεσθαι, ὡς ὁ θεὸς τοῦ τῶν Βουλγάρων καὶ Βλάχων γένους ἐλευθερίαν εὐδόκησε καὶ τοῦ χρονίου ζυγοῦ ἐπένευσεν ἀπαυχένισιν, οὗ χάριν καὶ τὸν Χριστομάρτυρα Δημήτριον ἀπολιπεῖν μὲν τὴν Θεσσαλονικέων μητρόπολιν καὶ νεὼν τὸν ἐκεῖ καὶ τὰς παρὰ Ῥωμαίοις διατριβάς, ἐς δαὐτοὺς ἀφικέσθαι ὡς ἐπαρήξοντα καὶ συλλήπτορα τοῦ ἔργου ἐσόμενον.

Ο δορυάλωτος [Ρωμαίος] ιερέας που μίλησε με τον Άσεν επειδή ήταν «ἴδρις τῆς τῶν Βλάχων διάλεκτου» και «ὀμόφωνός» του, ζητώντας του να ελευθερώσει τους Ρωμαίους αιχμαλώτους που είχε ζωγρήσει, γιατί αλλιώς «προφήτεψε» ότι ο Άσεν θα σκοτωνόταν από κάποιον οικείο (πράγματι, αργότερα τον σκότωσε το «ὁμοφυές» πρωτοπαλλίκαρό του, ο Βλάχος Ιβαγκός/Ivanko, ο οποίος μετά τον φόνο κατέφυγε στους Ρωμαίους και διορίστηκε τοπάρχης Φιλιππουπόλεως). Ο Ασέν απάντησε πως όχι μόνο δεν θα «απέλυε» τους Ρωμαίους αιχμαλώτους, αλλά θα τους «έλυε» (= διαμέλιζε):

[Χωνιάτης, 438] ὡς εἰ τοὺς Βλάχους διελθὼν ἐς τὰ οἰκεῖα ἤθη τοῦτον ἀπενέγκαι, πλεῖστα ἂν αὐτῷ κατάθοιτο λύτρα ὁ βασιλεύς. τῆς δὲ φήμης κατειπούσης συλληφθῆναι τὸν στρατηλάτην, ἐπιμελοῦς γεγενημένης ἐρεύνης, δῆλος γίνεται καὶ τῷ Ἀσὰν ἐμφανίζεται. Καὶ τῇδε μὲν ἀπέβη καὶ ταῦτα. τὶς δὲ τῶν δορυαλώτων ἱερέων, εἰς τὸν Αἷμον αἰχμάλωτος ἀπαγόμενος, δεῖται τοῦ Ἀσὰν λυθῆναι, διὁμοφωνίας ὡς ἴδρις τῆς τῶν Βλάχων διαλέκτου εἰς ἔλεον αὐτὸν ἐκκαλούμενος. ὁ δἀνανεύσας ἔφατο μηδέ ποτε προθέσθαι Ῥωμαίους λύειν, ἀλλἀπολλύειν·

Ο Ιβαγκός που σκότωσε τον Ιωάννη Ασέν και κατέληξε Ρωμαίος τοπάρχης Φιλιππουπόλεως, στην αρχή αποδείχτηκε χρήσιμος στους Ρωμαίους επειδή κατάφερε να επαναφέρει πολλούς από τους Βλάχους ομογενείς του στο Ρωμαϊκό μαντρί, τους οποίους άρχισε να εκγυμνάζει στρατιωτικά. Ο βασιλέας των Ρωμαίων, παρόλο που προειδοποιήθηκε από τους συμβούλους του να μην δείχνει τόση εμπιστοσύνη σε έναν βάρβαρο που μέχρι προ ολίγου πολεμούσε τους Ρωμαίους, συνέχισε να εμπιστεύεται τον Ιβαγκό. Ο τελευταίος,όμως, βαθμιαία ελάττωσε τον αριθμό των Ρωμαίων στρατιωτών που είχε στην διάθεσή του (οι λίγοι που έμειναν κατέληξαν να είναι «ἀπόμαχοι»), αυξάνοντας ταυτοχρόνως τον αριθμό των «εμφυλίων» (=ομοφύλων) στρατιωτών του και, λίγο αργότερα, ξαναεπαναστάτησε κατά της Ρωμαϊκής Αρχής.

[Χωνιάτης, 509-10] ἡ δὲ ἦν τὸ ἀποστῆναι τὸν Ἰβαγκὸν κατὰ Φιλιππούπολιν. ὡς γὰρ ἄνωθεν εἴπομεν, μετονομασθεὶς ὅδε Ἀλέξιος καὶ γαμβρὸς ἐπὶ θυγατρόπαιδι τῷ βασιλεῖ γεγονὼς καὶ πλείω τῆς δεούσης ἰσχὺν ὑποδὺς στρατηγεῖν εἰλήφει καὶ προεστάναι τῶν τάξεων, αἳ τοῖς ὁμογενέσιν αὐτῷ Βλάχοις περὶ τὴν Φιλίππου ἐπαρχίαν ἀντεκάθηντό τε καὶ ἀντεφέροντο. ἀμέλει καὶ τῶν ἐκεῖσε χωρῶν φανεὶς κύριος ἦγέ τε τὰ πάντα καὶ ἔφερεν, ἀγχίστροφος ὢν καὶ δραστήριος πρὸς ἅπαν σύνδρομον ἔργον τοῖς ἐν τῇ ψυχῇ κινήμασι καὶ βουλεύμασιν. ἤσκει τε εἰς πόλεμον τὸπερὶαὐτὸν ὁμόφυλον, δωρεαῖς πιαίνων καὶ ὁπλισμοῖς κρατύνων, καὶ φρουρίων ἐρυμνῶν ἀνεγέρσεσι τὰ ἀντικείμενα τῷ Αἵμῳ ὄρη ἀνεπιχείρητα μικροῦ ἀπειργάζετο.

[…] τὰ δὲ παρὰ τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε πραττόμενα οἱ περὶ τὸν βασιλέα συνορῶντες καλὰ μὲν ἀπεφαίνοντο εἶναι καὶ ἀρίστως ἔλεγον δρᾶσθαι, οὐ μὴν καὶ ἐπὶ σκοπῷ Ῥωμαίοις συνοίσοντι παρὰ τοῦ πράττοντος γίνεσθαι, ὅθεν καὶ παραίνεσιν εἰσῆγον τῷ αὐτοκράτορι παραλῦσαι τῆς ἀρχῆς τὸν Ἀλέξιον· μηδὲ γὰρ ἂν βάρβαρον ἄνδρα μὴ πάνυ πρώην Ῥωμαίοις πολεμιώτατον ἐς τὴν ἐναντίαν ἐξαίφνης οὕτως μεταπεσεῖν ἀκραιφνῆ διάθεσιν, ὡς φρούρια καὶ πολίχνας ἐν τοῖς ἐπικαίροις νεουργεῖν τόποις καὶ αὔξειν μὲν τὸ ἐμφύλιον αὐτῷ στράτευμα, σμικρύνειν δὲ τὸ Ῥωμαϊκόν, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ὡς δύσχρηστον τιθέναι ἀπόμαχον, εἰ μή τις αὐτῷ ἐνέσπαρτο τοῦ τυραννίδι ἐπιβαλεῖν ἔννοια

Τα χωρία αυτά δείχνουν ότι δεν υπάρχει αμφιβολία για την Βλαχική καταγωγή των Ασέν, παρά τις παραδοσιακές βουλγαρικές προσπάθειες για θόλωμα των υδάτων (Βλάχοι = «ποιμένες, αγροίκοι» κλπ), με σκοπό να παρουσιάσουν τους εξεγερθέντες ως «γνήσιους Βούλγαρους». Όπως γράφει και o István Vásáry, ο Χωνιάτης είναι σαφέστατος όταν αναφέρεται σε Βλάχους που εξεγέρθηκαν μαζί με τους Βούλγαρους, ζητώντας αργότερα και την βοήθεια των Κουμάνων. Οι Ασέν ήταν εθνοτικοί Βλάχοι που έτυχε να έχουν κουμανικό επώνυμο και που κατέληξαν να είναι Βούλγαροι Τσάροι.

Vasary1

Vasary2

Vasary3

Ο ίδιος ο Vásáry υπέπεσε σε ένα μικρό σφαλματάκι όταν προσδιόρισε τον δορυάλωτο Ρωμαίο ιερέα ως «Γραικό» (“a Greek priest”), όταν ο ιερέας ζήτησε από τον Ασέν να τον ακούσει λόγω της ομοφωνίας τους. Ο ιερέας μάλλον ήταν βλαχικής καταγωγής νομιμόφρων Ρωμαίος/«Βυζαντινός». Αλλά και την Ελληνική να είχε ως μητρική γλώσσα ο δορυάλωτος ιερεύς και τύχαινε να γνωρίζει και την Βλαχική, αυτό φυσικά τον κάνει εθνοτικό Ρωμαίο και όχι «Γραικό», όπως τον παρουσιάζει ο Vásáry.

Μετά από αυτήν την εισαγωγή στο θέμα της καταγωγής των Ασενιδών, περνάω στο κυρίως θέμα που είναι το επιστολογραφικό φλερτ του Καλογιάννη/Ιωαννίτσα Ασέν με τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄. Ο Καλογιάννης είχε το πρόβλημα ότι οι στρατιώτες του τον είχαν αναγνωρίσει ως «Τσάρο», αλλά ο τίτλος του δεν ήταν διεθνώς αποδεκτός. Οι Ρωμαίοι, ειδικότερα, θεωρούσαν τόσο τα αδέλφια του όσο και τον ίδιο ως «μιξοβάρβαρους» στασιαστές κατά της Ρωμαϊκής αρχής.

Ο Καλογιάννης σκέφτηκε -όπως και ο «Πρωτοστεφής» Σέρβος Stefan Nemanjićνα αποκτήσει έναν διεθνώς αναγνωρισμένο τίτλο από τον Πάπα, ως αντάλλαγμα της στροφής του στον Καθολικισμό. Το φλερτ και των δύο αυτών ηγεμόνων με τον Καθολικισμό ήταν εφήμερο, ίσα ίσα μέχρι να αναγνωρίσει ο Πάπας επίσημα τον τίτλο τους.

Έτσι ο Καλογιάννης έστειλε πρέσβεις στο Βατικανό, ζητώντας από τον Πάπα Ιννοκέντιο να τον αναγνωρίσει ως «Τσάρο/Αυτοκράτορα των Βούλγαρων και των Βλάχων» ως αντάλλαγμα της στροφής του στον Καθολικισμό.

Από εκεί και μετά οι δύο άνδρες αντάλλαξαν μια σειρά επιστολών, στις οποίες ο ένας προσπαθεί να παραμυθιάσει τον άλλο. Ο μεν Καλογιάννης έγραψε τις επιστολές του στην «Βουλγαρική» (= Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική), τις οποίες ο Ιννοκέντιος διάβαζε μεταφρασμένες στα Λατινικά (μάλιστα στην μεταφραστική αλυσίδα υπήρχε και μια διαμεσολαβητική ελληνική μετάφραση: Βουλγαρικά <=> Ελληνικά <=> Λατινική). Ο δε Ιννοκέντιος έγραφε τις επιστολές του στα Λατινικά, οι οποίες όμως -μέσα από την ίδια διαδικασία- έφευγαν από το Βατικανό μεταφρασμένες στην Βουλγαρική.

Ο Ιννοκέντιος στις επιστολές του γράφει ότι «έμαθε πως οι πρόγονοι του Καλογιάννη ήταν ευγενείς εκ της Παλαιάς Ρώμης και πως από αυτούς κληρονόμησε το γενναιόδωρο αίμα και το ειλικρινές αίσθημα αφοσίωσης [στην Παλαιά Ρώμη]» (δηλαδή, αυτό που μας λέει με πομπώδη ορολογία ο Ιννοκέντιος είναι πως έμαθε ότι ο Καλογιάννης ήταν Βλάχος και μιλούσε μια λατινογενή γλώσσα) και πως «έχει περάσει πολύς καιρός που ο λαός του (οι Βλάχοι προφανώς) έχει απομακρυνθεί από τα στήθια της μητέρας τους [Ρώμης]».

Ο Καλογιάννης, με τη σειρά του, αποδέχτηκε το κομπλιμέντο της ευγενούς καταγωγής από την Παλαιά Ρώμη και απάντησε πως «η πρώτη χάρη που ζητάει από την Μητέρα Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ως αγαπητός γιος της, είναι η αναγνώριση του ως Αυτοκράτορα/Τσάρο των Βουλγάρων και των Βλάχων».

Όταν ο Καλογιάννης είδε ότι ο Ιννοκέντιος δίσταζε να τον αναγνωρίσει ως «Αυτοκράτορα/Τσάρο» και του έδινε μόνο τον τίτλο του «Βασιλέα/Rex των Βουλγάρων και των Βλάχων», του έστειλε μια επιστολή στην οποία του ζητούσε να επισπεύσει την ανανγνώριση, «επειδή οι “Γραικοί” είχαν μάθει για τις συνομιλίες τους και του έταξαν πως θα τον αναγνώριζαν εκείνοι ως «Τσάρο» και θα του έστελναν έναν Ορθόδοξο Πατριάρχη για το Αυτόνομο Βουλγαρικό Πατριαρχείο που ήθελε να ιδρύσει στο Τάρνοβο».

Ioannitsa1

Ioannitsa2

Ioannitsa3

Ioannitsa4

Ο σοβαρός Ρουμάνος ιστορικός Florin Curta βάζει αποσιωπητικά στον όρο “Γραικοί” με τον οποίο ο Βλάχος Καλογιάννης χαρακτηρίζει τους Ρωμαίους/«Βυζαντινούς», γιατί αυτές οι συζητήσεις περί Ρωμαϊκής κληρονομιάς ήταν «υπολογισμοί χωρίς τον ξενοδόχο».

Κλείνω την ανάρτηση με μια ενδιαφέρουσα διάλεξη του Αντώνη Καλδέλλη με τίτλο «Μία ιστορία πάρα πολλών Ρωμών» (A tale of too many Romes). Το θέμα της συζήτησης του Καλδέλλη είναι να συγκρίνει την ρωμαϊκότητα των  «Βυζαντινών» με την γιαλαντζί ρωμαϊκότητα που πίστευαν ότι διέθεταν οι διάδοχοι του Καρλομάγνου.

2 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

O Thede Kahl για τους Βλάχους/Αρμάνους

Ο Thede Kahl είναι Γερμανός Βαλκανολόγος-Βλαχολόγος από το Πανεπιστήμιο της Jena στην Γερμανία και, πλέον, μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών. Στην παρακάτω συνέντευξη μιλάει για τους Βλάχους/Αρμάνους. Είναι ενδιαφέρον το ότι έχει μάθει να μιλάει όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων!

Εδώ μπορείτε να ακούσετε για τις σπουδές του και τις γλώσσες που μιλάει:

Έτσι εδώ μιλάει Βλαχικά:

Και στο παρακάτω βίντεο, του οποίου μερικά σημεία θα περιγράψω, μιλάει  στα Ελληνικά:

Η πρώτη ερώτηση που του γίνεται είναι πάνω στην «καταγωγή» των Βλάχων και ανοίγει ένα πολύ ωραίο θέμα πάνω στους Εθνικούς Μύθους των σύγχρονων Βαλκανικών Εθνών.

[02:18] Γίνεται η ερώτηση και στο [03:00] εξηγεί πως η «καταγωγή» είναι ένα πράγμα που δεν πρέπει να απασχολεί τον κόσμο τόσο πολύ γιατί, ειδικά στα Βαλκάνια, πάρα πολλοί υποφέρουν από το κόμπλεξ  της αρχαιοπληξίας, δηλαδή ονειρεύονται μία τεράστια, πανάρχαια και ωραία καταγωγή, τουλάχιστον 5000 ετών. Η πραγματική καταγωγή είναι αυτή που πάει μέχρι 5 -βαριά βαριά 7- γενιές πίσω. Από εκεί και μετά η «καταγωγή» γίνεται μύθος και παραμύθι. Η ιστορία των Βαλκανίων είναι τόσο περίπλοκη που πρέπει να ασχοληθούμε πολύ περισσότερο απ΄ότι κάνουν ορισμένοι ΑΣΧΕΤΟΙ που λένε ότι γνωρίζουν την καταγωγή τους (εννοεί ελλαδέμπορους και όλο το αρχαιόπληκτο καρακιτσαριό των Βαλκανίων). Γνωρίζουν ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΑΝ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ και αυτό που έχουν διδαχθεί στα σχολικά βιβλία [του κράτους τους].

[04:10] Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουμε ότι υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που ονειρευόμαστε ότι είμαστε και μαθαίνουμε ότι είμαστε τις τελευταίες γενιές και στην πραγματικότητα. Πολλοί μπερδεύουν την ΚΑΤΑΓΩΓΗ τους με την ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ τους. Το ότι λ.χ. οι Βλάχοι της Ελλάδος σήμερα έχουν Ελληνική ταυτότητα δεν σημαίνει ότι όλοι τους έχουν και Ελληνική καταγωγή. Την ίδια Ελληνική ταυτότητα έχουν και οι Αρβανίτες και οι Σλαβομακεδόνες , δηλαδή όλες οι αλλόγλωσσες ομάδες που αγωνίστηκαν για και αγαπάνε την Ελλάδα και, ακόμα και τα εγγόνια των Αλβανών που ήρθαν στις αρχές του 90, θα αισθανθούν σε κάποια φάση περισσότερο Έλληνες παρά Αλβανοί.

Στο [05:00] αρχίζει να μιλάει για την απώτερη καταγωγή των γλωσσικών προγόνων των Βλάχων και ο Kahl λέει πως πρόκειται για εκλατινισμένα «αυτόχθονα» Θρακο-Ιλλυρικά φύλα της Βαλκανικής που ήταν γείτονες των αρχαίων Ελλήνων και των προγόνων των Αλβανών. Θεωρεί γελοία την ρουμανοκεντρική θεωρία που θέλει τους Βλάχους να κατάγονται από την Ρουμανία.

Επανέρχεται στο θέμα της καταγωγής στο [13:00] όπου λέει ότι είναι σίγουρο ότι η ρουμανοκεντρική θεωρία δεν στέκει και πως ακόμα και στην Ρουμανία δεν υπάρχει σοβαρός επιστήμονας που την αποδέχεται, γιατί ούτε και οι Ρουμάνοι κατάγονται από την Ρουμανία. Κατά την γνώμη του Kahl υπήρχε κατά την ύστερη αρχαιότητα ένα επίκεντρο/κοιτίδα λατινοφωνίας στα κεντρικά Βαλκάνια, στην νότια Σερβία και Δυτική Βουλγαρία [14:35] όπου ζούσαν πριν την κάθοδο των Σλάβων και από εκεί κατάγονται τόσο οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων όσο και αυτοί των Βλάχων της νοτίου Βαλκανικής. Επαναλαμβάνει ότι είναι γελοίο να θεωρούν μερικοί ότι οι Βλάχοι κατέβηκαν από τα υπερδουνάβια Καρπάθια, διότι βορείως του Δούναβη στην Ρουμανία δεν υπάρχουν παραδοσιακά λατινικά τοπωνύμια. Ή λατινική τοπωνυμία είναι πιο έντονη νοτίως του Δούναβη και ακόμα και η Ελλάδα έχει περισσότερα λατινικά τοπωνύμια από την Ρουμανία.

Στο [16:10] γίνεται ερώτηση πάνω στο Αλβανικό υπόστρωμα της Ρουμανικής. Ο Kahl εδώ τα μπερδεύει λίγο όταν λέει ότι δεν είναι Αλβανικά, αλλα substratum (υπόστρωμα), αλλά τέλος πάντων το εξηγεί με την γειτνίαση μεταξύ των γλωσσικών προγόνων των Ρουμάνων και των Αλβανών.

Εδώ ας μου επιτραπεί να σημειώσω σε αυτό το θέμα την άποψη του «Πρίγκιπα της Αλβανολογίας» Eric Hamp , ενός από τους πιο σεβαστούς Ινδο-Eυρωπαϊστές, που μελετά την Αλβανική Γλώσσα εδώ και 50 χρόνια. Για το παρατσούκλι του Hamp ως «Πρίγκηψ της Αλβανολογίας» ακούστε τον Ιταλό Arbëreshë καθηγητή Αλβανικής γλώσσας και φιλολογίας Gianni Belluscio του πανεπιστημίου της Καλαβρίας στο [06:10] (professor Hamp … il principe dell’Albanologia [06:20]).

Τι πιστεύει ο «πρίγκιψ της Αλβανολογίας»;

Ότι η Αλβανική είναι ο απόγονος μιας Δακο-Μυσικής γλώσσας που μιλιόταν στα κεντρικά και παραδουνάβια Βαλκάνια και ότι οι πρόγονοι των Ρουμάνων πριν εκλατινιστούν μιλούσαν μια «αλβανοειδή» (= πρωτο-αλβανική) γλώσσα.

Παραθέτω ένα δένδρο των ΙΕ γλωσσών που σχεδίασε ο Eric Hamp το 1990 στο οποίο η σχέση της Αλβανικής με την Δακική είναι η ίδια με την σχέση της Αρχαίας Μακεδονικής με την Αρχαία Ελληνική (δηλαδή ή διάλεκτος ή στενά συγγενική γλώσσα).

Hamp-IE

Όσο για την -κατά Hamp- «αλβανοειδή» γλώσσα που μιλούσαν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων πριν εκλατινιστούν παραθέτω τις παρακάτω σελίδες:

Hamp-AlbRom

Hamp Albo-Romanian

Μεταφράζω μόνο την επάνω αριστερή όπου ο Hamp διατυπώνει την θέση του:

[…] διότι είμαι πεπεισμένος ότι η Ρουμανική είναι ο απόγονος εκλατινισμού (latinization) ενός γηγενούς πληθυσμού που πριν μιλούσε μία Αλβανοειδή ΙΕ γλώσσα, ενώ η Αλβανική εκπροσωπεί την συνέχεια συγγενικών διαλέκτων οι οποίες, αν και δανείστηκαν πολλά δάνεια και πολισμικές επιδράσεις, απέφυγαν τον εκλατινισμό.

Όλα αυτά που λένε ο Thede Kahl, ο Eric Hamp και ένα σωρό σοβαροί αλβανιστές-γλωσσολόγοι όπως ο Vladimir Orel, ο John Bassett Trumper και o Joachim Matzinger τα έχω παρουσιάσει στις παρακάτω αναρτήσεις:

1) Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αλβανών και των (Α)Ρουμάνων (2 αναρτήσεις).

2) Τις απόψεις του Matzinger τις έχω περιγράψει εδώ .

3) Τα βιβλία του Vladimir Orel για την Αλβανική Γλώσσα τα έχω δώσει για κατέβασμα εδώ.

Κάνω αυτήν την παρένθεση διότι στο διαδίκτυο υπάρχουν και δυσθρασέα Καρακιτσο-Τρολ.

Κλείνω την παρένθεση για το λεξιλογικό υπόστρωμα της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής και επιστρέφω στην συνέντευξη του Thede Kahl. Αφου τελειώνει το ζήτημα της «καταγωγής» των Βλάχων η υπόλοιπη συζήτηση ασχολείται με τις Νεωτερικές Εθνικές ταυτότητες που ανάπτυξαν οι Βλάχοι κάθε Βαλκανικού Κράτους και, όσοι θα δείτε όλη την συνέντευξη, θα τον ακούσετε να λέει πολλάκις ότι οι Βλάχοι της Ελλάδος έχουν αναπτύξει μια τέλεια Νεοελληνική ταυτότητα όπως και οι παραδοσιακά ελληνόφωνοι πληθυσμοί, συμμετείχαν σε όλες τις διεργασίες που οδήγησαν στην ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, όπως και οι Αρβανίτες και πολλοί Σλαβομακεδόνες και η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται αν αρχίσουν να γίνονται προαιρετικά μαθήματα Βλαχικής ή αν τελος πάντων αρχίσει να εκδίδεται κανένα περιοδικό στην Βλαχική γλώσσα με θέμα την Βλαχική πολιτισμική παράδοση.

Παραθέτω και ένα βίντεο με μια Ρουμάνα δημιοσιογράφο που επισκέφτηκε Βλαχόφωνες κοινότητες στην Ελλάδα (Γραμματίκοβο Εδέσσης, Μέτσοβο (το τμήμα του Μετσόβου ξεκινάει στο [06:20] κλπ).

34 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γιουτιουμποπαίδεια, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μυθοθρυψία

H δήθεν αυτοχθονία των Βλάχων

Συχνά στο διαδίκτυο έχω την «τύχη» να πέφτω πάνω σε μερικούς που προσπαθούν ν΄«αποδείξουν» ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Βλάχων είναι «εκλατινισθέντες γηγενείς αρχαίοι Έλληνες». Η πεποίθηση αυτή συνήθως συνοδεύεται από δύο αφελή «αποδεικτικά» στοιχεία: την «απόδειξη» της λατινοφωνίας νοτίως της γραμμής του Jireček και την «απόδειξη» γενετικής ταύτισης Βλάχων και μη Βλάχων στον ελλαδικό χώρο. Το δεύτερο «γενετικό» επιχείρημα προϋποθέτει ότι το «μη Βλαχικό» δείγμα με το οποίο συγκρίνεται το «Βλαχικό» είναι αυτόχθονο έτσι ώστε να προκύψει το συμπέρασμα ότι αφού οι δύο πληθυσμοί είναι «ίδιοι» γενετικά άρα οι Βλάχοι είναι αυτόχθονες του ελλαδικού χώρου. Βέβαια το «μη Βλαχικό» δείγμα κάθε άλλο παρά «αυτόχθονο» είναι μιας και οι μεσαιωνικοί του πρόγονοι είναι ο Vonko o Σερβο-αλβανιτο-βουλγαρό-βλαχος από την Άρτα, ο Momčila ο Βουλγαρ-αλβανιτό-βλαχος από τη δυτική Μακεδονία και η «γαρασδοειδής όψις εσθλαβωμένη» Νικήτας Ρεντάκιος από την Πελοπόννησο.

Momčila

Δεν χρειάζεται ιδιάιτερη ευφυΐα λοιπόν για να καταλάβουμε ότι οι βλαχόφωνοι απόγονοι του Momčila και του Vonko θα είναι γενετικά όμοιοι με τους ρωμιόφωνους, βουλγαρόφωνους και αλβανόφωνους απογόνους των παραπάνω. Αν σε μια μεγάλη γαβάθα ετοιμάσω τη «μακεδονική» φρουτοσαλάτα και αφού την ανακατέψω καλά την μοιράσω σε μπολάκια τότε τα μπολ θα είναι λίγο πολύ όμοια μεταξύ τους.

macedonia salata

Αλλά πάμε στο πρώτο «επιχειρήμα», ότι δηλαδή η απόδειξη λατινοφωνίας στην Ελλάδα της ύστερης αρχαιότητας αυτόματα συνεπάγεται αυτοχθονία των σημερινών Βλάχων. Αυτό καταρρίπτεται πολύ εύκολα τόσο με «ποσοτική» όσο και με «ποιοτική» ανάλυση.

Το ότι σποραδικά θα άκουγες λατινικά νοτίως της γραμμής του Jireček είναι αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο και δεν χρειάζεται καν να παραθέσουμε πηγές που να το αποδεικνύουν. Το πρόβλημα όμως είναι το ότι η λατινοφωνία αυτή δεν ήταν τόσο εκτεταμένη και σταθερά εδραιωμένη ώστε να δράσει σαν πυρήνας σχηματισμού λατινογενούς γλώσσας.

Παράδειγμα: ο ρωμαίος αυτοκράτορας Κλαύδιος συνεχάρη έναν «βάρβαρο» που έμαθε τις «δύο γλώσσες της αυτοκρατορίας μας, λατινικά και ελληνικά». Αυτό σημαίνει ότι οι Ρωμαίοι ήταν εξαρχής ανεκτικοί στην χρήση της ελληνικής γλώσσας σαν «κοινή» στην pars Graeca της αυτοκρατορίας. Επί λατινομανούς Ιουστιανιανού, ο Προκόπιος αναφέρει τον Αρμένιο βυζαντινό αξιωματικό Γιλάκιο ο οποίος:

[ὑπέρ τῶν πολέμων λόγος, 7.26.24] Ἦν δέ τις ξὺν τῷ Ἰωάννῃ Γιλάκιος ὄνομα, Ἀρμένιος γένος, ὀλίγων τινῶν Ἀρμενίων ἄρχων. Οὗτος ὁ Γιλάκιος οὔτε ἑλληνίζειν ἠπίστατο οὔτε Λατίνην ἢ Γοτθικὴν ἢ ἄλλην τινὰ ἢ Ἀρμενίαν μόνην ἀφεῖναι φωνήν.

έφτασε να είναι αξιωματικός ενός μικρού σώματος Αρμενίων χωρίς να ξέρει ελληνικά, λατινικά ή γοτθικά, αλλά μιλούσε μόνο την μητρική του Αρμενική.  Και δεν χρειάστηκε να μάθει να μιλάει λατινικά ή ελληνικά ή γοτθικά διότι οι στρατιώτες του ήταν Αρμένιοι. Αυτό το κομμάτι είναι σημαντικό διότι μας λέει ότι ακόμα και επί του λατινομανούς Ιουστινιανού τα ελληνικά είχαν την ίδια ισχύ με τα λατινικά σαν γλώσσα του στρατού, ενώ οι Αρμένιοι στρατιώτες μπορούσαν να μιλάνε αρμενικά και οι Γότθοι γοτθικά. Η αναφορά της γοτθικής γλώσσας δεν είναι τυχαία. Την περίοδο γύρω από το 400 μ.Χ. οι Γότθοι και τα άλλα γερμανικά φύλα αποτελούσαν σημαντικό μέρος του Ρωμαϊκού στρατού. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στην μάχη του ποταμού Frigidus (394 μ.Χ.) που συγκρούστηκαν οι στρατοί της ανατολικής και δυτικής αυτοκρατορίας η πλειοψηφία των στρατευμάτων και των δύο παρατάξεων ήταν γερμανοί foederati. Η μαρτυρία του Προκόπιου μας δείχνει ότι όλοι αυτοί οι Γότθοι μιλούσαν Γοτθικά στο στρατό. Άρα αφού τα αρμενικά σώματα του ρωμαϊκού στρατού μιλούσαν Αρμενικά και τα γοτθικά σώματα Γοτθικά, τότε έπεται ότι και τα ελληνόφωνα σώματα θα μιλούσαν ελληνικά (ιδίως αφού τα ελληνικά σύμφωνα με τον αυτοκράτορα Κλαύδιο ήταν «μία από τις γλώσσες της αυτοκρατορίας μας»). Και αφού θα μιλούσαν ελληνικά στο στρατό τότε είναι αυτονόητο ότι θα μιλούσαν ελληνικά και στο σπίτι και στο παζάρι.

Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε και μια άλλη μαρτυρία. Ήδη επί αυτοκράτορα Κλαυδίου οι δικαστές της ελληνόφωνης ανατολής δεν γνωρίζουν λατινικά.  Ενώ οι Ρωμαϊκές αποικίες (coloniae) στην δυτική Ευρώπη, γράφει ο David S. Potter, δρούσαν σαν πυρήνες εκπολιτισμού (κι εκλατινισμού εννοείται), στην ανατολή ήταν απλά Ιταλικές αποικίες. O κυρίαρχος πολιτισμός ήδη υπήρχε και η αφομοίωσή τους ήταν απλά θέμα χρόνου.

East West coloniae

Kaldellis Claudius

Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι η λατινική δεν ευδοκίμησε αρκετά νοτίως της γραμμής του Jireček ώστε να είναι δυνατόν να προκύψει λατινογενής γλώσσα νοτίως της γραμμής αυτής. Όπως γράφει και ο Αντώνης Καλδέλλης στην τελευταία σελίδα που παρέθεσα, οι Ρωμαίοι δεν πίεσαν κανέναν να μάθει λατινικά.

Αυτό είναι το «ποσοτικό» συμπέρασμα και ήδη έχει σημαντικό βάρος. Ακόμα μεγαλύτερο βάρος όμως έχει το «ποιοτικό» συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση της βλαχικής γλώσσας και δείχνει περίτρανα ότι η βλαχική γλώσσα δεν μπορεί να έχει σαν κοιτίδα της τον Ελλαδικό χώρο. Η βλαχική σαν μέρος της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ) συμμερίζεται μια σειρά αποκλειστικών νεωτερικών  ισογλώσσων με τη ρουμανική τα οποία δείχνουν ότι οι δύο γλώσσες έχουν κοινό πρόγονο, η κοιτίδα του οποίου φυσικά δεν είναι ο Ελλαδικός χώρος. Τα κύρια γλωσσικά χαρακτηριστικά της ΑΒΡ τα έχω αναλύσει εδώ.

Ένας κανόνας της γλωσσολογίας στην εξέταση του βαθμού συγγένειας δύο γλωσσών είναι ότι οι κοινοί νεωτερισμοί έχουν μεγαλύτερο βάρος συγγένειας από τους κοινούς αρχαϊσμούς. Ο κοινός αρχαϊσμός μπορεί να είναι ταυτόχρονη ανεξάρτητη διατήρηση, λ.χ. η λατινική λέξη formosus = «όμορφος» έχει επιβιώσει μόνο στα δύο άκρα του λατινογενούς συνεχούς, δηλαδή στα ισπανικά και τα ρουμάνικα. Δεν εκλαμβάνεται σαν στοιχείο ιδιαίτερης συγγένειας των δύο αυτών λατινογενών γλωσσών. Αντίθετα ο νεωτερισμός -ct->-jt- > -ch- χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ισπανική γλώσσα. Λ.χ. δείτε τους ισπανικούς απογόνους των λατινικών λέξεων nox/noctem, lac/lactem, lucta, directus, lectus.

Ακόμα και αν η ιστορία δεν είχε καταγράψει τον ισπανικό αποικισμό της νοτίου αμερικής και δεν γνωρίζαμε ποιά λατινογενής γλώσσα ομιλείται από την πλειοψηφία των νοτιοαμερικάνων η απλή παρουσία των λέξων noche,leche,locha, derecho, lecho στο λεξιλόγιό τους θα αρκούσε για μας πείσει ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των latino ήταν ισπανοί (με την εξαίρεση φυσικά της πορτογαλόφωνης Βραζιλίας που δεν χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους). Αλλά ο ισπανικός αποικισμός της αμερικής είναι ιστορικά γνωστός. Αυτό όμως που μπορεί να μας βοηθήσει η γλωσσολογία είναι η συγκεκριμένη ισπανική περιοχή απ΄όπου καταγόταν η πλειοψηφία των ισπανόφωνων charter groups που εγκαταστάθηκαν στη Νότιο Αμερική. Έχει παρατηρηθεί ότι τα νοτιοαμερικάνικα ισπανικά χρησιμοποιούν αραβικά δάνεια που απαντούν μόνο (ή πιο συχνά) στην διάλεκτο της αραβοκρατούμενης Ανδαλουσίας και πολλές φορές ο τονισμός τους ακολουθεί την διάλεκτο της Ανδαλουσίας.

Doublets of Arabic-Latinate synonyms with the Arabic form are common in Latin American Spanish being influenced by Andalusian Spanish like Andalusian and Latin American alcoba. In this sense Latin American Spanish is closer to the dialects spoken in the south of Spain. Examples include standard habitación or dormitorio (‘bedroom’) or alhaja for standard joya (‘jewel’).

Και πιο κάτω στο άρθρο του wiki:

Spaniards arrived from many regions within Spain and brought with them their own regional dialects/accents. However, the great majority of Spanish immigrants to Latin America throughout its history came from the Hispano-Arabic area of Spain known as Andalusia.

Παραθέτω μια σελίδα για το βάρος του κριτηρίου του κοινού νεωτερισμού που ανέφερα πιο πάνω:

shared innovation retension

Αν δούμε τα Βλάχικα και τα Ρουμάνικα οι κοινοί νεωτερισμοί βγάζουν μάτι !!!

1) Επιθηματικό οριστικό άρθρο (ΕΟΑ) που η λατινική δεν έχει. Το επιθηματικό άρθρο είναι χαρακτηριστικό της ΑΒΡ, της Αλβανικής και της Βουλγαρικής και θεωρείται υποστρωματική επίδραση της Δακο-Μυσικής γλώσσας που συνεχίζει στα αλβανικά. Δηλαδή, οι αλβανοί είναι οι Δακο-Μυσοί που δεν λατινοφώνησαν, οι ομιλητές της πρωτο-ΑΒΡ είναι οι Δακο-Μυσοί που λατινοφώνησαν και υιοθέτησαν (μάζι με κάποια άλλα χαρακτηριστικά) το ΕΟΑ της παλαιάς τους γλώσσας στην λατινική τους ποικιλία και, τέλος, οι Βούλγαροι είναι εκείνοι οι σλάβοι που εγκαταστάθηκαν επί του ΑΒΡ υποστρώματος και, κατά συνέπεια, δανείστηκαν το υποστρωματικό ΕΟΑ στην σλαβική τους γλώσσα. Στην γειτονική Ιλλυρία, η Δαλματική γλώσσα δεν έχει επιθηματικό, αλλά προθεματικό οριστικό άρθρο (όπως η ελληνική και η λατινική) το οποίο είναι ενδεικτικό του ότι η ιλλυρική γλώσσα δεν είχε ΕΟΑ. Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι ούτε η Σερβο-Κροατική έχει ΕΟΑ.

Η ερώτηση που πρέπει να απαντήσει όποιος προσπαθεί να βγάλει τους γλωσσικούς προγόνους των Βλάχων σαν «εκλατινισθέντες Έλληνες» είναι η εξής: γιατί αφού στο ελληνικό «ο ἄνθρωπος» αντιστοιχεί το λατινικό «ille homo», κάποιος εκλατινισμένος έλληνας πρέπει ν΄αρχίσει ξαφνικά να λέει «homo ille»  ώστε να προκύψει εν τέλει το παρόμοιο με την ρουμανική om> «omul»;

2) Οι κοινοί νεωτερισμοί kt>pt/ft και gn>mn. Τα λατινικά noctem, lactem, directus, luctaocto κλπ ακολουθούν την ίδια τροπή και στα βλάχικα και στα ρουμανικά (noapte,lapte, drept(u),luptă/luftă, opt(u)). To coxa έγινε coapsă και στις δύο γλώσσες, όπως τα cognatus, signum, lignum έγιναν cumnat, semn(u), lemn(u) και στις δύο γλώσσες. Και οι δύο γλώσσες έκαναν το victimare *viptimare και στη συνέχεια απώλεσαν το /p/, όπως στο baptizare.

H εξέλιξη της ελληνικής φωνολογίας ΔΕΝ δείχνει τέτοιες τροπές ούτε στο ελληνικό λεξικό ούτε στα λατινικά δάνεια. Τα αρχαία ελληνικά ὀκτώ, νύξ/την νύκτα, ἁρπακτικός, κτίστης επιβίωσαν αυτούσια μέχρι το ~ 1000 μ.Χ. και μετά υπέστησαν την ανομοίωση οχτώ, νύχτα, αρπαχτικός, χτίστης. Το λατινικό aqu(a)eductus επιβίωσε στην μεσαιωνική ελληνική σαν Κεδούκτος (τοπωνύμιο στην ενδοχώρα της Ηράκλειας/Περίνθου)και το λατινικό campiductor σαν καμπιδούκτωρ.

Kedouktos

Το λατινικό Aula Magna πέρασε στην βυζαντινή ελληνική σαν Μαγναύρα όπως λ.χ. σήμερα υιοθετήσαμε τον όρο λιγνίτης. Επίσης, τα λατινικά signum και signifer πέρασαν στα ελληνικά σαν σίγνον και σιγνοφόρος. Αντίθετα, η λέξη κουνιάδος δείχνει ότι είναι βενετικό δάνειο στην ελληνική (cognatus > /konjaδo/) όπως και η λεμονάδα (<lemonàδa) και το ίδιο ισχύει για το νεοελληνικό σινιάλο (< segnalare = /senjalare/). To «ξ» από την άλλη διατηρήθηκε αυτούσιο στην ελληνική: ξένος, έξω, ἁρπάζω > ἥρπαξα ~ άρπαξα κλπ.

Με άλλα λόγια, ένας δίγλωσσος άνθρωπος εφαρμόζει τους ίδιους φωνολογικούς κανόνες στα όμοια φωνήματα και των δύο γλωσσών που μιλάει. Ένας δίγλωσσος ελληνόφωνος που διατηρεί το κτ στα ελληνικά νύκτα, οκτώ δεν θα έλεγε ποτέ τα λατινικά nocte, octo σαν noapte, optu ούτε θα έλεγε το coxa coapsă όταν στην μητρική του γλώσσα συνεχίζει να λέει ξένος, έξω και άρπαξα.

3) Το υποστρωματικό δακο-μυσικό λεξιλόγιο. Όπως τα αραβικά δάνεια των ισπανικών διαλέκτων της νοτίου αμερικής δείχνουν ότι τα ισπάνοφωνα charter groups ήρθαν από την Ανδαλουσία έτσι και η ύπαρξη υποστρωματικών δακο-μυσικών λέξεων δείχνει (μαζί με όλα τ΄άλλα) τον τόπο καταγωγής των γλωσσικών προγόνων των Βλάχων. Γιατί budză και όχι χείλος ή labrum; Γιατί madzăre και όχι ρεβίθι; Γιατί deal και όχι λόφος (η λέξη δεν είναι σλαβικό δάνειο όπως λέει το wiktionary, γιατί είναι παράλογο η λέξη «κοιλάδα» των σλάβων να γίνει ΑΒΡ «βουνό»,«λόφος»); Γιατί «κατούνι/κατούνα»; Γιατί brad και όχι έλατο ή απογονος του λατινικού abies;

Για να τελειώνουμε , όπως ο Peter MackRigde χαρακτήρισε τον «τσιουλκισμό» «ψυχανώμαλη διαστροφή της ιστορικής γλωσσολογίας» (“a perversion of historical linguistics“) το ίδιο ισχύει και για όποιον πάει να βγάλει την βλαχική σαν «αυτόχθονη» λατινογενή γλώσσα της ελλαδικής χερσονήσου. Τα γλωσσολογικά συμπεράσματα επιβεβαιώνουν κραυγαλέα τις παραδόσεις των Βυζαντινών συγγραφέων που θέλουν τους γλωσσικούς προγόνους των Βλάχων σαν καθοδικούς εκλατινισμένους Δακο-Μυσούς.

21 Comments

Filed under Μυθοθρυψία

Οι Βλάχοι #2

Τελείωσα το πρώτο μέρος αυτού του ζεύγους αναρτήσεων με τον «λόγο περί Βλάχων» του Κεκαυμένου και κράτησα από όλη την παράγραφο την άποψή του ότι οι Βλάχοι ήταν Δάκες και Βέσσοι που κάποτε κατοικούσαν στην περιοχή των ποταμών Σάβο και Δούναβη. Επίσης θυμίζω ότι η πρώτη ιστορική αναφορά των Βλάχων στο Σκυλίτση τους βρίσκει «ὁδίτες» δηλαδή νομάδες στις Καλές Δρύες «μεταξύ Καστορίας και Πρεσπών».

Παραθέτω την αγγλική περίληψη του Κεκαυμένου από το βιβλίο “Southeastern Europe in the Middle Ages: 500-1250” (CAH,2006)

Kekaumenos Vlachs Sava

Υπάρχει τρόπος να επιβεβαιώσουμε την άποψη του Κεκαυμένου; Υπάρχει κάποια άλλη πηγή που να αναφέρει ότι έχουμε μετανάστευση εκλατινισμένων Δακο-Μυσικών πληθυσμών από τον ποταμό Σάβα στην Ελλάδα;  Υπάρχει! Είναι τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου και ο πληθυσμός είναι οι λεγόμενοι «Σερμησιάνοι».

Λίγο μετά το 680 μ.Χ. στον «Κεραμήσιο Κάμπο» (κάμπος της Πελαγονίας, Κεραμιαί ήταν το προσλαβικό όνομα του Πριλάπου) φτάνει ένα συνονθύλευμα λαών υπό την ηγεσία του Βούλγαρου Kuber. Λένε στους βυζαντινούς ότι κατοικούσαν στο Αβαρικό Χαγανάτο γύρω από την περιοχή του Σιρμίου. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν πολλοί οι οποίοι ήταν απόγονοι Ρωμαίων πολιτών των Βαλκανίων που 2 γενέες πριν οι Άβαροι είχαν αιχμαλωτήσει και είχαν συγκεντρώσει στην περιοχή του Σιρμίου. Αν και είχαν επιμειχθεί με τους «βαρβάρους», ισχυρίστηκαν αυτοί οι «Σερμησιάνοι», διατήρησαν τις παραδόσεις των Ρωμαίων προγόνων τους και τώρα επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην πατρική τους αυτοκρατορία. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄, γράφουν τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, έδωσε εντολή στους Δρουγουβίτες Σλάβους της Πελαγονίας (τους οποίους είχε υποτάξει με μια εκστρατεία λίγα χρόνια πριν) να παράσχουν τρόφιμα στους ακολούθους του Kouber. Μετά από λίγο καιρό, οι Σερμησιάνοι άρχισαν να διασπείρονται εδώ και εκεί. Πολλοί πήγαν στην Θεσσαλονίκη και από εκεί άλλοι συνέχισαν για Κωνσταντινούπολη. Σε κάποια φάση, ξανασυγκεντρώθηκαν από τους Βυζαντινούς στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Το δεξί χέρι του Kuber ήταν ο Μαύρος. Τα Θαύματα αναφέρουν ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του πατρίκιου και αυτού του Άρχοντα των Σερμησιάνων και των Βουλγάρων. Η σφραγίδα του έχει βρεθεί αρχαιολογικά. Τα Θαύματα επίσης γράφουν ότι σχεδίαζε να καταλάβει την Θεσσαλονίκη, αλλά απέτυχε και ότι μιλούσε 4 γλώσσες: «την γλώσσα μας» (δηλαδή ελληνικά), την σλαβική, την βουλγαρική και την λατινική.

Την ίδια εποχή (~700 μ.Χ.) που τα θαύματα μιλάνε για τον πατρίκιο Μαύρο, Άρχοντα των Σερμησιάνων και των Βουλγάρων, το χρονικό του Θεοφάνη του εξομολογητή αναφέρει έναν Πατρίκιο Μαύρο Βέσσο να εκστρατεύει στην Κριμαϊκή Χερσόνησο.  Οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα δέχονται ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο.

Παραθέτω την αγγλική μετάφραση των πρώτων σελίδων Θαυμάτων από τον Βυζαντινολόγο Παναγιώτη “Peter” Χαράνη.

MSD1

MSD2

MSD3

MSD4

Τώρα, το Σίρμιον βρίσκεται εκεί που ο ποταμός Drina χύνεται στον Σάβα. Άρα οι Σερμησιάνοι ζούσαν «γύρω από τους ποταμούς Σάβα και Δούναβη», όπως λέει και ο Κεκαυμένος για τους Βλάχους. Ένα σερβικό έγγραφο του 14ου αιώνα, αναφέρει το χωριό Vlasi Sremljane («Σερμησιάνοι Βλάχοι») κοντά στην Đakovica.  Έπομένως έχουμε ιστορική επιβεβαίωση βλαχικών μεταναστεύσεων από το Σίρμιον μέχρι το Κοσσυφοπέδιο, το οποίο δεν είναι και τόσο μακριά από τον «Κεραμήσιο Κάμπο» της Πελαγονίας.

Ceramiai Vlasi Sremljane

Επίσης, τα μέρη απ΄όπου καταγόταν οι απαχθέντες πρόγονοι αυτών των Σερμησιάνων ήταν οι 2 Παννονίες (Άνω και Κάτω), οι 2 Δακίες (Παραποτάμια και Μεσόγαια),η Δαρδανία, η Μυσία, η Πρέβαλις, η Ροδόπη και η Θράκη, δηλαδή περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από εκλατινισμένους Δακο-Μυσο-Θρακικούς πληθυσμούς όπως οι «Δάκαι και Βέσσοι» που αναφέρει ο Κεκαυμένος. Επιπλέον, έχουμε το παρατσούκλι «Βέσσος» του πατρίκιου Μαύρου που αναφέρει ο Θεοφάνης αν δεκτούμε -όπως η πλειοψηφία των ιστορικών δέχεται- ότι είναι ο ίδιος με τον Πατρίκιο Μαύρο Άρχοντα των Σερμησιάνων και των Βουλγάρων.

Mauros Bessos

Επομένως, η άποψη του Κεκαυμένου ότι οι Βλάχοι της Ελλάδος ήταν εκλατινισμένοι Δάκες και Βέσσοι που κάποτε κατοικούσαν γύρω από τους ποταμούς Σάβο και Δούναβη επιβεβαιώνεται από 2 βυζαντινές πηγές (Θαύματα και Χρονικό Θεοφάνους) και το ανεξάρτητο τοπωνύμιο Sremljane Vlasi στο Κοσσυφοπέδιο. Τα θαύματα μας δίνουν την ημερομηνία άφιξης στην Πελαγονία λίγο μετά το 680 μ.Χ. και τρεις αιώνες αργότερα, όχι πολύ μακριά από την Πελαγονία, εμφανίζονται σαν «Βλάχοι ὁδίται» στις Καλές Δρύες «μεταξύ Καστοριάς και Πρεσπών». Τον 11ο αιώνα οι Βλάχοι έχουν πλέον εξαπλωθεί σε όλα τα ορεινά του Ελλαδικού χώρου.

Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, υπάρχουν τρεις «Βλαχίες» στον ελλαδικό χώρο: Η Θεσσαλία είναι η «Μεγάλη Βλαχία», η Δυτική Στερεά είναι η «Μικρά Βλαχία» (επομένως δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν τα δέκα «Καρπενήσια» της Ρουμανίας), ενώ τέλος υπάρχει και μια «Άνω Βλαχία» η οποία ήταν κάπου στην οροσειρά της Πίνδου, αλλα δεν γνωρίζουμε ακριβώς που.

3 Vlachies

Στα μέσα του 12ου αιώνα ο Benjamin De Tudela περιγράφει τους Βλάχους που ζουν στα ορεινά της Λαμίας με τα λόγια:

Ένας Εβραίος περιηγητής ο Βενιαμίν εκ Τουδέλας [6] σημειώνει το 1159 στο Ζητούνι (Λαμία): “Εδώ βρίσκονται τα σύνορα της Βλαχίας που οι κάτοικοι της ονομάζονται Βλάχοι. Είναι αλαφροί και γρήγοροι σαν ζαρκάδια και κατεβαίνουν από τα βουνά στους ελληνικούς κάμπους για ληστεία και αρπαγές. Κανείς δεν ριψοκινδυνεύει πόλεμο μαζί τους, ούτε μπορεί να τους υποτάξει γιατί τα καταφύγιά τους είναι απρόσιτα και αυτοί μονάχα γνωρίζουν τους δρόμους. Δεν είναι χριστιανοί ούτε Εβραίοι”. Και συμπληρώνει: “Όταν συναντήσουν Ισραηλίτη τον ληστεύουν αλλά δεν τον σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες [*]. Αυτή η φυλή δεν υπακούει σε κανένα νόμο” [Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος πρώτος, Αθήνα 1976, σελ. 223].

[*] ΣΗΜΕΙΩΣΗ: άφησα το «Έλληνες» του Σιμόπουλου αν και το θεωρώ λάθος, γιατί εκείνη την εποχή, το ητικό «Γραικοί» αντιστοιχεί στο ημικό «Ρωμαίοι».

Ενώ ο Θηβαίος Ευθύμιος Μαλάκης την ίδια περίοδο αναφέρει ότι ο Στρατηγός του Θέματος Ελλάδος Αλέξιος Κοντοστέφανος εκστρατεύει εναντίον «ληστρικών βαρβάρων που κατοικούν στα κορφοβούνια της Ελλάδος και που μέχρι τότε φοροδιαφεύγαν»:

Vlachs Tudela

Vlachs Kontostephanos

3 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Οι Βλάχοι #1

Είθισται η συζήτηση για τους Βλάχους στα ελληνικά πάντα να ξεκινάει με την αποσαφήνιση του όρου. Eίθισται να διαχωρίζουμε τον όρο «Βλάχος» με βήτα κεφαλαίο από τον όρο «βλάχος» με βήτα μικρό. Σήμερα, ιδίως στην Αθήνα,  ο όρος «βλάχος» χρησιμοποιείται σκωπτικά για να προσδιορίσει τον επαρχιώτη. Αυτή η σκωπτική χρήση του όρου «βλάχος» είναι όσο παλιά είναι και η αστικοποίηση στον ελλαδικό χώρο. Η βάση της εξίσωσης βλάχος = επαρχιώτης εξηγείται από το ότι οι Βλάχοι με βήτα κεφαλαίο ήταν το κυριότερο νομαδικό ποιμενικό φύλο της μεσαιωνικής νοτιοβαλκανικής. Επομένως, η ανάρτηση αυτή είναι για τους Βλάχους με βήτα κεφαλαίο. Ότι ο σκωπτικός όρος «βλάχος» είναι άδικος για τους Βλάχους δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί μιας και ούτε ήταν οι μόνοι νομαδικοί ποιμένες ούτε λαμβάνει υπόψη την συμμετοχή των Βλάχων εμπόρων (και κοινωνών του νεοελληνικού διαφωτισμού) στην λεγόμενη «ευρωπαϊκή κοινωνία του Λεβάντε» (έμποροι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που λόγω επαγγέλματος είχαν έρθει σε επαφή με την Ευρώπη).

Οι μεσαιωνικοί Βλάχοι είναι μία προνεωτερική εθνοτική ομάδα που χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη γλώσσα και έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο τρόπος ζωής ήταν η διαχειμαδική νομαδική ποιμενική, δηλαδή η εποχιακή μετακίνηση ποιμνίων και φύλων από τα πεδινά χειμαδιά στα θερινά ορεινά βοσκοτόπια. Η Βλαχική γλώσσα όταν ορίζεται στο γενικότερο ιστορικό της πλαίσιο είναι το σύνολο των διαλέκτων της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ) στην οποία εντάσσονται και τα Ρουμανικά. Σε πιο στενό γλωσσολογικό πλαίσιο, ο όρος περιλαμβάνει μόνο τις υποδουνάβιες διαλέκτους. Οι Βλάχοι παραδοσιακά αυτοπροσδιορίζονται με μια σειρά όρων (Arumâni, Armâni, Rumâni, Rumâri κλπ.) που προέρχονται από το λατινικό Romanus = «Ρωμαίος». Ο όρος Βλάχος είναι νοτιοσλαβικό δάνειο στην ελληνική και ανάγεται στην πρωτο-σλαβική μορφή *Volhŭ με την οποία οι πρώιμοι Σλάβοι περιέγραφαν τους λατινόφωνους πληθυσμούς. Όταν μετά το 800 μ.Χ. η λεγόμενη μετάθεση των υγρών τριχοτόμησε τον σλαβικό κόσμο ο όρος  *Volhŭ έδωσε το νοτιοσλαβικό όρο *Vlahŭ , τον δυτικόσλαβικό *Vlohŭ, και τον ανατολικό σλαβικό όρο *Volohŭ ( όπως δηλαδή οι πρωτοσλαβικοί όροι *gordŭ και *korva τριχοτομήθηκαν στα grad/grod/gorod και krava/krova/korova αντίστοιχα). Έχει ενδιαφέρον ότι στην Πολωνική γλώσσα, ο Ιταλός λέγεται «Βλάχος» (Vloch) και η Ιταλία «Βλαχία» (Vlochy), ενώ η πλειοφωνική μορφή Walachia προέρχεται από το ανατολικό σλαβικό Voloh.

Οι Σλάβοι πάλι δανείστηκαν το όρο *Volhŭ από τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι με τον όρο *Walhaz προσδιόριζαν τους μη Γερμανούς γείτονές τους που ως επί το πλείστον ήταν μερικώς ή ολικώς εκλατινισμένα Κελτικά φύλα. Η απώτερη καταγωγή του όρου *Walhaz εντοπίζεται στο όνομα του Κελτικού μεγα-φύλου Volcae. Έτσι όταν οι γερμανοί Αγγλο-Σάξονες εισέβαλαν στην Βρεττανία χρησιμοποίησαν το παράγωγο *walhiska για να ονομάσουν τα μερικώς και ολικώς εκλατινισμένα κελτικά φύλα που συνάντησαν. Έτσι προέκυψε ο αγγλικό όρος “Welsh” για τους Ουαλούς.

Αλλά ας επανέλθουμε στους Βαλκάνιους Βλάχους.  Όπως είπα η γλώσσα τους (limba armănească ή armănesche ~ armăneashti/rrămăneshti) μαζί με τα ρουμανικά σχηματίζουν τον κλάδο της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ), ο οποίος μαζί με την Δαλματική γλώσσα (Δυτική Βαλκανική Ρωμανική, ΔΒΡ) αποτελούν τον ευρύτερο Κλάδο της Ανατολικής ή Βαλκανικής Ρωμανικής. Το σύνορο ΑΒΡ και ΔΒΡ κατά την διαλεκτογενετική τους περίοδο συνέπεφτε λίγο πολύ με τον ποταμό Drina που χωρίζει την Σερβία από τη Βοσνία και το πολιτικό σύνορο Ανατολικής και Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έτσι ώστε οι διάλεκτοι των παράλιων περιοχών του Μαυροβουνίου και της βορειότερης Αλβανίας να ανήκουν στη ΔΒΡ μαζί με τη Ragusa/Dubrovnik, ενώ αυτές της ενδοχώρας τους να ανήκουν στην ΑΒΡ. Εξαιτίας του ανίδρυτου χαρακτήρα τους, οι νομάδες Βλάχοι ξεπέρασαν το σύνορο του Drina και την γραμμή του Jireček και βρέθηκαν να κατοικούν από την χερσόνησο της Istria και τις Δειναρικές Άλπεις (Μαυρόβλαχοι) ως την ελλαδική ενδοχώρα, ενώ η σημαντικότερη μετανάστευση ήταν η υπέρβαση του Δούναβη που οδήγησε τους γλωσσικούς προγόνους των Ρουμάνων και των Μολδαβών βορείως του Δούναβη μέχρι και την περιοχή Bolokhoveni.

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Thede Kahl που εξειδικεύτηκε στη μελέτη των Βλάχων μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.

Α) Τα κύρια χαρακτηριστικά της ΑΒΡ είναι:

(αναλυτικότερη περιγραφή εδώ και σε αυτήν την σειρά αναρτήσεως [#1, #2, #3, #4, #5, #6] για τη διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές γλώσσες)

1) Η χρήση του επιτασσόμενου οριστικού άρθρου. Λ.χ. το λατινικό homo «άνθρωπος» έγινε om και στα Βλάχικα και στα Ρουμανικά. Η φράση όμως «ο άνθρωπος» που στην ύστερη Λατινική ήταν ille homo στην ΑΒΡ έγινε homo illeomluomul («άνθρωπος-ο»), αντί λ.χ. για το ιταλικό l’uomo. H ABΡ συμμερίζεται αυτό το χαρακτηριστικό με την Αλβανική, τη Βουλγαρική και τη Σλαβομακεδονική. Πιστεύεται ότι ήταν χαρακτηριστικό της Δακο-Θρακικής γλώσσας  (από κάποια ποικιλίατης οποίας είναι πολύ πιθανόν να προέρχεται η Αλβανική). Η Δαλματική γλώσσα από την άλλη έχει προτασσόμενο οριστικό άρθρο όπως τα Ιταλικά και τα Ελληνικά, ενώ η Σερβο-Κροατική που αναπτύχθηκε πάνω σε ΔΒΡ υπόστρωμα δεν ανέπτυξε επιθηματικό οριστικό άρθρο όπως η Βουλγαρική. Για το λόγο αυτό, οι Σέρβοι ακούγοντας τους Βουλγάρους να λένε glava-ta («η κεφαλή») και vino-to («το κρασί») δημιούργησαν το παρατσούκλι “tuta Bugarin” το οποίο κατέληξε να είναι το όνομα ενός «μπαμπούλα» με τον οποίο οι Σερβίδες μαμάδες φοβερίζουν τα παιδιά για να φάνε το φαΐ τους. Στα πιο πρόσφατα γιουγκοσλαβικά χρόνια όπου οι πάλαι ποτέ Βούλγαροι της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας έγιναν εθνικά Μακεδόνες και η πάλαι πότε βουλγαρική τους διάλεκτος εξελίχθηκε σε ανεξάρτητη Μακεδονική γλώσσα ένα Σερβο-Κροατικό ανέκδοτο έχει ως εξής:

– Πως λέγεται το τουφέκι στα (Σλαβο-)Μακεδονικά;

Puškata

– Πως λέγεται το αυτόματο πυροβόλο στα (Σλαβο-)Μακεδονικά;

-Puška-ta-ta-ta-ta

puškata

2) Η ΑΒΡ επίσης χαρακτηρίζεται από την τροπή kt>pt(>ft) και ks> ps (>fs). Η ΔΒΡ μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις ακολουθεί αυτήν την πορεία, γιατί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ακολουθεί την γαλλ-ιβερική τροπή ct>(j)t.

Έτσι τα λατινικά noctem, lactem, directus, octo, lucta, pectus, λ.χ. έδωσαν τα ΑΒΡ noapte, lapte, drept(u), opt(u), luptă/luftă και piept/keptu, ενώ το λατινικό coxa έγινε coapsă και το fraxinus έγινε frapsin στα Βλάχικα και σε μεμονωμένες ρουμανικές διαλέκτους.

Μερικές φορές το παραγόμενο /pt/ ακολουθεί την πορεία του πρωτογενούς /pt/ και απλοποιείται σε /t/. Έτσι το λατινικό victimare ακολούθησε την πορεία viptima >vătăma.

Το πρώτο παράδειγμα αυτής της φωνολογικής διαδικασίας απαντά στην εκδοχή Οὔπταρος του ονόματος του θείου του Αττίλα Octar στον Σωκράτη τον σχολαστικό. Προφανώς το όνομα έφτασε στον Σωκράτη ύστερ από ΑΒΡ «φιλτράρισμα» (kt>pt).

Πάντως στα λατινικά που ενίοτε μιλιόταν νοτίως της γραμμής του Jireček η παραπάνω διαδικασία δεν συνέβη. Έτσι το λατινικό campiductor («εκπαιδευτής νεοσυλλέκτων») πέρασε στην Βυζαντινή ελληνική σαν καμπιδούκτωρ, ενώ το τοπωνύμιο Κεδούκτος κοντά στην Ηράκλεια/Πέρινθο προέρχεται από το λατινικό Aquaeductus.

Kedouktos

Τα αλβανικά λατινικά δάνεια άλλωτε δείχνουν ΑΒΡ προέλευση (λ.χ. luftë, troftë, kofshë, cotōneum> ctōnj > ftua~ftue) και άλλωτε Δαλματική/ΔΒΡ (λ.χ. drejtë, shenjtëtrajtë).

3) H ΑΒΡ επίσης χαρακτηρίζεται από την τροπή του λατινικού gn (/ŋn/) σε mn:

cognatus, lignum, signum, dignus> kumnat, lemn[u], semn[u],demn.  Τα λατινικά δάνεια της Αλβανικής δεν δείχνουν ποτέ αυτή την τροπή (kunat, shenjë, dignus> denjë, όπως το δαλματικό denj). Μία ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι το λατινικό agnellus > ΑΒΡ *amnjelu > που στα βλάχικα έγινε niel και στα Ρουμάνικα miel.

4) Στο μεσοφωνηεντικό -l- όλου του προ-σλαβικού λεξιλογίου έγινε ρωτακισμός. Έτσι τα λατινικά solem, salem, c(a)elum έδωσαν τα ΑΒΡ soare, sare, cer. Το Βλαχικό όνομα της Θεσσαλονίκηςrună δείχνει αυτόν τον ρωτακισμό, ενώ το σλαβικό όνομα Solun φαίνεται να προέρχεται από την προρωτακισμένη μορφή *Sălună. Επίσης το λεγόμενο δακο-μυσικό υπόστρωμα που η ΑΒΡ συμμερίζεται με την αλβανική δείχνει ρωτακισμό: έτσι στα αλβανικά vjedhulle, modhull αντιστοιχούν τα βλαχο-ρουμανικά viezure, ma(d)zăre. Το μόνο σλαβικό δάνειο που δείχνει ρωτακισμό είναι το EPSlav magūla > Ρουμανικό măgură.

5) To λατινικό χειλοϋπερωικό qu πριν από οπίσθια φωνήεντα έγινε ΑΒΡ /p/: aqua > apă , quattuor > patru, equa > iapă.

6) Συχνά μεταξύ /u/ και συμφώνου έχουμε επενθετικό /n/. Όταν το /u/ βρίσκεται πριν από /kt/ τότε το τελικό προϊόν είναι -ukt->unpt->umpt>umt-. Έτσι lucta > *luncta > alum και λατιν. minūtus, canūtus > ΑΒΡ *minuntus, *canuntus > ρουμαν.  mărunt, cărunt .

7) Μερικές φορές το λατινικό /v/ γίνεται ηχηρό κλειστό /b/: λ.χ. veterànusvètranus > βλαχ. bitãrnu ~ ρουμαν. bătrân, vōcem > boatsi ~ boace. Εξαιτίας της παραπάνω διαδικασίας, ενδεχομένως βλαχική διαμεσολάβηση μπορεί ευθύνεται για το σλαβικό όνομα της Βέροιας Ber.

8) Ανάλογα με το (7) τα λατινικά συμπλέγματα -rv-/-lv- εξελίχθηκαν στα ΑΒΡ -rb-/-lb-:

corvus, pulvis/pulvirem, servus, alvina, ferveo

H αλβανική ακολουθεί αυτήν την φωνολογική διαδικασία (λ.χ. korb).

Β) Διαφορές Βλαχικής και Ρουμανικής:

1) Η Βλαχική υπό την επίδραση της ελληνικής ανέπτυξε τριβόμενους φθόγγους /v/,/δ/,/γ/

2) Η βλαχική έχει πολύ μεγαλύτερο αριθμό ελληνικών δανείων και τον μισό αριθμό λέξεων του λεγόμενου δακο-μυσικού υποστρώματος σε σχέση με την ρουμανική.

3) Η βλαχική πολύ σπάνια εμφανίζει ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού -n- όπως η τοσκική αλβανική και ενίοτε η ρουμανική. Έτσι στα ρουμανικά mărunt, cărunt αντιστοιχούν τα βλαχικά minut, nut. Αλλά το βικιλεξικό, στους απογόνους του λατινικού fenestra = «παράθυρο» δίνει βλαχικό/αρουμανικό fireastră και ρουμανικό fereastră. Εγώ πάντως στο παρακάτω βλαχικό τραγούδι ακούω το αρωτάκιστο fineastră, αλλά οι υπότιτλοι έχουν fireastră:

4) Η βλαχική διατηρεί το προστριβόμενο /dz/ που η αλβανική και η ρουμανική έχουν τρέψει σε z/dh: λ.χ. budză, madzăre.

5) H βλαχική εμφανίζει μια τάση μετατόπισης ολόκληρης της χειλικής σειράς p,b,f,v σε υπερωική k,g,h,y πριν από /i,j/. Έτσι:

– στα ρουμανικά piatră,piept,kopil, picior, piedică, piele, pieptene αντιστοιχούν τα βλαχικά kiatră, keptu, kokil, cicior, keadică, keale/kiali, kiaptine.

– τα λατινικά ficus, ferrum, ficatum, filius, ferveo έγιναν στα βλαχικά: hic, h(j)er(u), hicat(u), hilju, hjerbu.

– στα ρουμανικά bine, zbiera, albină αντιστοιχούν τα βλαχικά: ghine, azghirari, alghină

– στο ρουμανικό vin(u) αντιστοιχεί το βλαχικό yinu.

Γ) Η Βλάχοι στην Ελλάδα

Το πότε ακριβώς κατέβηκαν οι Βλάχοι στην Ελλάδα είναι άγνωστο. Η πρώτη βυζαντινή αναφορά σε «Βλάχους» είναι τον πρώιμο 11ο αιώνα. Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας, υποβίβασε τον Βούλγαρο Πατριάρχη Ιωάννη της Δίβρας σε Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας και του έδωσε εκκλησιαστική δικαιοδοσία «από τη Ναύπακτο μέχρι το Βελιγράδι» και επί των Βλάχων όλης της  ευρύτερης αυτής Βουλγαρίας. Αργότερα, οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης, Λαρίσης και Δυρραχείου διαμαρτυρήθηκαν που από υφιστάμενοι του Πατριάρχη Κων/πόλεως υποβιβαζόταν σε υφισταμένους του Αρχιεπισκόπου Οχρίδος και ο Βασίλειος αναγκάστηκε να περιορίζει την δικαιοδοσία του Βούλγαρου αρχιεπισκόπου στο θέμα Βουλγαρίας και το Παρίστριον.

Naupaktos Bulgaria

Vlachs Ohrid

Το σιγίλλιον του Βασιλείου (1020 μ.Χ.) όπου πρωτομνημονεύονται οι Βλάχοι γράφει:

Λαμβάνειν τὸ κανονικὸν αύτῶν πάντων τῶν ἀνὰ πᾶσαν Βουλγαρίαν Βλάχων καὶ τῶν περὶ τὸν Βαρδάρειον Τουρκῶν ὄσοι ἐντὸς Βουλγαρικῶν ὅρων εἰσὶ. Τιμᾶν δε αὐτὸν καὶ σέβεσθαι μεγάλως καὶ ἀκούειν τοῦ λόγου αύτοῦ.

Το σιγίλλιον αυτό, όπου μαζί με τους Βλάχους πρωτοεμφανίζονται και οι Βαρδαριώτες «Τούρκοι» (Ούγγροι), μαζί με τις άλλες πληροφορίες που παραθέτει ο Κεκαυμένος για την Βλαχική επανάσταση του 1066 στην Θεσσαλία μπορείτε να τα διαβάσετε παρακάτω:

Kekaum Vl-Bulg1

Kekaum Vl-Bulg2

Kekaumenos Vlach rebellion

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο Κεκαυμένος ξεχωρίζει τις «αστικές» κατηγορίες «Λαρισαίοι» και «Τρικαλίται» από τους στασιαστές Βλάχους και Βούλγαρους (που αναφέρονται πάντα μαζί λ.χ. «οἱ τε Βλάχοι και οἱ Βούλγαροι», «τοὺς τε Βλάχους καὶ Βουλγάρους»). Οι Βούλγαροι ήρθαν από τη γειτονική Βουλγαρία (Πίνδος, δυτική Μακεδονία, βόρειος Ήπειρος). Μία από τις παραπάνω σελίδες ξεχωρίζει τους «Γραικούς» της Λάρισας (Greek citizens of Larissa) από τους Βλάχους και τους Βουλγάρους που κατοικούσαν έξω από τη Λάρισα, αλλά ο Κεκαυμένος δεν χρησιμοποιεί πουθενά τον όρο «Γραικοί» και η μόνη φορά που χρησιμοποιεί τον όρο «Ἕλλην» είναι για τον παγανιστή Ρωμαίο εκατόνταρχο Κορνήλιο. Ο Κεκαυμένος αντιπαραθέτει απλά τους «Λαρισαίους» και τους «Τρικαλίτες» στο σώμα των Βλάχων και Βουλγάρων στασιαστών.

Το άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι, έχοντας διαχωρίσει μεταξύ Βλάχων και Βουλγάρων, τα ονόματα των Βλάχων ηγετών της αποστασίας είναι σλαβικά: Σθλαβωτάς Καρμαλάκης και Βεριβόης. Το Slavota περιέχει τον όρο slava = κλέος επαυξημένο με ένα επίθημα που απαντά τόσο σε σημερινά σλαβικά επώνυμα (λ.χ. Dragan Šakota) όσο και σε θηλυκές αφηρημένες έννοιες όπως rabota/robota = δουλειά, ενώ το Βεριβόης δεν είναι παρά το σλαβικό Borivoj/Borivoje. Τα σλαβικά ονόματα στους Βλάχους φαίνεται να ήταν αρκετά συχνά όπως μαρτυρούν και οι μεταγενέστερες περιπτώσεις του Ivanko-Αλέξιου και του Dobromir-Χρυσού. Η άλλη πληροφορία που μας παρέχεται είναι ότι λίγο πριν την επανάσταση οι Βλάχοι έστειλαν τα γυναικόπαιδα «στα βουνά της Βουλγαρίας», δηλαδή στην σημερινή βόρεια Πίνδο και τα τα όρη της «Κουτμιτσεβίτσας». Εδώ ο Κεκαυμένος εξηγεί πως ήταν «τύπος» (τυπική συνήθεια) των Βλάχων να διαχειμάζουν στον ποταμό «Πλήρη» (Μπλιούρας ~ Πάμισσος) του Θεσσαλικού κάμπου και να μετακινούν «κτήνη και φαμίλιες» στα «όρη της Βουλγαρίας», όπου ζουν από Απρίλη μέχρι Σεπτέμβριο. Παραθέτω τα ακριβή λόγια του Κεκαυμένου:

 […] εἰπόντος δὲ καὶ πρὸς τοὺς Βλάχους: «ποῦ εισὶ τὰ κτήνη ὑμῶν καὶ αἱ γυναῖκες νῦν»; Αύτοὶ εἴπον: «εἰς τὰ ὄρη τῆς Βουλγαρίας». Οὕτως  γὰρ ἔχουσιν τύπον, ἵνα τὰ κτήνη καὶ αἱ φαμιλίαι αὐτῶν εἰσιν ἀπὸ Ἀπριλλίου μηνός ἕως Σεπτεμβρίου μηνός ἐν ὑψηλοῖς ὅρεσι καὶ ψυχροτάτοις τόποις.

Ποταμός δὲ ἐστιν οὕτος ὁ Πλήρης έχων πεδιάδαν μεγάλην ἔνθεν κάκειθεν, ὁς δὴ καὶ διέρχεται μέσον τῶν Βλάχων διαιρῶν αυτοῦς ἔνθεν καὶ ἔνθεν.

Λίγο αργότερα από τον Κεκαυμένο, ο Ιστορικός Ιωάννης Σκυλίτσης, γράφοντας περί το 1090 μ.Χ., διηγούμενος τα γεγονότα του έτους 976 μ.Χ. , γράφει ότι ο αδελφός του μετέπειτα Τσάρου Σαμουήλ Δαβίδ σκοτώθηκε στις Καλές Δρύες, κάπου μεταξύ Πρεσπών και Καστοριάς, από «Βλάχους ὁδίτες»:

Τούτων δὲ τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν Δαβὶδ μὲν εὐθὺς ἀπεβίω ἀναιρεθεὶς μέσον Καστορίας καὶ Πρέσπας εἰς τὰς λεγομένας Καλὰς Δρῦς παρὰ τινων Βλάχων ὁδιτῶν.

Το μέρος Καλές Δρύες είναι κατά πάσα πιθανότητα το σημερινό Δενδροχώρι. Το παραδοσιακό βουλγαρικό (νυν (σλαβο-)μακεδονικό όνομα Dămbeni περιέχει τον σλαβικό όρο dǫ = «βελανίδι, βελανιδιά» με διατήρηση του πρωτοσλαβικού έρρινου φωνήεντος όπως ο ποταμός Dâmbovița στην Ρουμανία (αντιπρβλ. Dolni Dăbnik).

Η Άννα Κομνηνή μας πληροφορεί ότι στον δημώδη λόγο ο όρος «Βλάχος» ήταν συνυφασμένος με την έννοια του νομαδικού ποιμένα, σε ένα χωρίο όπου αναφέρει πως ο πατέρας της Αλέξιος Κομνηνός ζήτησε τους Βούλγαρους και τους Βλάχους του Αίμου να στείλουν «νεόλεκτους» (νεαρούς άνδρες για στρατολόγηση) στο στρατόπεδο της Αίνου/Κυψέλης, στο δέλτα του Έβρου. Γράφει η Κομνηνή:

Παραχρῆμα τοίνυν τὸν καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισση νὸν ἀποστείλας μετεκαλεῖτο θᾶττον ἢ λόγος τὴν Αἶνον καταλαβεῖν. Ἔφθασε γὰρ διὰ γραμμάτων δηλώσας συλλέξασθαι ὁπόσους ἂν δυνηθείη οὐκ ἀπὸ τῶν ἤδη ἐστρατευμένων (ἐκείνους γὰρ φθάσας εἰς τὰς πόλεις ἁπανταχῇ τῆς ἑσπέρας διέσπειρεν ἐφ’ ᾧ φρουρεῖν τὰ κυριώτερα τῶν πολιχνίων), ἀλλὰ κατὰ μέρος νεολέκτους καταλέγων, ὁπόσοι τε ἐκ Βουλγάρων καὶ ὁπόσοι τὸν νομάδα βίον εἵλοντο (Βλάχους τούτους ἡ κοινὴ καλεῖν οἶδε διάλεκτος) καὶ τοὺς ἄλλοθεν ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν ἐρχομένους ἱππέας τε καὶ πεζούς.

Ο Σκυλίτσης μιλάει επίσης για τον Νικόλα των Σερβίων στα γεγονότα του 1001 μ.Χ. που τον φώναζαν Νικουλίτσα εξαιτίας του μικρού του αναστήματος και τον περιγράφει σαν ασταθή και άπιστο χαρακτήρα που κατάφερε να αποδράσει δυο φορές από την Κων/πολη και να συνεχίσει την μάχη εναντίον των Βυζαντινών. Δεν μπορώ να καταλάβω την περιγραφή «ασταθής και άπιστος» του Σκυλίτση,γιατί ο Νικολίτσας ήταν σταθερά με το μέρος των Βουλγάρων.

Ὁ δὲ τὰ Σέρβια φυλάττων Νικόλαος, ὁ δὲ τὴν Κολυδρὸν φυλάττων Δημήτριος ὁ Τειχωνᾶς, ἐπεὶ μὴ προεδίδου τὴν πόλιν, ἠξίωσε δὲ ἐκχωρηθῆναι, αὐτῷ τὰ σὺν τῷ περὶ αὐτὸν στρατεύματα ὑπεκχώρησεν ὁ βασιλεύς. Ἀφῆκε δ’ αὐτὸν σὺν τῷ σὺν αὐτῷ στρατῷ πρὸς τὸν Σαμουὴλ ἀφίξεσθαι. Νικόλαος δὲ ὁ τὰ Σέρβια φυλάττων, ὃν Νικολιτζᾶν ὑποκοριζόμενοι διὰ τὸ βραχὺ τῆς ἡλικίας ἐκάλουν, ἐκθύμως ἀντεῖχε καὶ τὴν ἐπενηνεγμένην αὐτῷ γεγηθότως ἐπέφερε πολιορκίαν. Φιλοτίμως δὲ τοῦ βασιλέως χρησαμένου αὐτῇ, ἑάλω τὸ φρούριον καὶ αὐτὸς ὁ Νικολιτζᾶς. καὶ μετοικίσας ἐκεῖθεν τοὺς Βουλγάρους ὁ βασιλεὺς Ῥωμαίους φυλάττειν ἐπέστησε. Καὶ ταῦτα δράσας ἐπάνεισι πρὸς τὴν βασιλίδα, ἐπαγόμενος μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸν Νικολιτζᾶν, ὃν καὶ πατρικιότητι ἐτίμησεν. ἀλλ’ ἀβεβαίου γνώμης οὗτος τυχών, ἐκεῖθεν ἀποδράς, ἔλαθεν ἀνασωθεὶς πρὸς τὸν Σαμουήλ, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἐλθὼν ἐπολιόρκει τὰ Σέρβια. ἀλλὰ πάλιν ὁ βασιλεὺς ὀξὺς ἐπιφανεὶς τὴν τῆς πόλεως ἔλυσε πολιορκίαν, δρασμῷ χρησαμένου τοῦ Νικολιτζᾶ σὺν τῷ Σαμουήλ. ἀλλ’ οὐκ εἰς τέλος διέδρα ὁ ἄπιστος. λόχῳ γὰρ περιπεσὼν Ῥωμαϊκῷ συνελήφθη, καὶ πρὸς τὸν βασιλέα δέσμιος ἀχθεὶς εἰς φυλακὴν ἐνεβλήθη ἐν Κωνσταντινουπόλει πεμφθείς.

Αν και ο Σκυλίτσης δεν αναφέρει ότι ο Νικουλίτσας που περιγράφει ήταν Βλάχος, αργότερα ο εγγονός του Δελφινάς Νικουλίτσας βρέθηκε εμπλεγμένος στην επανάσταση των Βλάχων της Θεσσαλίας.

Γαμπρός του 2ου Νικουλίτσα ήταν ο διοικητής του θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος (Γεωργιανο-Αρμενικής καταγωγής), ο γνωστός συγγραφέας του Στρατηγικού που έχω ήδη αναφέρει. Ο Κεκαυμένος είναι ο πρώτος βυζαντινός συγγραφέας που μας παρέχει πληροφορίες για την καταγωγή των Βλάχων. Το κείμενό του όμως πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά και να φιλτραριστεί καταλλήλως και αυτό γιατί σκοπός του είναι να βγάλει τον εαυτό του και τον πεθερό του Δελφινά Νικουλίτσα ασπροπρόσωπους και μη εμπλεκόμενους στην προρρηθείσα επανάσταση των Βλάχων της Θεσσαλίας (που ήταν μια αντίδραση εναντίον της αυξημένης φορολογίας) και να ρίξει όλο το φταίξιμο στους «άτιμους» Βλάχους. Παραθέτω το κείμενο όπως το βρήκα στην ιστοσελίδα του Λιθοξόου και μετά μια αγγλική περίληψη του Florin Curta:

Γένος άπιστον τε παντελώς και διεστραμμένον, μήτε εις θεόν έχον πίστιν ορθήν μήτε εις βασιλέα μήτε εις συγγενή ή εις φίλον, αλλά αγωνιζόμενον πάντας καταπραγματεύεσθαι, ψεύδεται δε πολλά και κλέπτει πάνυ, ομνύμενον καθεκάστην όρκους φρικωδεστάτους προς τους εαυτού φίλους και αθετούν ραδίως ποιούν τε αδελφοποιήσεις και συντεκνίας και σοφιζόμενον δια τούτων απατάν τους απλουστέρους, ουδέποτε δε εφύλαξε πίστιν προς τινα, ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων. Πολεμηθέντες παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες εάλωσαν, και του βασιλέως αυτών του λεγομένου Δεκαβάλου αποσφαγέντος και την κεφαλήν επί δόρατος αναρτηθέντος εν μέση τη πόλει Ρωμαίων. Ούτοι γαρ εισιν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσοι. Ώκουν δε πρότερον πλησίον του [Δανουβίου ποταμού και του]* Σάου, ον νυν ποταμόν Σάβαν καλούμεν, ένθα Σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δυσβάτοις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των Ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των Ρωμαίων, όθεν αγανακτήσαντες κατ’ αυτών, ως είρηται, διέφθειραν αυτούς, οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα” [Cecaumeni, Strategicon et incerti scriptoris de officiis regiis libelus, έκδοση B. Wassiliewsky – V. Jernstedt, Petersburg 1896, σελ. 74].

*Ο Λιθοξόου ξέχασε τη φράση [Δανουβίου ποταμοῦ καὶ τοῦ] στην μεταγραφή του κειμένου, όπως μπορείτε να δείτε στην σελίδα που παραθέτω παρακάτω.

Αφήνοντας στην άκρη όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που τους επισυνάπτει εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι η πληροφορίες για την καταγωγή των Βλάχων. Ο Κεκαυμένος λοιπόν ισχυρίζεται ότι οι πρόγονοι των Βλάχων ήταν οι Δάκες και οι Βέσοι οι οποίοι κατοικούσαν κοντά στον Σάβο ποταμό και τον Δούναβη, «εκεί που τώρα κατοικούν οι Σέρβοι» και κατέληξαν στον ελλαδικό χώρο.

Kekaumenos Grk

Ο Κεκαυμένος έπαιξε καλά το χαρτί «εμείς»-«αυτοί» προσπαθώντας να απορωμαιοποιήσει εντελώς τους Βλάχους, πηγαίνοντας την διήγησή του πίσω στους Δακικούς πολέμους του Τραϊανού και στον Δάκα αντίπαλό του Δεκέβαλο. Βέβαια αυτά που «ξέχασε» να αναφέρει ήταν το ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία διασώθηκε από τον Δακο-Μυσικής καταγωγής αυτοκράτορα Αυρηλιανό, ότι η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από τον Δακο-Μυσικής καταγωγής Μέγα Κωνσταντίνο (o Τετράρχης πατέρας του Κωνσταντίνος Χλωρός ήταν από τη Ναϊσσό) και τον απόγονό του αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη ο οποίος μιλάει για τον λαό του τους Μυσούς που κατοικούν στις ηιόνες (όχθες) του Ίστρου στον Μισοπώγωνα με τα χειρότερα λόγια λέγοντας ότι είναι άξεστοι, τραχείς και αγύριστα κεφάλια αλλά Ρωμαίοι πολίτες παρά ταύτα:

… and those who dwell between the Thracians and the Paeonians, I mean the Mysians on the very banks of the Danube, from whom my own family  is derived, a stock wholly boorish, austere, awkward, without  charm and abiding immovably by its decisions; all of which qualities are proofs of terrible boorishness.

«Ξέχασε» επίσης να αναφέρει ότι ο άνθρωπος που νίκησε τον Αττίλα στην μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων ήταν ο ρωμαίος στρατηγός Φλάβιος Αέτιος (γεννηθείς στο Δορύστολον από «Σκύθη» πατέρα, το οποίο πολλοί μεταφράζουν ως Γότθο), όπως ξέχασε να πει ότι Δακο-Μυσικής καταγωγής ήταν και ο δημιουργός της Αγια Σοφιάς αυτοκράτορας Ιουστινιανός και ο θείος και προκάτοχός του Ιουστίνος. Γράφει ο Robert Browning πως ο νεαρός Petrus Sabbatius (Ιουστινιανός) άφησε το λατινόφωνο χωριό του Tauresium (στην περιοχή Σκοπίων-Ναϊσσού) και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Παρόλο που δέχθηκε την καλύτερη δυνατή μόρφωση εκεί πέρα, στο υπόλοιπο της ζωής του, γράφει ο Προκόπιος, μιλούσε τα ελληνικά με βάρβαρη προφορά.

Όσο για τον θείο του αυτοκράτορα Ιουστίνο, ο Προκόπιος γράφει ότι ήταν ο πρώτος αγράμματος Ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν ήξερε ούτε να υπογράψει. Αυτός ο Ιουστίνος, μαζί με άλλους δύο φίλους του από την Bederiana (κάπου μεταξύ Σκοπίων και Ναϊσσού) που φέρουν τα τυπικά Δακο-Θρακικά ονόματα Ζίμαρχος και Διτύβιστος (ο Προκόπιος τους ονομάζει «Ιλλυριούς» με την γεωγραφική έννοια γιατί προερχόταν από περιοχή που βρισκόταν δυτικά του νότιου Μοράβα) έφτασαν στην Κωνστνατινούπολη και εισήλθαν στην Αυτοκρατορική φρουρά.

Justin Thracian

Τέλος να σημειωθεί ότι ο μεγάλος στρατηγός του Ιουστινιανού Βελισάριος ήταν επίσης Θρακικής καταγωγής απο τη Γερμάν(ν)η (σημερ. Sapareva Banja στην αρχαία θρακική γλώσσα η ρίζα Γερμ- αντιστοιχεί στο ελληνικό Θερμ- από το ΠΙΕ *gwherm-) εκεί όπου έναν περίπου αιώνα πριν γεννηθεί ο Βελισάριος κατοικούσαν οι «άγριοι, ανυπότακτοι και ληστρικοί σαν λύκοι και σκληροί σαν το χιόνι των βουνών τους» Βέσσοι που εκχριστιανίστηκαν από τον Νικήτα της Ρεμεσιάνας και τώρα είναι «ήρεμοι σαν αρνιά και με σκυμμένο το κεφάλι στον Χριστό». Έτσι τους περιγράφει ο Παυλίνος σε ένα ποίημα εγκώμιο για τον Νικήτα.

Paulinus

Τέλος, ο Αυτοκράτορας Λέων Α΄ ο Θράξ , που ξεκίνησε την διαδικασία απογοτθοποίησης του Ρωμαϊκού στρατού και την προσπάθεια ανασύστασης ενός «εθνικού» Ρωμαϊκού στρατού, ήταν Βεσσικής καταγωγήςὁ Βέσσος» κατά τον Μαλάλα και “Bessica ortus progenie” κατά τις λατινικές πηγές, με τον Θεοφάνη να δίνει ως τόπο καταγωγής του την Θράκη και τον Κάνδιδο την Αυρηλιανή Δακία).

Malalas-Leo-Dacian

Αφού λοιπόν προσπάθησα να συμπληρώσω αυτά που «ξέχασε» να αναφέρει ο Κεκαυμένος σχετικά με τον γλωσσικό εκλατινισμό και πολιτικό εκρωμαϊσμό των υποδουνάβιων Δακών και των Βέσσων, ξαναπαραθέτω τα δύο σημεία του λόγου του που μας ενδιαφέρουν: ότι οι Βλάχοι ήταν Δάκες και Βέσσοι και ότι κάποτε κατοικούσαν γύρω από τους ποταμούς Σάβο και Δούναβη. Όπως θα δείξω στο δεύτερο μέρος, αυτά είναι δύο στοιχεία που μπορούμε κάπως να τα επιβεβαιώσουμε από άλλες πηγές.

15 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας