Tag Archives: αυτοκρατορία

Μια συζήτηση για τους όρους Ρωμιός, Γραικός και Έλλην

Στα σχόλια μιας άλλης ανάρτησης ξεκινήσαμε μια συζήτηση με τον σχολιαστή ”Μωχό τον Μάντη” για τη σημασία του όρου ”Ρωμιός” κατά την Οθωμανική περίοδο και για τη λειτουργία των τριών όρων ”Ρωμιός”, ”Γραικός” και ”Έλληνας”. Επειδή στη συζήτηση ήρθε και ο φίλος Πέρτιναξ, που πρόσφατα παρακολούθησε το συνέδριο ” ‘Ελλην, Ρωμηός, Γραικός: Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες,” αποφάσισα να κάνω αυτήν την ανάρτηση, ώστε να έχουμε συγκεντρωμένες στα σχόλιά της τις διάφορες απόψεις. Continue reading

78 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Uncategorized

Η συνοπτική ιστορία της περιόδου 1204-1282 #2

Τελειώσα την προηγούμενη ανάρτηση με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης τον Ιούλιο του 1261 από τον νικαιάτη στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο και την -επίσημη- στέψη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (15 Αυγούστου 1261) ως «Βασιλέα των Ρωμαίων» στην Αγιασοφιά.

Από αυτό το σημείο μέχρι και τον θάνατό του το 1282 ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος εισέρχεται σε έναν ακατάπαυστο διπλωματικό στίβο, όπου προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή με νύχια και με δόντια την εύθραυστη ανασυσταθείσα αυτοκρατορία του. Σε αυτόν τον στίβο ο Μιχαήλ κυριολεκτικά διαγωνίζεται  «μόνος εναντίον όλων» και «με το μαχαίρι στο λαιμό».

Αν κάποιος αποφασίσει να περιγράψει τον χαρακτήρα του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως κάθε άλλο παρά «καλό παιδί» ήταν. Ήδη πολύ πριν την εκλογή του στην θέση του επιτρόπου της βασιλείας και προστάτου του νεαρού Ιωάννη Λάσκαρι το 1258, ο Μιχαήλ είχε κατηγορηθεί τρεις φορές για απόπειρα σφετερισμού και προδοσία κατά του νικαιακού στέμματος. Στην δεύτερη από αυτές αναγκάστηκε να καταφύγει στην αυλή του Σελτζούκου Σουλτάνου για ενάμισι χρόνο και, ο μόνος λόγος που του δόθηκε αργότερα αμνηστία ήταν η νικαιακή χρεία των στρατιωτικών του ικανοτήτων. Ο Nicol γράφει ότι τόσο ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης όσο και ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις δεν μπορούσαν να τον εμπιστευτούν εξαιτίας του χαρακτήρα του, τον οποίο -ο Nicol πάντα- χαρακτηρίζει ως “mercurial” (εννοεί τον ορισμό #5 του όρου «αυτός που έχει ευμετάβλητο χαρακτήρα, εύστροφος/πανούργος», «αυτός που σε πουλάει και σ΄αγοράζει»). Εν ολίγοις, εκτός από ικανός και θαρραλέος στρατιωτικός, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ήταν ένας φιλόδοξοςπανούργος και αδίστακτα ευπροσάρμοστος τυχοδιώκτης και αυτά τα στοιχεία του εξηγούν γιατί, όντας σε μία απελπιστική κατάσταση, κατάφερε να παίξει με επιτυχία το δύσκολο διπλωματικό παιχνίδι της περιόδου 1261-1282 που θα περιγράψω σε αυτήν και την επόμενη ανάρτηση.

Επομένως, νομίζω πως το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξηγηθεί σε αυτήν την ανάρτηση είναι το identikit του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, όπως το περιγράφει ο Donald Nicol.

[Nicol, Last, σλδ 29-30] George Akropolites, who was his [Michael’s] tutor for a while, observed how easily the young man could suit his character to his company, […] He was ambitious, but his charm and versatility made him popular among his own class, […] Michael soon showed himself to be a brilliant soldier and a courageous leader on the field of battle. […] But there was something mercurial about his temperament which perhaps explains, if it does not justify, the special mistrust with which Theodore Laskaris regarded him.

It was in 1246, when he was just over 21, that Michael Palaiologos was given his first public office, as a commander in Macedonia, which was then under the general governorship of his father Andronikos and it was there, seven years later, that he first fell under suspicion of conspiring against the throne. By a mixture of bluff and bravado he restored himself to favour, married a grand-niece of the Emperor John Vatatzes, and was appointed Grand Constable. […] But if so sober an emperor as Vatatzes found it hard to trust Michael, his successor Theodore Laskaris was obsessed with suspicions. The mistrust was mutual.

In 1256 Michael anticipated his probable arrest on a charge of treason by escaping to the court of the Seljuq Sultan. Less than two years later he was back in Nicaea, begging forgiveness and swearing eternal loyalty to the house of Laskaris. The Emperor could not afford to waste the talents of such a soldier and packed him off to Macedonia to fight the Despot of Epiros.

Αφού ολοκληρώθηκαν οι πανηγυρισμοί όπου ο Μιχαήλ Η΄ δοξάστηκε ως «Νέος Κωνσταντίνος» και ο Στρατηγόπουλος τιμήθηκε με Θρίαμβο και αφού, όπως γράφει ο Nicol, «εκκαθαρίστηκαν [με αγιασμούς] οι εκκλησίες της Πόλης από την Λατινική βδελυγμία (Latin abomination)», ο Μιχαήλ συνειδητοποίησε ότι η Κωνσταντινούπολη είχε το μαύρο της το χάλι. Τα πάλαι κραταιά Τείχη χρειάζονταν επειγόντως επιδιόρθωση, τα παλάτια και ολόκληρες γειτονιές είχαν καταστραφεί και ο πληθυσμός εντός των τειχών είχε συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε υπήρχαν χωράφια και λιβάδια βοσκής εντός των τειχών!

[Nicol, Last, 41-2] In the excitement of the moment all that mattered was that Constantinople had been liberated from foreign rule. The city churches, now at length cleansed from the Latin abomination, were thronged with people giving thanks. Alexios Strategopoulos, the general to whom the victory was due, was given the exceptional privilege of a triumph, and for a whole year his name was associated with that of the Emperor Michael in prayers throughout the churches. But the “new Constantine”, the second founder of Constantinople, was the Emperor himself.

[…] The city of Constantinople as he found it in August 1261 was desolate and in ruins. Whole districts had been destroyed by fire, and even the imperial palaces were so dilapidated as to be scarsely habitalbe. The palace of the Blachernai, where the Latin emperors had resided, was a smoke-blackened ruin […] and the great walls that defended the city were badly in need of repair and attention. The city had an air not only of poverty and neglect but also of emptiness, for under the Latin régime the population had dwindled. […] There was no shortage of food however, for the empty spaces in the city were so great that it was possible for herds of cattle to be pastured and fields of corn to be cultivated within the city walls.

Great efforts were made to to repair and re-endow the city’s churches and monasteries, for the restoration of the Orthodox faith was the sign and symbol of the rebirth of the Empire. Particular attention was paid to repairing and strengthening the walls, especially those along the coast, on the Golden Horn and on the side of the Sea of Marmora.

Εκτός από την επιδιόρθωση των τειχών και τον σχηματισμό μιας επαρκούς φρουράς (θυμίζω πως το ρήμα ἀρκεώ ετυμολογικά σημαίνει «υπερασπίζομαι, αποκρούω» εκ της ΙΕ ρίζας *h2erk-, επομένως, το επίθετο ἐπαρκής ετυμολογικά σημαίνει «ικανός να υπερασπίσει/αποκρούσει»), ο Μιχαήλ έπρεπε να κάνει κάτι και για το γεγονός ότι, εξαιτίας της Συνθήκης του Νυμφαίου, ναυτιλιακά ήταν πλήρως εξαρτημένος από τους Γενοβέζους/Γενουάτες οι οποίοι, στην πρώτη τους αναμέτρηση με τους Ενετούς στην ναυμαχία των Σπετσών το 1263, ηττήθηκαν κατά κράτος. Ο Μιχαήλ άρχισε να πιστεύει ότι οι Γενουάτες ήταν αναξιόπιστοι – αν όχι άχρηστοι- σύμμαχοι και, κατά συνέπεια, αποφάσισε να παραβεί την Συνθήκη του Νυμφαίου προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους Ενετούς. Αυτή του η κίνηση ώθησε τους Γενουάτες να συμμαχήσουν από αντίδραση με τους δυτικούς εχθρούς του Μιχαήλ που θα περιγράψω παρακάτω. Επειδή οι Ενετοί ήταν δικαιολογημένα δυσμενείς ως προς τον Μιχαήλ, ο δεύτερος έβαλε στο παιχνίδι και τους Πιζάνους, πιστεύοντας ότι με τρεις Ιταλούς εμπορικούς ανταγωνιστές, θα μπορούσε να παίξει πιο εύκολα τον έναν εναντίον του άλλου. Ο Nicol σημειώνει σε αυτό το σημείο πως ο Μιχαήλ εγκαινίασε ένα νέο επικίνδυνο παιχνίδι, στο οποίο ηττημένοι τελικά αποδείχτηκαν οι διάδοχοί του. Παραχώρησε και στις τρεις ιταλικές ναυτεμπορικές δημοκρατίες παροικιακούς χώρους στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τις μητροπόλεις τους να εκλέξει η κάθεμιά τους έναν εκπρόσωπο της παροικίας που θα λογοδοτούσε στον βυζαντινό αυτοκράτορα (οι Γενουάτες τον Podestà τους, οι Ενετοί τον Baillie τους και οι Πιζάνοι τον Consul τους, όρος που στην κλασική Λατινική σήμαινε «Υπατος (Στρατηγός)», αλλά τώρα πλέον «πρόξενος»).

Την ίδια στιγμή, προκειμένου να μειώσει όσο μπορούσε την ναυτιλιακή εξάρτηση από τους Ιταλούςο Μιχαήλ φρόντισε να δημιουργήσει έναν υποτυπώδη βυζαντινό στολίσκο ναυτολογώντας Τσάκωνες και «Γασμούλους» (άτομα που είχαν Φράγκο/Λατίνο πατέρα και Ρωμαία μητέρα). Έτσι δημιουργήθηκε μια παροικία Τσακώνων στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η έδρα αυτού του νεοσυσταθέντος στολίσκου ήταν το λιμάνι Κοντοσκάλιον (στην νότια όχθη της Κωνσταντινουπόλεως, «σκάλα» = «λιμάνι, αποβάθρα», το παλαιότερο όνομα ήταν «λιμὴν τοῦ Ἰουλιανοῦ»).

[Nicol, Last,42-48] […] a special quarter of the city was made over to a colony of Tzakonians from the south-east region fo the Morea, who were to form an important part of the new Byzantine navy.

[…] In time, however, Michael managed to recreate a Byzantine imperial navy so that the defence of the city and Empire would not have to depend wholly on foreign aid. The crews and marines were drawn from the Tzakonians of southern Greece, born sailors, who were paid well to move to the capital. But some, especially oarsmen, were recruited from among the rootless population fo the city, the offspring of mixed marriages between Greeks and Latins. They were commonly known and despised as the Gasmouloi, though some said that they combined the martial qualities of both races. To provide an adequate and defensible harbour for the new fleet, Michael had the old harbour called the Kontoskalion dredged and refortified. It lay on the Sea of Marmora, on the south side of the city, where the sea currents gave natural protection against attack.

[…] The Genoese were in a favoured position, and their merchants flocked to Constantinople after 1261 to make the most of the favours showered upon them. Merchants from the smaller republic of Pisa were also accorded special privileges. But even the remaining Venetians, who had been specifically excluded by terms of Michael’s treaty with Genoa, could not be sent home. […] The best that the Emperor could do to prevent Byzantine trade from being once again monopolized by foreign competitors was to try to limit their operations by law, and above all to prevent them from uniting or conspiring together. He therefore made independent agreements with each of the separate colonies of Italians in the city and insisted that each should be administered according to its own laws by a governor appointed from its mother city. The Genoese in Constantinople should have their Podestà, the Venetians their Baillie, and the Pisans their Consul, answerable to the Emperor for the conduct of his people. The Empire disliked them but it could hardly do without them, and by dividing and controlling their operations it might even be possible to play them off one against the other. It was a dangerous game and one at which Michael’s VIII successors proved to be the losers.

[…] Moreover the Genoese, who had supplied ships for the enterprise, were roundly beaten by a Venetian fleet near the island of Spetsai (Settepozzi) of the coast of the Morea in 1263. It was their first encounter with their rivals since 1261. Michael VIII concluded that they were unreliable if not useless as allies, revoked his agreement with them and turned instead to Venice. […] They [the Genoese] expressed their bitterness by conspiring with the western enemies fo Byzantium whose designs were conceived and planned on a grander scale.

Φυσικά, όλες αυτές οι ανορθωτικές κινήσεις του Μιχαήλ Η΄απαιτούσαν χρήματα τα οποία δεν διέθετε σε αφθονία. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να αυξήσει την φορολογία και να υποτιμήσει κατά ένα καράτι το υπέρπυρον (το χρυσό βυζαντινό νόμισμα 20,5 καρατίων που εισήγαγε ο Αλέξιος Κομνηνός, για να διορθώσει την νομισματική κρίση που είχε προκαλέσει η απόσυρση του παραδοσιακού σόλιδου/κωνσταντινάτου 24 καρατίων).

[Nicol, Last, 43] All these measures for rehabilitation and defence were vastly expensive. The reserves that had been built up by the careful management of John Vatatzes in Nicaea were being eaten away. One method of making money to go further was to devalue the currency. Michael VIII decreed that the Byzantine gold coin or hyperpyron was to be lowered in value by one carat, so that it was composed of fifteen parts pure gold to nine of alloy. This was a remedy unworthy of an emperor who posed as the new Constantine. It was the beginning of a steady and rapid depreciation of the Byzantine currency in the thirtheenth and fourteenth centuries, as the gold coinage of the Italian republics usurped the place of the bezant in international trade.

Οι Μικρασιάτες, που είχαν συνηθίσει να είναι το επίκεντρο του Νικαιακού κράτους, βλέποντας ότι όλα τα διαθέσιμα νικαιακά χρήματα σπαταλούνταν στην οχύρωση της Κωνσταντινούπολης άρχισαν να νοιώθουν παραγκωνισμένοι. Κάποιοι μάλιστα -προφητικά- είπαν ότι η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης θα αποδειχτεί η καταστροφή τους.

[Nicol, Last, 44] Those who were left in Nicaea after 1261, and in the other Byzantine cities of Asia Minor such as Brusa, Nikomedia, Ephesos or Philadelphia, begun to feel neglected and aggrieved. The people of Byzantine Asia Minor watched the concentrated riches of their former Empire of Nicaea being dissipated in Constantinople. The sympathies of many of them continued to be with the family of Laskaris rather than with that of the usurper Palaiologos. For it was the Laskarids who had maintained the Empire in exile, and it was they who had brought prosperity to Asia Minor [*4].

[*4] There were prophets of doom in Nicaea who saw the transfer of power to Constantinople in 1261 as a disaster. Pachymeres, I, p.205 (CFHB); I, p.449 (CSHB); Angold, Byzantine Government in Exile, p.296.

Παράδειγμα τέτοιου μικρασιάτη «προφήτη» που δεν χάρηκε καθόλου από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο «κακός» πρωτασηκρήτις Μιχαήλ Σεναχηρείμ (απόγονός του πρέπει να είναι ο Μιχαήλ Σεναχηρείμ Μονομάχος του 14ου αιώνα) ο οποίος, μόλις έμαθε τα νέα, είπε στους συμπολίτες του στην Νικομήδεια τραβώντας τα γένια του «Τι είναι αυτό το δεινό που ακούω; […] Να μην ελπίζετε σε τίποτε καλό (για εμάς τους Μικρασιάτες) από εδώ και πέρα, τώρα που οι Ρωμαίοι πατήσανε μέσα στην Πόλη!»

[Παχυμέρης, 28, σλδ 205 στο CFHB] κηʹ. Περὶ τοῦ πρωτασηκρῆτις Σεναχηρείμ, τί ἔπραξεν διὰ τὴν τῆς πόλεως ἅλωσιν. Ἐπεὶ δὲ καὶ εἰς Νικομήδειαν ἔφθασαν, ἐνεστώσης τῆς πανηγύρεως τοῦ ἐν μάρτυσι μεγίστου Παντελεήμονος, ἔτυχε δἐκεῖσε καὶ ὁ Κακὸς Σεναχηρείμ, ἐν πρωτασηκρῆτις ὀφφικίῳ μεγαλυνόμενος, καὶ τὸ φημιζόμενον ἤκουε· πρῶτον μὲν διηπίστει καὶ ὡς πλάσμα τὸν λόγον ἀπέπεμπεν· ὡς δἐξελθὼν ἤκουσε καὶ ἐπίστευεν, εἰσελθὼν ἅμα καὶ τῶν σφετέρων γενείων ἀπρὶξ ταῖς χερσὶ δραξάμενος, «Ὢ οἷον, εἶπεν, ἀκούω. Τοῦτο ταῖς ἡμετέραις ἡμέραις ἐταμιεύετο· τί γε ἁμαρτοῦσιν, ὡς ἐπιζῆν καὶ βλέπειν τοσαῦτα δεινά; Τοῦ λοιποῦ καλόν τις μὴ ἐλπιζέτω, ἐπεὶ Ῥωμαῖοι καὶ αὖθις πατοῦσι τὴν πόλιν.» Ταῦτἔλεγεν ἐκεῖνος καὶ δῆλος ἦν δυσχεραίνων τὰ παρὰ πολλοῖς θαυμαζόμενα. Ὅπου δὲ κατήντησαν ταῦτα, ὁ λόγος κατὰ τόπον ἐρεῖ.

Όταν ο Μιχαήλ Η΄ έμαθε ότι είχε σχηματιστεί μια παραδοσιακά φιλολασκαριδική μικρασιατική παράταξη αντιφρονούντων, διέταξε την τύφλωση του νεαρού Ιωάννη Λάσκαρι και φρόντισε να στείλει ως νύφες σε ξένους τις τρεις ανύπαντρες κόρες του προκατόχου του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι (Ῥωμαίους αὐταῖς οὐ συνήρμοττε). Οι δύο δόθηκαν σε «Λατίνους» (έναν Πελοποννήσιο/Μοραΐτη και έναν Γενουάτη) και η άλλη στον ορεσίβιο (Αίμος) Βούλγαρο αριστοκράτη Σβετισλάβ της «Μυσίας». Τα κίνητρά του Μιχαήλ είναι εμφανέστατα. Προσπάθησε να αποσυνθέσει τον οίκο των Λασκαριδών, ώστε να μην επιχειρήσουν οι αντιφρονούντες να τον επαναφέρουν στην εξουσία για την εξυπηρέτηση των μικρασιατικών τους συμφερόντων. Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις είχε και δύο μεγαλύτερες κόρες που ήταν ήδη παντρεμένες το 1261 (και η μία είχε ήδη πεθάνει). Η Μαρία Λασκαρίνα είχε παντρευτεί το 1249 με τον Νικηφόρο, τον γιο του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄, αλλά πέθανε το 1258 (και ο Μιχάηλ έδωσε, αργότερα, ως δεύτερη σύζυγο στο Νικηφόρο την ανιψιά του Άννα Παλαιολογίνα) και η Ειρήνη Λασκαρίνα ήταν παντρεμένη με τον νεοστεφή Τσάρο της Βουλγαρίας Κωνσταντίνο Τίχ («Τεῖχος»).  Αυτός ήταν ένας επικίνδυνος για τον Μιχαήλ γάμος επειδή, μετά την τύφλωση του νεαρού αδελφού της, η Ειρήνη έγινε άσπονδος εχθρός του Μιχαήλ Παλαιολόγου (επηρεάζοντας τον Τσάρο σύζυγό της Τιχ στην εξωτερική του πολιτική). Ο Μιχαήλ θα καταφέρει να επιλύσει εφήμερα αυτό το διπλωματικό μέτωπο με την Βουλγαρία, όταν η Ειρήνη θα πεθάνει το 1268 και ο Τσάρος Κωνσταντίνος Τιχ θα παντρευτεί το 1269 την ανιψιά του Μιχαήλ Μαρία (κόρη της αδελφής του Μιχαήλ Ευλογίας). Ωστόσο, το διπλωματικό μέτωπο με την Βουλγαρία θα ξαναοξυνθεί αργότερα, όταν η ανυποχώρητα ανθενωτική πια Ευλογία θα στραφεί κατά της ενωτικής πολιτικής του αδελφού της και θα καταφύγει στην τσαρίνα κόρη της στην Βουλγαρία. Τότε θα δημιουργηθεί μια επικίνδυνη για τον Μιχαήλ κατάσταση όπου η Βουλγαρική τσαρική αυλή θα προωθεί την εικόνα του «υπερασπιστή της Ορθοδοξίας» προσπαθώντας να προσεταιριστεί τους Ανθενωτικούς Βυζαντινούς που διαφωνούσαν με την ενωτική πολιτική του Μιχαήλ. Αλλά θ΄αναφερθώ σ΄αυτήν την κατάσταση παρακάτω.

Ας γυρίσουμε στο 1261 και στην απόφαση του Μιχαήλ να τυφλώσει τον νεαρό Ιωάννη Λασκάρι. Μόλις ο Πατριάρχης Αρσένιος έμαθε για την τύφλωση αφόρισε τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο και ο δεύτερος, κατά τα πρώτα 5 χρόνια της βασιλείας του στην Κωνσταντινούπολη, δεν μπορούσε να μπει στην Αγιασοφιά! Το 1265 ο Μιχαήλ, παρουσιάζοντας ψευδείς κατηγορίες, κατάφερε να καθαιρέσει τον Αρσένιο και να ανεβάσει στον πατριαρχικό θρόνο τον φιλικά προσκείμενο προς αυτόν Γερμανό Γ΄. Ωστόσο, όταν συνειδητοποίησε ότι ούτε και ο Γερμανός Γ΄ ήταν υποχείριός του, ο Μιχαήλ κατάφερε να τον «πείσει» να παραιτηθεί (ο Nicol γράφει “he too was bullied into resigning”) και τον Δεκέμβριο του 1266 ο μοναχός Ιωσήφ εκλέχθηκε πατριάρχης και ακύρωσε τον αφορισμό του Μιχαήλ στις 2 Φεβρουαρίου 1267. Την ίδια στιγμή ένας υποψήφιος σφετεριστής του θρόνου παρουσιάστηκε στην Νίκαια ως τυφλωμένος Ιωάννης Λάσκαρις και κέρδισε τόσους οπαδούς, ώστε ο Μιχαήλ Η΄ αναγκάστηκε να καταστείλει την εξέγερση ένοπλα.

Ταυτόχρονα, ο Μιχαήλ φρόντισε να «ξαναγράψει» την Ιστορία, μειώνοντας τα επιτεύγματα των Λασκαριδών και παρουσιάζοντάς τους ως «επαρχιακούς/φυγόκεντρους» αριστοκράτες σαν τους Δεσπότες της Ηπείρου.

Ο Nicol δίνει ως υποσημείωση για τα παραπάνω τις σελίδες  57-9, 243-5, 255-9, 259-271 από το πρώτο βιβλίο του Παχυμέρη στο CFHB και τις σελίδες 178-88 από την έκδοση του Schopen της ιστορίας του Νικηφόρου Γρηγορά. Παραθέτω μερικά συνοπτικά χωρία από αυτές τις σελίδες.

[Παχυμέρης, Ι, 57-59] ιγʹ. Θάνατος τοῦ βασιλέως Θεοδώρου καὶ τὰ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ κατορθώματα. Τοῦ δαὐτοῦ χρόνου πρὸς τὸ φθινοπωρινὸν ἀποκλίνοντος, ἐπὶ τέτρασι παισὶ μεταλλάττει τὸ βιοῦν ὁ κρατῶν, τρισὶ μὲν θηλυτέραις, ἑνὶ δἐνναέτει ἄρρενι παππωνυμοῦντι τῷ Ἰωάννῃ· αἱ γὰρ πρῶται τῶν θυγατέρων, ἡ μὲν τῷ Βουλγαρίας ἄρχοντι Κωνσταντίνῳ τῷ Τείχῳ, ἡ δὲ τῷ τοῦ δυσικοῦ δεσπότου Μιχαὴλ παιδὶ Νικηφόρῳ, πρὸς γάμον ἔφθασαν ἐκδοθῆναι.

[Παχυμέρης, Ι, 243-245] Ὅπως αἱ τρεῖς βασιλίδες ἀνδράσιν ἡρμόσθησαν καὶ ὁποίοις. Τῷ μὲν οὖν βασιλεῖ μετὰ ταῦτα διέγνωστο ἀπαλλαγῆναι καὶ τῶν βασιλίδων τῶν καὶ αὐταδέλφων τοῦ παιδὸς Ἰωάννου, δοκουσῶν ἔχειν καὶ τούτων τὸ μέρος κλῆρον βασιλείας ἀπὸ πατρός· καὶ διὰ τοῦτο βαθύ τι σκοπῶν, ἐκεῖνος Ῥωμαίους αὐταῖς οὐ συνήρμοττε. Τὴν μὲν γὰρ τῷ ἀπὸ τοῦ Μορέου εὐγενεῖ Λατίνῳ, Μαΐῳ Δεβελικούρτῳ λεγομένῳ, συνῆγεν εἰς λέχος, ἐνταῦθἐνδημή σαντι· τὴν δὲ δευτέραν Λατίνῳ μεγιστᾶνι, ὃν ἂν ἐκεῖνοι φαῖεν σεμνύνοντες κόντον, ὄνομα Βιντιμίλια, ἀπὸ Γεννούας τότε προσελθόντι κατὰ φήμην τῷ βασιλεῖ, εἰς γάμον ἐκδοὺς καὶ δώροις τὰ εἰκότα φιλοφρονησάμενος, ἀποπέμπει συνάμἐκείνῃ συζύγῳ· τὴν δὲ τρίτην Βουλγάρῳ τῷ Ὀσφεντισθλάβῳ, κατὰ Μυσίαν τῶν κατὰ τὸν Αἷμον ὀρεινῶν ἄρχοντι, δίδωσι. Καὶ οὕτως ἐκεί νων ἀπαλλαγεὶς καὶ τῶν φροντίδων τῶν ἐπὶ ταύταις ῥαΐσας, ἑτέραις πράξεσιν ἐπιβάλλεται.

[Παχυμέρης, Ι, 255-259]  Τούτοις καταστρατηγηθέντος τοῖς λογισμοῖς τοῦ βασιλέως ὑπέκαιε γὰρ αὐτὸν ὁ τῆς μοναρχίας ἔρως, καὶ τὴν παρερχομένην δόξαν περὶ πλείονος ἐτίθει τοῦ θείου φόβου διὰ τὴν τοῦ πλείονος ὄρεξιν, βουλὴν βουλεύεται μάλα μὲν αἰσχίστην, μάλα δὲ καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν, καὶ πέμψας ἐκτυφλοῦν τὸν παῖδα προσέταττε, παιδίον ἁπαλὸν καὶ μηδὲν ἔτι σχεδὸν τελέως ἢ τὸ χαίρειν ἢ τὸ λυπεῖσθαι μαθόν,

[Παχυμέρης, Ι, 259-261] ιβʹ. Τὰ κατὰ τοὺς Ζυγηνούς, ὅπως ἀπεστάτησαν βασιλέως διὰ τὸν Ἰωάννην. Παρἣν αἰτίαν καὶ ὀλίγον ὕστερον οἱ κατὰ τῆς Νικαίας ἄκρας χωρῖται, ἀγρόται μὲν ὄντες καὶ γεωργίᾳ προσέχοντες, θαρραλέοι δἄλλως, πίσυνοι τόξοις, ἅμα δὲ καὶ ταῖς κατὰ σφᾶς δυσχωρίαις τὸ πιστὸν ἔχοντες, ὡς οὐ ῥᾳδίως πεισόμενοι, κἄν τι πράττοιεν, εὑρόντες ἥκοντά ποθεν νεανίσκον νόσῳ λελυμασμένον τοὺς ὀφθαλμούς, φήμης προοδευούσης ἐκείνου παρὰ τῶν συσκευασαμένων τὸ δρᾶμα ὡς αὐτὸς εἴη τὸ παιδίον ὁ Ἰωάννης, ἀπρὶξ συναχθέντες ἔχονται τούτου, ἅμα μὲν ὡς δεσπότου ὑπονοουμένου σφίσιν, ἐφᾧπερ καί, ὅρκοις τοῖς πρὸς τὸν πατέρα πεδούμενοι, ταῖς ὑπὲρ ἐκείνου προθυμίαις ἐσφάδαζον, ἅμα δὲ καὶ ὡς ἠδικημένῳ προσαμύνοντες. Καὶ ἀποστατεῖν ἤρξαντο, δῆλοι ὄντες ἐξ ὧν ἐποίουν τοῖς ἐπιθησομένοις πολεμησείοντες· καὶ δὴ περιστείλαντες τοῖς εἰκόσιν ἐκεῖνον καὶ δουλικῶς προσφερόμενοι, προΐστων εἰς βασιλέα καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ κινδυνεύειν ὥρμων. Ὁ μέντοι γε βασιλεύς, μαθὼν τὰ περὶ τούτου, ἀνέζει τε τῷ θυμῷ καὶ καθεκτὸς οὐκ ἦν, εἰ ἄκραι τοιαῦται παρασπᾶσθαι τῆς ἐντρεχούσης φήμης ἕνεκα κινδυνεύουσιν, ἐξ ὧν εἰκὸς εἶναι καὶ ἄλλους παρακινεῖσθαι πλείστους ἀποστατεῖν. Ὅθεν καὶ πάσαις ταῖς κατἐκείνων προθυμίαις ἐνεδίδου καὶ ἅπαν τὸ στρατιωτικὸν ἐν ταὐτῷ συλλέξας ἀπέστελλε πολέμους πολεμήσοντας ἐμφυλίους.

Η περιγραφή των παραπάνω γεγονότων από τον Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 44-5] Michael VIII’s coronation in Constantinople in 1261, at which his own infant son Andronikos had been proclaimed co-Emperor, appeared to exclude the legitimate heir John Laskaris from the succession. The appearance became a fact when, in December of the same year, John Laskaris was blinded. The matter was hushed up, but the secret got out, and the Patriarch Arsenios excommunicated Michael. It was not his first disagreement with the Emperor whom he had crowned. But now he had the strongest moral argument for condemning a barbaric deed. At the same time it was discovered that the Emperor had deliberately arranged for the three sisters of John Laskaris to marry foreigners. Two of them became wives of Italians and the third married a Bulgarian noble. Michael must have regretted that two other daughters of the late Theodore II Laskaris were already married, one to Nikephoros, son of Michael II of Epiros, the other to Constantine Tich, who had made himself ruler of Bulgaria. But no one could doubt that the new Emperor was doing his best to ensure that all the surviving members of the Laskaris family were put out of the running for the throne in Constantinople. The restoration of the Empire necessitated a rewriting of history. The Laskarids were to be relegated to the status of mere provincial rulers like the Despots of Epiros.

There was an immediate wave of hostile reaction. A pretender impersonating John Laskaris gained such a following in Nicaea that Michael had to send an army to quell the riots and scotch the rumour. The Patriarch Arsenios flatly refused to receive the Emperor back to the church, except on impossible conditions. Michael was convinced that his Patriarch was hand-in-glove with the Laskarid sympathizers. He lost patience, and tried to frighten the old man into submission by threatening to appeal to the more distant authority of the Pope. But not until 1265 did he find it possible to bring any charges against Arsenios to justify removing him from office. A synod of bishops was convened, Arsenios was deposed and, towards the end of May 1265, sent into exile. Almost a year elapsed before a successor was appointed as Patriarch in the person of Germanos III. But he too could not find it in his heart to absolve the Emperor, and he too was bullied into resigning. Finally, in December 1266, a monk called Joseph was enthoned as Patriarch, and on 2 February 1267, after much deliberation, he accepted the emperor back into the church.

Such were the lengths to which Michael VIII was led by his ambition to found a new imperial dynasty and to cut off the new régime completely from the past of the Empire of Nicaea. For the first five years of his reign in Constantinople he was denied the sacraments of the Orthodox Church. He was even forbidden to enter the cathedral of St Sophia, […] Any other emperor in this situation would have found himself in serious danger in the capital.

Παρόλο που αποσύνθεσε τον Οίκο των Λασκαριδών και κατέστειλε ένοπλα την εξέγερση της Νίκαιας, ο Μιχαήλ Η΄ δεν μπόρεσε να τιθασεύσει τους αντιφρονούντες Μικρασιάτες. Με την αφορμή της τύφλωσης του Ιωάννη Λάσκαρι και του άδικου κακομεταχειρισμού του Αρσενίου, ένα νέο κίνημα «Αρσενιτών» ιερέων γεννήθηκε στην Μικρά Ασία, οι οποίοι δεν αναγνώριζαν την άρση του αφορισμού του Μιχαήλ Η΄. Η κατάσταση οδήγησε στο λεγόμενο «Αρσενιτικό Σχίσμα», όπου οι Αρσενίτες αρνούνταν να αναγνωρίσουν τους Παλαιολόγους ως την νόμιμη δυναστεία.

[Nicol, Last, 46] It was in Asia Minor and in the church itself that the opposition was stronger. A large number of bishops in Asia Minor, and especially the monks, denounced Michael’s cruelty to John Laskaris and ranged themselves on the side of Patriarch Arsenios. The deposition of Arsenios and of his successor made matters worse; for many years thereafter the peace of the church and of the state was troubled by a deviationist party calling themselves the Arsenites, who remained loyal to the memory of the patriarch who had defied the Emperor and refused to recognize the authority of his appointed successors. […] The Arsenite Schism, as it came to be called, disrupted Byzantine society no less than it divided the Orthodox Church, for the reason that the Byzantines found it unnatural to distinguish religious from political issues.

Αυτά τα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν λογικό, αύξησαν την όρεξη των εξωτερικών εχθρών του Μιχαήλ Η΄. Οι Σελτζούκοι εκμεταλλεύτηκαν τους Μικρασιάτες αντιφρονούντες (αλλά και τον διοικητικό παραγκωνισμό της Μικράς Ασίας για χάρη της Κωνσταντινούπολης) προς όφελος των κατακτητικών τους σχεδίων, ενώ η αδελφή του τυφλωμένου Ιωάννη Λάσκαρη Ειρήνη έπεισε τον Βούλγαρο τσάρο σύζυγό της Κωνσταντίνο Τιχ να ξεκινήσει πόλεμο κατά του Μιχαήλ. Τα παλαιολόγεια στρατεύματα του Μιχαήλ Η΄ κατάφεραν να αποκρούσουν τους Βούλγαρους και ο Τιχ αναγκάστηκε να παραχωρήσει μερικές πόλεις της θρακικής ευξείνιας ακτής, αλλά αργότερα κατάφερε να αξιοποιήσει τους Μογγόλους της Χρυσής Ορδής για να πατσίσει με τον Μιχαήλ Η΄. To 1264 οι Βούλγαροι ακολούθησαν τους Μογγόλους του Χαγάνου/Χάνου Νογκάι που, παρακινούμενοι από τους Σελτζούκους, εισέβαλαν στα Παλαιολόγεια εδάφη λεηλατώντας την Θράκη, με σκοπό να πιέσουν τον Μιχαήλ Η΄ να παραδώσει στους Σελτζούκους τον πρώην σουλτάνο Καϊκάους Β΄ που είχε καταφύγει στην βυζαντινή αυλή. Ο Μιχαήλ Η΄ εξουδετέρωσε το μογγολικό μέτωπο δίνοντας ως σύζυγο στον Νογκάι την κόρη του Ευφροσύνη Παλαιολογίνα.

Το 1262 ένα νέο μέτωπο ξεκίνησε, όταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου ξανάρχισε τις εχθροπραξίες κατά της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας στην σημερινή δυτική Μακεδονία.

[Nicol, Last, σλδ 46] The opposition to Michael VIII within the Empire was a great encouragement to his enemies beyond the frontiers. The uncertain state of affairs and the neglect of administration and defence in Byzantine Asia Minor played into the hands of the Seljuq Turks. Constantine Tich of Bulgaria, incited by his Laskarid wife, went to war against Michael. His fingers were badly burned by the Byzantine army and he had to surrender some important places on the Black Sea coast in 1263. But he awaited his opportunity for revenge and joined forces with the Mongols of the Golden Horde in South Russia. An even more natural enemy of Michael VIII as a usurper was the Despot of Epiros, […] But in 1262 war broke out again.

Ωστόσο ο μεγαλύτερος και πιο επικίνδυνος εχθρός του Μιχαήλ Η΄ ήταν η «Λατινική» Δύση.

Στην προηγούμενη ανάρτηση ανέφερα ότι στην μάχη της Πελαγονίας το 1259, ο αδελφός του Μιχαήλ Ιωάννης κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον Φράγκο πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεχαρδουίνο, ο οποίος το 1262 συμφώνησε με όρκο, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, να παραχωρήσει την Λακωνία (Μονεμβασιά, Μυστρά και Μάνη) στους Ρωμαίους και να διοικήσει τον υπόλοιπο φραγκοκρατούμενο Μοριά ως υποτελής «Μέγας Δομέστικος» του Μιχαήλ Η΄. Μόλις, όμως, ο Γουλιέλμος έφτασε στον Μοριά, έλαβε απαλλαγή όρκων από τον Πάπα Ουρβανό Δ΄ με την δικαιολογία ότι «ο όρκος [Καθολικού] σε “σχισματικό Γραικό” δε στρέχει» ( 🙂 ) και ξεκίνησε αμέσως πόλεμο εναντίον των ρωμαϊκών δυνάμεων (ως επί το πλείστον Τούρκοι και Λατίνοι μισθοφόροι) που είχαν αποβιβαστεί στη Μομεμβασιά.

Παραθέτω την σελίδα του Nicol για την παπική απαλλαγή του Γουλιέλμου από τους όρκους που έδωσε στον Μιχαήλ με την πρόφαση ότι ο «όρκος [Καθολικού] σε “σχισματικό Γραικό” δεν στρέχει» για τους Γραικωρύχους που κάνουν κωλοτούμπες όταν οι Φράγκοι λένε τους Ρωμαίους «Γραικούς».

Urban-William

Λοιπόν,  αφού γελάσαμε με τα αστεία των Φράγκων παραθέτω και τα λόγια του Παχυμέρη για να δείτε τι γράφουν και οι Ρωμαίοι:

[Παχυμέρης, I, 31, σλδ 125 CFHB] Ἦσαν δὲ σφίσιν αἱ συνθεσίαι ἦ μὴν τὸν μὲν πρίγκιπα Ῥωμαίοις δοῦναι καὶ βασιλεῖ ἐξ αὐτῆς κατασχεῖν εἰς δεσποτείαν ἀναφαίρετον τὰ κατὰ Πελοπόνησον ταῦτα, Μονεμβασίαν, Μαΐνην, Ἱεράκιον, Μυζηθρᾶν, Ἀνάπλιον δὲ καὶ Ἄργος ἐν ἀμφιβόλοις ἐτίθεικαὶ ἅμα πᾶν τὸ περὶ τὴν Κινστέρναν θέμα, πολύ γε ὂν τὸ μῆκος καὶ πολλοῖς βρύον τοῖς ἀγαθοῖς, καί γε αὐτὸν ἐς ἀεὶ δοῦλον κεκλῆσθαι Ῥωμαίων καὶ βασιλέως καὶ ὀφφίκιον ἐντεῦθεν εἰς δουλείας σημεῖον ἀποφερόμενον, τὸν δέ γε βασιλέα, σεμνύναντα τοῦτον τῷ τοῦ μεγάλου ἀξιώματι δομεστίκου, μετὰ τιμῆς ἀποστεῖλαι συνάμα τοῖς ἀμφαὐτόν, ὅσοι καὶ περιόντες ἦσαν. Καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις γεγονυιῶν τῶν σπονδῶν, αὐτὸν μὲν ἀπέστελλε σὺν τιμαῖς πρεπούσαις, τοὺς δέ γε ληψομένους τὰ λύτρα προσεπεπόμφει. Καί γε ὁ πρίγκιψ τὰ ἴδια κατελάμβανε, πρίγκιψ Ἀχαΐας καὶ μέγας δομέστικος Ῥωμανίας ἐπιφημιζόμενος, καὶ ἅμα τῷ ἐπιστῆναι, μηδὲν μελλήσας, ἀπεδίδου τὰ λύτρα, ὡς προϋπέσχετο. Κἂν ἐνέμεινε καὶ ἐς τέλος ἐνσπόνδως ἔχων πρὸς Ῥωμαίους, τῷ τῆς Ῥωμαΐδος κλεϊζόμενος ὀφφικίῳ, εἰ μή γε ὁ πάπας ἀκούσας, παροξυνθεὶς καὶ ταῦτα πρὸς τοῦ ῥηγός, καὶ αὐτοῦ γε προσδραμόντος καὶ ἱκετεύσαντοςοὐ γὰρ εἰς συνοῖσον ἐδόκει οἱ τὸ διὰ τέλους σπένδεσθαι πρὸς Ῥωμαίους, τὰς συνθήκας ἐκείνας διέλυε καὶ τοὺς ὅρκους παροὐδὲν ἐτίθει, ὡς ἐν φυλακῇ καὶ ἀφύκτοις δεσμοῖς καὶ μὴ ἑκουσίως, ὡς ἐχρῆν, πράττοντος. Ὅθεν καὶ εἰς τὸ μετέπειτα συνεχεῖς καὶ μεγάλοι σφίσι καὶ ἀμφοτέροις ἀνερρώγασι πόλεμοι. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπράττετο τῇδε.

Όπως, ήδη ανέφερα παραπάνω, το 1263 στην ναυμαχία των Σπετσών οι Γενουάτες σύμμαχοι του Μιχάηλ ηττήθηκαν από τους Ενετούς που έσπευσαν να συμμαχήσουν με τον Γουλιέλμο (κάτι που οδήγησε τον Μιχαήλ Η΄ να παραβιάσει την Συνθήκη του Νυμφαίου, όπως εξήγησα), ενώ το 1264 οι Τούρκοι μισθοφόροι των ρωμαϊκών δυνάμεων στο Μοριά αυτομόλησαν στον Γουλιέλμο, γιατί δεν είχαν πληρωθεί την ρόγα τους από τον αδελφό του Μιχαήλ Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (που πλέον ήταν αυτός ο Μέγας Δομέστικος από τη στιγμή που ο Γουλιέλμος είχε αθετήσει τον όρκο του). Τελικά οι ρωμαϊκές δυνάμεις υπέστησαν δύο ήττες στο Μοριά: μία στην μάχη της Πρινίτζας το 1263 και μία στην Μάχη του Μακρυπλαγίου (η ράχη Μακρύ Πλάγι του Χρονικού του Μορέως κοντά στη Βελιγοστή) από τον Φραγκο-Τουρκικό συνασπισμό το 1264. Οι ήττες αυτές φρέναραν την ρωμαϊκή προσπάθεια ανάκτησης της Πελοποννήσου.

Το Χρονικό του Μορέως περιγράφει την Μάχη του Μακρυπλαγίου ως εξής:

[` 359] Κι ἀφότου ἐκαταχάρησαν ἐκεῖσε εἰς τὸ Βλυζῆρι,
στὴν Ἀνδραβίδα ἐδιάβησαν ἐκείνην τὴν ἑσπέραν.
Ὁ πρίγκιπας ἐξέβηκεν στὴν ἀπαντὴν τῶν Τούρκων,
ὅλοι μετ᾿ αὖτον ἑνομοῦ οἱ καβαλλάροι του ὅλοι·
στὸν ποταμὸν τὸν Ἠλειακὸν ἐκεῖ συναπαντᾶται.
Οἱ Τοῦρκοι γὰρ ἐπέζεψαν, ὡς τὸ ἔχουσιν συνήθειαν,
τὸν πρίγκιπα ἐπροσκύνησαν μικροί τε καὶ μεγάλοι,
ἄνευ ὁ Μελὶκ κι ὁ Σαλὶκ ὅπου ἦσαν οἱ προεστοί τους,
τοὺς ὅποιους γὰρ ἐκράτησεν μισὶρ Ἀνσελὴς ἐκεῖνος
κι οὐδὲν γὰρ ἀπεζέψασιν ὡσὰν οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι.
Τιμητικὰ τοὺς χαιρετᾷ ὁ πρίγκιπας ἀτός του.
[` 360] Ἀπὸ τὰς χεῖρας τοὺς κρατεῖ κ᾿ ἐβάλθησαν νὰ
ὁδεύουν.
Οἱ Τοῦρκοι οὐδὲν ἀνάμειναν ἕως οὗ νὰ κατουνέψουν,
ἀλλὰ καβαλλικεύοντα ἀρχάσαν συντυχαίνει
καὶ λέγειν πρὸς τὸν πρίγκιπα τὴν παραπόνεσίν τους,
τὸν τρόπον καὶ τὴν ἀφορμὴν τὸ πῶς ἦλθαν ἐκεῖσε,
τὸ πῶς γὰρ τοὺς ἐκράτησεν Δεμέστικος ὁ Μέγας
τὴν ρόγαν καὶ οἰκονομίαν, ὅπου εἶχεν ἐξεδουλέψει,
κ᾿ ἐκεῖνοι οὐδὲν τοῦ ἐποίκασιν τίποτε πονηρίαν,
οὔτε ἀνυπολήπτησαν τὸν βασιλέαν κἀνόλως·
«Ἀπολογίαν ἐπήραμεν ἀπ᾿ αὖτον ὡς στρατιῶτες·
ἡμέραν γὰρ καὶ φανερὰ ἐξέβημαν ἀπ᾿ αὖτον
κ᾿ ἤλθαμε ἐδῶ, ἀφέντη μας, νὰ σὲ ἔχωμε δουλέψει
μὲ τ᾿ ἄρματα, ἀληθινά, ὡς τὸ ἔχουν οἱ στρατιῶτες.
καὶ ὅταν σὲ δουλέψωμεν εἰς θέλημα ἐδικόν σου,
δι᾿ ἀνταμοιβὴν κ᾿ εὐεργεσίαν ἐτοῦτο σὲ ζητοῦμεν,
νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν νὰ ὑπᾶμεν τὴν ὁδόν μας.
Ἡμεῖς, ἀλήθεια, ἀφέντη μου, οὐκ ἤλθαμεν ἐνταῦτα
διὰ νὰ σκολάσωμεν ποσῶς, νὰ χάνεται ὁ καιρός μας.
Σήμερα, ἀφέντη, ὄρθωσε ὅλα σου τὰ φουσσᾶτα,
καὶ τὸ πρωῒ ἂς κινήσωμεν νὰ ὑπᾶμεν στοὺς Ρωμαίους,
στοῦ βασιλέως τὸν ἀδελφὸν τὸν ἄπιστον ἐκεῖνον·
ποτὲ ἀλήθειαν εἰς αὐτὸν τὸν οὐκ ηὕραμεν οὐδόλως·
μὲ λόγια μᾶς ἐδιάβαζεν, τὴν ρόγαν μας ἀπῆρεν.
Ἐτοῦτο, ἀφέντη, θέλομεν κ᾿ ἐτοῦτο σὲ ζητοῦμεν·
ἔλα μετ᾿ ἔμας ἕως ἐκεῖ καὶ στέκε σίγερόν σου,
κ᾿ ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων».
Ἀκούσων ταῦτα ὁ πρίγκιπας ἐχάρηκεν μεγάλως,
ὡσαύτως κ᾿ οἱ φλαμουριαροὶ κι ὅλοι του οἱ καβαλλάροι.

[…]

ὁ ἀδελφὸς τοῦ βασιλέως, Δεμέστικος ὁ Μέγας,
ἦλθεν εἰς τὴν Βελίγοστην μὲ ὅλα του τὰ φουσσᾶτα,
διοῦ ἔμαθεν ἐρχόμεθα νὰ ὑπάγωμεν ἐκεῖσε
τοῦ πιάσειν τὰ διάβατα καὶ ὅλες τὲς κλεισοῦρες
ἐκεῖ εἰς τὴν ράχην τὴν ψηλήν, Μακρὺ Πλάγι τὸ λέγουν.

[…]

Ἐδῶκαν τὰ σαλπίγγια τους κι ἀρχίσαν ν᾿ ἀνεβαίνουν
τὸ ἀνήφορον Μακρυπλαγίου κ᾿ ἦλθαν στὸν Φονεμένον.
[` 369] Κι ὡς ἐπροσκύψαν κ᾿ ἔσωσαν ἀπάνω εἰς τὴν ράχην,
ἐπήδησαν τὰ ἐγκρύμματα ἐκεῖνα τῶν Ρωμαίων,
μὲ ταραχὴν καὶ προθυμίαν ἐδράμαν γὰρ εἰς αὖτα·
διατὶ ἦσαν ἐκεῖνοι πλειότεροι, ἐσπάραξαν τοὺς Φράγκους,
ἕναν δοξόβολον καλὸν τοῦ κατηφόρου ἀπῆλθαν,
ἐσφάζαν καὶ ἐδιώχναν τους τὸ ἀλλάγι τῶν Ρωμαίων.
[` 370] Φωνὴν μεγάλην ἔσυρεν μισὶρ Ἀνσελὴς ἐκεῖνος·
«Παιδία, συντρόφοι, ἐπάνω τους· μηδὲν τοὺς ἐντραποῦμεν».
Κ᾿ οἱ Φράγκοι ἐμεταστάθησαν, στρέφονται εἰς τοὺς
Ρωμαίους,
μὲ τὰ κοντάρια καὶ σπαθία ἐδράμασιν εἰς αὔτους·

Προσέξτε τα υποτιθέμενα λόγια των Τούρκων που χαροποίησαν τον πρίγκηπα Γουλιέλμο, ο οποίος παρουσιάζεται σε αυτό το σημείο ως ο επιτιμήτωρ των Τούρκων που είχαν αδικηθεί από τον «άπιστο» αδελφό του Μιχαήλ Παλαιολόγου Κωνσταντίνο:

Σήμερα, ἀφέντη, ὄρθωσε ὅλα σου τὰ φουσσᾶτα,
καὶ τὸ πρωῒ ἂς κινήσωμεν νὰ ὑπᾶμεν στοὺς Ρωμαίους,
στοῦ βασιλέως τὸν ἀδελφὸν τὸν ἄπιστον ἐκεῖνον·

[…]

«[…] ἀφέντη […] ἔλα μετ΄ἔμας […] κ᾿ ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων».

Εδώ σημειώνω ότι όταν οι Ρωμαϊκές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Λακωνία οι τοπικοί πληθυσμοί που τάχθηκαν αμέσως υπέρ τους ήταν οι Τσάκωνες (για τους οποίους ήδη έχω αναφέρει ότι πολλοί εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ναυτολογήθηκαν στον νεοσχηματισθέντα στολίσκο του Μιχαήλ) και οι μονίμως ανυπότακτοι Σλάβοι του Ταϋγέτου (Μηλιγγοί και Εζερίτες) που η γαλλική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως περιγράφει ως “un gent de voulenté et n’obeissent a nul seignor” = «ένας πεισματάρης λαός που δεν υπακούει σε κανέναν αφέντη».

Tzakones-Melingi

Melings

Ο άλλος αδελφός του Μιχαήλ, ο Δεσπότης Ιωάννης (που ως Σεβαστοκράτωρ ήταν ο νικητής της μάχης της Πελαγονίας το 1259) πολεμούσε ταυτόχρονα τους Ηπειρώτες στην δυτική Μακεδονία, τους οποίους κατάφερε να εξαναγκάσει σε υποτυπώδη υποταγή και σε συνθήκη ειρήνης που συνοδεύτηκε από τον γάμο του «δεσποτόπουλου» Νικηφόρου με την ανιψιά του Μιχαήλ Η΄ Άννα Παλαιολογίνα.

Η περιγραφή των παραπάνω από τον Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 47] The most dangerous enemies of the restored Empire, however, were the westerners, who hoped to re-estabish the Latin Empire. The last effective champion of the Latin cause on what was strictly Byzantine territory was William of Villehardouin, the French Prince of Achaia. William had been taken prisoner at Pelagonia in 1259 and became a hostage for the return of southern Greece to the Byzantine Empire. In 1262 he bought his release by agreeing to hand over to the Emperor certain fortresses in his principality,among them Mistra and the rock and harbour of Monemvasia. These would provide valuable bases for the eventual Byzantine reconquest of the rest of Greece. The agreement was confirmed by solemn oaths; William acted as godfather to one of the Emperor’s sons, and he was granted the Byzantine title of Grand Domestic before returning to Greece. But the agreement was scrapped within the year. For in July 1262 Pope Urban IV absolved Prince William from his pledges on the ground that they had been made to a Greek who was in schism from the Roman Church. The Venetians were quick to rush in with a helping hand to defend their interests in Greece, and Michael VIII was forced into war.

It was a campaign fought on two western fronts against enemies who had been allies on the field of Pelagonia, the Despot of Epiros and the Prince of Achaia. On neither front did the Emperor have more than a limited success. His armies were commanded in northern Greece by his brother John and in the south by his brother Constantine. But they were largely composed of Latin and Turkish mercenaries, and it was hard to keep their pay up to date. In 1264 the Turkish troops deserted to the enemy in the Morea, and much of the work of reconquest that had been achived there was lost in a battle at Makry Plagi. In the north, however, in the same year, the Despot Michael was forced to submit, though only after some bitter and costly fighting. A treaty was signed; and it was agreed that the Despot’s son Nikephoros, recently widowed of his Laskarid wife, should marry the Emperor’s niece Anna Palaiologina. For a time there was peace between Despotate and the Empire. But the defeat of the Emperor’s hopes in the south of Greece was a bitter blow. Moreover the Genoese, who had supplied ships for the enterprise, were roundly beaten by a Venetian fleet near the island of Spetsai (Settepozzi) off the coast of the Morea in 1263.

Όπως, όμως, ήδη ανέφερα παραπάνω ο πιο επικίνδυνος εχθρός του Μιχαήλ Η΄ ήταν δυτικά της Αδριατικής. Όταν τον Αύγουστο του 1261 ο Μιχαήλ στέφθηκε Βασιλεύς Ρωμαίων στην Αγιασοφιά, την ίδια στιγμή, ο Πάπας Ουρβανός Δ΄καλούσε τους «Λατίνους» της Δύσης σε νέα Σταυροφορία με στόχο την επανενθρόνηση του Βαλδουίνου Β΄ στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνη τη στιγμή το κάλεσμα του Πάπα βρήκε μικρή απήχηση και ο μόνος ενδιαφερόμενος ήταν ο αφορισμένος από τον Πάπα Μανφρέδος της Σικελίας (νόθος γιος του μισητού στο Βατικανό Φρεδερίκου Β΄), τον οποίο έχω περιγράψει στην προηγούμενη ανάρτηση. Ο Μανφρέδος, στρατηγικά ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για την ηγεσία της Σταυροφορίας μιας και ήταν γαμπρός του Δεσπότη της Ηπείρου και έλεγχε άμεσα την Κέρκυρα και την Αλβανική ακτή από τον Αυλώνα μέχρι το Δυρράχιο, περιοχές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως σημείο απόβασης και ορμητήριο της Σταυροφορίας που ήθελε ο Πάπας. Ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλη η απέχθεια του Πάπα Ουρβανού Δ΄ για τον Μανφρέδο που δεν μπορούσε να τον χρίσει αρχηγό Σταυροφορίας. Για την ώρα, ο Μιχαήλ Η΄δεν είχε να φοβηθεί μια επικείμενη «Λατινική» Σταυροφορία εναντίον του.

[Nicol, Last, σλδ 48] For the enemies of the restored Byzantine Empire in Greece did not stand alone. Their hostility derived some of its nourishment from further west. Michael VIII with his armies and ships could hold his own against the outposts of western colonialism in the Morea and in the Aegean islands; and he could for a time at least play off Venetians against Genoese. But he was well aware that the real danger to Constantinople came not from the outposts but from the centres of power in Italy, from the Papacy and from King Manfred of Sicily. The last Latin emperor, Baldwin II, had escaped by way of Euboia first to the court of King Manfred, then to Venice, and finally to the papal Curia. The restoration of a schismatic emperor to the throne of Cosntantinople seemed particularly galling to the Papacy, […] Pope Urban IV, who was elected only a month after the event [ρωμαϊκή ανάκτηση Κων/πόλεως], was naturally sympathetic to the dispossessed Emperor Baldwin, and in August 1261, while Michael VIII was being crowned in Constantinople, the new Pope was preaching a crusade for the reconquest of the city and the reinstatement of Baldwin. At the time the response was small. The only western ruler actively interested in such a project was Manfred of Sicily. His kingdom was well placed for an invasion of the Byzantine Empire; he was now a son-in-law of the Despot of Epiros; and he already possessed forward bases in Albania and northern Greece. But Pope Urban could not bring himself to nominate Manfred, the rebellious and excommunicated bastard of Frederick II, as leader of a crusade for the unity of Christendom.

Όπως είπα, για την ώρα ο Μιχαήλ Η΄ δεν είχε να φοβηθεί μια Σταυροφορία εναντίον του. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος και πιο επικίνδυνος δυτικός εχθρός του Μιχαήλ δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στο προσκήνιο. Αυτός ο επικείμενος τρανός εχθρός και η διπλωματική του εξουδετέρωση από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο θα είναι τα θέματα των επόμενων αναρτήσεων.

Leave a comment

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Η συνοπτική ιστορία της περιόδου 1204-1282 #1

Η σημερινή ανάρτηση είναι η πρώτη της σειράς (1204-1261, 1261-1282) όπου θα περιγράψω συνοπτικά την πολιτική ιστορία της περιόδου 1204-1282, δηλαδή της περιόδου από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 μέχρι τον θάνατο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου το 1282. Τα κύρια πολιτικά γεγονότα αυτής της περιόδου είναι ο σχηματισμός των τριών Διαδόχων Ρωμαϊκών κρατώνΑυτοκρατορία της Νίκαιας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας) και των Φραγκικών κρατώνΛατινική Αυτοκρατορία, το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το Πριγκηπάτο της Αχαΐας, το Δουκάτο των Αθηνών, το Δουκάτο του Αρχιπελάγους και οι (Β)Ενετικές κτήσεις του Αιγαίου), ο ανταγωνισμός Νίκαιας και Ηπείρου για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο για λογαριασμό του αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, ο σχηματισμός της Παλαιολόγειας Υστεροβυζαντινής Αυτοκρατορίας και οι ευέλικτοι διπλωματικοί χειρισμοί με τους οποίους ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάφερε να εξουδετερώσει την απειλή του Καρόλου Α΄ του Ανδεγαυού.

Το βιβλίο που θα χρησιμοποιήσω ως βασική πηγή είναι το The Last Centuries of Byzantium: 1261-1453 (2η έκδοση CUP, 1993) του Donald M. Nicol.

Αυτό είναι ένα από τα πολλά βιβλία που έχει γράψει ο Nicol για την Υστεροβυζαντινή Περίοδο, την οποία γνώριζε πολύ καλά. Άλλα βιβλία του είναι The Despotate of Epirus: 1267-1479“, “The Reluctant Emperor: A Biography of John Cantacuzene, Byzantine Emperor and Monk, c.1295-1383“, Byzantium and Venice: A Study in Diplomatic and Cultural Relations“, “Church and Society in Byzantium(περιγράφει τα ιδεολογικά ρεύματα της Υστεροβυζαντινής Περιόδου), The Immortal Emperor: The Life and Legend of Constantine Palaiologos, Last Emperor of the Romansκλπ.

Από τους «Τελευταίους Αιώνες του Βυζαντίου» (από εδώ και πέρα [Nicol, Last, σλδ]) θα χρησιμοποιήσω τα δύο πρώτα εισαγωγικά κεφάλαια και το ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ που έπεται μετά από αυτά:

  1. The Byzantine Empire after the Fourth Crusade (σλδ 1-18)
  2. The Empire in exile and its restoration (σλδ 19-37)
  3. PART I, The problems of the restored Empire: the reign of Michael VIII Palaiologos, 1261-82 (σλδ 41-89)

Το άλλο βιβλίο του Nicol από το οποίο θα παραθέσω μερικά χωρία είναι το «Δεσποτάτο της Ηπείρου» του (από εδώ και πέρα [Nicol, Despotate, σλδ]).

Αμέσως μετά την Άλωση του 1204 οι Δυτικοί μοιράζουν τα εδάφη της πεπτωκυίας Ρωμανίας με το έγγραφο που είναι γνωστό ως Partitio Romaniae (Μερισμός της Ρωμανίας). Οι τρεις σημαντικές προσωπικότητες των Σταυροφόρων είναι ο αρχηγός της Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μονφερρατικός, ο ενετός Δόγης Ενρίκος Δάνδολος και ο Κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος.

Αν και όλοι θα περίμεναν να δουν τον Βονιφάτιο Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, οι Ενετοί φρόντισαν να υποστηρίξουν του Βαλδουίνο της Φλάνδρας επειδή ήταν πιο εύκολα ελεγχόμενος. Έτσι ο Βαλδουίνος στέφθηκε πρώτος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Βονιφάτιος έλαβε την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη ης Ρωμανίας, ιδρύοντας το Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης.

Οι Ενετοί έλαβαν την τιμή να στείλουν τον Πρώτο Λατίνο/Καθολικό Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως (Θωμάς Μοροζίνι) και, φυσικά, εξασφάλισαν εκείνα τα εδάφη που τους ενδιέφεραν για τα ναυτεμπορικά τους συμφέροντα (Κρήτη, Εύβοια, κλπ). Ο Ενετός Μάρκος Σανούδος ίδρυσε το ημιαυτόνομο Δουκάτο Νάξου/Αρχιπελάγους (θεωρητικά αυτόνομο, αλλά στην πραγματικότητα υπό έμμεσο ενετικό έλεγχο).

Τέλος, οι Γάλλοι (Φράγκοι) Γουλιέλμος Σαμπλίτης (ή Καμπανέζης) και ο Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος, κατέβηκαν με τα στρατεύματα τους στον νότιο ελλαδικό χώρο και ξεκίνησαν την κατάκτηση των εδαφών του αυτόνομου ηγεμόνα Λέοντα Σγουρού (Πελοπόννησος και Αττικο-Βοιωτία). Ο Σγουρός προσπάθησε να οχυρώσει το πέρασμα των Θερμοπυλών, αλλά τον εγκατέλειψαν οι στρατιώτες του (ήταν αντιπαθής λόγω της δεσποτικής του διακυβέρνησης) και αναγκάστηκε να ταμπουρωθεί στον Ακροκόρινθο. Οι Φράγκοι κατέκτησαν την Αττικο-Βοιωτία και εισήλθαν στην Πελοπόννησο. Μετά την νίκη τους στην Μάχη του Ελαιώνα του Κούντουρα (1205) έγιναν οι de facto άρχοντες της Πελοποννήσου. Ο Σγουρός κατάφερε να αντέξει ταμπουρωμένος στον Ακροκόρινθο μέχρι το 1208. Στην αρχή οι Φράγκοι της Πελοποννήσου ήταν υποτελείς του Βονιφάτιου στην Θεσσαλονίκη. Όταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου κατέκτησε την Θεσσαλονίκη το 1224, οι Φράγκοι του Μοριά ανακήρυξαν την περιοχή τους ως αυτόνομο Πριγκηπάτο της Αχαΐας. Με το πέρασμα του χρόνου προέκυψε και το ολοένα και πιο αυτόνομο Δουκάτο της Αθήνας (με πρώτο δούκα τον Όθωνα Ντε Λα Ρος).

Στην Νίκαια της ΒΑ Μικράς Ασίας, ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις ίδρυσε το ένα μεγάλο διάδοχο ρωμαϊκό κράτος, ενώ στην Άρτα ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας ίδρυσε το άλλο μεγάλο διάδοχο ρωμαϊκό κράτος. Στην μακρινή Τραπεζούντα του Πόντου, οι εγγονοί του Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού Αλέξιος και Δαβίδ ίδρυσαν την επονομαζόμενη Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Την ίδια στιγμή, ο Τσάρος Καλογιάννης της Βουλγαρίας έσπευσε να προσαρτήσει πρώην βυζαντινά εδάφη από την σημερινή ευρύτερη Μακεδονία.

Έτσι, γύρω στο 1212, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε διαμορφωθεί ως εξής (τα εδάφη της Λατινικής Αυτοκρατορίας είναι αχρωμάτιστα):

map1212

Στην αρχή η αυτοκρατορία της Νίκαιας, όντας ταυτόχρονα εκτεθειμένη σε Λατίνους και Σελτζούκους σε αμφότερα τα σύνορά της, ήταν σε λίγοτερο ευνοϊκή θέση ως προς το Δεσποτάτο της Ηπείρου που ήταν προστατευμένο δυτικά από το Ιόνιο πέλαγος και ανατολικά από την οροσειρά της Πίνδου. Ωστόσο, όπως γράφει και ο Donald Nicol για τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι, «για τους -ικανούς- βυζαντινούς αυτοκράτορες, το να πολεμάνε ταυτοχρόνως σε δύο μέτωπα ήταν η δεύτερη φύση τους». Κάποια στιγμή, όπως ήταν αναμενόμενο, προέκυψε μια Λατινο-Σελτζουκική αντινικαιακή συμμαχία. Αμφότεροι οι εχθροί των Νικαιατών το 1214 είχαν αναγνωρίσει ότι η Αυτοκρατορία της Νίκαιας δημιουργήθηκε για να παραμείνει.

[Nicol, Last, σλδ 19] Once Theodore Laskaris had established himself there as emperor and defeated or assimilated his neighbouring rivals, he was faced with the problem of fighting on two sides at once. But to Byzantine emperors this was almost second nature; and, as events were to prove, Nicaea was if anything better than Constantinople for fighting the Seljuq Turks in Asia Minor. The Latin Emperor Baldwin and his brother Henry of Flanders waged a bitter struggle to stifle the Empire of Nicaea at birth, even calling on the help of the Seljuqs. But by 1214 Henry had been forced to recognize that that empire had come to stay. The Seljuq Sultans too were soon obliged to acknowledge that their Greek neighbours were now more united and better organized than for many generations.

Ένα άλλο γεγονός που είχε ευεργητικές συνέπειες για την επιβίωση των Νικαιατών ήταν το ότι ο Βούλγαρος Τσάρος Καλογιάννης αποφάσισε να κινηθεί κατά των Λατίνων. Ο πρώτος Λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, Βαλδουίνος, αιχμαλωτίστηκε το 1205 από τον Βουλγαρικό στρατό του Καλογιάννη (που αποτελούνταν από Βούλγαρους, Βλάχους και χιλιάδες αβάπτιστους Κουμάνους) καθώς πολιορκούσε την Αδριανούπολη και, από εκείνο το σημείο και έπειτα, εξαφανίζεται από τα αρχεία της ιστορίας. Στον θρόνο της Λατινικής Αυτοκρατορίας κάθισε ο αδελφός του Βαλδουίνου Ενρίκος/Ερρίκος που βασίλεψε μέχρι το 1216. Μετά τον θάνατο και του Ερρίκου, ο θρόνος δόθηκε στον γαμπρό του Ερρίκου Πέτρο των Καπέτων του Κουρτεναί. Φεύγοντας από την Γαλλία, ο Πέτρος πέρασε από το Βατικανό όπου στέφθηκε από τον Πάπα, αλλά δεν έφτασε ποτέ του στην Κωνσταντινούπολη, επειδή έκανε το σφάλμα να αποβιβαστεί στο Δυρράχιο, προσπαθώντας να το κατακτήσει για λογαριασμό των Ενετών. Αφού απέτυχε, επιχείρησε να φτάσει χερσαίως στην Κων/πολη. Κάπου στο «Ἄλβανον» (λόγια εκδοχή του Αρβανού ~ τα ορεινά μέρη μεταξύ του Δυρραχίου και της λίμνης Οχρίδος) , ο Πέτρος του Κουρτεναί συνελήφθη σε ενέδρα από άντρες του Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα (διάδοχος και ετεροθαλής αδελφός του ιδρυτή του δεσποτάτου Μιχαήλ, που όμως ξεκίνησε την καριέρα του στην Νίκαια) και πέθανε φυλακισμένος στην Άρτα.

Ο Ακροπολίτης περιγράφει την σύλληψη του Πέτρου του Κουρτεναί από τον Δεσπότη Θεόδωρο στο κεφάλαιο 14, όπου περιγράφει και την περίοδο ακμής και επέκτασης του Δεσποτάτου της Ηπείρου που χαρακτηρίζουν τα πρώτα ενεργητικά χρόνια του Θεόδωρου.

[Ακροπολίτης, 14] Ὁ δὲ Μιχαήλ, ὃν ἱστορήσας ὁ λόγος πέφθακε τῆς Ἠπείρου κατάρξαι καί τινος μέρους τῆς χώρας Ῥωμαίων, τρεῖς κασιγνήτους ἐκέκτητο, τὸν Κωνσταντῖνον, τὸν Θεόδωρον καὶ τὸν Μανουήλ. ὧν ὁ μὲν Θεόδωρος τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων συνῆν Θεοδώρῳ τῷ Λάσκαρι, ὑπηρετῶν αὐτῷ ὡς καὶ οἱ λοιποὶ τῶν Ῥωμαίων. διὰ τοῦτο παρακαλεῖ τὸν βασιλέα Θεόδωρον ὁ Μιχαήλ, ἵνα τοῦτον πρὸς αὐτὸν ἐκπέμψῃ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἔτι παῖδα εἰς ἥβην ἐλθόντα, ἀλλοὐδὲ γνήσιονὁ γὰρ αὐτῷ γεννηθεὶς Μιχαὴλ ἐκ παλλακῆς ἐκείνῳ γεγένηται, περὶ οὗ ἐροῦμεν ἐν τοῖς μετέπειτακαὶ τοῦ θανάτου δὲ δεδιέναι τὸ ἄωρον· τοὺς γὰρ λοιποὺς τῶν ἀδελφῶν ἀφυεῖς ἐγίνωσκεν εἰς ἀρχήν. τοῦτον δὲ τὸν Θεόδωρον ὁ βασιλεὺς ἐκπέμπει τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ, ὅρκοις πρῶτον ἐμπεδωσάμενος πίστιν δουλείας εἰς τοῦτον φυλάττειν καὶ εἰς τοὺς μεταὐτὸν τῶν Ῥωμαίων κατάρξοντας. ὃς καὶ ἀφικόμενος συνῆν τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ. μετοὐ πολὺ δὲ φονεύεται παρά του τῶν ὑπηρετῶν ὁ Μιχαὴλ νύκτωρ ἐπὶ τῆς κλίνης συγκαθεύδων τῇ γυναικί· Ῥωμαῖος δὲ ἦν τῷ φονευτῇ τοὔνομα. ἐπιλαμβάνεται γοῦν τῆς ἐξουσίας ἐκείνου ὁ ἀδελφὸς Θεόδωρος, ἔχων καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Κωνσταντῖνον καὶ Μανουήλ. ἄρξαι δὲ βουληθεὶς πάνυ γε ἐπηύξησε τὴν αὐτοῦ ἀρχήν· ἔκ τε γὰρ τῶν Ἰταλῶν οὐκ ὀλίγην χώραν ἐκτήσατο κἀκ τῶν Βουλγάρων πολλήν· τήν τε γὰρ Θεσσαλίαν ὑφἑαυτὸν ἐποιήσατο, Ἀχρίδα τε καὶ Πρίλαπον, Ἄλβανόν τε καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον· ἔνθα καὶ Πέτρον μετὰ μεγίστης στρατιᾶς ἐξ Ἰταλίας ὁρμώμενον καὶ ὡς πρὸς τὴν Κωνσταντίνου πεποιημένον τὴν δίοδον, ἀνηγορευμένον πρὸς τοῦ πάπα καὶ βασιλέα, αὐτοῦ που γεγενημένον προχειρωσάμενόν τε καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον γενναίως κατετροπώσατο. ὁ μὲν οὖν ῥηθεὶς Πέτρος γαμβρὸς ὑπῆρχεν ἐπἀδελφῇ τοῦ πρώτως βασιλεύσαντος ἐκ τοῦ Λατίνων μέρους Βαλδουΐνου καὶ τοῦ μεταὐτὸν Ἐρῆ, ἐκαλεῖτο δὲ ἡ αὐτῶν ἀδελφὴ Ἰολεντία, ἐξ ἧς παῖδες τῷ Πέτρῳ γεγένηνται τρεῖς, ὅ τε Φίλιππος, ὁ Ῥομπέρτος καὶ ὁ Βαλδουῖνος, ὧν ὁ μὲν Ῥομπέρτος καὶ ὁ Βαλδουῖνος τῆς Κωνσταντίνου βεβασιλεύκασι, τοῦ πρώτου αὐτῶν ἀδελφοῦ τοῦ Φιλίππου τῷ ἀδελφῷ Ῥομπέρτῳ τῆς βασιλείας παραχωρήσαν τος. ὑπῆρχον δέ σφισι καὶ ἀδελφαί, ὧν μία Μαρία ἦν, ᾗ συνεζύγη ὁ βασιλεὺς Θεόδωρος. ὁ μὲν οὖν δηλωθεὶς Θεόδωρος, καθὼς εἰρήκειν, τὸ οἰκεῖον παραλαβὼν στράτευμα ἀντιτάττεται τῷ Πέτρῳ, μικρὸν ὑπερπηδήσαντι τὸ Δυρράχιον καὶ ἐν ταῖς τοῦ Ἀλβάνου δυσχωρίαις γεγενημένῳ. νικῶσι γοῦν κατὰ κράτος οἱ τοῦ Κομνηνοῦ Θεοδώρου τὸ τῶν Λατίνων στράτευμα, ὡς πάντας ἄρδην δεσμώτας ποιῆσαι σὺν πᾶσι σκεύεσι, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν βασιλέα Πέτρον ἔργον μαχαίρας γενέσθαι. τοῦτο δὴ τότε μέγα Ῥωμαίοις ἐγεγόνει βοήθημα.

Αν και ο Ακροπολίτης αποδίδει την έναρξη του Ηπειρωτικού επεκτατισμού στον Θεόδωρο, ο Nicol στο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» γράφει πως ο προκάτοχός του Μιχαήλ ξεκίνησε την επέκταση το 1214, όταν κατάφερε να προσαρτήσει μέρος της Θεσσαλίας και να φτάσει τα βόρεια σύνορά του ως το Δυρράχιο, το οποίο απέσπασε από τους Ενετούς μαζί με την Κέρκυρα. Ο Θεόδωρος ολοκλήρωσε την προσάρτηση όλης της Θεσσαλίας το 1218, προσάρτησε εδάφη βορείως του Δυρραχίου, όπως απέσπασε από τους Βούλγαρους και εδάφη της δυτικής Μακεδονίας (Οχρίδα, Πρίλαπο στο χωρίο του Ακροπολίτη). Η μεγάλη του στιγμή ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 1224 και η κατάλυση του Λατινικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Το 1227 στη Θεσσαλονίκη ο Θεόδωρος στέφθηκε επίσημα Βασιλεύς Ρωμαίων από τον Αρχιεπίσκοπο Οχρίδος Δημήτριο Χωματηνό. Από αυτή τη στιγμή αρχίζει ο ανταγωνισμός των δύο Ρωμαίων ηγεμόνων (Νίκαιας και Ηπείρου/Θεσσαλονίκης) για το ποιος είναι ο πραγματικός Βασιλέας [όλων] των Ρωμαίων. Ο Θεόδωρος μετέφερε την πρωτεύουσά του από την Άρτα στην Θεσσαλονίκη και κατάφερε να φτάσει τα όρια της «Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης» (όπως πλέον ονομάζουν το κράτος του οι σημερινοί ιστορικοί κατά την βραχεία περίοδο 1224-1230) ανατολικά της Αδριανούπολης. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν αναγνώρισε τον τίτλο του Θεόδωρου, ενώ ο νικαιάτης Πατριάρχης Γερμανός Β΄ αμφισβήτησε την ικανότητα του αρχιεπισκόπου Οχρίδος Χωματηνού να στέψει κάποιον «Βασιλέα των Ρωμαίων». Ο πολιτικός ανταγωνισμός των δύο διαδόχων ρωμαϊκών κρατών μετατράπηκε σε εκκλησιαστικό ανταγωνισμό ανατολής-δύσης.

Κατά την περίοδο 1224-1229 ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας ήταν το κύριο ρωμαϊκό φαβορί για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως.

[Nicol, Despotate, σλδ 4]

Not without reason did the Latins come to regard Michael Doukas as their most perfidious enemy. Within a few years he had broken all his agreements. His army invaded Thessaly, recapturing Larissa and other places. He then attacked Durazzo and Corfu, both of which he had recovered from the Venetians by 1214. When he died, probably early in 1215, it was a fact that he was master of all the land from Naupaktos in the south to Durazzo inthe north. But he also controlled a large part of Thessaly; and, while Arta remained his capital, he had transformed the city of Ioannina into a second centre of administration and defence in Epiros.

Michael was succeeded by his half-brother Theodore Komnenos Doukas. […] His ambition was to make Epiros a base for the reconquest from the Latins first of Thessalonica and then of Constantinople itself. In 1217 he made his name more widely known by ambushing and capturing the newly appointed Latin emperor of Cosntantinople, Peter of Courtenay, who has rashly attempted to reach his capital by the overland route from the west. Then, in a brilliant series of military campaigns, Theodore drove the remaining Latins out of Thessaly and beat back the Bulgarians who had occupied western Macedonia. His armies encircled and laid siege to Thessalonica. Under Theodore the state of Epirus became a serious rival to the Empire of Nicaea. […] The climax of his achievements came in December 1224 when his troops entered Thessaonica. Soon afterwards, perhaps in 1227 [*5], he was crowned emperor of the Romans by the autocephalous archibishop of Ochrida, Demetrios Chomatianos. A second Byzantine Empire in exile had been created.

[*5] σε υποσημείωση παραθέτει εναλλακτικές χρονολογήσεις της στέψης του Θεοδώρου από άλλους μελετητές που κυμαίνονται από τα τέλη του 1224 (δλδ μόλις πήρε την Θεσσαλονίκη) μέχρι τον Απρίλιο του 1228.

Κατά την ίδια περίοδο, οι Νικαιάτες κατάφεραν να διώξουν τους Λατίνους σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Μικρά Ασία και, ταυτόχρονα, κατάφεραν να προσαρτήσουν τα δυτικότερα εδάφη της Τραπεζούντας, αποκτώντας πρόσβαση στην δυτικότερη μικρασιατική ακτή του Ευξείνου Πόντου.

Έτσι, γύρω στο 1228, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε διαμορφωθεί ως εξής:

map1228

Η «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα θα αποδειχθεί βραχύβια. Το 1230 καθώς ο Θεόδωρος οδεύει με τον στρατό του προς την Κωνσταντινούπολη, θα υποστεί μια καταστρεπτική ήττα από τους Βούλγαρους του Τσάρου Ιβάν Β΄ Ασέν στην Μάχη της Κλοκοτνίτσας. Ο Θεόδωρος και η οικογένειά του θα αιχμαλωτιστούν και ο Ιβάν Ασέν σε μια επινίκια παλαιοσλαβωνική επιγραφή που έκανε μετά την νίκη του ισχυρίζεται ότι «τέθηκαν υπό την εξουσία του όλα τα εδάφη του Κυρ Θεοδώρου από την Αδριανούπολη μέχρι το Δυρράχιο». Ο αδελφός του Θεόδωρου Μανουήλ κατάφερε να γλιτώσει από την μάχη και να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου στέφθηκε αυτοκράτορας. Ο Άσεν επέτρεψε στον Μανουήλ μία μικρή αυτόνομη χώρα γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Ο Θεόδωρος Κομνηνός δούκας τυφλώθηκε και παρέμεινε επτά έτη φυλακισμένος στην βουλγαρική πρωτεύουσα (Τάρνοβο). Όταν απελευθερώθηκε το 1237, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, έρριξε τον αδελφό του από τον θρόνο και κατάφερε ν΄ανεβάσει σ΄αυτόν τον άβουλο γιο του Ιωάννη Κομνηνό Δούκα. Ο ίδιος ο Θεόδωρος δεν μπορούσε να ενθρονιστεί επειδή ήταν τυφλός. Ωστόσο, κατάφερε να εξασκήσει πάλι την εξουσία έμμεσα κατευθύνοντας τον άβουλο γιο του.

Αντίθετα με την εκρηκτική άνοδο και πτώση της αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης, η αυτοκρατορία της Νίκαιας κατά την ίδια περίοδο έχει κάνει μικρά και σταθερά βήματα, αποκτώντας πρόσβαση στα Βαλκάνια με την προσάρτηση μιας μικρής περιοχής γύρω από την Θρακική Χερσόνησο. Πλέον ο Ιωάννης Βατάτζης μπορεί να αποβιβάζει στρατεύματα στα Βαλκάνια ανενόχλητος.

Γύρω στο 1237, ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε ως εξής:

map1237

Η δεκαετία 1240-50 είναι αναμφίβολα η δεκαετία των βαλκανικών κατακτήσεων του Ιωάννη Βατάτζη. Το 1241 πέθανε ο τρανός Βούλγαροτς τσάρος Ιβάν Άσέν αφήνοντας ως διάδοχο τον ανήλικο γιο του. Ο Βατάτζης άδραξε την ευκαιρία και το 1242 έκανε την πρώτη του μεγάλη βαλκανική εκστρατεία, φτάνοντας μέχρι την Θεσσαλονίκη, όπου ο Βατάτζης έπεισε τον Ιωάννη Κ. Δούκα να εγκαταλείψει τον αυτοκρατορικό του τίτλο και να δεχτεί τον τίτλο του Δεσπότη από τον πραγματικό Βασιλέα των Ρωμαίων (Βατάτζης). Ο Βατάτζης δεν πρόλαβε να οργανώσει τις βαλκανικές του κτήσεις όπως θα ήθελε, γιατί χρειάστηκε να επιστρέψει επειγόντως στην Μικρά Ασία. Ένας νέος παντοδύναμος «παίκτης» εμφανίστηκε στην σκακέρα από τα βάθη της Ανατολής: οι Μογγόλοι.

Οι μογγολικές επιδρομές στην Ασία και στα Βαλκάνια είχαν ευεργητικές συνέπειες για την αυτοκρατορία της Νίκαιας, επειδή έβλαψαν τους γειτονικούς αντιπάλους της: τους Σελτζούκους στην Μικρά Ασία και τους Βούλγαρους στα Βαλκάνια. Οι Μογγόλοι λεηλάτησαν την Βουλγαρία επιστρέφοντας από την λεηλασία της Δαλματίας, ενώ οι Σελτζούκοι και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αναγκάστηκαν να γίνουν υποτελείς των Μογγόλων.

Γράφει για τα παραπάνω γεγονότα ο Nicol:

[Nicol, Last, σλδ 22-3] In 1241 John Asen of Bulgaria, who had seemed to be favouring the cause of Theodore Doukas, died leaving only an infant son. In 1242 Vatatzes crossed over to Europe with his army and marched on Thessalonica. Theodore’s son John was persuaded to lay aside his imperial crown and to accept instead the rank and title of Despot, graciously conferred upon him by the one true Emperor. The settlement was not as secure as Vatatzes would have wished. But in the end it had to be concluded in a hurry because of news reaching the emperor from Niceaea, which necessitated his immediate return to Asia; and not for another four years was he able to come back.

The news that reached the Emperor in 1242 was that the Mongols has invaded the territory of the Seljuq Sultan and that the Empire of Nicaea was in danger. The Mongol invasions of the Near East and eastern Europe in the thirteenth century were on a scale which must make the battles and rivalries of Greeks and Latins over the possession of Contantinople seem like the squabbles of naughty children. […] Genghis Khan, who has died in 1227, […] Kiev fell to the Mongols in 1240. They then pressed on through Poland, Bohemia and Moravia to Hungary and up to the Adriatic coast, before withdrawing through Serbia and Bulgaria leaving a wake of desolation […]

The Mongol invasion convulsed and devastated most of the developing countries of eastern Europe. But it had little immediate effect on the fate of Constantinople and the eastern Mediterranean. Of the countries within the Byzantine sphere of influence only Bulgaria suffered the attentions of the Mongols. But at the same time another branch of their army had stormed westwards out of Persia into Asia Minor, threatening the Seljuq Turkish Sultanate and so ultimately its western neighbur, the Empire of Nicaea, as well as the Empire of Trebizond. In 1243 the Sultan Kaykhusraw II was defeated in battle by the Mongol general Baichu. He turned for help to his natural enemy, the Emperor of Nicaea; and in the face of the common danger John Vatatzes and the Sultan signed a treaty of alliance. The Emperor of Trebizond, after one defeat, discreetly elected to pay tribute to the Khan of the Mongols and became his vassal. The Seljuqs were soon obliged to do the same to preserve what was left of their identity. […] But the Empire of Nicaea, protected from the horrors ofthe Mongol invasion by the Turks, survived unscathed and indeed stronger and more secure than before as a result of the damage done to its eastern neighbour.

Αφού, λοιπόν, η Νίκαια βγήκε ασκηθής (= ΙΕ συγγενής του αγγλικού όρου unscathed που χρησιμοποιεί ο Nicol) από μια διαδικασία που έβλαψε τους Σελτζούκους και τους Βούλγαρους, το 1246 ο Βατάτζης οδήγησε το στρατό του στην δεύτερη μεγάλη βαλκανική εκστρατεία, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την οριστική προσάρτηση στο Νικαιακό κράτος όλων των εδαφών μέχρι την Έδεσσα και τον Όλυμπο. Ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος διορίστηκε από τον Βατάτζη νικαιακός διοικητής Θεσσαλονίκης, ενω ο γιος του Μιχαήλ (ο μελλοντικός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, τότε 21 χρονών), ανέλαβε τις πρώτες στρατιωτικές του ευθύνες στην Μακεδονία ως υφιστάμενος αξιωματικός του πατέρα του.

[Nicol, Last, σλδ 23] Once the storm had blown itself out therefore, John Vatatzes was able to turn his mind to the unresolved problems of the Byzantine world with even greater confidence. In 1246 he crossed over to Europe once again, and within twelve months his army had restored a large of southern Bulgaria to Byzantine rule and completed the work earlier begun at Thessalonica. The city was now deprived of its last vestige of independence from the Empire of Nicaea. An imperial governor was appointed as the Emperor’s deputy. His name was Andronikos Palaiologos, and at the same time his more famous son, Micheal Palaiologos, the future emperor, was given a command in Macedonia.

Έτσι, η Θεσσαλονίκη, πρωτέυουσα της Ρωμαϊκής «Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης» (δηλαδή το Δεσποτάτο της Ηπείρου κατά την περίοδο 1224-1230, όσο είχε αυτοκρατορικές διαθέσεις και πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη) πέρασε στα χέρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ωστόσο ο Ακροπολίτης, που έγραψε την ιστορία του για λογαριασμό των Νικαιατών, γράφει (45) πως ο βασιλέας Ιωάννης Βατάτζης, δηλαδή «οι Ρωμαίοι» (Νικαιάτες) πήραν την Θεσσαλονίκη από τους «εναντιόφρονες των Ρωμαίων» (Δεσποτάτο Ηπείρου ~ Αυτοκρατορία Θεσσαλονίκης). Η φράση αυτή είναι τυπική της προσπάθειας ‘-τόσο του Ακροπολίτη όσο και του Παχυμέρη (Νικαιάτες ιστορικοί αμφότεροι)- απορωμαίωσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου («αυτοκρατορίας της Θεσσαονίκης»), ώστε να φανούν οι Νικαιάτες ως οι μόνοι «γνήσιοι» διάδοχοι της Ρωμανίας. Αλλού ο Ακροπολίτης γράφει (21) πως οι θεσμοί βασιλείας του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα ήταν «Βουλγαρικώτεροι δηλαδή βαρβαρικώτεροι». Η χρήση του συγκριτικού βαθμού είναι σημαντική: δεν λέει τους ηπειρωτικούς/δυτικούς θεσμούς βούλγαρικούς/βαρβαρικούς, αλλά βουλγαρικότερους ~ βαρβαρικότερους ως προς τους νικαιακούς. Η Gill Page έχει μαζέψει όλα αυτά τα χωρία νικαιακής προπαγάνδας κατά του Δεσποτάτου της Ηπειρου (όσο αυτό είχε αυτοκρατορικές διαθέσεις ως «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης») στις σελίδες 101-3. Σημειώνω εδώ ότι η αρίθμηση των χωρίων του Ακροπολίτη της Gill Page δεν είναι η ίδια με αυτή του pdf που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και το οποίο έχιε την ίδια αρίθμηση με την αγγλική μετάφραση της Ruth Macrides. Εγώ ακολουθώ την αρίθμηση της τελευταίας, επειδή συμφωνεί με το pdf που το έχω.

Akr-Epeiros

Τα χωρία του Ακροπολίτη που ανέφερα:

[21] βασιλεὺς οὖν ἀναγορευθεὶς ὁ Θεόδωρος βασιλικῶς ἐχρῆτο τοῖς πράγμασι, δεσπότας τε προυβάλλετο καὶ σεβαστοκράτορας μεγάλους τε δομεστίκους, πρωτοβεστιαρίους καὶ τὴν λοιπὴν πᾶσαν τάξιν βασιλικήν. ἀφυῶς δὲ ἔχων περὶ τοὺς τῆς βασιλείας θεσμοὺς Βουλγαρικώτερον ἢ μᾶλλον βαρβαρικώτερον ταῖς ὑποθέσεσι προσεφέρετο, οὐ τάξιν γι νώσκων οὐδὲ κατάστασιν οὐδὲ ὅσα ἐν τοῖς βασιλείοις ἀρχαῖα ἔθιμα καθεστήκασιν.

[45] μὲν οὖν πόλις Θεσσαλονίκη οὕτως ὑπὸ τὸν βασιλέα γέγονεν Ἰωάννην, μᾶλλον δὲ ὑπὸ Ῥωμαίους· οἱ γὰρ αὐτὴν κρατοῦντες ἐναντιόφρονες Ῥωμαίοις ἐτέλουν.

To 1255, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη ο πολιτικός χάρτης του περιαιγαιακού χώρου είχε ως εξής:

map1255

Ωστόσο, η εξασθένιση της Βουλγαρίας από τις Μογγολικές επιδρομές είχε ευεργητικές συνέπειες και στις πατροπαράδοτες περιοχές του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μετά την μάχη της Κλοκοτνίτσας αυτές οι περιοχές είχαν καταλήξει ημιαυτόνομες και θεωρητικά υποτελείς του Ιβάν Άσεν. Τώρα πια μπορούσαν πάλι να σηκώσουν αυτόνομα το κεφάλι τους. Ο Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός Δούκας (νόθος γιος του ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ και ο ίδιος ηγεμόνας των ηπειρωτικών περιοχών μετά το 1230) θέλησε να εκμεταλλευτεί προς όφελος του Δεσποτάτου της Ηπείρου τον θάνατο του Ιωάννη Βατάτζη (1254) και το γεγονός ότι ο λογιότατος και επιληπτικός γιος του και διάδοχος Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις ήταν ανίκανος στρατιωτικός.

Η στρατιωτική αριστοκρατία της Νίκαιας που είχε καλομάθει υπό την ηγεσία του ικανότατου Ιωάννη Βατάτζη έβλεπε με μισό μάτι τον νέο απειροπόλεμο αυτοκράτορά της.

[Nicol, Last, σλδ 23-28] In Epiros, the original centre of Greek resistance to the Latins, Michael II, a bastard son of the first Michael Doukas, had taken over what he regarded as his heritage and set up his capital at Arta. He assumed or had acquired from the Emperor of Thessalonica the title of Despot, and the territory over which he ruled came to be called the Despotate of Epiros. Michael II contrived to add Thessaly to Epirus and so to extend his rule over the whole of northern Greece and he exploited the weakness of the Bulgarians to win back much of the country that they had taken over in 1230. It did not at first seem that the Emperor in Nicaea had much to fear from this new arrival on the scene. Thessalonica was now firmly attached to his empire and protected from possible attack by a chain of fortresses in western Macedonia.

[…]

The survival of the Latin Empire in its final years was indeed only made possible by the division and rivalry between its Byzantine enemies. After the death of John Vatatzes the Despotate of Epiros rose from strength to strength, until its position became comparable to that of the Empire of Thessalonica before 1230. If Michael II of Epiros could capture Thessalonica he would be well on the way to Constantinople. The fate of Constantinople could not be decided until the issue between its rival liberators had been settled. The son who succeeded John Vatatzes as Emperor in Nicaea was not the man to grapple with this problem. Theodore II Laskaris was a scholar and a theologian, but not a soldier or a statesman. […] Theodore II was also epileptic. His illness made him the prey of his moods, and he compensated for his nervousness by an autocratic and obstinate temper. He had a morbid suspicion for the aristocracy who had served his father’s administration. He preferred to appoint his own officials from the lower ranks of society. […] He neither sought nor commanded the respect of the aristocracy of Nicaea who had helped to bring the Empire to greatness. They were soon to show their resentment in violent form.

Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ κατάφερε να σφυρηλατήσει μια αντινικαιακή συμμαχία με τον Μανφρέδο της Σικελίας και τον Γουλιέλμο Βιλλεχαρδουίνο της Αχαΐας. Εξασφαλίστηκε επίσης η υποστήριξη των ημιαυτόνομων Αλβανών τοπαρχών και της Σερβίας. Στόχος του Μιχαήλ Β΄ ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και κατάφερε να εκτείνει τα σύνορα του αναζωογονημένου Δεσποτάτου της Ηπείρου μέχρι τον Αξιό ποταμό.

[Nicol, Last, σλδ 28] In 1257 Michael of Epirus, assisted by his friends in Serbia and Αlbania, begun a systematic campaign to encircle and capture the city of Thessalonica. The fortified towns to the west and north fo the city, which had been garrisoned by the imperial troops of Nicaea for ten years, fell one by one. Michael pushed his frontiers as far east as the Vardar valley. But a new slant was given to the situation when Michael cast his net further afield fro allies and supporters. Manfred, the bastard son of the late Frederich II, had now come into the possession of the kingdom of Sicily. Like earlier rulers of Sicily and southern Italy, Manfred had his own designs on Greece and Constantinople, and he had personal reasons for disliking the Empire of Nicaea. […] Manfred was therefore willing to give support to Michael of Epiros in his struggle to the death against the Emperor in Nicaea. It was arranged that he should marry Michael’s eldest daughter Helena; her dowry was to consist of the island of Corfu and several other places on the mainland of Epiros, […]

The other foreign ally whose help Michael II enlisted was William of Villehardouin, the French Prince of Achaia and descendant of Geoffrey of Villehardouin, who had first carved out that principality in southern Greece. William was a highly successful soldier who had made himself overlord of Athens and Euboia as well as the Morea. This alliance too was to be secured by a marriage contract. In the summer of 1258 Michael of Epiros gave his second daughter in marriage to Prince William. It seemed as if the whole continent of Greece, backed by the strength of the King of Sicily and further supported by the ruler of Serbia, was now ranged against the Empire of Nicaea.

Ο Μανφρέδος της Σικελίας, πάντοτε το 1257 έστειλε μια «αρμάδα» υπό την ηγεσία του ναυάρχου Φιλίππου Κινάρδι για την κατάληψη της αλβανικής ακτής. Πέρασαν σε σικελικά χέρια το Δυρράχιο, ο Αυλών, τα Κάνινα και, στην ενδοχώρα, το σημαντικό φρούριο Βελλέγραδα (Βελιγράδι/Μπεράτι). Ο Κινάρδι ανέλαβε διοικητής των νέων αλβανικών κτήσεων του Μανφρέδου. Η Κέρκυρα πέρασε επίσης στην κατοχή του Μανφρέδου ως προίκα που έλαβε από τον γάμο του με την κόρη του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄Ελένη. Ο Μιχαήλ Β΄ αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε αυτές τις παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει την συμμαχία του Μανφρέδου κατά των Νικαιατών. Αυτές οι σικελικές κτήσεις στην Αλβανία είναι ο πρόδρομος της μεταγενέστερης «Ανδεγαυινής Αλβανίας».

[Nicol, Despotate, σλδ 6-7] The history of Epiros was, however, to be permanently affected by an event that occurred in 1257. In that year Manfred of Hohenstaufen, son of the Emperor Frederick II of Sicily, sent an armada across the sea from Italy and occupied a large stretch of the coast of Albania and New Epiros. Durazzo fell to him as well as the ports of Valona and Kanina and the inland fortress of Berat. Before long he had seized the island of Corfu. These has been prize possessions of the rulers of Epiros. The Despot Michael had been taken by surprise. But he found a way to offset his losses while at the same time winning a powerful ally in his conflict with the Empire of Nicaea. He offered his daughter Helena in marriage to King Manfred. Since her dowry was to consist of most of the places in Epiros which he had already occupied, Manfred was pleased to accept the offer. This unexpected development established a link between Epiros and the south of Italy which was never thereafter to be broken until the Turkish conquest in the fifteenth century.

Είναι μια περίοδος όπου οι τοπικοί αριστοκράτες της ενδοχώρας της σημερινής Αλβανίας (~ «Άλβανον/Άρβανον») έχουν την δυνατότητα «να παίξουν τριπλό παιχνίδι» (Νίκαια, Ήπειρος, Σικελία) διαπραγματευόμενοι την συμμαχία με τις διάφορες πλευρές, με απαίτηση προνομίων και τίτλων. Έτσι ο Ανδρέας Βρανάς ενσωματώθηκε αργότερα στον διοικητικό μηχανισμό του Μανφρέδου ενώ, νωρίτερα, ο άρχοντας του Αρβάνου Γολέμης («Γουλάμος») αμφιταλαντεύτηκε μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της αυτοκραοτρίας της Νίκαιας. Πρωτοεμφανίζεται σαν σύμμαχος του Ηπειρώτη Μιχαήλ Β΄που επέδραμε στην νικαιακή δυτική Μακεδονία. Το 1252 άλλαξε στρατόπεδο και συμμάχησε με τους Νικαιάτες και το 1257 ξανάλλαξε στρατόπεδο και επέστρεψε σε συμμαχία με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Πάμε τώρα στην άλλη μεριά του Αιγαίου.

Τον Αύγουστο του 1258 πέθανε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις αφήνοντας ως επίτροπο και προστάτη του ανήλικού του γιου Ιωάννη τον έμπιστο Γεώργιο Μουζάλωνα. Η στρατιωτική αριστοκρατία της Νίκαιας βρήκε την ευκαιρία για να αντικαταστήσει τον Μουζάλωνα με κάποιον δικό της. Ξέσπασε μια ένοπλη εξέγερση, κατά την οποία, οι Λατίνοι μισθοφόροι που λίγα χρόνια πριν είχαν ως διοικητή τον Μιχαήλ Παλαιολόγο (ο διοικητής αυτών των μισθοφόρων είχε το αξίωμα του Μεγάλου Κον(τ)όσταυλου) σκότωσαν τον Μουζάλωνα. Η αριστοκρατία επέλεξε τον ικανότατο στρατιωτικό Μιχαήλ Παλαιολόγο ως νέο επίτροπο της βασιλείας και προστάτη του ανήλικου Ιωάννη. Μέχρι το τέλος του έτους, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάφερε να αναρριχηθεί πρώτα στο αξίωμα του Μεγάλου Δούκα, ύστερα σε αυτό του Δεσπότη (δεύτερο υψηλότερο αξίωμα μετά τον Αυτοκράτορα/Βασιλέα στην Νίκαια) και, στους πρώτους μήνες του 1259 στέφθηκε Συναυτοκράτορας μαζί με τον ανήλικο Ιωάννη από τον Πατριάρχη Αρσένιο. Ως συναυτοκράτορας ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έχρισε τον αδελφό του Ιωάννη Σεβαστοκράτορα και Δεσπότη και του ανέθεσε την δύσκολη υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος, όχι μόνο αποδείχτηκε ικανός αμύντορας, αλλά κατάφερε να επεκτείνει τα νικαιακά όρια προς δυσμάς αιφνιδιάζοντας τις δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου στην περιοχή της Καστοριάς και καταλαμβάνοντας τη Βελλέγραδα (Μπεράτι) από τον Μανφρέδο. Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στον Αυλώνα περιμένοντας τις συμμαχικές ενισχύσεις από την Σικελία (ο Μανφρέδος έστειλε 400 Γερμανούς Ιππότες) και τον Μοριά (οι Φράγκοι και Ρωμαίοι στρατιώτες του Γουλιέλμου), μαζί με τα θεσσαλικά σώματα του Δεσποτάτου που διοικούσε ο Ιωάννης ο Νόθος, γιος του Δεσπότη Μιχαήλ. Την ίδια στιγμή, ο πολυάριθμος στρατός που ο Μιχαήλ Παλαιολόγος είχε αρχίσει να συλλέγει από τον Μάρτιο (που περιελάμβανε μεταξύ άλλων Λατίνους, Ούγγρους, Σέρβους και Βούλγαρους μισθοφόρους, καθώς και Κουμάνους και Τούρκους ιππείς) έφτασε υπό την ηγεσία του Αλέξιου Στρατηγόπουλου στην Θεσσαλονίκη και προστέθηκε στις δυνάμεις του Ιωάννη Παλαιολόγου.

[Nicol, Last, 29] But in August 1258 he [Theodore II Laskaris] died of the illness which had clouded his vision. He left his empire to his eight-year-old son, John Laskaris, under the regency of the Patriarch Arsenios and his own trusted administrator, George Mouzalon. […] The aristocracy had been summoned to the Empror’s deathbed and made to swear an oath of loyalty to a regent they despised. Only ten days later their pent-up bitterness broke out. A conspiracy was formed and, during a memorial service for the Emperor in September 1258, George Mouzalon and his brother were murdered at the altar.

By common consent of the disprized nobility the regency for the infant John Laskaris now passed to a young and vigorous member of their own class, Michael Palaiologos. The Palaiologos family had moved in high circles in Byzantium since the eleventh century. […] His father Andronikos Palaiologos had been sent to govern Thessalonica and had then been appointed Grand Domestic or commander-in-chief of the armies of Nicaea by John Vatatzes, in whose palace Michael had been brought up. […] George Akropolites, who was his [Michael’s] tutor for a while, observed how easily the young man could suit his character to his company, playing the sweet, gay and clever youth with those of his own age, and the mature, wise and responsibleman with his elders. He was ambitious, but his charm and versatility made him popular among his own class […] Michael soon showed himself to be a brilliant soldier and a courageous leader on the field of battle. He was liked by his troops, not least by the Latin mercenaries whose pay had been docked by Theodore Laskaris and whose ranks he came to command as Grand Constable. […] His part in the conspiracy to murder the regent George Mouzalon is difficult to assess though easy to surmise. The agents of the deed were, after all, the Latinmercenaries whose commander was Michael himself. Nor were the assassins punished for their crime by the new regent of the Empire. […] Michael Palaiologos was elected regent and guardian of the boy Emperor. The choise was hailed by the army, by the Church and by the common people, for Michael was evidently the man best qualified to defend the Empire of Nicaea against its enemies. […] In the last four months of 1258 Michael was elevated to the more exalted rank of Grand Duke, and then, having been careful to win the approval of the Patriarch and bishops, to that of Despot, which was next in order to that of Emperor. Finally, in December, […] Michael was proclaimed Emperor. Soon after the start of the year 1259 the Patriarch performed the double coronation of Michael VIII Palaiologos and John IV Laskaris. It did not pass unnoticed that Michael was crowned first.

In the last months of 1258 it was certainly true that the Empire of Nicaea needed an experienced soldier at its head. The coalition of Michael of Epiros with William of Achaia and Manfred of Sicily seemed likely to threaten the possession not only of Thessalonica but even Cosntantinople itself. As soon as he became regent Michael Palaiologos posted reinforcements to Thessalonica under the command of his own brother John, whom he had promoted in rank. In an effort to break up the coalition he sent separate embassies to each of the three parties concerned. They had by then made their plans and the prospect before them was too promising to be laid aside.

[…] Early in 1259, equiped now with all the authority of a Byzantine emperor, Michael made preparation for war on a scale that would have been beyond the imagination of his predecessor. In March a great army was assembled in Thrace. It included mercenary contingents from Hungary, Serbia and Bulgaria, as well as Turkish and Cuman horsemen. By the time it reached Thessalonica, however, the advance guard under John Palaiologos had already struck the first blow against the enemy by surprising Michael of Epiros and his army in the region of Kastoria and driving them across the mountains to the coast. The fortified town of Berat in Albania had been captured. The Despot of Epiros, surprised but not defeated, reassembled his forces at Avlona on the Albanian coast. He then called on the help of his ally across the water. […] Manfred quickly honoured his agreement by sending over 400 German knights to fight for his father-in-law.

Meanwhile his other ally, William of Achaia, had brought his own feudal levy over from the Morea, and the Despot’s son John Doukas had collected an army in Thessaly.

Η στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ των Νικαιατών και της Αντινικαιακής Συμμαχίας είχε φτάσει!

Αυτή η σύγκρουση είναι γνωστή ως Μάχη της Πελαγονίας (τέλη Ιούλιου 1259).

Η Gill Page στην σελίδα 200 αναφέρεται στην εθνοτική σύσταση του Μοραΐτικου στρατεύματος που έφερε ο Πρίγκηπας Αχαΐας Γουλιέλμος στην Πελαγονία, παραθέτοντας τις αναφορές από τον Ακροπολίτη και από την Ελληνική και Γαλλική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως. Ο Γουλιέλμος, έχοντας γεννηθεί στην Πελοπόννησο ήταν δίγλωσσος. Το ελληνικό χρονικό γράφει ότι μετά την ήττα διαπραγματεύτηκε με τους Νικαιάτες «στα Ρωμαϊκά», ενώ το γαλλικό χρονικό γράφει ότι μιλούσε τα «Γραίκικα» auques bien (= αρκετά καλά).

Moreots-Pelagonia

Ο Ακροπολίτης γράφει (83) ότι ο «Ἁχαΐας πρίγκιψ» Γουλιέλμος έφερε όλον τον στρατό του που αποτελούνταν «από το το Φραγκικό γένος και από τους Ρωμαίους που κατοικούν στην Αχαΐα/Πελοπόννησο ως υποτελείς του, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Λάκωνες». Αυτό το χωρίο έχει ενδιαφέρον γιατί ο Ακροπολίτης κάνει χρήση της εθνοτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας κατά Page. Κατά κανόνα, στην ιστορία του ο Ακροπολίτης προσπαθεί να κάνει νικαιακή προπαγάνδα χρησιμοποιώντας το εθνωνύμιο «Ῥωμαῖοι» με την πολιτική σημασία μόνο για τους Νικαιάτες. Οι Ηπειρώτες κατά κανόνα απορωμαιοποιούνται για λόγους προπαγάνδας και αποκαλούνται «οι άνδρες του αποστάτη Μιχαήλ», «οι δυτικοί», «οἱ ἐνάντιοι τῶν Ῥωμαίων» κλπ. Εδώ του ξεφεύγει μία εθνοτική χρήση του εθνωνυμίου για να προσδιορίσει ως Ρωμαίους άτομα που όχι μόνο δεν είναι υπήκοοι του αυτοκράτορα της Νίκαιας, αλλά πολέμησαν στην Πελαγονία εναντίον του νικαιακού στρατού.

[Ακροπολίτης, 81] Ὁ δὲ ἀποστάτης Μιχαὴλ ἐπεί περ ἑώρα ἤδη οὐκ εἰς καλὸν ἀποβῆναι μέλλειν τούτῳ τὰ πράγματα, ἀντιστῆ ναι ταῖς βασιλικαῖς δυνάμεσιν ἐβεβούλευτο, καὶ πᾶσαν μηχανὴν καὶ πάντα κάλων, τὸ τῆς παροιμίας, κεκίνηκε. καὶ τοὺς μὲν οἰκείους ἁπαξαπλῶς συλλέγδην πάντας συν ήθροισε, συμμαχίαν δὲ οὐ σμικρὰν παρὰ τοῦ ῥηγὸς Σικελίας τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ προσελάβετο· ἀπηρίθμηντο γὰρ οὗτοι εἰς τετρακοσίους ἱππότας, ὅπλοις ἐχυροῖς κατάφρακτοι καὶ ὑψαύχεσιν ἵπποις καὶ ἀγερώχοις ἐποχούμενοι, ἕκαστος τούτων τῶν ἐκ τοῦ σφετέρου γένους ἐκκρίτων τυγχάνοντες. ἅτερος δὲ τούτου γαμβρὸς ὁ Ἀχαΐας πρίγκιψ τὴν πᾶσαν αὐτοῦ στρατιὰν συλλεξάμενος διἑαυτοῦ τὴν πρὸς τὸν αὐτοῦ πενθερὸν συμμαχίαν πεποίηται. ἦγε δὲ οὗτος ἀπειροπληθὲς τὸ ὁπλιτικόν· ἔκ τε γὰρ τοῦ Φραγγικοῦ γένους ἐτύγχανε καὶ ἐκ τῶν οἰκητόρων Ῥωμαίων Ἀχαΐας τε καὶ Πελοποννήσου, ὧν οὗτος ἦρχεν· οἱ πλείους δὲ τοῦ τῶν Λακώνων ὑπῆρχον γένους. Συνήθροιστο γοῦν παμπληθὴς στρατιά, καὶ κατὰ τοῦ αὐταδέλφου τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ σεβαστοκράτορος Ἰωάννου τὴν ὁρμὴν ἐποιοῦντο. ὁ δὲκαὶ γὰρ εἶχε τὰς συμβουλὰς ἀγαθὰς ἐκ τοῦ αὐταδέλφου καὶ βασιλέωςστρατηγικῶς τοὺς ἀντιπάλους μετήρχετο. ἐκεῖνος μὲν γὰρ μετὰ τῶν καταφράκτων καὶ θώραξι κεχρημένων δυνάμεων τὰ ἐχυρώτερα τῶν τόπων ἐκράτει, τοῖς δὲ ἐλαφροτέροις τῶν ὁπλιτῶν καὶ οἷς τὸ κινεῖσθαι ῥᾷον ὡς κουφοτέροις τὴν κατὰ τὰς πεδιά δας μάχην πεποιῆσθαι πρὸς τοὺς ἀντιπάλους προστέταχεν. ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ μὲν ἐκ Σκυθῶν οἱ δὲ ἐκ Τούρκων, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν Ῥωμαϊκῶν φύλων, οἷς καὶ μᾶλλον ἡ τοξεία τὸ ἐπιτήδευμα.

Το «μοραΐτικο φουσσάτο» του πρίγκιπος Ἀχαΐας Γουλιέλμου «ἔκ τε γὰρ τοῦ Φραγγικοῦ γένους ἐτύγχανε καὶ ἐκ τῶν οἰκητόρων Ῥωμαίων Ἀχαΐας τε καὶ Πελοποννήσου, ὧν οὗτος ἦρχεν· οἱ πλείους δὲ τοῦ τῶν Λακώνων ὑπῆρχον γένους»(δηλαδή αποτελούνταν από Φράγγους και Ρωμαίους).

Από την άλλη, οι Νικαιακές «ελαφρότερες» δυνάμεις (ψιλοί τοξότες) «ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ μὲν ἐκ Σκυθῶν οἱ δὲ ἐκ Τούρκων, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν Ῥωμαϊκῶν φύλων» (Σκύθες, Τούρκοι, Ρωμαϊκά φύλα).

Η αγγλική μετάφραση του χωρίου από την Ruth Macrides και οι σημειώσεις της:

Macrides-81

Οι «Φράγγοι τε και Ρωμαίοι» καβαλλάριοι του Μοραΐτικου φουσσάτου και τα «ρωμαίϊκα» στα οποία διαπραγματεύτηκε ο αιχμαλωτισμένος Γουλιέλμος με τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο μετά την μάχη, από την ελληνική εκδοχή του Χρονικού του Μορέως:

[` 294] Κι ἀφῶν εἶδεν ὁ πρίγκιπας ὅτι ἔφυγε ὁ Δεσπότης
κ᾿ ἐγνώρισε εἰς πληροφορίαν τὸ ἔργον τὸ τοῦ ἐποῖκεν,
κ᾿ ἔμεινεν στὴν Πελαγονίαν οὕτως ἀπεργωμένος,
μόνον μὲ τὰ φουσσᾶτα του ὅπου εἶχε ἐκ τὸν Μορέαν,
κ᾿ ἔξευρεν ὅτι ἔρχετον τοῦ βασιλέως ὁ στόλος
μὲ τὸν Σεβαστοκράτοραν διὰ νὰ τὸν πολεμήσουν·
ὡς φρόνιμος κ᾿ εὐγενικὸς ὅπου ἦτον καὶ στρατιώτης,
κράζει τοὺς κεφαλᾶδες του, τοὺς πρώτους τοῦ φουσσάτου
καὶ ὅλους τοὺς καβαλλαρίους, Φράγκους τε καὶ Ρωμαίους,
καὶ ἄρξετον νὰ τοὺς λαλῇ καὶ νὰ τοὺς συντυχαίνῃ,

[` 308] Καὶ ὅσον ἀποπλήρωσεν ἐτοῦτα ὅπου σᾶς λέγω,
ὁ πρίγκιπας, ὡς φρόνιμος, ρωμαίϊκα τοῦ ἀπεκρίθη·
«Κύρης μου σεβαστοκράτορα καὶ γυναικάδελφέ μου,
πολλὰ ἔχεις τὴν προτίμησιν μεγάλην ἀπὸ ἐμέναν
νὰ λέγῃς καὶ νὰ πολεμῇς, διατὶ εἶμαι εἰς φυλακήν σου.

Πάμε τώρα στην Μάχη της Πελαγονίας.

Οι πηγές μας λένε ότι κάποιοι Φράγκοι ιππότες προσέβαλαν την γυναίκα του Ιωάννη του Νόθου (κόρη του Μεγαλοβλαχίτη = Θεσσαλού Ταρωνά) και, όταν ο τελευταίος πήγε να διαμαρτυρηθεί στον Γουλιέλμο, ο πρίγκιψ Αχαΐας τον προσέλαβε αποκαλώντας τον «άσημο μπάσταρδο» (low-born bastard). Τότε ο Νόθος αυτομόλησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και παρέδωσε την Θεσσαλία στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Όταν ο Δεσπότης Μιχαήλ έμαθε ότι ο γιος του Ιωάννης αυτομόλησε διέταξε τις ηπειρωτικές δυνάμεις του να αποχωρήσουν εν νυκτί. Έτσι έμειναν να πολεμήσουν μόνοι τους οι Μοραΐτες του Γουλιέλμου και οι Γερμανοί  του Μανφρέδου. Η μάχη έληξε με νίκη των Νικαιατών, οι οποίοι αιχμαλώτησαν και τους ιππότες του Μανφρέδου και τον ίδιο τον πρίγκηπα Γουλιέλμο κάπου κοντά στην Καστοριά. Στη συνέχεια ο νικαιακός στρατός διαιρέθηκε στα δύο και, το ένα κλάσμα υπό την ηγεσία του Ιωάννη Παλαιολόγου έφτασε στην Θεσσαλία, ενώ το άλλο κλάσμα υπό την ηγεσία του Στρατηγόπουλου εισέβαλε στην Ήπειρο και κατέκτησε την Άρτα. Ο Δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Κεφαλονιά.

[Nicol, Last, σλδ 32] The Despot Michael’s son John was provoked to anger by some ofthe French knights andthen taunted as a low-born bastard by William of Villehardouin. He deserted to the enemy. Michael himself, and his other son Nikephoros, abandoned their allies in the night. What battle there was at Pelagonia, apart from the preliminary skirmishes, was fought between John Palaiologos on the one side and the French and German cavalry of Villehardouin and Manfred on the other. They fought with the desperation of men betrayed, but they were outclassed. Some escaped but many were captured. Manfred’s knights were rounded up and surrendered. Villehardouin was found hiding near Kastoriòa and taken prisoner. John Palaiologos followed up his victory by marching into Thessaly, while his colleague, Alexios Strategopoulos, invaded Epiros and captured Arta. Michael of Epiros with his son Nikephoros took refuge in the offshore island of Cephalonia.

Και ενώ εκείνη τη στιγμή όλα έδειχναν πως είχε έρθει το τέλος του Δεσποτάτου της Ηπείρου, έναν χρόνο αργότερα, ο Δεσπότης Μιχαήλ επέστρεψε στην Άρτα, ο γιος του Νικηφόρος γύρισε από την Σικελία με ενισχύσεις και ο Ιωάννης Νόθος επέστρεψε στο ηπειρωτικό μαντρί (φέρνοντας φυσικά μαζί του και την Θεσσαλία). Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, έναν χρόνο μετά την μάχη της Πελαγονίας έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη στην Θεσσαλονίκη (πλέον με το αξλίωμα του Δεσπότη), για να φυλάξει τα σύνορα με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

[Nicol, Last, σλδ 32-3] It looked as if the Despotate of Epiros was no more. The battle of Pelagonia seemed to have settled the issue. [… But …] A sense of urgency was introduced into the situation by the news from Greece that the Despot of Epiros had already managed to undo much of the work done at Pelagonia. Rejoined by his repentant son John Doukas he had found his way back to his capital at Arta in 1260. His other son Nikephoros had collected a company of Italian soldiers from Manfred of Sicily. The inhabitants of Epiros had hailed the return of their native ruler with joy and enthusiasm, and the fallen fortunes of the Despotate were beginning to revive. The emperor Michael VIII took the precaution of sending his brother John, now dignified with the title of Despot, back to Thessalonica to keep guard again over the western approaches.

Ο μόνος χαμένος από την μάχη της Πελαγονίας ήταν το Φραγκικό Πριγκηπάτο της Αχαΐας, γιατί είχε χάσει τον ηγεμόνα του μαζί με πολλούς στρατιώτες. Η αιχμαλωσία του Γουλιέλμου  και των λογάδων του αποδείχτηκε πολύ καλό χαρτί για τους Νικαιάτες, γιατί το 1262 (όταν πια είχε ανακτηθεί η Κωνσταντινούπολη εδώ και ένα χρόνο), ο Γουλιέλμος και οι λογάδες άνδρες του απελευθερώθηκαν με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Λακωνίας (Μονεμβασιά, Μυστράς και Μάνη) στους Ρωμαίους. Έτσι το 1262, οι Ρωμαίοι ανακτούν πρόσβαση στην Πελοπόννησο και ο Μυστράς γίνεται το ορμητήριο από το οποίο θα ξεκινήσει η σταδιακή ανάκτηση της Πελοποννήσου.

Το χειμώνα του 1260 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εστίασε όλες τις δυνάμεις του στην ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή τα Ενετικά πλοία φρουρούσαν αποτελεσματικά την Προποντίδα, ο Μιχαήλ έκρινε πως χρειαζόταν επειγόντως ένα στόλο, γιατί πίστευε πως η ανάκτηση της Κων/πόλεως προϋπέθετε την εξουδετέρωση του Ενετικού στόλου. Τότε εμφανίστηκαν στην αυλή του οι Γενοβέζοι προτείνοντας στον Μιχαήλ την εξής συμφωνία: αν τους παραχωρούσε την πόλη της Σμύρνης και τα προνόμια και την ιδιοκτησία των Ενετών στα βυζαντινά μέρη, θα του έδιναν 50 πλοία. Στις 13 Μαρτίου 1261, η συμφωνία επικυρώθηκε με την Συνθήκη του Νυμφαίου.

Δυστυχώς, όταν ο Μιχαήλ  Παλαιολόγος υπέγραφε την Συνθήκη του Νυμφαίου δεν ήξερε ότι λίγους μήνες αργότερα θα έπαιρνε την Βασιλίδα των Πόλεων εντελώς απρόβλεπτα και τυχαία, χωρίς την ανάγκη του γενοβέζικου στολίσκου!

Τον Ιούλιο του 1261, καθώς ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος είχε υπό την ηγεσία του μια μικρή ομάδα 800 ανδρών (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Κουμάνοι) σε μια αποστολή ρουτίνας που αφορούσε την επίβλεψη της Ρωμαιο-Βουλγαρικής μεθορίου, έμαθε από γηγενείς «θεληματάριους» της Σηλυμβρίας (ο όρος «θεληματάριοι» είναι του Παχυμέρη και περιγράφει λατινοκρατούμενους εθνοτικούς Ρωμαίους, ασταθούς νομιμοφροσύνης, αλλά που βοηθούσαν κρυφά τους Ρωμαίους, όταν δεν είχαν φόβο να χάσουν το κεφάλι τους) ότι ο λατινικός στρατός της Κων/πόλεως και ο Ενετικός στόλος έλειπαν σε εκστρατεία και ότι η Κων/πολη ήταν εντελώς απροστάτευτη. Επιπρόσθετα, οι θεληματάριοι του έδειξαν ένα μυστικό πέρασμα από το οποίο μπορούσε να εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Στρατηγόπουλος μαζί με μια μικρή ομάδα εισήλθε νύχτα από το μυστικό πέρασμα και κατάφερε να ανοίξει από μέσα μια πύλη, από την οποία μπήκε το υπόλοιπο στράτευμα.

Η περιγραφή της Gill Page της κατηγορίας «θεληματάριοι» (σλσ 113-114):

thelematarioi

Εδώ έχουμε άλλη μια χρήση της εθνοτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας. Οι θεληματάριοι δεν ήταν ούτε πολιτικοί Ρωμαίοι (= Νικαιάτες), ούτε η «γνώμη» τους ήταν μονίμως υπέρ των Ρωμαίων (= Νικαιατών). Ωστόσο ήταν εθνοτικά Ρωμαίοι λόγω καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας κλπ («αὐτοῖς οὖσι Ῥωμαίοις»).

[Παχυμέρης] Ἦσαν δέ τινες κατοικοῦντες ἀπὸ Χρυσείας τε καὶ ἐπέκεινα, ἀνέτους τὰς γνώμας ἔχοντες, εἴτε πρὸς Ῥωμαίους εἴτε πρὸς Ἰταλοὺς ἐθέλοιεν ἀποκλίνειν, τῶν μὲν Ῥωμαίων προσκειμένων αὐτοῖς οὖσι Ῥωμαίοις, τῶν δἸταλῶν φυλακὴν ἐκ τούτων πιστευόντων ἔχειν διὰ τὸ πρὸς αὐτοὺς σύνηθες· οὐ γὰρ ἦν ἑτέροις πιστεύειν. Τὸ δὲ καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐκδιῶξαι, μὴ καὶ κίνδυνος ἐκ τῆς ἐρημίας προσέσται. Ἦσαν γοῦν μεταξὺ Ῥωμαίων καὶ Ἰταλῶν καὶ διὰτοῦτο ἐκέκληντο καὶ θεληματάριοι, τὴν ἔξω τῆς πόλεως γῆν καρπιζόμενοι καὶ διαζῶντες ἐκεῖθεν καὶ παρἀμφοτέρων εἰς ἄνεσιν μένοντες, χρῃζόντων ἑκατέρων τῆς ἐκείνων ἀγάπης, ὡς ἄν γε μὴ βλάπτοιντο·

Η ανάκτηση της Πόλεως έγινε τόσο ξαφνικά, ώστε ο Λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β΄ που κοιμόταν στο παλάτι των Βλαχερνών ίσα ίσα που πρόλαβε να μπουκάρει σε ενα ενετικό πλοίο που έφευγε για την Εύβοια, αφήνοντας πίσω τα αυτοκρατορικά του παράσημα (στέμμα και σκήπτρο).

Όταν η Ευλογία ξύπνησε τον αδελφό της Μιχαήλ Η΄ και του είπε τα νέα, ο τελευταίος νόμιζε ότι του έκανε πλάκα! 🙂

Τρεις εβδομάδες αργότερα (15 Αυγούστου 1261), ο Μιχαήλ Η΄ μπήκε για πρώτη φορά στη ζωή του στην Κωνσταντινούπολη, οπου ο Πατριάρχης Αρσένιος τον έστεψε Αυτοκράτορα. Λίγους μήνες αργότερα, ο Μιχαήλ έβαλε να τυφλώσουν τον μικρό Ιωάννη Λάσκαρι (νόμιμος διάδοχος του πατέρα του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι), για να μην προκύψουν προβλήματα διαδοχής στο μέλλον.

Η Βασιλίδα των Πόλεων ήταν πάλι Ρωμαϊκή! Η αυτοκρατορία της Νίκαιας, από αυτήν την στιγμή και μετά, δίνει την θέση της στην ανασυσταθείσα Παλαιολόγειο Αυτοκρατορία, η οποία γύρω στο 1261 είχε τα παρακάτω σύνορα:

map1261

[Nicol, Last, σλδ 33-37] In the winter of 1260 Michael VIII applied all his very considerable diplomatic and military talents to the recovery of Constantinople. Every frontier must be secured, every possible enemy pacified, and every contingency foreseen. Treaties were signed with the Seljuq Turks, the Mongols and the Bulgarians. But Michael’s greatest triumph was to discover allies who could help him break the Venetian defences of Constantinople by sea. The Genoese, ever the rivals of Venice in the trade of the eastern Mediterranean […] they were desperate to find new markets and eager to score over the Venetians in any quarter. If their own chroniclers are to be believed, it was the Genoese themselves who took the initiative in offering their services to the Emperor Michael. Had they not done so it seems probable that he would have invited them in any case. […] Negotiations took place in secret, and on 13 March 1261 a treaty was drawn up at Nymphaion where the Emperor had been spending the winter. It was ratified at Genoa on 10 July.

The Treaty of Nymphaion postulated a permanent alliance between Byzantines and Genoese directed against Venice. Genoa was to put up to 50 ships at the Emperor’s disposal. In return, assuming victory over the Venetian fleet at Constantinople, the merchants of Genoa were to inherit all the concessions formerly enjoyed by the Venetians in Byzantine waters. They would have the right to trade duty-free inall parts of the Byzantine Empire; they would have a monopoly of access to the ports of the Black Sea; they would be granted their own commercial quarter in Constantinople, in Thessalonica and in the other major ports of the Empire; and they would be given absolute possession of the city of Smyrna. All this was a heavy price to pay for the hire of 50 ships. […] For it [the Treaty of Nymphaion] laid the foundations of the Genoese commercial empire in the eastern Mediterranean and the Black Sea, […] After 1261 the trade and economy of Byzantium was to be at the mercy not of one Italian republic but of two, until the resources of the Empire were drained dry and its resistance was at an end.

It was an irony of history that the alliance between Nicaea and Genoa, designed to furnish the necessary ships for an attack on Constantinople, should ever have been concluded. For only a few weeks after it had been signed Constantinople fell without the help or the use of any fleet at all. The recovery of the capital, which had become the raison d’être of the Empire of Nicaea, was achived in the end almost by accident. In July 1261, when his latest truce with the Emperor Baldwin had still a month to run, Michael VIII had sent his general Alexios Stategopoulos with a small army over to Thrace. They were to patrol the Bulgarian frontier and spy out the defences of Constantinople on the land side. When he reached Selymbria on the coast some 30 miles west of the city, Strategopoulos learnt from some of the local farmers that almost all the Latin garrison and Venetian fleet were at the moment away on a raiding party in the Black Sea. The city lay undefended except by its massive walls. But Strategopoulos was told of a secret passage under the walls and of a spot where scaling-ladders could probably be erected. The opportunity seemed to good to miss, and in the dead of night Strategopoulos and some of his soldiers made their way, guided by the locals, under or over the walls. They surprised the guard at the Gate of the Fountain and hacked it open from inside before the alarm could be raised. On 25 July a Byzantine army was once again in possesion of a part of Constantinople.

[…] There was some fighting in the streets, but by the break of day it was seen that the Byzantines had taken control of the land walls. The Latin Emperor Baldwin was asleep in the Blachernai Palace at the northern end of the walls. He was roused by the noise and confusion, and as the Byzantine troops advanced upon him he gave up all hope and ran down to the harbour, where he boarded a Venetian merchant ship and sailed way to Euboia. His escape was so abrupt that he had no time to pack his crown and sceptre; they were found abandoned in the palace. To forestall the return of the Latins from the Black Sea, Strategopoulos acred on the advice of onw of the Greek inhabitants of the city and set fire to the buildings and warehouses of the Venetians along the Golden Horn; […] All that the Venetians could do was to salvage what was left from the flames and sail away. Refugees swarmed aoard the ships and the fleet made off for the Venetian island of Euboia.

[…] The Emperor Michael VIII was asleep in his camp at Meteorion some 200 miles away when the good news was brought to him. The first to hear it was his sister Eulogia. She woke him gently by tickling his toes and announced that he was master of Constantinople. At first Michael refused to believe the story.

[…] Not until three weeks later, when he had made fitting preparations for moving the seat of the Byzantine government back to its proper home, did Michael make the journey to Cosntantinople. On 15 August 1261, the Feast of the Dormition of the Virgin, he enetered the Golden Gate at the southwest corner of the city, and from there, after a prayer of thanksgiving, walked in solemn procession to the cathedral of St Sophia. It was through the Golden Gate that emperors returning in triumph from war were accustomed to re-enter their capital. But the entry of Michael Palaiologos, an emperor who had been born in exile and who had never seen the city, was of a different nature. […] When the liturgy had been celebrated in St. Sophia, the Patriarch Arsenios performed a second coronation ceremony. Michael and his wife Theodora were crowned Emperor and Empress, and their son, aged two, was proclaimed heir-presumptive to the throne. The legitimate Emperor, the young John IV Laskaris, had been left neglected in Nicaea. Within a few months he was to be blinded and confined to a castle on the Sea of Marmora. Tradition had it that blindness disqualified a man for the role of Byzantine Emperor. [ …] The dynasty of Laskaris, which had held the pass for 57 years, was to be repalced by the dynasty of Palaiologos.

Στις επόμενες αναρτήσεις θα περιγράψω το υπόλοιπο της βασιλείας του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου μέχρι τον θάνατό του το 1282. Η επόμενη (δεύτερη) ανάρτηση, ειδκότερα, θα έχει ως θέμα την πρώτη εξαετία μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261-1267).

3 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Η θέση της Ελληνικής στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η σημερινή ανάρτηση, η πρώτη για το 2016, είναι στην ουσία απάντηση σε μερικά ερωτήματα του σχολιαστή October490 (το σχόλιό του είναι το 19ο εδώ).

Ρωτάει ο Οκτώβρης490:

Γιατί δηλαδή να μη δεχτούμε το Ρωμαίο, από την αυτοκρατορική περίοδο κι έπειτα, ως πολιτικό όρο, που δηλώνει τον κάτοικο δηλαδή της Αυτοκρατορίας που έχει δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη κι όχι κατ’ ανάγκη τον απευθείας απόγονο του Ρωμύλου. Γιατί δηλαδή να μην εικάσουμε, ότι αν πετύχαινες εκείνον το Βυζαντινό στο καφενείο, μετά αφού είχε γράψει εκείνη την αράδα και τον ρωτούσες τι εννοεί, να σου απαντούσε : «Παιδάκι μου, Έλληνας/Ρομά/Μυσός/Δάκας γεννήθηκα, αλλά είμαι και Ρωμαίος/Ευρωπαίος/Αμερικανός πολίτης ! Και μάλιστα, ψιλοντρέπομαι για την ελληνική=εθνική καταγωγή της γιαγιάς μου, αφού το ελληνικό, άναρχο και φιλελευθερο πνεύμα έχει λοιδωροιθεί τα μάλα από τους Χριστιανούς, γι αυτό διαλαλώ όπου σταθώ τη …Ρωμαϊκότητά = Χριστιανικότητά μου!»
Αν οι κάτοικοι πάλι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είχαν την Λατινική ως επίσημη και δεν αισθάνονταν Έλληνες, τότε γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον 6-7ο (;) αιώνα μιλάει επίσημα την Ελληνική κι η Λατινική εξαφανίζεται; Ενώ ας πούμε διαιωνίζεται στη Δακία, την Ιταλική και Ιβηρική χερσόνησο και στη Γαλατία, έστω και σαν διάλεκτοι μιας μητρικής γλώσσας;

Λοιπόν, φίλε Οκτώβρη490, χωρίζω τα ερωτήματά σου σε δύο θέματα:

  1. Γιατί η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αν οι ελληνόφωνοι δεν αισθάνονταν εθνοτικοί Έλληνες και σε κάποια φάση η Λατινική έδωσε τη θέση της στην Ελληνική ως επίσημη γλώσσα του κράτους;
  2. Γιατί η ρωμαϊκή ταυτότητα των “Βυζαντινών” δεν ήταν «μόνον πολιτική» ή «μόνον Ορθόδοξη Χριστιανική» (γράφεις Ρωμαϊκότητα = Χριστιανικότητα);

Σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση και θ΄αφήσω για την επόμενη ανάρτηση την απάντηση στην δεύτερη ερώτηση, στην οποία θέλω να εστιάσω περισσότερο, για να δείξω πόσο εσφαλμένες είναι οι θεώρησεις «μόνο πολιτικά Ρωμαίοι» και «Ρωμαίοι = Ορθόδοξοι Χριστιανοί».

Η Ελληνική γλώσσα επιβίωσε στο Ανατολικό μέρος της ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επειδή είχε αποκτήσει αδιασάλευτο κοινωνικό κύρος και επειδή ανάμεσα στις αρετές που χαρακτηρίζαν τους Ρωμαίους κατακτητές ήταν η πρακτικότητα. Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι δεν είχαν κανέναν λόγο να αντικαταστήσουν την καθιερωμένη lingua franca (Ελληνιστική Κοινή) της ελληνιστικής Ανατολής με την Λατινική, αφού η Ελληνική τους βόλευε διοικητικά μια χαρά. Η άποψη ότι πρέπει να φτάσουμε στους διαδόχους του Ηρακλείου «ώστε η Ελληνική να πάρει τη θέση της Λατινικής ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης» στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην πραγματικότητα δεν είναι εντελώς ακριβής. Ήδη κατά το πρώτο μισό του 1ου μ.Χ. αιώνα ο λατινόφωνος αυτοκράτορας Κλαύδιος συνεχάρη έναν βάρβαρο (= καταγόμενο από το Barbaricum = μέρη εκτός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) για το ότι έμαθε «και τις δύο γλώσσες μας, Λατινικά και Ελληνικά» (δηλαδή και τις δύο [επίσημες] γλώσσες της Ρωμαϊκής μας αυτοκρατορίας, “Graece ac Latine … cum utroque sermone nostro sis paratus“, uterque = αμφότερος, noster = δικός μας). Στην Σύγκλητο της Ρώμης, ο Κλαύδιος πάντα, συχνά έκανε εκτενείς λόγους στην Ελληνική και όταν δίκαζε συχνά απαντούσε ελληνιστί απαγγέλλοντας ομηρικούς στίχους! Εκτός αυτού έγραψε στην Ελληνική ολόκληρα βιβλία Ιστορίας (20 βιβλία Ετρουσκικής/Τυρρηνικής Ιστορίας και 8 βιβλία Καρχηδονιακής Ιστορίας)!

[Suetonius, Divus Claudius, 42.1]

Nec minore cura Graeca studia secutus est, amorem praestantiamque linguae occasione omni professus. cuidam barbaro Graece ac Latine disserenti: ‘cum utroque,’ inquit, ‘sermone nostro sis paratus; et in commendanda patribus conscriptis Achaia, gratam sibi prouinciam ait communium studiorum commercio; ac saepe in senatu legatis perpetua oratione respondit. multum uero pro tribunali etiam Homericis locutus est uersibus. quotiens quidem hostem uel insidiatorem ultus esset, excubitori tribuno signum de more poscenti non temere aliud dedit quam: «ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
Denique et Graecas scripsit historias, Tyrrhenicon uiginti, Carchedoniacon octo.

Αγγλική Μετάφραση:

He applied himself with no less attention to the study of Greek literature, asserting upon all occasions his love of that language, and its surpassing excellency. A barbarian once holding a discourse both in Greek and Latin, he addressed him thus: ” Since you are skilled in both our tongues.” And recommending Achaia to the favour of the senate, he said, ” I have a particular attachment to that province, on account of our common studies.” In the senate he often made long replies to ambassadors in that language. On the tribunal he frequently quoted the verses of Homer. When at any time he had taken vengeance on an enemy or a conspirator, he scarcely ever gave to the tribune on guard, who, according to custom, came for the word, any other than this:

ἄνδρ᾽ ἐπαμύνασθαι ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ
” “‘Tis time to strike when wrong demands the blow.
” To conclude, he wrote some histories likewise in Greek, namely, twenty books on Tuscan affairs, and eight on the Carthaginian;

Ο Geoffrey Horrocks, στο μνημειώδες βιβλίο του «Ελληνικά: Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» 1η έκδοση υπάρχει μεταφρασμένη στα Ελληνικά από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας για όποιον ενδιαφέρεται, ενώ την δεύτερη «βελτιωμένη» αγγλική έκδοση την έχω παραθέσει για κατέβασμα εδώ) σχολιάζει αυτό το χωρίο όπου ο Κλαύδιος μιλάει «για τις δύο γλώσσες μας: Λατινικά και Ελληνικά» (Graece ac Latine … utroque sermone nostro) γράφοντας:

Horrocks-Claudius

Ο στωϊκός [λατινόφωνος] αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (2ο μισό 2ου μ.Χ. αιώνα) κρατούσε το προσωπικό ημερολόγιο στην Ελληνική και έγραψε στην Ελληνική ολόκληρο φιλοσοφικό πόνημα. Ο Ρωμαίος ποιητής Ιουβενάλις (~100 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι οι αριστοκράτισσες της Ρώμης της εποχής του, χρησιμοποιούσαν την ελληνομάθειά τους για να τονίσουν την κοινωνική τους θέση: κουτσομπόλευαν μεταξύ τους ελληνιστί και πάνω στο σεξ φώναζαν ελληνιστί «ψυχή μου! ζωή μου!»

kaldellis-greek

Juvenal

Juvenalis

Γίνεται, λοιπόν, εύκολα αντιληπτό γιατί η Ελληνική γλώσσα στην Ελληνιστική Ανατολή δεν απειλήθηκε ποτέ από την Λατινική των Ρωμαίων κατακτητών. Η Ελληνική διατήρησε το κοινωνικό της κύρος και, επομένως, δεν υπήρχε κοινωνική πίεση γλωσσικής αντικατάστασης όπως υπήρχε στο δυτικό μισό και στην βαλκανική ενδοχώρα (όπου οι Κελτικές, Θρακο-Ιλλυρικές κλπ γλώσσες θεωρήθηκαν κοινωνικά κατώτερες και, σταδιακά, έδωσαν την θέση τους στην Λατινική). Εξ αρχής στην Ελληνιστική Ανατολή οι αποφάσεις της Συγκλήτου και των αυτοκρατόρων εκδίδονταν μεταφρασμένες στα Ελληνικά. Όταν σε κάποια φάση σταμάτησαν να υπάρχουν λατινόφωνοι αυτοκράτορες και υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί (όπως ο Ιουστινιανός και ο Βελισάριος, αμφότεροι εκλατινισμένοι «Βέσσοι») τότε δεν είχε νόημα να συνέχιζε η Λατινική ως γλώσσα του στρατού, της διοίκησης και της αυλής. Όταν πρωτοργανώθηκαν τα πρώτα μεγάλα Θέματα στην Μικρά Ασία κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, οι δύο βασικές γλώσσες των στρατιωτών ήταν τα Ελληνικά και τα Αρμενικά. Η Ρωμαϊκή Αυλή προσαρμόστηκε γλωσσικά, ακριβώς όπως, λίγο αργότερα, προσαρμόστηκε και θρησκευτικά όταν αποφάσισε να υιοθετήσει τις ανεικονικές (εικονοκλαστικές) συνήθειες των ακριτικών περιοχών, για να ισχυροποίησει τους δεσμούς συνάφειάς της με τους ακρίτες που σταμάτησαν την εξάπλωση των Αράβων στην οροσειρά του Ταύρου.

Βέβαια το ότι η Ελληνική γλώσσα διατήρησε το κοινωνικό της κύρος δεν έχει καμία σχέση με το αν οι ομιλητές της αισθάνονταν ή όχι εθνοτικά Έλληνες, ακριβώς όπως η επιβίωση της Αγγλικής στην Αμερική δεν έχει καμία σχέση με το αν οι Αμερικάνοι αισθάνονται ή όχι εθνοτικά/εθνικά Άγγλοι.

Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Ανατολικού μισού διατήρησαν μεν την γλωσσική τους ταυτότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επανεθνοτίστηκαν σταδιακά κατά την ύστερη αρχαιότητα. Όπως νομίζω ότι έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, η γλωσσική συνέχεια/ασυνέχεια δεν έχει καμία σχέση με την εθνοτική συνέχεια/ασυνέχεια.

Οι Αμερικάνοι διατήρησαν την Αγγλική τους γλώσσα, αλλά έπαψαν να είναι Άγγλοι άποικοι, ενώ οι «Ελληνιστές» Ιουδαίοι του Λουκά είχαν χάσει την «πάτριο» Εβραϊκή γλώσσα (και την συγγενική της Αραμαϊκή που είχαν υιοθετήσει οι περισσότεροι Ιουδαίοι ως μητρική, επειδή είχε καταλήξει να είναι η lingua franca του σημιτικού κόσμου) και, από ένα σημείο και μετά, μιλούσαν μόνον Ελληνικά, διατηρώντας όμως την εβραϊκή τους συνείδηση (Ιουδαϊκή θρησκεία και αίσθηση εβραϊκής καταγωγής).

Οι ελληνόφωνοι υπήκοοι της Ρωμαϊκής ανατολής διατήρησαν την γλώσσα τους, αλλά έχασαν την αρχαία εθνοτική τους ταυτότητα. Όταν οι πηγές αρχίζουν να τους περιγράφουν πάλι ως διακριτή εθνοτική ομάδα από τον 10ο αιώνα και έπειτα είναι πια εθνοτικοί Ρωμαίοι και όχι «εθνοτικοί Έλληνες που είναι μόνον πολιτικά ή θρησκευτικά Ρωμαίοι». Δεν θέλουν να έχουν καμία απολύτως σχέση με τους «δυσσεβείς Έλληνες» και όταν θέλουν να διαχωριστούν από τα «ετερόγλωσσα γένη» της αυτοκρατορίας, το κάνουν προβάλλοντας την εθνοτική τους ρωμαϊκή ταυτότητα (Ρωμαίοι = μόνον οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι). Τα «ετερόγλωσσα γένη» (Αρμένιοι, Σλάβοι, Αλβανοί, Βλάχοι, Μαρδαΐτες κλπ) είναι πολιτικοί Ρωμαίοι και, κατά κανόνα χριστιανοί ορθόδοξοι (εκτός από τους Αρμένιους που ήταν χωρισμένοι θρησκευτικά σε μιαφυσίτες και «τατσάτους» = Αρμένιοι που προσχώρησαν στο Χαλκηδονικό Δόγμα = την δική μας Ορθοδοξία), αλλά δεν είναι εθνοτικοί Ρωμαίοι.

Ο Νικήτας Χωνιάτης είναι ξεκάθαρος όταν περιγράφει την διαφορά ανάμεσα στα «ἑτερόγλωττα γένη» που στερούνται παιδείας απάσης και της φωνής Ελληνίδος, χαρακτηριστικά που διαθέτει ο «εὐγενής Ῥωμαῖος ἀνήρ».

[ΝΧωνιάτης, 204-5] ἀλλὰ δὴ καὶ τοῖς ἀπὸ γενῶν ἑτερογλώττων ὑποβαρβαρίζουσιν ὑπηρέταις, ὧν ὁ σίελος τοῦ λόγου προηκοντίζετο, […] καὶ ταῦτα παιδείας ἁπάσης ἐστερημένοις καὶ φωνῆς Ἑλληνίδος τὰ ἴχνη μεταδιώκουσιν ὡς αἱ σκοπιαί τε καὶ αἱ πέτραι πρὸς τὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα τὸ τῆς ἠχοῦς ὑστερόφωνον. […]  εἰ δέ που καὶ παρεζεύγνυτό τις αὐτοῖς εὐγενὴς Ῥωμαῖος ἀνήρ,

Αλλά επιστρέφω στην Ελληνική γλώσσα γιατί η εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.

Η αξιοθαύμαστη συντηρητικότητα της Ελληνικής, δηλαδή το γεγονός ότι η Ελληνική υπέστη μικρή σχετικά αλλαγή κατά τα τελευταία 2000 χρόνια και δεν διασπάστηκε σε ελληνογενείς γλώσσες (όπως η Λατινική διασπάστηκε σε λατινογενείς/ρωμανικές γλώσσες), οφείλεται στο ότι η Ελληνική είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ρωμαίων, δηλαδή των Ρωμαίων που παρέμειναν όλοι «μαντρωμένοι» στην ίδια πολιτική οντότητα κατά την περίοδο 400-1200, στην οποία υπήρχαν ενεργοί μηχανισμοί γλωσσικής σύγκλισης (παθητική έκθεση των αμόρφωτων μαζών στην Ελληνιστική Κοινή των Γραφών κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, «δημώδης» μεσαιωνική Κοινή που ο απλός κόσμος χρησιμοποιούσε στον στρατό και στις εμπορικές του συναλλαγές, ίδια πρότυπα εκπαίδευσης σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας κλπ). Γράφει ο Horrocks για τις αιτίες της συντηρητικότητας της Ελληνικής:

Horrocks-slow-change

Παραθέτω την Ελληνική μετάφραση των Σταύρου-Τζεβελέκου της πρώτης έκδοσης του χωρίου αυτού:

[σλδ 474-5] Αν και είναι σαφές ότι η ομιλούμενη ελληνική άλλαξε σημαντικά κατά την μεσαιωνική περίοδο – με μια αξιοσημείωτη αύξηση της κατά τόπους ετερογένειας ανάμεσα στους αναλφάβητους ομιλητές των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων-, η συνεχιζόμενη παρουσία του βυζαντινού κράτους και των θεσμών του (πρωτίστως του εκπαιδευτικού συστήματος, της διοίκησης και της ορθόδοξης Εκκλησίας) εξασφάλισε ότι η εξέλιξη γενικά της προφορικής γλώσσας υπόκεινταν στους περιορισμούς που σχετίζονταν με τη γνώση της λόγιας γραπτής γλώσσας στις ποικίλες της μορφές, ή έστω με την έκθεση στην γραπτή γλώσσα (κυρίως τη γλώσσα της θείας λειτουργίας, η οποία είχε καθολική επιρροή). Ακόμη και ο τελείως αναλφάβητος δεν μπορούσε να ξεφύγει από την (παθητική) πρόσληψη της εκκλησιαστικής ελληνικής ή από τις εξομοιωτικές συνέπειες της θητείας του στον αυτοκρατορικό στρατό, ενώ οι ανώτερες τάξεις, συγκεντρωμένες στα μεγάλα αστικά κέντρα, εξακολουθούσαν όχι μόνο να διατηρούν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, αλλά επίσης να μαθαίνουν- και μάλιστα να χρησιμοποιούν ἐμπρακτα- τους παραδοσιακούς τύπους της γραπτής ελληνικής, διαδικασία η οποία επηρέασε το λόγο τους και αναχαίτισε την εξέλιξη σημαντικών τοπικών αποκλίσεων σε λόγιες ποικιλίες, πέρα από το φωνολογικό επίπεδο.

Έτσι, τα πρώιμα μεσαιωνικά ελληνικά, αντίθετα από τα λατινικά, δεν διασπάστηκαν σε τοπικές διαλέκτουςοι οποίες αργότερα θα αποκτούσαν επίσημο χαρακτήρα και θα εξελίσσονταν σε ξεχωριστές γλώσσες ανεξάρτητων κρατών.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η Ελληνική δεν άλλαξε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Χωρίς κατάλληλη προετοιμασία δεν μπορούμε αυθόρμητα να κατανοήσουμε την Αττική του Θουκυδίδη, πόσο μάλλον την γλώσσα του Ομήρου. Αλλά το αξιοθαύμαστο με την Ελληνική είναι ότι εμείς σήμερα μπορούμε αυθόρμητα και χωρίς προετοιμασία να καταλάβουμε την δημώδη Ελληνική της Κωνσταντινουπόλεως στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (~600 μ.Χ.)! Επειδή ο Μαυρίκιος είχε επιβάλλει «μέτρα λιτότητας» για να σώσει την οικονομικά εξασθενισμένη αυτοκρατορία, είχε γίνει αντιπαθής στον απλό λαό. Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής διέσωσε ένα σκωπτικό δημώδες ποιηματάκι που οι Κωνσταντινοπολίτες είχαν βγάλει για τον Μαυρίκιο.

maurice1

maurice2

Όπως καταλαβαίνετε αμέσως, ο μέσος ελληνόφωνος σήμερα δεν έχει κάποιο πρόβλημα στην κατανόηση του ποιήματος αυτού που συντέθηκε 1400 χρόνια πριν! Η μόνη διαφορά στην φωνολογία είναι το ότι τα «υ,οι» προφέρονταν ακόμα ως /y/=/ü/ και δεν είχε ολοκληρωθεί ο ιωτακισμός τους.

Εὔρηκε τὴν δαμαλίδα | ἁπαλήν καὶ τρυφεράν = βρήκε την δαμαλίδα απαλή και τρυφερή

καὶ ὡς τὸ καινόν ἀλεκτόριν | ταύτῃ <ἐ>πεπήδηκεν = και σαν το νεαρό κοκόρι την επήδηξε

καὶ ἐποίησε παιδία | ὡς τὰ ξυλοκούκουδα = και έκανε παιδιά σαν τα ξυλοκούκουδα

καὶ οὐδεὶς τολμᾷ λαλῆσαι | ἀλλ΄ὅλους ἐφίμωσεν = και ουδένας τολμάει να λαλήσει, αλλ΄ όλους τους εφίμωσε

Βλέπουμε ότι υπάρχουν μόνο 2 άγνωστες λέξεις (ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > αλεκτόρι(ν) = «κοκόρι», ξυλοκούκουδον = «καρπός με ξύλινο/σκληρό φλοιό» και δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν τον σημερινό όρο δάμαλις/δαμαλίς > δαμάλα = «νεαρή αγελάδα»). Βλέπουμε, επίσης, ότι στην δημώδη Ελληνική του 600 μ.Χ. το απαρέμφατο παραμένει ακόμα ενεργό (τολμᾷ λαλῆσαι και όχι τολμᾷ ἵνα λαλήσει > τολμάει να λαλήσει), αν και ήδη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, σε δημώδη κείμενα των αιγυπτιακών παπύρων, η περίφραση ἵνα+υποτακτική αρχίζει σιγά σιγά να αντικαθιστά το αρχαίο απαρέμφατο, ότι το επίθετο ὅλος (που αρχικά σήμαινε «ολόκληρος, ακέραιος») έχει ήδη αποκτήσει την νεοελληνική του σημασία, αντικαθιστώντας το αρχαίο επίθετο πᾶς, βλέπουμε την τυπική νεοελληνική ουδετεροποίηση (δηλαδή προσθήκη του ουδέτερου επιθήματος -ιον > -ιν, ἀλεκτρυών/ἀλέκτωρ > ἀλεκτόριον > ἀλεκτόρι(ν) = κοκόρι, όπως νῆσος > νησίον > νησί και γέφυρα > γεφύριον > γεφύρι), βλέπουμε ότι το ρήμα (επι-)πηδάω έχει την νεοελληνική σημασία πηδάω = «γαμάω», ότι δεν είχε ακόμη γίνει η συνίζηση παιδία > παιδιά (λ.χ. ελευθερία > λευτεριά) και βλέπουμε ότι ο αόριστος επ-επήδηκεν έχει σχηματιστεί με το επίθημα του αρχαίου παρακειμένου -κα (λ.χ. το νεοελληνικό ζεύγος έδωσα ~ έδωκα) λόγω της συγχώνευσης παρακειμένου και αορίστου που συνέβη στην πορεία της Ελληνικής (κάτι που τελικά οδήγησε αργότερα στον σχηματισμό ενός νέου περιφραστικού παρακειμένου με το βοηθητικό ρήμα έχω, λ.χ. δέδωκα > έχω δώσει). Ο δεύτερος στίχος διατηρεί το μέτρο του μόνο αν το «καὶ ὡς» διαβαστεί ως μονοσύλλαβο «κι΄ως» (πράγματι ο Horrocks το διαβάζει ως c’os = /kyos/). Τα «ξυλοκούκουδα» είναι οι καρποί όπως το καρύδι με σκληρό, ξυλινο φλοιό. Ο όρος κούκουδον (< κόκκουδον) είναι μάλλον ομόρριζος το νεοελληνικού όρου κόκαλο (< κόκκαλον).

Το δημώδες αυτό ποίημα είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο μέτρο που αποτελείται από δύο ημίστιχα 8+7 (στο τέλος του 8ου στίχου έχω προσθέσει το σύμβολο [|]). Αυτό το δεκαπεντασύλλαβο μέτρο είναι η ραχοκοκαλιά της μεσαιωνικής και νεοελληνικής ποίησης, τόσο της δημώδους όσο και της λόγιας και ήταν σίγουρα ήδη διαμορφωμένο κατά την ύστερη αρχαιότητα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Jeffreys (1974), η απαρχή αυτού του «πολιτικού» (= δημώδους) 15σύλλαβου στίχου είναι οι λαϊκές έμμετρες επευφημίες στους θριάμβους στην Ρώμη της [ύστερης] «Δημοκρατικής» Περιόδου, δηλαδή στην Ρώμη της εποχής του Καίσαρα!

Βρε κοίτα να δεις κάτι περίεργα πράγματα!

Η μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ποιητική παράδοση που ήταν γνωστή σε κάθε αγράμματο από την Κέρκυρα μέχρι την Κύπρο και από την Πελοπόννησο μέχρι την Τραπεζούντα, αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys, δεν ανάγεται στους αρχαίους Έλληνες, αλλά στους Ρωμαίους κατακτητές των Ελλήνων!

Φυσικά, ένας «Βυζαντινός» δεν θα έβρισκε καθόλου περίεργο το ότι ένα νήμα ποιητικής συνέχειας «μήκους» 2200 ετών συνδέει τους «νῦν» με τους «πάλαι» Ρωμαίους και ότι αυτή η συνήθεια μεταφέρθηκε κατά την translatio Urbis (μεταφορά της Πόλεως).

Δεκαπεντασύλλαβο μέτρο με σπάσιμο 8+7, λοιπόν, από την Ρώμη του Καίσαρα στην Νέα Ρώμη του Μαυρικίου και από τον Μαυρίκιο στο δημοτικό τραγούδι από την Αράχωβα της ύστερης Τουρκοκρατίας «Ο Χάρος κι ο Τσοπάνης» που παρουσιάζει παρακάτω ο Horrocks:

kharos-horrocks

Κι ο Χάρος τον εβίγλισεν | από ψηλή ραχούλα

[…]

Άσε με, Χάρο μ΄, άσε με | τρεις μέρες και τρεις νύχτες

[…]

πόχω γυναίκα παρανιά | και χήρα δεν της πρέπει

(παρανιά = παρανέα = πολύ νέα, λ.χ. παραψήθηκε = ψήθηκε πολύ)

Αν μετρήσετε τις συλλαβές (kyo-χà-ros-ton-e-vi-γli-sen | a-pò-psi-lì-ra-χù-la) θα δείτε την ίδια μετρική δομή 15=8+7.

Η γλώσσα του ποιήματος και η έννοια του Χάρου είναι κληρονομιά από την αρχαία Ελλάδα (Χάρων > Χάρος, Νηρηίδες > Νεράιδες κλπ), ενώ το μέτρο του ποιήματος (αν ευσταθεί η θεωρία του Jeffreys) και το ρήμα βιγλίζω/βιγλεύω = (κατα)σκοπεύω (βίγλα = σκοπιά < λατ. vigilia) είναι κληρονομιά από την αρχαία Ρώμη.

Γράφει ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του:

[12.97] Περὶ βίγλας καὶ φυλακῆς βάνδου ἐν καιρῷ μάχης

Δύο δὲ σκουλκάτωρας ἤγουν κατασκόπουςβιγλάτωρας χρησίμους καὶ ἀγρύπνους καὶ ἀνδρείους ἐπιλέγεσθαι καὶ δύο μανδάτωρας.

[12.42] Πρὸς τούτοις κελεύομέν σοι, […] καθ’ἑκάστην τοῦρμαν σκουλκάτωρας ἤγουν βιγλεύοντας ἀφορίσῃς,

[14.12] […] τὸ ὀφεῖλον βιγλεύειν καὶ τὰς πόρτας τοῦ φοσσάτου φυλάττειν ἤγουν τοῦ περιφραγμένου ἀπλίκτου,

(σκουλκάτωρες < exculcatores = «πρόσκοποι», γι΄αυτό σκούλκα = βίγλα)

Για να καταλάβετε πόσο ασυνήθιστο είναι να μπορεί κάποιος να κατανοεί αυθόρμητα την μορφή της γλώσσας του πριν από 1400 χρόνια, σας παραθέτω το Πάτερ Ημών στην Παλαιά Αγγλική του 10ου αιώνα (δηλαδή «μόλις» 1000 χρόνια πριν), την οποία κανένας τωρινός αγγλόφωνος δεν μπορεί πια να κατανοήσει αυθόρμητα.

Παλαιά Αγγλική, 995 μ.Χ.:

Fæder ūre, ðū ðē eart on heofonum,

Sī ðīn nama gehālgod.

[…]

Urne gedægwhamlīcan hlāf syle ūs tōdæg.

Βικτωριανή Αγγλική, ~ 1800 μ.Χ.:

Our Father, which art in heaven;

Hallowed by thy Name.

[…]

Give us this day our daily bread.

Τωρινή Αγγλική:

Our Father in heaven,

hallowed be your name,

[…]

Give us today our daily bread.

Αν θέλετε μια γεύση από τα Παλαιά Αγγλικά του ~800 μ.Χ. (δηλαδή τα Αγγλικά πριν από 1200 χρόνια) μπορείτε να διαβάσετε το Παλαιοαγγλικό ποίημα Beowulf και, παρόλο που γνωρίζετε Αγγλικά, δεν θα καταλάβετε τίποτε!

[Στίχοι, 53-60]

Þā wæs on burgum Bēowulf Scyldinga,
lēof lēod‐cyning, longe þrāge
folcum gefrǣge (fæder ellor hwearf,
aldor of earde), oð þæt him eft onwōc
hēah Healfdene; hēold þenden lifde,
gamol and gūð‐rēow, glæde Scyldingas.
Þǣm fēower bearn forð‐gerīmed
in worold wōcun, weoroda rǣswan,

[τωρινή Αγγλική]

Now Beowulf bode in the burg of the Scyldings,
leader belovéd, and long he ruled
in fame with all folk, since his father had gone
away from the world, till awoke an heir,
haughty Healfdene, who held through life,
sage and sturdy, the Scyldings glad.[1]
Then, one after one, there woke to him,
to the chieftain of clansmen, children four:

Θα κάνω εδώ και μια γλωσσολογική παρατήρηση στο fēower bearn = four children (= τέσσερα παιδιά).

Ο παλαιός αγγλικός όρος bearn = «παιδί» προέρχεται από το πρωτογερμανικό *barną = «παιδί», λέξη ομόρριζη με το αγγλικό birth = «γέννα» (αμφότερα από την ΙΕ ρίζα *bher- «φέρω, κυοφορώ», IE *bhr.-tis > πρωτογερμανικό *burþiz > αγγλικό birth). Ο όρος αυτός επιβιώνει ως αρχαϊσμός στην Σκωτσέζικη Αγγλική.

Έτσι στην ταινία “Made of Honor” όπου μια αμερικάνα πάει στην Σκωτία για να παντρευτεί έναν Σκωτσέζο, η θεία του Σκωτσέζου την ρωτάει σε Σκωτσέζικα Αγγλικά αν έχουν “bearns” και, επειδή η αμερικάνα δεν κατάλαβε τι την ρώτησε, ο αρραβωνιαστικός της συμπληρώνει “bearns means children” (“bearns” είναι τα παιδιά) και απαντάει στην θεία του “no, no auntie, we haven’t had any “bearns” yet” (Όχι θείτσα, δεν κάναμε ακόμα παιδιά).

Η αμερικάνα λέει στην Θεία “I’m so sorry, I’m having hard time understanding your accent” (Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δυσκολεύομαι να καταλάβω την προφορά σας).

[00:07-00:19]

Και το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει αν δώσουμε σε έναν Βούλγαρο ή Σλαβομακεδόνα να διαβάσει την προγονική του Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (OCS), την οποία οι Κύριλλος και Μεθόδιος κωδικοποίησαν τον 9ο αιώνα από τις σλαβόφωνες περιοχές γύρω από την Θεσσαλονίκη. Η σημερινή πρότυπος Βουλγαρική και ο πρότυπος Σλαβομακεδονική απέχουν χρονικά από την OCS 1100 χρόνια. Παραθέτω την παλαιοσλαβωνική μετάφραση από ένα χωρίο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

OCS-Luke

[Κατά Λουκάν, 2.4-7] Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ, 5 ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ. 6 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, 7 καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

i rodi synŭ svoi prĭvěnĭcĭκαὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον

roditi = τίκτω (< τί-τκ-ω < διπλασιασμένο ρήμα από την ρίζα *τεκ- «γεννάω», λ.χ. Θεο-τόκος = Bogo-rodica)

synŭ = υἱός (αμφότερα από την ρίζα *seuH- «γεννάω», όπως και το αγγλικό son)

prĭvěnĭcĭ  = πρωτότοκος (εξελίχθηκε στο σερβικό prvenac, παράγωγο του prĭvŭ  = «πρώτος»)

Όποιος γνωρίζει κάποια σύγχρονη νοτιοσλαβική γλώσσα μπορεί να μας πει τι καταλαβαίνει όταν διαβάζει το παραπάνω χωρίο από την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική.

Αν η Ελληνική δεν είχε την τύχη να είναι η γλώσσα των «άπτωτων» Ἑῴων Ῥωμαίων, θα είχε σίγουρα διασπαστεί σε πολλές νεοελληνικές γλώσσες, όπως συνέβη με την Λατινική στην «πεπτωκυῖα» Δύση.

Θα παραθέσω επίσης και το πρώτο γνωστό κείμενο της Αλβανικής (Gjon Buzuku, 16ος αιώνας), το οποίο όμως, αντίθετα με την σύγχρονη Πρότυπο Αλβανική που κωδικοποιήθηκε από τις τοσκικές διαλέκτους, είναι γραμμένο στη μεσαιωνική Γκεγκική. Επομένως, εκτός από την «χρονική» απόσταση 500 ετών, όποιος επιχειρήσει την σύγκριση πρέπει να λάβει υπόψη και την «επιχωρική» απόσταση που χωρίζει την Τοσκική από την Γκεγκική διάλεκτο. Η Γκεγκική δεν έχει υποστεί τον Τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού -n-, διατηρεί τα έρρινα φωνήεντα της ύστερης πρωτοαλβανικής, διατηρεί το αλβανικό απαρέμφατο και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «έχω», ενώ η Τοσκική έχει υποστεί ρωτακισμό, έχει τρέψει τα έρρινα φωνήεντα σε schwa, έχει χάσει το απαρέμφατο λόγω επαφής με την μεσαιωνική Ελληνική (λ.χ. τολμᾷ λαλῆσαι > τολμάει να λαλήσει παραπάνω, όπως και η Βουλγαρική και η Σλαβομακεδονική και εν μέρει η Σερβική) και σχηματίζει τον μέλλοντα με το ρήμα «θέλω». Το τελευταίο χαρακτηριστικό το έχει και η Βουλγαρική, η Σλαβομακεδονική και η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (Βλαχική/Αρουμανική και Ρουμανική). Έχει δηλαδή ενδιαφέρον ότι η Γκεγκική Αλβανική δεν συμμετέχει σε αυτόν τον κοινό νεοτερισμό, αλλά συμφωνεί με τις ρωμανικές ποικιλίες που παρέμειναν εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο μέλλοντας με βοηθητικό ρήμα το «θέλω» σε αυτές τις βαλκανικές γλώσσες οφείλεται σε υστερομεσαιωνική Ελληνική επίδραση, διότι η πρώιμη μεσαιωνική Ελληνική σχημάτιζε τον μέλλοντα με τα ρήματα «έχω/μέλλω» και, μετά τον 11ο αιώνα, άρχισε να τον σχηματίζει με το ρήμα «θέλω» (λ.χ. θέλει ἵνα > θενα > θανα > θα). Γράφει ο Horrocks, γι΄αυτά τα θέματα του Βαλκανικού Sprachbund:

sprachbund1

sprachbund2

Αφού λοιπόν εξήγησα τις βασικές διαφορές μεταξύ της Τοσκικής και της Γκεγκικής Αλβανικής, παραθέτω το πρώτο αλβανικό κείμενο στην μεσαιωνική Γκεγκική, για όποιον ενδιαφέρεται να συγκρίνει την μορφή της γλώσσας πριν από 500 χρόνια.

Buzuku

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Μεσαίωνας, Σλαβικές γλώσσες