Tag Archives: αρμενική

Το εμφατικά αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} του Βαλκανικού ΙΕ ομίλου

Σε μια παλαιότερη ανάρτηση παρέθεσα την ευρέως αποδεκτή άποψη του μεγάλου ΙΕστή Warren Cowgill ότι το ελληνικό αρνητικό μόριο «όχι» (αρχ. οὐκ, οὐκί, οὐ, οὐχί) ανάγεται στο ΙΕ εμφατικό αρνητικό φράσημα *{ne h2oyu kwid} = not in this lifetime! (όχι σ΄αυτή τη ζωή!) και μάλλον είναι ΙΕ συγγενής του αρμενικού αρνητικού μορίου očʿ. Continue reading

Advertisements

27 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Τα nomina agentis σε *-Vkwyo- σε Σλαβική, Αρμενική, και Αλβανική

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ΙΕ επίθημα *-Vkwyo- (V= φωνήεν, kw = χειλοϋπερωικό /kʷ/), το οποίο σχηματίζει nomina agentis (ουσιαστικά που προσδιορίζουν ένα πρόσωπο/αντικείμενο ως τον φορέα δράσης μιας ρηματικής ρίζας, όπως τα πιο γνωστά ΙΕ οργανικά επιθήματα τύπου *-DeL- που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση) στον Σλαβικό κλάδο, στην Αρμενική και την Αλβανική. Continue reading

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Το προθετικό i- της Δυτικής Ρωμανικής

Εύχομαι Χρόνια Πολλά σε όλους και καλό εορτασμό του Ευαγγελισμού και της -τυπικής- έναρξης της Εθνεγερσίας.

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ να βρω ένα γλωσσολογικό θέμα που να σχετίζεται με την 25η Μαρτίου και, κάποια στιγμή, θυμήθηκα τις Γαλλικές Εφημερίδες της εποχής που περιγράφουν την Ελληνική Επανάσταση. Κάντε κλικ πάνω στην παρακάτω εικόνα για μεγέθυνση.

strange

Nouvelles étrangères: Grèce: Toute la Morée est en armes!

Νέα εξωτερικά (από το εξωτερικό): Ελλάδα: Όλος ο Μωριάς στα όπλα!

Όσοι ξέρετε αγγλικά αλλά όχι γαλλικά (όπως εγώ) θα αναγνωρίσετε την ομοιότητα του γαλλικού επιθέτου étranger = «ξένος, εξωτικός» με τα αγγλικά strange = «παράξενος» και stranger = «ξένος». Πράγματι και τα δύο ανάγονται στο παλαιό γαλλικό επίθετο estrange που, με τη σειρά του, προέρχεται από το λατινικό επίθετο extrāneus = «εξωτικός, ξένος».

Η απώλεια του /s/ στο τέλος κλειστής συλλαβής κατά την μετάβαση από την Παλαιά στην σύγχρονη Γαλλική (estranger > étranger) μου θύμισε ένα γλωσσολογικό φαινόμενο που συνδέει την Γαλλιβηρική Ρωμανική (πρόγονος των ρωμανικών γλωσσών της Γαλλίας και της Ιβηρικής χερσονήσου) με τις γλώσσες της Μικράς Ασίας.

Στην σημερινή ανάρτηση, λοιπόν, θα περιγράψω ένα ισόγλωσσο που συνδέει την Γαλλική με τις ρωμανικές γλώσσες της Ιβηρικής χερσονήσου (Ισπανική, Πορτογαλική κλπ). Το ισόγλωσσο αυτό είναι η προσθήκη ενός προθετικού i- στα αρκτικά συμπλέγματα sC- (C= consonant = σύμφωνο). Αυτό το προθετικό i- είναι μία από τις φωνολογικές εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την Δυτική Πρωτο-Ρωμανική (ΔΠΡ) ή Γαλλιβηρική Ρωμανική, δηλαδή την μορφή της Ύστερης Δημώδους Λατινικής που μιλιόταν από τις Άλπεις μέχρι τον Ατλαντικό. Μερικές άλλες φωνολογικές εξελίξεις της ΔΠΡ ήταν η ηχηροποίηση των μεσοφωνηεντικών p,t,k > b,d,g και η εξέλιξη του μεσοφωνηεντικού ct>jt, με το jt να ακολουθεί στη συνέχεια διαφορετική εξέλιξη σε Γαλλορωμανική και Ιβηρορωμανική.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα αυτών των ΔΠΡ εξελίξεων.

λατ. scriptus = « γραπτός, γραμμένος» > ΔΠΡ *iscripto > *escripto > ισπ. & πορτ. escrito, γαλλ. écrit

λατ. fócus = «φωτιά, εστία» > ΔΠΡ fógo > ισπ. fuégo, πορτ. fogo, γαλλ. feu (g>γ>∅)

λατ. lac/lactem > ΔΠΡ lajte > ισπ. leche (jt>tj>tš), πορτ. leite, γαλλ. lait

Επομένως, το προθετικό sC> isC > esC προέκυψε πολύ πριν την διάσπαση της ΔΠΡ (γαλλιβηρική ρωμανική, δυτική πρωτορωμανική) σε γαλλορωμανικό και ιβηρορωμανικό κλάδο. Αυτή η διάσπαση συνέβη χονδρικά κατά την περίοδο 700-1000 και, ήδη γύρω στο 1000, στην βόρεια Γαλλία ομιλείται πια η «Παλαιά/Αρχαϊκή Γαλλική». Το προθετικό /i/ πρέπει να είχε γίνει σύνηθες φαινόμενο στην δημώδη Λατινική της δυτικής Ευρώπης ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα (~500 μ.Χ.).

Ένα διάσημο κείμενο που έχει εξέχουσα θέση στην μελέτη των Ρωμανικών/λατινογενών γλωσσών είναι οι Όρκοι του Στρασβούργου (842), όπου οι εγγονοί του Καρλομάγνου χωρίζουν την αυτοκρατορία του παππού τους. Στο κείμενο απαντούν 3 διαφορετικές γλώσσες: Λατινική, Ρωμανική (lingua Romana, η γαλλορωμανική της εποχής, ο άμεσος πρόδρομος της Παλαιάς Γαλλικής) και Γερμανική (lingua Teudisca, «Τευτονική», όψιμη Παλαιά Φραγκονική, μια διάλεκτος της πρώιμης Παλαιάς Άνω Γερμανικής).

Λατινική (προλογίζει ότι ακολουθεί κείμενο στην Ρωμανική):

Cumque Karolus haec eadem verba romana lingua perorasset, Lodhuvicus, quoniam major natu erat, prior haec deinde se servaturum testatus est:

Γαλλορωμανική:

“Pro Deo amur et pro christian poblo et nostro commun saluament, d’ist di in auant, in quant Deus sauir et podir me dunat, si saluarai eo cist meon fradre Karlo, et in adiudha et in cadhuna cosa si cum om per dreit son fradra saluar dift, in o quid il mi altresi fazet. Et ab Ludher nul plaid nunquam prindrai qui meon uol cist meon fradre Karle in damno sit.”

Λατινική (προλογίζει ότι ακολουθεί κείμενο στην Τευτονική):

Quod cum Lodhuvicus explesset, Karolus teudisca lingua sic hec eadem verba testatus est:

Τευτονική:

“In godes minna ind in thes christiānes folches ind unsēr bēdhero gehaltnissī, fon thesemo dage frammordes, sō fram sō mir got gewizci indi mahd furgibit, sō haldih thesan mīnan bruodher, sōso man mit rehtu sīnan bruodher scal, in thiu thaz er mig sō sama duo, indi mit Ludheren in nohheiniu thing ne gegango, the mīnan willon imo ce scadhen werdhēn.”

Στο Γαλλορωμανικό κείμενο μπορείτε να δείτε δύο από τις φωνολογικές γαλλιβηρικές εξελίξεις που προανέφερα:

λατινικά potere, adiutum > podir, adiudho (t>d>δ) (λ.χ. βλαχικά puteari, agjut[u] = βοηθώ)

λατινικό directus > per dreit (ct>jt)= «όπως πρέπει/αρμόζει» (λ.χ. ιταλικό diritto = δίκαιο, βλαχικό nidreptu = άδικος)

Ας γυρίσουμε όμως στο θέμα της ανάρτησης, δηλαδή στην πρόθεση sC- > isC- > esC-.

Εκτός από την Γαλλιβηρική Ρωμανική, η πρόθεση sC- > isC- είναι επίσης διαχρονικό επιχωρικό φαινόμενο των γλωσσών της Μικράς Ασίας. Το βρίσκουμε ήδη κατά την 2η π.Χ. χιλιετία στην Χετττική (~1500 π.Χ.), στην Ελληνιστική Κοινή της Μικράς Ασίας (λ.χ. στήλη > ἰστήλη, στρατιώτης > ἰστρατιώτης), στην Αρμενική, μάλλον στην Φρυγική (τα παραδείγματα είναι λίγα και αμφιλεγόμενα), στην Ποντιακή (σκιά > ισκιά/ισκιάδι, σμίλαξ > ισμίλα) και, φυσικά, στην Τουρκική (Σπάρτη [στην Μικρά Ασία] > Isparta, αλβ. Shkodër > τουρκ. İşkodra, istatistik κλπ).

isC

istratiwths

Είναι πολύ πιθανό η νεοελληνική λέξη σκιά > ισκίος > ίσκιος να έχει εισέλθει στην Κοινή Νεοελληνική από τις Μικρασιατικές Διαλέκτους (λ.χ. ο ποντιακός όρος ισκιά = σκιά που προανέφερα).

Πάμε τώρα στην Γαλλιβηρική Ρωμανική (δυτική πρωτορωμανική, ΔΠΡ).

french

  1. Το πρώτο βήμα ήταν η πρόθεση sC- > isC-.
  2. Το δεύτερο βήμα ήταν η τροπή i>e που είναι τυπική της Ύστερης Δημώδους Λατινικής ~ Πρωτορωμανικής (λ.χ. λατ. lignum = «ξύλο» > ρωμ. legno > ιταλ. legno, βλαχ. lemnu, ισπ. leño κλπ): isC- > esC-
  3. Το τρίτο βήμα συνέβη μόνο στην Γαλλική, κατά την μετάβαση από την Παλαιά στην σύγχρονη Γαλλική, και είναι η απώλεια του /s/ στο τέλος κλειστής συλλαβής (λ.χ. λατ. gustus, testa, Augustus > γαλλ. goût, tête, août): esC- > ehC > éC-

Στα παρακάτω παραδείγματα δείχνω την εξέλιξη από την Λατινική, στην ΔΠΡ, και από την ΔΠΡ στην Ισπανική και την Γαλλική (λατ. > ΔΠΡ > Ισπ. , Γαλλ.):

scriptum > escripto > escrito , écrit

schola > escola > escola , école

statum > estado > estado , été

studiāre > estudiāre > estudiar , étudier

sponsa > esponsa > esposa , épouse

spatha (δημ. spata) > espada > espada, épée

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Η Αρμενική τροπή *dw » erk

Μία από τις πιο παράξενες, αλλά κανονικότατες φωνολογικές τροπές της ΙΕ γλωσσολογίας είναι η Αρμενική τροπή *dw>erk σε αρκτική θέση. Όταν η Αρμενική διαθέτει έναν απόγονο ΙΕ ρίζας που περιέχει το σύμπλεγμα *dw σε αρκτική θέση, αυτό εμφανίζεται στον αρμενικό όρο ως erk. Η φωνολογική αυτή τροπή είναι κανονική (κάθε *dw καταλήγει σε erk), αλλά δεν έχουν ακόμα ξεκαθαριστεί επακριβώς τα επιμέρους βήματα της φωνολογικής διαδικασίας.

Ο Hans Hock, στο μνημειώδες βιβλίο του Principles of Historical Linguistics εξετάζει διδακτικά αυτήν την περίεργη Αρμενική τροπή, προσπαθώντας να εξιχνιάσει τα επιμέρους βήματά της μέσω άλλων πιο στοιχειωδών κανονικών Αρμενικών φωνολογικών τροπών.

Armenian-erk

Παραδείγματα της παράξενης τροπής:

*duō (λ.χ. δύω > δύο) ~ *duwō (λ.χ. σλαβικό dŭva > dva, με κανονικό ō>a λ.χ. δρον ~ da) > αρμενικό erku (*du>dw>erk και *ō>u κανονικότατα για την Αρμενική).

*dwei- «φοβάμαι» (λ.χ. δϝειμός > δειμός , δϝεινός > δεινός και *dwèy-os > δέος) > *dw(e)i-plo- > αρμενικό erkiwł = «φόβος»

*dweh2ros «μακρός, μακρόβιος, ανθεκτικός» (λ.χ. δϝᾱρός > δηρός , λατινικό *duh2ros > dūrus) > *dwāros > αρμενικό erkar = «μακρός»

Στα παραπάνω παραδείγματα βλέπουμε ένα προαρμενικό αρκτικό *dw να εξελίσσεται κανονικότατα σε erk.

Απόπειρα Εξήγησης

Ξέρουμε ότι το IE ημιφωνικό *w στην Αρμενική ακολούθησε την τροπή w>gw >g και ότι το IE *d απηχηροποιήθηκε σε t, λ.χ. *wed- «νερό» (λ.χ. αγγλικό wet = «υγρός», με μηδενικό βαθμό *ud-r/n λ.χ. ὕδωρ και πρωτο-αλβανικό *udnja > ujë) > αρμενικό get = «ποταμός» (*w>g & *d>t).

Άρα αναμένουμε ότι το πρώτο βήμα θα ήταν η τροπή *dw>tg.

Το παράδειγμα *swek’uros = «πεθερός» (λ.χ. ἑκυρός, socrus, svekrva) > *sgesur > αρμενικό skesur δείχνει προχωρητική αφομοίωση ηχηρότητος *sg > sk, κάτι που μας ωθεί στο να αναμένουμε την εξέλιξη *tg>tk.

Το παράδειγμα *treyes «τρεις» > rekʿ> erekʿ δείχνει την προσθήκη μη ετυμολογικού προθηματικού e πριν από αρκτικό r- ( *r- > er-), κάτι που μας προτρέπει να υποθέσουμε ότι το τελευταίο βήμα της τροπής ήταν *rk->erk-.

Επομένως, από την γνώση της φωνολογικής ιστορίας της Αρμενικής, μπορούμε να «σπάσουμε» την παράξενη φωνολογική τροπή *dw->erk- σε τρεις φάσεις:

  1. *dw- > tg- > tk-
  2. *tk- > ??? > rk-
  3. rk- > erk-

Από αυτές, η πρώτη και η τελευταία είναι γλωσσολογικά αναμενόμενες, ενώ η δεύτερη είναι μη αναμενόμενη, αλλά απαραίτητη για να συνδέσει τις δύο αναμενόμενες φάσεις.

Με άλλα λόγια, ο Hans Hock ερμηνεύει την παράξενη και πολυσταδιακή Αρμενική τροπή *dw- > erk- με μια εν γένει αναμενόμενη πολυσταδιακή φωνολογική διαδικασία με μόνο ανεξιχνίαστο βήμα την «συνδετική» τροπή *tk->rk-.

Γι΄αυτό το «συνδετικό» βήμα πρέπει να βρούμε μία «μη κανονική»/“ad hoc” ερμηνεία.

Κατά την γνώμη μου, μία πιθανή λύση του ad hoc βήματος είναι να επικαλεστούμε μία ηχηροποίηση *tk > dk που επανέφερε το ηχηρό /d/, το οποίο στην συνέχεια ρωτακίστηκε d>r, όπως συνέβαινε σε γλώσσες της Μικράς Ασίας όπως η Λουβική και η Παμφυλιακή Ελληνική (λ.χ. Παμφ. Τιμαρχίρᾱς = Τιμαρχίδᾱς/Τιμαρχίδης και το μάλλον παμφυλιακό απροσδιόριστο λήμμα του Ησυχίου ϝείδω > ἀβήρω = ἀείδω ~ ἀηδών, λ.χ. ἀβηροῦσιν) και όπως συνέβη σε μερικές αρχαίες ιταλικές γλώσσες (και σποραδικά στην αρχαϊκή Λατινική) και σε μερικές σύγχρονες ρωμανικές ποικιλίες της Ιταλίας (ποικιλίες Σικελίας, Νοτίου Ιταλίας, Σαρδινίας, λ.χ. renti = denti στην σικελική ποικιλία του Παλέρμου όπου το “d” προφέρεται σαν το Πολωνικό ουρανωμένο “rz”, λ.χ. rěka > rzeka).

rhotacism-d

Η πρόταση είναι ελκυστική, αλλά πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι όλα τα παραπάνω παραδείγματα ρωτακισμού d> “r” γίνονται σε μεσοφωνηεντική θέση (το παλερμικό renti είναι μεσοφωνηεντικό, επειδή μπροστά υπάρχει το άρθρο πληθυντικού i denti > i renti = «τα δόντια»), ενώ στο ad hoc «συνδετικό» βήμα της Αρμενικής πρέπει να την επικαλεστούμε σε συμφωνικό σύμπλεγμα (dk>rk).

Μήπως λοιπόν πρέπει να επικαλεστούμε τον ρωτακισμό ως πρώτο βήμα *dw>rw (λ.χ. aduorsum > aruorsum στα αρχαϊκά λατινικά παραδείγματα ρωτακισμού παραπάνω) και μετά την τροπή rw>rg>rk>erk?

Δυστυχώς δεν έχω πειστική λύση στο πρόβλημα. Μου αρκεί το ότι ο Hans Hock κατάφερε να εξηγήσει ως κανονικά όλα τα επιμέρους βήματα εκτός από το ad hoc «συνδετικό».

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα