Tag Archives: Αρβανίτικο

Μια ετυμολογική πρόταση για το τοπωνύμιο Σούλι ως «προσήλιο μέρος»

Η σημερινή σύντομη ανάρτηση είναι μια ετυμολογική πρόταση για το τοπωνύμιο Σούλι. Το μόνο βέβαιο για την ετυμολογία του τοπωνύμιου «Σούλι» είναι ότι κατά κανόνα απαντά σε μέρη όπου έχουν εγκατασταθεί Αρβανίτες και, συνεπώς, είναι λογικό να αναζητήσουμε την ετυμολογία του στην Αλβανική.

Η ετυμολογία που έχω να προτείνω ισχύει αν και μόνον αν τα διάφορα «Σούλια» είναι «προσήλια μέρη» ή «(βραχώδημέρη με αντηλιά». Continue reading

Advertisements

36 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Το δίσημο τοπωνύμιο «Γκούρα»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι η διπλή σημασία (εξού και ο όρος δίσημος του τίτλου) του τοπωνυμίου «Γκούρα»: στα αρβανίτικα σημαίνει «πέτρα, βραχώδες μέρος» και στα βλάχικα (αρμανικά) σημαίνει «στόμα, στόμιοπηγή, εκβολή» (οι δύο όροι δεν σχετίζονται μεταξύ τους, απλώς έτυχε να γίνουν ταυτόηχοι στην ελληνική τους απόδοση). Continue reading

55 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Ο αρβανίτικος όρος shkl(j)a ως «αλλόγλωσσος»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης προέκυψε από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε στα σχόλια για την συνήθεια των Αρβανιτών να ονομάζουν την ελληνική γλώσσα shqerisht(e)/shklerisht(e) = «βουλγαριστί/σλαβιστί» (στην γλώσσα των Shqa = «Βουλγάρων/σλάβων», Sclavus/Σκλάβος > Skljavë > Shkljaë > Shklja/Shqa, όπως ο αντίστοιχος και ταυτόσημος ρουμανικός όρος șcheau). Αυτή η αλλαγή σημασίας οφείλεται στο ότι για τους Αρβανίτες ο όρος shqa/shkl(j)a, εκτός από την ειδική σημασία «Βούλγαρος, Ορθόδοξος Σλάβος», απέκτησε και την γενικότερη σημασία του γλωσσικού «άλλου», δηλαδή  shqa/shkl(j)a = «αλλόγλωσσος» (ο συντοπίτης που δεν μιλάει Αρβανίτικα/Arbërisht), μια συνήθεια που έφεραν μαζί τους όταν εγκαταστάθηκαν στις ελληνόφωνες περιοχές, προερχόμενοι από μέρη στα οποία οι συνήθεις αλλόγλωσσοι ήταν οι Βούλγαροι/Σλάβοι (οι τωόντι Shqa). Continue reading

22 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Uncategorized