Tag Archives: Αντώνης

Αντώνης Καλδέλλης: η κοινωνική εμβέλεια της Ρωμαϊκής ταυτότητας στο Βυζάντιο #2

Όπως ανέφερα ήδη στην πρώτη ανάρτηση της σειράς, σε αυτήν την δεύτερη ανάρτηση θα κάνω μια παρουσίαση του άρθρου του Αντώνη Καλδέλλη The Social Scope of Roman Identity in Byzantium: An Evidence-Based Approach, το οποίο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο βυζαντινολογικό περιοδικό Βυζαντινά Σύμμεικτα (τεύχος 27, σλδ 173-210). Continue reading

22 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία

Αντώνης Καλδέλλης: η κοινωνική εμβέλεια της Ρωμαϊκής ταυτότητας στο Βυζάντιο #1

Προσθέτω αυτήν την έκτακτη ανάρτηση στο ιστολόγιο επειδή πριν από μερικές ημέρες ο Αντώνης Καλδέλλης με πληροφόρησε ότι δημοσιεύτηκε στο βυζαντινολογικό περιοδικό Βυζαντινά Σύμμεικτα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του για τη Ρωμαϊκή ταυτότητα στο Βυζάντιο, το γενικό σχήμα του οποίου μου έκανε την τιμή να μου το περιγράψει σε μια συζήτηση που είχαμε μερικούς μήνες πριν. Continue reading

2 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Η φύση της Ρωμαϊκής ταυτότητας των Βυζαντινών #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα τους λόγους για τους οποίους υπήρχε δισταγμός στην αναγνώριση της εθνοτικής ή εθνικής Ρωμαϊκής ταυτότητας των Βυζαντινών, οι οποίοι οδήγησαν στην γενική αποδοχή της πολιτικοθρησκευτικής θεώρησης, δηλαδή της θεώρησης ότι Ρωμαίος ήταν απλά (και μόνον) ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων. Γράφει ο Αντώνης Καλδέλλης γι΄αυτή την γενική αποδοχή στην σελίδα 75 του “Hellenism in Byzantium” (2007):

Kaldellis-problem

Μετάφραση:

Η τρέχουσα επικρατούσα άποψη που και εγώ υποστήριζα πριν αρχίσω να διερευνώ το πρόβλημα – δηλαδή πριν καν διαπιστώσω ότι ήταν πρόβλημα- είναι ότι το Βυζάντιο ήταν μια «πολυεθνική αυτοκρατορία» της οποίας οι υπήκοοι ήταν χαλαρά ενωμένοι από την θρησκεία και από τη νομιμοφροσύση στον αυτοκράτορα και ότι η ταυτότητά τους βασιζόταν σε αφηρημένες οικουμενικές και χριστιανικές έννοιες. Με άλλα λόγια, ένας «Ρωμαίος» δεν ήταν τίποτε παραπάνω από τον Χριστιανό υπήκοο του αυτοκράτορα. Έχω συνειδητοποιήσει ότι αυτή η εικόνα είναι εν μέρει παραπλανητική και εν μέρει απλά λάθος. Η Ορθοδοξία ήταν σίγουρα ένα σημαντικό συστατικό της Ρωμαϊκής ενότητας και αλληλεγγύης, αλλά έφτανε μέχρι ένα σημείο. Οι Βυζαντινοί δεν αποδέχονταν ως Ρωμαίους τους Ορθόδοξους λαούς που ζούσαν εκτός των συνόρων τους, αλλά τους θεωρούσαν βάρβαρους. Η Ορθοδοξία δεν ήταν το «περιεχόμενο» της Ρωμαϊκής ταυτότητας του Βυζαντίου, όπως υπαινίσσονται ή δηλώνουν πολλοί ιστορικοί. Ούτε ήταν ο αυτοκράτορας αυτό το περιεχόμενο. [Ο αυτοκράτορας] δεν ήταν η δύναμη που αυθαιρέτως ένωνε ένα -υποτίθεται- ετερογενές μείγμα λαών, χωρίς την οποία αυτοί οι λαοί θα ακολουθούσαν ο καθένας την ξεχωριστή του εθνική, εθνοτική ή γεωγραφική πορεία.

Σε αυτό το χωρίο, λοιπόν, ο Καλδέλλης γράφει ότι η θεώρηση ότι «Ρωμαίος ήταν απλά και μόνο ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων» είναι προβληματική, δηλαδή έρχεται σε ασυμφωνία με αυτό που μας λένε οι πηγές.

Η μακαρίτισσα Αγγελική Λαΐου κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι αυτός ο πολιτικο-θρησκευτικός ορισμός της Ρωμαϊκής ταυτότητας (“political or statist definition”) είναι ανεπαρκής (κλικάρετε πάνω στην σελίδα για να μεγαλώσει).

Laiou Theophylact

Μετάφραση:

Η ερμηνεία που δέχεται ότι οι Βυζαντινοί είχαν έναν πολιτικό ορισμό του «άλλου» δεν είναι ούτε επαρκής ούτε εντελώς ακριβής. Γιατί, κατά τον 12ο αιώνα, υπήρχαν πληθυσμοί που ήταν βυζαντινοί υπήκοοι, αλλά θεωρούνταν βάρβαροι, εσωτερικοί βάρβαροι, όπως λ.χ. οι Βούλγαροι: βυζαντινοί υπήκοοι, οικείοι, αλλά πάντοτε «άλλοι» κατά μία έννοια. […] Η διάκριση ανάμεσα σε Ρωμαίους και «άλλους» δεν είναι μόνο πολιτική διάκριση: είναι επιπλέον και πολιτισμική διάκριση και γίνεται τέτοια ολοένα και περισσότερο κατά την διάρκεια του 12ου αιώνα […]

Στο ίδιο συμπέρασμα έφτασε και ο Mark Bartousis στις σελίδες 192 και 196 του βιβλίου του “The Late Byzantine Army: Arms and Society, 1204-1453” (University of Pennsylvania Press, 1992) όπου ορίζει την Ρωμαϊκή ταυτότητα της ύστερης περιόδου και τον τρόπο ένταξης (αφομοίωση) σε αυτήν (κάντε κλικ στην σελίδα για να μεγαλώσει):

Bartusis ethnic Roman

Εθνοτικά «Βυζαντινοί» στρατιώτες, ή «Ρωμαίοι» όπως οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν, ήταν εκείνοι οι στρατιώτες που γίνονταν αποδεκτοί από τους άλλους «Βυζαντινούς» ως «ομόφυλοι». Με άλλα λόγια, ήταν αυτοί που μιλούσαν ελληνικά, ήταν Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα, κατείχαν «βυζαντινά» έθιμα και ενδυμασία και, εν τέλει, ήταν αδύνατον να διακριθούν πολιτισμικά από τους υπόλοιπους «Βυζαντινούς».

Ένα μεγάλο μέρος του στρατού αποτελούνταν από ξένους, δηλαδή ανθρώπους που δεν ήταν «Ρωμαίοι» και των οποίων η γλώσσα δεν ήταν ελληνική. Οι περισσότεροι αυτών ήταν ή διαφόρων ειδών «Λατίνοι» (Ιταλοί, Γερμανοί, Καταλανοί, Φράγγοι και Ισπανοί), «Τούρκοι» (Τούρκοι, Αλανοί [* ιρανόφωνος λαός στην πραγματικότητα] και Κουμάνοι), ή «Σλάβοι» (Σέρβοι, Βούλγαροι και άλλοι νότιοι Σλάβοι [*λ.χ. Μηλιγγοί και Εζερίτες]), αλλά και μια σειρά άλλων εθνοτικών ομάδων όπως Βλάχοι, Αλβανοί, Μογγόλοι και Γεωργιανοί εμφανίζονται επίσης να υπηρετούν στον στρατό. Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ «ΡΩΜΑΙΟΣ». ΜΟΝΟΝ Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ, ΜΕ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΚΑΠΟΙΟΝ «ΡΩΜΑΙΟ». Πολλοί ξένοι, ιδίως οι Λατίνοι, πραγματοποιούσαν την μετάβαση μετά από μία ή δύο γενιές.

Με άλλα λόγια, αυτό που μας λένε οι παραπάνω τρεις βυζαντινολόγοι είναι ότι, από ένα σημείο και μετά, στις πηγές μας Ρωμαίος ΔΕΝ είναι «απλά και μόνο ο Ορθόδοξος βυζαντινός πολίτης», αλλά αυτός που διαθέτει ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει την Ελληνική γλώσσα, ήθη, ενδυμασία κλπ. Αυτά τα συστατικά που συνιστούν το πολιτισμικό πακέτο, οι εθνολόγοι τα ονομάζουν εθνοτικούς δείκτες (ethnic indicia).

Ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς μας αναφέρει μερικούς τέτοιους εθνοτικούς δείκτες σε τρία χωρία. Στο [37.48] γράφει πως η υστεροβυζαντινή αυλή είχε υιοθετήσει «ἤθη καινά καὶ ἀλλόκοτα», «Περσικά» (Τουρκικά), «Λατινικά», «Παιονικά» (Ουγγρικά), «Μυσικά» (Βουλγαρικά), «Τριβαλλικά» (Σερβικά) «ἐκ πασῶν … μεῖγμα καὶ συμφόρημα», εκτοπίζοντας τα «γνώριμα», «ὡς μηδὲ γινώσκεσθαι ἔτι ὅστις Ῥωμαίων καὶ ὅστις τῶν ἄλλως ἐχόντως γενῶν» (ώστε δεν μπορούσες πλέον να ξεχωρίσεις [στην αυλή] ποιος ήταν Ρωμαίος και ποιος ήταν από τα άλλα γένη).

NGreg-indicia

Σε ένα άλλο χωρίο [9.1] ο Γρηγοράς γράφει ότι ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ απέκλεισε από την διαδοχή στον βυζαντινό θρόνο τον γιο του Θεόδωρο Παλαιολόγο (γιος της «Λατίνης» Γιολάντας-Ειρήνης του Montferrat που ανατράφηκε ως Καθολικός και αργότερα έγινε Μαρκήσιος του Montferrat) επειδή «στη νοοτροπία, πίστη, εμφάνιση, το ξυρισμένο του μούσι και σε όλα τα άλλα ήθη του είχε γίνει εντελώς Λατίνος». 

NGreg-indicia2

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ήταν επίσκοπος Αθηνών την εποχή της Αλώσεως του 1204. Εκτός από τους «ἀλλόφυλους/ἑτερογενεῖς» Λατίνους εισβολείς είχε να αντιμετωπίσει και την πολιορκία του «ὁμοεθνοῦς/ὁμογενοῦς» του Λέοντα Σγουρού που, ήδη πριν την άλωση, είχε αυτονομήσει την Πελοπόννησο και, αργότερα, πρόσθεσε την Αττικο-Βοιωτία στο κράτος του. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης γράφει χαρακτηριστικά ότι «οι ετερογενείς φέρθηκαν στους Ρωμαίους ηπιότερα από ότι αυτός ο ομογενής».

MChon-Sgouros

Ο Νικήτας Χωνιάτης (αδελφός του Μιχαήλ) μας παραθέτει τους εθνοτικούς δείκτες που έκαναν τον Σγουρό «ομοεθνή/ομογενή» Ρωμαίο στα μάτια του αδελφού του.

[ΝΧωνιάτης, 606] μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ῥωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστοῦται μόνοις χείλεσι τὸν Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ.

Μετάφραση: Αν και δήλωνε Χριστιανός και Ρωμαίος, αυτός που φορούσε την ίδια εσθήτα (= ενδυμασία) και μιλούσε την ίδια γλώσσα με τους Ρωμαίους, πολέμησε κατά των Ρωμαίων και ήταν Χριστιανός μόνο στα χείλη του, ενώ στην καρδιά του απείχε από αυτούς που ονομάζονται Χριστιανοί.

Ο Λέων Σγουρός με το που αποφάσισε να αυτονομηθεί από την Κωνσταντινούπολη έπαψε να είναι υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων. Ωστόσο συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν Χριστιανός και Ρωμαίος και ο Μιχαήλ Χωνιάτης συνέχισε να τον θεωρεί «ομοεθνή/ομογενή» (παρόλο που είχε γίνει εχθρός του) επειδή, σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη:

  1. Ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος
  2. Μιλούσε την γλώσσα των Ρωμαίων (Ελληνική)
  3. Φορούσε την εσθήτα των Ρωμαίων

Παρόλο που είχε πάψει να είναι «πολιτικός Ρωμαίος», ο Λέων Σγουρός συνέχισε να είναι Ρωμαίος και «ομοεθνής/ομογενής» των άλλων Ρωμαίων, ακριβώς επειδή διέθετε το παραπάνω πολιτισμικό πακέτο εθνοτικών δεικτών.

Αυτή η Ρωμαϊκή ταυτότητα που είχαν κατά νου οι Χωνιάτες και ο ίδιος ο Σγουρός δεν ήταν «απλά και μόνο πολιτικοθρησκευτική». Γι΄αυτούς τους άνδρες, Ρωμαίος ΔΕΝ ήταν «απλά και μόνο ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων».

Αλλού ο Νικήτας Χωνιάτης ξεχωρίζει τον «ευγενή Ρωμαίο άνδρα» από τα «ετερόγλωττα γένη» της αυτοκρατορίας που στερούνται «παιδείας» και Ελληνικής γλώσσας και θεωρεί απρεπές οι Ρωμαίοι να είναι υπόφοροι προνοιαρίων που είναι  μιξοβάρβαρα ανδράρια. Οι «μιξοβάρβαροι» είναι οι «εσωτερικοί “άλλοι”» και, εδώ ειδικά, είναι οι πολέμαρχοι από τα ετερόγλωττα γένη και τους αλλοδαπούς μισθοφόρους που έλαβαν πρόνοια από τον αυτοκράτορα.

[ΝΧωνιάτης, 204] ἀλλὰ δὴ καὶ τοῖς ἀπὸ γενῶν ἑτερογλώττων ὑποβαρβαρίζουσιν ὑπηρέταις, ὧν ὁ σίελος τοῦ λόγου προηκοντίζετο, […] καὶ ταῦτα παιδείας ἁπάσης ἐστερημένοις καὶ φωνῆς Ἑλληνίδος τὰ ἴχνη μεταδιώκουσιν ὡς αἱ σκοπιαί τε καὶ αἱ πέτραι πρὸς τὰ τῶν ποιμένων αὐλήματα τὸ τῆς ἠχοῦς ὑστερόφωνον. […] εἰδέ που καὶ παρεζεύγνυτό τις αὐτοῖς εὐγενὴς Ῥωμαῖος ἀνήρ, βάπτων ὅλως εἰς νοῦν καὶ γέμων φρονήσεως […]

[ΝΧωνιάτης, 209] καὶ Ῥωμαίους ὑποφόρους βραβεύουσιν, ὡς ὑπηρετεῖν ἐν σχήματι δούλων, ἐνίοτε καὶ κατατιθέναι φόρους ἀνδραρίῳ μιξοβαρβάρῳ, μηδὲ εἰ ἔστιν ὅλως ἐγνωκότι παράταξις, Ῥωμαῖον ἄνδρα, γεραρὸν τὸ εἶδος καὶ οὕτως εὖ εἰδότα πολέμων καὶ τοσοῦτον τοῦ φορολογοῦντος αὐτὸν ὑπερφέροντα

Αυτοί οι εθνικοί/εθνοτικοί Ρωμαίοι που έχουν ως μητρική γλώσσα την Ελληνική δεν είναι «Έλληνες που είναι μόνο κατ΄όνομα Ρωμαίοι», αλλά εθνικοί/εθνοτικοί Ρωμαίοι που, κατά κανόνα, δεν έχουν να πουν καλή κουβέντα για τους «δυσσεβείς Έλληνες» της αρχαιότητας με τους οποίους δεν πιστεύουν ότι έχουν σχέση. Όταν εμφανίζεται το «ελληνιστικό ρεύμα» του 12ου αιώνα στους αττικίζοντες λόγιους, αυτοί ενδιαφέρονται περισσότερο να εφαρμόσουν την διάκριση «Ἕλλην-βάρβαρος» για να διαχωριστούν ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ από τους ομοεθνείς/ομογενείς τους Ρωμαίους που μιλάνε την «χυδαία/ιδιώτιδα» γλώσσα (επιχωρική/δημώδη Ελληνική), παρά για να οραματιστούν ένα Ελληνικό έθνος. Αυτοί οι αττικίζοντες «Έλληνες» λόγιοι του 12ου αιώνα ονομάζουν «βάρβαρο» όποιον βρίσκεται έξω από τα «θέατρα» (λέσχες λογίων) της Κωνσταντινούπολης, τα οποία ονομάζουν και «πανελλήνια», γιατί αυτά χωράνε άπαντες τους [λίγους αυτούς] λόγιους «Έλληνες». Γράφει ο Καλδέλλης γι΄αυτόν τον ελιτιστικό κοινωνικό ελληνισμό του 12ου αιώνα, ότι ήταν αντιεθνικός στην φύση του ακριβώς γιατί, αντί να ενώνει όλους τους ελληνόφωνους σε μία εθνική/εθνοτική κατηγορία, στην πραγματικότητα τους διαχώριζε σε αττικίζοντες και μη αττικίζοντες «βαρβάρους».

theatron

social-hellenism

Γι΄αυτό ο Μιχαήλ Χωνιάτης (ένας από αυτούς τους «Έλληνες» των θεάτρων) γράφει ότι «βεβαρβάρωμαι χρόνιος ὤν ἐν Ἀθήναις» και περιγράφει το Αθηναϊκό του ποίμνιο σαν «βάρβαρο όχλο που βαρβαρίζει και δεν αττικίζει» και γι΄αυτό γράφει για τον δάσκαλό του Ευστάθιο Θεσσαλονίκης ότι «θεράπευε τις γλώσσες από βαρβαρισμό διδάσκοντάς τες να αττικίζουν» και γι΄αυτό, δυο αιώνες νωρίτερα, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος αποφάσισε να μην «ἐξελληνισθῆναι τὴν γλῶτταν τῇ ἀναλήψει παιδείας τῆς θύραθεν … τῆς ἔξωθεν», δηλαδή να μην εξαττικίσειεξελληνίσει») την γλώσσα του μέσα από την μελέτη της «ἔξωθεν/θύραθεν» ελληνικής παιδείας.

attic-barbarian

Κάντε κλικ πάνω στην παρακάτω εικόνα για να διαβάσετε την επιστολή 28 του Μιχαήλ Χωνιάτη.

MChoniates

Οι Αθηναίοι και οι λοιποί ελληνόφωνοι επαρχιώτες, καθώς και ο απλός κόσμος της Κωνσταντινούπολης, ήταν μεν ομοεθνείς/ομογενείς Ρωμαίοι για τους ελιτιστικούς ελληνιστές του 12ου αιώνα, αλλά ήταν «βάρβαροι» και όχι «Έλληνες» επειδή δεν ήξεραν ν΄αττικίζουν. Κατά τον 12ο αιώνα,  λοιπόν, άλλη είναι η εθνική/εθνοτική διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και (μιξο)βαρβάρων και άλλη η κοινωνική/ελιτιστική διάκριση μεταξύ αττικιζόντων «Ελλήνων» και μη αττικιζόντων «βαρβάρων». Είναι κατά τον 13ο αιώνα, μετά την ταυτοτική κρίση που προκάλεσε η Άλωση του 1204 και η αντιπαράθεση με τους «Λατίνους», που οι λόγιοι αρχίζουν να οραματίζονται για πρώτη φορά μια μορφή εθνικού/εθνοτικού Ελληνισμού. Αλλά αυτός ο εθνικός/εθνοτικός ελληνισμός ούτε διαχύθηκε έξω από τους λόγιους κύκλους ούτε βρήκε πλήρη απήχηση εντός αυτών.

Ας επανέλθουμε λοιπόν στην εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα.

Πολλοί απο τους βυζαντινολόγους που δεν δέχονται ότι πριν το 1204 υπήρχε μια εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα, δέχονται ότι η ταυτότητα αυτή υπήρχε στα διάδοχα Ρωμαϊκά κράτη μετά το 1204. Αλλά, όπως γράφει ο Καλδέλλης, αυτοί που μετά το 1204 μιλάνε για την αποκατάσταση της Ρωμανίας, ήταν τότε μεσήλικες και ηλικιωμένοι που είχαν εθνοτιστεί πριν την Άλωση του 1204 και, κατά συνέπεια, δεν εκφράζουν κάποια καινοτομία στο ζήτημα της ταυτότητάς τους.

post1204

Η εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα προϋπήρχε και, τώρα που δεν υπήρχε η πολιτική ενότητα, απλώς αναδύεται πιο έντονα στις πηγές μας. Την είδαμε προηγουμένως στον Νικήτα Χωνιάτη που ξεκίνησε να γράφει στα τέλη του 12ου αιώνα, την βλέπουμε πολύ έντονη στον Μιχαήλ Ατταλειάτη που έγραψε την ιστορία του γύρω στο 1081 και την βλέπουμε στον Λέοντα τον Διάκονο που έγραψε την ιστορία του κάποια στιγμή μεταξύ 995-1000 μ.Χ.

Έχω παραθέσει σε αυτήν την ανάρτηση τα χωρία του Ατταλειάτη και του Λέοντα του Διακόνου που δείχνουν ότι Ρωμαίος, γι΄αυτούς τους συγγραφείς, ΔΕΝ ήταν «απλά και μόνο ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων».

Δεν υπάρχει λ.χ. διαφορά στην ρωμαϊκή ταυτότητα που έχει κατά νου ο Ατταλειάτης όταν διαχωρίζει τους Ορθόδοξους βυζαντινούς πολίτες στα μέρη γύρω από το Δυρράχιο σε Ρωμαίους και Βούλγαρους και Αρβανίτες και στην Ρωμαϊκή ταυτότητα που έχει κατά νου ο Γεώργιος Ακροπολίτης όταν γράφει για τους Βούλγαρους υπήκοους της αυτοκρατορίας της Νίκαιας που κατοικούσαν μεταξύ του άνω Έβρου και της Ροδόπης, ότι «σήκωσαν το ζυγό των αλλόγλωσσων [Ρωμαίων] για να πάνε με τους ομόφυλους [Βούλγαρους της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας]» και όταν βάζει τον Νικόλαο Μαγκλαβίτη να διαχωρίσει τους κατοίκους του Μελένικου σε Βούλγαρους (με αρχηγό τον Δραγωτά) και «εμάς τους καθαρούς το γένος Ρωμαίους».

[Ακροπολίτης, 54] καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἄστη πρὸς Βουλγαρικὴν τὴν ἀρχὴν καὶ αὖθις ἀνακαλέσασθαιτοῦτο γὰρ ἐκ μακροῦ τοῖς Βουλγάροις ὠδίνετο- καὶ τὸν καιρόν, ὡς ἐδόκει, κατιδὼν ἐπιτήδειον, ἐξορμήσας τοῦ Αἵμου καὶ τὸν Ἕβρον διαπεράσας ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ πολλήν τε χώραν ὑφἑαυτὸν ἐποιήσατο πολλά τε ἄστη σὺν οὐδενὶ παρεστήσατο πόνῳ. Βούλγαροι καὶ γὰρ τυγχάνοντες οἱ οἰκήτορες τοῖς ὁμοφύλοις προσέτρεχον, τὸν ζυγὸν τῶν ἀλλογλώσσων ἀποσειόμενοι· τὰ δὲ ἄστη μετὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν καὶ μόνων ἀπολελειμμένα φυλάξεων, […] κατεσχέθη μὲν οὖν ἐκ τοῦ παραυτίκα Στενίμαχος Περιστίτζα Κρυτζιμὸς Τζέπαινα καὶ τὰ ἐν τῇ Ἀχριδῶν ξύμπαντα πλὴν Μνειάκου· τοῦτο γὰρ καὶ μόνον ὑπὸ Ῥωμαίων πεφύλακται.

[Ακροπολίτης, 43-4]  Ἐπεὶ δὲ ὁ κρατῶν τοῦ ἄστεος Δραγωτᾶς τὴν κάτω χώραν εἶδεν ἁλοῦσαν, ἀνὴρ Βούλγαρος καὶ ἥκιστα πεπαιδευμένος ἄστυ χρονίως διαφυλάττειν, […] ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Μαγκλαβίτης Νικόλαος εἷς ἦν τῶν ἐπιφανεστέρων ἐν τοῖς τοῦ Μελενίκου οἰκήτορσιν, ἀνὴρ δραστήριος καὶ δεινὸς καιρικαῖς περιπετείαις συμμεταβάλλεσθαι, τὰ τοῦ Δραγωτᾶ φωράσας καὶ γνούς, […] τοῦ κρύφα λέγειν « […] ὅ τε γὰρ ἡμέτερος χῶρος τῇ τῶν Ῥωμαίων προσήκει ἀρχῇπλεονεκτικώτερον γὰρ οἱ Βούλγαροι τοῖς πράγμασι χρησάμενοι καὶ τοῦ Μελενίκου γεγένην ται ἐγκρατεῖςἡμεῖς δὲ πάντες καὶ ἐκ Φιλιππουπόλεως ὁρμώμεθα, καθαροὶ τὸ γένος Ῥωμαῖοι. […]»

Η λύση της Gill Page για την ερμηνεία των πηγών ήταν πως οι Βυζαντινοί συγγραφείς δουλεύαν με δύο Ρωμαϊκές ταυτότητες. Η μία ήταν η sensu lato «Πολιτική Ρωμαϊκή» ταυτότητα (Political Roman identity) και περιελάμβανε όλους τους Ορθόδοξους υπήκοους του Βασιλέα των Ρωμαίων, και είναι αυτή που συνήθως χρησιμοποιούν οι συγγραφείς όταν περιγράφουν την σχέση των Ρωμαίων με αλλοδαπούς λαούς (λ.χ. πόλεμοι μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων/Σκυθών/Λατίνων). Η άλλη ήταν η sensu stricto «Εθνοτική Ρωμαϊκή» ταυτότητα (Ethnic Roman identity), την οποία οι συγγραφείς χρησιμοποιούν πιο σπάνια, όταν θέλουν να διακρίνουν τους ελληνόφωνους πληθυσμούς από τα ετερόγλωσσα γένη που κατοικούν εντός της Ρωμανίας και είναι μόνον «Πολιτικοί Ρωμαίοι».

Page

Αν πάμε στην Κύπρο και στο Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά του 15ου αιώνα, διαβάζουμε ότι το 1192, όταν οι Τεμπλάροι/Ναΐτες ιππότες πούλησαν την Κύπρο στον Guy De Lusignan, ο δεύτερος θεώρησε την θέση του επισφαλή «εἰς τὴν Κύπρον, ὅτι ὅλος ὁ τόπος ἦτον γεμᾶτος Ῥωμαῖοι […] Ὅποτε θελήσου νὰ ρεβελιάσουν κατὰ μένα […] καὶ θέλουν ἔχειν βοήθειαν τὸν βασιλέα τῆς Κωνσταντινόπολις».

makhairas

 

Τί εννοεί ο Μαχαιράς όταν γράφει για την Κύπρο ότι «ὅλος ὁ τόπος ἦτον γεμᾶτος Ῥωμαῖοι»;

Αν σας παραξενεύει η ονομαστική στην θέση της αιτιατικής πληθυντικού (γεμᾶτος Ῥωμαῖοι αντί γεμάτος Ρωμαίους) αυτό παραμένει χαρακτηριστικό πολλών νεοελληνικών διαλέκτων μέχρι και σήμερα. Λ.χ. ο Χατζηχρήστος στο «Της Κακομοίρας» λέει «μπα, και θ΄αφήσουμε τώρα τη δουλειά μας και θα τρέχουμε μεσ΄ στς δρόμ΄» (= μέσα στους δρόμοι).

[00:14:02]

Η Κύπρος ήταν φραγκοκρατούμενη και δεν ανήκε στην πολιτική δικαιοδοσία κάποιου Ρωμαϊκού πολιτικού κέντρου. Επομένως, αυτοί οι Ρωμαίοι δεν είναι «μόνον πολιτικοί Ρωμαίοι», αφού ΔΕΝ είναι πολιτικοί Ρωμαίοι. Μήπως ο Μαχαιράς με τον όρο «Ρωμαίοι» εννοεί τους Ορθόδοξους Χριστιανούς του νησιού, όπως θα ισχυριζόταν ένας «οικουμενιστής»;

Ξέρουμε ότι δεν εννοεί εν γένει όλους τους Ορθοδόξους του νησιού, επειδή ο σχεδόν σύγχρονος με τα γεγονότα Πατριάρχης Γερμανός Β΄ μας λέει ρητά ότι η Ορθόδοξη κοινότητα της Κύπρου αποτελούνταν από Ρωμαίους και Σύριους και οι λατινικές πηγές μιλάνε για «Γραικούς» και Σύριους!

Germanos-Cyprus

Επομένως, μόνον ορισμένοι από τους Ορθόδοξους κατοίκους του νησιού είναι Ρωμαίοι. Όμως ποιοι είναι αυτοί; Ο Μαχαιράς θεωρεί αυτούς τους Ρωμαίους μονόγλωσση κοινότητα που μιλάει «Ρωμαϊκά», δηλαδή την επιχώρια Κυπριακή Ελληνική στην οποία ο ίδιος έγραψε το Χρονικό του (λ.χ. ο αόριστος αγοράζω > εγόρασα που χρησιμοποιεί είναι μέχρι σήμερα τυπικός στα Κυπριακά, τα Ποντιακά και στις διαλέκτους του ΝΑ Αιγαίου, ενώ ο Horrocks πιστεύει ότι η σύγχυση χy = σy στον Μαχαιρά -λ.χ. πεντακόχιοι, ψυσικόν- δείχνει ότι οι ουρανώσεις της κυπριακής διαλέκτου είχαν ήδη ολοκληρωθεί στα χρόνια του, λ.χ. τὴν Κύπρον = /tin Dzipron/, καὶ = /e/). Άρα οι Ρωμαίοι της Κύπρου του Μαχαιρά είναι οι ελληνόφωνοι εθνοτικοί Ρωμαίοι του νησιού, οι οποίοι φυσικά, στα μάτια του συγγραφέα, δεν έχουν καμία σχέση με τους «απεχθείς και δυσσεβείς Έλληνες» (abominable Hellenes στον Καλδέλλη παρακάτω) που ο Μαχαιράς θεωρεί «ψευταράδες» και γράφει ότι ζούσαν στο νησί κατά τα αρχαία χρόνια και οι περισσότεροι από αυτούς «ψόφησαν» λόγω ξηρασίας, έτσι ώστε η Αγία Ελένη βρήκε το νησί έρημο και το εποίκισε με Χριστιανούς. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Μαχαιρά, «ἀρχηγέτις» (αρχηγός αποικιστικής αποστολής/ιδρυτής αποικίας) της Κύπρου ήταν η Αγία Ελένη, η οποία «έφερε» Χριστιανούς στο «έρημο» νησί.

egorasa

Τα λόγια του Μαχαιρά για την «αρχηγέτιδα» Αγία Ελένη που βρήκε την Κύπρο «έρημη» επειδή οι Έλληνες είχαν ψοφήσει είναι τα παρακάτω:

§3.-Ὁ μέγας Κωνσταντῖνος μετὰ τὸ βαπτιστῆναι εἶπεν, ὅτι ἡ δική μας χώρα ἡ Κύπρος ἔμεινεν χωρὶς τινὰν χρόνους λϚʹ, διατὶ ἐγίνην πεῖνα μεγάλη ἀποὺ ἀβροχίαν, καὶ οὕλη ἡ σπορὰ ἐχάθηκεν· καὶ ἡ πεῖνα ἐγίνην μεγάλη, καὶ οὗλα τὰ νερὰ τῶν βρύσων ἐξεράναν, καὶ ἐπηγαῖνναν οἱ ἀνθρῶποι ἀποὺ τόπον εἰς τόπον μὲ τὰ κτηνά τους νὰ εὕρουν νερόν, νὰ ζήσουν καὶ τὰ κτηνά τους· καὶ οὗλα ἐστεγνῶσαν, καὶ λάκκοι καὶ βρύσες, καὶ αφῆκαν τὴν πανθαύμαστην Κύπρον καὶ ἐπεράσαν ὡδὰ κ᾿ ἐκειὰ ὅπου πασαεῖς ηὗρεν ἀνάπαυσιν· καὶ τὸ νησσὶν ἔμεινεν χωρὶς τινὰν χρόνους λϚʹ.

§4.-Ὅνταν ἐστράφην ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἀπὲ τὴν εἰδωλολατρείαν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ μὲ ὅσους εῖχεν εἰς τὴν Ρώμην, τότε ἐπῆρεν ὁρισμὸν ἡ ἁγία δέσποινα Ἑλένη ἡ μητέρα του ἀπὲ τὸν υἱόν της νὰ πάγῃ νὰ γυρεύσῃ τὸν τίμιον σταυρὸν εἰς τὸ Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦρτεν πρὸς τὴν ἀνατολήν, καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐπέζευσεν πρὸς τὴν Λεμεσὸν καὶ ηὗρεν τὸ νησσὶν ἔρημον, καὶ πολλὰ ἐπικράνθη θωρῶντα τὸ τόσον ὄμορφον νησσὶν καὶ ἦτον ἔρημον.

§9.-Αφὸν ἐπῆγεν ἡ ἁγία Ἑλένη εἰς τὴν Κωνσταντινόπολιν, καὶ ὁ λαὸς ἐπλήθυνεν εἰς τὸ νησσίν, ἐννοιάστησαν τὸ ἔλα τῶν ἄθεων Σαρακηνῶν, πῶς πολλὲς φορὲς αἰχμαλωτεῦσαν τὸ αὐτὸ νησσὶν καὶ ἐχαλάσαν πολλὲς χώρες καὶ κάστρη, καὶ αἰχμαλωτεῦσαν τὸν λαόν, καὶ ἐφοβοῦνταν καὶ ἦσαν ἐννοιασμένοι, λαλῶντα: «Ὅποτε θελήσῃ ὁ σουλτάνος νὰ μᾶς αἰχμαλωτεύσῃ, ὅτοιμον εἶνε.» Τότε ἐσυνβουλεύθησαν νὰ τὸ ποίσουσι νῶσιν τοῦ βασιλέως νὰ πέψῃ λᾶς τῶν ἀρμάτων νὰ βλέπουν τὸν τόπον· τοὺς ποίους καλλίττερους ἀνθρώπους, ὅπου εὑρίσκουνταν εἰς τὸ νησσίν, ἐπέψαν τους εἰς τὸν βασιλέαν, ξητῶντα τῆς μεγάλης του ἁγιωσύνης νὰ πέψῃ ἀνθρώπους τῶν ἀρμάτων ἀπεζοὺς καὶ καβαλλάριδες διὰ τὴν βλέπισιν τοῦ τόπου κατάδικα τοὺς Σαρακηνούς. Ὁ βασιλεὺς γροικῶντα τὴν παρακάλεσίν τους, ἔπεψεν πολλὺν λαὸν τῶν ἀρμάτων εἰς βλέπισιν τοῦ αὐτοῦ τόπου· καὶ τἄπισα ἐκάτζαν μεσόν τους καὶ εἶδαν τὴν ὁμάδαν τοῦ μηνίου τοῦ λαοῦ, καὶ ἐμοιράσαν τα μεσόν τους καὶ ἐβάλαν καπετάνο νὰ τὰ συμπιάζῃ, καὶ ἔππεσεν πασανοῦ τὸν χρόνον ἀπὸ τρία πέρπυρα χρυσᾶ ὅπου ἦσαν ὀνομίσματα Ϛʹ, ὅπου εὑρίσκουνταν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐκράκτην στρατία διὰ τοὺς στρατιῶτες· τὸ δουκάτον ἔξαζεν ὀνομίσματα δʹ ἄσπρα τῆς Κύπρου. Ὁμοίως ἐκράζαν το καὶ καπνόν, καὶ ο νοικοκύρης ἂν εἶχεν υἱοὺς καὶ κόρες εἰς τὴν τάβλαν του καὶ εἰς τὸν καπνόν του, ἐκεῖνος μοναχὰ ἐπλέρωννεν· καὶ ἃντα νὰ ᾿χωρίστησαν ὁ υἱός, ἢ κόρη νὰ ἁρμαστῇν, ἐπλέρωννεν πασαεῖς τὸ μερτικόν του. Τότε ἔπεψεν δοῦκα νὰ κρίνῃ τὸν λαόν, καὶ ἀπὸ τότε ἔπεψεν δούκαν, καὶ κατὰ καιρὸν ἄλλασσέν τον, καὶ οὕτως ἐπορεύγουνταν ὡς τὸν καιρὸν ὅπου ἔπεψεν δούκαν ὀνόματι Ἰσάκιον, ὁ ποῖος ῆτον πόρνος· καὶ ἦτον εἰς τὴν ἐχρονίαν ͵ανʹ Χριστοῦ.

§31.-Ἐδεῖξα σας τὰς ιδʹ ἐπισκοπές· νὰ σᾶς δείξω καὶ πόσα σώματα τῶν ἁγίων εὑρέθησαν. Ὅνταν οἱ Σαρακηνοὶ πῆραν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τότε ἐβγῆκαν οἱ πτωχοὶ οἱ χριστιανοὶ ἁποῦ ἐγλυτῶσαν καὶ ἐπῆγαν ὅπου ηὗραν καταφυγὶν· ἦσαν ἀρχιεπισκόποι, ἐπισκόποι, ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, καὶ ἐπῆγαν ὅπου ᾿φτάσαν. Καὶ ἦρταν καὶ εἰς τὴν περίφημον Κύπρον μία συντροφία, ὅπου ἦσαν τʹ ὀνομάτοι, καὶ γροικῶντα, ὅτι Ἕλληνες ἐφεντεῦγαν τὸν τόπον, διὰ τὸν φόβον ἐπῆγαν εἰς τὸ ἕναν μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλον, καὶ ἐσγάψαν τὴν γῆν καὶ ἐμπῆκαν μέσα, καὶ ἐπροσεύχουνταν τῷ θεῷ, καὶ ἦσαν δύο τρεῖς ἀντάμα, καὶ εῖχαν τινὰν δουλευτὴν ἁποῦ τοὺς ἐδούλευγαν τὸ ἐχρειάζουνταν διὰ τὴν ζήν τους. Καὶ ἐποθάναν εἰς τὸν αὐτὸ νησσίν, καὶ πολλοὶ ἀξ αὑτῶν τους ἐφανερώθησαν δι᾿ ἀγγέλου, ἄλλοι διὰ τὰ θαυμαστὰ θαύματα· μέσον τοὺς ποίους εἶδα καὶ ἔμαθα πολλὰ κοιμητήρια, καὶ πολομοῦν θαυμαστὰ θαύματα, καὶ εῖνε χωρὶς τὰ λείψανα καὶ κοιμητήρια τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἐπισκόπους τοὺς ἄνωθεν λαλημένους.

§73.-Σ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εὑρέθην εἰς τὴν Λευκωσίαν ἐπίσκοπος τῆς Ἀμοχούστου ὁ Φράνγκος, ὀνόματι Φρὲ Μαρά· ψεματινὰ λογία τῶν Λατίνων λαλῶντα: «Οἱ Ρωμαῖοι πλανοῦν τὸν λαὸν καὶ βάλλουν τους εἰς αἱρεσίαν λαλῶντα διὰ τὸν σταυρὸν πῶς ἔνι τίμιον ξύλον ἀπὸ τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ λαλοῦν ψέματα καὶ πέφτουν ὡς γοιὸν τοὺς Ἕλληνες καὶ ὀνομάζουν πράματα ἄπρεπα τὰ ποῖα δὲν εῖνε·»

Την ίδια ακριβώς κατάσταση βρίσκουμε όταν εξετάσουμε το Ηπειρωτικό Χρονικό των Τόκκων. Εδώ ο συγγραφέας περιγράφει τους Γιαννιώτες (που δεν ανήκουν στην πολιτική δικαιοδοσία της Κων/πολης) ως «άρχοντες Ρωμαίους» που μιλάνε «Ρωμαϊκά» και τους ξεχωρίζει και από τους Φράγκους και από τους αλλόγλωσσους Ορθόδοξους όπως οι Αλβανοί, οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι κλπ.

makhairas-tocco

Ελπίζω να έχω δείξει ότι από τον 10ο αιώνα και έπειτα, ο όρος «Ρωμαίος» δεν είναι ούτε «μόνον πολιτικός» ούτε «μόνον θρησκευτικός», αλλά πλήρως εθνικός (όσο οι Ρωμαίοι είναι πολιτικά αυτόνομοι) και πλήρως εθνοτικός (όταν δεν είναι πολιτικά αυτόνομοι, όπως λ.χ. στα φραγκοκρατούμενα μέρη). Από ένα σημείο και μετά, οι πηγές μας ΔΕΝ θεωρούν ως Ρωμαίους όλους τους Ορθόδοξους υπήκοους του Βασιλέα των Ρωμαίων και συνεχίζουν να βλέπουν αυτούς τους Ρωμαίους  ακόμα και όταν αυτοί κατοικούν εκτός της πολιτικής δικαιοδοσίας του Βασιλέα τους, δηλαδή εκτός της Ρωμανίας.

4 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας