Tag Archives: ανατολιακό

Οι μικρασιατικοί παρατατικοί σε -εσκ-

Η σημερινή ανάρτηση συνεχίζει το γενικό θέμα της προηγούμενης για το «μικρασιατικό Sprachbund». Έχω ήδη ενσωματώσει το θέμα της παρούσας ανάρτησης στην λίστα της προηγούμενης. Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι ο παρατατικός επανάληψης/συνήθειας σε -εσκ- της επικής ομηρικής και της ασιατικής Ιωνικής διαλέκτου, ο παρόμοιος παρατατικός σε -ισκ- των νεοελληνικών διαλέκτων της Λυκαονίας (Σίλλη Ικονίου) και Καππαδοκίας (και σποραδικά της Ποντιακής) και η αρκετά πιθανή επίδραση των Ανατολιακών γλωσσών (Χεττιτική, Λουβική, Καρική, Λυδική, Λυκική, Ισαυρική, Πισιδική, Σιδητική κλπ) στο σχηματισμό αυτών των ιδιαίτερων παρατατικών της μικρασιατικής Ελληνικής. Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία

Προελληνικά τοπωνύμια

Ο Στράβων διέσωσε την άποψη του γεωγράφου Εκαταίου του Μιλήσιου (~520 π.Χ.) ότι στο απώτερο παρελθόν πριν εξαπλωθούν οι Έλληνες σχεδόν ολόκληρη η Ελλάδα κατοικούνταν από βάρβαρους.

[7.7.1] Ἑκαταῖος μὲν οὖν ὁ Μιλήσιος περὶ τῆς Πελοποννήσου φησὶν διότι πρὸ τῶν Ἑλλήνων ᾤκησαν αὐτὴν βάρβαροι. σχεδὸν δέ τι καὶ ἡ σύμπασα Ἑλλὰς κατοικία βαρβάρων ὑπῆρξε τὸ παλαιόν.

Οι ιστορικοί και οι γλωσσολόγοι συμμερίζονται την άποψη αυτή του Εκαταίου πρώτον διότι οι φορείς της πρωτοελληνικής γλώσσας όντας ινδοευρωπαίοι εισήλθαν στον ελλαδικό χώρο από κάπου αλλού και δεύτερον, διότι ένα μεγάλο μέρος των αρχαίων τοπωνυμίων της κυρίως Ελλάδος δεν έχουν ελληνική ετυμολογία. Το γλωσσικό αυτό υπόστρωμα που οι πρωτοέλληνες συνάντησαν στην Ελλάδα αποτελεί τις λεγόμενες προελληνικές γλώσσες. Το προελληνικό υπόστρωμα κάνει αισθητή την παρουσία του και στον τομέα του ελληνικού λεξιλογίου. Λέξεις όπως θάλασσα, λαβύρινθος και ασάμινθος είναι μόνον ένα μικρό δείγμα. Δεν θα ασχοληθώ με τα λεξιλογικά δάνεια διότι δεν συνεπάγονται αυτόματα υποστρωματική παρουσία στον ελλαδικό χώρο (πολλές φορές η δάνεια λέξη ταξιδεύει με το προϊόν που περιγράφει λ.χ. «ουίσκι»). Αντίθετα, η τοπωνυμική μαρτυρία είναι «νημερτές τέκμαρ» υποστρωματικής παρουσίας.

Από γλωσσολογικής απόψεως τα προελληνικά τοπωνύμια ταξινομούνται σε μη ινδοευρωπαϊκά (μη ΙΕ) και ΙΕ και, τα δεύτερα με τη σειρά τους, σε αυτά που δείχνουν συγγένεια με τις Ανατολιακές ΙΕ γλώσσες (Χιττιτική, Λουβιανή, Καρική, Λυκική, Λυδική κλπ) και αποτελούν την πλειοψηφία των περιπτώσεων και σε αυτά που δεν φαίνεται να έχουν σχέση με αυτόν τον κλάδο. Η χρονολογική διαστρωμάτωση που συνήθως προτείνεται είναι η εξής: οι πρωτοέλληνες (ομιλητές της γλώσσας από την οποία αργότερα προέκυψαν οι ιστορικές αρχαίοελληνικές διάλεκτοι) εισήλθαν στον ελλαδικό χώρο περί το 2200 π.Χ. και βρήκαν ένα ενεργό ανατολιακό ΙΕ υπόστρωμα το οποίο, με τη σειρά του, εισήλθε στον ελλαδικό χώρο μερικούς (~2500 π.Χ.) αιώνες πριν από τους πρωτοέλληνες και βρήκε ένα μη ΙΕ υπόστρωμα το οποίο και απορρόφησε. Έτσι, ενώ η επαφή των πρωτοελλήνων με το ανατολιακό υπόστρωμα ήταν άμεση, η επαφή με το μη ΙΕ υπόστρωμα ήταν έμμεση, γιατί οι πρωτοέλληνες δανείστηκαν εκείνες τις μη ΙΕ λέξεις που πρόλαβαν να απορροφήσουν οι ανατολιακοί ή μη ΙΕ προκάτοχοί τους. Το μη ΙΕ υπόστρωμα ανάγει την καταγωγή του στα μεταναστευτικά ασιατικά κύματα που έφεραν την Νεολιθική Επανάσταση στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια περί το 6000 π.Χ. .

Μία σημαντική σειρά μη ΙΕ τοπωνυμίων είναι τα τοπωνύμια σε Αρν– (Ἄρνη, Ἄρνισσα, το παλαιό όνομα Ἄρνη του Κιερίου της Θεσσαλιώτιδος κλπ) στο οποίο ανήκει και η Λέρνα και τα οποία απαντούν κοντά σε πηγές. Στην Χαττική γλώσσα (κύρια προ-ΙΕ γλώσσα της Μικράς Ασίας) arna/arinna θα πει «πηγή», ενώ η προσθήκη του προθέματος le- χρησιμοποιείται για να σχηματίσει τον πληθυντικό αριθμό: le-arna/le-arinna = «πηγές» και η Λέρνα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλών πηγών, γιατί σύμφωνα με τον Στράβωνα:

[8.6.8] … δείκνυται δὲ καὶ Ἀμυμώνη τις κρήνη κατὰ Λέρνην. ἡ δὲ Λέρνη λίμνη τῆς Ἀργείας ἐστὶ καὶ τῆς Μυκηναίας, ἐν ᾗ τὴν Ὕδραν ἱστοροῦσι: διὰ δὲ τοὺς γινομένους καθαρμοὺς ἐν αὐτῇ παροιμία τις ἐξέπεσε ‘Λέρνη κακῶν.’ τὴν μὲν οὖν χώραν συγχωροῦσιν εὐυδρεῖν, αὐτὴν δὲ τὴν πόλιν ἐν ἀνύδρῳ χωρίῳ κεῖσθαι, φρεάτων δ᾽ εὐπορεῖν, ἃ ταῖς Δαναΐσιν ἀνάπτουσιν, ὡς ἐκείνων ἐξευρουσῶν, ἀφ᾽ οὗ καὶ τὸ ἔπος εἰπεῖν τοῦτο «Ἄργος ἄνυδρον ἐὸν Δανααὶ θέσαν Ἄργος ἔνυδρον», τῶν δὲ φρεάτων τέτταρα καὶ ἱερὰ ἀποδειχθῆναι καὶ τιμᾶσθαι διαφερόντως, ἐν εὐπορίᾳ ὑδάτων ἀπορίαν εἰσάγοντες.

Ορίστε και τα λόγια του Walter Burkert από το μνημειώδες βιβλίο του “Greek religion” (Verlag,1977 Γερμανική έκδοση, Blackwell & HUP 1985 Αγγλική έκδοση):

lerna learna

Ας περάσουμε τώρα στις τοπωνυμικές μαρτυρίες του ΙΕ υποστρώματος και, πιο συγκεκριμένα, του Ανατολιακού ΙΕ υποστρώματος. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν:

1) Τα τοπωνύμια με επιθηματικό -σσ- (Αττικο-Βοιωτία -ττ-) όπως: Κνωσσός, Τύρισσα, Αμνισός, Βολισ(σ)ός, Βριλησ(σ)ός, Ἰλισ(σ)ός, Παρνασσός, Τευμησσός, Μυκαλισσός, Περμησσός, Ἀρδηττός, Γαργηττός, Λυκαβηττός, Συπαληττός, Ὑηττός, Ὑμηττός.

2) Το τοπωνύμια με επιθηματικό -νθ- όπως: Ἐρύμανθος, Ὀρύμανθος, Πύρανθος, Κόρινθος, Λέβινθος, Πρεπέσινθος, Προβάλινθος, Σάμινθος, Σύρινθος, Ἀμάρυνθος, Ἀράκυνθος, Βερέκυνθος, Ζάκυνθος, Ζήρυνθος, Κόσκυνθος, Ὄλυνθος, Τίρυνς/Τίρυνθα.

Τα τοπωνύμια με -σσ- περιέχουν το Ανατολιακό επίθημα -ss- με το οποίο σχηματίζονται παράγωγες λέξεις και επίθετα, ενώ το επίθημα -νθ- σχετίζεται με το ανατολιακό τοπωνύμιο -nda (το οποίο μάλλον ανάγεται στο ΙΕ *-nt-). Το ελληνικό -νθ- (-nth-) προφανώς προέκυψε από τον τρόπο με τον οποίο ηχούσε το πρωτο-ανατολιακό *-nt- στα αφτιά των (πρωτο-)Ελλήνων.

Οι παρακάτω σελίδες είναι από το βιβλίο “Greeks and Pre-Greeks” της Margalit Finkelberg (CUP,2005) όπου μπορείτε να δείτε και την κατανομή των ανατολιακών τοπωνυμίων -ss- και -nda- στην Μικρά Ασία και των προελληνικών τοπωνυμίων -νθ- και -σσ- στον Ελλαδικό χώρο.

pre-greek

marg1

marg2

marg3

Για να καταλάβετε το κτητικό επίθημα -ss- των ανατολιακών γλωσσών, ο ύψιστος θεός των Χεττιτών και των Λουβίων στην Μικρά Ασία ήτνα ο Tarhun/Tarhuntas, η ιερή πόλη του οποίου ήταν η Tarhuntassa. Η Ισαυρική γλώσσα ήταν η ανατολιακή γλώσσα που άντεξε περισσότερο από όλες. Ο Ἴσαυρος Tarasikοdissa (Tarasis υιός του Kοdis) από την Rusumblada μόλις έγινε αυτοκράτορας άλλαξε το όνομά του σε Ζήνων και αργότερα το όνομα της πόλης του έγινε Ζηνωνόπολις προς τιμήν του. Το επίθημα αυτό έχει την ίδια λειτουργία με το ελληνικό -ιος/-ια λ.χ. θεσσαλ. λίθιος ~ αττικ. λίθινος, Τελαμώνιος Αἴας , Θεσσαλός > Θεσσαλία, Αλέξανδρος > Αλεξάνδρεια.

3) Τα ορωνύμια με Παρνα-: Πάρνων, Παρνασσός, Πάρνηθα

Σε όλες τις ανατολιακές γλώσσες η ρίζα parna- σημαίνει «σπίτι», αλλά η παλαιότερη σημασία της λέξης ήταν «πέτρινο κτίσμα» γιατί η αρχική σημασία της ρίζας *per- ήταν «πέτρα» και έχει δώσει τον όρο για «πέτρα,βουνό» σε πολλές ΙΕ γλώσσες (λ.χ. ινδο-ιρανικό parvata) όπως θα διαβάσετε παρακάτω στον Szemerènyi:

parna rock house

Το ορωνύμιο Παρνασσός μπορεί να συγκριθεί με το λουβικό τοπωνύμιο Parnassa στην Χεττιτική Μικρά Ασία και το οποίο σημαίνει κάτι σαν «Πέτρινο (βουνό)». Άλλοι πάλι συγκρίνουν τα τοπωνύμια αυτά με την λουβική λέξη parna «σπίτι» που είναι παράγωγος όρος της ρίζας *per- «πέτρα».

Parnassa

4) Τα τοπωνύμια σε Γυρτ~Γορτ: Γόρτυν, Γυρτών, Γορτυνία

Στην Λουβιανή γλώσσα η λέξη gurta σημαίνει «ακρόπολις» και προέρχεται από το ΠΙΕ *ghordhos «περιτειχισμένος» (αγγλικ gird) που έχει δώσει το νοτιοσλαβικό grad «κάστρο, πόλη» (Belgrad), το Γερμανικό Stuttgart («πόλη των Αλόγων»), το Φρυγικό Γόρδιον, ενώ στην ελληνική έχουμε χόρτος = περιφραγμένο μέρος για βοσκή (εν τέλει χόρτο/χορτάρι) όπως το αγγλικό garden και το λατινικό hortus.

gurta

5) Τα τοπωνύμια σε -σβ- : Λέσβος, Αρίσβη, Θίσβη

Η ετυμολογία των ονομάτων Λέσβος, Αρίσβη μας είναι άγνωστη ενώ για την βοιωτική Θίσβη έχουμε το λήμμα αγνώστου ετύμου θίσβη = σορός. Το κατά πόσο άλλες λέξεις (λ.χ. φλοῖσβος) ανήκουν στην κατηγορία αυτή δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Το γεγονός όμως ότι η Αρίσβη είναι πόλη της Τρωάδος στα έπη και η Λέσβος δεν θεωρείται νήσος Αχαϊκή στην Ιλιάδα, αλλά λεηλατείται από τους Αχαιούς μασ κάνει να κοιτάμε προς την ανατολία για την καταγωγή τους. Σε αυτό συνηγορεί το ότι η Λέσβος εμφανίζεται στα Χιττιτικά έγγραφα σαν Lazba μαζί με την Wilusa ~ Ἴλιον και τις άλλες «περιοχές Arzawa» στα οποία έγγραφα αποδίδεται ορθά το ανατολιακό όνομα των μετέπειτα ελληνικών αποικιών (λ.χ. Χιττιτ. Milawanda ~ Milawᾶτα (ᾶ = Καρικό έρρινο φωνήεν) > Μιλά(w)ατα > Μίλᾱτος > Μίλητος, Apasa > Ἐφεσος κλπ).

Αλλά ας τα πάρουμε ένα ένα:

Ιλιάδα [9.128-30]

δώσω δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας
Λεσβίδας, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς
ἐξελόμην, αἳ κάλλει ἐνίκων φῦλα γυναικῶν.

Ο Αγαμέμνονας τάζει όμορφες Λέσβιες γυναίκες στον Αχιλλέα που πιάστηκαν αιχμάλωτες από την λεηλασία που ο δεύτερος είχε κάνει στο νησί.

Πάμε στη λεγόμενη επιστολή Tawagalawa του Χιττίτη βασιλιά προς τον βασιλιά των Ahhiyawa (Αχαιών;) γραμμένη στα μισά του 13ου π.Χ. αι.:

Tawagalawa

36 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Γλωσσολογία, Ιστορία