Tag Archives: αλβανική

Η αρβανίτικη λεξιπλασία

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα την λεξιπλασία (παραγωγή και σύνθεση λέξεων) της σύγχρονης αλβανικής γλώσσας, μια πρότυπη γλώσσα κράτους της οποίας η μορφή κωδικοποιήθηκε και ρυθμίστηκε θεσμικά μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Στην παρούσα ανάρτηση θα περιγράψω συνοπτικά την αρβανίτικη λεξιπλασία μέσα από το βιβλίο του Hans-Jürgen Sasse Arvanitika: Die albanischen Sprachreste in Griechenland (Αρβανίτικα: Τα υπολείμματα αλβανοφωνίας στην Ελλάδα, Harrassowitz 1991). Αντίθετα με την Πρότυπη Αλβανική, τα αρβανίτικα ιδίωματα της Ελλάδας (arvanitische Mundarten Griechenlands) περάμειναν αρύθμιστα και ακωδικοποίητα προφορικά ιδιώματα, τα οποία ανέπτυξαν την δική τους χαρακτηριστική φυσιογνωμία, μέσα από την στενότατη και μακρόχρονη καθημερινή επαφή με την νεοελληνική γλώσσα. Ένας αρβανίτικος όρος όπως το επίθετο kata-i-bardhë μπορεί να γίνει κατανοητός μόνον όταν συγκριθεί με τα αντίστοιχα νεοελληνικά επίθετα κατάλευκος/κάτασπρος (νεοελληνική επιτατική λειτουργία της πρόθεσης κατά + αλβ. (ibardhë = «λευκός, άσπρος»), ενώ νεολογισμοί της Πρότυπης Αλβανικής όπως varrmihës = «νεκροθάπτης» (κυριολεκτικά «ταφοσκάφτης» ~ gravedigger, τοσκ. varr ~ γκεγκ. vorr(ë) = «τάφος» + mih = «σκάβω» + –ës ~ «-της», ο παραδοσιακός γκεγκικός όρος ήταν vorra-xhi με το τουρκικό επίθημα -ci = «-τζης») φυσικά δεν υπάρχουν στα αρβανίτικα.

Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το ρήμα manicare στην λατινική versio vulgata του Ιερωνύμου

Στην σημερινή σύντομη ανάρτηση θα περιγράψω το λατινικό ρήμα mānicāre = «σηκώνομαι απ΄τα χαράματα για να πάω κάπου» που χρησιμοποίησε στην λατινική μετάφραση της Βίβλου ο Ιλλυρικιανός Ιερώνυμος (ο Hieronymus noster του κόμητος Μαρκελλίνου), το οποίο επιβιώνει στην Ρουμανική (a mâneca) και την Αλβανική (mëngoj). Continue reading

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Το τοπωνύμιο Βεδεριανή (Bederiana) και η μεταφωνία (i-mutation) της Αλβανικής

Στη σημερινή ανάρτηση θα σχολιάσω ένα είδος μεταφωνίας που είναι γνωστό ως I-μετάλλαξη (i-mutation) το οποίο απαντά στο τοπωνύμιο Βεδεριανή/Bederiána της Δαρδανίας (η γενέτειρα του αυτοκράτορα Ιουστίνου Α΄) και είναι τυπικό φωνολογικό χαρακτηριστικό της Αλβανικής. Continue reading

18 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η λέξη «χριστιανός» σε ΑΒΡ και Αλβανική #2

Πριν από λίγο καιρό, έκανα μια ανάρτηση για την κοινή φωνολογική τροπή yá>e που αναντά στην εξέλιξη του λατινικού όρου Christiánus σε Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) και Αλβανική.

Χθες έτυχε να δω το λεξικό του βλαχικού/αρμανικού ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα και παρατήρησα ότι τελικά πρόκειται για πολύ κοινή ΑΒΡ φωνολογική διαδικασία:

Cyá > Cʲá > Cʲé  (C = σύμφωνο που μπορεί να ουρανωθεί)

Continue reading

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Η λέξη «χριστιανός» σε Αλβανική και ΑΒΡ και η Φλωρεντιάνα της Παραποτάμιας Δακίας

Στη σημερινή σύντομη ανάρτηση θα περιγράψω μια ιδιαιτερότητα που συνδέει την Αλβανική και την Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ) στη λέξη «χριστιανός».

Continue reading

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Μια ετυμολογική πρόταση για το τοπωνύμιο Σούλι ως «προσήλιο μέρος»

Η σημερινή σύντομη ανάρτηση είναι μια ετυμολογική πρόταση για το τοπωνύμιο Σούλι. Το μόνο βέβαιο για την ετυμολογία του τοπωνύμιου «Σούλι» είναι ότι κατά κανόνα απαντά σε μέρη όπου έχουν εγκατασταθεί Αρβανίτες και, συνεπώς, είναι λογικό να αναζητήσουμε την ετυμολογία του στην Αλβανική.

Η ετυμολογία που έχω να προτείνω ισχύει αν και μόνον αν τα διάφορα «Σούλια» είναι «προσήλια μέρη» ή «(βραχώδημέρη με αντηλιά». Continue reading

42 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Το επίθημα -eš σε Αλβανική και ΑΒΡ

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης ξεκινήσαμε να το συζητάμε ήδη στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης. Πρόκειται για το επίθημα -eš που απαντά στην Αλβανική (-esh) και στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, ρουμανικό –, αρμανικό –/-), το οποίο σχηματίζει παρατσούκλια. Το επίθημα φαίνεται να χαρακτηρίζεται από διτυπία -eš ~ -aš, κάτι που κάνει δύσκολη την διάκριση των τύπων σε -aš από το ταυτόηχο σλαβικό επίθημα -aš που έχει λίγο πολύ παρόμοια λειτουργία (λ.χ. σερβ. bogat = «πλούσιος» > bogat = «λεφτάς») και δεν αποκλείεται να έχει την ίδια απώτερη ΙΕ καταγωγή (*-V-syos) με το επίθημα που θα εξετάσω εδώ. Continue reading

9 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα