Tag Archives: αιώνας

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #3

Στη σημερινή ανάρτηση θα συνεχίσω από εκεί που έκλεισα την προηγούμενη ανάρτηση της σειράς. Ίσως κάποια στιγμή να προσθέσω μία ακόμα ανάρτηση στην οποία θα συνοψίσω τα βασικά συμπεράσματα των τριών αυτών αναρτήσεων. Continue reading

21 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Το Ρωμαϊκό γένος κατά τον 10ο αιώνα #2

Μετά τα προλεγόμενα της πρώτης ανάρτησης στη σημερινή ανάρτηση θα περάσω στις πηγές του 10ου αιώνα. Αυτές είναι:

  1. Ιστορίες όπως αυτή του Γενέσιου (γραμμένη γύρω στο 940, εξιστορεί τα γεγονότα του 9ου αιώνα) και του Λέοντα του Διακόνου (γραμμένη κατά το διάστημα 995-1000, εξιστορεί τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή, την έχω περιγράψει σε τρεις αναρτήσεις, #1, #2, #3). Κατά την ίδια περίοδο γράφτηκαν τα πρώτα βιβλία των «Συνεχιστών Θεοφάνους», γράφτηκαν κάποιες από τις συνέχειες του χρονικού του Γεωργίου του Μοναχού (το δικό του γνήσιο χρονικό τελειώνει με τον θάνατο του Θεόφιλου το 842) και ο Μανουήλ ο Πρωτοσπαθάριος έγραψε ένα χαμένο χρονικό που χρησιμοποίησε ως πηγή ο Συμεών ο Λογοθέτης/Μάγιστρος για το δικό του χρονικό, το οποίο (σύμφωνα με τον Warren Treadgold) ολοκλήρωσε το τελευταίο έτος της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (969).
  2. Τακτικά εγχειρίδια (η καινοτομία της περιόδου), όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (γράφτηκαν λίγο μετά το 900, έχω κάνει ήδη μια λεξικολογική και εθνολογική ανάρτηση γι΄αυτό το σύγγραμμα), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (γράφτηκε γύρω στο 965), το «Περὶ Παραδρομής» που συγγράφηκε την ίδια περίοδο με τη «Στρατηγική Έκθεση» από υψηλόβαθμο αξιωματικό του επιτελείου του Νικηφόρου Φωκά και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (γράφτηκαν γύρω στο 1000)
  3. Τα πάμπολλα γραπτά του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, ίσως ο πολυγραφότερος των βυζαντινών αυτοκρατόρων
  4. Άλλες πηγές όπως οι επιστολές του Πατριάρχη Νικολάου Α΄ Μυστικού, τα ποιήματα του Ιωάννη Κυριώτη του Γεωμέτρη κλπ.

Continue reading

45 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Ο μύθος του «Ελληνικού πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» #2

Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς παρουσίασα την αρνητική φόρτιση που είχε αποκτήσει η «Ελληνική Παιδεία» στα μάτια των χριστιανών ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα και ανέφερα περιληπτικά το αβυσσαλέο πολιτισμικό χάσμα του 7ου αιώνα που δημιουργήθηκε από την καθολική παρακμή του αστικού βίου. Η μεταχασματική εποχή που αναδύεται μετά το 800 δεν έχει καμία σχέση με την προχασματική εποχή.

Στην σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω την περιγραφή του John Haldon για το χάσμα του 7ου αιώνα, ενώ στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα συνεχίσω με την περιγραφή της θέσης που είχε η «Ελληνική Παιδεία» στην μεταχασματική βυζαντινή κοινωνία.

Όποιος θέλει να κατανοήσει το χάσμα του 7ου αιώνα (στην πραγματικότητα το χάσμα της περιόδου 550-800) πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του John F. Haldon “Byzantium in the Seventh Century: the Transformation of a Culture” (Cambridge University Press, 2η έκδοση paperback 1997).

Όποιος θέλει να κατανοήσει την βαθμιαία ανάκαμψη της βυζαντινής κοινωνίας κατά την περίοδο 780-842 (εντός της οποίας φυσικά περιγράφεται και η ανάκαμψη της Παιδείας), τότε πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Warren Treadgold “The Byzantine Revival 780-842” (Stanford University Press, 2η έκδοση paperback 1991).

Το χάσμα του 7ου αιώνα

Τα περισσότερα λόγια που θα παραθέσω παρακάτω είναι από το κεφάλαια “Literature, Piety and the End of Antiquity” (Γραμματεία, Ευσέβεια και το τέλος της Αρχαιότητας, σλδ 425-443) και “Contradiction and Regeneration: the Dynamic of the Byzantine Social Formation” (Αντίφαση και Αναγέννηση: η Δυναμική της Βυζαντινής Κοινωνικής Διαμόρφωσης, σλδ 443-458) του προαναφερθέντος βιβλίου του Haldon. Συμπληρωματικές πηγές θα είναι «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» της Αρβελέρ και, πάντοτε, το βιβλίο του Αντώνη Καλδέλλη “Hellenism in Byzantium” (Cambridge University Press, 2007).

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι ο τίτλος «το Χάσμα του 7ου αιώνα» για την πολιτισμική ρήξη/μεταμόρφωση που χωρίζει την Ύστερη Αρχαιότητα από το Πρώιμο Βυζάντιο είναι λίγο παραπλανητικός, και αυτό γιατί το χάσμα ξεκινάει ήδη στα τελευταία χρόνια του Ιουστινιανού και το «βαθύτερό» του σημείο τοποθείται στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα. Επομένως, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα ευρύτερο πολιτισμικό χάσμα δυόμισι περίπου αιώνων (~ 550-780).

Πηγές του 9ου αιώνα όπως ο Θεοφάνης ο Ομολογητής (που φυσικά χρεώνει την απαιδευσία της χασματικής περιόδου στον «σαρακηνόφρονα» εικονοκλάστη Λέοντα τον Ίσαυρο 🙂 ) και ο Γεώργιος ο Αμαρτολός/Μοναχός τοποθετούν την επίτευξη του «βυθού» του μορφωτικού χάσματος στο 726 (άλλες πάλι πηγές τοποθετούν τον «βυθό» μετά το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού Β΄ του Ρινότμητου το 711), ενώ ο Σκυλίτσης (γράφοντας γύρω στο 1090 και χρησιμοποιώντας κυρίως πηγές του δευτέρου μισού του 10ου αιώνα) ταυτίζει την έναρξη της μορφωτικής αναγέννησης στην πρωτεύουσα και το τέλος της περιόδου «αγροικίας και αμάθιας» με την ίδρυση του εκπαιδευτηρίου της Μαγναύρας στα μέσα του 9ου αιώνα από τον Καίσαρα Βάρδα. Στην πραγματικότητα όμως, όπως θα δείξω με μερικά χωρία από τον Treadgold, οι πρώτες σπίθες αυτής της αναγέννησης εμφανίζονται με την «πρώτη φουρνιά» λογίων όπως ο Ιγνάτιος ο Διάκονος που, παρόλο που αναγνωρίζε ως δάσκαλό του τον Πατριάρχη Ταράσιο (784-806), καυχιόταν ότι αυτός ήταν το πρόσωπο σταθμός που ξεκίνησε «την μελέτη της γραμματείας που είχε καλυφθεί από τη θάλασσα της λήθης», ενώ ο Φώτιος σε ένα γράμμα που έγραψε γύρω στο 845 αντιπαραβάλλει την σύγχρονή του βελτιωμένη κατάσταση της παιδείας «με τους παλιούς καιρούς, όταν ο κόσμος αδιαφορούσε για την διάσωση των χρήσιμων βιβλίων». Φυσικά, αυτή η μορφωτική αναγέννηση είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Κωνσταντινούπολης. Μόνον από τον 12ο αιώνα και μετά μπορούμε να μιλάμε για ένα κάπως ανάλογο φαινόμενο στις μεγάλες πόλεις της επαρχίας (λ.χ. Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αδριανούπολη κλπ). Το Ψαλτήρι (Psalter), από τα μέσα του 7ου αιώνα και έπειτα, γίνεται το βασικό μέσο διδαχής αναγνώσης σε Κωνσταντινούπολη και επαρχία.

726-secular

[Χρονικό Θεοφάνους, έτος 725/6] Οἱ δὲ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν ὄχλοι σφόδρα λυπούμενοι ἐπὶ ταῖς καιναῖς διδασκαλίαις αὐτῷ τε ἐμελέτων ἐπελθεῖν καί τινας βασιλικοὺς ἀνθρώπους ἀνεῖλον καθελόντας τὴν τοῦ κυρίου εἰκόνα τὴν ἐπὶ τῆς μεγάλης Χαλκῆς πύλης, ὡς πολλοὺς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας τιμωρηθῆναι μελῶν ἐκκοπαῖς καὶ μάστιξι καὶ ἐξορίαις καὶ ζημίαις, μάλιστα δὲ τοὺς εὐγενείᾳ καὶ λόγῳ διαφανεῖς· ὥστε καὶ τὰ παιδευτήρια σβεσθῆναι καὶ τὴν εὐσεβῆ παίδευσιν τὴν ἀπὸ οῦ ἐν ἁγίοις Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου καὶ μέχρι νῦν κρατήσασαν, ἧς καὶ μετὰ ἄλλων πολλῶν καλῶν καθαιρέτης ὁ σαρακηνόφρων οὗτος Λέων γέγονεν.

Οι Mango-Scott-Greatrex στην αγγλική μετάφραση του Θεοφάνη παραθέτουν το παρακάτω σχόλιο:

Mango

Παραθέτω τα λόγια του Ιγνάτιου του Διακόνου (~830) και του Φώτιου (~845) από τον Treadgold:

Ignatius

Τέλος, παραθέτω τα λόγια του Σκυλίτση για την λήξη «της μακράς περιόδου αγροικίας και αμάθιας» με την ίδρυση του εκπαιδευτηρίου της Μαγναύρας στα μέσα του 9ου αιώνα, όπου ξεκίνησε να διδάσκεται η «ἔξω σοφία» («θύραθεν/έξωθεν» [= όχι δική μας] Ελληνική παιδεία, φυσικά με «ντεκαφεϊνέ» τρόπο όπως θα εξηγήσω παρακάτω).

[Σκυλίτσης, Μιχ. 3.14] ὁ Βάρδας δὲ διεῖπε τὰ πολιτικὰ καὶ τῆς βασιλείας κατεστοχάζετο, ὡς αὐτὴν εὐκαίρως παραληψόμενος. ἐπεμελήθη δὲ καὶ τῆς ἔξω σοφίας (ἦν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου παραρρυεῖσα καὶ πρὸς τὸ μηδὲν ὅλως χωρήσασα τῇ τῶν κρατησάντων ἀγροικίᾳ καὶ ἀμαθίᾳ), διατριβὰς ἑκάστῃ τῶν ἐπιστημῶν ἀφορίσας, τῶν μὲν ἄλλων, ὅπῃ περ ἔτυχε, τῆς δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἐπόχου φιλοσοφίας κατ’ αὐτὰ τὰ βασίλεια ἐν τῇ Μαγναύρᾳ. καὶ οὕτως ἐξ ἐκείνου ἀνηβάσκειν αἱ ἐπιστῆμαι ἤρξαντο. τοῦτο τὸ ἔργον κάλλιστόν τε καὶ περιβόητον ὂν οὐκ ἴσχυσεν ἀποπλῦναι τὰς ἐνούσας ἄλλας τῷ Βάρδᾳ κῆρας.

Ξεκίνησα με αυτές τις αναφορές για να δείξω ότι οι Βυζαντινοί λόγιοι μετά το 830 έχουν πλήρη συνείδηση του πολιτισμικού χάσματος που προκάλεσε η λήθη της «θύραθεν/έξωθεν» Ελληνικής Παιδείας κατά την περίοδο 640-800.

Ας δούμε τώρα πως περιγράφει αναλυτικά αυτό το χάσμα ο John F. Haldon στα κεφάλαια που έχω αναφέρει παραπάνω.

Ο Haldon ξεκινώντας από το γεγονός ότι μεταξύ του Θεοφύλακτου του Σιμοκάττη (~630) και του Θεοφάνη του Ομολογητή (~813) υπάρχει πλήρης απουσία της κοσμικής γραμματείας, ενώ η θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία συνέχισε απτόητη, εξηγεί το χάσμα με το παρακάτω σχήμα. Μέχρι και τον Σιμοκάττη υπήρχαν δύο διαχειριστές της αρχαίας γραμματείας: οι αστυεξαρτημένοι κοσμικοί διαχειριστές (εξειδικευμένοι δάσκαλοι που δίδασκαν την Ελληνική Παιδεία στα παιδιά των αριστοκρατών) και η Εκκλησία που διέθετε έναν αστυανεξάρτητο μηχανισμό διδαχής της Αρχαίας Ελληνικής, για την ικανοποίηση των δικών της αναγκών (μόρφωση των ιερέων και θεολόγων ώστε να μπορούν να διαβάζουν τα πατερικά κείμενα).

Η παρακμή της Ελληνο-Ρωμαϊκής πόλης που πραγματοποιήθηκε κατά την διαδικασία της «εγκάστρωσης» (incastellamento, 550-700) που περιέγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση, είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση των αστυεξαρτημένων κοσμικών διαχειριστών της αρχαίας Γραμματείας, επειδή αυτοί μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνον εντός του στρώματος της αρχαίας πόλης, που χαρακτηρίζεται από τοπικές αριστοκρατικές ελίτ που ενδιαφέρονται για Κλασική Παιδεία.

Αντίθετα, η παρακμή των αστικών κέντρων δεν έπληξε τον αστυανεξάρτητο εκκλησιαστικό διαχειρισμό της Αρχαίας Γραμματείας. Γι΄αυτό και το μόνο είδος γραμματείας που συνεχίζει απτόητο κατά την περίοδο του χάσματος 640-800 είναι θεολογικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου (Βίοι Αγίων, Θεολογικές Ερμηνείες κλπ). Η βασική παρενέργεια αυτής της διαδικασίας ήταν πως οι εκκλησιαστικοί διαχειριστές της Αρχαίας Γραμματείας, οι μόνοι από ένα σημείο και έπειτα που μπορούσαν να διδάξουν την Αρχαία Ελληνική που ήταν απαραίτητη για την πρόσβαση σε αυτήν την Παιδεία, πολύ απλά αδιαφόρησαν για την διδαχή της «έξωθεν/θύραθεν» παιδείας, λόγω της Χριστιανικής τους προκατάληψης αλλά και επειδή, κατά την περίοδο της αβεβαιότητας (650-750) όπου οι Βυζαντινοί δεν ξέρουν αν θα επιβιώσουν ή όχι και προσπαθούν να «καταλάβουν» γιατί τους τιμωρεί ο «δίκαιος και φιλεύσπλαχνος» Θεός, η Εκκλησία έχει διοχευτεύσει το πνευματικό της έργο στην ικανοποίηση των μεταφυσικών ανησυχιών μιας αγροτικής κοινωνίας που έχει ως μόνη παρηγοριά την ιδεολογία του «Περιούσιου Λαού» που «δοκιμάζεται» από το Θεό. Αυτή η ανάγκη διαπεραίωσης του Περιούσιου Λαού από την δοκιμασία που του έχει επιβάλει ο Θεός για την επίτευξη της -υποτιθέμενης- μεταθανάτιας αιώνιας ευδαιμονίας έκανε την βυζαντινή κοινωνία λιγότερο ανεκτική -ή καλύτερα αυστηρώς μη ανεκτική- στις διάφορες αποκλίσεις από την -υποτιθέμενη- Ορθοδοξία («αιρέσεις», «θύραθεν/έξωθεν» παιδεία κλπ).

Όταν πια μετά το 800 αρχίζει σιγά σιγά να αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον για την κοσμική Αρχαία Γραμματεία, το κατάλοιπο αυτού του εκκλησιαστικού διαχειρισμού της Αρχαίας Γραμματείας ήταν η «ντεκαφεϊνέ» νοοτροπία στην πρόσληψη της  Ελληνικής Παιδείας που θα περιγράψω στην επόεμνη ανάρτηση.

Αυτή είναι η ερμηνεία του Haldon για το πολιτισμικό χάσμα του 7ου αιώνα. Ας δούμε τα ακριβή του λόγια:

[σλδ 425]

The second of the two phenomena noted above, namely the more or less complete disappeance after the first quarter of the seventh century of a secular literature, has provoked much comment and discussion. […] After the late-sixth- or early-seventh century works of Theophylact Simocatta, for example, or the anonymous Paschal Chronicle, or that of John of Antioch, there is a lacuna of almost two centuries until the next surviving historical work. Similarly, the seventh and much of the eighth century provide no examples of geographical, philosophical or philological literature; there is no historical poetry after George of Pisidia, and only a trickle of legal literature and secular rhetoric. Apart from supposed lost histories of a certain Trajan patrikios of the seventh century and of the so-called megas chronographos, or “great chronographer”, of the eighth century […] the literary output of the seventh century appears to have been almost entirely theological in nature, or at least concerned with matters of dogma, devotion, various aspects of liturgical practice, problems of day-to-day piety and observance, and so on.

[σλδ 426]

Two elements in particular seem to be relevant: the decline during the later sixth, but especially during the seventh, century of traditional municipal society and culture; and the qualitative change in the nature and constitution of the ruling elite. The two are intimately bound up together, as I have tried to show in chapters 3 and 4 above. And it is clear that the demise of the urban civilization within which late Roman literary culture has flourished has a dramatic effect. […] There si no reason to assume, of course, that the new elite did not acknowledge the value of the old culture and its traditions […] But the dominant tendency does seem to have been at least apathetic in our period with regard to these traditions.

The lack of literature in the fields mentioned above […] confirms the hypothesis; the fact that theological literature does survive, and in considerable volume, makes it certain. For the Church maintained its traditional administrative organization and, to a great extent, within the empire, its sources of revenue. It needed to be able to educate its clergy, and it needed literate and cultured men for its highest offices.

[σλδ 427]

Interest in the pre-Constantinian, much less the pre-Christian, culture of the past was a rariry.

[σλδ 428]

The use of the Psalter reinforces the impression gained from the types of literary activity that did flourish at this time that the Church and the clergy came to play a much more central role in basic and more advanced education than hitherto, as well as in the transmission of literacy and a literary culture in general, especially in respect of what was read. In effect, a cycle of developments was set in train that could have had only one result: a decline, even in temporary, of interest in, and transmission of, the secular literature of the sixth century and before, contrasting with the emphasis that fell upon the reading and production of theological literature. The more pivotal position of the clergy in the maintenance of literacy and the selection of reading matter was to have important consequences for a later period. And it marks also a decisive break with the literary and cultural pluralism ofthe late antique world.

What I am suggesting, therefore, is quite straightforward. The old culture had been maintained within a specific ideological and social-economic framework, that of the municipal economies and the senatorial elite which dominated central and provincial culture and politics. During the seventh century this economic and ideological framework was shattered. In its place there developed gradually from the second half of the seventh century a new, and quite different, social and political elite drawn from a wider variety of social and cultural backgrounds […] This new elite had very much less interest in and commitment to the traditional literary culture and its values,

[…] Slowly, as this new elite became entrenched and as the structures of the medieval Byzantine state began to emerge from the difficulties of the seventh and eighth centuries, it began once more to cultivate its interest in a supposedly classical past that was, as several historians have shown, more late Roman than pre-Christian.

[σλδ 429]

The crucial importance for the inhabitants of this threatened world of belonging, and being seen to belong, to the Chosen People, of being a meaningful part of God’s plan, is the message constantly reiterated in the public and private culture of the second half of the seventh century: the icon, whether of Christ, the Virgin, a saint or an archangel, reminds of and invokes a Christian orthodox and local tradition. […] The very process of teaching to read and write were now almost entirely under the guidance of the clergy. And these forms were, in a sense, classless. They were not directed at any specific social group, but at allthe faithful; and the sources make it clear that their effectiveness was indeed universal.

[σλδ 430-1]

The cultural pluralism and relative openness of literary forms, which still typified the period before the Persian and especially the Arab invasions (and in spite of the increasingly successful screening out of classical motifs which became a feature of post-Justinianic culture), was past. Religious writing which had been tolerated, but which had come to be regarded by the later seventh century as dangerous or subversive, were banned. Canon 63 of the Quinisext counsil, for example, ordered the destruction of the apocryphal Acts of the Apostles.

The disappearance of secular literature and the concentration of both rural and especially urban culture (for it is from the latter context that the greater part of the evidence comes) on these devotional forms of a consciously collective identity, an awareness made all the more powerful through the emphasis on the individual’s  relationship and responsibilities within the wider society to the Almighty, marks the qualitative cultural transformation. Late antique civilization had given way to that of the early medieval world.

[σλδ 433-5]

The period from the middle decades of the seventh century demonstrates the rapid collapse of the traditional forms of secular literary culture, a phenomenon which accompanied the disappearance of the old educated social elite and the conditions which maintained it. Municipal culture died with the cities. In its place occured a levelling out of cultural niveax, in which a new ruling elite of administrative officialdom, many of whom can have been only marginally acquainted with the older literary culture, comes to share a set of common cultual beliefs and values with the greater part of the rural and urban population of the empire, cultural patterns determined by the stubborn anti-pluralism of the Church and the increasingly dominant role played by the clergy -and by religious literature- in the maintenance of literacy.

Of course, this is a generalised picture […] The maintenance of a literary tradition, with its classical pretensions, rhetorical artifice and stylistic conservatism is not to be doubted.

[…] But the elite culture of late antique municipal society had passed away for ever, and with it the pluralistic and multi-faceted world which it represented. The icon and the Psalter are the hallmarks of the later seventh-century world, a world which, while now now more compact and tightly controlled than before, was inhabited by individuals searching for unity and a common identity through the symbols available to them – the orthodox faith, the icon and the emperor.

[σλδ 437]

It is a world in which the public pluralism of the late antique past had been eradicated, because it no longer represented a comfortable mode of understanding and acting within )and upon) the world as it was perceived. Security, and the assurance of doing the “right thing”, could be found in a uniformity of belief, both imposed from above and at the same time desired by the “ordinary” people.

[σλδ 439] Ο ορισμός του ευρύτερου χάσματος 550-780:

And it also seems to be clear that we are dealing with a period which represents only the resolution of many much more long-term developments; indeed, it is perhaps only the later eight century which sees the completion of these processes of transformation. […] The seventh century is clearly a qualitatively very different era from the sixth, or it becomes so as it progresses; and the beginnings of this cumulative qualitative evolution, which affected different aspects of different elements of East Roman culture and perceptions at different times, can be situated, as we have seen, already in the last years of Justinian.

[σλδ 440]

The trauma of the Arab attacks and victories, the loss of the East, the devastation of much of Anatolia and the great siege of the years 674-8, as well as the loss of effective imperial control in the greater part of the Balkans– together with the cumulative results of the withering away of urban centres as meaningful social, economic and political elements within both state and society- all had a drastic effect, throwing once more the legitimating theories of the imperial political ideology into question, opening up a gulf between the “reality” of actual events and the traditional narrative representation fo the world.

[σλδ 443-447] Το κόστος της επιβίωσης ήταν η αλλαγή της ιδεολογικής φυσιογνωμίας, όπως στον άνθρωπο που επιστρέφει ζωντανός μεν από τον πόλεμο, αλλά με διαφορετική δε προσωπικότητα εξαιτίας των ψυχικών ουλών που σχηματίστηκαν.

Why did the Byzantine empire not succumb to the various forces, internal and external, which during the seventh century threatened to destroy it? The question has often exercised the minds of the historians. Some have seen its survival as mere accident, the failure of its foes adequately to organise their efforts at conquest or the result of unavoidable internal divisions within the caliphate. Others have seen the impregnable position of Constantinople, the queen of cities, as the key; yet others have regarded the strength of orthodox Christianity and the cultural bonds it forged as crucial factor; while some historians have seen the well-structured and flexible administrative, fiscal, and military apparatuses of the state as the foundation of its survival. All of these -although I should wish to modify each statement in different ways- played a role, of that there can be little doubt. But to look for single causes, or indeed prime movers, is to misunderstand the very nature of historical change. For in many ways the late Roman state did not survive […] the geography and climate […] remain much the same. But late Roman urban culture vanishes entirely, along with much of the cultural baggage it carried with it. Instead new systems of thought develop […] the old senatorial establishement,with much of the literary culture associated with it, disappears, to be replaced by a very different elite, of different social, cultural and often ethnic origins. […] Continuity of language, at least as regards Greek and Armenian, is clear, while the native languages af Asia Minor were by the early seventh century mostly extinct. Continuity of tradition, in terms of economic organisation at community level, of the rituals accompanying birth, marriage death, of popular forms of music and song, these can all be found, or assumed, to a degree. But even here, the developments of the seventh century brought about considerable changes […]

Whatever continuities and survivals one might point to, therefore, a very different culture emerges on the surviving remains of late Antiquity. […] But when the basic structures which determine how that social formation works and reproduces itself can be seen to have been fundamentally changed, then we can hardly talk of a real continuity, but only, at the most, of the survival of traditions and forms […]

An East Roman of Byzantine state “survived” the seventh century, therefore, for all the reasons listed at the beginning of this section. But it was, as I hope I have been able to show in this book, a very different state in its workings from that of the late Roman period.

[…] The first, and probably the most obvious point, concerns the fate of the late Roman cities. The evidence which we have reviewed suggests quite clearly that the urban centres of the late ancient world were almost totally eclipsed during the period with which we are concerned. […] One way of looking at these changes is to see in them a decline in urban civilisation. A more productive approach is to see them as a gradual change in the function and relevance of cities to the needs of the late Roman state and the society which supported it. However we approach the problem, of course, the results were the same for the late Roman culture and, in particular, for the state. Centralisation of tax-collection and the replacement of local centres of power by Constantinople, with the resultant attraction of social life to the capital, were part of the history of the late Roman world which the events of the seventh century brought to completion. The Byzantine state which emerged into the eight century was effectively an empire of one major urban centre, together with a few fortunate provincial urban centres which were able to survive as emporia and ports.

This development had several implications. […] It was to Constantinople that the provincial wealthy would send their sons to be educated or to gain an entrée to Church ot state service;

Νομίζω πως τα παραπάνω χωρία από τα συμπεράσματα του Haldon περιγράφουν αναλυτικότατα την φύση του πολιτισμικού χάσματος του 7ου αιώνα (±), καθώς και τις αιτίες και συνέπειές του.

Παρέθεσα παραπάνω σε ένα χωρίο του Haldon τις συνήθεις αιτίες με τις οποίες οι βυζαντινολόγοι εξηγούν γιατί επιβίωσε κατά την περίοδο ~650-750 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία: τύχη, απόρθητη πρωτεύουσα, εγκαρτέρηση και συνοχή της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιδεολογίας (ο χριστιανικός πυλώνας του Ostrogorsky) και ποιότητα και ελαστικότητα της ρωμαϊκής κρατικής υποδομής που κληρονομήθηκε από την Ύστερη Αρχαιότητα (ο ρωμαϊκός πυλώνας του Ostrogorsky). Όπως είδατε, όσοι αξιωθήκατε να διαβάσετε, ο Haldon πιστεύει ότι όλες αυτές οι αιτίες έδρασαν πολυπαραγοντικά και συνεπικουρικά.

Το μόνο πράγμα που δεν έχει προταθεί ως αιτία της επιβίωσης είναι ο -δήθεν- «Ελληνικός Πολιτισμός» του «Βυζαντίου»! 🙂

Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι η Ελληνική Παιδεία ήταν μια περιττή πολυτέλεια που εξαφανίστηκε μαζί με την παρακμή του αστικού βίου και η οποία χρειάστηκε να αναγεννηθεί υπό «ντεκαφεϊνέ» συνθήκες μετά το 800. Κανένας ελληνόφωνος ή αρμενόφωνος Χριστιανός Μικρασιάτης -οι μόνοι αληθώς άπτωτοι Ρωμαίοι της χασματικής περιόδου- δεν πήρε τα όπλα εναντίον των Αράβων είτε γιατί εμψυχώθηκε από την Ελληνική Παιδεία είτε από διάθεση για να την διασώσει. Η αυτοπεποίθηση κατοχής της «ορθής» πίστης και οι «μεταθανάτιες απολαβές» της, καθώς και η μοναδική ικανότητα της Romanitas/Ρωμιοσύνης για επανάκαμψη, ανασυγκρότηση και υπέρβαση αντιξοοτήτων είναι οι λόγοι που σταμάτησαν τους Άραβες στην οροσειρά του Ταύρου και επέτρεψαν στην Ρωμανία να επιβιώσει.

Ο Πολύβιος, μετά την περιγραφή της μάχης των Καννών (216 π.Χ.) στην οποία ο Αννίβας αποδεκάτισε 70.000 Ρωμαίους (κατά τον Πολύβιο, μεταγενέστεροι συγγραφείς μιλάνε για ~40.000) γράφει πως «τῇ τοῦ πολιτεύματος ἰδιοτήτι καὶ τῷ βουλεύεσθαι καλῶς» οι Ρωμαίοι κατάφεραν να ξεπεράσουν την καταστρεπτική σειρά ηττών από τον Αννίβα, να ανακτήσουν την δυναστεία της Ιταλίας, να νικήσουν τους Καρχηδόνιους και, λίγα χρόνια αργότερα, να γίνουν «τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἐγκρατεῖς».

[3.118.5-9] Ῥωμαῖοί γε μὴν τὴν Ἰταλιωτῶν δυναστείαν παραχρῆμα διὰ τὴν ἧτταν ἀπεγνώκεισαν, ἐν μεγάλοις δὲ φόβοις καὶ κινδύνοις ἦσαν περί τε σφῶν αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ τῆς πατρίδος ἐδάφους, ὅσον οὔπω προσδοκῶντες ἥξειν αὐτὸν τὸν Ἀννίβαν[…] ὁμολογουμένως γὰρ Ῥωμαίων ἡττηθέντων τότε καὶ παραχωρησάντων τῆς ἐν τοῖς ὅπλοις ἀρετῆς, τῇ τοῦ πολιτεύματος ἰδιότητι καὶ τῷ βουλεύεσθαι καλῶς οὐ μόνον ἀνεκτήσαντο τὴν τῆς Ἰταλίας δυναστείαν, νικήσαντες μετὰ ταῦτα Καρχηδονίους, ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἐγκρατεῖς ἐγένοντο μετ᾽ ὀλίγους χρόνους.

Με αυτό το χωρίο του Πολύβιου οι Steven Williams και Gerald Friell αρχίζουν την βιογραφία τους του Μεγάλου Θεοδόσιου (The Empire at Bay), γιατί η ιστορία που διηγούνται είναι πάλι μια Ρωμαϊκή επανάκαμψη ύστερα από την καταστρεπτική ήττα της Αδριανουπόλεως το 378 που άφησε την ανατολική αυτοκρατορία χωρίς στρατό, λίγο πριν κάνουν την εμφάνισή τους οι Ούννοι του Αττίλα. Κι όμως, πάλι, ήταν οι Ούννοι αυτοί που έπαξαν να υφίστανται πριν τελειώσει ο 5ος αιώνας, ενώ οι Εώοι Ρωμαίοι όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά ήταν πάλι το κυρίαρχο κράτος της Μεσογείου επί Ιουστινιανού.

Polybius

Αντίστοιχα, ακολουθώντας τους Williams & Friell, παραπέμπω και εγώ σε αυτό το χωρίο του Πολύβιου, γιατί ενώ οι Άραβες είχαν το πάνω χέρι στρατιωτικά για 150 χρόνια (~ 650-800), στο τέλος ήταν το Xαλιφάτο που διαλύθηκε και ήταν οι Άραβες που παραδέχτηκαν πως, ενώ οι Πέρσες έπεσαν αναίσθητοι με το πρώτο χτύπημα, οι Rum ήταν σαν την πολυκέφαλη [Λερναία] Ύδρα: μόλις τους κόβεις ένα κεφάλι, αμέσως ένα άλλο φυτρώνει! Στα μέσα του 10ου αιώνα, η Ρωμανία ήταν πάλι το ισχυρότερο στρατιωτικά κράτος του μεσογειακού κόσμου και τα «δυσάντητα, δυσεκβίαστα και ακαταγώνιστα» Εώα (Μικρασιατικά) στρατεύματα του Φωκά και του Τσιμισκή ήταν «ο καθοπλισμένος γίγαντας που τον έτρεμε και τον θαύμαζε άπαν το βάρβαρον», κατά τον Λέοντα τον Διάκονο.

Σύμφωνα με την αραβική παράδοση, ο πρώιμος Άραβας στρατηγός ‘Amr b. al-‘As πίστευε ότι οι Rum ειναι ο πιο «τλησικάρδιος» λαός σε κακουχίες και πολέμους και αυτός που, μετά από καταστροφή, ανασυγκροτείται/επανακάμπτει ταχύτερα.

Rum-recover

Κάντε κλικ για μεγέθυνση της παρακάτω εικόνας για τους Rum ως «πολυκέφαλη Ύδρα».

Hydra

Μετά από αυτήν την μικρή παρένθεση στο θέμα της επιβίωσης του Βυζαντινού κράτους κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, επιστρέφω στο πολιτισμικό χάσμα που περιέγραψα με τα λόγια του Haldon. Όταν διαβάζετε συνοπτικά στον Καλδέλλη και στην Αρβελέρ για το χάσμα αυτής της περιόδου, να θυμάστε ότι εννοούν όλα αυτά που αναφέρει λεπτομερώς ο Haldon.

Ο Καλδέλλης HiB, σλδ 72, 179,180 για το χάσμα 640-780 (τις απαρχές του οποίου όμως και αυτός,  δίνοντας ως παραπομπή την Averil Cameron (1981), τοποθετεί στο δεύτερο μισού του 6ου αιώνα όπως και ο Haldon):

Kaldellis-chasm

Kaldellis-gap

Περιγραφή του ίδιου πάντα χάσματος (πλήρης ρήξη με την Ελληνο-Ρωμαϊκή παράδοση της Ύστερης Αρχαιότητας και Απαστικοποίηση/Αγροτοποίηση) από την Αρβελέρ:

Ahrweiler1

Ahrweiler2

Λοιπόν, στην πρώτη ανάρτηση περιέγραψα την θέση στην οποία βαθμιαία εξωθήθηκε η Ελληνική Παιδεία κατά την προχασματική περίοδο 350-550. Στην σημερινή δεύτερη ανάρτηση ελπίζω να περιέγραψα αναλυτικά την χασματική περίοδο 640-800. Στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση θα περιγράψω την θέση της Ελληνικής Παιδείας κατά την μεταχασματική περίοδο 800-1204.

11 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μυθοθρυψία, Μεσαίωνας

Η Ιστορία του Λέοντος του Διακόνου #1: προλεγόμενα

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι η πρώτη της σειράς με θέμα την ιστορία του Λέοντος του Διακόνου. Το βασικό θέμα της ιστορίας του Λέοντα είναι οι βασιλείες των στρατιωτικών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή.  Η ιστορία ξεκινάει με τον Νικηφόρο Φωκά να είναι ήδη καταξιώμενος Δομέστικος [των Σχολών] της Ανατολής επί βασιλείας Ρωμανού Β΄ και με τον αδελφό του Λέοντα Φωκά να είναι Δομέστικος [των Σχολών] της Δύσης. Το πρώτο πολεμικό γεγονός της ιστορίας είναι η επιτυχής εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά που οδήγησε στην κατάλυση του Αραβικού Εμιράτου της Κρήτης και στην ρωμαϊκή ανάκτηση της μεγαλονήσου (961 μ.Χ.). Το τελευταίο γεγονός της ιστορίας του Λέοντα είναι ο θάνατος του Ιωάννη Τσιμισκή (976 μ.Χ.) αν και, λίγες παραγράφους πριν το τέλος, ο Λέοντας αναφέρει συνοπτικά μερικά γεγονότα που συνέβησαν επί βασιλείας του Βασιλείου Β΄, όπως η ταπεινωτική ρωμαϊκή ήττα στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού (986 μ.Χ.) εναντίον των Βουλγάρων και οι αποστασίες του Βάρδα Σκληρού (976-979) και του Βάρδα Φωκά (987-989 μ.Χ.).

Επειδή, οι ημερομηνίες θα είναι πάντοτε μ.Χ., από εδώ και πέρα θα γράφω μόνο τον αριθμό του έτους.

Το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο της Ιστορίας του Λέοντα του Διακόνου μπορείτε να το κατεβάσετε ως pdf από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Byz-hist-Leo-Deacon

Την αγγλική μετάφραση (με εισαγωγή και αναλυτικές σημειώσεις) των Alice-Mary Talbot και Denis F. Sullivan (Dumbarton Oaks/Harvard University Press, 2005) μπορείτε να την κατεβάσετε σε pdf σε αυτόν εδώ τον σύνδεσμο (ευγενική προσφορά του Φερίστου Δώτορος Εάων Βατάλου).

Leo

Όπως θα εξηγήσω παρακάτω στα βιογραφικά στοιχεία, ο Λέων έγραψε την ιστορία του κατά την περίοδο 995-1000 και ήταν αυτόπτης μάρτυρας πολλών από τα γεγονότα που περιγράφει. Η ιστορία του, χωρισμένη σε δέκα βιβλία, είναι ενδιαφέρουσα γιατί περιγράφει έναν καλοεκπαιδευμένο Ρωμαϊκό στρατό που συμπεριφέρεται ακριβώς όπως συνιστούν τα Πολεμικά Εγχειρίδια του 10ου αιώνα, όπως τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού (~900), η «Στρατηγική Έκθεσις» του Νικηφόρου Φωκά (~965) και τα «Τακτικά» του Νικηφόρου Ουρανού (~1000).

Για τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού έχω κάνει τις δύο παρακάτω αναρτήσεις:

Η Λατινική Ορολογία στα «Τακτικά» του ΛΣ

Εθνολογικές Παρατηρήσεις στα «Τακτικά» ΛΣ

Για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Λέοντα, τα Ρωμαϊκά στρατεύματα του 10ου αιώνα είναι «δυσάντητα» (= δυσκόλως αντιμετωπίσιμα, ἀντάω), «δυσεκβίαστα» (= δυσνίκητα), «ἀκαταγώνιστα» και τα «φρίττει καὶ τέθηπε ἡ βάρβαρος» (τα τρέμει και τα θαυμάζει όλη η βάρβαρος οικουμένη). Στην Ιστορία του Λέοντα βλέπουμε το λεγόμενο Ακριτικό Ήθος, δηλαδή τόσο οι στρατηγοί όσο και οι απλοί στρατιώτες της Μικράς Ασίας είναι υπερήφανοι που είναι «ἀγαθοί τὰ πολέμια» (εμπειροπόλεμοι), «αἱμάτων ἄνδρες» (άνδρες βαπτισμένοι στο αίμα του πολέμου, αιμοβαφείς) και είναι υπερήφανοι που είναι «ὑπαίθριοι» (έχουν μεγαλώσει κάτω από τον αίθριο ουρανό) και δεν είναι «σκιατραφῆ ἀνδράρια» (~ «αναθρεμμένοι κάτω από την στέγη ~ στα σαλόνια»), όπως οι «τρυφηλοί Βυζάντιοι» (καλομαθημένοι Κων/πολίτες).

Η Στρατιωτική Ιστορία του 10ου Αιώνα

Ο δέκατος αιώνας ξεκινάει με την Ρωμαΐδα εξασθενισμένη και με την Βουλγαρία του Συμεών ως τον κύριο πρωταγωνιστή των Βαλκανίων. Η αποκορύφωση αυτής της κατάστασης είναι η ταπεινωτική Ρωμαϊκή ήττα στην μάχη της Αγχιάλου το 917 και ο ακόμα πιο ταπεινωτικός φόρος που οι Ρωμαίοι συμφώνησαν να πληρώνουν κάθε χρόνο στον Συμεών για να μην τους ενοχλεί. Οι διάδοχοι του Συμεών συνέχισαν να αποσπούν αυτόν τον φόρο μέχρι την άνοδο του Νικηφόρου Φωκά στον ρωμαϊκό θρόνο.

Ωστόσο, η αναβίωση της Τακτικής επιστήμης, οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις που την συνόδεψαν και η στρατολόγηση πολλών Αρμενίων που άρχισαν να συρρέουν στις ανατολικές ακριτικές περιοχές, άρχισαν να αποδίδουν καρπούς από το 930 και έπειτα. Το 934 ο αρμενικής καταγωγής στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας κατάκτησε την αραβοκρατούμενη Μελιτηνή και το 949 ακολούθησε η κατάκτηση της αραβοκρατούμενης Θεοδοσιουπόλεως (Erzurum). Στους μουσουλμάνους κατοίκους αυτών των δουρίκτητων περιοχών δόθηκε η ευκαιρία ή να φύγουν ή να εκχριστιανιστούν, ενώ έγινε και εγκατάσταση χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους οι μεταγενέστερες Αρμενικές πηγές χωρίζουν σε Αρμένιους (Hayer) σε «Έλληνες» (Yunakan, δηλαδή εθνοτικούς Ρωμαίους). Ο Νικηφόρος Φωκάς κατέκτησε τα Σαμόσατα το 958 και την Γερμανίκεια (γενέτειρα του Λέοντος Γ΄ του «Ισαύρου») το 962. Ήδη το 961 ο Φωκάς είχε ολοκληρώσει την ανάκτηση της Κρήτης, το 964-5 κατέκτησε την Κιλικία (Αδάνα, Ταρσός και 20 άλλα φρούρια) και, ταυτόχρονα, ανακτήθηκε πλήρως η Κύπρος που, για τρεις περίπου αιώνες, βρισκόταν σε ένα περίεργο Αραβο-Ρωμαϊκό condominium (συγκυριαρχία, οι φόροι του νησιού πήγαιναν μισοί στους Άραβες και μισοί στους Ρωμαίους). Η αποκορύφωση των ανατολικών εκστρατειών ήταν το 969 όταν ο Μιχαήλ Βούρτζης (χωρίς την έγκριση του Φωκά) κατέκτησε την Αντιόχεια. Το 966, ο Φωκάς αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο στους πρέσβεις των Βουλγάρων, τους οποίους τιμώρησε με ράπισμα για την «αυθάδειά» τους, κηρύττοντας πόλεμο στην Βουλγαρία. Ταυτόχρονα, έστειλε τον Καλοκυρό στους Ρώς του Κιέβου, για να εξασφαλίσει την συμμαχία τους κατά των Βουλγάρων. Ο «Σφενδοσλάβος» (Sviatoslav < Svętoslavŭ = «Ἱεροκλῆς») του Κιέβου εισέβαλε στην Βουλγαρία και κατέκτησε εύκολα την βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβα, κάνοντας την Πρεσλαβίτσα (κοντά στο δέλτα του Δούναβη) νέα πρωτεύουσα του Ρωσικού του κράτους. Οι Ρως συνέχισαν να επεκτείνονται απειλητικά στα Βαλκάνια (κατέκτησαν μέχρι και την Φιλιππούπολη) και, σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, ο Σβιάτοσλαβ έστειλε τελεσίγραφο στους Ρωμαίους συνιστώντας τους «να εγκαταλείψουν αμέσως την Ευρώπη που δεν τους ανήκε και να περιοριστούν στην Ασία!», ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος.

[6.10] Ὁ δὲ Σφενδοσλάβος, ταῖς κατὰ τῶν Μυσῶν νίκαις ἐπὶ μέγα αἰρόμενος, καὶ τῇ βαρβαρικῇ αὐθαδείᾳ ὑπέροπλα βρενθυόμενος […] ὑπεραύχους καὶ αὐθάδεις τὰς ἀποκρίσεις τοῖς πρέσβεσι Ῥωμαίων ἐξέφερε: […] ἀλλὰ τῆς Εύρώπης θᾶττον ἀφίστασθαι, ὡς μὴ προσηκούσης αὐτοῖς, καὶ πρὸς τὴν Ἀσίαν μετασκευάζεσθαι. Ἄλλως γὰρ μὴ οἴεσθαι, Ταυροσκύθας εἰς σπονδὰς Ῥωμαίων ξυμβήσεσθαι.

Με άλλα λόγια, με αυτό το τελεσίγραφο, αν δεν είναι βυζαντινό εφεύρημα για να δικαιολογηθεί η βυζαντινή εισβολή στην ρωσοκρατούμενη Βουλγαρία, ο Σβιατοσλάβος αρνείται να αναγνωρίσει όλη την ρωμαϊκή reconquista βαλκανικών εδαφών που πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά την περίοδο 740-840.

Whittow-700-917

Ο Ιωάννης Τσιμισκής, που ανέβηκε στον θρόνο το 969 δολοφονώντας τον θείο του Νικηφόρο Φωκά, το 970 κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώς, στέλνοντας με τη σειρά του το δικό του τελεσίγραφο, στο οποίο συνιστούσε στον Σβιατοσλάβο «να φύγει οικειοθελώς από την «Μυσία» που δεν του ανήκε και να επιστρέψει στην πατρίδα του, για να μην τον πετάξουν έξω με το ζόρι οι Ρωμαίοι!»

[6.10] Ἱωάννης δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, τὰς τοιαύτας ἀποκρίσεις τοῦ Σκύθου δεξάμενος, καὶ αὖθις τοῖς προαποεσταλμένοις ἀμείβεται τάδε: […] διὰ ταῦτα εἰσηγούμεθα τε ὑμῖν ὡς φίλοις, καὶ συμβουλεύομεν, ἐξαυτῆς ἀπαίρειν τῆς μηδέν τι προσηκούσης χώρας ὑμῖν, […] ἐν Χριστῷ γὰρ θαρρούμεν τῷ ἀθανάτῳ Θεῷ, ὡς, εἰ μὴ τῆς χώρας ἀπέλθοιτε, καὶ ἄκοντες παρ΄ἡμῶν ταύτης ἀπελαθήσεσθε!

Ο Τσιμισκής ηγήθηκε στην συνέχεια της ρωμαϊκής εισβολής στην ανατολική Βουλγαρία (970-971) που ολοκληρώθηκε με την εκδίωξη των Ρώσων από τα Βαλκάνια (η μεγαλύτερη μάχη αυτής της εκστρατείας ήταν η πολιορκία/μάχη του Δορυστόλου) και την επίσημη ρωμαϊκή κατάκτηση της Βουλγαρίας, η οποία επισφραγίστηκε με μια τελετή, στην οποία ο Τσάρος Βόρις Β΄ παρέδωσε τα «παράσημα» της βουλγαρικής βασιλείας στον Τσιμισκή και τιμήθηκε με το αξίωμα του πατρικίου. Οι Βούλγαροι ζουπάνοι που δεν αποδέχτηκαν την ρωμαϊκή κατάκτηση ανασυγκροτήθηκαν γύρω από τους αδελφούς «Κομητόπουλους» στα δυτικά βουλγαρικά εδάφη (Σκόπια, Οχρίδα), όπου τελικά ο Σαμουήλ ανακηρύχθηκε νέος Τσάρος Βουλγαρίας και αντιστάθηκε δυναμικά στην Ρωμαϊκή κατάκτηση. Η οριστική ρωμαϊκή κατάκτηση/προσάρτηση όλης της Βουλγαρίας έγινε το 1018. Επιστρέφοντας στον Τσιμισκή, μετά την βουλγαρική εκστρατεία 970-1, επέστρεψε στο ανατολικό θέατρο επιχειρήσεων, όπου κατάφερε να κατακτήσει τις παράκτιες πόλεις μέχρι την Σιδώνα και να αναγκάσει την Δαμασκό σε πληρωμή φόρου υποτέλειας στους Ρωμαίους.

Ο διάδοχος του Τσιμισκή Βασίλειος Β΄ αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει δύο αποστασίες εμπειροπόλεμων και δημοφιλών στρατηγών που αυτονόμησαν σχεδόν ολόκληρη την Μικρά Ασία (αυτήν του Βάρδα Σκληρού 976-979 και αυτήν του Βάρδα Φωκά 987-989) και, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίσει τους Βούλγαρους του Σαμουήλ, χωρίς να έχει στην διάθεσή του την στασιάζουσα πλειοψηφία των καλοεκπαιδευμένων Ανατολικών στρατευμάτων. Τελικά, ο Βασίλειος βγήκε από την δύσκολη θέση παντρεύοντας την αδελφή του Άννα με τον Βλαδίμηρο του Κιέβου, ο οποίος εκχριστιανίστηκε και έδωσε στον Βασίλειο τους Βαράγγους μισθοφόρους που αποτέλεσαν την κύρια «στρατιωτική χείρα» του Βασιλείου (ο όρος «χείρ» χρησιμοποιείται συχνά από τους βυζαντινούς συγγραφείς με την σημασία «στράτευμα/στρατός», λ.χ. ορισμός V εδώ).

Επειδή και στις δύο αποστασίες τα μικρασιατικά στρατεύματα σχεδόν σύσσωμα τάχθηκαν με τους στασιάζοντες μικρασιάτες στρατηγούς τους και όχι με τον νόμιμο βασιλέα της Κωνσταντινούπολης, στις τελευταίες δεκαετίες της βασιλείας του, ο Βασίλειος άρχισε μια διαδικασία αποδυνάμωσης της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Μικράς Ασίας, ώστε να μπορέσει να επαναφέρει τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινουπόλεως στην περιοχή. Από αυτήν την διαδικασία προέκυψε στα θέματα μια νέα «πολιτική» διοικητική ιεραρχία που απορρόφησε πολλές από τις πολιτικές εξουσίες της παραδοσιακής θεματοστρατιωτικής ιεαρχίας. Η βασικότερη παράπλευρη απώλεια αυτής της διαδικασίας ήταν η παρακμή του θεσμού των θεμάτων και η μικρασιατική στρατιωτική αποδιοργάνωση του 11ου αιώνα που, ενισχυμένη από τα οικονομικά προβλήματα του 11ου αιώνα και τις θρησκευτικές διαμάχες Ορθοδόξων και «αιρετικών» μιαφυσιτικών Αρμενίων, θα καταλήξει στην ήττα του Ματζικέρτ το 1071 και στην σελτζουκική κατάκτηση της Μικράς Ασίας.

Στα μέσα του 10ου αιώνα, τα μικρασιατικά στρατεύματα ήταν η ραχοκοκκαλιά του εθνικού Ρωμαϊκού στρατού που ήταν ο πιο πειθαρχημένος και εκσυγχρονισμένος στρατός της εποχής του. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, ο στρατός είχε πάψει να είναι εθνικός ρωμαϊκός θεσμός, ο μικρασιατικός στρατός είχε διαλυθεί πλήρως (η ραχοκοκαλιά του εναπομείναντος εθνικού στρατού ήταν πια οι Μακεδόνες [= Αδριανουπολίτες]) και οι αυτοκράτορες βασίζονταν ολοένα και περισότερο σε ξένους μισθοφόρους (Βαράγγους, Φράγκους, Τούρκους).

10th-ce

Για να καταλάβετε σε τι βαθμό ήρθαν τα πάνω κάτω κατά τον αιώνα 950-1050, θα παραθέσω δύο χωρία. Όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανακηρύχθηκε Βασιλέας των Ρωμαίων από τα στρατεύματά του στην Καππαδοκία και κίνησε μαζί με αυτά για την Κων/πολη, ώστε να παραλάβει επίσημα τον θρόνο, την εξουσία στην πρωτεύουσα ασκούσε ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας, ως επίτροπος της χήρας Θεοφανούς (όμορφη Λάκαινα εξ ασήμου γένους, κατά τον Λέοντα) και των ανήλικων γιων της (Βασίλειος Β΄ και Κωνσταντίνος Η΄).

Όταν ο Βρίγγας, λοιπόν, προσπάθησε να παροτρύνει τον Δομέστικο Δύσεως και μονοστράτηγο Μακεδονίας και Θράκης Μαριανό Αργυρό ν΄αντιμετωπίσει τα ανατολικά στρατεύματα του Φωκά με τα δικά του δυτικά στρατεύματά, ο δεύτερος -σύμφωνα με τον Λέοντα- απάντησε:

[3.2] ἔφη πρὸς τὸν λόγον ὁ Μαριανός: πίθηκον διερεθίζων καῖ προτρεπόμενος καθωπλισμένῳ γίγαντι διαμάχεσθαι, ὃν οὐ μόνο τὰ πρόσοικα φῦλα πέφρικε τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἀνίσχων τε καὶ δυόμενος ὁ ἥλιος ἐφορᾷ.

Μετάφραση: είναι σαν να παροτρύνεις έναν πίθηκο ν΄αντιμετωπίσει έναν καθωπλισμένο γίγαντα, τον οποίο τρέμουν όχι μόνο τα πρόσοικα (γειτονικά) των «εθνών» (βαρβάρων) φύλα, αλλά όλα τα φύλα των εθνών που βλέπουν τον ήλιο να ανατέλει και να δύει (δηλαδή ἅπαν τὸ βάρβαρον).

Ένα αιώνα μετά από αυτήν την δήλωση του αδριανουπολίτη Μαριανού Αργυρού, ο «καθωπλισμένος γίγας» ήταν πια ανύπαρκτος και οι «πίθηκοι» (αξιωματικοί του θέματος Μακεδονίας), γνωρίζοντας ότι πια διοικούσαν τα καλύτερα σώματα από τον εναπομείναντα εθνικό ρωμαϊκό στρατό, είχαν αναπτύξει τέτοια αλαζονεία, ώστε ο Ψελλός περιγράφει έναν από αυτούς (τον Λέοντα Τορνίκιο) ως «ἐρυγγάνοντα μακεδονικὴν μεγαλαυχίαν» (όταν μιλούσε, το στόμα του «βρομούσε» μακεδονική μεγαλαυχία).

[Ψελλός, Χρονογραφία, 6.99] τὸ μὲν ὄνομα Λέων, τὸ δὲ γένος Τορνίκιος, τὴν Ἀδριανούπολιν οἰκῶν, καὶ Μακεδονικὴν ἐρυγγάνων μεγαλαυχίαν,

Οι ρωμαϊκές κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν κατά την περίοδο 935-1025 φαίνονται στον παρακάτω χάρτη, όπου οι διακεκομμένες γραμμές δείχνουν το τελικό τους αποτέλεσμα. Πρόσθεσα την κόκκινη καμπύλη που χωρίζει τους Σερβοκροάτες, γιατί αυτοί δεν έγιναν ποτέ μέλη της Πολιτείας των Ρωμαίων, αλλά απλώς αναγνώρισαν τυπικά ότι ανήκαν στην σφαίρα ελέγχου του Βασιλείου Β΄. Για την Άννα Κομνηνή (λ.χ. [8.7.2-5] για το μεσαίχμιον και [9.10] για τον βάρβαρο Δαλματό/Σέρβο Βολκάνο/Vukan), το όρος «Ζυγός» (Kopaonik) ήταν ξεκάθαρα το «μεσαίχμιον» (σύνορο) που χώριζε την «ημεδαπή/ημέτερη Ρωμαϊκή χώρα» από την «βάρβαρη» Δαλματία. Όταν οι «Δαλματοί» επιτίθενται στην «ημεδαπή χώρα» θεωρούνται «παράσπονδοι» και όχι αποστάτες/στασιαστές.

map1

Τα Βιογραφικά Στοιχεία του Λέοντος του Διακόνου

Στην ιστορία του ο Λέων παραθέτει αρκετά βιογραφικά στοιχεία. Στην αρχή μας λέει ότι πατρίδα του ήταν το χωριό Καλόη (στο θέμα των Θρακησίων, σημερινό τουρκικό Keles), στις νότιες «κλιτῦς» (= πρόποδες) του όρους Τμώλος που κοιτάνε προς την άνω κοιλάδα του ποταμού Καΰστρου.

Kaloe

[1.1] ὁ δὲ ταῦτα συντάξας Λέων εἰμι Βασιλείου υἱός. Πατρὶς δέ μοι Καλόη, χωρίον τῆς Ἀσίας τὸ κάλλιστον, παρὰ τὰς κλιτῦς τοῦ Τμώλου ἀνῳκισμένον, ἀμφὶ τὰς πηγὰς τοῦ Καϋστρίου ποταμοῦ,

Η άλλη πληροφορία που μας παρέχει ο Λέων είναι ότι στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά ήταν «μειράκιον» (νεανίας) και ολοκλήρωνε την «συλλογήν λόγων» και την «ἐγκύκλιον παίδευσίν» του στην Κωνσταντινούπολη. Δηλαδή γύρω στο 965 πρέπει να ήταν περίπου 20 ετών.

[1.7] τότε δὲ καὶ αὐτὸς ἐπεχωρίαζον ὁ ταῦτα γράφοντι Βυζάντιος, έπὶ λόγων συλλογήν τε καὶ παίδευσιν, μειράκιον ὤν.

[1.11] τότε καὶ αὐτὸς ἐγὼ τῷ Βυζάντιῳ ἐπεχωρίαζον, μετιών τὴν ἐγκύκλιον παίδευσιν.

Ο Λέων έγραψε την ιστορία του μετά το 995 και πριν από το 1000, επειδή γράφει πως ο Βασίλειος Β΄ χρειάστηκε έξι χρόνια για να επιδιορθώσει τις ζημιές της Αγιασοφιάς που προκάλεσε ο σεισμός που συνέβη τον Οκτώβριο του 989 (άρα γράφει μετά το 989+6=995) και, από την άλλη, αρχίζει την ιστορία του αναφέροντας τις εσχατολογικές χριστιανικές ανησυχίες του τέλους της 1ης χιλιετίας. Πολλοί χριστιανοί πίστευαν ότι η δευτέρα παρουσία θα γινόταν 1000 χρόνια μετά την πρώτη έλευση του Χριστού, δηλαδή γύρω στο 1000) και ο Λέων γράφει πως «ίσως είμαστε στα πρόθυρα της Δευτέρας Καταβάσεως του Χριστού και το καράβι της ζωής ίσως φτάνει στον όρμο της συντέλειας».

[1.1] καὶ τὴν προσδοκωμένην δευτέραν κατάβασιν τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ ἐπὶ θύραις ἐγγίζειν. […] αὐτίκα καὶ κατὰ πόδας τὸ βιωτικὸν πορθμεῖον ἐν τῷ τῆς συντελείας ὅρμῳ ἐλλιμενίζειν,

Το 986 ακολούθησε –δυστυχώς, όπως ο  ίδιος τονίζει- τον Βασίλειο Β΄ ως διάκονος στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού όπου παραλίγο θα γινόταν παρανάλωμα της «Σκυθικής» (= βουλγαρικής) μάχαιρας, αν δεν τον έσωζε η θεία πρόνοια. 

[10.8] τότε δὴ καὶ αὐτὸς ὁ ταῦτα ἐκτραγῳδῶν ἐκεῖσε παρήμην, τῷ κρατοῦντι δυστυχῶς συνεπόμενος καὶ τῇ τοῦ διακόνου λειτουργίᾳ ὑπηρετούμενος. Καὶ κᾂν ἐξεχύθη μου παρὰ μικρὸν τὰ διαβήματα, καὶ μάχαιρας Σκυθικῆς γέγονα παρανάλωμα, εἰ μὴ με θεία τις ἐξ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου ἀπήγαγε πρόνοια,

Όσον αφορά το συγγραφικό του ύφος, ο Λέων επέλεξε ως βασικό πρότυπο μιμήσεως τον Αγαθία, ενώ δείχνει και στοιχεία από τον Προκόπιο, τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο. Η συχνή χρήση ομηρικών φρασημάτων δείχνει εξοικείωση με τα Ομηρικά Έπη. Φυσικά, όπως θα δείξω και στο εθνολογικό μέρος, η στάση του ως προς τους «Ἕλληνες» και την «θύραθεν/ἔξωθεν» παιδεία είναι τυπικά Χριστιανική και Ρωμαϊκή.

Ένα ιδιάζον γλωσσολογικό χαρακτηριστικό του Λέοντα που μου έκανε εντύπωση είναι η χρήση της προθέσεως πρὸς+γενική για την δήλωση της οργανικότητας. Η αρχαία Ελληνική χρησιμοποιούσε την πρόθεση ὑπό+γενική, ενώ εμείς στην Νεοελληνική χρησιμοποιούμε από+αιτιατική.

Παραθέτω μερικούς στίχους της Ιλιάδας και την νεοελληνική τους μετάφραση για να δείτε τι εννοώ.

[Ιλιάδα, 3.126-8]

οὕς ἑθεν εἵνεκ᾽ ἔπασχον ὑπ᾽ Ἄρηος παλαμάων·

[Ιλιάδα, 3.435-6]

ἀφραδέως, μή πως τάχ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῦ δουρὶ δαμήῃς

ἔπασχον ὑπ΄Ἄρηος παλαμάων = υπέφεραν από τις παλάμες του Άρη

μὴ πως τάχ΄ὑπ΄αὐτοῦ δουρὶ δαμήῃς = για να μην σκοτωθείς από αυτόν με δόρυ.

Ο Λέων ο Διάκονος χρησιμοποιεί μία μόνο φορά τον τύπο ὑπό+γενική, μία μόνο φορά τον τύπο ἀπό+γενική και, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιεί τον ιδιάζοντα τύπο πρὸς+γενική:

[7.2] οἵ γε πάντως ὑπὸ θεοβλαβείας παρακροτούμενοι

«οι οποίοι πλήχθηκαν εντελώς από θεοβλάβεια»

[8.10] νῦν ἀπὸ Ῥωμαίων αἰσχρῶς ἡττηθέντες

«να ηττηθούν τώρα αισχρώς από τους Ρωμαίους»

Τώρα προσέξτε όλες τις άλλες περιπτώσεις:

[2.5] λέγεται δὲ τοσοῦτον αὐτουργηθῆναι φόνον τοῦ βαρβαρικοῦ πλήθους πρὸς τῶν Ῥωμαίων,

«Λέγεται ότι σκοτώθηκαν τόσο πολλοί βάρβαροι από τους Ρωμαίους

[6.4] καὶ πρὸς τοῦ Πολυεύκτου στεφθείς,

«και [ο Τσιμισκής] στέφθηκε από τον [πατριάρχη] Πολύευκτο

[7.1] καὶ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ ἀναφανδόν ἀνερρήθη πρὸς τῶν συστασιωτῶν

«και ανακηρύχθηκε δημοσίως αυτοκράτωρ των Ρωμαίων από τους συστασιώτες

[7.6] Ὠηλέοντα, πρὸς δὲ τῆς ἀγροικικῆς ἱδιωτείας κεκλῆσθαι Γωλέοντα.

«Ωηλέων, που αποκλήθηκε δε Γωλέων από την αγροικική ιδιωτεία»

[8.2] ἀναμαθών τε πρὸς τῶν σκοπῶν,

«και έμαθε από τους σκοπούς

[8.6] ἥκειν Μυσοῖς τιμωρήσων, δεινὰ πεπόνθοσι πρὸς τῶν Σκυθῶν.

«ήρθε ως επιτιμήτωρ στους Μυσούς, που είχαν πάθει τόσα δεινά από τους Σκύθες»

[9.8] τοὺς πρὸς τῶν ἐναντίων κατακτεινόμενους ἐν τοῖς πολέμοις,

«αυτοί που σκοτώνονται στους πολέμους από τους ενάντιους

[9.6] εἴτε πρὸς Ἀναχάρσεως ταῦτα καὶ Ζαμόλξιδος, τῶν σφετέρων φιλοσόφων, μυηθέντες, εἴτε καὶ πρὸς τῶν τοῦ Ἀχιλλέως ἑταίρων.

«και έχουν μυηθεί σε αυτά είτε από τους φιλοσόφους τους Ανάχαρσι και Ζαμόλξι είτε από τους εταίρους του Αχιλλέα

[9.10] κυκλοθέντες τε πρὸς τοῦ Μαγίστρου Βάρδα

περικυκλώθηκαν από τον Μάγιστρο Βάρδα

[10.8] ἡ Τρωϊκὴ φάλαγξ πρὸς τῶν Ἀχαιῶν εἰς φυγὴν ἀγεννῆ συνεκλείετο.

«η Τρωική φάλαγγα τράπηκε από τους Αχαιούς σε αγεννή φυγή.»

Ένα άλλο ιδιάζον στοιχείο του Λέοντα είναι η χρήση λογίων νεολογισμών στην θέση των παραδοσιακών όρων. Έτσι οι κατάφρακτοι ονομάζονται «πανσίδηροι ἱππόται», οι δρόμωνες που εκτόξευαν το «ὑγρόν/Μηδικόν πῦρ» ονομάζονται «πυρφόροι τριήρεις», ενώ οι όροι «ὁμαίμων, ὅμαιμος, σύναιμος» χρησιμοποιούνται συνεχώς αντί του κοινότυπου «ἀδελφός».

[1.2] καὶ ταχυπλοήσας, πυρφόρους τε τριήρεις πλείστας ἐπαγόμενος, δρόμονας ταύτας Ῥωμαῖοι καλοῦσι,

[4.3] κατὰ μέτωπον μὲν τοὺς πανσιδήρους ἱππότας ἱστῶν

[2.1] Λέοντα τὸν Φωκᾶν, ὁμαίμονα τοῦ Νικηφόρου τελοῦντα,

[6.2] Λέων Κουροπαλάτης, ὁ τοῦ Νικηφόρου σύναιμος,

Ο Ρωμαϊκός στρατός του 10ου αιώνα

Η αγγλική έκδοση/μετάφραση της Ιστορίας του Λέοντα του Διακόνου των Talbot-Sullivan περιέχει ένα πολύ ωραίο εισαγωγικό κεφάλαιο για τον βυζαντινό στρατό του 10ου αιώνα, γραμμένο από τον George T. Dennis (που έχει μεταφράσει πολλά από τα «Τακτικά» συγγράμματα της περιόδου), στο οποίο παρουσιάζονται τα βασικά συμπεράσματα του Eric McGeer που εξειδικεύεται σε αυτό το θέμα.

Παραδοσιακά, ο ρωμαϊκός στρατός της περιόδου 750-900 διακρινόταν σε θέματα (= επαρχιακά εγχώρια στρατεύματα υπό την εξουσία του θεματικού στρατηγού) και τάγματα (= τα επίλεκτα στρατεύματα που ακολουθούσαν τον αυτοκράτορα σε εκστρατεία, τα οποία διοικούσε ο Δομέστικος των Σχολών). Αν και τα τάγματα δημιουργήθηκαν από τον Κωνσταντίνο «Κοπρώνυμο», στην πραγματικότητα είναι ο λειτουργικός διάδοχος των τετραρχικών Comitatenses και των μεταγενέστερων Praesentales, από τους οποίους προέκυψε το αρχικά μεγάλο θέμα του Οψικίου (Obsequium ~ ακολουθία) που, μετά την αποστασία του Αρταβάσδου, διασπάστηκε σε μικρό Οψίκιον, θέμα Οπτιμάτων και θέμα Βουκελλαρίων, ώστε να περιοριστεί η ισχύς του Κόμητος (και όχι στρατηγού) του Οψικίου.

Εν καιρό πολέμου, τα θεματικά στρατεύματα τελούσαν υπό την εξουσία του Δομέστικου των Σχολών, ο οποίος γινόταν «στρατηγός-αυτοκράτωρ». Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού Β΄ το αξίωμα του Δομέστικου των Σχολών διαιρέθηκε σε δύο νέα αξιώματα: Δομέστικος [των Σχολών] της Ανατολής/Εώας και Δομέστικος [των Σχολών] της Δύσης/Εσπέρας. Οι πρώτοι δύο γνωστοί τέτοιοι «διπλοί» Δομέστικοι ήταν οι αδελφοί Νικηφόρος και Λέων Φωκάς, των οποίων ο πατέρας Βάρδας Φωκάς και ο παππούς Νικηφόρος Φωκάς είχαν υπάρξει «μονοί» Δομέστικοι των Σχολών.

Η καινοτομία του 10ου αιώνα είναι ότι οι κατάφρακτοι (οι «πανσίδηροι ἱππόται» του Λέοντα) έχουν αυξηθεί σημαντικά σε αριθμό και έχουν εξελιχθεί στην βασική ρωμαϊκή μονάδα εφόδου. Εκτός από τους κατάφρακτους του Φωκά, ο Ιωάννης Τσιμισκής το 970 δημιούργησε και την ίλη των Αθανάτων που ο Λέων περιγράφει ως «ίλη γενναίων και νεανικών ανδρών» και «επιεικώς τεθωρακισμένη φάλαγγα» (κατάφρακτη ίλη):

[6.11] εὐθὺς οὖν ἴλην γενναίων καὶ νεανικῶν ἀνδρῶν ἐκλεξάμενος [ὁ βασιλεὺς], Ἀθανάτους τε τούτους κατονομάσας, περὶ ἁυτὸν εἶνα διεκελεύσατο.

[8.4] προπορευομένην ἔχων τὴν τῶν λεγομένων ἀθανάτων φάλαγγα, τεθωρακισμένην ἐπιεικῶς.

athanatoi

Αυτή η στρατιωτική στροφή προς το βαρύ ιππικό προκάλεσε και την αντίστοιχη ιδεολογική προσαρμογή. Η ιππομαχία στον Λέοντα παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν Ρωμαϊκός τρόπος πολέμου, και είναι ντροπή για τους Ρωμαίους να ηττηθούν «παρὰ πεζομαχοῦντος ἔθνους» όπως οι «Σκύθες»/Ρως που «ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότες». Οι Ρως φοβούνται να συμπλεχθούν με τους «πανσιδήρους ιππότες» και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την «ροπή» (=ορμή) τους. Ένα από τα στοιχεία που «αποδεικνύει» την σκυθική καταγωγή του Αχιλλέα είναι η πεζομαχία του. Εδώ έχουμε μια πλήρη αντιστροφή του «σκυθικού» προτύπου. Οι «Σκύθαι» (συνήθως νομαδικά τουρκικά φύλα των στεπών) της βυζαντινής ιστοριογραφίας είναι οι κατεξοχήν «ἱπποτοξόται», όπως οι αρχαίοι ιρανόφωνοι Σκύθες του Ηροδότου. Εδώ οι «Σκύθαι» Ρως «ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότες».

[8.10] Ῥωμαίοις δὲ αἰδώς τις εἰσῄ ει καὶ νέμεσις, εἰ τὸ ἀντίξουν ἅπαν ὅπλοις καὶ τῇ σφῶν ἀρετῇ καταστρεφόμενοι, νῦν ἀπέλθοιεν, παρὰ πεζομαχοῦντος ἔθνους, ἱππάζεσθαι μηδόλως εἰδότος, καταγωνισθέντες, ὥς τινες ἔργων μάχης ἀνάσκητοι καὶ τοσοῦτον αὑτοῖς ἐν ἀκαρεῖ κλέος οἰχήσεται.

[9.7] Τότε δὲ ἤδη διανισχούσης ἡμέρας βουλὴν ὁ Σφενδοσθλάβος τῶν ἀρίστων ἐκάθιζεν, […] Οἱ μὲν ἀωρὶ συνεβούλευον τῶν νυκτῶν, έπιβάντες πλοίων, […] μὴ γὰρ οἵους τε καθηστάναι ἱππόταις πανσιδήροις ἀνδράσι συμπλέκεσθαι,

[9.10] Ῥωμαῖοι δὲ, τῷ προπορευομένῳ θείῳ ἀνδρὶ ἐφεπόμενοι, τοῖς ἐναντίοις συμπλέκονται, καὶ καρτερᾶς μάχης σύστασης, οὐκ ἐνεγκόντες τὴν τῆς ἱππικῆς φάλαγγος οἱ Σκύθαι ῥοπὴν, κυκλοθέντες τε πρὸς τοῦ Μαγίστρου Βάρδα, Σκληρὸς ἡ ἐπίκλησις – ἐκεῖνος γὰρ μετὰ τοῦ συνεπομένου πλήθους τὴν κύκλωσιν ἐποιήσατο- ἐς φυγὴν ἔκλιναν,

[9.6] Σκύθην Ἀχιλλέα […] τεκμήρια τοῦ λόγου σαφῆ ἥ, τε τῆς ἀμπεχόνης σὺν τῇ πόρπῃ σκευὴ, καὶ ἡ πεζομαχία, καὶ ἡ πυρσὴ κόμη, καὶ οἱ γλαυκιῶντες ὀφθαλμοὶ, καὶ τὸ ἀπονενοημένον, καὶ θυμοειδὲς, καὶ ὠμόν.

Το πεζικό ήταν σχεδόν διπλάσιο σε αριθμό από το ιππικό (ελαφρό και βαρύ) και η βασική εκστρατευτική μονάδα του πεζικού ήταν η ταξιαρχία, την οποία ιδανικά απάρτιζαν 1000 στρατιώτες:

400 βαρείς πεζικάριοι οπλισμένοι με ασπίδες και δόρατα

300 τοξότες

200 ελαφροί πεζικάριοι/ακροβολιστές

100 μεναυλάτοι

Οι μεναυλάτοι ήταν μία καινοτομία του 10ου αιώνα και ήταν οι χειριστές των μεναύλων/μεναυλίων. Μέχρι και τις αρχές του 10ου αιώνα, ο όρος μέναυλον/μεναύλιον δήλωνε κατά κανόνα ένα «ρικτάριον/βέλεμνον» που χρησιμοποιούσαν οι ακροβολιστές. Ο όρος προέρχεται από το λατινικό vēnābulum = «κυνηγητικό δόρυ, καπροβόλον/σιβύνη» που κυριολεκτικά σημαίνει «κυνήγηθλον» (vēnor = «κυνηγώ» + ΙΕ οργανικό επίθημα *-dhlom > -bulum/-θλον). Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για τα ΙΕ οργανικά επιθήματα *-trom/*-dhlom κλπ.

vēnābulum > venablum > *βέναβλον/βέναυλον > μέναυλον/μεναύλιον

λόγω ρινικής αφομοίωσης v..n>m..n (λ.χ. *h2egwnos > *ἀβνός > ἀμνός, ἔρεβος > ἐρεβνός > ἐρεμνός, *swop-nos > somnus και govĭno > govno ~ gomno).

Σημειώνω εδώ ότι τόσο το ρήμα όσο και το λατινικό nomen agentis vēnātor = «κυνηγός» επιβιώνουν στους δύο κλάδους της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής:

Ρουμανικά: vâna = «κυνηγώ», vânător = «κυνήγός»

Βλαχικά/Αρουμανικά: avinu = «κυνηγώ», avinãtor[u] = «κυνηγός»

venator

Κατά την διάρκεια του 10ου αιώνα, ο όρος μέναυλον/μεναύλιον άρχισε να δηλώνει ένα χοντρό και μακρό ακόντιο που θύμιζε την μακεδονική σάρισσα. Οι μεναυλάτοι, λοιπόν, του 10ου αιώνα, σύμφωνα με τον Eric McGeer, ήταν το «ἔρυμα/ἄλκαρ» στην έφοδο του αντίπαλου βαρέος ιππικού. Όταν το αντίπαλο βαρύ ιππικό ξεκινούσε την έφοδό του κατά του ρωμαϊκού πεζικού, οι μεναυλάτοι κάθε ταξιαρχίας πήγαιναν μπροστά και σχημάτιζαν ένα τείχος προβεβλημένων μεναύλων, πάνω στο οποίο τα άλογα -λόγω ενστίκτου- απέφευγαν να πέσουν. Αντίθετα με τον McGeer, ο Αναστασιάδης πιστεύει ότι το μέναυλον/μεναύλιον συνέχισε να είναι «ρικτάριον» και στα μέσα του 10ου αιώνα.

menaulon

Αν ο McGeer έχει δίκαιο για την «αντιεφοδική» λειτουργία των μεναυλάτων κατά τον 10ο αιώνα, τότε έχουμε ένα ολοφάνερο σημάδι της στρατιωτικής παρακμής κατά τον 11ο αιώνα, όταν η Άννα Κομνηνή χαρακτήρισε την πρώτη έφοδο του Νορμανδικού βαρέος ιππικού «ανύποιστη» (= ανεπίσχετη, αναντιμετώπιστη) και περιγράφει τον νεοστεφή Αλέξιο να ηττάται τέσσερεις συνεχόμενες φορές από τον Βοημούνδο, μην μπορώντας να την αντιμετωπίσει (διαβάστε λ.χ. το Β.3 εδώ).

Το άλλο χαρακτηριστικό των ρωμαϊκών στρατευμάτων του 10ου αιώνα είναι η συχνή εκγύμναση/εξάσκηση/εκπαίδευσή τους. Ο Λέων ο σοφός αναφέρει 12 περιπτώσεις στρατιωτικής εκγύμνασης, οι 7 από τις οποίες είναι σε στρατεύματα που διοικεί ο Νικηφόρος Φωκάς (και οι 3 από αυτές τις 7 είναι αναφορές στην ἐν Κρήτῃ διαχείμαση του 960/1). Θα περιγράψω αυτές τις 7 περιπτώσεις επί διοικήσεως Νικηφόρου Φωκά ως παράδειγμα.

Ο Νικηφόρος Φωκάς διαχείμασε τον στρατό του στην Κρήτη αναβάλλοντας για την άνοιξη την έναρξη της τελικής πολιορκίας του Χάνδακα (το μόνο αραβικό οχυρό που δεν είχε πέσει πριν τον χειμώνα) και, κατά την διάρκεια του χειμώνα, διεγύμναζε τον στρατό του καθημερινά βελτιώνοντας την εμπειρία του:

[1.9] καὶ τοῦτον κυκλόθεν ἑρκίῳ καὶ ταφρείᾳ ἱκανῶς ὀχυρώσας, τὸν τε στρατὸν διεγύμναζε, καὶ ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις πολλὴν τὴν ἐμπειρίαν ταῖς φάλαγξιν ἀπετίθετο,

[2.1] αὐτόθι τε διεχείμαζε, καὶ τὸν στρατὸν ὁσημέραι τῷ πολεμεῖν ἐξεπαίδευεν

[2.6] ὡς τῇ τῶν Κρητῶν πελάσας ἐκεῖ διεχείμαζε, καὶ τὸν στρατὸν τὰ πολεμικὰ διεγύμναζε,

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης, ο Νικηφόρος Φωκάς πάντοτε συνέλεξε τους στρατιώτες του στην Καππαδοκία όπου τους εξασκούσε καθημερινά και «έθηγε» (ακόνιζε) τον θυμό τους (το τσαγανό τους) προετοιμάζοντάς τους για την κατακτητική εκστρατεία στην Κιλικία:

[3.1] τοῦ Βυζαντίου ἀπάρας ὁ Νικηφόρος […] καὶ πρὸς τὴν Καππαδόκῶν ἀφικόμενος […] ]τὸν στρατὸν πανσυδὶ ὡς αὑτὸν συνεγείρων καὶ ἐκκαλούμενος. Ἐν ᾦ δὲ συνήρχετο τὰ στρατεύματα, τοὺς ἀμφ΄ἑαυτὸν ἐξήσκει τὰ πολέμια, καὶ τὸν θυμόν ἔθηγε, καὶ ἐπερρώνυε ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις, καὶ τὴν ἐνόπλιον ἐξεπαίδευε περιδίνησιν, […] ἐφ΄ἵππων τε ὑπεράλλεσθαι, καὶ τόξοις βάλλειν κατὰ σκοπὸν, καὶ ἀκοντίζειν εὐστοχώτατα. […] Ἐν ὧ δὲ ὁ στρατηγός ἐξεπαίδευε τὸν στρατὸν, καὶ τὴν ἄφιξιν τῆς λοιπῆς στρατιᾶς ἐξεδέχετο – δεδογμένον γὰρ ἦν αὐτῷ, κατὰ τοῦ Χαμβδᾶν καὶ τῶν Ταρσέων ἐκστρατεύειν ὡς μάλιστα-

Όταν διαχείμασε με τα στρατεύματά του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανακηρύχθηκε επίσημα βασιλέας, ο Νικηφόρος Φωκάς δεν έχασε χρόνο και συνέχισε να τα εξασκεί καθημερινά, για να μην μειονεκτήσουν ως προς τους αντιπάλους τους:

[3.9] αὐτὸς δὲ παρὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν διαχειμάζων, […] ὅσον τε θέραπευτικὸν καὶ οἰκίδιον τοῦτῳ παρείπετο, ἐξήσκει τὰ πολεμιὰ ταῖς καθ΄ἡμέραν μελέταις ὡς μάλιστα, τόξον τε ἀνεπισφαλῶς ἐκτείνειν, καὶ τὸν ὀϊστὸν τῷ μαζῷ ἐρίειν, εὐστόχως τε βάλλειν κατὰ σκοπὸν, καὶ τὰ δόρατα κραδαίνειν καὶ περιελίσσειν εὐπετῶς τῇ δε κακεῖσε, ξίφη τε εὐθυβόλως κατὰ τὸν ἀέρα περιστρέφειν, καὶ ἵππων κούφως ὑπεράλλεσθαι. Ὡς ἐν καιρῷ τῶν ἀγώνων μὴ φαίνοιτο τῶν ἐναντίων μειονεκτοῦν.

Κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Κιλικία, ο Νικηφόρος Φωκάς συνέχισε να εκγυμνάζει «ἀκριβῶς» τον στρατό, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την κατάκτηση της Ταρσού (η μόνη πόλη της Κιλικίας που δεν είχε ακόμα πέσει)

[4.1] τῷ τοι καὶ τὰ ἐς τὰς μάχας τοὺς περὶ αὑτὸν διεγύμναζεν ἀκριβῶς, καὶ τὴν τοῦ ἔτους ὥραν ἧστο προσεκδεχόμενος.

Αφού ο Νικηφόρος Φωκάς διέταξε το ράπισμα των «αυθαδών» Βουλγάρων πρέσβεων κηρύττοντάς τους τον πόλεμο, στην συνέχεια διέκοψε τα θεάματα στον ιππόδρομο και έφερε μέσα σ΄αυτόν τα στρατεύματά του για εκγύμναση που περιελάμβανε και εικονική μάχη. Όταν οι  «τρυφηλοί» Βυζάντιοι -που ήταν «πολεμικῶν ἔργων ἀγνῶτες»- είδαν τους ακρίτες να εκγυμνάζονται με εικονική μάχη, τρόμαξαν και ποδοπατήθηκαν προσπαθώντας να βγουν από τον ιππόδρομο.

[4.6] αὑτὸς δὲ παρὰ τὸ θέατρον ἀναβὰς, ἱππικὸν ἀγῶνα καθῆστο τελῶν, Καὶ δῆτα τοῖς περὶ αὑτὸν στρατιώταις ἐκέλευε, καταβάντας ἐπὶ τὸ στάδιον καὶ εἰς ἀντιπάλους ἀποκριθέντας φάλαγγας σπασαμένους τα ξίφη, κατὰ παιδιὰν ἐπαλλήλοις χωρεῖν, καὶ ταύτῃ γυμνάσασθαι πρὸς τὸν πόλεμον. Βυζάντιοι δὲ, πολεμικῶν ἔργων ἀγνῶτες τυγχάνοντες, τὴν τῶν ξιφῶν καταπλαγέντες αὐγὴν, καὶ τὴν ὁμόσε τῶν στρατιωτῶν ὁρμὴν καὶ τὸν πάταγον ὑποδείσαντες, ἐκδειματωθέντες δὲ τῷ καινῷ τοῦ θεάματος, εἰς φυγὴν ἐτράποντο καὶ πρὸς τὰς σφῶν οἰκίας ἀπέτρεχον. Ἐκ δὲ τοῦ ὠθισμοῦ καὶ τῆς ἀτάκτου φορᾶς οὐκ ὀλίγος φόνος συμβέβηκε, πλείστων συμπατηθέντων καὶ ἀποπνιγέντων οἰκτρῶς.

Εκτός από την εκγύμναση των στρατιωτών όταν τους είχε μαζί του, ο Νικηφόρος Φωκάς έδινε στους στρατιώτες του και «ασκήσεις για το σπίτι», όταν μετά το τέλος της πολεμικής περιόδου θα διαχείμαζαν στα σπίτια τους. Το «ἔαρ/ἦρ» (άνοιξη) που θα επέστρεψαν, έπρεπε να είχαν την πανοπλία επισκευασμένη, το ξίφος παραθηγμένο και τον ίππο επιμελημένο. Επιπλέον, βλέποντας τους στρατιώτες του σαν «φιλοπάτορα παιδιά» του, τους συμβούλεψε σαν «φιλόπαις πατήρ» να μην περιπέσουν σε «ῥᾳστώνην καὶ τρυφήν», αλλά «ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν».

[3.5] εὔνοιαν οὖν ἔχων ὥς τις φιλόπαις πατὴρ, συμβουλεύω πᾶσιν ὑμῖν ὡς υἱοῖς φιλοπάτορσι, μὴ πρὸς ῥᾳστώνην καὶ τρυφὴν ἀπιδεῖν, ἀλλ΄ἐγρηγορέναι καὶ νήφειν,

[3.11] φιλοφρονησάμενος ἐκέλευσεν ἐπὶ τὰ οἴκοι παλινδρομεῖν, μεμνῆσθαι τε αὖθις τῆς πρὸς αὑτὸν ἐπανόδου τοῦ ἦρος προκύπτοντος, τὰς πανοπλίας ἐπισκευασαμένους, παραθηξαμένους τε τὰ ξίφη, καὶ τῶν ἵππων ἐπιμελησαμένους ὡς μάλιστα. Οὕτως μὲν ἡ πληθὺς πρὸς οἶκον ἐχώρει.

Το άλλο πράγμα που χαρακτήριζε τον Φωκά ήταν η άκαμπτη πειθαρχία, όπως δείχνει το παρακάτω παράδειγμα ρινοτομίας/ρινοτμήσεως αξιωματικού.

Καθώς ο στρατός διέσχιζε την οροσειρά του Ταύρου, ένας στρατιώτης έχασε τον θυρεό (ασπίδα) του στον γκρεμό (ο Λέων γράφει ότι την πέταξε εσκεμμένα για να μπορέσει παρακάτω να τον χαρακτηρίσει ως «ῥιψάσπιδα») και συνέχισε να περπατά χωρίς να πάει να την πάρει. Ο Φωκάς ζήτησε να του φέρουν τον λοχαγό στον οποίο λογοδοτούσε ο «ρίψασπις» και του ζήτησε να τον συλλάβει. Αφού ο Φωκάς «έβγαλε στην αναφορά» τον ριψάσπιδα, χαρακτηρίζοντάς τον «αγεννή», διέταξε τον λοχαγό του να τον τιμωρήσει με ρινοτομία. Ο λοχαγός «είτε επειδή ήταν καλός χριστιανός είτε επειδή χρηματίστηκε από τον στρατιώτη» δεν εφάρμοσε την τιμωρία και άφησε τον ριψάσπιδα «ασινή». Όταν μετά από λίγο καιρό ο Φωκάς είδε τυχαία τον ριψάσπιδα αρινότμητο, επέπληξε σφόδρα τον λοχαγό για την ανυπακοή του και τιμώρησε αυτόν με ρινοτομία!

[4.2] Ἐν ὧ δὲ τὴν πορείαν διένυε, τῶν ψιλῶν τις στρατιωτῶν, πρὸς τὴν δυσχωρίαν ὀκλάσας -ἔτυχε γὰρ δι΄αὐλῶνος τὴν στρατία βαθυτάτου- […] τὸν ὅν ἐπὶ τὸν ὦμον ἔφερε θυρεὸν, κατὰ τὴν ὁδὸν ἀπέρριψεν ἀποφορτισάμενος. Ἐπεὶ δὲ παροδεύων ὁ βασιλεὺς τοῦτον τοῖς ὀφθαλμοῖς καθεώρακε […] ὑπό τίνα τῶν λοχαγῶν διηρευνᾶτο ταττόμενος […] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ […] τῷ λοχαγῷ ἐγκελεύεται, ἐκτεμόντι τε καὶ τὴν ῥῖνα θεατρίσαι κατὰ τὸ στρατόπεδον. Ἐκεῖνος δὲ, εἴτε οἴκτῳ ληφθείς πρὸς τὸν ἄνθρωπον, εἴτε καὶ δώρων ἐπιβολῇ χαυνωθεὶς, ἀσινῆ διαφῆκε τὸν ἄνδρα. […] ὁ βασιλεὺς […] σφοδρῶς οὖν αἰκίσας τὸν λοχαγὸν καὶ τῆς ῥινός ἀφελόμενος,

Σταματώ εδώ την πρώτη ανάρτηση της σειράς. Η επόμενη ανάρτηση θα έχει θέμα τις εθνολογικές παρατηρήσεις.

4 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Ο μεταβατικός ρωμαϊκός αιώνας (235-337) #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση προσπάθησα να παρουσιάσω τα βασικά πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα του μεταβατικού ρωμαϊκού αιώνα. Στην σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω συνοπτικά την χριστιανική ιστορία της περιόδου και θα πω δυο λόγια για τις μεταρρυθμίσεις που ίσως ξεκίνησαν από τον Διοκλητιανό, αλλά σίγουρα ολοκληρώθηκαν κατά την μονοκρατορική περίοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Όπως θα καταλάβετε και μόνοι σας, χρησιμοποιώ συχνά το βιβλίο του David S. Potter “The Roman Empire at Bay: AD 180-395” που είναι τόσο αναλυτικό (ειδικά με τις θρησκείες και τις αιρέσεις) που γίνεται κουραστικό σε όποιον ασχολείται για πρώτη φορά με την ιστορία της περιόδου και ενδιαφέρεται να μάθει πρώτα τα χοντρά. Εγώ θυμάμαι όταν το αγόρασα και έφτασα στις θρησκείες του 3ου αιώνα, το εγκατέλειψα και άρχισα να διαβάζω το “A History of the Later Roman Empire: AD 284-641” του Stephen Mitchell που έχει το καλό ότι δεν κουράζει τόσο τον αναγνώστη με τα κοινωνικο-θρησκευτικά. Βέβαια όταν μετά από 3 χρόνια που είχα παρατήσει το βιβλίο του Potter στην βιβλιοθήκη, το ξανάπιασα με σκοπό να τον τελειώσω, τότε κατάλαβα τι παραπάνω προσέφερε το βιβλίο του.

Ο David S. Potter είναι αυτός που μιλάει παρακάτω στο [02:32].

Η Χριστιανική Ιστορία της Περιόδου

Από θρησκευτική άποψη, ο μεταβατικός αιώνας έχει ενδιαφέρον γιατί ο Χριστιανισμός υπέστη δύο μεγάλους διωγμούς, χωρίς όμως αυτό να τον εμποδίσει στο να είναι η πιο ραγδαία αναπτυσσόμενη θρησκεία της περιόδου. Δυστυχώς, μπορούμε να κάνουμε μόνο εύλογες υποθέσεις για την δημογραφική εξάπλωση του Χριστιανισμού σε αυτήν την περίοδο. Ο David Potter θεωρεί εύλογη την εκτίμηση του Keith Hopkins, η οποία είναι πάνω κάτω ίδια με την εκτίμηση του Rodney Stark. Σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, γύρω στο 250, οι Χριστιανοί αποτελούσαν περίπου το 2% του συνολικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Γύρω στο 300, το ποσοστό τους είχε αυξηθεί γύρω στο 10% του πληθυσμού (περίπου 6 εκατομμύρια σε περίπου 60 εκατομμύρια πληθυσμό), ενώ γύρω στο 350, το ποσοστό τους άγγιζε το 50% του συνολικού πληθυσμού.

Hopkins-number

Με άλλα λόγια, βάσει αυτών των εκτιμήσεων, κατά τον αιώνα 250-350, οι αναπτυσσόμενες χριστιανικές κοινότητες πενταπλασίαζαν το δημογραφικό ποσοστό τους κάθε 50 χρόνια (2%>10% και 10%>50%), κάτι που σημαίνει ότι διπλασίαζαν το ποσοστό τους σχεδόν κάθε 21 χρόνια.

Αν κάποιος αναρωτιέται πως βγαίνει το ~21 τα πράγματα έχουν ως εξής:

πενταπλασιασμός κάθε 50 χρόνια > exp[λ(t+50)]= 5*exp(λt) => exp(50λ)=5 => 50λ=ln5

χρόνος διπλασιασμού T: exp[λ(t+T)]= 2*exp(λt) => exp(λΤ)=2 => λΤ=ln2 => T= 50*ln2/ln5 ~ 21,533

Κάποιος που είχε γεννηθεί το 271 όταν, βάσει των παραπάνω εκτιμήσεων, το ποσοστό των χριστιανών ήταν 4%, το 313 που θα ήταν 42 ετών, θα ζούσε σε μια πραγματικότητα όπου το ποσοστό των χριστιανών είχε γίνει 16%. Οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της Τετραρχικής Περιόδου, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορούσαν πια να αγνοήσουν τους χριστιανούς! Αυτό είναι το πρώτο βασικό συμπέρασμα που πρέπει να έχουμε κατά νου όταν εξετάζουμε τις πράξεις αυτών των ανδρών. Το δεύτερο βασικό συμπέρασμα είναι ότι το ποσοστό των χριστιανών ήταν μεγαλύτερο στις ανατολικές επαρχίες σε σχέση με τις δυτικές. Όταν εκτιμούμε γενικά το ποσοστό των χριστιανών στο 313 γύρω στο 16%, αυτό σημαίνει ότι στις περιοχές της Praefectura Praetorio Orientis το ποσοστό των χριστιανών ίσως και να ξεπερνούσε το 20% ενώ, την ίδια στιγμή, στις περιοχές της Praefectura Praetorio Galliarum το ίδιο ποσοστό ίσως μόλις να άγγιζε το 10%.

christianity-east-west

Όπως ανέφερα ήδη παραπάνω, κατά την περίοδο 235-337 συνέβησαν δύο Χριστιανικοί Διωγμοί: ο πρώτος είναι ο λεγόμενος Διωγμός του Δεκίου (250) και ο δεύτερος είναι ο Μεγάλος Διωγμός του Διοκλητιανού (303). Γνωρίζουμε ότι ο Καίσαρας Κωνστάντιος Χλωρός στις δυτικότερες επαρχίες εφάρμοσε πολύ πιο ήπια και εν μέρει το διωκτικό πρόγραμμα του διατάγματος του Διοκλητιανού. Ίσως αυτό να οφείλεται στο δεύτερο βασικό συμπέρασμα που εξήγησα παραπάνω: ενώ στις ανατολικότερες επαρχίες που διοικούσε ο Διοκλητιανός οι χριστιανοί ήταν μια πραγματικότητα που δεν μπορούσε πια να αγνοηθεί, στις δυτικότερες επαρχίες του Κωνσταντίου οι λιγότεροι χριστιανοί μπορούσαν ακόμα να αγνοηθούν. Βέβαια, η διαφορετική συμπεριφορά των δύο Τετραρχών μπορεί να οφείλεται και σε διαφορά των προσωπικών τους πεποιθήσεων.

Constnatius-unwilling

Ο λόγος για τον οποίο καταδιώχθηκαν οι Χριστιανοί και στους δύο διωγμούς ήταν επειδή δεν συμμετείχαν στις θυσίες προς τους παραδοσιακούς θεούς που συνόδευαν τις ευχές για το καλό της αυτοκρατορίας. Η αποχή τους από αυτές τις θυσίες θεωρήθηκε πράξη προδοσίας.

Μετά από τον μεγάλο διωγμό του Διοκλητιανού ακολούθησαν τα Διατάγματα που αναγνώρισαν τον Χριστιανισμο ως religio licita = «νόμιμη θρησκεία». Ο πρώτος τετραρχικός ηγεμόνας που εξέδωσε τέτοιο Διάταγμα νομιμοποίησης ήταν ο Γαλέριος το 311 στην Σερδική (Σόφια) όταν, για πρώτη φορά, ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε επίσημα ως religio licita.

Ο Λακτάντιος διέσωσε τα λόγια του Διατάγματος:

[De Mortibus Persecutorum, 34-36]

Et iam deficiens edictum misit huiusmodi:

[34] “Inter cetera quae pro rei publicae semper commodis atque utilitate disponimus, nos quidem volueramus antehac iuxta leges veteres et publicam disciplinam Romanorum cuncta corrigere atque id providere, ut etiam Christiani, qui parentum suorum reliquerant sectam, ad bonas mentes redirent, siquidem quadam ratione tanta eosdem Christianos voluntas invasisset et tanta stultitia occupasset, ut non illa veterum instituta sequerentur, quae forsitan primum parentas eorundem constituerant, sed pro arbitrio suo atque ut isdem erat libitum, ita sibimet leges facerent quas observarent, et per diversa varios populos congregarent. Denique cum eiusmodi nostra iussio extitisset, ut ad veterum se instituta conferrent, multi periculo subiugati, multi etiam deturbati sunt. Atque cum plurimi in proposito perseverarent ac videremus nec diis eosdem cultum ac religionem debitam exhibere nec Christianorum deum observare, contemplatione mitissimae nostrae clementiae intuentes et consuetudinem sempiternam, qua solemus cunctis hominibus veniam indulgere, promptissimam in his quoque indulgentiam nostram credidimus porrigendam. Ut denuo sint Christiani et conventicula sua componant, ita ut ne quid contra disciplinam agant. <Per> aliam autem epistolam iudicibus significaturi sumus quid debeant observare. Unde iuxta hanc indulgentiam nostram debebunt deum suum orare pro salute nostra et rei publicae ac sua, ut undique versum res publica praestetur incolumis et securi vivere in sedibus suis possint.”

[35] Hoc edictum proponitur Nicomediae pridie Kalendas Maias ipso octies et Maximino iterum consulibus.

Ο Ευσέβιος παραθέτει την ελληνική μετάφραση στην Εκκλησιαστική του Ιστορία:

[8.17.6-11]

μεταξὺ τῶν λοιπῶν, ἅπερ ὑπὲρ τοῦ χρησίμου καὶ λυσιτελοῦς τοῖς δημοσίοις διατυπούμεθα, ἡμεῖς μὲν βεβουλήμεθα πρότερον κατὰ τοὺς ἀρχαίους νόμους καὶ τὴν δημοσίαν ἐπιστήμην τὴν τῶν Ῥωμαίων ἅπαντα ἐπανορθώσασθαι καὶ τούτου πρόνοιαν ποιήσασθαι ἵνα καὶ οἱ Χριστιανοί, οἵτινες τῶν γονέων τῶν ἑαυτῶν καταλελοίπασιν τὴν αἵρεσιν, εἰς ἀγαθὴν πρόθεσιν ἐπανέλθοιεν: ἐπείπερ τινὶ λογισμῷ τοσαύτη αὐτοὺς πλεονεξία κατεσχήκει καὶ ἄνοια κατειλήφει ὡς μὴ ἕπεσθαι τοῖς ὑπὸ τῶν πάλαι καταδειχθεῖσιν, ἅπερ ἴσως πρότερον καὶ οἱ γονεῖς αὐτῶν ᾖσαν καταστήσαντες, ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτῶν πρόθεσιν καὶ ὡς ἕκαστος ἐβούλετο, οὕτως ἑαυτοῖς καὶ νόμους ποιῆσαι καὶ τούτους παραφυλάσσειν καὶ ἐν διαφόροις διάφορα πλήθη συνάγειν. τοιγαροῦν τοιούτου ὑφ̓ ἡμῶν προστάγματος παρακολουθήσαντος ὥστε ἐπὶ τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων κατασταθέντα ἑαυτοὺς μεταστήσαιεν, πλεῖστοι μὲν κινδύνῳ ὑποβληθέντες, πλεῖστοι δὲ ταραχθέντες παντοίους θανάτους ὑπέφερον: καὶ ἐπειδὴ τῶν πολλῶν τῇ αὐτῇ ἀπονοίᾳ διαμενόντων ἑωρῶμεν μήτε τοῖς θεοῖς τοῖς ἐπουρανίοις τὴν ὀφειλομένην θρῃσκείαν προσάγειν αὐτοὺς μήτε τῷ τῶν Χριστιανῶν προσέχειν, ἀφορῶντες εἰς τὴν ἡμετέραν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν διηνεκῆ συνήθειαν δἰ ἧς εἰώθαμεν ἅπασιν ἀνθρώποις συγγνώμην ἀπονέμειν, προθυμότατα καὶ ἐν τούτῳ τὴν συγχώρησιν τὴν ἡμετέραν ἐπεκτεῖναι δεῖν ἐνομίσαμεν, ἵνα αὖθις ὦσιν Χριστιανοὶ καὶ τοὺς οἴκους ἐν οἷς συνήγοντο, συνθῶσιν οὕτως ὥστε μηδὲν ὑπεναντίον τῆς ἐπιστήμης αὐτοὺς πράττειν. δἰ ἑτέρας δὲ ἐπιστολῆς τοῖς δικασταῖς δηλώσομεν τί αὐτοὺς παραφυλάξασθαι δεήσει: ὅθεν κατὰ ταύτην τὴν συγχώρησιν τὴν ἡμετέραν ὀφείλουσιν τὸν ἑαυτῶν θεὸν ἱκετεύειν περὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας καὶ τῶν δημοσίων καὶ τῆς ἑαυτῶν, ἵνα κατὰ πάντα τρόπον καὶ τὰ δημόσια παρασχεθῇ ὑγιῆ καὶ ἀμέριμνοι ζῆν ἐν τῇ ἑαυτῶν ἑστίᾳ δυνηθῶσι.

Με λίγα λόγια, παρόλο που ο Γαλέριος θεωρεί ότι οι Χριστιανοί επιδεικνύουν «τοσαύτη πλεονεξία καὶ ἄνοια» (et tanta stultitia) με το να επιμένουν παρά τους διωγμούς στην εγκατάλειψη της θρησκείας των γονέων τους και στην μη εφαρμογή των παλαιών θεσμών που είχαν καταστήσει οι γονείς τους (ut etiam Christiani, qui parentum suorum reliquerant sectam … ut non illa veterum instituta sequerentur), ωστόσο τους επιτρέπει να είναι επίσημα Χριστιανοί (Ut denuo sint Christiani, ἵνα αὖθις ὦσιν Χριστιανοὶ), αρκεί να προσεύχονται στον Θεό τους (deum suum, τὸν ἑαυτῶν θεὸν ἱκετεύειν) «περὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας καὶ τῶν δημοσίων καὶ τῆς ἑαυτῶν».

Ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος, δύο χρόνια αργότερα, στο περίφημο Διάταγμα των Μεδιολάνων απλώς αναγνώρισαν το Διάταγμα του Γαλέριου, όπως πρόλαβε να το αναγνωρίσει λίγο πριν την Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας και ο Μαξέντιος στην Ρώμη. Βέβαια είναι αμφισβητίσιμο το κατά πόσο ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος έξέδωσαν επίσημο Διάταγμα στα Μεδιόλανα πέρα από την προφορική τους συμφωνία για ανοχή του Χριστιανισμού στα εδάφη τους.

Η μεταγενέστερη χρστιανική εκδοχή των γεγονότων που μας παρέθεσαν ο Λακτάντιος και ο Ευσέβιος θέλουν τον Κωνσταντίνο να εκχριστιανίζεται λίγο πριν την μάχη της Μιλβίας Γέφυρας (τέλη Οκτωβρίου 312) με το όραμα/όνειρο in hoc signo vinces ~ ἐν τούτῳ νίκα και, στην συνέχεια, να πείθει τον Λικίνιο τον Μάρτιο του 313 να υπογράψει το Διάταγμα των Μεδιολάνων.

Η αλήθεια όμως είναι πως ο Κωνσταντίνος συνέχισε να εκδίδει τα νομίσματα με τον Ανίκητο Ήλιο μέχρι το 323 και το 321 συμβουλεύτηκε παγανούς haruspices (σπαγχνομάντες, haru-spex = «εντερο-σκόπος»). Αυτός που είχε να κερδίσει βραχυπρόθεσμα με το Διάταγμα των Μεδιολάνων ήταν στην πραγματικότητα ο Λικίνιος ο οποίος, έναν μήνα αργότερα, αντιμετώπισε την εισβολή του Μαξιμίνου Δάζα στην μάχη της Τζουρουλού.

Η χριστιανική παράδοση θέλει τον Λικίνιο να ονειρεύεται το βράδυ πριν την μάχη έναν άγγελο, ο οποίος του είπε πως αν τα στρατεύματά του απήγγελλαν πριν την μάχη τρεις φορές μια χριστιανική προσευχή θα ήταν νικηφόρα κατά των υπεράριθμων αντιπάλων τους (ο ασιατικός στρατός του Μαξιμίνου υπερτερούσε αριθμητικά 2:1). Ο Λικίνιος διέταξε τα στρατεύματα να προσευχηθούν και αναδείχθηκε νικητής. Ο ηττημένος Μαξιμίνος διέβη τον Ελλήσποντο με σκοπό να ανασυνταχθεί στην Ταρσό, αλλά φτάνοντας στην Νικομήδεια αποφάσισε ν΄αυτοκτονήσει. Το ενδιαφέρον είναι ότι πριν περάσει το στράτευμά του στη Θράκη για την μάχη εξέδωσε και αυτός Διάταγμα Ανεξιθρησκείας και διέταξε την επιστροφή των κατεσχημένων περιουσιών των χριστιανικών εκκλησιών. Λίγο αργότερα, ο Λικίνιος ξαναεξέδωσε δικό του διάταγμα στο οποίο επιβεβαίωνε αυτό του Μαξιμίνου και αυτό των Μεδιολάνων.

edict-maxim-licin

Έγραψα ότι ο Λικίνιος ήταν αυτός που είχε να κερδίσει βραχυπρόθεσμα από το Διάταγμα των Μεδιολάνων και το όνειρο με την τριπλή χριστιανική προσευχή, επειδή είχε να αντιμετωπίσει τα ασιατικά στρατεύματα του Μαξιμίνου που, αναμφίβολα, περιείχαν τον μεγαλύτερο αριθμό χριστιανών στρατιωτών (ίσως και πάνω από το 20%). Με το να παρουσιάσει τον εαυτό του και τον στρατό του ως χριστιανούς πριν από την μάχη, ο Λικίνιος στην ουσία «απενεργοποιούσε» το χριστιανικό 20% του αντίπαλου στρατεύματος που θα είχε σίγουρα ενδοιασμούς να επιτεθεί σε «αδελφούς χριστιανούς» για λογαριασμό του παγανού Μαξιμίνου.

Κάτι ανάλογο έπραξε και ο Κωνσταντίνος αργότερα όταν αποφάσισε να αποσύρει τα παγανιστικά νομίσματα του “Sol Invictus Comes” το 323 λίγο πριν την τελική σειρά αναμετρήσεων με τον Λικίνιο. Τα στρατεύματα του Λικινίου το 324 αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τα ίδια ασιατικά στρατεύματα που ο Μαξιμίνος παρέταξε στην Τζουρουλό τον Απρίλιο του 313 εναντίον του Λικινίου.

sol-invictus-comes

Με άλλα λόγια, εκτός από τον Κωνσταντίνο, οι Χριστιανοί αναγνωρίστηκαν πρώτα από τον Γαλέριο και, αργότερα, και από τον Μαξέντιο και από τον Λικίνιο και από τον Μαξιμίνο κατά την διάρκεια της τριετίας 310-313. Το άλλο ενδιαφέρον συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι τόσο ο Λικίνιος όσο και ο Κωνσταντίνος αποκτούν φιλοχριστιανικό προφίλ όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ανατολικά στρατεύματα, τα οποία αναμφίβολα περιείχαν τον μεγαλύτερο αριθμό χριστιανών στρατιωτών.

Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι ιστορικοί της περιόδου πιστεύουν ότι η στροφή του Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό ήταν ειλικρινής, αλλά συνέβη κάποια στιγμή μεταξύ 312-323, δηλαδή συνέβη στα χρόνια που ακολούθησαν την Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας. Τα παγανιστικά νομίσματα του Sol Invictus Comes διατηρήθηκαν μέχρι το 323, ενώ το 321, όπως είπα και παραπάνω, o Κωνσταντίνος ζήτησε παγανούς haruspices να του ερμηνεύσουν τον κεραυνό που χτύπησε το παλάτι του. Αν ο ίδιος όντως πίστευε ότι είχε δει ένα όραμα πριν από την Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας, χρειάστηκε να περάσει μια δεκαετία για να κατασταλάξει στο ότι του το είχε στείλει ο Θεός των Χριστιανών.

sincere-conversion

Από την άλλη, το ότι ο Κωνσταντίνος στράφηκε ειλικρινά προς τον Χριστιανισμό δεν σημαίνει ότι δεν αποσκοπούσε και σε κάποιες πολιτικές απολαβές από αυτήν του την επιλογή, απολαβές που ήταν τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες.

Κάθε οξυδερκής άνθρωπος της εποχής θα ήξερε ότι ο χριστιανισμός ήταν η πιο ραγδαία αναπτυσσόμενη θρησκεία. Ανέφερα προηγουμένως ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Hopkins και Stark, το 313 όταν προκηρύχθηκε το Διάταγμα των Μεδιολάνων, το ποσοστό των Χριστιανών ήταν γύρω στο 16% και γύρω στο 350 είχε ήδη γίνει 50%. Όποιος οραματιζόταν μια μακροπρόθεσμη επίλυση της Κρίσης θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο Χριστιανισμός ήταν το θρησκευτικό δημογραφικό φαβορί στο οποίο θα έπρεπε να ποντάρει.

Φυσικά, εκτός από τα μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα υπήρχαν και τα βραχυπρόθεσμα. Ο Χριστιανισμός διέθετε ένα στοιχείο που ένας Restitutor όπως ο Κωνσταντίνος θα έβρισκε ελκυστικό. Είναι η μόνη θρησκεία που από νωρίς έδειξε ιεραρχική διαστρωμάτωση που προέκυψε από την αντιγραφή της «πυραμίδας» της Ρωμαϊκής πολιτικής διοίκησης (1 Imperator, 4 Praefecti Praetorii ~ Ύπαρχοι, 12 Vicarii ~ Βικάριοι κοκ). Το μεγάλο πλεονέκτημα των «πυραμιδικών» δομών είναι ότι για τον έλεγχο της πλατιάς βάσης αρκεί κάποιος να έχει με το μέρος του τις ολιγάριθμες κεφαλές της στενής κορυφής.

Πολύ πριν ο Χριστιανισμός γίνει η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, η Χριστιανική Εκκλησία είχε δημιουργήσει την ιεραρχική δομή πατριάρχες > αρχιεπίσκοποι > επίσκοποι > διάκονοι. Πολύ πριν γίνει μονοκράτωρ και πολύ πριν την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, ο Κωνσταντίνος παρακολούθησε ως θεατής την Σύνοδο της Αρελάτης (Arles) του 314, η οποία καταδίκασε εκ νέου τους Δονατιστές, όπως είχε κάνει και η Σύνοδος της Ρώμης του 313, στην οποία προέδρευε ο «Πάπας» Μιλτιάδης.

church-org

Η εικόνα που έμεινε στον Κωνσταντίνο από την σύνοδο ήταν σίγουρα αυτή ενός ιερατικού σώματος που είχε οργανωθεί με τάξη και πειθαρχία. Σε ζητήματα διοικητικής οργάνωσης και πειθαρχίας, τα παγανιστικά ιερατεία συγκρινόμενα με την Χριστιανική Εκκλησία έμοιαζαν με περιπλανώμενους πανηγυρτζήδες.

Μετά την θέαση της Συνόδου της Αρελάτης, ο Κωνσταντίνος πρέπει να συνειδητοποίησε πως αν ποτέ θα αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει την θρησκεία ως «νάρθηκα» για την ίαση του «κατάγματος» που είχε συμβεί στην πολιτική τάξη κατά την περίοδο της Κρίσεως, η θρησκεία στην οποία θα έπρεπε να ποντάρει ήταν αναμφίβολα ο Χριστιανισμός.

Επομένως, ο Χριστιανισμός ήταν τόσο η θρησκεία που έδειχνε την πιο ραγδαία δημογραφική εξάπλωση όσο και η θρησκεία με την πιο διοικητικά οργανωμένη εκκλησία.

Μία τρίτη αιτία που ο Χριστιανισμός ήταν ελκυστικός ως επίσημη θρησκεία στα μάτια του Κωνσταντίνου ήταν η εξωτερική πολιτική στο ανατολικό σύνορο. Το 301 η Αρμενία εγκατέλειψε τον Ζωροαστρισμό και έγινε το πρώτο κράτος που υιοθέτησε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία. Κατ΄άλλους αυτό συνέβη το 314, πάντοτε πρίν από τον επίσημο ρωμαϊκό εκχριστιανισμό. Οι Γεωργιανοί εκχριστιανίστηκαν μαζί με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο εκχριστιανισμός των Αρμενίων και των Γεωργιανών έγινε για την απαγκίστρωση από την ζωροαστρική Περσία που, όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, «ξύπνησε» τον 3ο αιώνα και άρχισε να δειχνει ιμπεριαλιστικές και επεκτατικές διαθέσεις. Αν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία υιοθετούσε και αυτή τον Χριστιανισμό σαν επίσημη θρησκεία τότε θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα κοινό Ιβηρο-Αρμενο-Ρωμαϊκό ιδεολογικό αντιπερσικό μέτωπο.

Armenian-Georgian

Από την άλλη, οι ανατολικές περιοχές είχαν το μεγαλύτερο ποσοστό χριστιανών και, ταυτόχρονα, ήταν οι πιο εκτεθειμένες στην Σασσανιδική απειλή. Οι δυσαρεστημένες χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής μπορούσαν να δημιουργήσουν στους Ρωμαίους τα ίδια προβλήματα που δημιούργησαν αργότερα στον Ηράκλειο οι δυσαρεστημένοι Μονοφυσίτες και Εβραίοι που συμμάχησαν και με τους Πέρσες και με τους Άραβες κατά των Χριστιανών Ρωμαίων. Έχει ενδιαφέρον ότι οι Σασσανίδες έδειξαν ανοχή στις χριστιανικές τους κοινότητες κατά την περίοδο των Ρωμαϊκών διωγμών, ενώ την ίδια στιγμή άσκησαν διώξεις κατά των Βουδιστών στα ανατολικά τους σύνορα και αρχίζουν να διώκουν τους Χριστιανούς της Περσίας μετά τον επίσημο εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

sassanids-christians

Επομένως, η στάση του Κωνσταντίνου να επισημοποιήσει τον Χριστιανισμό σε μια εποχή που το χριστιανικό στοιχείο είναι πιο έντονο στην επικίνδυνη ανατολική παραμεθόριο που φυλάει τα σύνορα με την Περσία, θυμίζει τους εικονομάχους αυτοκράτορες που επισημοποίησαν τις ανεικονικές συνήθειες της Ακριτικής Ανατολής, σε μια εποχή που οι Ακρίτες της Ανατολής έπρεπε να σταματήσουν την αραβική απειλή. Γράφει για το θέμα η Αρβελέρ:

aniconic-akrites

Τέλος, μια ανώνυμη και προφανώς παγανιστική πηγή που γράφει μια γενιά μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου (De Rebus Bellicis ~ 370 μ.Χ.κατηγορεί τον Κωνσταντίνο ότι έβαλε χέρι στον συσσωρευμένο πλούτο (χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους) των θησαυροφυλακίων των παγανιστικών ναών, διοχετεύοντάς τον στην αγορά. Η πηγή συμπληρώνει πως ο πλούτος αυτός κατέληξε στα χέρια των ήδη πλουσίων και οι φτωχοί δεν μπόρεσαν να τον αγγίξουν. Ακόμα και οι χριστιανικές πηγές της περιόδου μιλάνε για κατάσχεση χρυσού και αργύρου από τα παγανιστικά ιερά(λ.χ. Ευσέβιος, De Laudibus Constantini ~ LC). Αυτή η κίνηση σίγουρα επέτρεψε τον Κωνσταντίνο να χρηματοδοτήσει το οικοδομικό του πρόγραμμα στην νεοϊδρυθείσα Κωνσταντινούπολη, αλλά και να διοχετεύσει στην αγορά νομίσματα καλύτερης ποιότητας, καταπολεμώντας με αυτόν τον τρόπο τον υπερπληθωρισμό που είχε προκαλέσει η νομισματική υποτίμηση κατά την περίοδο της Κρίσεως.

Βέβαια, όπως εξηγεί ο Alan Cameron στην παρακάτω σελίδα, ακόμα και οι παγανοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες και δικτάτορες πριν από τον Κωνσταντίνο ήταν spoliatores templorum, προκειμένου να γεμίσουν τις τσέπες τους. Με άλλα λόγια, ο Κωνσταντίνος δεν θα χρειαζόταν να γίνει χριστιανός για να έβαζε χέρι στους θησαυρούς των παγανικών ναών.

DeRebusBellicis

Η Ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως και οι Μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου

Η μεταγενέστερη παράδοση θέλει τον Κωνσταντίνο να ιδρύει την Κωνσταντινούπολη έχοντας εξαρχής κατά νου την translatio Urbis = «μεταφορά της Πόλεως» (Ρώμη). Με άλλα λόγια, η μεταγενέστερη παράδοση θέλει τον Κωνσταντίνο να ιδρύει εξαρχής την Νέα Ρώμη, «Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν», όπως γράφει και ο Κωνσταντίνος Μανασσής.

Ὁ Κωνσταντῖνος τοιγαροῦν τοῦ Κώνσταντος τὸ λάχος ὡς πατρικὸν παραλαβών, καὶ βλέπων τὰ Ῥωμαίων κακῶς περιστροβούμενα ζάλαις ἀλλεπαλλήλοις ὡς τῆς ἀρχῆς εἰς πλείονας ἀρχὰς διῃρημένης (ἦρχε καὶ γὰρ Μαξέντιος, καὶ μεταὐτοῦ Σεβῆρος, καὶ Μαξιμῖνος σὺν αὐτῷ μετὰ τοῦ Γαλλερίου), ἐγείρει μάχας κατ αὐτῶν, κατατροποῦται πάντας, καὶ βασιλεὺς καθίσταται καὶ κράτωρ μονοκράτωρ, καὶ θρέμμα γίνεται Χριστοῦ σεπτῆς ἀγελαρχίας, πρῶτος ἀνάκτων τῷ Χριστῷ προσκολληθεὶς γνησίως. οὗτος καθεῖλε τοὺς βωμούς, ἔκλεισε τὰ τεμένη ἐν οἷς προσῆγον Ἕλληνες δαίμοσι τὰς θυσίας, καὶ τῶν αἰσχρῶν ἐναγισμῶν καὶ ῥυπαρῶν ὀργίων σχολὴν κατεψηφίσατο καὶ πάσης βδελυρίας. καὶ γέγονε περίτρανος σάλπιγξ ἀργυροσάλπιγξ, ἀπἄκρων γῆς εἰς ἄκρα γῆς ἠχοῦσα καὶ βοῶσα, καὶ πανταχῇ σαλπίζουσα τὴν εἰς τὸν κτίστην πίστιν. πόλεως δὲ βουλόμενος δομήτωρ χρηματίσαι τὴν τῶν τυφλῶν κατέλαβε Χαλκηδονίων πόλιν. καὶ κτίζειν ἀπαρξάμενος πρᾶγμα κατεῖδε ξένον· καὶ γὰρ μεγαλοπτέρυγες ὄρνιθες ἐπιπτάντες τοὺς λίθους ἀφαρπάσαντες μετήνεγκαν ἐκεῖθε ἐπὶ τὴν πόλιν Βύζαντος τὴν περικαλλεστάτην. ὁ τοίνυν θεοφρούρητος αὐτάναξ Κωνσταντῖνος οὐκ ἀπὸ τύχης ἐγνωκώς, ἀλλοὐδἐκ ταυτομάτου συμβῆναι τὸ γενόμενον τοῦτο περὶ τοὺς λίθους, ἐκεῖθεν μεταθέμενος στρέφει τὴν γνώμην ὅλην ἐπὶ τὴν πανευδαίμονα πόλιν τῶν Βυζαντίων, καὶ πόλιν ὀλβιόπολιν αὐτῇ προσανεγείρει, πόλιν τὴν μεγαλόπολιν, πόλιν τὴν νέαν Ῥώμην, Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν, Ῥώμην ἀεὶ νεάζουσαν, ἀεὶ καινιζομένην, Ῥώμην ἀφἧς προχέονται χαρίτων αἱ συρμάδες, ἣν ἤπειρος προσπτύσσεται, θάλασσα δεξιοῦται, ἠπίως ἀγκαλίζονται παλάμαι τῆς Εὐρώπης, ἀντιφιλεῖ δἑτέρωθεν τὸ τῆς Ἀσίας στόμα.

Η αλήθεια όμως είναι πως ο Κωνσταντίνος ήθελε να ιδρύσει μια μεγαλόπολη με το όνομά του, αλλά όχι την Νέα Ρώμη. Η εξέλιξη της Κωνσταντινουπόλεως σε Νέα Ρώμη θα γίνει σταδιακά από τους άμεσους διαδόχους του.

Ενώ οι συγκλητικοί της Ρώμης έφεραν τον υπερθετικό τίτλο Clarissimi (= Εκλαμπρότατοι), ο Κωνσταντίνος έδωσε στους «συγκλητικούς» (καλύτερα βουλευτές) της Κωνσταντινουπόλεως τον κατώτερο τίτλο Clari. Είναι ο γιος και διάδοχός του Κωνστάντιος που το 354 θα προαγάγει τους Clari σε Clarissimi εξισώνοντάς τους επίσημα με τους συγκλητικούς της Ρώμης και, κατά συνέπεια, θα εξυψώσει επίσημα την Κωνσταντινούπολη σε Νέα Ρώμη.

H Origo Constantini Imperatoris γράφει:

Constantinus autem ex se Byzantium Constantinopolim nuncupavit ob insignis victoriae memoriam. Quam velut patriam cultu decoravit ingenti et Romae desideravit aequari: deinde quaesitis ei undique civibus divitias multas largitus est, ut prope in ea omnes regias facultates exhauriret. Ibi etiam senatum constituit secundi ordinis; claros vocavit.

Δηλαδή ίδρυσε στο Βυζάντιο την Κωνσταντινούπολη την οποία διακόσμησε με όλα τα κτίρια της Ρώμης και συνέστησε και μια σύγκλητο δευτέρας τάξεως (senatum … secundi ordinis), στα μέλη της οποίας έδωσε τον τίτλο clari (claros vocavit, όχι clarissimi). Από την άλλη, διεύρυνε τον τίτλο Clarissimus Vir έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει εκτός από τους συγκλητικούς της Ρώμης και τους Vicarii (= διοικητές των Διοικήσεων) που ήταν οι υφιστάμενοι των Praefecti Praetorii. Στους τελευταίους αποδόθηκε ο τίτλος Eminentissimi (= Εξοχότατοι). Στα μονοκρατορικά χρόνια του Κωνσταντίνου υπήρχαν 4 Praefecti Praetorii (ένας για κάθε παλαιά τετραρχική μερίδα) και 12 Vicarii (κάθε Praefectus Praetorium είχε 3 υφιστάμενους Vicarii).

Με άλλα λόγια, οι Συγκλητικοί της Ρώμης από τη στιγμή που εξισώθηκαν τιμητικά με τους Vicarii έγιναν τιμητικά κατώτεροι των τεσσάρων Praefecti Praetorii. Πλέον κάποιος μπορούσε να γίνει ομότιμος ή ακόμα και υπέρτιμος των Συγκλητικών μέσα από την αναρρίχησή του στην διοικητική πυραμίδα της αυτοκρατορίας. Αυτή είναι η κίνηση που υποβίβασε έμμεσα τους Συγκλητικούς της Ρώμης, γιατί κάποιος πλέον μπορούσε να γίνει ομότιμος ή υπέρτιμός τους, χωρίς να έχει πατήσει το πόδι του στην Ρώμη.

Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος έδωσε στην τάξη των Ιππέων (Equites) μεγαλύτερη «τιμή» απο τους Συγκλητικούς και εξύψωσε την «τιμή» των Κομήτων (Κόμης = Comes, Κόμητες = Comites) τους οποίους διαίρεσε σε τρεις βαθμούς/τάξεις. Οι Κόμητες Πρώτου Βαθμού είχαν μεγαλύτερη «τιμή» από τους συγκλητικούς.

Το συμπέρασμα του Potter για τις μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου εξηγεί πολύ ωραία την αλλαγή:

“Birth still mattered, but it now became only one of a number of factors that could lead to great distinction.”

«Η καταγωγή ακόμα μετρούσε, αλλά τώρα ήταν απλά ένας από τους πολλούς παράγοντες που μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλη διάκριση.»

Οι Συγκλητικοί, ως εκπρόσωποι της παλαιάς μεγαλογαιοκτημονικής αριστοκρατίας, άρχισαν σιγά σιγά να παραμερίζονται. Οι βασικοί παράγοντες που πλέον καθόριζαν την κοινωνική ανέλιξη ενός ατόμου ήταν η εύνοια του αυτοκράτορα και η πολιτική και στρατιωτική υπηρεσία.

constantine-reforms

Λίγο πριν πεθάνει, ο Κωνσταντίνος (ίσως σαν μέρος των σχεδίων για τον πόλεμο με την Περσία που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει) αφαίρεσε την στρατιωτική εξουσία του Praefectus Praetorium και την μεταβίβασε στον νεοσύστατο αξιωμα του Magister Militum (= Μάγιστρος των Στρατιωτών) που θα εξελιχθεί κατά το δεύτερο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα στον «βυζαντινό» Θεματικό Στρατηγό.

Τα στρατεύματα του Magister Militum per Orientem θα αποτραβηχθούν στην ΝΑ Μικρά Ασία, εγκαταλείποντας την Ἑῴα Διοίκηση (Oriens) στους Άραβες, και θα εξελιχθούν στο Θέμα των Ανατολικών,

τα στρατεύματα του Magister Militum per Armeniam θα εξελιχθούν στο Θέμα των Αρμενιακών,

τα στρατεύματα του Magister Militum per Thracias που θα μεταφερθούν στην κεντροδυτική Μικρά Ασία (μετά από μια μικρή παραμονή στην Αίγυπτο όπου προσπάθησαν να υπερασπίσουν την περιοχή από τους Άραβες) θα εξελιχθούν στο Θέμα των Θρακησίων και,

τα στρατεύματα του Magister Militum Praesentalis θα εξελιχθούν στο Θέμα του Οψικίου (Obsequium = αυτοί που ακολουθούν/συνοδεύουν τον αυτοκράτορα στην μάχη) και στην φρουρά της Κωνσταντινουπόλεως (που αργότερα θα εξελιχθεί σε κανονικό Θέμα Θράκης).

magister-militum

17 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Ιστορία

Ο μεταβατικός ρωμαϊκός αιώνας (235-337) #1

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τον μεταβατικό αιώνα της περιόδου 235-337 μ.Χ. που μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλα κεφάλαια: το πρώτο είναι η λεγόμενη Κρίση του 3ου Αιώνα (235-284 μ.Χ.) και το δεύτερο είναι η Περίοδος της Τετραρχίας (284-337 μ.Χ.). Το χρονικό διάστημα που παρέθεσα είναι λίγο ευρύτερο από το sensu stricto τετραρχικό διάστημα, αλλά πιστεύω ότι η εξέταση της περιόδου στην οποία εξελίχθηκαν τα τετραρχικά γεγονότα ως κεφάλαιο πρέπει να ξεκινάει με την στέψη του Διοκλητιανού το 284 μ.Χ. και να τελειώνει με τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου το 337 μ.Χ.

Επειδή όλες οι ημερομηνίες που θ΄αναφερθούν παρακάτω είναι μ.Χ., στην συνέχεια της ανάρτησης θα παραθέτω τις ημερομηνίες σαν σκέτα νούμερα.

Χαρακτήρισα τον αιώνα 235-337 μεταβατικό γιατί κατά την διάρκειά του:

  1. ο Χριστιανισμός θα εξελιχθεί από ασήμαντη σέκτα, πρώτα σε διωκόμενη από την πολιτεία θρησκεία και, στην συνέχεια, σε ευνοούμενη και εν τέλει επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
  2. ο Ρώμη θα κληροδοτήσει τον ρόλο της ως πολιτικό κέντρο της αυτοκρατορίας, πρώτα στις τετραρχικές πρωτεύουσες και, στο τέλος της περιόδου, στην νεοϊδρυθείσα Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη.
  3. η πλειοψηφία των οργανωτικών μεταρρυθμίσεων που διαφοροποιούν την Ύστερη από την Πρώιμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πραγματοποιήθηκαν κατά την δεύτερη «τετραρχική» φάση του μεταβατικού αυτού αιώνα.

Η Κρίση του 3ου Αιώνα (235-284)

Η περίοδος της κρίσης συμβατικά ξεκινάει με την δολοφονία του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Σεβήρου από τα ίδια τα στρατεύματά του και, στην πραγματικότητα, τελειώνει με την επανένωση της τριχοτομημένης αυτοκρατορίας το 274 από τον “Restitutor Orbis” (= «Αποκαταστάτη της Οικουμένης») Αυρηλιανό, αλλά παραδοσιακά επεκτείνεται μέχρι την στέψη του Διοκλητιανού το 284. Με ιατρικούς όρους, η δράση των δύο Restitutores ήταν τέτοια ώστε, ο Αυρηλιανός σταθεροποίησε στην Εντατική την κατάσταση του ασθενούς που όδευε ταχέως προς βέβαιο θάνατο και ο Αυρηλιανός, με τις μεταρρυθμίσεις του, φρόντισε να βγάλει τον ασθενή από την Εντατική και να τον βάλει σε πρόγραμμα αποθεραπείας, ώστε να ξανασταθεί στα πόδια του.

Στα σχεδόν 50 χρόνια αυτής της περιόδου η σύγκλητος θα αναγνωρίσει 26 διαφορετικούς αυτοκράτορες! Σχεδόν όλοι τους θα πεθάνουν δολοφονημένοι και η θητεία του καθενός σπάνια θα ξεπεράσει τα 2 χρόνια.

Οι ιστορικοί έχουν προσδιορίσει διάφορα αίτια που με την συνέργειά τους οδήγησαν στην Κρίση του 3ου αιώνα:

  1. Ο 3ος αιώνας είναι η περίοδος που ξυπνάει ο «αιώνιος εχθρός» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή η Σασσανιδική Περσία ( Ērānšahr = «Βασίλειο των Αρίων/Ιρανών»), η οποία θα ανταγωνίζεται εμπολέμως με την Ρωμανία για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής σχεδόν συνεχώς για τα επόμενα 400 χρόνια, μέχρι την οριστική ρωμαϊκή νίκη επί Ηρακλείου στην μάχη της Νινευί (627). Η μόνη περίοδος όπου τα ρωμαιοπερσικά σύνορα ήταν σχετικά ήρεμα ήταν κατά την περιόδο του Αττίλα (πρώτο μισό 5ου αιώνα) λόγω κοινού φόβου για τους Ούννους. Μάλιστα, οι δύο αυτοκρατορίες εκείνη την περίοδο συμφώνησαν την από κοινού οχύρωση του Καυκάσου για την αποτροπή Ουννικών εισβολών. Το 260, για πρώτη φορά στα ρωμαϊκά χρονικά, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Βαλεριανός θα αιχμαλωτιστεί σε μάχη κατά των Σασσανιδών και θα ζήσει ταπεινωτικά το υπόλοιπο του βίου του ως αιχμάλωτος στην Περσία του Σαπώρη Α΄, ο οποίος απαθανάτισε την αιχμαλωσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα στην ανάγλυφη σκηνή του Naqsh-e-Rustam.
  2. Κατά την ίδια περίοδο, θα αυξηθεί και η επιδρομική δραστηριότητα των Γερμανικών φύλων που ζούσαν πέρα από τον Ρήνο και τον Δούναβη. Οι Γότθοι θα αρχίσουν τις πρώτες τους επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη και, τον Ιούλιο του 251, θα νικήσουν τους Ρωμαίους την μάχη της Αβρίττου (Abritus), στην οποία σκοτώθηκαν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος και ο γιος του Ερέννιος Ετρούσκος. Οι Ρωμαίοι θα πάρουν το αίμα τους πίσω στην μάχη της Ναϊσσού (268/9) στην οποία ο αυτοκράτορας Κλαύδιος Β΄ θα αποκτήσει το επίθετο «Γοτθικός» (Gothicus = νικητής των Γότθων) και ο νεαρός Αυρηλιανός θα πολεμήσει ως διοικητής του ρωμαϊκού ιππικού. Στα χρόνια πριν την μάχη της Ναϊσσού, ο στόλος των Γερμανών Ερούλων λεηλάτησε την Αθήνα και πολλές άλλες σημαντικές πόλεις του Αιγαίου και της Προποντίδος. Το 271, εξαιτίας της πίεσης των υπερδουνάβιων βαρβάρων (γερμανικά φύλα και ανυπότακτοι Καρπο-Δάκες), ο Αυρηλιανός αναγκάστηκε να εκκενώσει την υπερδουνάβια Τραϊανική Δακία και να μεταφέρει τον πληθυσμό στην νέα υποδουνάβια Αυρηλιανική Δακία που ίδρυσε στην Άνω Μυσία.
  3. Κατά την ίδια περίοδο, ο Ρωμαϊκός στρατός έμαθε ότι μπορούσε ν΄ανεβοκατεβάζει αυτοκράτορες κερδίζοντας χρήματα από την διαδικασία. Κάθε νεοστεφής αυτοκράτορας ανταπέδιδε την χάρη στις λεγεώνες που τον είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα με την πληρωμή ενός έκτακτου donativum. Επειδή η σύγκλητος αναγκάστηκε μέσα σε 50 χρόνια να αναγνωρίσει 26 αυτοκράτορες από ακόμα περισσότερους σφετεριστές/διεκδικητές, τα ταμεία του κράτους άρχισαν να αδειάζουν. Η αντίδραση της πολιτείας ήταν η υποτίμηση του νομίσματος (βάζοντας λιγότερο χρυσό ή άργυρο ανά νόμισμα έκοβαν περισσότερα νομίσματα). Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά κυμάτων υπερπληθωρισμού κατά τα οποία τα νομίσματα έχασαν την ανταλλακτική/αγοραστική τους αξία, το εμπόριο παρήκμασε (τόσο εξαιτίας της υποτίμησης του νομίσματος όσο και επειδή οι δρόμοι και οι θάλασσες δεν ήταν πια ασφαλείς για την διακίνηση των εμπόρων) και μεγάλο μέρος του πληθυσμού έπεστρεψε στον πρωτόγονο τοπικό αντιπραγματισμό (άμεση ανταλλαγή προϊόντων χωρίς την μεσολάβηση χρημάτων).
  4. Το 260 ο Μάρκος Κασσάνιος Λατίνιος Πόστουμος αυτονόμησε τα γαλατικά εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ιδρύοντας την αποσχισματική «Γαλατική Αυτοκρατορία». Η Ζηνοβία της Παλμύρας ακολούθησε το παράδειγμά του και το 267 ξεκίνησε και αυτή μια διαδικασία αποσχιστικής αυτονόμησης των ανατολικών ρωμαϊκών εδαφών που ολοκληρώθηκε το 270 με την επίσημη ίδρυση της «Παλμυριακής Αυτοκρατορίας». Η κατανίκηση των αποσχιστικών στρατευμάτων και η επανένωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν έργο του Αυτοκράτορα Αυρηλιανού και ολοκληρώθηκε το 274. Γι΄αυτό η Σύγκλητος του απένειμε τον τίτλο Restorātor Orbis = Αποκαταστάτης της Οικουμένης.

Η ανάγλυφη σκηνή με τον αυτοκράτορα Βαλεριανό να παραδίδεται ως αιχμάλωτος στον Σασσανίδη Σαπώρη Α΄:

Valerian-Shapur

Οι Γοτθο-Ερουλικές επιδρομές που οδήγησαν στον θάνατο του αυτοκράτορα Δεκίου, στην λεηλάτηση των πόλεων της Προποντίδας και του Αιγαίου και στην Μάχη της Ναϊσσού:

Naissus

Στον παρακάτω χάρτη του Ian Mladjov βλέπετε την τριχοτόμηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που αποκατέστησε ο Αυρηλιανός, την θέση των σημαντικών γεγονότων και την θέση των διαφόρων Λεγεώνων:

3rd-ce-crisis

Οι «Καραβανάδες» Αυτοκράτορες

Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, οι αυτοκράτορες της εποχής που εξετάζω, συχνά ονομάζονται “Barracks Emperors” = «Aυτοκράτορες του Στρατώνα». Αυτό που θέλουν να δηλώσουν οι αγγλόφωνοι συγγραφείς ίσως αποδίδεται καλύτερα στα ελληνικά με την φράση «Καραβανάδες Αυτοκράτορες». Πρόκειται για αυτοκράτορες που ξεκινούσαν την καριέρα τους ως ταπεινοί επαρχιώτες της βαλκανικής ενδοχώρας (συνήθως Δακο-Μυσοί και Παννονιο-Ιλλυριοί) που στρατολογούνταν στις δέκα λεγεώνες και στα Auxilia που φυλούσαν τον Līmes Dānuvīnus (Δουνάβιο Σύνορο) στην Παννονία, στην Άνω Μυσία και στην Κάτω Μυσία και που κατάφερναν να αναρριχηθούν στα ανώτερα κλιμάκια του Ρωμαϊκού Στρατού, μέσα από την μακροχρόνια και επιτυχημένη θητεία τους.

Ορισμένοι από αυτούς τους αυτοκράτορες είχαν υπάρξει ποιμένες και βουκόλοι πριν αρχίσουν την στρατιωτική τους καριέρα, όπως λ.χ. ο γιγαντιαίος (με ύψος ίσως και πάνω από 2,10μ) Μαξιμίνος ο Θράξ (ήταν βοσκός στις βόρειες πλαγιές του Αίμου και κατατάχθηκε στις Auxilia όπου ξεχώρισε για το θάρρος και την σωματική του ρώμη και, σύμφωνα με τον Ηρωδιανό, μιλούσε «επαρχιακή» βαλκανική Λατινική) και ο τετραρχικός Αύγουστος Γαλέριος (Δακο-Μυσός που γεννήθηκε στην Σερδική (Σόφια) από υποδουνάβιο Δακο-Μυσό πατέρα και ομοεθνή υπερδουνάβια μητέρα που εγκαταστάθηκε στην Αυρηλιανική Δακία μετά την εκκένωση της Τραϊανικής Δακίας), ο οποίος είχε το παρατσούκλι Αrmentarius = «Γελαδάρης», εκ του λατινικού armentum = «κοπάδι αγελάδων» (λ.χ. το ανάλογο vacca > vaccarius > vãcar[i]u που λένε και οι Βλάχοι). Είναι ο Γαλέριος που επέλεξε ως τετραρχική πρωτεύουσά του την Θεσσαλονίκη όπου υπάρχουν μέχρι σήμερα η Αψίδα και η Ροτόντα του. Βοσκός ήταν επίσης και ο ανιψιός του Γαλερίου Μαξιμίνος Δάζας.

barracks-emperors

Δακο-Θράκες ήταν ο Μαξιμίνος Θραξ, ο Γαλέριος, ο Κωνστάντιος Χλωρός και ο γιος του ο Μέγας Κωνσταντίνος (από την Ναϊσσό), καθώς και ο Λικίνιος.

Παννονιο-Ιλλυριοί ήταν ο Διοκλητιανός (Σαλώνα Δαλματίας, σημερινό Σόλιν), ο Αυρηλιανός και ο Δέκιος (αμφότεροι γεννημένοι στο Σίρμιον όπου σμίγουν η Άνω Μυσία και η Παννονία, δηλαδή πάνω στο Μυσο-Ιλλυρικό μεθόριο) και μάλλον ο Μαξιμίνος Δάζᾱς που, ενώ γεννήθηκε στην δακομυσική ανατολική Σερβία και ήταν ανιψιός του Δακο-Μυσού Γαλερίου, το όνομά του Δάζᾱς (που αποδόθηκε γραπτά υστερολατινιστί ως Daia, λ.χ. η εξέλιξη /y/>/gy/>/dz/ στα iustus, maiorem > /dzusto/, /madzore/ > ιταλικά giusto, maggiore) είναι Ιλλυρικό (και ίσως σημαίνει κάτι σαν «πυρρός» > «Πύρρος ~ Flavius», *dhogwh-yos > Dadzas, *dhegwh- «καίω», λ.χ. το λιθουανικό degti, το πρωτογερμανικό *dagaz > day/Tag, τα αλβανικά djeg (<*dhegwh-a) και ndez (< *en-dhegwh-y-a), το λατινικό foveo/febris, το ελληνικό τέφρα κλπ), όπως δείχνουν τα παρακάτω ονόματα σε Δαζ- από την Απολλωνία, το Δυρράχιο και την Μέλαινα Κόρκυρα (Korčula).

Προσέξτε ότι το πιο συχνό από αυτά τα ιλλυρικά ονόματα (Δάζ-ιμος) μπορεί να συγκριθεί με το ελληνικό ανθρωπωνύμιο Φαίδ-ιμος (< φαίδιμος ~ φαιδρός = «λαμπρός, απαστράπτων», *dhogwh-y- > δαζ- «λαμπρός, πυρρός, flavus»).

Dazas

Αργότερα, ο Ιουλιανός ο Αποστάτης που ανήκε στην δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, θα γράψει στον Μισοπώγωνα ότι η οικογένειά του κατάγεται («καὶ τὸ γένος ἐστί μοι») από τους «αγροίκους και αδέξιους» Μυσούς που είναι «αγύριστα κεφάλια» («ἐμμένον τοῖς κριθεῖσιν ἀμετακινήτως» = [γένος] που επιμένει αμετακίνητα στις απόψεις του) και κατοικούν στις «ἠιόνες» (= όχθες) του Ίστρου μεταξύ των Θρακών και των «Παιόνων» (= Παννονίων).

[Μισοπώγων, κεφάλαιο 11]

καὶ Κελτοῖς καὶ Θρᾳξὶ καὶ Παίοσι καὶ τοῖς ἐν μέσῳ κειμένοις Θρᾳκῶν καὶ Παιόνων ἐπ̓ αὐταῖς Ἴστρου ταῖς ᾐόσι Μυσοῖς, ὅθεν δὴ καὶ τὸ γένος ἐστί μοι πᾶν ἄγροικον, αὐστηρόν, ἀδέξιον, ἀναφρόδιτον, ἐμμένον τοῖς κριθεῖσιν ἀμετακινήτως: ἃ δὴ πάντα ἐστὶ δείγματα δεινῆς ἀγροικίας.

Pannonians

Priskos-Paiones

Ο Stephen Mitchell στο A History of the Later Roman Empire AD 284-641 χαρακτηρίζει την παραδουνάβια και βαλκανική ενδοχώρα ως την πιο πολιτισμικά υπανάπτυκτη περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όμως αυτή η «υπανάπτυκτη περιοχή» ήταν άριστη πηγή στρατολόγησης ρωμαλέων και σκληροτράχηλων στρατιωτών που επάνδρωναν τις 10-12 λεγεώνες και τα Auxilia που φρουρούσαν τον Līmes Dānuvīnus. Στη συνέχεια, ο Mitchell περιγράφει την Via Militaris/Diagonalis που ήταν η βασική ενδοβαλκανική οδική αρτηρία που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με το Σίρμιον (και συνέχιζε παράλληλα με τον ποταμό Σάβο μέχρι που έφτανε στον μυχό της Αδριατικής) και εξηγεί τον γλωσσικό εκλατινισμό πoυ συνέβη βορείως της γραμμής του Jireček, στην συνέχεια εξηγεί πως αυτοί οι «καραβανάδες» βαλκάνιοι αυτοκράτορες δεν έχασαν επαφή με τους λαούς από τους οποίους κατάγονταν. Ο Διοκλητιανός ως πρεσβύτερος τετραρχικός Αύγουστος είχε ως πρωτεύουσά του την Νικομήδεια, αλλά αποσύρθηκε στην γενέτειρά του Σαλώνα, ενώ ο Γαλέριος έχτισε το επαρχιακό του παλάτι στο σημερινό χωριό Gamzigrad της ανατολικής Σερβίας, το οποίο και ονόμασε Felix Romuliana προς τιμήν της μητέρας του.

Mitchell-Balkans

Danubian-Legions

Ο Διοκλητιανός και η Τετραρχία

Όπως ανέφερα και στην αρχή της ανάρτησης είναι ο Αυρηλιανός αυτός που σταθεροποίησε στην Εντατική τον ασθενή που όδευε ταχέως προς βέβαιο θάνατο. Μετά τον Αυρηλιανό ακολούθησαν πέντε αυτοκράτορες που διεξήγαγαν νικηφόρες εκστρατείες κατά των γερμανικών φύλων, αλλά όλοι τους με βραχεία θητεία (Τάκιτος, Φλωριανός, Πρόβος, Κάρος, Καρίνος), μέχρι που το 284 ανέβηκε στον θρόνο ο Δαλματός Διοκλητιανός, ο άνθρωπος που συνέχισε το αποκαταστατικό έργο που ξεκίνησε ο Αυρηλιανός.

Ο Διοκλητιανός αφιέρωσε το πρώτο έτος της θητείας του στην αντιμετώπιση του Καρίνου που επίσης επιθυμούσε τον θρόνο και τον οποίο τελικά νίκησε στην Μάχη του Μάργου (285). Στην συνέχεια, βασίλεψε ως μονοκράτορας για ένα χρόνο όπου προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να κανονικοποιηθεί η διαδοχή και να σταματήσουν οι εμφύλιοι πολεμοι μεταξύ των διεκδικητών.

Ο Διοκλητιανός γρήγορα κατάλαβε πως ένας μόνος αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ελέγξει όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Έτσι το 286 διόρισε τον φίλο και αξιωματικό του Μαξιμιανό ως ελάσσονα Αύγουστο κρατώντας για τον εαυτό του την θέση του μείζονος Αυγούστου. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε στα δύο με τον Διοκλητιανό να ελέγχει το ανατολικό μισό με πρωτεύουσα την Νικομήδεια και τον Μαξιμιανό το δυτικό μισό με πρωτεύουσα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο). Αυτή η Διαρχία κράτησε για 7 χρόνια μέχρι που ο Διοκλητιανός αποφάσισε να την μετατρέψει σε Τετραρχία. Κάθε Αύγουστος έπρεπε να επιλέξει έναν νεώτερο Καίσαρα ως διάδοχό του (έτσι θα ομαλοποιούνταν η διαδοχή) και υφιστάμενο διοικητή του. Το κάθε μισό της αυτοκρατορίας χωρίστηκε εκ νέου σε δύο μισά και ο κάθε Καίσαρας επέλεξε και αυτός μία πόλη για πρωτεύουσά του.

Ο Διοκλητιανός επέλεξε ως Καίσαρα τον Γαλέριο που, με τη σειρά του, επέλεξε την Θεσσαλονίκη για πρωτεύουσά του, ενώ ο Μαξιμιανός επέλεξε ως Καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό που επέλεξε για πρωτεύουσά του την Αύγουστη των Τρεβερίων (Augusta Treverorum, σημερινή Trier). O Κωνστάντιος χώρισε την πρώτη γυναίκα/ερωμένη του Ελένη (με την οποία είχε ήδη αποκτήσει τον Κωνσταντίνο) και παντρέυτηκε την κόρη του Μαξιμιανού Θεοδώρα. Αντίστοιχα, ο Γαλέριος παντρέυτηκε την κόρη του Διοκλητιανού Γαλερία Βαλερία. Αυτό το «κάθετο» συμπεθέριασμα Αυγούστων και Καισάρων είχε σκοπό την διασφάλιση της ομαλής διαδοχής, ενώ η «οριζόντια» ανταλλαγή ομήρων είχε σαν σκοπό την διασφάλιση της συνοχής Ανατολής-Δύσης. Ο γιος του Κωνσταντίου Χλωρού Κωνσταντίνος και ο γιος του Μαξιμιανού Μαξέντιος βρέθηκαν ως όμηροι στην αυλή του Διοκλητιανού στην Νικομήδεια, όπου και έλαβαν μια υψηλού επιπέδου Ελληνική και Λατινική μόρφωση. Δάσκαλος Ρητορικής των δύο νεαρών ήταν ο Λακτάντιος.

Αυτή η κατάσταση της πλήρους λειτουργικής Τετραρχίας φαίνεται στον παρακάτω χάρτη.

tetrarchy1

Ο μείζων Αύγουστος Διοκλητιανός ελέγχει Ασία και Αίγυπτο από την Νικομήδεια,

ο Καίσαρ Γαλέριος ελέγχει τα Βαλκάνια από τη Θεσσαλονίκη,

ο ελάσσων Αύγουστος Μαξιμιανός ελέγχει Ιταλία, Ισπανία και Αφρική από τα Μεδιόλανα και

ο Καίσαρ Κωνστάντιος Χλωρός ελέγχει Γαλλία και Βρετανία από την Αύγουστη Τρεβερίων.

Υπάρχει ένα διάσημο πορφύρινο γλυπτό με τους Τετράρχες (όπου οι δύο γηραιότεροι Αύγουστοι αγκαλιάζουν προστατευτικά τους δύο νεότερους Καίσαρες) το οποίο μέχρι την Άλωση του 1204 βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τότε το πήραν οι Βενετοί και το τοποθέτησαν στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας.

tetrarchs-porph

Το 305 οι δύο Αύγουστοι αποφάσισαν να αποσυρθούν από κοινού, ώστε να τους διαδεχτούν οι Καίσαρές τους.

Ο Γαλέριος έγινε Αύγουστος Ανατολής και επέλεξε ως νέο Καίσαρα τον ανιψιό του Μαξιμίνο Δάζα ο οποίος επέλεξε ως πρωτεύουσά του την Αντιόχεια, ενώ ο Κωνστάντιος Χλωρός έγινε Αύγουστος της Δύσης επιλέγοντας τον Φλάβιο Βαλέριο Σεβήρο ως νέο Καίσαρα στα Μεδιόλανα.

Τα σύνορα δικαιοδοσίας αυτής της δεύτερης τετραρχικής φάσης άλλαξαν ως εξής:

tetrarchy2

Οι δύο αλλαγές συνόρων είναι ότι ο Γαλέριος πήρε υπό τον έλεγχό του την Μικρά Ασία και ο Κωνστάντιος Χλωρός την Ισπανία.

Σε αυτό το σημείο, ο Κωνσταντίνος διατάραξε την ομαλή λειτουργία του τετραρχικού συστήματος. Νωρίς στο 306 απέδρασε από την αυλή την Γαλερίου και κατέφυγε στην αυλή του πατέρα του, τον οποίο και συνόδεψε σε εκστρατεία κατά των Πικτών στην βόρεια Βρετανία. Ο Κωνστάντιος παρουσίασε στα στρατεύματά του τον γιο του Κωνσταντίνο ως διάδοχό του, ενώ νόμιμος διάδοχος Αύγουστος της Δύσης έπρεπε να ήταν ο Σεβήρος. Στα τέλη του Ιουλίου του 306 ο Κωνστάντιος πέθανε στην Υόρκη της Αγγλίας και τα στρατεύματά του ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο. Μιμούμενος τον Κωνστάντιο, ο απεσυρμένος Μαξιμιανός έπεισε τα παλαιά του ιταλικά στρατεύματα να ανακηρύξουν αυτοκράτορά τους τον γιο του Μαξέντιο στην Ρώμη. Αυτό άφησε  εντελώς ξεκρέμαστο τον καίσαρα Δύσης Σαβήρο, ο οποίος κατάφερε να κρατήσει υπό την εξουσία την βόρειο Ιταλία γύρω από τα Μεδιόλανα.

Ο πρεσβύτερος Αύγουστος Γαλέριος αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο ως Καίσαρα και τον Σεβήρο ως Αύγουστο Δύσης, αλλά δεν αναγνώρισε την ανακήρυξη του Μαξεντίου.

Όταν ο Σεβήρος κινήθηκε κατά του Μαξεντίου στην Ρώμη, ο Μαξιμιανός κατάφερε να πείσει τα στρατεύματα του Σεβήρου (που παλαιότερα διοικούσε) να εγκαταλείψουν τον τελευτάιο και να ταχθούν με το μέρος του Μαξεντίου. Ο Σεβήρος κατέφυγε στην Ραβέννα κυνηγημένος από τον Μαξέντιο. Όταν ο Μαξέντιος του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον πείραζε αν παραδινόταν, ο Σεβήρος παραδόθηκε.

Την ίδια στιγμή, ο Γαλέριος, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα εισβολής στην Ιταλία, εισήγαγε ένα νέο πρόσωπο στο “Game of Thrones”. Ο έμπιστος φίλος και αξιωματικός του Λικίνιος στάλθηκε στο Σίρμιον επικεφαλής βαλκανικού στρατεύματος με σκοπό να εισβάλει στην Ιταλία στην πρώτη ευκαιρία που θα έβρισκε και να καταπνίξει την αποστασία του Μαξεντίου. Αν το κατάφερνε, ο Γαλέριος θα τον αναγνώριζε Αύγουστο στης Δύσης με Καίσαρά του τον Κωνσταντίνο.

Τελικά, ο Λικίνιος αναγνωρίστηκε από τον Γαλέριο Αύγουστος της Δύσης το 308, χωρίς να έχει καταφέρει να εισβάλει στην Ιταλία,ενώ  ο Μαξιμιανός προσπάθησε να καλοπιάσει τον Κωνσταντίνο δίνοντάς του την κόρη του Φάουστα για σύζυγο και, λίγο αργότερα, προσπάθησε ανεπιτυχώς να αναγκάσει τον γιο του Μαξέντιο σε παραίτηση.

Όταν το 311 πέθανε ο Γαλέριος, ο Λικίνιος ανέλαβε τον έλεγχο των εδαφών του. Σε αυτο το σημείο, υπάρχουν 4 Αύγουστοι (Κωνσταντίνος, Μαξέντιος, Λικίνιος και Μαξιμίνος Δάζας) και κανένας τους δεν θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από τους άλλους.

tetrarchy3

Κατά την διάρκεια του 311, ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος φαίνεται να συμμάχησαν κατά του Μαξεντίου. Αυτό επέτρεψε στον Κωνσταντίνο να εισβάλει στην Ιταλία το 312 από τις δυτικές Άλπεις, χωρίς να φοβάται την αντίδραση του Λικινίου. Με το που πέρασε τις Άλπεις, ο Κωνσταντίνος κινήθηκε με αξιοσημείωτη ταχύτητα πετυχαίνοντας τρεις συνεχόμενες νίκες σε συγκρούσεις με τις λεγεώνες του Μαξεντίου που φρουρούσαν την βόρεια Ιταλία. Ο δρόμος για την Ρώμη ήταν πια ανοιχτός.

Ο David S. Potter τονίζει την ταχύτητα και την επιτυχία του Κωνσταντίνου στις τρεις μάχες στην βόρεια Ιταλία, υπενθυμίζοντάς μας ότι τόσο ο Μαξιμίνος Θραξ παλαιότερα, όσο και ο Γαλέριος, πιο πρόσφατα, απέτυχαν στις δικές τους εισβολές της βορείου Ιταλίας, ενώ ο Λικίνιος τελικά δεν τόλμησε να επιχειρήσει την εισβολή στην βόρεια Ιταλία που ο Γαλέριος του είχε ζητήσει στην πρώτη ευκαιρία. Ο Potter συγκρίνει την ταχύτητα και επιτυχία του Κωνσταντίνου σε αυτήν την εισβολή με την ταχύτητα και επιτυχία που επέδειξε στα ίδια μέρη ο Ναπολέων, όταν κινήθηκε κατά της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Ο Potter επίσης αποδίδει την απόφαση του Μαξεντίου να δώσει την θρυλική Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας στις 28 Οκτωβρίου του 312, αντί να επιλέξει να οχυρωθεί πίσω από τα Αυρηλιανά Τείχη της Ρώμης στο ότι γνώριζε πως υπήρχε μια ιδιαίτερα ισχυρή φιλοκωνσταντινική μερίδα εντός της πόλεως που θα άνοιγε τις πόρτες στον Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος αναδείχθηκε νικητής από τη μάχη και μόνος κύριος όλου του Δυτικού μισού της Αυτοκρατορίας.

Constantine-Napoleon

Τον Μάρτιο του 313 ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος επισημοποίησαν την συμμαχία τους στα Μεδιόλανα όπου ο πρώτος πρόσφερε ως σύζυγο στον δεύτερο την ετεροθαλή αδελφή του Φλαβία Ιουλία Κωνσταντία. Τότε είναι που υπογράφτηκε και το περίφημο Διάταγμα της Ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων, το οποίο να αναφέρω παρακάτω στα θρησκευτικά θέματα.

Έναν μήνα αργότερα (30 Απριλίου 313), ο Μαξιμίνος Δάζας έκανε την εντελώς αψυχολόγητη κίνηση και αποφάσισε να επιτεθεί στον Λικίνιο. Ο στρατός του Δάζα διέβηκε τον Βόσπορο και συνάντησε τον στρατό του Λικινίου στην Μάχη της Τζουρουλού. Η μάχη της Τζουρουλού έχει ενδιαφέρον γιατί, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, ο Λικίνιος είχε ένα όνειρο πριν από την μάχη ανάλογο με το In hoc signo vincesἐν τούτῳ νίκα» του Κωνσταντίνου. Ένας άγγελος εμφανίστηκε στον ύπνο του και του ζήτησε να διατάξει τους στρατιώτες του να πούνε μια χριστιανική προσευχή πριν από την μάχη. Ο στρατός του Λικινίου είπε την προσευχή και κατάφερε να νικήσει τον στρατό του Μαξιμίνου που υπερείχε αριθμητικά σε αναλογία 2:1. Η πιθανή στρατηγική αξία του «χριστιανικού όνειρου» του Λικινίου θα αναλυθεί παρακάτω στα θρησκευτικά θέματα.

Ο ηττημένος Μαξιμίνος Δάζας αποσύρθηκε πίσω στην Μικρά Ασία και μετά από λίγο καιρό θανατώθηκε από τον Λικίνιο που αναδείχθηκε σε αναντίλεκτο κύριο όλου του Ανατολικού μισού της Αυτοκρατορίας.

Με τις νίκες τους, ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος μετέτρεψαν την παραστρατημένη Τετραρχία σε ελεγχόμενη Διαρχία που διήρκεσε 3 χρόνια.

diarchy1

Ο Κωνσταντίνος δεν άργησε να βρει την αφορμή για να επιτεθεί στον Λικίνιο. Εισέβαλε με τον στρατό του στα Βαλκάνια και πέτυχε δύο νίκες: η πρώτη στην μάχη των Κιβαλών το 316 και η δεύτερη στην μάχη του Άρδα (Campus (M)Ardiensis;) κοντά στην Αδριανούπολη το 317. Ο Κωνσταντίνος ανάγκασε τον Λικίνιο να του παραχωρήσει τις δυτικότερες κτήσεις του, δηλαδή την Επαρχότητα των Πραιτωρίων του Ιλλυρικού.

Επομένως, τα σύνορα της Διαρχίας εξελίχθηκαν στα παρακάτω:

diarchy2

Στην επταετία που ακολούθησε ο Κωνσταντίνος εδρεύει κυρίως στο Σίρμιον απ΄όπου οργανώνει εκστρατείες κατά των Γότθων και των Σκυθών εισβολέων. Το 324 ο Κωνσταντίνος ξαναεπιτίθεται στον Λικίνιο και μετά από 3 νικηφόρες μάχες (Μάχη της Αδριανουπόλεως, Μάχη του Ελλησπόντου και Μάχη της Χρυσουπόλεως) τον αναγκάζει να παραδοθεί. Ο Κωνσταντίνος έκανε το χατίρι στην αδελφή του Κωνσταντία και χάρισε την ζωή στον σύζυγό της, επιτρέποντάς του να ζήσει υπό φρούρηση στην Θεσσαλονίκη. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, ο Κωνσταντίνος θανάτωσε τον Λικίνιο και τον γιο του με την κατηγορία ότι [δήθεν] οργάνωνε αποστασία. Προφανώς, δεν ήθελε να υπάρχει κανένας άλλος τετραρχικός ηγέτης πέρα από αυτόν.

Όταν ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να ιδρύσει την Κωνσταντινούπολη το 324, ήταν πια Μονοκράτωρ της Ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Είχαν περάσει 39 ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που ο Διοκλητιανός βασίλεψε για ένα μόνο έτος την ενιαία αυτοκρατορία ως μονοκράτωρ (285), πριν αποφασίσει να μεταβεί στην Διαρχία με τον Μαξιμιανό το 286.

Στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω την χριστιανική ιστορία του μεταβατικού αυτού αιώνα και τις οργανωτικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποίησε/ολοκλήρωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος.

6 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Ιστορία