Tag Archives: Έλληνες

Ο Λουκιανός και οι στρατιώτες «μας»

Σύμφωνα με τον Anthony D. Smith, αυτό που κάνει σίγουρα τους Έλληνες και τους Εβραίους της κλασικής περιόδου τωόντι εθνοτικές ομάδες (ethnie), σε αντίθεση με ένα σωρό άλλους αρχαίους λαούς που εμφανίζονται ως απλές ητικές εθνοτικές κατηγορίες (ethnic categories) στην αρχαία γραμματεία αυτών των δύο λαών, είναι το γεγονός ότι οι Έλληνες και οι Εβραίοι κατέγραψαν οι ίδιοι ημικά την ιστορία τους και δημιούργησαν μια ιστοριογραφική παράδοση που έγινε διαθέσιμη σε ευρύτερα και διαχρονικά αναγνωστικά κοινά, στα οποία προσέδιδε κοινή ταυτότητα μέσα από την καλλιέργεια κοινής ιστορικής μνήμης που προσέδιδε περιεχόμενο στην έννοια του «εμείς». Οι Εβραίοι τελειοποίησαν την διαδικασία με τον θεσμό της συναγωγής, όπου η «ιστορία» του «ενός και μοναδικού περιούσιου λαού του μόνου αληθινού θεού» γινόταν γνωστή και στις αγράμματες μάζες. Continue reading

Advertisements

33 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Εθνολογικές παρατηρήσεις στη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου #5

Η παρούσα ανάρτηση θα είναι η προτελευταία της σειράς (#1, #2, #3, #4) με θέμα τη Νέα Ιστορία του Ζωσίμου. Κάποια στιγμή θα ακολουθήσει και μια τελευταία ανάρτηση με ό,τι άφησα ασχολίαστο στις πέντε πρώτες αναρτήσεις. Continue reading

5 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία

Από τον Ιουλιανό μέχρι τον Θεοδόσιο #1: Ο Ιουλιανός

Έκλεισα την προηγούμενη ανάρτηση στην μάχη του όρους Σέλευκος (353, στην νότια Γαλλία), μετά την οποία ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιος Β΄ εξήλθε αναντίλεκτος μονοκράτωρ της ενιαίας αυτοκρατορίας. Μετά την πολιτική ενοποίηση, ο Κωνστάντιος θέλησε να επιτύχει και εκκλησιαστική ενοποιήση, αλλα εκεί έδωσε μια μάχη από την οποία βγήκε ηττημένος.

Το πρόβλημα του Κωνσταντίου στο εκκλησιαστικό μέτωπο ήταν ότι ο ίδιος ήταν αρειανόφρων/αρειανίζων (~ αντινικαιακός), ενώ όλη η δυτική εκκλησία και μεγάλο μέρος της ανατολικής (με πρωταγωνιστή στην ανατολή τον πολυεξόριστο θεολογικό Άγιο Αθανάσιο/ιστορικό Αθανάσιο Πατριάρχη της Αλεξανδρείας) προτιμούσε την Νικαιακή εκδοχή του δόγματος.

Η δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου άφησε διττό στίγμα στην «νικαιακή» πλειοψηφία των επισκόπων. Το ότι ο Κωνσταντίνος ήταν ο Πρώτος Χριστιανός αυτοκράτορας επισκίαζε το ότι είχε βαπτιστεί από τον «αιρετικό» αρειανό επίσκοπο Ευσέβιο της Νικομήδειας. Ο Κωνσταντίνος ήταν «Άγιος» και «Ισαπόστολος». Όταν όμως ο γιος και διάδοχός του Κωνστάντιος Β΄ προσπάθησε να επιβάλει επίσημα τον Αρειανισμό, ο Ιλάριος του Πικταβίου τον αποκάλεσε «Αντίχριστο». Η Κωνσταντίνειος δυναστεία θα παραμείνει αρειανόφρονη μέχρι το τέλος της. Όπως θα εξηγήσω σε επόμενη ανάρτηση αναλυτικότερα, όταν η αυτοκράτειρα Ιουστίνη (η γυναίκα του αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Α΄ και εγγονή του αδελφού του Μεγάλου Κωνσταντίνου Ιουλίου Κωνσταντίου) προσπάθησε να μετατρέψει την Βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου στο Μιλάνο σε αρειανικό ναό (ήταν ο πλησιέστερος στο παλάτι των Μεδιολάνων και η Ιουστίνη τον ήθελε για να γιορτάσει το Πάσχα), ο Αμβρόσιος του Μιλάνου έκανε κατάληψη του ναού με όχλο πιστών αποκαλώνταςι «Ιεζάβελ» την αυτοκράτειρα.

Με άλλα λόγια, η δυναστεία που ίδρυσε ο «Άγιος Ισαπόστολος» στα μάτια των χριστιανών, έβγαλε στην συνέχεια έναν «Αντίχριστο» και μια «Ιεζάβελ», πάντοτε στα μάτια των ίδιων χριστιανών.

Ο Κωνστάντιος Β΄ είναι και ο πρώτος αυτοκράτορας που διέταξε με διάταγμα (19 Φεβρουαρίου 356) το κλείσιμο των πολυθεϊστικών ναών και την εφαρμογή της θανατικής ποινής σε όποιον τελούσε αιματηρή θυσία. Αυτή η πολιτική απαγόρευσης του πολυθεϊσμού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική ισορροπίας/ανοχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το διάταγμά του Κωνσταντίου σώζεται στον Θεοδοσιανό (CTh. 16.10.4) και Ιουστινιανικό Κώδικα (JC 1.11.1).

Constantius-edict

[CTh. 16.10.4]

Placuit omnibus locis adque urbibus universis claudi protinus templa et accessu vetito omnibus licentiam delinquendi perditis abnegari. Volumus etiam cunctos sacrificiis abstinere. Quod si quis aliquid forte huiusmodi perpetraverit, gladio ultore sternatur.

Μας ευχαριστεί να κλείσουν αμέσως/μονίμως (protinus) τα τεμένη (templa) σε κάθε τόπο (omnibus locis) και σε όλες τις πόλεις (adque urbibus universis) και να απαγορευθεί (vetito) στους πάντες (omnibus) η πρόσβαση [στα τεμένη], έτσι ώστε να αφαιρεθεί (abnegari) η άδεια  (licentia)  του  «ἁμαρτεῖν»  (delinquendi)  στους  απολωλότες  (perditis). Επιθυμούμε επίσης την αποχή των πάντων από θυσίες (cunctos sacrificiis abstinere). Αν κάποιος τύχει και κάνει κάτι τέτοιο, να πέσει νεκρός (sternatur) από το τιμωρόν ξίφος (gladius ultor).

O David Potter πιστεύει πως η τροπή του Ιουλιανού προς τον πολυθεϊσμό ήταν προϊόν αντίδρασης στην παραπάνω απαγορευτική στάση του Κωνσταντίου. Αυτοί που εστιάζουν την προσοχή τους στα θρησκευτικά γεγονότα του 4ου αιώνα βλέπουν τον Ιουλιανό ως «Παραβάτη/Αποστάτη». Όποιος όμως ενδιαφέρεται για την πολιτικο-στρατιωτική ιστορία του 4ου αιώνα, πρέπει να κρίνει τον Ιουλιανό για την καταστροφική περσική του εκστρατεία. Οι άμεσες συνέπειες αυτής της εκστρατείας ήταν η καταστροφή του διοκλητιανικού συνοριακού προγράμματος στην ανατολή και η απώλεια της ρωμαϊκής ηγεμονικής θέσης στην ίδια περιοχή. Επειδή θα τα περιγράψω αναλυτικά παρακάτω, σε αυτό το σημείο θα αρκεστώ να παραθέσω την γνώμη του Potter πως η αποτυχημένη περσική εκστρατεία του Ιουλιανού το 363 και η αποτυχία του Βάλεντος να χειριστεί «το Γοτθικό ζήτημα» μια δεκαετία αργότερα (αποτυχία που οδήγησε στον ξεκληρισμό του ανατολικού ρωμαϊκού στρατού στην μάχη της Αδριανουπόλεως το 378) είναι τα εναρκτήρια γεγονότα της διαδικασίας που θα οδηγήσει στην ρωμαϊκή στρατιωτική αποτυχία που, με τη σειρά της, θα οδηγήσει στην απώλεια της ρωμαϊκής ηγεμονικής θέσης στην Μεσόγειο και στην βαθμιαία παρακμή και τελική πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον επόμενο αιώνα.

Julian-failure

Ο πρώιμος βίος του Ιουλιανού μέχρι την στέψη του

Η ιστορία του Ιουλιανού αρχίζει όταν ο Κωνστάντιος Β΄, μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου το 337, διέταξε την θανάτωση των αρσενικών συγγενών που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα διαδοχής σε αυτόν και τους αδελφούς του. Επειδή ο Ιουλιανός και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γάλλος ήταν πολύ μικροί (το 337 ο Ιουλιανός ήταν 5/6 χρονών και ο Γάλλος ~10) για να θεωρηθούν απειλή και επειδή ο Κωνστάντιος ήταν τότε παντρεμένος με την αδελφή τους (αργοτερα παντρεύτηκε την Θεσσαλονικιά Ευσεβία), τα δύο αδέλφια δεν θανατώθηκαν αλλά κλείστηκαν σε «χρυσό κλουβί» στην Νικομήδεια υπό την αρχική εποπτεία του Ευσεβίου της Νικομηδείας.

Όταν ο Κωνστάντιος Β΄ αποφάσισε να κινηθεί κατά του σφετεριστή Μαγνεντίου στην Δύση το 350 χρειαζόταν ν΄αφήσει πίσω στην Ανατολή έναν εκπρόσωπο της δυναστείας. Κάλεσε τον Γάλλο στο Σίρμιον, τον μετωνόμασε σε Κωνστάντιο Γάλλο, τον πάντρεψε με την αδελφή του Κωνσταντίνα, τον ανακήρυξε Καίσαρα και τον έστειλε στην Αντιόχεια. Ωστόσο ο Κωνστάντιος ξεκαθάρισε πως δεν χρειαζόταν έναν πραγματικό και λειτουργικό Καίσαρα, αλλά ένα «σύμβολο παρουσίας» (figurehead είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Potter) της δυναστείας στην Ανατολή, ενώ στην πραγματικότητα την εξουσία θα ασκούσαν έμπιστοι και έμπειροι αξιωματούχοι του Κωνσταντίου.

Ο Γάλλος δεν αρκέστηκε στον φαινομενικό του ρόλο αλλά σταδιακά προσπάθησε ν΄αποκτήσει την πραγματική εξουσία και, όταν ο Κωνστάντιος έστειλε τον ύπαρχο Δομιτιανό για να τον ανακαλέσει στην Ιταλία, ο Γάλλος τον συνέλαβε και, αργότερα, τον θανάτωσε.

Για να τον πείσει να έρθει στο Μιλάνο, ο Κωνστάντιος στην συνέχεια ειδοποίησε τον Γάλλο πως ήθελε να τον ανακηρύξει σε Αύγουστο. Ο Γάλλος τσίμπησε το δόλωμα και ξεκίνησε για το Μιλάνο. Όταν το 354 έφτασε στο Ποιτόβιον (Poetovium) του Νωρικού (Nōricum), ο Βαρβατίων (το όνομά του μου θύμισε μια παλιά ανάρτηση που έκανα για τον όρο βαρβάτος) συνέλαβε τον Γάλλο, του «ξήλωσε» την πορφύρα/πορφυρίδα και τον συνόδεψε στην Πόλα όπου ανακρίθηκε και, εν τέλει, θανατώθηκε ύστερα από διαταγή του Κωνσταντίου.

Όταν ο Κωνστάντιος διευθέτησε τα πράγματα της Δύσης όσο μπορούσε (εκκλησιαστικά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παρόλο που έφτασε σε σημείο να εξορίσει τον Πάπα της Ρώμης Λιβέριο) πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη αποφάσισε πως χρειαζόταν έναν συμβολικό Καίσαρα στην Γαλλία. Η δεύτερη γυναίκα του Ευσεβία τον έπεισε να καλέσει τον Ιουλιανό. Έτσι το 355, ενώ ο Ιουλιανός σπούδαζε στην Αθήνα, έλαβε την διαταγή να παραστεί στο Μιλάνο, για να ανακηρυχθεί Καίσαρ. Έχοντας μάθει από το προηγούμενο του Γάλλου, ο Κωνστάντιος έστειλε τον Ιουλιανό στην Augusta Treverorum μαζί με μια λεπτομερή λίστα όπου του είχε επισημάνει τα όρια της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων του.  Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει πως το βιβλίο που είχε γράψει ο Κωνστάντιος με το χέρι του ήταν τόσο λεπτομερές (ut privignum ad studia mittens = «σαν να έστελνε παραγιό στο σχολείο») που περιείχε μέχρι και το τι επιτρεπόταν να φάει για δείπνο ο Ιουλιανός. Το δείπνο του έπρεπε να ήταν τόσο «δαψιλές» (munificus) όσο ήταν αυτό του κοινού στρατιώτη (vilis miles).

[Αmm. 16.5.3]

Denique cum legeret libellum assidue, quem Constantius, ut privignum ad studia mittens, manu sua conscripserat, praelicenter disponens quid in convivio Caesaris impendi deberet, phasianum et vulvam et sumen exigi vetuit et inferri, munificis militis vili et fortuito cibo contentus.

Lastly, though he constantly read the booklet which Constantius, as it sending a stepson to the university, had written with his own hand, making lavish provision for what should be spent on Caesar’s table, he forbade the ordering and serving of pheasants and of sow’s matrix and udders, contenting himself with the coarse and ordinary rations of a common soldier.

Εδώ πρέπει να τονίσω ότι ο τόσο ο Κωνστάντιος όσο και ο Ιουλιανός έζησαν ιδιαίτερα ασκητικές ζωές ως αυτοκράτορες. Επειδή ο ευλαβής και ασκητικός πολυθεϊστής δεν διέφερε στον καθημερινό του βίο από τον ευλαβή και ασκητικό χριστιανό, όποιος δεν γνώριζε ότι ο Ιουλιανός ήταν πολυθεϊστής τον νόμιζε για ευλαβή χριστιανό εξαιτίας του ασκητικού του βίου.

Ο χριστιανισμός απλώς τόνισε το ασκητικό προφίλ που ήδη προέβαλαν και οι παλαιότεροι ρωμαίοι αυτοκράτορες προκείμενου να δείξουν στους υπηκόους τους ότι -και καλά- δεν έκαναν κατάχρηση εξουσίας για προσωπικό τους όφελος. Ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος κάποτε τόνισε την λιτοφαγία του στον προοριζόμενο διάδοχό του Τιβέριο λέγοντας:

[Σουητώνιος, Αύγουστος, 76.2]

“ne Iudaeus quidem, mi Tiberi, tam diligenter sabbatis ieiunium seruat quam ego hodie seruaui!”

«Ούτε Ιουδαίος σε σαββατιάτικη νηστεία, Τιβέριέ μου, δεν τρώει τόσο λιτά όσο έφαγα εγώ σήμερα!»

ieiunium = νηστεία, εξού και στην ανατομική ορολογία jejunum = νήστιδα (το τμήμα του λεπτού εντέρου μεταξύ δωδεκαδακτύλου και ειλεού).

Ο ακραίος χριστιανικός ασκητισμός του Κωνσταντίου Β΄ εκτός από την λιτοφαγία περιείχε και αποχή από σεξ κάτι που ίσως εξηγεί γιατί δεν άφησε απογόνους για να τον διαδεχτούν. Όπως έγραψα και παραπάνω, ο Ιουλιανός αν και πολυθεϊστής θα συνεχίσει τον ίδιο ασκητικό βίο με αυτόν του ξαδέλφου του.

Ο Potter εξηγεί στις σελίδες 496-498 την μόρφωση του Ιουλιανού και το πως κατέληξε εν τέλει πολυθεϊστής.

Julian-CV

Όταν ο Κωνστάντιος ανέθεσε τα μικρά ξαδέλφια του Ιουλιανό και Γάλλο υπό την εποπτεία του Ευσεβίου Νικιμηδείας, ο τελευταίος ανέθεσε την μόρφωση του Ιουλιανού στον γότθο ευνούχο Μαρδόνιο, ο οποίος του δίδαξε για 4 χρόνια Ελληνικά και ανάγνωση του Ομήρου. Στην συνέχεια, ο Γεώργιος της Καππαδοκίας ανέλαβε την μόρφωση του Ιουλιανού, ο οποίος διέθετε μία εκλεκτή βιβλιοθήκη πλούσια τόσο σε χριστιανικό όσο και ελληνικό υλικό. Παρόλο που ο Ιουλιανός αργότερα θυμάται τα χρόνια με τον Γεώργιο ως «εφιάλτη», ο Potter πιστέυει πως εκεί εξοικειώθηκε για πρώτη φορά με την ελληνική γραμματεία. Αργότερα, ο Γεώργιος πήρε μαζί του την βιβλιοθήκη του στην Αλεξάνδρεια και μόλις ο Ιουλιανός έμαθε ότι σκοτώθηκε από όχλο «Ελλήνων» (είχε πει για έναν ναό τους «αυτό το έκτρωμα πότε θα το γκρεμίσουν;»), ζήτησε να κατασχεθεί και να του σταλεί η βιβλιοθήκη του. Το 348 ο Ιουλιανός επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου μαθήτευσε δίπλα στον πολυθεϊστή Νικοκλή και τον χριστιανό Εκηβόλιο. Μετά από αυτούς μαθήτευσε στον τρανό Θεμίστιο (ο Θεμίστιος και ο Λιβάνιος ήταν αμφότεροι πολυθεϊστές και οι κυριότεροι ρήτορες του 4ου αιώνα), με τον οποίο αργότερα ο Ιουλιανός θα διαφωνήσει, επειδή ο Θεμίστιος (όπως και ο Λιβάνιος) πίστευε ότι χριστιανοί και πολυθεϊστές μπορούσαν κάλλιστα να συνυπάρξουν. Το 351 ο Ιουλιανός μετέβη στην Πέργαμο για να μαθητεύσει στον πολυθεϊστή φιλόσοφο Αιδέσιο που είχε υπάρξει μαθητής του Συρίου Ιαμβλίχου. Ο Αιδέσιος είχε έναν συγγενή ονόματι Ευστάθιο ο οποίος ήταν παντρεμένος με την Σωσιπάτρα, η οποία διαφήμιζε τον πολυθεϊστή φιλόσοφο Μάξιμο τον Εφέσιο επειδή της είχε λύσει τα ερωτικά μάγια που της είχε κάνει ένας Φιλομήτωρ. Έτσι ο Ιουλιανός απευθύνθηκε στον Μάξιμο, ο οποίος του συνέστησε να παρακολούθησει τον φιλόσοφο Πρίσκο που τότε δίδασκε στην Αθήνα και τον Χρυσάνθιο και τον Ευσέβιο που δίδασκαν στην Μικρά Ασία. Ο Ευσέβιος αρνήθηκε να δεχτεί τον Ιουλιανό ως μαθητή του (προφανώς επειδή δεν ήθελε μπλεξίματα με τον Κωνστάντιο Β΄) και τον έστειλε πίσω στον Μάξιμο. Ο Μάξιμος ο Εφέσιος είναι ο άνθρωπος που προσηλύτισε τον Ιουλιανό στον πολυθεϊσμό ή, με άλλα λόγια, ο Ιουλιανός εκπαγανίστηκε από έναν άνθρωπο που υποτίθεται ότι έλυσε τα ερωτικά μάγια κάποιας «Κατίνας». Το τονίζω αυτό για να δείξω σε τι μαύρα χάλια είχε περιπέσει ο πολυθεϊσμός εκείνα τα χρόνια. 🙂

Έτσι το 355 που ο Ιουλιανός στάλθηκε ως Καίσαρ στην Γαλλία ήταν κρυφός πολυθεϊστής. Τουλάχιστον από το 358, ο Ιουλιανός είχε εκμυστηρευτεί στον κλειστό πολυθεϊστικό του κύκλο ότι σκόπευε να κάνει πραξικόπημα κατά του Κωνσταντίου. Για να το επιτύχει αυτό χρειαζόταν την εύνοια του Γαλλικού στρατού και, για να κερδίσει την τελευταία, οδήγησε τα ρωμαϊκά στρατεύματα του Ρήνου σε νικηφόρες μάχες κατά των βάρβαρων γερμανικών φύλων (Φράγκοι και Αλαμανοί), η σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η μάχη του Στρασβούργου το 357, στην οποία ο Ιουλιανός έδειξε τις στρατηγικές του ικανότητες. Σύμφωνα με τις πηγές που περιγράφουν την μάχη, τα ρωμαϊκά στρατεύματα μετά την νίκη στο Στρασβούργο θέλησαν να ανακηρύξουν Αύγουστο τον Ιουλιανό, αλλά αυτός αρνήθηκε την τιμή εξηγώντας τους πως μόνον ο Κωνστάντιος μπορούσε να ανακηρύξει κάποιον Αύγουστο. Ίσως ο Ιουλιανός να έκανε αυτήν την κίνηση, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Κωνσταντίου. Πάντως, όπως ανέφερα και παραπάνω, οι επιστολές του προς τον κλειστό πολυθεϊστικό του κύκλο δείχνουν ότι από το 358 σκόπευε να πάρει την θέση του Κωνσταντίου. Για να μην φανερωθούν οι προθέσεις του στους άνδρες του Κωνσταντίου στην Γαλλία, άφησε την πρωτεύουσα Augusta Treverorum και μεταφέρθηκε στο Παρίσι.

Julian-revolt

Τέλος, γνωρίζοντας ότι τα δύο αντιμαχόμενα χριστιανικά στρατόπεδα (νικαιακοί ≠ αρειανοί) μισούσαν το ένα το άλλο πολύ περισσότερο απ΄όσο το καθένα τους αντιπαθούσε τους πολυθεϊστές, ο Ιουλιανός, μόλις τελικά ανακηρύχθηκε Αύγουστος το 360, κάλεσε στο Παρίσι τους επισκόπους της Γαλλίας και κατάφερε να βρει ως σύμμαχο κατά του Κωνστνατίου τον Ιλάριο του Πικταβίου. Τότε είναι που ο Ιλάριος θ΄αρχίσει να χαρακτηρίζει τον Κωνστάντιο Β΄ «Αντίχριστο» και θα επιτεθεί άφοβα εναντίον του με τα γραπτά του.

Το 360, δύο λεγεώνες (οι Celtae και οι Petulentes) ανακήρυξαν τον Ιουλιανό Αύγουστο στο Παρίσι. Ο Κωνστάντιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, γιατί ήδη το 358 ο Σασσανίδης Σαπώρης Β΄ του έστειλε επιστολή με την οποία ζητούσε την παράδοση όλης της Ανατολικής Αυτοκρατορίας (Θράκη, Ασία και Αίγυπτος), γιατί αυτά ήταν εδάφη που κάποτε ανήκαν στους Αχαιμενίδες «προγόνους» του. Το 359 οι Πέρσες εισέβαλαν στα Ρωμαϊκά εδάφη και τότε είναι που ο Αμμιανός Μαρκελλίνος βρέθηκε στα Άμιδα (σημερινό τουρκικό όνομα Diyarbakir, κουρδικό Amed) πολιορκημένος για δύο μήνες από τους Πέρσες.

Julian-Hilary

Το καλοκαίρι του 361 ο Ιουλιανός εισέβαλε στα βόρεια Βαλκάνια προκειμένου να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Κωνστάντιο. Στις αρχές του Δεκεμβρίου έμαθε ότι στις 3 Νοεμβρίου ο Κωνστάντιος πέθανε στην Κιλικία, καθώς ερχόταν με τον στρατό του από το ανατολικό μέτωπο για να τον αντιμετωπίσει. Ο Ιουλιανός ήταν επίσημα ο μόνος Αύγουστος σε όλη την αυτοκρατορία.

Constantius-death

Η θρησκευτική «αποστασία» και η καταστρεπτική εκστρατεία στην Περσία

Με το που πάτησε το πόδι του στην Κωνσταντινούπολη ως μονοκράτωρ ο Ιουλιανός δημοσιοποίησε επίσημα τον πολυθεϊσμό του. Είναι ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που η εικόνα του στα νομίσματα του έχει φιλοσοφικό γένι. Η θρησκευτική του στάση μπορεί να περιγραφεί με τρία σημεία:

  • Ήταν οπαδός της θεουργικής σχολής του Ιαμβλίχου
  • Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον θεό Μίθρα, όπως μαρτυρούν το Μιθραίον που έχτισε στο παλάτι και ο Ταύρος της Μιθραϊκής Ταυροκτονίας που εμφανίζεται στα νομίσματά του.
  • Δείχνει μια προτίμηση σε πολυδάπανες θυσίες (σε ποσότητα αίματος και θυσιασμένων ζώων) την οποία επέκριναν και οι πολυθεϊστές.

Πέρα από αυτά, δεν προσπάθησε να επιβάλει κάποια συγκεκριμένη θεότητα ως επίσημη, ούτε αρνήθηκε την ύπαρξη του Θεού των Χριστιανών και των Εβραίων. Απλώς δεν πίστευε ότι ήταν οι μόνοι θεοί. Μάλιστα, η απόφαση του να απομακρύνει τα λείψανα του Αγίου Βαβύλα επειδή πίστευε πως εμπόδιζαν την μαντική δράση του ναού του Απόλλωνα στην Αντιόχεια, δείχνει ότι πίστευε στην ιερή ισχύ των Αγίων Λειψάνων, όπως και οι Χριστιανοί της εποχής του. Ωστόσο, το σφάλμα του ήταν ότι υιοθέτησε την καταπιεστική πολιτική του Κωνσταντίου για να περάσει τις όποιες θρησκευτικές ιδέες του. Στο τέλος, έφτασε στο σημείο να κατηγορεί τους πολυθεϊστές υπηκόους του ότι δεν ήταν «βέροι» πολυθεϊστές.

Όταν έφτασε στον ναό του Απόλλωνα στην Δάφνη της Αντιόχειας, ενώ περίμενε να τιμηθεί ως αρχιερεύς με χορούς, σπονδές και λαμπρειμονούσα λαοθάλασσα και να λάβει κατὰ φυλὰς βουθυσία (θυσία ενός βοός για κάθε φυλή της πόλεως) προς τιμή του, γράφει με παράπονο ότι τον υποδέχτηκε ένας ιερεύς που έσφαξε μόνο μια χήνα προς τιμή του, την οποία είχε φέρει από το σπίτι του. Με άλλα λόγια, η θυσία του πολυθεϊστή ιερέα δεν απείχε πολύ από τα όρια της χριστιανικής ανεκτικότητας, αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι σήμερα σφάζονται πετεινοί για τον εγκαινιασμό κτιριακών θεμελίων. 🙂

[Μισοπώγων, 361d-2c]

ἄλλης ἀπεχθείας ἐμῆς, ἔπειτα, ὅπερ εἴωθα ποιεῖν ἐπιεικῶς, ὀνειδίσαι ἐμαυτῷ καὶ ὑπὲρ ταύτης καὶ κατηγορῆσαι καὶ μέμψασθαι. Δεκάτῳ γάρ που μηνὶ τῷ παῤ ὑμῖν ἀριθμουμένῳ: Λῶον οἶμαι τοῦτον ὑμεῖς προσαγορεύετε: τοῦ θεοῦ τούτου πάτριός ἐστιν ἑορτή, καὶ ἔδει σπουδῇ πρὸς τὴν Δάφνην ἀπαντᾶν. ἐγὼ μὲν οὖν ἀπὸ τοῦ Κασίου Διὸς ἐπὶ τοῦτο ἔδραμον, οἰόμενος ἐνταῦθα μάλιστα τοῦ πλούτου καὶ τῆς φιλοτιμίας ὑμῶν ἀπολαύσειν. εἶτα ἀνέπλαττον παῤ ἐμαυτῷ πομπήν, ὥσπερ ὀνείρατα ὁρῶν, ἱερεῖα καὶ σπονδὰς καὶ χοροὺς τῷ θεῷ καὶ θυμιάματα καὶ τοὺς ἐφήβους ἐκεῖ περὶ τὸ τέμενος θεοπρεπέστατα μὲν τὰς ψυχὰς κατεσκευασμένους, λευκῇ δ̓ ἐσθῆτι καὶ μεγαλοπρεπεῖ κεκοσμημένους. ὡς δὲ εἴσω παρῆλθον τοῦ τεμένους, οὔτε θυμιάματα κατέλαβον οὔτε πόπανον οὔτε ἱερεῖον. αὐτίκα μὲν οὖν ἐθαύμασα καὶ ᾤμην ἔξω τοῦ τεμένους εἶναι, περιμένειν δ̓ ὑμᾶς, ἐμὲ δὴ τιμῶντας ὡς ἀρχιερέα, τὸ σύνθημα παῤ ἐμοῦ. ἐπεὶ δὲ ἠρόμην, τί μέλλει θύειν ἡ πόλις ἐνιαύσιον ἑορτὴν ἄγουσα τῷ θεῷ, ὁ ἱερεὺς εἶπεν: ἐγὼ μὲν ἥκω φέρων οἴκοθεν τῷ θεῷ χῆνα ἱερεῖον, ἡ πόλις δὲ τὰ νῦν οὐδὲν ηὐτρέπισται. Ἐνταῦθα ὁ φιλαπεχθήμων ἐγὼ πρὸς τὴν βουλὴν ἀνεπιεικεῖς πάνυ διελέχθην λόγους, ὧν ἴσως οὐκ ἄτοπον καὶ νῦν μνημονεῦσαι. ‘Δεινόν,’ ἔφην ἐγώ, ‘τὴν τοσαύτην πόλιν οὕτω τῶν θεῶν ὀλιγώρως ἔχειν, ὡς οὐδεμία παροικοῦσα ταῖς ἐσχατιαῖς τοῦ Πόντου κώμη: μυρίους κλήρους γῆς ἰδίας κεκτημένη, τῷ πατρίῳ θεῷ νῦν πρῶτον ἐπιστάσῃς ἑορτῆς ἐνιαυσίου, ἐπειδὴ διεσκέδασαν οἱ θεοὶ τῆς ἀθεότητος τὴν νεφέλην, μίαν ὄρνιν ὑπὲρ αὑτῆς οὐ προσάγει, ἣν ἐχρῆν μάλιστα μὲν καὶ κατὰ φυλὰς βουθυτεῖν, εἰ δὲ μὴ ῥᾴδιον, ἕνα γε κοινῇ πᾶσαν ὑπὲρ αὑτῆς προσφέρειν τῷ θεῷ ’

Με παράπονο λοιπόν, ο Ιουλιανός γράφει προς τον Αριστόξενο τον Τυανέα και προς τον αρχιερέα Γαλατίας Αρσάκιο τα παρακάτω:

Julian-ep1

Julian-ep2

[Ἀριστόξενῳ φιλοσόφῳ]

Ἔντυχε οὖν ἡμῖν περὶ τὰ Τύανα πρὸς Διός Φιλίου, καὶ δεῖξον ἡμῖν ἄνδρα ἐν Καππαδόκαις καθαρῶς Ἕλληνα.

[Ἀρσακίῶ ἀρχιερεῖ Γαλατίας]

Ὁ Ἑλληνισμός οὔπω πράττει κατὰ λόγον ἡμῶν ἕνεκα τῶν μετιόντων αὐτὸν.

[…] οὐδὲ ἀποβλέπομεν, ὡς μάλιστα τὴν «αθεότητα» (χριστιανισμό) συνηύξησεν ἡ περὶ τοὺς ξένους φιλανθρωπία και ἡ περὶ τᾶς ταφὰς τῶν νεκρῶν προμήθεια καὶ ἡ πεπλασμένη σεμνότης (πλαστή σεμνότης ~ ψευτοσεμνότητα) κατὰ τὸν βίον. Ὧν ἕκαστον οἴομαι χρῆναι παρ΄ἡμῶν ἀληθῶς ἐπιτηδεύεσθαι. […] Αἰσχρὸν γὰρ, εἰ τῶν μὲν Ἰουδαίων οὐδεῖς μεταιτεῖ, τρέφουσι δὲ οἱ δυσσεβεῖς Γαλιλαῖοι, πρὸς τοῖς ἑαυτῶν καὶ τοὺς ἡμετέρους, οἱ δὲ ἡμέτεροι τῆς παρ΄ἡμῶν ἐπικουρίας ἐνδεεῖς φαίνονται. Δίδασκε δὲ καὶ συνεισφέρειν τοὺς Ἑλληνιστὰς εἰς τὰς τοιάυτας λειτουργίας […] καὶ τοὺς Ἑλληνικούς ταῖς τοιάυταις εὐποιίαις προσέθιζε, διδάσκων αὐτοὺς ὡς τοῦτο πάλαι ἦν ἡμέτερον ἔργον.

Μετάφραση: ούτε βλέπουμε πόσο πολύ βοήθησε στην διάδοση (συνηύξησεν) της «αθεότητας» (Χριστιανισμού) η φιλανθρωπία προς τους ξένους και η προμήθεια για τις ταφές των νεκρών και η ψευτοσεμνότητα του βίου. Καθένα από αυτά πιστεύω πως πρέπει να το οικειοποιηθούμε πραγματικά στην συμπεριφορά μας. […] Γιατί είναι αισχρό, από τη μια, να μην ζητιανεύει κανένας από τους Ιουδαίους και οι δυσσεβείς «Γαλιλαίοι» (Χριστιανοί) να τρέφουν τόσο τους δικούς τους όσο και τους δικούς μας και, από την άλλη, οι δικοί μας να φαίνονται «ενδεείς» (~ «κακόμοιροι ζήτουλες») που έχουν ανάγκη της βοήθειάς μας. Να διδάσκεις και να προσφέρεις στους Ελληνιστές αυτές τις [χριστιανικές] λειτουργίες […] και να προσεθίζεις τους Ελληνικούς πληθυσμούς σε αυτές τις [χριστιανικές] ευποιίες, διδάσκοντάς τους ότι πρόκειται για παραδοσιακές δικές μας (πολυθεϊστικές) πρακτικές.

Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι την ίδια περίπου εποχή που οι Χριστιανοί αντιγράφουν την γενέθλια ημερομηνία του Ανίκητου Ήλιου ως γενέθλια ημερομηνία του δικούς τους Ιησού, ο Ιουλιανός προτείνει στους πολυθεϊστές ιερείς να αντιγράψουν τις χριστιανικές «ευποιίες» και να τις παρουσιάζουν ως ανέκαθεν δικές τους, προκειμένου να «κερδίσουν πελατεία 🙂

Julian-hellenism

Είναι σημαντικό το ότι ένας πολυθεϊστής όπως ο Αμμιανός Μαρκελλίνος θεωρούσε υπερβολικές τις θυσίες του Ιουλιανού και πίστευε ότι το «ελληναριό» που τον περιτριγύριζε (από το οποίο συχνά αναφέρει τους «Ετρούσκους Σπλαγχνομάντες/Haruspices») του έδινε συμβουλές από τις οποίες έλειπε η λογική και η παράδοση.

Η στάση του Ιουλιανού προς τους Χριστιανούς χειροτέρεψε σε βαθμό που έγινε επιβλαβής για το κράτος. Το 362 η Urbs Inexpugnabilis/Murus Provinciarum (Απόρθητος Πόλις/Τείχος των [ανατολικών] Επαρχιών) Νίσιβις, πόλη πλήρως χριστιανική που είχε κλείσει τους πολυθεϊστικούς ναούς και τα ιερά, ζήτησε την βοήθειά του για την επίσχεση επικείμενης Περσικής εισβολής και τους απείλησε ότι δεν πρόκειται να τους βοηθήσει και να δεχτεί άλλη τους πρεσβεία αν δεν μετέλθουν στον Ελληνισμό!

[Σωζομενός, Εκκλησιαστική ιστορία, 5.3.5]

Περὶ τῶν λυπούντων τὰς πρεσβείας δεχόμενος. ἀμέλει τοι προσδοκωμένων τότε Περσῶν ἐπιστρατεύειν, πρεσβευομένοις περὶ τούτου Νισιβηνοῖς ὡς παντελῶς χριστιανίζουσι καὶ μήτε τοὺς ναοὺς ἀνοίγουσι μήτε εἰς τὰ ἱερὰ φοιτῶσιν ἠπείλησε μὴ βοηθεῖν μήτε πρεσβείαν δέχεσθαι καὶ ὡς ἐναγοῦς τῆς αὐτῶν πόλεως μὴ ἐπιβήσεσθαι πρότερον, εἰ μὴ πύθοιτο εἰς ῾Ελληνισμὸν.

Τελικά, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, η «Απόρθητος Πόλις» θα περάσει σε περσικά χέρια αμαχητί, ύστερα από την αποτυχημένη εκστρατεία του Ιουλιανού, ως μέρος της συμφωνίας με τους Πέρσες για την ασφαλή επιστροφή των ρωμαϊκών στρατευμάτων στα ρωμαϊκά σύνορα.

Αργότερα, ο Ιουλιανός θα απαγορέψει στους χριστιανούς να διδάσκουν Ελληνική παιδεία. Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος τον επέκρινε έντονα γι΄αυτήν του την κίνηση, θεωρώντας την «άσπλαγχνη» (inclemens) κίνηση που πρέπει να καλυφθεί με αιώνια σιγή (perenni silentio).

[Amm. 22.10.7]

Post multa enim etiam iura quaedam correxit in melius, ambagibus circumcisis, indicantia liquide, quid iuberent fieri vel vetarent. Illud autem erat inclemens, obruendum perenni silentio, quod arcebat docere magistros rhetoricos et grammaticos, ritus Christiani cultores.

For after many other things, he also corrected some of the laws, removing ambiguities, so that they showed clearly what they demanded or forbade to be done. But this one thing was inhumane, and ought to be buried in eternal silence, namely, that he forbade teachers of rhetoric and literature to practise their profession, if they were followers of the Christian religion.

Ο Ιουλιανός αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την ανέγερση του κατεστραμμένου ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ μόνο και μόνο για να αποδείξει τον Ιησού ως ψευτοπροφήτη (κατά τας γραφάς είχε προφητεύσει την παντοτινή καταστροφή του ναού). Και επειδή ο Ιησούς δεν μπορεί να αποδειχθεί ψευτοπροφήτης στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Σωζομενού, «μόλις μπήκε το πρώτο θεμέλιο, την επόμενη ημέρα έγινε μέγας σεισμός και κλόνος και άνοιξε η γη και το κατάπιε.» 🙂

[Σωζομενός, 5.22.4-6] ἔδειξε δὲ ταύτην ἔχων τὴν γνώμην οἷς ἐπεχείρησε. μετακαλεσάμενος γὰρ τοὺς ἐξάρχους τοῦ ἔθνους προὐτρέψατο θύειν, Μωσέως νόμων καὶ πατρίων ἐθῶν ὑπομιμνήσκων. τῶν δὲ φησάντων κατερριμμένου τοῦ ἐν ῾Ιεροσολύμοις ναοῦ μὴ θεμιτὸν μηδὲ πάτριον ἐκπεπτωκόσι τῆς μητροπόλεως ἑτέρωθι τοῦτο ποιεῖν, χρήματα δοὺς κοινὰ ἐκέλευσεν ἐγείρειν τὸν νεὼν καὶ τοῖς προγόνοις ἐπίσης θρησκεύειν, τὸν παλαιὸν τρόπον θύοντας. οἱ μὲν οὖν μὴ λαβόντες εἰς νοῦν, ὡς οὐκ ἐνεχώρει κατὰ τὰς ἱερὰς προφητείας τοῦτο γενέσθαι, σπουδῇ τοῦ ἔργου εἴχοντο. καὶ τοὺς ἐπιστήμονας τῶν τεκτόνων ἀγείραντες τὰς ὕλας παρεσκευάζοντο καὶ τὸν χῶρον ἐκάθαιρον. σὺν τοσαύτῃ τε προθυμίᾳ περὶ ταῦτα ἐπόνουν, ὡς καὶ τὰς αὐτῶν γυναῖκας τὸν χοῦν τοῖς κόλποις ἐκφορεῖν, περιδέραιά τε καὶ πάντα τὸν ἄλλον γυναικεῖον κόσμον συνεισφέρειν ἑτοίμως τῇ δαπάνῃ τοῦ ἔργου. πάντα δὲ δεύτερα ἦν τοῦ πονουμένου βασιλεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις ῞Ελλησι καὶ πᾶσιν ᾿Ιουδαίοις· οἱ μὲν γὰρ οὔτε ᾿Ιουδαίοις εὐνοοῦντες ἐκοινώνουν αὐτοῖς τῆς σπουδῆς, ὑπολαβόντες δύνασθαι κατορθοῦν τὸ ἐγχείρημα καὶ ψευδεῖς ἀπελέγξαι τοῦ Χριστοῦ τὰς προρρήσεις, οἱ δὲ ἅμα τοῦτο διενοοῦντο καὶ καιρὸν ἔχειν ᾤοντο ἀναστήσειν τὸ ἱερόν. ἐπεὶ δὲ τῆς προτέρας οἰκοδομίας τὰ λείψανα καθεῖλον καὶ ἀνέσκαψαν καὶ τὸ ἔδαφος ἐξεκάθηραν, λέγεται τῆς ἐπιούσης, καθ’ ἣν πρῶτον θεμέλιον ἤμελλον ὑποτίθεσθαι, σεισμὸν γενέσθαι μέγαν, ὑπὸ δὲ κλόνου τῆς γῆς ἐκ βάθρων ἀναδοθῆναι τοὺς λίθους, …

Ο Ιουλιανός πίστευε πως μία μεγάλη νίκη κατά των Περσών θα του βελτίωνε την δημοφιλία. Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει πως λαχταρούσε ν΄αποκτήσει τον τίτλο (του Τραϊανού) Parthicus ( «Παρθικός» = «κατακτητής/νικητής των «Παρθών»/Περσών).

[Amm. 22.12.2] Urebatur autem bellandi gemino desiderio, primo quod impatiens otii, lituos somniabat et proelia, dein quod in aetatis flore primaevo, obiectus efferatarum 1 gentium armis, recalentibus etiam tum regum precibus et regalium, qui vinci magis posse quam supplices manus tendere credebantur, ornamentis illustrium gloriarum inserere Parthici cognomentum ardebat.

He was inflamed besides with a twofold longing for war, first, because he was tired of inactivity and dreamed of clarions and battle; and then, exposed as he had been in the first flower of his youth to warfare with savage nations, while his ears were still warm with the prayers of kings and princes who (as it was believed) could more easily be vanquished than led to hold out their hands as suppliants, he burned to add to the tokens of his glorious victories the surname Parthicus.

Ξεκίνησε για την Περσία από την Αντιόχεια, δυσαρεστημένος με τον χριστιανικό πληθυσμό της και δίνοντας διαταγή να του ετοιμάσουν την Ταρσό ως πρωτεύουσα (δηλαδή τόπο κατοικίας του αυτοκράτορα) για όταν θα επέστρεφε. Για περισπασμό, έστειλε τον συγγενή του Προκόπιο επικεφαλής μιας μερίδας του στρατού στην βόρεια Μεσοποταμία κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Ήθελε ο Σαπώρης Β΄ να απομακρυνθεί με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του από την πρωτεύουσα Κτησιφώντα προς τον Προκόπιο, ώστε αυτός να έχει το ελεύθερο να φτάσει σχετικά ανενόχλητος στην Κτησιφώντα, να την εκπορθήσει και να ανεβάσει στον Περσικό θρόνο τον συγγενή του Σαπώρη Ορμίσδα που είχε καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Ο ρωμαϊκός στρατός που διοικούσε ο Ιουλιανός έφτασε εύκολα έξω από τα τείχη της Κτησιφώντος, αλλά αμέσως ο Ιουλιανός και το επιτελείο του συνειδητοποίησαν πως δεν μπορούσαν να εκπορθήσουν την πόλη. Άρα ή οι πληροφορίες τους για την οχυρωματική κατάσταση της πόλης ήταν ανακριβείς ή κάποιος αμέλησε να φέρει επαρκή πολιορκητικό εξοπλισμό.

Μην μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο, ο Ιουλιανός διέταξε την επιστροφή του στρατού στα ρωμαϊκά σύνορα. Παράλληλα όμως, οι Πέρσες έσπασαν τα αρδευτικά φράγματα και μετάτρεψαν τον δρόμο της επιστροφής του ρωμαϊκού στρατού σε απέραντα λασπόνερα. Ο στρατός κινούνταν πολύ αργά και οι Πέρσες κάθε τόσο τον παρενοχλούσαν με επιθέσεις φθοράς, με στόχο την ασφαλή (για τους Πέρσες) και βαθμιαία εξασθένιση των Ρωμαίων. Σε μία από αυτές τις μικροσυμπλοκές στην Σαμάρρα ο Ιουλιανός τραυματίστηκε θανάσιμα στην πλάτη από μία λόγχη που του τρύπησε το ήπαρ και τα ενδοπεριτοναϊκά σπλάγχνα. Πέθανε από αιμορραγία καθώς ο γιατρός του Ορειβάσιος προσπαθούσε να κάνει [πρωτόγονη] εντερορραφία.

Ποιος σκότωσε τον Ιουλιανό;

Ο Αμμιανός, που ήταν παρών στην εκστρατεία, γράφει ότι ο Ιουλιανός σκοτώθηκε από άγνωστο χέρι με δόρυ ρωμαίου ιππέα (equestris hasta, telum Romanum)

[25.3.6] Quos cum Iulianus cavendi immemor, diffluxisse trepidos elatis vociferando manibus aperte demonstrans, irasque sequentium excitans, audenter effunderet semet in pugnam, clamabant hinc inde candidati (quos disiecerat terror) ut fugientium molem tamquam ruinam male compositi culminis declinaret, et (incertum unde 1 ) subita equestris hasta, cute brachii eius praestricta, costis perfossis, haesit in ima iecoris fibra.

Julian, careless of his own safety, shouting and raising his hands tried to make it clear to his men that the enemy had fled in disorder, and, to rouse them to a still more furious pursuit, rushed boldly into the fight. His guards, who had scattered in their alarm, were crying to him from all sides to get clear of the mass of fugitives, as dangerous as the fall of a badly built roof, when suddenly – no one knows whencea cavalryman’s spear grazed the skin of his arm, pierced his ribs, and lodged in the lower lobe of his liver.

[25.6.6] Hocque viso, e saltibus nos hostes diversitate telorum et verbis turpibus incessebant, ut perfidos, et lectissimi principis peremptores: audierant enim ipsi quoque referentibus transfugis, rumore iactato incerto, Iulianum telo cecidisse Romano.

On seeing this, the enemy from the wooded heights assailed us with weapons of all kinds and with insulting language, as traitors and murderers of an excellent prince. For they also had heard from the mouths of deserters, in consequence of an unfounded rumour, that Julian had been killed by a Roman weapon.

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έγραψε το 364 πως υπήρχαν 4 υποψήφιοι δολοφόνοι: ένας Πέρσης, ένας Άραβας, ένας βάρβαρος υπηρέτης και ένας Χριστιανός στρατιώτης.

Ο Λιβάνιος το 364 έγραψε πως ο φονιάς ήταν Χριστιανός, αλλά 14 χρόνια αργότερα, συμφωνούσε με τον γιατρό Ορειβάσιο ότι ο φονιάς ήταν Σαρακηνός με είδος λόγχης που χρησιμοποιούσαν τα αραβικά auxilia του περσικού στρατού. Σύμφωνα με την μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση … «ήταν χέρι αγίου».

Ο Potter προτιμάει την υπόθεση Σαρακηνού φονιά, αλλά δεν αποκλείεται ο φονιάς να ήταν Ρωμαίος που ήθελε να βγάλει τον Ιουλιανό από την μέση για να διευκολύνει την συνθηκολόγηση με τους Πέρσες.

julian-death

Ο Σαπώρης είχε δύο επιλογές μετά τον θάνατο του Ιουλιανού. Η μία ήταν να αποτελειώσει τον ρωμαϊκό στρατό. Αυτό όμως θα είχε ως συνέπεια την στέψη ενός νέου αυτοκράτορα στο ρωμαϊκό έδαφος με τον οποίο θα έπρεπε να διαπραγματευθεί εκ νέου. Η άλλη επιλογή του ήταν να αφήσει το παγιδευμένο ρωμαϊκό στράτευμα να εκλέξει νέο αυτοκράτορα και να διαπραγματευτεί μαζί του «έχοντας το μαχαίρι στον λαιμό του.» Προτίμησε την δεύτερη επιλογή. Το ρωμαϊκό στράτευμα εξέλεξε ως νέο αυτοκράτορα τον διοικητή της φρουράς του Ιουλιανού Ιοβιανό, ο οποίος τέλεσε την δύσκολη συνθηκολόγηση με τον Σαπώρη. Ο Σαπώρης δέχτηκε να αφήσει το ρωμαϊκό στράτευμα να επιστρέψει αβλαβές στην Ρωμανία, αλλά ως αντάλλαγμα ζήτησε όλες τις περιοχές που ο Διοκλητιανός είχε κατακτήσει από τον Ναρσή και την παράδοση της Νισίβεως και των Σιγγάρων με εκκένωση του πληθυσμού τους.

Σύμφωνα με τον Potter, παραδίδοντας την «απόρθητη πόλη και τείχος των ανατολικών επαρχιών» Νίσιβι στους Πέρσες, ο Ιοβιανός παρέδωσε την ρωμαϊκή ηγεμονική θέση στην Μέση Ανατολή. Καθώς έβλεπε τον πληθυσμό της Νισίβεως να φεύγει προς τα Άμιδα, ο επίσκοπος της πόλεως Εφραίμ έγραψε ένα ποίημα στο οποίο λίγο πολύ λέει ότι αυτό που οι Πέρσες δεν πέτυχαν με 30 χρόνια πόλεμο το πέτυχαν με το πτώμα του «καταραμένου» (Ιουλιανού).

Ephraim

Στον παρακάτω χάρτη που περιγράφει την καταστροφική εκστρατεία του Ιουλιανού, με την πράσινη καμπύλη σημαδεύω στο περίπου τα νέα ρωμαιοπερσικά σύνορα που προέκυψαν το 363 μετά την συνθηκολόγηση του Ιοβιανού.

Jovian

Στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω αυτά που ακολούθησαν μετά την επιστροφή του Ιοβιανού στο ρωμαϊκό έδαφος.

31 Comments

Filed under Αρχαιότητα, Ιστορία

Οι Έλληνες δούλοι στην σειρά Rome

Πιστέυω ότι οι περισσότεροι έχετε δει την την επιτυχημένη σειρά της HBO “Rome”. Σε αυτήν την μικρή ανάρτηση χαβαλέ θα παρουσιάσω μερικές στιγμές με τους Έλληνες δούλους της σειράς Posca και Κάστορα. Ο πρώτος είναι δούλος του Ιούλιου Καίσαρα και χαίρει ιδιαίτερης ελευθερίας λόγου, επειδή ο Καίσαρας εκτιμά την πονηριά του και την γνώμη του για τα πολιτικά δρώμενα. Ο δεύτερος είναι δούλος στον οίκο της ανιψιάς του Καίσαρα Ατίας, της μητέρας του νεαρού ακόμα μελλοντικού αυτοκράτορα Οκταβιανού.

1) Λοιπόν, στο πρώτο βίντεο η Ατία μαστιγώνει τον Κάστορα για να εκτονώσει την τσατίλα που της προκάλεσε το ότι ο θείος της Καίσαρας διέβη τον Ρουβικώνα με στρατό, κάτι που αυτομάτως τον κάνει προδότη. Όταν τελειώνει το μαστίγωμα ο Κάστωρ ρωτάει την κυρία του «τελειώσατε κυρία (domina);»

(δώστε λίγο ήχο σ΄αυτό,γιατί δεν ακούγεται καλά)

2) Η Ατία λέει στον Οκταβιανό να αφήσει το διάβασμα των χαζών παλιο-Ελλήνων φιλοσόφων και να πάει να μάθει «χρήσιμα» ανδρικά πράγματα όπως ο έρωτας, η μάχη και το γδάρσιμο ζώου που πιάστηκε στο κυνήγι. Όταν ο Οκταβιανός απαντά πως οι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν πολλά να μας διδάξουν, η Ατία λέει «να ένας Έλληνας φιλόσοφος!» βαρώντας καρπαζιά στον Έλληνα δούλο της.

3) Ο Posca θεωρεί τολμηρή την κίνηση του Καίσαρα να αρνηθεί για δεύτερη φορά την πρόσκληση της ανιψιάς του Ατίας σε δείπνο και ο Καίσαρας απαντά «λένε ότι οι δούλοι μιλάνε για τόλμη, όπως τα ψάρια μιλάνε για πέταγμα στον ουρανό.»

Ο Posca απαντά σαρκαστικά «Ἐτσι λένε; Πολύ έξυπνο εκ μέρους τους

Leave a comment

Filed under Γιουτιουμποπαίδεια

Οι Έλληνες αγνοούσαν παντελώς την τζάγγρα, οι Ρωμαίοι την γνώριζαν;

Οι μπουνταλάδες που προσπαθούν να «αποδείξουν» ότι οι μεσαιωνικοί Ρωμαίοι = («Βυζαντινοί») τάχα ήταν Έλληνες, συχνά καταχρώνται ένα χωρίο από την Αλεξιάδα της Κομνηνής, στο οποίο η πορφυρογέννητη πριγκηποπούλα γράφει ότι:

[10.8.6] Ἡ δὲ τζάγγρα τόξον μέν ἐστι βαρβαρικὸν καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον. Τείνεται δὲ οὐχὶ τῆς μὲν δεξιᾶς ἑλκούσης τὴν νευράν, τῆς δὲ λαιᾶς ἀνθελκούσης τὸ τόξον, ἀλλὰ δεῖ τὸν διατείνοντα τὸ ὄργανον τουτὶ τὸ πολεμικὸν καὶ ἑκηβολώτατον, ὡς ἄν τις εἴποι, ὕπτιον κείμενον ἑκάτερον μὲν τῶν ποδῶν ἐνερεῖσαι τοῖς ἡμικυκλίοις τοῦ τόξου, ἀμφοτέραις δὲ ταῖς χερσὶ τὴν νευρὰν μάλα γενναίως ἀνθελκύσαι. Ἧς κατὰ τὸ μέσον σωλήν ἐστι κυλινδρικὸν ἡμίτομον ἐξημμένον αὐτῆς τῆς νευρᾶς καὶ ὥσπερ τι βέλος ἀξιόλογον μέγεθος ἀπολαμβάνον διήκει ἀπ’ αὐτῆς τῆς νευρᾶς ἐς τὸ τοῦ τόξου μεσαίτατον· ἀφ’ οὗ βέλη παντοδαπὰ διεκπίπτουσιν. Ἐν τούτῳ τοίνυν τὰ βέλη τιθέμενα βραχύτατα μὲν τῷ μήκει, παχύτατα δὲ καὶ πρόσθεν ἀξιόμαχον βάρος σιδήρου λαμβάνοντα. Καὶ τῇ ἀφέσει τῆς νευρᾶς μετὰ σφοδρότητος καὶ ῥύμης ἁπάσης ἀφιείσης τὰ βέλεμνα οὗ ἂν τύχῃ ἐπεισπεσόντα οὐκ εἰς τοὔμπαλιν ἀποπίπτει, ἀλλὰ καὶ ἀσπίδα διέτρησε καὶ θώρακα βαρυσίδηρον διατεμόντα ἐκεῖθεν διὰ θατέρου μέρους ἐξεπετάσθη. Οὕτως ἐστὶ σφοδρὰ καὶ ἀκατάσχετος ἡ ἄφεσις τῶν τοιούτων βελῶν. Ἤδη τοῦτο τὸ βέλος καὶ ἀνδριάντα διεπερόνησε χαλκοῦν καὶ τείχει ἐμπεπτωκὸς μεγίστης πόλεως ἢ ἐπὶ τἄνδον προὔκυψε τοῦ βέλους ἡ ἀκμὴ ἢ ἐνδεδυκὸς κατὰ τὸ μέσον τοῦ τείχους ἀφανὲς γέγονε. Τὸ μὲν οὖν τῆς τζάγγρας πρᾶγμα τοιοῦτόν ἐστιν ὡς ὄντως δαιμόνιον· ὁ δὲ πειρασθεὶς τῆς ἐκ τούτου πληγῆς ἀθλιώτατος ἀναισθήτως ἀποθνήσκων καὶ μηδὲ τῆς πληγῆς, ὁπόση τίς ἐστιν, αἰσθανόμενος.

Η Κομνηνή λοιπόν μας πληροφορεί ότι η τζάγγρα είναι βαρβαρικό είδος τόξου «καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον» = «και παντελώς άγνωστο στους Έλληνες». Στην συνέχεια περιγράφει πως οπλίζεται η τζάγγρα και πόσο δυνατή είναι η «ῥύμη» του εκτοξευόμενου βέλους.

Η τζάγγρα ήταν ένα είδος βαλλίστρας (crossbow). Για να οπλιστεί κάποιος ξάπλωνε σε ύπτια θέση και, βάζοντας τα πόδια να κράτανε αντίσταση στα «ημικύκλια» του τόξου, τραβούσε με αμφότερα τα χέρια και «μάλα γενναίως» (~ με πάρα πολύ δύναμη) την «νεύρα» (= χορδή) προς το κεφάλι του. Ήταν τέτοια η «σφοδρότητα» και «ρύμη» του βέλους που ήταν «ακατάσχετο», διαπερνώντας ασπίδα και βαρυσίδηρο θώρακα. Όταν το βέλος χτυπούσε σε τείχος πόλεως εξαφανιζόταν διεισδύοντας όλοκληρο μέσα στο τείχος. «Όντως είναι δαιμόνιο πράγμα η αυτή η τζάγγρα» παραδέχεται η Κομνηνή.

Έρχεται λοιπόν ο κάθε αδαής που δεν έχει πιάσει βιβλίο Μεσαιωνικού Ρωμαίου (= «Βυζαντινού») ιστορικού στα χέρια του (πόσο μάλλον να το διαβάσει όλο) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι «Βυζαντινοί» είναι οι «Ἕλληνες» που αγνοούν παντελώς την ύπαρξη της τζάγγρας.

Την γκάφα αυτή δεν την κάνει μόνο το Νεοελληναριό, την κάνουν και οι «Κουτόφραγγοι»ποντικομαμή της απορωμαιοποίησης των Μεσαιωνικών Ρωμαίων).

L’arme décrite par l’historienne byzantine Anne Comnène (1083-1148)

«La tsangra (arbalète en grec) est un arc barbare (étranger), absolument inconnu des Grecs (Byzantins). Il ne se tend pas (l’arc), […] celui qui tend cet instrument de guerre, particulièrement puissant, doit se tenir pour ainsi dire à la renverse et appuyer fortement les deux pieds sur les demi-cercles de l’arc, tandis que des deux mains, il tire à soi la corde avec grand effort. En son milieu se trouve une rainure semi-cylindrique qui touche à la corde elle-même, elle est à peu près de la dimension d’un trait de grande longueur et va de la corde jusqu’au milieu de l’arc (arbalète) : c’est par là que sont lancés des traits de toute sorte.
Aussi bien, les traits qu’on y place, sont-ils très courts, mais très gros et munis au bout d’une redoutable armature de fer. Du fait de la projection, rendue violente par la corde et par toute la force déployée, les traits ne rebondissent pas en arrière de l’endroit où ils sont venus frapper […] mais traversent un bouclier, perforent une cuirasse de fer épais, et poursuivent leur vol de l’autre côté.
C’est à ce point qu’est violente et irrésistible la force de tels traits.
Ce trait a déjà transpercé une statue de bronze : venant à frapper le rempart d’une grande ville, ou bien il a disparu enfoncé dans l’épaisseur du mur.
Telle est l’action de la tsangra, action réellement diabolique ; celui qui est atteint par l’un de ces coups est bien malheureux, car il meurt subitement sans même sentir le coup, tant il est violent.»

Φυσικά, όποιος είναι εξοικειωμένος με τα «Βυζαντινά» κείμενα καταλαβαίνει ότι εδώ ως «Ἕλληνες» εννοούνται «οι Έλληνες συγγραφείς» της αρχαιότητας. Με άλλα λόγια, η Κομνηνή μας λέει πως δεν βρήκε πουθενά στην αρχαία γραμματεία αναφορά στην δαιμόνια τζάγγρα.

Παρομοίως όταν γράφει:

[1.12.3] Πάλιν δὲ μεμνημένη τοῦ νεανίσκου τούτου παθαίνομαι τήν τε ψυχὴν καὶ τοὺς λογισμοὺς συγχέομαι· ἀνακόπτομαι δὲ τὴν ἀμφὶ τοῦτον διήγησιν φυλάττουσα πάντα καιρῷ τῷ προσήκοντι. Τοῦτο δὲ μόνον οὐχ ὑπομένω μὴ λέγειν, κἂν ἔξω τοῦ καιροῦ λέγοιμι, ὡς ἄγαλμα φύσεως ἦν ὁ νεανίας ἐκεῖνος καὶ Θεοῦ χειρῶν, ὡς οὕτως εἰπεῖν, φιλοτίμημα. Εἰ γὰρ καὶ μόνον ἐθεάσατό τις αὐτόν, εἶπεν ἂν ὡς τοῦ παρ’ Ἕλλησι μυθευομένου χρυσοῦ γένους ἀπορροή·

Λέει για τον νεανία Κωνσταντίνο Δούκα πως ήταν τόσο όμορφος που όποιος τον έβλεπε έλεγε πως καταγόταν «από το Χρυσό Γένος που αναφέρουν οι Έλληνες».

Και εδώ δεν έχουμε καμμία δυσκολία να καταλάβουμε ότι οι «Ἕλληνες» είναι οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Ησίοδος και ο Πλάτων που αναφέρουν το «Χρύσεον/Χρυσοῦν γένος τῶν ἀνθρώπων».

[Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 109-110]

χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων
ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες.

[Πλάτων, Πολιτεία, 468e]

εἶεν: τῶν δὲ δὴ ἀποθανόντων ἐπὶ στρατιᾶς ὃς ἂν εὐδοκιμήσας τελευτήσῃ ἆρ᾽ οὐ πρῶτον μὲν φήσομεν τοῦ χρυσοῦ γένους εἶναι;

[Πλάτων, Κρατύλος, 397e]

Σωκράτης
οἶσθα οὖν τίνας φησὶν Ἡσίοδος εἶναι τοὺς δαίμονας;

Ἑρμογένης
οὐκ ἐννοῶ.

Σωκράτης
οὐδὲ ὅτι χρυσοῦν γένος τὸ πρῶτόν φησιν γενέσθαι τῶν ἀνθρώπων;

Αφού ξεκαθαρίσαμε ποιοι είναι οι «Ἕλληνες» που αγνοούν παντελώς την τζάγγρα είναι καιρός να διερωτηθούμε αν την γνώριζαν οι μεσαιωνικοί Ρωμαίοι.

Λοιπόν, η Κομνηνή έγραψε την Αλεξιάδα μεταξύ 1143-1153 μ.Χ. και δύο  προγενέστερές της «βυζαντινές» πηγές του 11ου αιώνα αναφέρουν την τζάγγρα: η μία πηγή είναι οι «Παρεκβολαί» και η άλλη είναι το «Στρατηγικὸν» του Κεκαυμένου.

tzangra-byz

Γράφει ο Κεκαυμένος (~ 1075 μ.Χ.):

kekaumenos-tsangra

Ἐὰν φυλάττῃς κάστρον καὶ ἀκούσῃς ἔρχεσθαι πρὸς σε τὸν ἐχθρὸν, […] ἐπίστησον μαγγανικὰ τοῖς τείχεσι καὶ τζάγρας

Συμβουλεύει τον γιο του πως να προετοιμάσει αμυντικά το κάστρο του όταν μάθει ότι πλησιάζει εχθρός και επίκειται πολιορκία. Μία από τις συμβουλές είναι να στήσει τζάγρες στα τείχηΤο γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να εξηγήσει τι είναι η τζάγγρα, δείχνει ότι ο Κεκαυμένος θεωρούσε δεδομένο ότι ο γιος του θα γνώριζε τον όρο, όταν θα διάβαζε το «Στρατηγικόν».

Στην νέα έκδοση της αγγλικής μετάφρασης της Αλεξιάδος του E.R.A Sewter (1969) που επιμελήθηκε ο Peter Frankopan (2009), ο δεύτερος έχει την εξής υποσημείωση στον όρο «τζάγγρα» που εμφανίζεται στο παραπάνω χωρίο της Κομνηνής:

#25. The tzangra: This digression is extremely detailed, and on a topic in which it is hard to see Anna having a strong personal interest. Together with the heavy coverage of relations with Byzantium’s neighbours and extensive focus on military endeavours, the account of the firing mechanism of a cross bow suggests that either Anna or someone close to her has access to a substantial military archive.

Δηλαδή στις δύο πηγές του 11ου αιώνα που αναφέρουν την τζάγγρα, πρέπει να προσθέσουμε και το «εκτενές Πολεμικό Αρχείο» (substantial military archive) που, σύμφωνα με τον Frankopan, η Κομνηνή χρησιμοποίησε ως πηγή για την συγγραφή της Αλεξιάδας.

Με άλλα λόγια, «Ἡ δὲ τζάγγρα τόξον μέν ἐστι βαρβαρικὸν καὶ Ἕλλησι παντελῶς ἀγνοούμενον», αλλά ήταν γνωστή σε τουλάχιστον τρεις προγενέστερες της Κομνηνής Ρωμαϊκές πηγές, μία από τις οποίες χρησιμοποιήθηκε από την Κομνηνή.

Η τζάγγρα, λοιπόν, ήταν παντελώς άγνωστη στους Έλληνες (της αρχαιότητας), αλλά οι Ρωμαίοι την ήξεραν μια χαρά ήδη από τον 11ο αιώνα.

Και επειδή ο ένας εξ αυτών των Ρωμαίων που γνώριζαν την τζάγγρα πριν από την Κομνηνή ήταν ο Στρατηγός του Θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος, του οποίου ο Αρμένιος παππούς είχε επίσης υπάρξει Στρατηγός του Θέματος Ελλάδος (και ο άλλος παππούς του Δημήτριος ο Πολεμάρχιος (Πολέμαρχος = Βοεβόδας) ήταν βοεβόδας του τσάρου Σαμουήλ), πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κεκαυμένος δεν αναφέρει κανέναν «Ἕλληνα» σύγχρονό του. Πίστευε πως υπήρχαν δράκοι, αλλά «Ἕλληνες» δεν υπήρχαν. Ο μόνος «Ἕλλην» που αναφέρει στο Στρατηγικὸν του ήταν ο λατινόφωνος Ρωμαίος εκατόνταρχος Κορνήλιος. Ήταν ο πρώτος «Ἕλλην» (= πολυθεϊστής) που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό.

drakos

Καὶ οὐ λέγω σοι ὅτι οὐκ ἔστι δράκων. Εἰσί μεν δράκοντες […]

Και δεν σου λέω ότι δεν υπάρχει δράκος. Υπάρχουν και παραυπάρχουν οι δράκοι […] ο Δίων ο Ρωμαίος (ελληνόφωνος από την Νίκαια της Βιθυνίας που συνέγραψε την Ρωμαϊκή Ιστορία στην Ελληνική) διηγείται πως οι Ρωμαίοι στην πολιορκία της Καρχηδόνας είδαν και έγδαραν έναν.

21 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

H μη ταυτοσημία των όρων «Γραικός» και «Έλληνας»

Ένα συχνό λάθος των πιτσιρικάδων που προσπαθούν  ν΄αποδείξουν ότι δήθεν υπήρχε «διηνεκής Ελληνική» εθνοτική ταυτότητα στο Βυζάντιο είναι η παρουσίαση αναφορών σε «Γραικούς» νομίζοντας ότι αυτό «αποδεικνύει» αυτομάτως ότι οι Βυζαντινοί ήταν εθνοτικοί «Έλληνες». Το σφάλμα τους έγκειται στο ότι νομίζουν πως οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Όμως μια λεπτομερής εξέταση των πηγών δείχνει ότι οι δύο όροι δεν ήταν ούτε ταυτόσημοι ούτε ισολειτουργικοί. Όπως θα φανεί παρακάτω, ο όρος «Γραικός» δεν είναι παρά το παραμορφωμένο είδωλο του Ρωμαίου στον δυτικό καθρέφτη. Η κύρια χρήση του όρου «Γραικός» ήταν εξωνυμική, δηλαδή δεν είχε σχέση με την ημική αντίληψη των ίδιων των Χριστιανών Ρωμαίων της Ανατολής που σήμερα ονομάζουμε «Βυζαντινούς», αλλά ήταν η ητική αντίληψη των δυτικών «άλλων» για αυτούς τους «Βυζαντινούς».

Ο Προκόπιος, στα βιβλία του χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον όρο «Ρωμαίοι», για να περιγράψει τους Ρωμαίους της ανατολής (αν και ο χαρακτηρισμός «της Ανατολής» είναι πλεονασμός, γιατί δεν υπήρχαν πια οι Δυτικοί Ρωμαίοι). Όταν όμως παραδίδει αυτούσια τα λόγια των δυτικών «λατίνων» και των Γερμανών (Γότθοι και Βάνδαλοι) τότε χρησιμοποιεί τον όρο «Γραικοί».

Έτσι τα Ανέκδοτά του ξεκινάνε με τα λόγια:

Ὅσα μὲν οὖν Ῥωμαίων τῷ γένει ἐν τοῖς πολέμοις ἄχρι δεῦρο ξυνηνέχθη γενέσθαι, τῇδέ μοι δεδιήγηται, ᾗπερ δυνατὸν ἐγεγόνει τῶν πράξεων τὰς δηλώσεις ἁπάσας ἐπὶ καιρῶν τε καὶ χωρίων τῶν ἐπιτηδείων ἁρμοσαμένῳ: τὰ δὲ ἐνθένδε οὐκέτι μοι τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ ξυγκείσεται, ἐπεὶ ἐνταῦθα γεγράψεται πάντα, ὁπόσα δὴ τετύχηκε γενέσθαι πανταχόθι τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς.

Και οι «Πόλεμοί» του ξεκινάνε με τα λόγια:

Προκόπιος Καισαρεὺς τοὺς πολέμους ξυνέγραψεν οὓς Ἰουστινιανὸς Ῥωμαίων βασιλεὺς πρὸς βαρβάρους διήνεγκε τούς τε ἑῴους καὶ ἑσπερίους, ὥς πη αὐτῶν ἑκάστῳ ξυνηνέχθη γενέσθαι, ὡς μὴ ἔργα ὑπερμεγέθη μέγας αἰὼν λόγου ἔρημα χειρωσάμενος τῇ τε λήθῃ αὐτὰ καταπρόηται καὶ παντάπασιν ἐξίτηλα θῆται

Αντίθετα, στους «Πολέμους» βάζει τον Gelimer να πει στους Βανδάλους του:

[5.29.11]  εὔδηλόν τε ὡς, ἢν μετὰ τούτων ὑμεῖς τῶν λογισμῶν τήνδε τὴν ξυμβολὴν διενέγκητε, ῥᾷστα μὲν τοὺς ἐναντίους νικήσετε, ὀλίγους τε ὄντας καὶ Γραικούς, κολάσετε δὲ αὐτοὺς αὐτίκα δὴ μάλα τῆς τε ἀδικίας καὶ ὕβρεως ἧς ἐς ἡμᾶς ἦρξαν.

ότι θα νικήσουν εύκολα τους [«Βυζαντινούς»] αντιπάλους τους διότι είναι «ολίγοι και Γραικοί», και οι άρχοντες των Γότθων, αντίστοιχα, λένε στους άνδρες τους:

[8.23.25] (καὶ οἱ Γότθων δὲ ἄρχοντες τοιάνδε τὴν παράκλησιν ἐποιήσαντο) … δείξατε τοίνυν αὐτοῖς ὅτι τάχιστα ὡς Γραικοί τέ εἰσι καὶ ἄνανδροι φύσει καὶ ἡσσημένοι θρασύνονται, μηδὲ συγχωρήσητε τὴν διάπειραν αὐτοῖς πρόσω ἰέναι.

ότι οι [«Βυζαντινοί»] τους εχθροί είναι «Γραικοί και άνανδροι από τη φύση τους».

Βλέπουμε δηλαδή ότι το εξωνύμιο «Γραικοί» χρησιμοποιείται από τους Γερμανούς με αρνητική σημασία για όλους τους ανατολικούς Ρωμαίους. Αλλού ο Προκόπιος γράφει ότι ακόμα και οι [προφανώς λατινόφωνοι, αλλά αυτό δεν αναφέρεται ρητά] αξιωματικοί του βυζαντινού στρατού χρησιμοποιούσαν τον όρο «Γραικοί» ως ταυτόσημο του όρου «άνανδροι», για τους κατοίκους της «Ελλάδος» (provincia Achaea):

 [Προκόπιος, Ανέκδοτα 24.7] Ἔτι μέντοι καὶ ἄλλαις ζημιῶν ἰδέαις πολλαῖς τοὺς στρατιώτας ἀπέκναιον, ὥσπερ ἀμειβόμενοι τῶν ἐν τοῖς πολέμοις κινδύνων, ἐπικαλοῦντες τοῖς μὲν ὡς Γραικοὶ εἶεν, ὥσπερ οὐκ ἐξὸν τῶν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸ παράπαν τινὶ γενναίῳ γενέσθαι, τοῖς δὲὡς οὐκ ἐπιτεταγμένον πρὸς βασιλέως σφίσι στρατεύοιντο, καί περ ἀμφὶ τού τῳ γράμματα βασιλέως ἐνδεικνυμένοις, ἅπερ οἱ λογοθέται διαβάλλειν οὐδε μιᾷ ὀκνήσει ἐτόλμων: ἄλλοις δὲ, ὅτι δὴ τῶν ἑταίρων ἡμέρας σφίσιν ἀπολελεῖφθαί τινας ξυμβαίη.

Furthermore, they fined the soldiers for other personal and unjust reasons, as a reward for the perils they underwent in the battlefield: on the charge that they were Greeks, as if none from Hellas could be brave; or that they were not commissioned by the Emperor to serve, even when they showed his signature to that effect, which the paymasters did not hesitate to question; or that they had been absent from duty for a few days.

Ορισμένοι αξιωματικοί κακομεταχειρίζονταν τους στρατιώτες αποκαλώντας λ.χ. τους «ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος» με προσβλητικό τόνο «Γραικούς» σαν να μην υπήρχε ούτε ένας γενναίος ανάμεσα τους.

Με άλλα λόγια, ο όρος «Γραικός» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του όρου «άνανδρος» τόσο από τους Γερμανούς εχθρούς των Ρωμαίων, όσο και από τους λατινόφωνους [ανατολικούς] Ρωμαίους. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί ονομάζουν όλους τους ανατολικούς Ρωμαίους «Γραικούς = άνανδρους», ενώ οι ανατολικοί Ρωμαίοι αξιωματικοί ονομάζουν μόνον τους κατοίκους της Ελλάδος. Αυτό σημαίνει πως ο όρος «Γραικός», πριν αποκτήσει την προσβλητική σημασία «άνανδρος», είχε την γεωγραφική σημασία του κατοίκου της provincia Achaea = Ελλάδος. Με άλλα λόγια, οι «Γραικοί» των μάλλον λατινόφωνων Βυζαντινών ήταν γεωγραφικός προσδιορισμός κενός εθνοτικής σημασίας όπως λ.χ. ο όρος «Παφλαγόνες» στα παρακάτω χωρία του Σκυλίτση:

[Theoph.5]   Ὥρμητο δ’ ἡ βασιλὶς Θεοδώρα ἐκ τῆς χώρας τῶν Παφλαγόνων γεννήτορας αὐχοῦσα Μαρῖνον οὐκ ἄσημον ἄνδρα καὶ μητέρα Θεοκτίστην

[Mich4.3] πέμπεται τοίνυν Κωνσταντῖνος ὁ Φαγίτζης εὐνοῦχος, ἄνθρωπος Παφλαγὼν καὶ συνήθης τῷ βασιλεῖ

Ο Προκόπιος, ως μορφωμένος ελληνόφωνος, αντίθετα από τους «καραβανάδες» αξιωματικούς, χρησιμοποιεί τον όρο «Ἕλληνες» τόσο με την γεωγραφική σημασία του «Ελλαδίτη» όσο και με τη θρησκευτική σημασία του «ειδωλολάτρη»:

«Ἕλληνες» = ειδωλολάτρες:

[ανέκδοτα 11.31] Ἐντεῦθεν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας καλουμένους τὴν δίωξιν ἦγεν αἰκιζόμενός τε τὰ σώματα καὶ τὰ χρήματα ληϊζόμενος.

Εδώ αναφέρεται στις διώξεις των «Ἑλλήνων» (= ειδωλολατρών) επί Ιουστιανιανού που αναφέρει και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής:

Τούτῳ τῷ ἔτει τῆς ηʹ ἐπινεμήσεως ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Ἰουστινιανὸς διωγμὸν μέγαν κατὰ Ἑλλήνων καὶ πάσης αἱρέσεως καὶ τὰς τούτων οὐσίας ἐδήμευσεν.

«Ἕλληνες» = Ελλαδίτες:

[Ανέκδοτα 26.29-33] τοῖς τε προσαιτηταῖς οἳ παρὰ τὸν Πέτρου τοῦ ἀποστόλου νεὼν δίαιταν εἶχον, τρισχιλίους σίτου μεδίμνους χορηγεῖν ἀεὶ τὸ δημόσιον ἀνὰ πᾶν ἔτος διώρισεν: ἅπερ ἅπαντες οὗτοι διαγεγόνασι κομιζόμενοι ἕως Ἀλέξανδρος ὁ Ψαλίδιος ἐς τὴν Ἰταλίαν ἀφίκετο. πάντα γὰρ εὐθὺς οὗτος ἀνὴρ ὀκνήσει οὐδεμιᾷ περιελεῖν ἔγνω. ταῦτα μαθὼν Ἰουστινιανὸς Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ τήν τε πρᾶξιν προσήκατο ταύτην καὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἔτι μᾶλλον ἢ πρότερον διὰ τιμῆς ἔσχεν. ἐν ταύτῃ Ἀλέξανδρος τῇ πορείᾳ καὶ τοὺς Ἕλληνας εἰργάσατο τάδε. Τοῦ ἐν Θερμοπύλαις φυλακτηρίου οἱ τὰ ἐκείνῃ γεωργοῦντες χωρία ἐκ παλαιοῦ ἐπεμελοῦντο, ἐκ περιτροπῆς τε τὸ ἐνταῦθα τεῖχος ἐφύλασσον, ἡνίκα δὴ ἔφοδος βαρβάρων τινῶν ὡς ἐπισκήψει ἐς τὴν Πελοπόννησον ἐπίδοξος ἦν. ἀλλ̓ ἐνταῦθα γενόμενος τότε Ἀλέξανδρος οὗτος προνοεῖν Πελοποννησίων σκηπτόμενος οὐκ ἔφη γεωργοῖς τὸ ταύτῃ φυλακτήριον ἐπιτρέψειν. στρατιώτας οὖν ἐνταῦθα εἰς δισχιλίους καταστησάμενος οὐκ ἐκ τοῦ δημοσίου χορηγεῖσθαι σφίσι τὰς συντάξεις διώρισεν, ἀλλὰ τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι πασῶν πόλεων τά τε πολιτικὰ καὶ θεωρητικὰ ξύμπαντα χρήματα ἐς τὸ δημόσιον ἐπὶ τῷ προσχήματι τούτῳ μετήνεγκεν, ἐφ̓ ᾧ ἐνθένδε οἱ στρατιῶται οὗτοι σιτίζοιντο, καὶ ἀπ̓ αὐτοῦ ἔν τε τῇ ἄλλῃ πάσῃ Ἑλλάδι καὶ οὐχ ἥκιστα ἐν Ἀθήναις αὐταῖς οὔτε τις ἐν δημοσίῳ οἰκοδομία ἀνενεώθη οὔτε ἄλλο ἀγαθὸν οἷόν τε ἦν γίνεσθαι.

Among the poor, who lived near the Church of St. Peter the Apostle, he distributed each year three thousand bushels of grain from the public granary; which they continued to receive until the arrival in Italy of Alexander the Scissors. This man immediately decided to deprive them of all this. When Justinian, Emperor of the Romans, learned of this economy, he was greatly pleased, and favored Alexander more than ever. It was on his way here that Alexander treated the Greeks as follows. The fortress at Thermopylae had long been guarded by the neighboring farmers, who took turns watching the wall whenever an incursion of barbarians into the Peloponnese was anticipated. But this Alexander, when he arrived there, claimed it was to the advantage of the Peloponnesians not to allow this pass to be kept by farmers. So he stationed two thousand soldiers there, to be paid not out of the imperial treasury, but by all the cities of Greece; and on this pretext, he diverted all their public and entertainment revenues to the general fund, saying that from it food would be bought for these soldiers. In consequence, after this, everywhere in Greece, including even Athens, no public buildings or any other benefit could be considered.

Ενώ στις Θερμοπύλες υπήρχε μια άμισθη πολιτοφυλακή εντόπιων γεωργών που επάνδρωναν το τείχος κάθε φορά που γινόταν βάρβαρη έφοδος στην Πελοπόννησο, ο Λογοθέτης Αλέξανδρος Ψαλίδιος φέρθηκε στους Έλληνες ως εξής: είπε στους Πελοποννήσιους ότι δεν ήταν ασφαλείς με τους γεωργούς και εγκατέστησε σώμα 2000 στρατιωτών στις Θερμοπύλες, καθορίζοντας πως η πληρωμή και η σίτισή τους δεν θα γινόταν από το κρατικό («δημόσιο») ταμείο, αλλά από τα «δημοτικά» και θεωρητικά (ψυχαγωγικά, θεατρικά) χρήματα όλων των πόλεων της Ελλάδος, τα οποία μεταβίβασε στο «δημόσιο» ταμείο (και από εκεί, όπως υπονοείται, στην τσέπη του), χρησιμοποιώντας ως αφορμή την συντήρηση αυτής της φρουράς.  Μετά από αυτήν την οικονομική «αφαίμαξη», σε όλη την Ελλάδα συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας, σταμάτησαν να γίνονται οικοδομικά έργα και άλλα ευεργετήματα.

Διαβάζοντας αυτό το χωρίο, κάποιος καταλήγει στο συμπέρασμα των γεωγραφικών εξισώσεων «Ελλάς» = «Πελοπόννησος» και «Ἕλληνες» = «Πελοποννήσιοι». Περιέργως, η φρουρά των Θερμοπυλών προστατεύει εναντίον βαρβαρικής εισβολής στην Πελοπόννησο (όχι στην Ελλάδα), αλλά τα ταμία όλων των πόλεων της Ελλάδος «κατασχέθηκαν» και σταμάτησαν τα οικονομικά έργα σε όλη την Ελλάδα -συμπεριλαμβανομένων και των Αθηνών- ενώ, ο Αλέξανδρος Ψαλίδιος «φέρθηκε ως εξής στους Έλληνες … λέγοντας στους Πελοποννήσιους …».

Δεν είναι η μόνη φορά που η γεωγραφική εξίσωση Ελλάς = Πελοπόννησος υπονοείται/εννοείται. Ο σχεδόν σύγχρονος του Προκόπιου Ιωάννης Μαλάλας και ο Πορφυρογέννητος πολλούς αιώνες αργότερα γράφουν:

Hellas Peloponnesos

Μαλάλας:

Τῶν δὲ Σικυωνίων τῶν νυνὶ λεγομένων Ἑλλαδικῶν

ἐβασίλευσεν ο Πέλοψ ἔτη λβ΄ ἐξ οὖ καὶ Πελοποννήσιοι ἐκλήθησαν οι Ἑλλαδικοίἔκτοτε καὶ Πελοποννήσιον ἐκλήθη τὸ βασίλειον Ἑλλάδος.

Πορφυρογέννητος:

Κόρινθος, ἥ ποτε Ἐφύρα, μητρόπολις πάσης Ἑλλάδος καὶ αὐτῆς Πελοποννήσου, τουτέστιν Ἀχαΐας. Οἱ γὰρ Ρωμαῖοι τοὺς τὴν Πελοπόννησον οικοῦντας Ἀχαιούς ὀνομάζουσιν.

Ὀταν συγκρίνουμε την Προκόπεια εξίσωση Ἑλλάς = Πελοπόννησος , Ἕλληνες = Πελοποννήσιοι με την Μαλάλαια εξίσωση Πελοποννήσιοι = Ἑλλαδικοί, Πελοποννήσιον βασίλειον = βασίλειον Ἑλλάδος και με τον ορισμό του Πορφυρογέννητου ότι Ἀχαιοί = οἱ τὴν Πελοπόννησον οἰκοῦντες καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο όρος «Ἑλλην» με την γεωγραφική του σημασία δεν δηλώνει τον κάτοικο της κλασικής μητροπολιτικής Ελλάδος, αλλά τον κάτοικο της Ρωμαϊκής Provincia Achaea. Θυμίζω ότι ο Ρωμαίος στρατηγός Λούκιος Μούμμιος το 146 π.Χ. απέκτησε τον τίτλο «Ἁχαϊκός» (Achaicus = νικητής/κατακτητής των Αχαιών) μετά την κατάκτηση της Κορίνθου. Οι ιστορικοί έχουν παρατηρήσει ότι, ενώ ο Παυσανίας ο Περιηγητής τον 2ο μ.Χ. αιώνα γράφει πως σκοπός του είναι να περιγράψει «πάντα τὰ Ἑλληνικά» (όλα τα μέρη της Ελλάδος), η «Ἑλλάς» που περιγράφει έχει σαν βορειοδυτικό σύνορό της την γραμμή Θερμοπυλών-Ναυπάκτου αφήνοντας απ΄έξω περιοχές όπως η Αιτωλία, η Ακαρνανία, η Θεσσαλία και μέρη της Λοκρίδας, δηλαδή περιοχές που όλοι οι κλασικοί Έλληνες συγγραφείς θεωρούσαν ως μέρη της Ελλάδος.

Pausanias Hellas

Τα δύο χωρία στα οποία παραπέμπει ο Habicht είναι:

[5.15.2] τὸ δὲ ἐκτὸς μὲν τοῦ περιβόλου τοῦ ἱεροῦ τὸ Λεωνίδαιον, τῶν δὲ ἐσόδων πεποίηται τῶν ἐς τὴν Ἄλτιν κατὰ τὴν πομπικήν, ἣ μόνη τοῖς πομπεύουσίν ἐστιν ὁδός: τοῦτο δὲ ἀνδρὸς μὲν τῶν ἐπιχωρίων ἐστὶν ἀνάθημα Λεωνίδου, κατ᾽ ἐμὲ δὲ ἐς αὐτὸ Ῥωμαίων ἐσῳκίζοντο οἱ τὴν Ἑλλάδα ἐπιτροπεύοντες: διέστηκε δὲ ἀγυιὰν ἀπὸ τῆς ἐσόδου τῆς πομπικῆς, τοὺς γὰρ δὴ ὑπὸ Ἀθηναίων καλουμένους στενωποὺς ἀγυιὰς ὀνομάζουσιν οἱ Ἠλεῖοι—

Οι «Ρωμαίοι που επιτροπεύουν την Ἑλλάδα»  είναι οι Ρωμαίοι κυβερνήτες της Provincia Achaea.

[10] ἔτεσι δὲ οὐ πολλοῖς ὕστερον ἐτράποντο ἐς ἔλεον Ῥωμαῖοι τῆς Ἑλλάδος, καὶ συνέδριά τε κατὰ ἔθνος ἀποδιδόασιν ἑκάστοις τὰ ἀρχαῖα καὶ τὸ ἐν τῇ ὑπερορίᾳ κτᾶσθαι, ἀφῆκαν δὲ καὶ ὅσοις ἐπιβεβλήκει Μόμμιος ζημίαν: Βοιωτούς τε γὰρ Ἡρακλεώταις καὶ Εὐβοεῦσι τάλαντα ἑκατὸν καὶ Ἀχαιοὺς Λακεδαιμονίοις διακόσια ἐκέλευσεν ἐκτῖσαι. τούτων μὲν δὴ ἄφεσιν παρὰ Ῥωμαίων εὕροντο Ἕλληνες, ἡγεμὼν δὲ ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἀπεστέλλετο: καλοῦσι δὲ οὐχ Ἑλλάδος, ἀλλὰ Ἀχαΐας ἡγεμόνα οἱ Ῥωμαῖοι, διότι ἐχειρώσαντο Ἕλληνας δι᾽ Ἀχαιῶν τότε τοῦ Ἑλληνικοῦ προεστηκότων. ὁ δὲ πόλεμος ἔσχεν οὗτος τέλος Ἀντιθέου μὲν Ἀθήνῃσιν ἄρχοντος, Ὀλυμπιάδι δὲ ἑξηκοστῇ πρὸς ταῖς ἑκατόν, ἣν ἐνίκα Διόδωρος Σικυώνιος.

Δηλαδή οι Ρωμαίοι ονομάζουν τον κυβερνήτη Ελλάδος «κυβερνήτη Αχαΐας», διότι η αιτία της κατάκτησης των Ελλήνων ήταν οι Αχαιοί, που ήταν τότε το ισχυρότερο Ελληνικό Κοινό.  Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο απ΄ότι ισχυρίζεται ο Παυσανίας. Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν το Κοινόν των Αχαιών και τα γειτνιάζοντα σε αυτό μέρη, ιδρύοντας την Provincia Achaea και οι ελληνόφωνοι εγκαινίασαν μία νέα γεωγραφική σημασία του όρου «Ἑλλάς», η οποία απέδιδε στην ελληνική γλώσσα το λατινικό Provincia Achaea, αφήνοντας απ΄έξω περιοχές όπως  η Θεσσαλία (που κατακτήθηκε μαζί με την Μακεδονία και αργότερα έγινε μέρος της ευρύτερης Provincia Macedonia) και με περιοχές όπως η Αιτωλοακαρνανία να παίζουν το ρόλο μπαλαντέρ (μέρος της Provincia Achaea αλλά δεν περιγράφεται από τον Παυσανία). Όταν λοιπόν ο Προκόπιος στο «περὶ κτισμάτων» ονομάζει την Καστοριά της δυτικής Μακεδονίας «παραλίμνια πόλη της Θεσσαλίας» δεν κάνει λάθος. Η νέα Ρωμαϊκή Θεσσαλία περιείχε την Ορεστίδα και την Ελιμεία της νοτιοδυτικής ΜακεδονίαςΗ Καισαρεία της Ελιμείας περιγράφεται σαν πόλη της Θεσσαλίας στην Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.).

Thessalian Orestis Elimiotis

Παραθέτω τα λόγια του Προκόπιου για την Καστοριά:

There was a certain city in Thessaly, Diocletianopolis by name, which had been prosperous in ancient times, but with the passage of time and the assaults of the barbarians it had been destroyed, and for a very long time it had been destitute of inhabitants; and a certain lake chances to be close by which was named Castoria. There is an island in the middle of the lake, for the most part surrounded by water; but there remains a single narrow approach to this island through the lake, not more than fifteen feet wide. And a very lofty mountain stands above the island, one half being covered by the lake while the remainder rests upon it.  Wherefore this Emperor passed over the site of Diocletianopolis, since it was manifestly easy of access and had long been in a state of collapse, as has been stated, and built a very strong city on the island, and, as was right, he allowed it bear his own name.

Δηλαδή, υπήρχε μια πόλη της Θεσσαλίας  δίπλα στην λίμνη Καστορία, πλούσια στα παλιά χρόνια, γνωστή ως Διοκλητιανούπολις επί Διοκλητιανού, αλλά ερημωμένη στα μετέπειτα χρόνια. Ο αυτοκράτορας (Ιουστινιανός) ίδρυσε μια νέα ερυμνή πολή στην χερσόνησο της λίμνης που μοιάζει με νησί και της έδωσε το όνομά του (Ιουστινιανούπολις 😉 . Το αρχαίο όνομα της Καστοριάς ήταν Κέλετρον που σημαίνει «εξέδρα ψαρέματος».

Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι οι Βυζαντινοί δεν κληρονόμησαν  αυτούσιους τους γεωγραφικούς προσδιορισμούς της κλασικής περιόδου ή αυτούς του Στράβωνα, αλλά αυτούς που προέκυψαν κατά την ύστερη ρωμαϊκή αρχαιότητα, όταν οι Ρωμαίοι «έκοψαν κ΄έραψαν» τις περιοχές της Ελλάδος όπως ήθελαν. Η Ελλάδα του Στράβωνα τελειώνει στο Στρυμόνα «με μερικούς να την φέρνουν μέχρι το Νέστο». Άλλοι ορισμοί φέρνουν την Ελλάδα ως τα Κεραύνια Όρη. Όμως ο γεωγραφικός όρος  «Ελλάς» που κληρονόμησαν οι πρωτο-βυζαντινοί του 6ου αιώνα είναι η Ελλάδα του Παυσανία, δηλαδή η ρωμαϊκή Επαρχία Αχαΐας με βορειοδυτικά σύνορα την γραμμή Θερμοπυλών-Ναυπάκτου. Οι κάτοικοί της ονομάζονται με τους πρακτικά ταυτόσημους γεωγραφικούς προσδιορισμούς Έλληνες, Ελλαδικοί και Πελοποννήσιοι. Η νέα Θεσσαλία δεν είναι μέρος αυτής της νέας Ελλάδος, γιατί ανήκει στην Επαρχία Μακεδονίας, αλλά η σημερινή και υστεροκλασική νοτιοδυτική Μακεδονία θεωρείται μέρος αυτής της νέας Θεσσαλίας και όχι της κυρίως Μακεδονίας.

Μετά από αυτή την μακρά παρένθεση για την σημασία των γεωγραφικών όρων που κληρονόμησαν οι πρωτο-Βυζαντινοί ας πάμε στην μη ταυτοσημία των όρων «Γραικός» και «Έλληνας».

1) Όταν η «Βυζαντινή» αυλή ζήτησε από τον  Λιουτπράνδο της Κρεμόνας να απολογηθεί επειδή αυτός και ο Πάπας χαρακτήρισαν προσβλητικά τον Νικηφόρο Φωκά βασιλέα «των Γραικών» και όχι «των Ρωμαίων», του υπενθύμισαν το translatio imperii του Μεγάλου Κωνσταντίνου:

Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse“.

Δηλαδή «ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ [στην Κων/πολη] τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».

ο Λιουτπράνδος απάντησε:

We know, of course, that Constantine, the Roman emperor, came hither with the Roman knighthood, and founded this city in his name; but because you changed your language, your customs, and your dress, the most holy pope thought that the name of the Romans as well as their dress would displease you. He will show this, if he lives, in his future letters ; for they shall be addressed as follows: ‘John, the Roman pope, to Nicephorus, Constantine, Basilius, the great and august emperors of the Romans!

Δηλαδή εξηγεί πως οι δυτικοί τους ονομάζουν «Γραικούς» όχι επειδή τους θεωρούν «Έλληνες» ή «απογόνους των αρχαίων Ελλήνων», αλλά επειδή τους θεωρούν ΕΚΦΥΛΙΣΜΕΝΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ που εγκατέλειψαν την πάτριο γλώσσα τους !!!

Ο ίδιος ο Πορφυρογέννητος τον επιβεβαιώνει όταν γράφει ότι οι διάδοχοι του Ηράκλειου απέβαλαν «την πάτριο Ρωμαϊκή γλώσσα» ελληνίζοντας ολοένα και περισσότερο.

Νυνὶ δὲ στενοθείσης κατὰ τὲ τὰς ἀνατολὰς καὶ δυσμάς τῆς Ρωμαϊκῆς βασιλείας καὶ ἀκροτηριασθείσης ἀπό τῆς ἀρχῆς Ἡρακλείου τοῦ Λίβυος. Οἱ ἀπ΄ἐκείνου κρατήσαντες … καὶ ἑλληνίζοντες καὶ τὴν πάτριον καὶ Ρωμαϊκήν γλῶτταν ἀποβαλόντες … αὐτό γὰρ τὸ ὄνομα τοῦ θέματος ἑλληνικόν ἐστί καὶ οὐ Ρωμαϊκόν, ἀπό τῆς θέσεως ὀνομαζόμενον.

Ο Προκόπιος επίσης στους «Πολέμους» του μιλάει για τους «ἑλληνίζοντες Ρωμαίους» (= Ρωμαίους που ελληνοφώνησαν):

[2.29.25] σκόπελοι γὰρ ὑπερφυεῖς ̓ ἑκάτερα τῆς χώρας ὄντες στενωποὺς ἐπὶ μακρότατον ἐνταῦθα ποιοῦνται: κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιαύτας ὁδοὺς Ῥωμαῖοι καλοῦσιν.

Οι ελληνίζοντες Ρωμαίοι λένε κλεισούρες τις παλιές clausurae.

[3.21.2] Δέλφικα τὸν τόπον καλοῦσι Ῥωμαῖοι, ̣οὐ τῇ σφετέρᾳ γλώσσῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ παλαιὸν ἑλληνίζοντες. ἐν Παλατίῳ γὰρ τῷ ἐπὶ Ῥώμης ἔνθα ξυνέβαινε στιβάδας τὰς βασιλέως εἶναι τρίπους ἐκ παλαιοῦ εἱστήκει, ̓ οὗ δὴ τὰς κύλικας οἱ βασιλέως οἰνοχόοι ἐτίθεντο.

Οι Ρωμαίοι ονομάζουν τον τόπο [που στέκει σαν τρίποδας]  Delphica (= δέλφιξ) όχι από τη δική τους γλώσσα, αλλά επειδή ελληνίζουν από παλιά.

[7.1.28] Ἦν δὲ Ἀλέξανδρός τις ἐν Βυζαντίῳ τοῖς δημοσίοις ἐφεστὼς λογισμοῖς: λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαῖοι.

Η παλαιά τιμή (αξίωμα) Rationalis έγινε «Λογοθέτης» στους ελληνίζοντες Ρωμαίους.

2) Οι Σλάβοι σταθερά αποκαλούν τους Βυζαντινούς «Γραικούς», συνήθεια που κληρονόμησαν από τους Πρωτο-Βούλγαρους, οι οποίοι με τη σειρά τους την κληρονόμησαν από το Γερμανικό υπόστρωμα που βρήκαν στον Δούναβη (Γότθοι, Λομβαρδοί, Γέπηδες κλπ, υποτελείς στον συνασπισμό των Ούννων στον οποίο ανήκαν και οι δυτικότεροι Πρωτο-Βούλγαροι) και από το λατινικό/ρωμανικό υπόστρωμα που βρήκαν στα Βαλκάνια. Έτσι η Βυζαντινή αυτοκρατορία ονομάζεται «Γραικία»/«χώρα των Γραικών» στο ρωσικό χρονικό του Νέστορος, όταν αναφέρεται η επιθυμία του Svyatoslav του Κιέβου να κάνει την Βουλγαρική Πρεσλάβιτσα (Pereyaslavets) πρωτεύουσά του, επειδή εκεί φτάνει εύκολα το χρυσάφι (zlatο) «από τη χώρα των Γραικών».

Τα λόγια του χρονικού για το έτος 969 μ.Χ.

Переӕславци в 21 Дунаи . /л.20об./ ӕко то єсть середа 22 в 23 земли моєи . ӕко ту всѧ бл҃гаӕ сходѧтсѧ 24. ѿ Грекъ злато паволоки 25.

Οι Βούλγαροι ονομάζουν την Κωνσταντινούπολη «Γραικικό» Tsargrad (βασιλίδα Πόλη) και στην επιγραφή του Μοναστηρίου (1015 μ.Χ.) καυχιούνται που νίκησαν «τον γραικικό στρατό του τσάρου Βασιλείου» στη μάχη του Štipone (μάχη στις Πύλες του Τραϊανού , 986 μ.Χ., στο σημερινό Ihtiman) «όπου συλλέχθηκε πολύ χρυσάφι (λάφυρα)»:

 i разбїсте въ Щїпонѣ грьчьскѫ воїскѫ ц ҃рѣ Васїлїа кде же взѧто бы злато

Η ιστορία του σλαβικού εξωνυμίου «Γραικοί» για τους «Βυζαντινούς» περιγράφεται εδώ.

Τώρα η ερώτηση είναι η εξής: οι Σλάβοι ονόμαζαν τους Βυζαντινούς «Γραικούς» επειδή τους θεωρούσαν εθνοτικούς Έλληνες και απογόνους των [αρχαίων] Ελλήνων;

Φυσικά όχι ! Οι Σλάβοι ονόμαζαν «Γραικούς» τους ελληνόφωνους Ρωμαίους, χωρίς να ενδιαφέρονται για την καταγωγή τους. Αυτούς έμαθαν από άλλους σαν «Γραικούς» και αυτούς συνέχισαν να ονομάζουν «Γραικούς».

Ο Ιωάννης Κυριώτης Γεωμέτρης περιγράφει την ήττα το«Γραικικού» στρατού στην μάχη των πυλών του Τραϊανού με τα λόγια:

Even if the sun would have come down, I would have never thought that the Moesian [Bulgarian] arrows were stronger than the Ausonian [Roman, Byzantine] spears.
… And when you, Phaethon [Sun], descend to the earth with your gold-shining chariot, tell the great soul of the Caesar: The Danube [Bulgaria] took the crown of Rome. The arrows of the Moesians broke the spears of the Ausonians.

«Δεν θα περίμενα ποτέ ότι τα βέλη των Μυσών θα ήταν ισχυρότερα από τα δόρατα των Αυσόνων … ας ειδοποιήσει κάποιος την μεγάλη ψυχή του Καίσαρα ότι ο Δούναβης νίκησε την Ρώμη! Τα βέλη των Μυσών έσπασαν τα δόρατα των Αυσόνων

Οι «Γραικοί» των Σλάβων, αυτοπροσδιορίζονται ως «Αύσονες» (= κλασικίζων όρος για Ρωμαίοι), επειδή η πολιτεία τους κατάγεται από την Ρώμη της Αυσονίας = Ιταλίας . Πρέπει να φτάσουμε στα μέσα του 12ου αιώνα για να βρούμε στον Ιωάννη Τζέτζη την πρώτη «αντίρρηση» στην χρήση του όρου «Αύσονες» «για εμάς του Ελληνικού γένους».

Πάμε παρακάτω. Ο δίγλωσσος τίτλος του Σέρβου αυτοκράτορα Στέφανου Dušan ήταν “τσάρος Σέρβων/Σερβίας και «Γραικών/Γραικίας»” σερβιστί και μεταφρασμένος στην ελληνική ήταν «βασιλεὺς Σέρβων/Σερβίας και Ρωμαίων/Ρωμανίας».

Ξανά η χρήση του όρου «Γραικοί» δεν δείχνει καμία εθνοτική συσχέτιση με τους αρχαίους Έλληνες. Αυτό το ξεκαθαρίζει το βουλγαρικό απόκρυφο κείμενο του Προφήτη Ησαΐα (~ 1100 μ.Χ.) γραμμένο από κάποιον φιλοβυζαντινό Βούλγαρο κάτοικο του βυζαντινού θέματος Βουλγαρίας ο οποίος ξεχωρίζε τα βαλκανικά εδάφη της αυκρατορίας σε «Βουλγαρικά και Γραικικά εδάφη (zemlje)». Στην εσκεμμένα αλλοιωμένη ιστορία, ο ερχομός των Βουλγάρων στα Βαλκάνια ήταν λίγο πολύ σύγχρονος με τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Πριν τον μεγάλο Κωνσταντίνο στα Βαλκάνια κατοικούσαν Ρωμαίοι (Rimljane) και Έλληνες (Ellini). Οι τελευταίοι φθονούσαν τον Κωνσταντίνο και ήθελαν να σκοτώσουν και αυτόν και τη μητέρα του Ελένη. Για το λόγο αυτό, ο Θεός άγγιξε τους κακούς Έλληνες με το αόρατο ραβδί του και έγιναν αόρατοι (εξαφανίστηκαν). Όταν οι Βούλγαροι ήρθαν στα Βαλκάνια δεν βρήκαν Έλληνες, αλλά χριστιανούς «Γραικούς» οι οποίοι εκχριστιάνισαν τους Βούλγαρους μετά από μια περίοδο έχθρας. Έκτοτε τα βαλκανικά εδάφη της αυτοκρατορίας χωρίζονται σε «Γραικικά» και «Βουλγαρικά».

Παραθέτω τις δύο σελίδες του Απόκρυφου κειμένου εδώ (Ρωμαίοι και Έλληνες πριν τους Βουλγάρους) και εδώ (το ραβδί του θεού που εξαφάνισε τους Έλληνες που από φθόνο ήθελαν να σκοτώσουν τον Μέγα Κωνσταντίνο και την μητέρα του Ελένη, στα υπογραμμισμένα της πρώτης στήλης).

Το κείμενο δείχνει περίτρανα ότι όταν οι Σλάβοι έλεγαν «Γραικούς» τους Ρωμαίους ΔΕΝ τους θεωρούσαν ούτε εθνοτικούς «Έλληνες» ούτε απογόνους των αρχαίων Ελλήνων  !!!

3) Τον 14ο αιώνα ο Ιταλός Fazio Degli Uberti έγραψε το Dittamondo («Ταξίδι στον Κόσμο»). Σε κάποια φάση φέρνει τον μυθικό του ήρωα στην Ελλάδα όπου συναντάει έναν “Greco”.Επιδεικνύοντας την γνώση του της μεσαιωνικής ελληνικής μεταφράζει το ιταλικό “sono Greco” ελληνιστί σαν “ime Romeos” («είμαι Ρωμαίος»)! Δηλαδή, όπως και ο Λιουτπράνδος, δεν χρησιμοποιεί τον όρο «Γραικός» γιατί πιστεύει ότι οι «Βυζαντινοί» ήταν Έλληνες, αλλά γιατί “Greco” είναι η μετάφραση στη Δύση του βυζαντινού ενδωνυμίου Ρωμαίος. Ούτε φυσικά πιστεύει ότι ανάμεσα στους Ρωμαίους υπάρχει κάποια «Γραικική»/«ελληνική» εθνότητα. Greco είναι η ιταλική μετάφραση του ελληνικού Ρωμαίος.

4) Ο Νικήτας Χωνιάτης. Ο Χωνιάτης γράφει γύρω στο 1200 (άρχισε τη συγγραφή πιο πριν και συνέχισε να γράφει μετά την άλωση). Ο βασικός όρος που χρησιμοποιεί είναι «Ρωμαίοι» και μάλιστα, όπως έχω περιγράψει αλλού μπορεί να ξεχωρίσει τους Ρωμαίους από τα ετερόγλωττα/(μιξο)βάρβαρα γένη της αυτοκρατορίας, δηλαδή χρησιμοποιεί τον όρο Ρωμαίοι και με εθνοτική σημασία προσδιορίζοντας αποκλειστικά τον ελληνόφωνο ορθόδοξο. Επειδή είναι παιδί του καιρού του, αραιά και που κάνει άκρως ρητορικη χρήση του κλασικίζοντες όρου «Ἑλληνες», γνωρίζοντας όμως ότι οι Έλληνες ήταν οι «μωροί» που αντιστάθηκαν στο χριστιανικό κάλεσμα του πρώτου αυτοκράτορα της πίστεώς «μας» Κων/νου. Η εθνοτική χρήση του όρου Ρωμαίοι περιγράφεται σε αυτήν την ανάρτηση, ενώ στο τέλος αυτής της ανάρτησης περιγράφεται η ρητορική χρήση του κλασικίζοντος όρου «Ἑλληνες» και ο διαχωρισμός που κάνει μεταξύ Ρωμαίων Χριστιανών και [αρχαίων] Ελλήνων.

Ο Χωνιάτης χρησιμοποιεί και τον όρο «Γραικοί» με δύο λειτουργίες. Όπως και ο Προκόπιος που έχω ήδη παραθέσει, ο Χωνιάτης χρησιμοποιεί τον όρο «Γραικοί» όταν μεταφέρει τα λόγια Δυτικών που αρνούνται να αναγνωρίσουν τους «Βυζαντινούς» με το πραγματικό τους όνομα. Έτσι λ.χ. ο Γερμανός «ρήγας» Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα που πέρασε την τρίτη Σταυροφορία από τα Βαλκάνια λέει:

οὐκοῦν αὐτὸς μὲν ἄπεισιν εἰς Ὀρεστιάδα, κατὰ δὲ τὴν Φιλιππούπολιν εἴασε τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν καὶ τοὺς ἐπισκόπους μεθἱκανοῦ στρατεύματος εἰπὼν ὡς ἀναπαύσασθαι χρεὼν ὑμᾶς ἐνταυθοῖ, ἄχρι δὴ τὰς παρειμένας κνήμας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἐκ τοῦ παρίστασθαι τῷ βασιλεῖ Γραικῶν ἀναρρωσθείητε.” Ἐπεὶ δὁ χειμὼν παρῆλθε καὶ τὰ ἄνθη ἔδωκεν ὀσμήν, ἀνανεοῦνται τοὺς ὅρκους ὅ τε βασιλεὺς καὶ ὁ ῥήξ … 

Δηλαδή εσκεμμένα «προσβάλλει» τον «βασιλέα Ρωμαίων» Ισαάκ Β΄ Άγγελο αποκαλώντας τον «βασιλέα Γραικών», όπως ο Χωνιάτης εσκεμμένα τον αποκαλεί «ρήγα» και όχι βασιλέα (= αυτοκράτορα).

Αλλού λέει πως οι «Αλαμανοί» (= Γερμανοί) πίστευαν ότι θα κατακτήσουν γρήγορα τους «Γραικούς» (όπως αποκαλούν τους Ρωμαίους) επειδή οι δεύτεροι είναι δειλοί (αγεννείς = μη γενναίοι) στον πόλεμο. Έχουμε δει στον Προκόπιο πιο πάνω ότι η συσχέτιση του ητικού όρου «Γραικός» με τη σημασία «άνανδρος» έχει μεγάλη ιστορία στο στόμα των Γερμανών:

οἱ δἈλαμανοὶ τοσοῦτον ἀπεῖχον ἔκθαμβοι τοῖς ὁρωμένοις τούτοις φανῆναι, ὥστε καὶ ἀνέθαλπον μᾶλλον τὸν ἔρωτα, ὃν ὑπέτυφον ταῖς λαμπρειμονίαις τῶν Ῥωμαίων ἐναυόμενον, καὶ ηὔχοντο τάχιον κρατῆσαι Γραικῶν ὡς ἀγεννῶν τὰ ἐς πόλεμον καὶ περισπουδαζόντων τὰς ἀνδραποδώδεις χλιδάς.

Αλλού πάλι ο Χωνιάτης χρησιμοποιεί τον όρο «Γραικοί» με εμφανή αυτοσαρκασμό. Όταν περιγράφει την λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως (= «της πραγματικής κληρονομιάς του Χριστού») από τους Σταυροφόρους λέει πως χειρότερα απ΄όλους φέρθηκαν οι «μισοπόνηροι» δήθεν επιστήμονες και σοφοί των Λατίνων που πιστεύουν ότι είναι δικαιότεροι και ευσεβέστεροι Χριστιανοἰ από εμάς τους «[αιρετικούς] Γραικούς».

Τοιαῦθ‘, ὡς ἐκ πολλῶν βραχέα δοῦναι τῇ ἱστορίᾳ, οἱ ἐξ ἑσπέρας στρατοὶ κατὰ τῆς Χριστοῦ κληρονομίας παρηνομήκασιν, ἐποὐδενὶ τῶν ὅλων τὸ φιλάνθρωπον ἐνδειξάμενοι, ἀλλὰ πάντας ἀποξενώσαντες χρημάτων καὶ κτημάτων, οἰκημάτων τε καὶ ἐσθημάτων, καὶ μηδενὸς τῶν πάντων μεταδόντες τοῖς ἔχουσι. ταῦτα ὁ χαλκοῦς αὐχήν, ἡ ἀλαζὼν φρήν, ἡ ὀρθὴ ὀφρύς, ἡ ἀεὶ ξυριῶσα καὶ νεανισκευομένη παρειά, ἡ φιλαίματος δεξιά, ἡ ἀκροχολῶσα ῥίν, ὁ μετέωρος ὀφθαλμός, ἡ ἄπληστος γνάθος, ἡ ἄστοργος γνώμη, ἡ τορὴ καὶ τροχαλὴ λαλιὰ καὶ μόνον οὐκ ἐπορχουμένη τοῖς χείλεσι, μᾶλλον δὲ οἱ παρἑαυτοῖς ἐπιστήμονες καὶ σοφοί, οἱ εὔορκοι καὶ φιλαλήθεις καὶ μισοπόνηροι καὶ τῶν Γραϊκῶν ἡμῶν εὐσεβέστεροί τε καὶ δικαιότεροι καὶ τῶν Χριστοῦ διαταγμάτων φύλακες ἀκριβέστεροι,

Στην αγγλική μετάφραση του Χωνιάτη, ο Harry Magoulias βάζει τον όρο “Greeks” (= «Γραικοί») σε εισαγωγικά και παραπέμπει στην υποσημείωση #1527 όπου γράφει:

NChon Graikoi

1527. This is written with sarcasm in intent, as is shown by the use of the term Graikoi, the Latin term of derision for the Byzantines

Αυτό γράφτηκε με σαρκασμό, όπως φαίνεται από τη χρήση του όρου «Γραικοί», τον λατινικό όρο χλευασμού για τους Βυζαντινούς.

4) Το χρονικό του Γαλαξειδίου (1703). Ο συγγραφέας προσδιορίζει τον υπόδουλο λαό στους Τούρκους ως Ρωμαίους και την γλώσσα τους ως Ρωμέικα, ενώ άπαξ μιλάει για τις διχόνοιες των Γραικών [του 14ου αιώνα] τις οποίες εκμεταλλεύθηκαν οι «Ταραγωνάται κουρσάροι» (Καταλανοί). Τόσο οι «Γραικοί» του 14ου αιώνα (ό,τι και αν σημαίνει όρος) όσο και οι υπόδουλοι Ρωμαίοι όμως είναι κάτι διαφορετικό από τους «Ἕλληνες» που ζούσαν «τον καιρό των Ελλήνων».

Τον καιρόν της Βασιλείας Κωνσταντίνου Ρωμανού αγριωποί και χριστιανομάχοι άνθρωποι, Μπολγάροι λεγόμενοι, εμπήκασι στην Ελλάδα και από σπαθίου και κονταρίου εχαλάσασι τους Χριστιανούς και ετραβήξασι ίσα στον Μωρέα.

Περνώντας καιρός, ήρθασι άλλοι πειράταις, ενδυμένοι τομάρια, ωσάν αρκούδαις, και τρώγοντας άψητα κρέατα, ωσάν θερία, και ανθρώπους ζωντανούς στη σούφλα εψήσασι· και εσκλαβώσασι ούλη την Ελλάδα, που την ελέγασι Ρουμανία·

Εξουσιάζωντας ένας Τούρκος, Πριλεμπές τον ελέγασι, το Λοιδορίκι, το Γαλαξείδι και τα άλλα χωρία και την χώρα του Επάχτου εγεννήθηκε στο αναμεταξύ μία διχόνια σε Ρωμαίους και Τούρκους, και εσηκώσασι οι Ρωμαίοι άρματα στους Τούρκους, και εσκοτώσασι καμπόσους ζορπάδες που δεν είχασι βασταμό διά ταις κακαίς τους πράξεις και φερσίματα·

Και ήρθε άλλος μπέης, που τον ελέγασι Ιζάρμπεη, πολλά καλός άνθρωπος, και αυτός έφκιασε με εδικά του έξοδα το κανάλι το λιθαρένιο, που κατεβαίνει από το μετόχι της Αγίας Τριάδος το γλυκό νερό έως τ’ αμπέλια· και έφκιασε και μία βρύσι, που φαίνεται ακόμα το όνομα του με Τουρκικά γράμματα και Ρωμέϊκα, λέγοντας. ”Αυτή την βρύσι την έφκιασε με εδικαίς του εξόδεψαις ο Ιζάρ-μπεης, για σεμπάπι των γονικων του· και οποίος στρατοκόπος πίνει διψασμένος να τον συγχωράη μνημονεύωντάς τον· αυπ´. (1480), μήνας Γεννάρης κθ´. (29)”

Ύστερα γουν περνώντας χρόνια πολλά, ήρθασι γραφαίς και χρυσόβουλλα από το χέρι του Βασιλέα, λέγωντας πως κουρσάροι περίσσοι και φοβεροί, που τους ελέγασι Ταραγωνάταις, με άρματα και φουσάτα διαλεχτά ήρθασι να επάρουσι ταις χώραις του Βασιλέα· […] και ύστερα οι κουρσάροι, διά την ασυμφωνίαν και ταις διχόνιαις των Γραικών ανεμπόδιστα εμπήκασι και εσκλαβώσασι χώραις περίσσαις και το Σάλονα.

Αντίθετα:

Εμβαίνοντας οι πειράταις ανεμπόδιστα στο Γαλαξείδι επεράσασι από σπαθίου ό,τι ευρήκασι ζωντανό, και ανάψασι φωτιά στα σπήτια και εκρημνίσασι και το κάστρο, που ήτανε ένα ευμορφότατο, φυκιασμένο με μάρμαρα μεγάλα από των Ελλήνων τον καιρό·

Σ’ εκείνους τους χρόνους επήρασι οι Φράγκοι την εξακουσμένη Κωνσταντινόπολι, και επήρε καθένας στο μερίδι του χώραις και βιλαέτια περίσσα· και ένας από τη Σαλονίκη Φράγκος βασιλέας επήρε και το Σάλονα, χώρα παμπάλαια και εξακουστή στων Ελλήνων τον καιρό, και από ετότες λέγεται Σάλονα, λεγάμενη αλλέως προτήτερα.

Για να καταλάβετε τους γίγαντες και «κακούς» (= ειδωλολάτρες) «Ἕλληνες» που ζούσαν «τον καιρό των Ελλήνων» πρέπει να διαβάσετε το έργο του Κακριδή «Οι Αρχαίοι Έλληνες στην Νεοελληνική συνείδηση» εδώ και εδώ.

«Μια γριά Αντριώτισσα που ήξερε παλιές ιστορίες έλεγε πως οι γενιές των ανθρώπων ήταν τέσσερις. Πρώτα έζησαν οι Δράκοι, έπειτα οι αλλόπιστοι Έλληνες, ύστερα οι Βενετσιάνοι και ύστερα οι Τούρκοι.» (Άνδρος, 19ος αι.)

«Όταν θέλουν να μιλήσουν για κάτι που έγινε σε πολύ παλιά χρόνια, χρησιμοποιούν την έκφραση “από τον καιρό των Ελλήνων”». (Σφακιά, 19ος αι.)

Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλληνες. Αυτοί έχτισαν το κάστρο μας. Τις μεγάλες βαριές πέτρς που βλέπεις εκεί τις κουβαλούσαν με τα χέρια τους. Οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσσια». (Θεσπρωτία, 20ος αι.)

«Οι Έλληνες χαθήκαν όλοι όταν κάποτ’ έπεσε πείνα μεγάλη στη γη. Τότε καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έμπαινε στον τάφο του, για να βρεθεί θαμμένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε». (Σφακιά, 20ος αι.)

«Παλιόν καιρό οι-γι-αθρώποι ήταν πολύ μεγάλοι. Μεγαλύτεροι απ’ όλους ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί αθρώποι. Γι’ αυτό ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια μεγάλα με μύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν». (Ήπειρος)

Συμπεράσματα:

1) Οι γεωγραφικοί όροι που κληρονόμησαν οι πρωτο-βυζαντινοί δεν ήταν οι κλασικοί Ηροδότειοι ή η τελο-ελληνιστικοί Στραβωνικοί, αλλά ήταν αυτοί που προέκυψαν κατά την ύστερη Ρωμαϊκή αρχαιότητα.

2) Στον Προκόπιο, οι δυτικοί και οι Γερανοί ονομάζουν με προσβλητικό τόνο «Γραικούς» όλους τους Ανατολικούς Ρωμαίους. Αντίθετα, οι πρωτο-Βυζαντινοί αξιωματικοί χρησιμοποιούν τον όρο «Γραικοί» πρσοβλητικά για να προσδιορίσουν τους Ελλαδίτες = Πελοποννήσιους της Provincia Achaea, η οποία είναι η «Ἑλλάς» που έχει κατά νου ο περιηγητής Παυσανίας. Ο Προκόπιος χρησιμοποιεί τον όρο «Ἔλληνες» για τους τελευταίους αν και -όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς- θεωρεί τον όρο πρακτικό συνώνυμο του όρου «Πελοποννήσιοι».

3) Ο Λιουπράνδος ξεκαθαρίζει πως οι Δυτικοί ονομάζουν τους Βυζαντινούς «Γραικούς» όχι επειδή τους θεωρούν εθνοτικούς Έλληνες ή απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, αλλά επειδή τους θεωρούν εκφυλισμένους/ελληνίσαντες Ρωμαίους.

4) Οι Σλάβοι ονομάζουν τους Βυζαντινούς «Γραικούς» έχοντας ξεκαθαρίσει πως είναι κάτι διαφορετικό από τους φθονερούς «Ἕλληνες» που ο θεός εξαφάνισε με το αόρατο ραβδί του. Όταν πρέπει να μεταφράσουν το σλαβικό «Γραικοί» στα ελληνικά το αποδίδουν πάντοτε ως Ρωμαίοι και όποτε έχουμε την τύχη διπλής περιγραφής ενός γεγονότος, το σλαβικό «Γραικοί» αντιστοιχεί στους Ρωμαίους/Αύσονες των Βυζαντινών.

5) Ο Fazio Degli Uberti ξεκαθαρίζει ότι όταν οι δυτικοί λένε Greco εννοούν Ρωμαίος.

6) Ο Νικήτας Χωνιάτης πιστέυει ότι ο λαός του είναι οι αληθείς Ρωμαίοι και οι κανονικότεροι Χριστιανοί. Χρησιμοποιεί τον όρο Ρωμαίοι και με την εθνοτική σημασία για να περιγράψει αποκλειστικά τους ελληνόφωνους ορθόδοξους πολίτες και ενίοτε μπορεί να κάνει άκρως ρητορική χρήση του κλασικίζοντα όρου «Έλληνες», γνωρίζοντας όμως πως οι αρχαίοι Έλληνες ήταν κάτι διαφορετικό από τους Χριστιανούς Ρωμαίους, των οποίων η ιστορία ξεκινάει «με τον πρώτο αυτοκράτορα της πίστεώς «μας» Κωνσταντίνο». Τον όρο «Γραικοί» τον χρησιμοποιεί είτε όταν αποδίδει κυριολεκτικά τα λόγια των δυτικών που αρνούνται την Ρωμαϊκότητα των «Βυζαντινών» είτε όταν θέλει να χλευάσει σαρκαστικά την πεποίθηση των Λατίνων ότι οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι είναι «αιρετικοί Γραικοί».

7) Ο συγγραφέας του Χρονικού του Γαλαξειδίου φαίνεται να χρησιμοποιεί τον όρο Ρωμαίοι με την έννοια του θρησκευτικού μιλετιού (οι μη Ρωμαίοι είναι οι αλλόθρησκοι Φράγγοι, οι Τούρκοι, οι Ιουδαίοι και αναγκάζεται να αποχριστιανοποιήσει τους «Μπολγάρους» για να παρουσιάσει τις επιδρομές του Τσάρου Σαμουήλ στην Ελλάδα). Άπαξ αναφέρεται σε διχασμένους Γραικούς του 14ου αιώνα. Τόσο το Ρωμέικο μιλέτι όσο και οι διχασμένοι Γραικοί είναι κάτι διαφορετικό από τους μυθικούς «Ἔλληνες» που ζούσαν «τον καιρό των Ελλήνων».

8) Όταν ένας Βυζαντινός χρησιμοποιεί το είδωλο του Ρωμαίου «Γραικός» που σχηματίζεται στον καθρέφτη της Δύσης (με άλλα λόγια αποδέχεται την ητική δυτική αντίληψη) δεν σημαίνει ότι αυτομάτως αυτοπροσδιορίζεται σαν εθνοτικός Έλληνας ή ότι θεωρεί τον εαυτό του απόγονο των Ελλήνων.Antòiuet

49 Comments

Filed under Εθνολογία

Ο ορισμός της φιλοσοφίας στο λεξικό Σούδα και η «εγκαινίασή» της από τον Ψελλό

Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσίασα την σημασία με την οποία ο Θεοφάνης ο Ομολογητής χρησιμοποιεί τους όρους «Ἕλλην», «ἑλληνόφρων» και «ἑλληνίζων». Από τις 40 περίπου απαντήσεις των όρων, μόνο μία αναφέρεται στο αρχαίο ελληνικό έθνος και, ειδικότερα, στους Αχαιούς της Τροίας, ενώ όλες οι άλλες απαντήσεις αφορούν τους θρησκευτικούς «Ἑλληνες» (= ειδωλολάτρες) από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι και τις Αραβικές κατακτήσεις. Η γνώμη του Θεοφάνη γι΄αυτούς του «Ἑλληνες», «ἑλληνίζοντες» και «ἑλληνόφρονες» είναι πως ήταν «δυσσεβείς, άθεοι, δυσώνυμοι, παραβάτες, μυσαροί, μιαροί, άθλια σκυλιά» και, φυσικά, «κατὰ Χριστού» (εναντίον του Χριστού). Continue reading

58 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας