Category Archives: Σλαβικές γλώσσες

Το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι σχετικά μικρή και γλωσσολογικού περιεχομένου. Το θέμα της είναι το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από όλες τις σλαβικές γλώσσες για τον σχηματισμό εθνικών ονομάτων από τοπωνύμια. Continue reading

Advertisements

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η ΙΕ ρίζα *wreh1g’- «σπάω»: ο «ρηξήνωρ θυμολέων» Αχιλλέας και η «κατά πόδρεζαν» προσπλοκή του Βασιλείου

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους απογόνους της ΙΕ ρηματικής ρίζας *wreh1g’- «σπάω».

Η ρίζα αυτή έδωσε στην Ελληνική το ρήμα ῥήγνῡμι = «σπάω» και τα παράγωγά του. Το αθεματικό αυτό ρήμα κάποια στιγμή απέκτησε και την εναλλακτική θεματική μορφή ῥηγνύω (όπως δείκνῡμι > δεικνύω > δείχνω) που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Continue reading

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Το Βαλκανικό Sprachbund

Ο Βαλκανικός Γλωσσικός Δεσμός (Balkan Sprachbund) είναι ο τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σύνολο των φαινομένων σύγκλισης των μεσαιωνικών βαλκανικών γλωσσών. Continue reading

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η ΙΕ ρίζα *mei- «πράος, άκακος»: Ο Παντελής Ζερβός και ο Μειλίχιος Ζεύς

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι οι απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος». Το θέμα προέκυψε σαν απροσδόκητα ευχάριστη έκπληξη από τη συζήτηση που έχουμε τις τελευταίες ημέρες για τα ακαταλαβίστικα λόγια του αείμνηστου Παντελή Ζερβού στην ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή».

Η συζήτηση ξεκίνησε όταν ο σχολιαστής Νίκος με ρώτησε αν καταλάβαινα τι λέει ο Ζερβός στα τελευταία τρία δευτερόλεπτα της παρακάτω σκηνής:

(Επειδή παρατήρησα ότι το βίντεο μερικές φορές κολλάει στην επανάληψη, αν θέλετε να το ξανακούσετε και τύχει να κολλήσει πατήστε  F5 για ανανέωση της σελίδας).

Παρόλου που δεν καταλάβαινα τα λόγια του Ζερβού, επειδή επαναλαμβάνεται συχνά ο όρος «μίρι» και το θέμα της συζήτησης είναι αν είναι καλός ο γιατρός, υποψιάστηκα ότι μπορεί να μιλάει Αρβανίτικα (mirë = «καλός»).

Χθες, ο σχολιαστής Ερεβεννός επιβεβαίωσε την υποψία μου και μας εξήγησε ότι ο Ζερβός λέει στα Αρβανίτικα λίγο πολύ (μεταφέρω τα λόγια του Ερεβεννού):

Γεια σου Σμερδαλέε και Νίκο,

Με τα λίγα αρβανίτικα που ξέρω ( Θεός σχωρέστους τους παππούδες μου) νομίζω πως μπορώ να βοηθήσω:
Ο χωρικός ,μόλις λέει ο Ζερβός ότι ο γιατρός είναι καλός για αγελάδες,ρωτάει : ε άι μιρ ; ( και αυτός (είναι) καλός) ;
Tην πρώτη λέξη που λέει ο Ζερβός δεν την καταλαβαίνω (αν και πρέπει να είναι ερωτηματική) ,συνεχίζει όμως λέγοντας : κουσουρί ε παρë καμ (τον έχω μακρινό ξάδελφο), μος γιε μιρ (το μος σημαινει δεν,μην αλλά κρίνοντας από το υφος του Ζερβού πρεπει να σημαινει κάτι σαν “πώς να μην ειναι καλός”)
Στην αρχή της ταινιάς, καπου στο 10:00 – 11:00 οι πρωταγωνιστές συστήνονται και καταλήγουν στο συμπέρασμα πως είναι μακρινα ξαδελφια.

Αν και νομίζω ότι το kushëri i parë πρέπει να σημαίνει «πρώτος ξάδελφος».

Λοιπόν, πριν περάσω στο κυρίως θέμα της ανάρτησης, θα περιγράψω ετυμολογικά τους όρους που ακούγουνται.

mirë = «καλός» (η απώτερη ΙΕ ετυμολογία του όρου θα εξηγηθεί παρακάτω, γιατί αυτός ο όρος μου έδωσε την ιδέα για την ανάρτηση).

kushëri = «ξάδελφος», εκ του λατινικού cōnsōbrīnus, όπως το αγγλικό cousin και το βλαχικό/αρουμανικό cusurin[u].

cōnsōbrīnus > *kusowríno > *kusoríno > *kushërínë > kushëri, με:

  1. απλοποίηση του μεσοφωνηνετικού -ns->-s-, όπως και στις ρωμανικές γλώσσες (λ.χ. īnsula > αλβ. ishull, το προαναφερθέν βλαχικό cusurinu και το λατ. mensa > βλαχ.  measã).
  2. απλοποίηση του μεσοφωνηεντικού -br->-vr->-wr->-r- όπως στα λατ. fabrika > farikë > αλβ. farkë και λατ. Februārius > Fëwruorjë > αλβ. Fror ~ Fruer (το ίδιο και στο βλαχικό cusurinu, ενώ το ρουμανικό urar δείχνει το ενδιάμεσο στάδιο –wr-)
  3. απώλεια του μετατονικού /n/ της τελευταίας συλλαβής (λ.χ. λατ. frēnum > frénu > αλβ. fre)

parë = «πρώτος» (< IE *porh3-wos ~ *pr.h3-wos > OCS prĭvŭ = «πρώτος»)

kam = «έχω» (< PAlb *kap-mi, ΙΕ αθεματικό ρήμα σε -mi -λ.χ. φημί, ἵστημι κλπ- της ρηματικής ρίζας *keh2p- «πιάνω» που έδωσε το ελληνικό κάπτω > χάφτω, το λατινικό capiō και το αγγλικό have = «έχω»)

mos = «μη, δεν» (< PAlb. *mētše < ΙΕ *mē-kwe > ελληνικό μήτε , με ē>ā>ο, όπως λ.χ. στο *plēta > plo και *kwe > tše > s(ë), όπως λ.χ. στο *penkwe > *pentše > pesë)

Παραθέτω, την ετυμολογική περιγραφή των παραπάνω όρων από το λεξικό του Vladimir Orel (AED). Κάντε κλικ πάνω στις εικόνες για να μεγεθυνθούν.

mos

mei

Και ερχόμαστε, επιτέλους, στην ΙΕ ρίζα *mei- «ήπιος, άκακος», από την οποία προέρχεται το αλβανικό επίθετο *mei-ros > mirë = «καλός» (με *ei>ī>i, όπως στο *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ PAlb *dzeimena > αλβ. (τοσκ) dimër).

Ο Orel εύκολα εντόπισε τους βαλτοσλαβικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *mei- «ήπιος, άκακος», αλλά του ξέφυγαν ορισμένοι διάσημοι ελληνικοί απόγονοι της ρίζας.

*mei-ros > PSlv/OCS mirŭ = «ειρήνη» και *mei-los > PSlv/OCS milŭ = «ευχάριστος, αγαπητός, συμπαθητικός» (*ei>ī>i και στον σλαβικό κλάδο, λ.χ. *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ Pslv/OCS zima)

Ο ρωσικός διαστημικός Μιρ σημαίνει «Ειρήνη», ενώ το σλαβικό θηλυκό όνομα L(j)udmila (Λουντμίλα) σημαίνει «αυτή που είναι αγαπητή (mila) στον κόσμο (ljudi)» (~ Δημοφίλη ~ Λαοφίλη).

Δύο δημοφιλή ονόματα που προέρχονται από την σλαβική «ειρήνη» είναι τα Mirko και Miroslav (~ Εἰρηνοκλῆς), ενώ ένα δημοφιλές σλαβικό όνομα που προέρχεται από το επίθετο milŭ είναι το Milan (milŭ = dragŭ > Milan = Dragan).

mir

Οι ελληνικοί απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος» που διέφυγαν από τον Orel είναι παράγωγα του πρωτοελληνικού επιθέτου *mei-los > *μειλός = «πράος, άκακος» (~ OCS milŭ), όπως:

μείλιχος = «πράος, ευγενικός»

μειλίχ-jω > μειλίσσω = «κατευνάζω, φέρομαι ευγενικά»

(τὰ) μείλια = «δώρα κατευνασμού»

μειλίχιος = «πράος, ευγενικός» (αλλά ως επίθετο του Διός «αυτός που κατευνάζεται με μείλια»)

μειλιχίᾱ = «πραότητα»

Η γραφή Μῑλίχιος στις αρχαϊκές αθηναϊκές αφιερωματικές επιγραφές και ο υποτιθέμενος αιολικός τύπος μέλλιχος (< *μίλλιχος) δείχνουν ότι, εκτός από το πρωτοελληνικό επίθετο *mei-los > *μειλός, πρέπει να υπήρχε και το μηδενόβαθμο παράγωγό του *mil-yos > *milʲlʲos > *μίλλος ~ *μῖλος.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Μειλίχιος Δίας συμβολιζόταν είτε με την μορφή όφεως είτε ως ανθρωπόμορφος καθισμένος σε θρόνο που δέχεται τα μείλια από τους αφιερωτές.

Meilichios

Το βιβλίο της Jennifer Larson “Ancient Greek Cults” (Routledge, 2008) έχει ως εξώφυλλο τον οφιόμορφο Μειλίχιο Δία.

Larson

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #3: γλωσσολογικά

Σε αυτήν την τρίτη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα ολοκληρώσω τις γλωσσολογικές παρατηρήσεις που ξεκίνησα στην προηγούμενη (δεύτερη) ανάρτηση.

Έχω εξηγήσει τις συντομογραφίες στην αρχή της προηγούμενης ανάρτησης.

Το σλαβικό «σκοτεινό» /Ł/

Στο ΙΒΔ, όπως και σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, το /L/ προφέρεται υπερωικό (velarized Ł,ł) σε όλες τις θέσεις εκτός από την περίπτωση του /L/ πριν από εμπρόσθια φωνήεντα (κυρίως i,e). Αυτό το υπερωικό /L/ ονομάζεται «σκοτεινό» (dark) /L/. Είναι το ίδιο αλλόφωνο που εμείς ονομάζουμε «σαλονικιώτικο λ» και που οι Αλβανοί αποδίδουν γραπτά με διπλό «ll».

ΙΒΔ vałk, pałn, vałna, seło, płanina, Bułgarin/Bołgarin, łapka, łaro (< rało < PSlv *ordlo) κλπ.

Όταν το ΙΒΔ γράφεται στο αλβανικό αλφάβητο αυτό το «σκοτεινό» /ł/ αποδίδεται ως «ll» (λ.χ. vallk, pllanina κλπ). H Αλβανική, κατά κανόνα, διατηρεί την προφορά του σλαβικού /ł/ στα σλαβικά δάνεια (λ.χ. Bullgari, Vllah ~ Vllehë, vlladikë, pllashicë, pllaz, plloçë, plloskë κλπ). Θυμίζω πως το αλλόφωνο /ł/ είναι η φυσιολογική εξέλιξη του πρωτοαλβανικού/προσλαβικού μεσοφωνηεντικού -l- (λ.χ. λατ. angelus > engjëll, PA *alenā > llërë ~ llânë).

albslav-ll

Στο βιβλίο “Τhe Slavonic Languages”, οι Ernst Stanton και Victor Friedman που έγραψαν τα κεφάλαια για την Βουλγαρική και την Σλαβομακεδονική αντίστοιχα γράφουν (σλδ 190, 257):

dark-L

Ο André Mazon γράφει για το ΙΒΔ (σλδ 42-3) πως το /ł/ όχι μόνο διατηρείται ως αρχαϊσμός (αντίθετα με τις διαλέκτους Φλώρινας, Καστοριάς και Νεστορίου που δείχνουν μια τάση αντικατάστασης /Ł/>/L/), αλλά εμφανίζεται και σε θέσεις όπου «φυσιολογικά» δεν είναι αναμενόμενο (πριν από εμπρόσθια φωνήεντα i,e,ü). Ο Mazon εξηγεί αυτήν την ενίσχυση του φθόγγου στην επαφή του ΙΒΔ με την Αλβανική (λ.χ. αυλή > τουρκ. avlu > βουλγ/ΠΣΜ avliya, αλβ avlli ~ ΙΒΔ avłyja, y=/ü/).

dark-L-IBD

Η απώλεια του τελικού /t/

Έχω αναφερθεί σε αυτήν την τάση του ιδιώματος και των γειτονικών στην προηγούμενη ανάρτηση.

Όπως είπα στην προηγούμενη ανάρτηση, τα σλαβικά ιδιώματα Κορυτσάς-Καστοριάς-Φλώρινας έχουν χάσει το τελικό /t/ στο αρσενικό οριστικό άρθρο (λ.χ. ΙΒΔ vałkot > vałko = «ο λύκος») και στις δεκάδες που έχουν ως δεύτερο συνθετικό το deset = «δέκα» (λ.χ. ΙΒΔ sedamdeset/osamdeset > sedamdese/ osamdese = «εβδομήντα/ογδόντα»). Το φαινόμενο παρατηρείται και στον όρο Gospod > Gospot > ΙΒΔ Gospo.

Μία άλλη περίπτωση απώλειας τελικού /-t/ είναι στις λέξεις που τελειώνουν σε /-st/ (λ.χ. τα OCS θηλυκά σε -ostĭ), αλλά αυτό είναι γενικότερη τάση των «χαμηλότερων» κοινωνιολέκτων του πάλαι ποτέ “domaine bulgare” (βουλγαρόφωνου συνεχούς), λ.χ.:

Βουλγ most >  mos = «γέφυρα»

Σλαβoμακ radost > ΠΣΜ rados = «χαρά»

Ο Mazon γράφει στην [σλδ 46]:

rados

Κοινά Φωνολογικά Ισόγλωσσα με την Αλβανική και την Ελληνική

Υπάρχουν μερικά φωνολογικά ισόγλωσσα που συνδέουν το ΙΒΔ με την Αλβανική, κάτι που είναι αναμενόμενο λόγω της μακραίωνης στενής καθημερινής επαφής των δύο γλωσσών. Άλλα πάλι φωνολογικά φαινόμενα μαρτυρούν την επίδραση της Ελληνικής.

Σε μερικές πολυσύλλαβες λέξεις το ΙΒΔ δείχνει μια συμπεριφορά ανάλογη του λεγόμενου «ρυθμικού» κανόνα της Αλβανικής. Τα μεσοφωνηεντικά b,d,g των προσλαβικών όρων της Αλβανικής τράπηκαν σε τριβόμενα v,δ,γ τα οποία, με τη σειρά τους, τράπηκαν σε h = /χ/ το οποίο, κατά κανόνα, εξαφανίστηκε μαζί με το γειτνιάζον άτονο φωνήεν.

ΙΕ *bhlHid-uros > PAlb blaidura > bleδurë > Αλβ blehurë

λατ. médicus > mjéδik > mjéhik > mjek

λατ. dēbitūra > devityrë > dehityrë > detyrë

IE *sreh2g-ús-eh2 > PAlb rrāgúša > rrúsh > rrohúsh > rrush

Το περίεργο είναι πως ο «ρυθμικός κανόνας» ολοκλήρωσε τον κύκλο του στην Αλβανική γύρω στο 700 μ.Χ. (υπάρχει μόνο ένα σλαβικό δάνειο στην γλώσσα που έχει υποστεί τον κανόνα) και, επομένως, το αντίστοιχο φαινόμενο στο ΙΒΔ δεν μπορεί να είναι σύγχρονο με το αλβανικό.

Ο “«ρυθμικός» κανόνας” του ΙΒΔ συμβαίνει μόνο στο OCS -g- πολυσύλλαβων λέξεων που βρίσκεται μεταξύ ομοίων φωνηέντων και αυτό τον διαφοροποιεί από τον «ρυθμικό» κανόνα της Αλβανικής που περιέγραψα. Ο Mazon περιγράφει τα παρακάτω παραδείγματα στην [σλδ 50]:

błagosóvan > błaγosóvan >  błosóvan

Bogorodíca > Boγorodíca > Borodíca = «Θεοτόκος»

magáre > máre > máre = «γαϊδούρι»

rogozína > roγozína > rozína = «ραγαζώνας» (μέρος με ραγάζια < OCS rogozŭ)

mnogogodíne > mnogodíne (εδώ μπορεί να συνέβη και απλολογία, λ.χ. Anglaland > England)

Ο Mazon αναφέρει και μερικά παραδείγματα απώλειας του μεσοφωνηεντικού -d-, χωρίς όμως να συνοδεύεται από απώλεια γειτονικού φωνήεντος. Αυτή είναι μια διαδικασία που συμβαίνει λίγο πολύ σε όλες τις «χαμηλές»/καθημερινές κοινωνιολέκτους όλων των γλωσσών (λ.χ. ελληνικά ὑπάγω > πάω, λέγω > λέω, διάβολος > διάολος/διαόλι, κυπριακά λάδι, σανίδα > λάι, σανία κλπ). Ενίοτε, ένα -j- εμφανίζεται στην θέση του αποβληθέντος συμφώνου για την αποφυγή χασμωδίας. Ο Mazon αναφέρει τα παραδείγματα (σλδ 46):

Gospódin > Gospóδin > Gospóin

grjädi > grjäδi > grjäi > grjäj

kładęnec > kłaδjänec > kłajänec

trideset > triδéset > triese > triʲese

četirideset > četiriδese > četirʲese

Borodica

Αντίθετα, η Αλβανική επίδραση είναι βέβαιη στην εξέλιξη rd>rdh (dh= /δ/). Στην Αλβανική, η τροπή αυτή (λ.χ. PA *garda, skurda > gardh, hurdha > hudhër), σύμφωνα με τον Orel, συνέβη μετά το 1000 μ.Χ. και, επομένως, η ανάλογη εξέλιξη στο ΙΒΔ (λ.χ. OCS tvrĭdŭ > tvr.d- > tvard– > ΙΒΔ tvardho mjäso ~ «σκληρό κρέας») μπορεί κάλλιστα να είναι σύγχρονη με την Αλβανική.

Γράφει ο Mazon στην [σλδ 46]:

tvardho-mjaso

Σημείωσα στην παραπάνω σελίδα και μερικά άλλα παραδείγματα εξέλιξης d>dh. Το ένα είναι στην φράση młado dětę = «νεαρό/μικρό παιδί» > mbładho djäte που δείχνει τροπή d>dh σε μεσοφωνηεντική θέση όπως η Αλβανική και το άλλο είναι η εξέλιξη PSlv *gormada ~ *gŭrmada > *gr.mada > ΙΒΔ garmada > garmadha που δείχνει μεσοφωνηεντικό /dh/, όπως το αλβανικό gërmadhë (πρώιμο σλαβικό δάνειο στην Αλβανική).

Μία άλλη πηγή /dh/ στο ΙΒΔ είναι τα ελληνικά δάνεια που περιέχουν /δ/: δάσκαλος > dhaskał, διάβολος > dhjävoł, διάστημα > dhiastíma, να αδικήσω > (da) adhik’isa, να δοκιμάσω (da) dhok’imasa, να διδάξω > (da) dhidhaksa κλπ, ενώ μια παλαιότερη σειρά ελληνικών δανείων δέχνουν δ > d, όπως και στις υπόλοιπες διαλέκτους του πάλαι ποτέ βουλγαρόφωνου συνεχούς (λ.χ. λιβάδι > livada, δίσκος > disk κλπ). Τέλος, ένα ελληνικό δάνειο δείχνει την ΠΣΜ τροπή dy>gj: μυρωδιά > *μερουδιά (με τυπικό νεοελληνικό άνοιγμα ir>er, όπως μυρμήγκι > μέρμηγκας , χείρ > *χείριον > χέρι και σπείρω > *σπείρνω > σπέρνω)> ΙΒΔ merua (λ.χ. διάβολος > dyavol > ΠΣΜ gʲavol).

merugja

Αντίστοιχα, το /th/ = /θ/ ακούγεται στα ελληνικά δάνεια θαύμα > thavma, θέατρο > theatro, θάρρος > tharos κλπ.

Στο επίθετο młado > mbładho = «νεαρό» (αρσενικό *mbładh > mbłath), στον όρο mrav > mbrav = «μυρμήγκι» και στο δάνειο μάρμαρον > λατ. marmor > LPSlv marmorŭ > OCS mramorŭ > mbramor παρατηρούμε ομοργανική επένθεση ml/mr > mbl/mbr που είναι τυπική της Ελληνικής και της Αλβανικής:

Αρχαία Ελληνική: *mr.tos > *μροτός > μβροτός > βροτός και *mr.ghus > *μραχύς > μβραχύς > βραχύς

Νέα Ελληνική: OCS mrěna > Βουλγ mryana > μπριάνα και τα διαλεκτικά χαμηλός > χαμλός > χαμπλός και φαμίλια > φάμλια > φάμπλια

Αλβανική: PAlb *amla > Αλβ ëmbël

mbramor

Ένα άλλο ενδιαφέρον φωνολογικό ισόγλωσσο που συνδέει το ΙΒΔ με την Αλβανική είναι η απλοποίηση dn>n.

Αλβανικά παραδείγματα bnj,dnj,gnj > nj.

*udnja > unjë > ujë = «νερό»

*webh- > *webnja > wenja > wej

*wradnja > rrënjë

udnja

Στο ΙΒΔ ο Mazon (σλδ 45-6) αναφέρει τα παραδείγματα:

edna > ena = «μία», edno > eno = «ένα»

dnovi > novi = «ημέρες» (πληθυντικός του den)

padna > pana και sjädna > sjäna

Δεν είναι βέβαια ακριβώς το ίδιο με τα αλβανικά παραδείγματα (από τη μια γενικότερα σε όλη τη σειρά b,d,g και, από την άλλη, ειδικότερα για σύμπλεγμα πριν από /j/) και ο Mazon τα εξηγεί ως αφομοίωση dn>nn>n.

ena-eno

Οι τροπές hn>jn, hr>jr, šc>jc και šč>jč και ri/li>ry/ly

Ενδιαφέρον έχουν από την άλλη οι τροπές hn>jn, hr>jr, šc>jc, šč>jč και ri/li > ry/ly (y=/ü/).

[σλδ 42, 45, 50, 52]

OCS hridŭ > rid > ΙΒΔ ryt = «βράχος, γκρεμός»

Οhrid > Ohrit > ΙΒΔ Ojryt

αυλή > avliya > avłyja

τροπή hn>jn>ňj :

pobjähna > pobjäjna > pobjäňja

smjahna > smajna > smaňja

vjähna > vjäjna > vjäňja

OCS gluxŭ > glušec με πληθυντικό glušci > glujci και υποκοριστικό glušče > glue

Ojryt

Προσέξτε την τροπή my>m στο směx- > smyahna > smajna > smaňja. Η ίδια τροπή my>m έγινε και στο zemja > zema = «γη» (σλδ 47).

Η επένθεση sr>str

Στην [σλδ 47] πάντοτε ο Mazon αναφέρει και τα παραδείγματα:

OCS srěda > sryada > strjäda = «μέση»

OCS sĭrebro > srebro > strjäbro = «ασήμι, άργυρος» (εδώ το /jä/ είναι μη αναμενόμενο, επειδή δεν υπάρχει yat. Μία πιθανότητα είναι να προστέθηκε ένα έρρινο strebro > *strémbro > strjäbro).

stryada

Η τροπή serd- > srěd- > sryad- > stryad- μας δείχνει γιατί, μέσα από βουλγαρική διαμεσολάβηση, οι Βυζαντινοί από ένα σημείο και μετά λένε την Σερδική/Σαρδική (ΣόφιαΤριαδίτσα.

Γράφει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (~1080):

θᾶττον ἐξ ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν συνεστήσατο στρατιάν, καὶ μετὰ τῶν δυνάμεων τῇ Σαρδικῇ τῇ νῦν λεγομένῃ Τριαδίτζῃ καὶ διαὐτῆς Ἰλλυρικῷ προσβαλὼν κατὰ κράτος τοὺς ἀποστατήσαντας ἐτροπώσατο

λατ. Serdica (/Serdika/)  > PSlv Serdĭkŭ > Serdĭcŭ (/Serdĭtsŭ/) > OCS Srědĭcŭ > Βουλγ. Sredec/Stryadec.

Άλλες φωνολογικές τροπές

Ενδιαφέρον έχει η φωνολογική εξέλιξη:

OCS žénĭski > žénski > žénck’i > žnck’i = «γυναικείος»

γιατί δείχνει την κατασκευή ενός δευτερογενούς έρρινου /ę/ μετά την απώλεια του ασθενούς yer, το οποίο ακολουθεί την ίδια εξέλιξη με το πρωτογενές τονισμένο /ę/ και αυτό μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε την τροπή του πρωτογενούς  ę>n κάποια στιγμή μετά το ~1100 (όταν αρχίζουν σιγά σιγά να χάνονται τα yer σε ασθενή θέση).

Επίσης, αναφέρω το προθετικό e- στον όρο «χήρα»:

vĭdovica > vdovica > evdovica

[σλδ 41-42]

evdovica

Στις [σλδ 51,52] ο Mazon εξηγεί ότι το επίθημα -ĭski εξελίχθηκε γενικά σε -ck’i (carck’i, čovjäck’i, žjänck’i, bułgarck’i/bołgarck’i κλπ), τροπή που κανονικά είναι αναμενόμενη μόνο σε θέματα που τελειώνουν σε /t/ (-t-ĭski > -tski ~ -ck’i) και παραθέτει μερικά παραδείγματα από την τάση του ΙΒΔ για προστριβοποίηση του z>dz (σποραδικό φαινόμενο των δυτικών σλαβομακεδονικών διαλέκτων, λ.χ. ζευγάρι > zevgar > ΠΣΜ dzevgar = «ζεύγος βοδιών»):

noga > πληθ. noze > ΙΒΔ nodze = «πόδια»

ζευγάρι > zevgar > ΙΒΔ dzevgar

gvězda > zvězda > zvjäzda > ΙΒΔ dzvjäzda

zvonec > dzvonec

dzevgar

Το ΙΒΔ συμφωνεί με την ΠΣΜ και την Σερβική στην τροπή του μεσοφωνηεντικού -χ->-v-:

uxo, muxa, suxo > uvo, muva, suvo

(σλδ 49 στον Mazon, θυμίζω το OCS Vlaxŭ > ΠΣΜ Vlav = /Vlaf/ που ανέφερα στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης)

ΗΥπάρχει τάση αποβολής του μεσοφωνηεντικού -v-, ιδίως μεταξύ ομοίων συμφώνων (σλδ 47):

kłavam > kłam (στις δυτικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους είναι συχνή η προφορά gláva > /glᾶ/).

Β. ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

[σλδ 56] Ο πληθυντικός των πολυσύλλαβων αρσενικών είναι κατά κανόνα -i (bratimi, budali), ενώ αυτός των μονοσύλλαβων είναι κατά κανόνα -ovi (carovi, darovi).

[σλδ 56-7] ορισμένοι πληθυντικοί σχηματίζονται με συλλογικά ουσιαστικά (-ja, -je) που ετυμολογικά είναι γραμματικοί ενικοί (grop > grobjata, brat > brakja, kamen > kameňja).

[σλδ 62-63] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του συλλογικού επιθήματος -išt- για τον σχηματισμό το πληθυντικού των ουδετέρων σε OCS -ę (λ.χ. IE *-mn. > -mę ~ vreme, ime κλπ και IE *-ent > -ę ~ tele, kuče, magare κλπ).

Οι φυσιολογικοί σλαβικοί πληθυντικοί αυτών των επιθημάτων είναι:

*-mn. > *-men-h2 > -mena (vremena, imena)

*-ent > *-ent-h2 > -ęta (teleta, kučeta)

Το IΒΔ δείχνει πληθυντικούς του τύπου ime > imenišča, όπως η διάλεκτος της Καστοριάς (kuče > kučenišča)

imenishcha

Στον σχηματισμό του παρακειμένου (σλδ 88), το ΙΒΔ έχει απωλέσει πρακτικά εντελώς τον πρωτοσλαβικό παρακείμενο που χρησιμοποιεί ως βοηθητικό ρήμα το «είμαι» (ο sum-perfect/παρακείμενος της ΠΣΜ) και χρησιμοποιεί μόνο τον δανεισμένο «ελληνορωμαϊκό» (όρος του Mazon) παρακείμενο με βοηθητικό ρήμα το «έχω» (ima-perfect/παρακείμενος της ΠΣΜ, βλαχικό/αρουμανικό γραμματικό δάνειο στις σλαβομακεδονικές διαλέκτους δυτικά του Αξιού).

Η γεωγραφική κατανομή των δύο παρακειμένων είναι τέτοια ώστε:

  1. Κοντά στις λίμνες (Πρέσπες, Καστοριά, Οχρίδα) παραδοσιακά ο δανεισμένος ima-παρακείμενος ήταν πρακτικά ο μόνος που χρησιμοποιούνταν.
  2. Μεταξύ των Λιμνών και του Αξιού, χρησιμοποιούνταν και οι δύο παρακείμενοι εξίσου.
  3. Ανατολικά του Αξιού και βόρεια από τα Σκόπια, πρακτικά απαντούσε μόνον ο πρωτοσλαβικός sum-παρακείμενος (που είναι τυπικός και των γειτονικών διαλεκτικών συστημάτων της Βουλγαρίας και της Σερβίας).

ima-sum

Για την Βλαχική/Αρουμανική ως τον δανειστή του παρακειμένου με το βοηθητικό ρήμα «έχω» παραθέτω την παρακάτω σελίδα (κάντε κλικ για να μεγαλώσει):

Golab ima perfect

Οι ΝΔ («περιλίμνιες») σλαβομακεδονικές διάλεκτοι που χρησιμοποιούν εκτενώς τον «έχω»-παρακείμενο, έχουν δεχτεί και μία άλλη γραμματική επίδραση από την Βλαχική/Αρουμανική. Την παγίωση (μη κλίση κατά γένος και αριθμό) του δοτικού αντωνυμιακού τύπου mu.

Αντίθετα, η ΠΣΜ και οι διάλεκτοι της Πελαγονίας βορείως του Μοναστηρίου κλίνουν την αντωνυμία κατά γένος και αριθμό. Άλλες διαφορές στον σχηματισμό της δοτικής χωρίζουν τις διαλέκτους που μιλιούνται δυτικά του Αξιού από αυτές που μιλιούνται ανατολικά του ποταμού οι οποίες, σε αυτό το θέμα, μοιάζουν περισσότερο στην Πρότυπο Βουλγαρική, παρά στην ΠΣΜ.

Mak-dative1

Mak-dative2

ΠΣΜ/Πελαγονικές Διάλεκτοι:

Neize i go dade

Ανατολικές Διάλεκτοι (ανατολικά του Αξιού) και Βουλγαρική:

Na neja (i) go dade

ΠΣΜ και Βόρειες Πελαγονικές Διάλεκτοι:

mu go dade na brat ti

i go dade na sestra ti

im go dade na decata

ΝΔ («περιλίμνιες») Διάλεκτοι:

mu go dade na brat ti

mu go dade na sestra ti

mu go dade na decata

Παραδείγματα χρήσης της δοτικής στο ΙΒΔ (παραμύθι L’âne malin/Ο Πονηρός Γάιδαρος, σλδ 188).

dative-IBD

vałk = «λύκος», vałko = «ο λύκος»

mare (<magare) = «γαίδούρι», marjäto = «το γαϊδούρι»

vałko mu veli maretomu = «ο λύκος είπε στο γαϊδούρι» (~ ο λύκος τον είπε τον γάιδαρο)

Αυτά για το σλαβομακεδονικό ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου (ΙΒΔ). Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε στο pdf του βιβλίου του André Mazon.

ΥΓ @ Σχολιαστή “01001001”: Φίλε, ελπίζω να σ΄ικανοποίησα, δεδομένου ότι δεν γνωρίζω ούτε Γαλλικά ούτε Σλαβομακεδονικά. Όποιος βρει κάτι ενδιαφέρον στον Mazon που δεν το ανέφερα, ας το παραθέσει στα σχόλια.

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #2: γλωσσολογικά

Μετά την πρώτη κατατοπιστική ανάρτηση στο θέμα, περνάω στο γλωσσολογικό μέρος. Αρχίζω εξηγώντας μερικές συντομογραφίες που θα χρησιμοποιήσω.

OCS = Old Church Slavonic = Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική

ΠΣΜ = Πρότυπος Σλαβομακεδονική (βασισμένη στις διαλέκτους της Πελαγονίας)

Βουλγ = Πρότυπος Βουλγαρική

PSlv = Πρωτοσλαβική γλώσσα (η Κοινή Γλώσσα των πρώιμων Σλάβων)

ΣρΚρ = Σερβο-Κροατική γλώσσα

ΙΒΔ = Ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου

PAlb = Πρωτοαλβανική γλώσσα (η πρώιμη Αλβανική πριν από την Τοσκο-Γκεγκική διαλεκτική διαίρεση)

Αλβ = Πρότυπος Αλβανική

Ο τονισμός

[σλδ 22, L’accent]

Ένας απαραβίαστος κανόνας του ιδιώματος είναι ο τονισμός στην παραλήγουσα. Όταν προστίθεται το επιθηματικό οριστικό άρθρο και το επίθημα δοτικής -mu, τότε αυτά στον τονισμό μετράνε ως λήγουσα. Κατά συνέπεια, η προσθήκη του οριστικού άρθρου και του επιθήματος της δοτικής μετατοπίζει τον τόνο, ώστε αυτός να πέφτει ανά πάσα στιγμή στην παραλήγουσα. Αυτό είχε συνέπειες στην διττή εξέλιξη του yat /ě/ και του έρρινου φωνήεντος /ę/ σε τονισμένη και άτονη θέση.

OCS člověkŭ = «άνθρωπος» > čóvek, αλλά έναρθρο čovjäko = «ο άνθρωπος» με τον τόνο στο /ä/ (το τονισμένο yat ακολουθεί γιακαβική εξέλιξη ě>ya>jä, το άτονο εκαβική ě>e).

ústa = στόμα» > έναθρο ustáta «το στόμα»

póle (< polje) = «κάμπος» > έναρθρο poléto «ο κάμπος»

kámen «πέτρα» > έναθρο kaméno «η πέτρα»

Góspo (< Gospot < Gospodĭ) = «Κύριος» > έναρθρη δοτική Gosputómu = «στον Κύριο»

accent

Α. ΦΩΝΟΛΟΓΙΑ

Τα yers

[σλδ 26-7, 32-3, 51]

Η διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου συμπεριφέρθηκε, όπως και οι λοιπές σλαβομακεδονικές διάλεκτοι (στον Mazon «δυτικές βουλγαρικές διάλεκτοι»/”bulgare occidental”, σλδ 26) σε αυτό το θέμα. Τα yers χάθηκαν σε ασθενή θέση και σε ισχυρή θέση φωνηεντοποιήθηκαν σε  ъ/ŭ > o και ь/ĭ > e. Ένα yer βρίσκεται σε ισχυρή θέση όταν βρίσκεται πριν από ένα άλλο yer. Στις άλλες περιπτώσεις βρίσκεται σε ασθενή θέση.

yers

OCS dĭ «ημέρα» > den (ΠΣΜ & Βουλγ den, αλλά ΣρΚρ dan)

OCS jedĭ «ένας» > eden (ΠΣΜ eden, αλλά ΣρΚρ jedan)

OCS starĭcĭ «γέρος/γέρων» > starec (ΠΣΜ & Βουλγ starec, ΣρΚρ starac)

OCS sŭ «όνειρο» > son (ΠΣΜ son, Βουλγ sən, ΣρΚρ san)

OCS kŭm «προς, από δίπλα» > kom (ΠΣΜ kon, Βουλγ kəm, ΣρΚρ kod)

Ο Mazon παραθέτει την στερεότυπη ευχή kom Boga = «με τον θεό από δίπλα, ο θεός μαζί σου»

OCS rŭžĭ «σίκαλη» > roš (ΠΣΜ ərž = /ərš/, Βουλγ rəž = /rəš/, ΣρΚρ raž)

Όταν ένα ασθενές yer γειτνιάζει με ένηχο l,r,m,n τότε, μετά την απώλεια του yer, το ένηχο μετατρέπεται σε δευτερογενές συλλαβικό ένηχο /l./,/r./,/m./,/n./, το οποίο αναπτύσσει ένα χαρακτηριστικό αναπτυκτικό φωνήεν σε κάθε σλαβική γλώσσα. Στο ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου το αναπτυκτικό φωνήεν είναι ΠΑΝΤΟΤΕ /a/.

OCS v = «λύκος» > vl.k > vk (ΠΣΜ volk, Βουλγ vəlk, ΣρΚρ vuk)

OCS p = «γεμάτος» > pl.n > pn (ΠΣΜ poln, Βουλγ pəlen, ΣρΚρ pun)

OCS vna = «μαλλί» > vl.na > vna (ΠΣΜ volna, Βουλγ. vəlna, ΣρΚρ vuna)

OCS sed/os = «επτά/οκτώ» > sedm./osm. > sedam/osam (ΠΣΜ sedum/osum, Βουλγ sedem/osem, ΣρΚρ sedam/osam)

OCS og = «φωτιά» > ogn. > ogan (ΠΣΜ ogan, Βουλγ ogən, ΣρΚρ oganʲ)

OCS dob = «καλός, αγαθός» > dobr. > dobar (ΠΣΜ & ΣρΚρ dobar, Βουλγ dobər)

OCS vět = «άνεμος» > vyatr. > vjätar (ΠΣΜ veter, Βουλγ vyatər & Σρβ vetar)

Πέτρος > OCS Pet > Petr. > Petar (ΠΣΜ & ΣρΚρ Petar, Βουλγ Petər)

OCS sdĭce = «καρδιά» > sr.ce > sarce (ΠΣΜ & ΣρΚρ sr.ce, Βουλγ sərce)

OCS snĭce = «ήλιος» > sl.nce > sce (ΠΣΜ sonce, Βουλγ snce, ΣρΚρ sunce)

OCS Gkŭ = «ἑλληνίζων/εθνοτικός Ῥωμαῖος, ελληνόφωνος» > Gr.k > Gark (ΠΣΜ & ΣρΚρ Gr.k, Βουγλ Gərk, σήμερα «Έλληνας»)

OCS Sbŭ/Sbinŭ = «Σέρβος» > Sr.b/Sr.bin > Sarp/Sarbin (ΠΣΜ & ΣρΚρ Sr.b/Sr.bin, Βουλγ Sərb/Sərbin)

Ενδιαφέρον έχει η μετάθεση b..ł > ł..b στον όρο OCS (j)abko = «μήλο» >  (ja)bl.ka > *bka > *łabka > łapka που συνδέει  ως λεξιλογικό ισόγλωσσο το ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου με αυτό της Καστοριάς (lapka). Το «μήλο» στην ΠΣΜ είναι jabolko/jabolka, στην Βουλγαρική jábəlka και στην ΣρΚρ jabuko/jabuka.

Gark-Sarp

Γι΄αυτό το λόγο, όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Mazon πιστεύει πως το ενδωνύμιο Bgari/Bgari που χρησιμοποιούν οι ομιλητές του ιδιώματος δεν είναι το «γνήσιο» επιχωρικό, το οποίο θα έπρεπε να ήταν OCS Bgari > Bl.gari > *Bgari.

Ένας αρχαϊσμός του ιδιώματος ως προς την ΠΣΜ είναι η διατήρηση του /č/, όπως και στην Βουλγαρική, στο αρκτικό čr.- που περιέχει δευτερογενές συλλαβικό ένηχο /r./. Στην ΠΣΜ, όπως και στην Σερβική, σε αυτή τη θέση συνέβη η τροπή č>c.

OCS črŭnŭ (< črĭnŭ) «μαύρος» > čr.n > čarn (ΠΣΜ & ΣρΚρ cr.n, Βουλγ čeren)

OCS črŭvenŭ (< črĭvenŭ) «κόκκινος» > čr.ven > čarven (ΠΣΜ & ΣρΚρ cr.ven, Βουλγ červen)

Το αρσενικό οριστικό επιθηματικό/επιτασσόμενο άρθρο ακολούθησε την εξέλιξη *-ŭ-tŭ > –ot > –o (ΠΣΜ -ot, Βουλγ –ət)

λ.χ. vlĭkŭ = «ο λύκος» > vałkot > vałko (ΠΣΜ volkot, Βουλγ vəlkət)

Η απώλεια του τελικού /t/ στο αρσενικό οριστικό άρθρο -ot >-o ανήκει σε μια γενικότερη τάση του ιδιώματος για αποβολή του τελικού -t, που εμφανίζεται και στις δεκάδες που έχουν ως δεύτερο συνθετικό το OCS desętĭ > deset = «δέκα», λ.χ. sedamdese/osamdese = «εβδομήντα/ογδόντα» (χωρίς το τελικό /-t/).

yers2

Η απώλεια του τελικού /t/ στο αρσενικό οριστικό άρθρο -ot > -o συνέβη και στις γειτονικές διαλέκτους της Καστοριάς/Kostur και της Φλώρινας/Lerin.

Το αόριστο άρθρο σχηματίζεται με το προτασσόμενο επίθετο «ένας, μία, ένα» (eden, *edna > ena, *edno > eno) όπως και στην Ελληνική (λ.χ. eden čóvek = «ένας άνθρωπος», αλλά čovjäko = «ο άνθρωπος»)

[σλδ 73,27]

article

Ένα παραμύθι (σλδ 310, κάτω) αρχίζει με τα λόγια:

Pobeňaʲe enaš eden vałk, ena lisica i eno mare (< magare),

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας λύκος, μία αλεπού και ένα γαϊδούρι,

eden-ena-eno

Το Yat

Όπως έχω ήδη αναφέρει, η μοίρα του παλαιοσλαβωνικού yat (ě) στο ΙΒΔ εξαρτάται από το αν είναι τονισμένο ή άτονο: στο τονισμένο yat συνέβη γιακαβική τροπή ě>ya>jä, ενώ στο άτονο εκαβική ě>e. Αν θυμηθείτε ότι ο τόνος είναι πάντοτε στην παραλήγουσα, μπορείτε άνετα να προβλέψετε την εναλλαγή ě> ~ e.

Η τελική δίφθογγος // στο αλβανικό αλφάβητο αποδίδεται ως //. Η τροπή ya> συνέβη και στο γνήσιο σλαβικό /ya/, αλλά και στο /ya/ των ελληνικών δανείων. Επομένως, η εξέλιξη ě>ya>jä είναι βέβαιη.

Η τονοεξαρτημένη εναλλαγή ~ e θυμίζει ένα ανάλογο φαινόμενο της Βουλγαρικής (λ.χ. vtər = «άνεμος», αλλά vetrovít = «ἠνεμόεις».

OCS vrě «χρόνος» > vrme, αλλά έναρθρο vremjäto

OCS rěka «ποτάμι» > rka, αλλά έναρθρο rekáta

OCS mlěko «γάλα» > mlko, αλλά ἐναρθρο mlekóto

OCS člově = «άνθρωπος» > čóvek, αλλά έναρθρο čovko

ΟCS xlě, město, nevěsta, větrŭ, dě > lp, msto, nevsta, vtar, dl

ΙΕ *h3yebh- «γαμάω» (λ.χ. ελληνικό οἴφω) > PSlv jěbati > ΙΒΔ ba

IE *h1ed- «τρώω» (λ.χ. ελληνικό ἔδω) > PSlv (j)ěd-/(j)ěsti > OCS jasti > ΙΒΔ m

Αν πάρουμε το παλαιοσλαβωνικό επίθετο:

golěmŭ, golěma, golěmo = «μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο»

αυτό δίνει στο ΙΒΔ την τριάδα:

gólem, golma, golmo

με έναρθρους τύπους:

golmo, golemáta, golemóto

ja1

ja2

Πλέον, διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις για να καταλάβουμε γιατί ο Δημήτριος Τσάντσωφ μιλάει για τις «Μοιρολογίστρες» «Ῥετσνιτσεάτε» ~ βουλγ. Narečnice.

Η σλαβική κατάληξη πληθυντικού σε -e των θηλυκών πρωτόκλιτων (λ.χ. žena «γυναίκα» ~ žene «γυναίκες») περιέχει ένα παλαιοσλαβωνικό και πρωτοσλαβικό yat // που, με τη σειρά του, ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη *-ai (< *-eh2i, λ.χ. ἡ χώρ ~ αἱ χώραι). Επομένως, φυσιολογικότατα για το ΙΒΔ βρίσκουμε:

Rečníce «Μοιρολογίστρες» > έναρθρος τύπος Rečnicte «οι Μοιρολογίστρες»

Παραδείγματα από την τροπή του «γνήσιου» σλαβικού ya>jä είναι τα παρακάτω:

Drenovjane > Drenovne

OCS agnę > gnę > gne

OCS prijatelĭ > pritel

Παραδείγματα ya>jä από τα ελληνικά δάνεια είναι τα παρακάτω:

χιλιάδα > χilyádha > ildha (dh = /δ/)

διάβολος > dhvol > dhvoł

ἁγιασμός > nazmo > nazmo

(να) ἀρραβωνιάσω > (da) runsa > (da) runsa

Ένας γενικός κανόνας είναι πως τα ελληνικά ρήματα εισέρχονται στις βαλκανικές γλώσσες με τον τύπο της υποτακτικής (που κατέληξε να έχει το ρόλο περιφραστικού απαρεμφάτου στην μεσαιωνική Ελληνική).

Eλληνική υποτακτική σε θέση απαρέμφατου: θέλω να φάω

ΠΣΜ υποτακτική σε θέση απαρεμφάτου: sakam da jadam

Βουλγαρική υποτακτική σε θέση απαρεμφάτου: iskam da jam

κατά συνέπεια:

λείπω > να λείψω > Σερβ. lipsati, Ρουμανικό lipsi κλπ

Ο κανόνας του δανεισμού των υποτακτικών τύπων επιβεβαιώνεται περίτρανα από το ΙΒΔ.

αδικώ > να αδικήσω > (da) adhik’ísa

διδάσκω > να διδάξω > (da) dhidháksa

δοκιμάζω > να δοκιμάσω > (da) dhok’imása

απαντώ > να απαντήσω > (da) apandísa

ασκητεύω > να ασκητέψω > (da) ašk’etépca (με τυπική για το ιδίωμα τροπή ps>pc)

ypotaktiki

Τα έρρινα φωνήεντα

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του ΙΒΔ είναι η πολυτυπία που χαρακτηρίζει την μοίρα των παλαιοσλαβωνικών έρρινων φωνηέντων ę, ǫ.

Στην ΠΣΜ η μοίρα αυτών των φωνηέντων ήταν ę>e και ǫ>a, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου συνέβη «σύγχυση των ερρίνων» (ę>ǫ>a μετά από j,c,č,š,ž). Η «σύγχυση» αυτή (mixing/confusion of the nasals) απαντά ήδη στην Δυτική ποικίλία της OCS (γραπτά από την Σχολή της Οχρίδος).

Παραδείγματα κανονικής νοτιοσλαβικής τροπής:

ę>e

OCS pę = «πέντε» > ΠΣΜ, ΣρΚρ και Βουλγ pet

OCS govędo = «πρόβασις (βοοειδών), το βιος σε γελάδια» > ΠΣΜ, ΣρΚρ και Βουλγ govedo

OCS čędo = «παιδί» > ΠΣΜ, ΣρΚρ και Βουλγ čedo

OCS zę = «γαμπρός» (son-in-law) > ΠΣΜ, ΣρΚρ και Βουλγ zet

OCS imę «όνομα», vrěmę  «χρόνος» > ΠΣΜ και Βουλγ έναρθρα imeto, vremeto

ǫ>a

OCS dǫ = «βελανίδι» > ΠΣΜ dab, ΣρΚρ dub, Βουλγ dəb

OCS zǫ = «δόντι» > ΠΣΜ zab, ΣρΚρ zub, Βουλγ zəb

OCS rǫka = «χέρι» > ΠΣΜ raka, ΣρΚρ ruka, Βουλγ rəka

OCS paǫ = «αράχνη» > ΠΣΜ & Βουλγ pajak, ΣρΚρ pauk

Παραδείγματα «έρρινης σύγχυσης» ę>ǫ>a των διαλέκτων Πελαγονίας και Οχρίδας:

OCS zykŭ = «γλώσσα» > zykŭ > ΠΣΜ jazik, αλλά Βουλγ ezik και ΣρΚρ jezik

OCS za ~ zakŭ = «λαγός» > zakŭ > ΠΣΜ zajak, αλλά Βουλγ zaek και ΣρΚρ zajec

Έχοντας κατά νου τις παραπάνω νοτιοσλαβικές φωνολογικές εξελίξεις ας δούμε πως εξελίχθηκαν τα παλαιοσλαβωνικά έρρινα φωνήεντα στο ΙΒΔ.

Το ΙΒΔ ανήκει στις λεγόμενες «νησίδες» που διατήρησαν την έρρινη προφορά (οι περιοχές 7,8,9 = ζώνη ΒΑ της Θεσσαλονίκης, Φλώρινα [είναι όντως νησίδα η Φλώρινα; Δεν το έχω επιβεβαιώσει], Κορυτσά, Καστοριά σε αυτόν τον διαλεκτικό χάρτη). Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από μια τονοεξαρτημένη εναλλαγή ę> jän/m ~ n/m που θυμίζει την ανάλογη που περιέγραψα για το yat.

Παραδείγματα:

OCS čędo > ΙΒΔ čndo, αλλά έναρθρο čndóto και όχι čedo/čedoto

OCS zę > ΙΒΔ znt, αλλά πληθυντικός zntóvi και όχι zet/zetovi

OCS gręda «δοκός» > ΙΒΔ grnda, αλλά έναρθρο grndáta

OCS govędo > ΙΒΔ govndo, αλλά έναρθρο govndóto

OCS paǫkŭ = «αράχνη» > λόγω σύγχυσης ερρίνων *paękŭ > ΙΒΔ pank

OCS jarębica = «πέρδικα» > ΙΒΔ jarmbica > jerãmbica ~ g’erãmbica (λόγω μετάθεσης a..e > e..a)

OCS lędina «ακαλλιέργητη γη» > ΙΒΔ lndína (περιέργως, η Λιαντίνα Λακωνίας που έβγαλε τον Δημήτρη Λιαντίνη, δείχνει «ια» που θυμίζει την τονισμένη εκδοχή /n/ του ΙΒΔ)

OCS svętŭ = «άγιος» > ΙΒΔ sfnt ~ sfet ~ sfiti (ενίοτε με κανονικό /sv/)

Σε πολλά παραδείγματα, εν τέλει συνέβη απερρινοποίηση του συμπλέγματος /n/>//:

OCS vrěmę, imę, magarę > ΙΒΔ vrjäme, ime, mare, αλλά έναρθρα vremto, imto, marto και όχι vremeto, imeto, magareto

Αντίστοιχα, *kózlę = «κατσικάκι» > ΙΒΔ kóžle, αλλά έναρθρο kožlto = «το κατσικάκι» (το /lj/ του έναρθρου τύπου ευθύνεται για την ουράνωση zlj>žlj που εν τέλει μεταφέρθηκε και στον άναρθρο τύπο)

OCS pętĭ > ΙΒΔ pt και όχι pet

OCS męso = «κρέας» > ΙΒΔ mso και όχι meso

OCS językŭ = «γλώσσα» > ΙΒΔ zik (στην Καστοριά nzik)

Παραδείγματα έρρινης διατήρησης του /ǫ/ είναι:

OCS dǫbŭ > ΙΒΔ dãmp = «βελανίδι»

OCS glǫbοkŭ > ΙΒΔ głãmbok = «βαθύς»

OCS mǫdrŭ =«σοφός» (< ΙΕ *mon-dhh1-, ομόρριζο του μανθάνω) > ΙΒΔ mãndar

OCS sǫd- «δικάζω» > ΙΒΔ sãnt = «δικαστήριο», sãndi/sãndač = «δικαστής»

[σλδ 28,31]

nasals1

nasals2

Από την άλλη, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα που δείχνουν απερρινοποίηση ǫ>ãn> a, όπως και στην ΠΣΜ:

OCS rǫka = «χέρι» > ΙΒΔ raka

OCS pǫ = «δρόμος, μονοπάτι» > ΙΒΔ pat

PSlv kǫtʲa = «σπίτι, καλύβα» (OCS kǫšta) > ΙΒΔ kašča (η ΠΣΜ σε αυτήν την λέξη, kukʲa ,έχει σερβικό /u/ όπως και στην «χήνα» guska)

OCS ǫglĭ = «κάρβουνο» > ΙΒΔ vaglen (ΠΣΜ jaglen, Βουλγ glišta)

Προσέξτε ότι στην λέξη vaglen =«κάρβουνο» το προθετικό σύμφωνο πριν από αρκτικό a/o στο ΙΒΔ είναι /v/, όπως και ανατολικά από τον Αξιό. Αντίθετα, οι σλαβομακεδονικές διάλεκτοι της Πελαγονίας έχουν ως προθετικό σύμφωνο το /j/. Αυτή η παρατήρηση έχει σημασία, γιατί το μεσαιωνικό σλαβικό όνομα του Αυλώνος Vavlona/Vavlonski και ο σλαβικός χειρισμός του υδρωνυμίου Ἀῷος/Αὖος (Avos > Vavosa > Vovusa > Βοβούσα) συμφωνούν με το ΙΒΔ vaglen.

[σλδ 29]

vaglen

Η μοίρα των πρωτοσλαβικών tʲ/ktĭ/kti και dʲ

Για το σλαβομακεδονικό μωσαϊκό που προέκυψε σε αυτό το θέμα έχω αφιερώσει μια παλαιότερη ανάρτηση.

Το ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου (ΙΒΔ) ακολουθεί την Παλαιοσλαβωνική εξέλιξη, όπως και η Βουλγαρική, δείχνοντας δισυμφωνικά συμπλέγματα αντί για τα ουρανωμένα kʲ = k’, gʲ = g’ της ΠΣΜ (τυπικά των διαλέκτων της Πελαγονίας).

Η τυπική τροπή είναι:

(k)tʲ > št > šč

dʲ > žd > ždž

Θυμίζω συνοπτικά:

PSlv *noktĭ = «νύχτα» > OCS noštĭ ~ Βουλγ nošt, αλλά ΠΣΜ no

PSlv *meu = «ανάμεσα, μεταξύ» > OCS meždu = Βουλγ meždu, αλλά ΠΣΜ meu

Το ΙΒΔ έχει nošč και meždžu αντίστοιχα, και το αλβανικό δάνειο bisht = «ουρά» > ΙΒΔ bišč δείχνει την τροπή št>šč.

*ga «παντελόνια» > ΙΒΔ gašče

*owoo = «φρούτο» (ΙΕ ουδέτερο σε *-iom) > ΙΒΔ ovošč

[σλδ 45,50-51]

nosc

[και σλδ 395 για το αλβανικό δάνειο bisht > bišč]

bisht

Απηχηροποιήσεις

Όταν κάποιος μελετάει τις σλαβομακεδονικές διαλέκτους πρέπει να έχει κατά νου δύο είδη απηχηροποιήσεων.

ΠΡΟΧΩΡΗΤΙΚΕΣ ΑΠΗΧΗΡΟΠΟΙΗΣΕΙΣ στα συμπλέγματα sv, xv και pv

Οι προχωρητικές απηχηροποιήσεις sv>sf, xv>xf>f και pv>pf>f είναι λίγο πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Σλαβομακεδονικών Διαλέκτων. Στην Μακεδονία του Βαρδάρη το φαινόμενο τείνει να χαθεί στις αστικές κοινωνιολέκτους, λόγω μακρόχρονης επίδρασης της Σερβο-Κροατικής (κατά την γιουγκοσλαβική περίοδο). Γράφει ο Victor Friedman για το θέμα (σλδ 256-7 από το “The Slavonic Languages”):

xv-sv

Ο André Mazon γράφει για το ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου:

[σλδ 25, 154, 156]

sf-mazon

sv>sf : Svęti = «(ο) Άγιος» > Sfiti Dionisija/Kostandin = «Άγιος Διονύσιος/Κωνσταντίνος»

pv>pf>f: kupovati > kufjäše και, στην σελίδα που θα παραθέσω παρακάτω, *kupva > kufa

xv>xf>f: εκτός από το xvati > fati του Friedman, ο Mazon αναφέρει το *tuxva > tufa (OCS potuxnǫti, utǫxnǫti).

[σλδ 47,50]

pv-xv

ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΗΧΗΡΟΠΟΙΗΣΗ

Αυτό είναι γενικότερο χαρακτηριστικό του πάλαι βουλγαρικού συνεχούς (“domaine bulgare”) και απαντά και σε άλλες σλαβικές γλώσσες (αλλά όχι στη Στοκαβική ΣρΚρ και στην Ουκρανική).

Τα ηχηρά σύμφωνα b,d,g,v,z/ž κλπ σε τελική θέση προφέρονται p,t,k,f,s/š.

Αναφέρω μερικά παραδείγματα από όρους που έχω ήδη αναφέρει:

Bog > Bok (αλλά κανονικά kom Boga, Bože κλπ), xljäb > ljäp , grad > grat (λ.χ. Βelgrat > Berat)

-ov, -av, -liv > -of, -af, -lif και ΠΣΜ *Vlaxŭ > Vlavŭ > Vlav = /Vlaf/ = «Βλάχος»

*rŭžĭ = «σίκαλη» > ΙΒΔ rož > roš

Vlav

Σχετικά με τη λέξη «Βλάχος» στην ΠΣΜ που γράφεται Vlav, αλλά προφέρεται /Vlaf/, παραθέτω το παρακάτω βιντεάκι. O βλαχικής καταγωγής Βούλγαρος Κράσιμιρ Καρακατσάνωφ προσπαθεί να πείσει τον Μακεντόνετς (με μητέρα από την Βουλγαρία) Σλάφκο Μαγγόφσκι ότι οι Μακεντόντσι είναι Βούλγαροι και ο Μακεντόνετς του απαντά «μιλάς [για διηνεκές Βουλγαρικό έθνος] και εσύ που είσαι Βλάχος από το Ρούσε

[2:13] Αν ακούσετε καλά, αυτός λέει Vlaf και οι υπότιτλοι (κωμικό FX των Βουλγάρων για να την πουν στους Μακεντόντσι που πιστεύουν ότι μιλάνε μια τελείως διαφορετική γλώσσα) από κάτω γράφουν Vlaχ.

Λοιπόν, κλείνω εδώ την ανάρτηση και τα υπόλοιπα γλωσσολογικά θα τα παραθέσω στην επόμενη ανάρτηση, γιατί σε λίγο θ΄αρχίσω να βλέπω yat και yers στον ύπνο μου! 🙂

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #1: προλεγόμενα

Πριν από μερικές ημερές, ο σχολιαστής “01001001” μου ζήτησε στα σχόλια αυτής της ανάρτησης να κάνω μια ανάρτηση για το βιβλίο του γάλλου σλαβιστή André Mazon Documents Contes et Chansons Slaves de l’Albanie du Sud” (1936) το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε ως pdf από εδώ.

Το βιβλίο είναι μια λεπτομερέστατη περιγραφή της σλαβομακεδονικής διαλέκτου των χωριών Βοβοστίτσας και Δρενόβου (Boboščica, Drenovo/Drenovjäne) που βρίσκονται στο νότιο άκρο του κάμπου της Κορυτσάς (αλβ. Korçë, βλαχ. Curceaua, σλαβ. Gorica), πάνω στους βόρειους πρόποδες της βόρειας Πίνδου. Παραθέτω τον Αυστρο-Ουγγρικό χάρτη του 1904 της περιοχής.

Korytsa

Προσέξτε τα χωριά Bobosčica, Drenovo, Kamenica και Dardha στα ΝΑ, την Κορυτσά στο κέντρο του κάμπου, το τοπωνύμιο Bulgarec πάνω από την Κορυτσά και, στο δυτικό άκρο του κάμπου, τον ποταμό Dunavica/Dunavec, καθώς και το τοπωνύμιο Belovoda στους πρόποδες του όρους Orel («Αετός», OCS orĭlŭ), γιατί αναφέρονται σε ένα κείμενο που θα παρουσιάσω παρακάτω.

Παρακάτω θα παραθέσω ένα κείμενο του ελληνοπρεπούς λογίου Βοβοστιτσιώτη λογίου Δημητρίου Τσάντσωφ στο οποίο ετυμολογεί το τοπωνύμιο Boboščica ως «σανίδα» ( Βοβοστίτσα = Μπομποστίτσα δηλοῖ ὧ τι σανίς). Αν διαβάζει την ανάρτηση κάποιος ίδρις (=γνώστης) της Σλάβομακεδονικής, μπορεί να μας πει την γνώμη του για την ετυμολογία. Νομίζω, αλλά μπορεί να κάνω λάθος, ότι το τοπωνύμιο συνδέεται με την κοινή σλαβική λέξη *bobŭ = «κουκί», λ.χ. τα τοπωνύμια  Boboševo Βουλγαρίας, Bobovište Μαυροβουνίου (αλβ. Boboshti), Bobovišća Κροατίας κλπ. Αντίθετα, η ετυμολογία του νοτιοσλαβικού τοπωνυμίου Drenovo (= «μέρος με κρανιές», PSlv *dernŭ = «κρανιά» > OCS drěnŭ > σερβ. dren, βουλγ. dryan > Dryanovo) είναι πιο εύκολη.

dren

Το διαλεκτικό υλικό του βιβιου αποτελείται από βιβλικά χωρία, ψαλμούς, προσευχές, παραμύθια, τραδούδια και ποιήματα τα οποία συγκέντρωσαν στις αρχές του 20ου αιώνα μορφωμένα άτομα από οικογένειες που άφησαν τα εν λόγω χωριά για να εγκατασταθούν στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Κάθε κείμενο κατά κανόνα ακολουθείται από την γαλλική μετάφραση.

Τα άτομα αυτά αρχικά έφευγαν από τα χωριά τους ως pečalbari (~ Gastarbeiter , βουλγ. pečalba = «κέρδος, κομπόδεμα»), δηλαδή εποχιακοί εργάτες, αλλά μερικοί από αυτούς τελικά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις περιοχές όπου κατέληξαν να δουλεύουν. Έτσι συνέβη και με τις οικογένειες από τα δύο χωριά που κατέληξαν να έχουν μαγαζιά στο Βουκουρέστι.

Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα ήταν τετράγλωσσα! Εκτός από την μητρική τους σλαβική διάλεκτο (την οποία ονόμαζαν Βolgarck’i/Βulgarck’i = «Βουλγαρικά»), γνώριζαν την (Τοσκική) Αλβανική (Arbenack’i/Arbenashqi ~ «Αρβανίτικα», η σλαβοαλβανική διγλωσσία στην περιοχή ήταν κάτι το σύνηθες και φυσιολογικό), την Ελληνική (Gərck’i, οι μορφωμένοι τουλάχιστον, μιας και το μόνο «δημοτικό» σχολείο στα δύο χωριά ήταν Ελληνικό και όσοι ήθελαν να συνεχίσουν την μόρφωσή τους πήγαιναν στο Ελληνικό Λύκειο της Κορυτσάς) και, αυτοί που κατέληξαν στο Βουκουρέστι, έμαθαν φυσικά και την Ρουμανική.

Τα αλφάβητα στα οποία κατέγραψαν το υλικό αυτοί που το διέσωσαν είναι το ελληνικό (λ.χ. βρεάμε = /vrjäme/ < OCS vrěmę) και, μετά το 1908, το αλβανικό (λ.χ. pjët = /pjät/ < OCS pętĭ, vallk = /vałk/ < OCS vlĭkŭ)

Έτσι το παραμύθι «Ο Πονηρός Γάιδαρος» (σλδ 188, γαλλικός τίτλος L’âne malin) που περιγράφει πως ένας γάιδαρος (mare < magare) κατάφερε να γλιτώσει από 6 λύκους χρησιμοποιώντας την πονηριά του, έχει καταγραφεί με το αλβανικό αλφάβητο και, σε κάποια φάση, ο γάιδαρος αρχίζει να μιλάει Αλβανικά (Arbenashqi) και από δίπλα υπάρχει η μετάφραση στο επιχωρικό σλαβικό ιδίωμα.

ane-malin

Έτσι βλέπετε ότι στα αλβανικά νούμερα pesë και gjashtë αντιστοιχούν τα αντίστοιχα επιχωρικά σλαβικά pjët (/pjät/ < OCS pętĭ) και shest (= /šest/ < OCS šestĭ), ενώ στον έναρθρο οριστικό αλβανικό τύπο lekura = «το τομάρι» (lëkurë = «τομάρι, δέρμα») αντιστοιχεί ο αντίστοιχος επιχωρικός σλαβικός τύπος kozhata = /kožata/ = «το γιδοτόμαρο, το τομάρι» (koza = «γίδα», koža = «γιδοτόμαρο», παράγωγο σε *-ieh2 > -yā του όρου «γίδα», αργότερα η σημασία έγινε γενικά «τομάρι», λ.χ. αἴξ/αἶγες > αἰγίς).

O Mazon αφήνει τα κείμενα που έχουν γραφτεί στο αλβανικό αλφάβητο έτσι όπως τα βρήκε, επειδή διαβάζονται εύκολα από το γενικό κοινό που είναι εξοικειωμένο με το λατινικό αλφάβητο. Αντίθετα, τα κείμενα που έχουν γραφτεί με το ελληνικό αλφάβητο, τα παραθέτει γραμμένα στον διεθνή σλαβιστικό συμβολισμό της εποχής του.

τρουποτόμου > trupotomu (δοτική σε -mu του έναρθρου τύπου trup-o[t] = «το σώμα»)

τζαληστήσληφ > čalistislif (υποθέτω επίθετο σε -liv)

κλπ

Matthaios

Μερικές φορές ο Mazon ξεχνιέται κατά την μεταγραφή, όπως στην πρώτη γραμμή όπου γράφει Bog = «Θεός» (γενική σλαβική προφορά), ενώ έχει ξεκαθαρίσει αλλού ότι η επιχωρική προφορά είναι /Bok/, με τυπική βουλγαρική και σλαβομακεδονική απηχηροποίηση (devoicing) του τελικού συμφώνου (θα την περιγράψω στην φωνολογική περιγραφή). Αντίθετα, πάντοτε στην πρώτη γραμμή, ο τύπος sfetlina αποδίδει την τυπική σλαβομακεδονική προφορά του σλαβικού /sv/ (έχει συμβεί προχωρητική αφομοίωση ηχηρότητος, δηλαδή προχωρητική απηχηροποίηση, στα συμπλέγματα sv>sf και χv>χf>f, όπως επίσης θα εξηγήσω στο φωνολογικό μέρος).

Bok

Γενικός Σκελετός του Βιβλίου

Στη σελίδα 15 αρχίζει η γλωσσολογική περιγραφή με πρώτο κεφάλαιο την Φωνολογία.

Στη σελίδα 53 αρχίζει το κεφάλαιο της Μορφολογίας (μέρη του λόγου, κλιτικές καταλήξεις).

Στη σελίδα 103 αρχίζει ένα κεφάλαιο με τα ελληνικά και αλβανικά δάνεια του ιδιώματος.

Στη σελίδα 109 αρχίζει η παράθεση των κειμένων και οι σύντομες βιογραφίες αυτών που τα συνέλεξαν/κατέγραψαν.

Τέλος, στη σελίδα 391 αρχίζει το λεξικό των όρων του ιδιώματος. Οι περισσότεροι όροι συνοδεύονται από σύντομες σημειώσεις του Mazon.

Μεταγλωσσολογικά

Ενώ η Γλωσσολογία μελετά την ίδια την γλώσσα, η Μεταγλωσσολογία μελετά τις αντιλήψεις για την γλώσσα.

Από τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά καθιερώθηκε διεθνώς ως «πολιτικά ορθή» η άποψη ότι υπάρχει μία (Σλαβο-)Μακεδονική γλώσσα ανεξάρτητη της Βουλγαρικής. Πριν από το 1950, η γενικά αποδεκτή θέση ήταν ότι τα σλαβομακεδονικά ιδιώματα είναι διάλεκτοι της Βουλγαρικής γλώσσας. Επειδή ο Mazon έγραψε το βιβλίο το 1936, χρησιμοποιεί διάφορους όρους για να χαρακτηρίσει την Σλαβομακεδονική. Άλλοτε χρησιμοποιεί τον όρο “les parlers macedoniens” = «οι μακεδονικές διάλεκτοι» (λ.χ. σλδ 43-44), άλλοτε τον όρο “patois Bulgare” = «βουλγαρικό ιδίωμα» (σλδ 151), άλλοτε “patois du village” = «το ιδίωμα του χωριού» (σλδ 343), άλλοτε μιλάει για το “domaine bulgare” ~ «βουλγαρικό συνεχές» (το σύνολο των σλαβομακεδονικών και βουλγαρικών διαλέκτων, λ.χ. σλδ 43,44), άλλοτε αντιπαραβάλλει τις «μακεδονικές» στις «βουλγαρικές» διαλέκτους και άλλοτε αντιπαραβάλλει τις «δυτικές βουλγαρικές» διαλέκτους στις «ανατολικές βουλγαρικές» (λ.χ. σλδ 31 “bulgare oriental“, σλδ 38 “bulgare occidental” = Σλαβομακεδονική).

Οι ίδιοι οι Βοβοστιτσιώτες και οι Δρενοβίτες που συνέλεξαν το υλικό, από την άλλη, αυτοπροσδιορίζονται σταθερά ως «Βούλγαροι» (Bołgari/Bułgari και το υποκοριστικό Bułgarče = «Βουλγαρόπουλο/Βουλγαράκος») όταν μιλάνε στην μητρική τους γλώσσα, αλλά «Βουλγαρόφωνοι» όταν γράφουν στην Ελληνική (οι ελληνοπρεπείς λόγιοι φυσικά), ενώ ονομάζουν την γλώσσα τους «Βουλγαρική» (bułgarck’i/bołgarck’i) και ονομάζουν την Αλβανική γλώσσα Arbenack’i/Arbenashqi (~ «Αρβανίτικα»).

Όπως θα εξηγήσω στην φωνολογία, οι τύποι Bołgari/Bułgari δεν είναι φωνολογικά τυπικοί του ιδιώματος (ο αναμενόμενος επιχωρικός τύπος είναι *Bałgari) και ο Mazon πιστεύει (σλδ 33) ότι το εθνωνύμιο Bołgari είναι δανεισμένο από τις γειτονικές διαλέκτους της Πελαγονίας και της Οχρίδας (όπου είναι ο αναμενόμενος τύπος), ενώ ο τύπος Bułgari προέκυψε από αναλογική επίδραση του ελληνικού τύπου Βούλγαροι και του αλβανικού τύπου Bullgari (λ.χ. το τοπωνύμιο Bulgarec βορείως της Κορυτσάς που υπάρχει στον χάρτη που έχω παραθέσει).

Bolgarin

Τα πρόσωπα που συνέλεξαν και έγραψαν το υλικό

Θα αρχίσω με τον ελληνοπρεπέστατο λόγιο Δημήτριο Τσάντσωφ (Canco[v], θηλυκό Cancova, πληθυντικός Cancovi, όπως λέμε «Κολοκοτρωναίοι» και «Δραγουμαίοι»), ο οποίος το 1874 έγραψε σε αρχαΐζουσα Ελληνική την «ιστορία» των δύο χωριών (Βοβοστίτσα και Δρένοβον) με τίτλο «Περὶ τοῦ πῶς κατ΄ἀρχὰς ᾠκίσθησαν αἱ δύο κῶμαι Βοβοστίτσα καὶ Δρένοβον» (σλδ 382-384).

Dimitris-Cancov

Δεν παραθέτω όλες τις σελίδες, επειδή μπορείτε να τις διαβάσετε στο pdf. Απλώς θα παραθέσω μερικά μεμονωμένα χωρία:

Ἀμφότεραι αὖται [αἱ κῶμαι] κεῖνται ἐν τῇ ὑπορείᾳ τοῦ Πίνδου, ἡ μὲν Βοβοστίτσα ἀκριβῶς πρὸς Νότον τῆς πόλεως Κορυτσᾶς, ἀφ΄ἧς άπέχει 6 ἢ 7 χιλιόμετρα, τὸ δὲ Δρένοβον νοτιοανατολικῶς τῆς ῥηθείσης πόλεως ἀπέχον αὐτῆς 4 χιλιόμετρα ἢ 5, ἐν τῷ νομῷ τῆς νῦν καλουμένης Ἀλβανίας, τὸ πάλαι δὲ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἰλλυρίδῃ, ἥτις ᾠνομάσθη οὕτω διὰ τὰς ἐνταῦθα γενομένας πολλὰς ἐλληνικὰς ἀποικίας. Μετὰ ταῦτα παραχωρηθεῖσα ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔλαβε το ὄνομα Ἀλβανία ὡς ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ κατοίκων Ἀλβανῶν, καὶ τοῦτο τὸ ὄνομα διατηρεῖ μέχρι σήμερον ὡς πληροφορούμεθα ὑπὸ γεωγράφου Γεωργίου Βακαλοπούλου. Ἀπέχει ἡ Βοβοστίτσα τοῦ Δρενόβου ἕως 4 χιλιόμετρα, καὶ ἔχει γειτνιαζούσας κώμας τὸ Δρένοβον καὶ τὸ Κλατορώμπι κατοικημένον ἀπὸ Τουρκοαλβανοὺς καὶ τὸ Δβοράνιον ἐπίσης ἀπὸ Τουρκοαλβανούς, καὶ τὴν Καμενίτσαν, ἥς οἱ κάτοικοι ἀλβανόφωνοι τινὲς μὲν Ὀθωμανοὶ τινές δὲ χριστιανοί ὀρθόδοξοι, καὶ τῆν Λόφκαν, καὶ τὴν κωμόπολιν Δάρδαν, ἥς οἱ κάτοικοι είσὶν Ἀλβανοὶ χριστιανοί ὀρθόδοξοι. Οἱ κάτοικοι Βοβοστίτσης λογιζόμενοι περὶ τῶν 210 οίκογενειῶν καὶ τοῦ Δρενόβου 119 οἰκογενειῶν εἰσὶν χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι λαλοῦντες τὴν ἰδίαν τινὰν Βουλγαρικὴν διάλεκτον, ἐν δὲ τοῖς σχολείοις αὐτῶν παραδίδεται ἡ Ἑλληνική καθομιλουμένη γλῶσσα, διὰ ταῦτης ἐκτελοῦσιν ἐν τοῖς ναοῖς ἀυτῶν τὰ ἱερὰ τελεστήρια.

Σε αυτό το χωρίο, ο Δημήτριος μας παραθέτει μία ωραία εθνολογική και κοινωνιογλωσσολογική περιγραφή: μας λέει ποια χωριά είναι αλβανόφωνα, ποιοι αλβανόφωνοι/Αλβανοί ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί και ποιοι μουσουλμάνοι («τουρκαλβανοί», «αλβανόφωνοι Ὀθωμανοί») και καταλήγει στα δύο χωριά Βοβοστίτσα και Δρένοβον, για τα οποία μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι είναι ορθόδοξοι χριστιανοί που μιλούν την ίδια «Βουλγαρικήν διάλεκτον» και στο σχολείο διδάσκονται την Ελληνική, η οποία χρησιμοποιείται και στην Εκκλησία.

Για την μεσαιωνική ιστορία παραθέτει την άποψη του «διαπρέψαντος εν Ρουμανίᾳ γνησίου Βοβοστιτσαίου» Ιωάννη Συμεῶνος Γεράση «ὁτι αἱ δύω κῶμαι Βοβοστίτσα καὶ Δρένοβον ᾠκίσθησαν κατ΄ἀρχὰς ὑπὸ Βουλγάρων εἰς ἄγνωστον ἐποχὴν ὤδε πῶς. Βούλγαροι τινες θεράποντες τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων […]».

Στην συνέχεια αναφέρεται στα πλείστα Βουλγαρικά τοπωνύμια της περιοχής, για τα οποία λέει με παράπονο πως δεν φρόντισαν να τα αλλάξουν οι Αλβανοί που ήρθαν μετά από τους Βούλγαρους, επειδή ήταν «ἄμοιροι γραμμάτων παντελῶς». Για να καταλάβετε το παράπονο του Δημήτρη, θυμίζω πως γράφει στην εποχή μετά τον Φαλμεράυερ όπου στην Ελλάδα έχει επιτελεστεί ο εξελληνισμός των σλαβικών τοπωνυμίων. 🙂 🙂

[…] καὶ ἐκ πολλῶν σωζομένων μέχρι σήμερον Βουλγαρικῶν ἐπωνομασιῶν κωμῶν καὶ ποταμῶν π.χ. Βοβοστίτσα = Μπομποστίτσα δηλοῖ ὧ τι σανίς. Ἄλλη κώμη Καμενίτσα λεγομένη δηλοῖ «Πετρώδης», καὶ τῷ ὄντι είς πετρώδην θέσιν κεῖται, ἄλλη Πελοβόδα (= Belovoda), ἡ λέξις Πελοβόδα εἶναι σλαβικὴ σύνθετος ἐκ τοῦ πέλο και βόδα, δηλαδή λευκὸν ὕδωρ […] Ποταμός τις λεγόμενος Δουνάβετς δηλοῖ Δουναβίσκος.

[…] Μετὰ παρέλευσιν χρόνου κατεδιώχθησαν οἱ Βούλγαροι ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν, ὄντες δ΄οὗτοι ἄμοιροι γραμμάτων παντελῶς δὲν ἐφρόντισαν ἵνα ἀλλάξωσι τὰς σλαβικὰς ἐπωνομασίας κωμῶν καὶ ποταμῶν τοῦ τόπου ἡμῶν.

Ενδιαφέρον έχει το υδρωνύμιο Dunavec ~ Δουναβίσκος (Dunav = Δούναβης) το οποίο πρέπει να το κατέβασαν οι Σλάβοι κατά την εποχή του σλαβικού εποικισμού της Βαλκανικής.

Στην συνέχεια, ο Δημήτρης Τσάντσωφ περιγράφει μερικά «αρχαιοελληνικά» έθιμα που «διεσώθησαν ἀπὸ [τὰς] ἐθνικὰς μεταναστεύσεις» (Völkerwanderung, μεσαιωνικοί εποικισμοί βαρβάρων Εθνών). Φυσικά, κανένα από αυτά που παραθέτει δεν μπορεί να αναχθεί στην αρχαία Ελλάδα, αλλά αυτό που μετράει είναι η διάθεσή του για αναγωγή στην Ελληνική αρχαιότητα.

Ενδιαφέρον έχει ένα έθιμο που το αναφέρει ως κοινό των βουλγαρόφωνων και των αλβανόφωνων της περιοχής, και το οποίο ανάγει στις Τρεις Μοίρες (Κλωθώ, Λάχεσις και Ἄτροπος).

Ἕτερον ἔθος πάλιν ἑλληνικὸν, ὅπερ καὶ μέχρι σήμερον διασώζεται, τὴν τρίτην ἑσπέραν μετὰ τὴν γένησιν τῶν βρεφῶν συναθροίζονται οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι ἐν τῇ οἰκίᾳ τῶν γονέων τῶν ἀρτιτόκων βρεφῶν καὶ ἀγαλλπομενοι συντρώγουσιν καὶ συμπίνουσι πρὸς καλὴν ὑποδοχὴν τῶν Τριῶν Μοιρῶν, ἃς ἀποκαλοῦσι βουλγαριστί «ῥετσνιτσεάτε» (Rečnicjäte ?) = «ῥήτρας», αγνοοῦντες τὰ κύρια ὀνοματα αὐτῶν «Κλωθώ, Λάχεσις καὶ Ἄτροπος». […] τοῦτο τὸ ἔθος ἐκτελεῖται γενικῶς καὶ ὑπό Βουλγαροφώνων καὶ ὑπὸ Ἀλβανοφώνων.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα παγανιστικό έθιμο, το οποίο όμως είναι αρκετά απίθανο να ανάγεται σε αντίστοιχο αρχαιοελληνικό. Απ΄όσο γνωρίζω (μπορεί φυσικά να κάνω λάθος, γιατί δεν έχω ψάξει το θέμα), η παράδοση των Τριών Μοιρών δεν επιβίωσε στα έθιμα των ελληνοφώνων και ο ML West στην «ΙΕ ποίηση και μυθολογία» (σλδ 381-385 αγγλικής έκδοσης) ανάγει τον αρχαιοελληνικό μύθο των Τριών Μοιρών σε ένα ευρύτερο ΙΕ μύθημα που απαντά και σε πλείστους άλλους ΙΕ λαούς, λ.χ. οι Χεττιτικές Gulses, οι Παλαϊκές Gulzannikes, οι τρεις Λατινικές Parcae (Nona, Decuma και Morta), οι τρεις σκανδιναβικές Nornir (Urð, Verðandi και Skuld). Το μύθημα επίσης απαντά στους Σλάβους (οι ρωσικές Rožanicy/Roždenici, οι τσεχικές Sudičky, οι πολωνικές Rozdanice, οι σλοβενικές Rojenice, οι κροατικές Rodjenice, οι σερβικές Sudjenice και οι βουλγαρικές Narečnice ή Urisnice) όπου υπάρχει ο κοινός τόπος της «επίσκεψης κατά την τρίτη εσπέρα» (όπως το έθιμο που περιγράφει ο Τσάντσωφ). Τέλος, ο West αναφέρει και τις τρεις αλβανικές Fatit/Mir/Ore (υποθέτω ότι τα τελευταία ονόματα είναι τα ελληνικά δάνεια Μοῖραι, Ὧραι) που επίσης εμφανίζονται κατά την τρίτη ημέρα και προφητεύουν το μέλλον του παιδιού.

Νομίζω πως ο όρος «ῥετσνιτσεάτε»/Rečnicjäte (έναρθρος οριστικός τύπος του Rečnice) που αναφέρει ο Τσάντσωφ θυμίζει το βουλγαρικό Narečnice (~ «Μοιρολογίστρες», λ.χ. narečje = «διάλεκτος» < λέγω) και όντως ο Τσάντσωφ τον αποδίδει ως «Ρήτρες» (< ῥήτωρ/ῥητήρ), που σημαίνει ότι τον ανήγαγε στην σλαβική ρηματική ρίζα rek– «λέγω» (λ.χ. OCS *rek-tei > rešti = «λέω», prorokŭ = «προφήτης», σερβ. rečnik = «λεξικό» κλπ) που περιέχει και ο βουλγαρικός τύπος Narečnice.

Fatit

Από την εν Ρουμανίᾳ ξενιτευμένη «ιντελιγκέντσια» των Βοβοστιτσιωτών και των Δρενοβιτών, αναφέρω ως τυπικά τα δύο παρακάτω παραδείγματα.

Η Κατελίνα Μιλετσόβα-Γκερμανόβα γεννήθηκε στην Βοβοστίτσα το 1874, όπου ανετράφη ως τρίγλωσση (“patois bulgare”, “albanais” και “grec” στο σχολείο/école) και το 1926 μετέβη στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας. Το αλφάβητο που χρησιμοποιούσε για την καταγραφή του ιδιώματος ήταν κατά κανόνα το αλβανικό.

Katelina

Ο Μιχαήλ Κουνέσκα (Milo/Mi(h)al Kuneška) γεννήθηκε το 1878 στην Βοβοστίτσα και φοίτησε στο «δημοτικό» σχολείο του χωριού του και στο λύκειο της Κορυτσάς. Η μητρική του γλώσσα ήταν το επιχωρικό σλαβικό ιδίωμα και, επιπλέον, γνώριζε Αλβανικά και στο σχολείο έμαθε να γράφει και να διαβάζει Ελληνικά. Τελικά κατέληξε στο Βουκουρέστι, όπου έμαθε και Ρουμανικά.

Milo-Kuneshka

Ένας απόγονός του Μίλο (Iljo Kuneška) μιλάει στο παρακάτω βίντεο για το βιβλίο του André Mazon.

Νομίζω πως αυτά αρκούν για μια πρώτη κατατοπιστική ανάρτηση. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι καθαρά γλωσσολογική.

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες