Category Archives: Σλαβικές γλώσσες

Η αλληλοκαταληψία Σλαβομακεδόνων και Βουλγάρων

Πριν από λίγο, ο φίλος Ναπολέων ρώτησε να μάθει τι βαθμός αλληλοκαταληψίας υπάρχει μεταξύ σλαβομακεδονικών και βουλγαρικών διαλέκτων. Κάνω, λοιπόν, αυτή την ανάρτηση για όποιον άλλον έχει την ίδια απορία. Continue reading

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

Τα nomina agentis σε *-Vkwyo- σε Σλαβική, Αρμενική, και Αλβανική

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ΙΕ επίθημα *-Vkwyo- (V= φωνήεν, kw = χειλοϋπερωικό /kʷ/), το οποίο σχηματίζει nomina agentis (ουσιαστικά που προσδιορίζουν ένα πρόσωπο/αντικείμενο ως τον φορέα δράσης μιας ρηματικής ρίζας, όπως τα πιο γνωστά ΙΕ οργανικά επιθήματα τύπου *-DeL- που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση) στον Σλαβικό κλάδο, στην Αρμενική και την Αλβανική. Continue reading

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane

Η σημερινή ανάρτηση θα είναι σχετικά μικρή και γλωσσολογικού περιεχομένου. Το θέμα της είναι το σλαβικό συλλογικό επίθημα πληθυντικού -jane, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από όλες τις σλαβικές γλώσσες για τον σχηματισμό εθνικών ονομάτων από τοπωνύμια. Continue reading

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η ΙΕ ρίζα *wreh1g’- «σπάω»: ο «ρηξήνωρ θυμολέων» Αχιλλέας και η «κατά πόδρεζαν» προσπλοκή του Βασιλείου

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους απογόνους της ΙΕ ρηματικής ρίζας *wreh1g’- «σπάω».

Η ρίζα αυτή έδωσε στην Ελληνική το ρήμα ῥήγνῡμι = «σπάω» και τα παράγωγά του. Το αθεματικό αυτό ρήμα κάποια στιγμή απέκτησε και την εναλλακτική θεματική μορφή ῥηγνύω (όπως δείκνῡμι > δεικνύω > δείχνω) που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Continue reading

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Το Βαλκανικό Sprachbund

Ο Βαλκανικός Γλωσσικός Δεσμός (Balkan Sprachbund) είναι ο τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σύνολο των φαινομένων σύγκλισης των μεσαιωνικών βαλκανικών γλωσσών. Continue reading

3 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η ΙΕ ρίζα *mei- «πράος, άκακος»: Ο Παντελής Ζερβός και ο Μειλίχιος Ζεύς

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι οι απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος». Το θέμα προέκυψε σαν απροσδόκητα ευχάριστη έκπληξη από τη συζήτηση που έχουμε τις τελευταίες ημέρες για τα ακαταλαβίστικα λόγια του αείμνηστου Παντελή Ζερβού στην ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή».

Η συζήτηση ξεκίνησε όταν ο σχολιαστής Νίκος με ρώτησε αν καταλάβαινα τι λέει ο Ζερβός στα τελευταία τρία δευτερόλεπτα της παρακάτω σκηνής:

(Επειδή παρατήρησα ότι το βίντεο μερικές φορές κολλάει στην επανάληψη, αν θέλετε να το ξανακούσετε και τύχει να κολλήσει πατήστε  F5 για ανανέωση της σελίδας).

Παρόλου που δεν καταλάβαινα τα λόγια του Ζερβού, επειδή επαναλαμβάνεται συχνά ο όρος «μίρι» και το θέμα της συζήτησης είναι αν είναι καλός ο γιατρός, υποψιάστηκα ότι μπορεί να μιλάει Αρβανίτικα (mirë = «καλός»).

Χθες, ο σχολιαστής Ερεβεννός επιβεβαίωσε την υποψία μου και μας εξήγησε ότι ο Ζερβός λέει στα Αρβανίτικα λίγο πολύ (μεταφέρω τα λόγια του Ερεβεννού):

Γεια σου Σμερδαλέε και Νίκο,

Με τα λίγα αρβανίτικα που ξέρω ( Θεός σχωρέστους τους παππούδες μου) νομίζω πως μπορώ να βοηθήσω:
Ο χωρικός ,μόλις λέει ο Ζερβός ότι ο γιατρός είναι καλός για αγελάδες,ρωτάει : ε άι μιρ ; ( και αυτός (είναι) καλός) ;
Tην πρώτη λέξη που λέει ο Ζερβός δεν την καταλαβαίνω (αν και πρέπει να είναι ερωτηματική) ,συνεχίζει όμως λέγοντας : κουσουρί ε παρë καμ (τον έχω μακρινό ξάδελφο), μος γιε μιρ (το μος σημαινει δεν,μην αλλά κρίνοντας από το υφος του Ζερβού πρεπει να σημαινει κάτι σαν “πώς να μην ειναι καλός”)
Στην αρχή της ταινιάς, καπου στο 10:00 – 11:00 οι πρωταγωνιστές συστήνονται και καταλήγουν στο συμπέρασμα πως είναι μακρινα ξαδελφια.

Αν και νομίζω ότι το kushëri i parë πρέπει να σημαίνει «πρώτος ξάδελφος».

Λοιπόν, πριν περάσω στο κυρίως θέμα της ανάρτησης, θα περιγράψω ετυμολογικά τους όρους που ακούγουνται.

mirë = «καλός» (η απώτερη ΙΕ ετυμολογία του όρου θα εξηγηθεί παρακάτω, γιατί αυτός ο όρος μου έδωσε την ιδέα για την ανάρτηση).

kushëri = «ξάδελφος», εκ του λατινικού cōnsōbrīnus, όπως το αγγλικό cousin και το βλαχικό/αρουμανικό cusurin[u].

cōnsōbrīnus > *kusowríno > *kusoríno > *kushërínë > kushëri, με:

  1. απλοποίηση του μεσοφωνηνετικού -ns->-s-, όπως και στις ρωμανικές γλώσσες (λ.χ. īnsula > αλβ. ishull, το προαναφερθέν βλαχικό cusurinu και το λατ. mensa > βλαχ.  measã).
  2. απλοποίηση του μεσοφωνηεντικού -br->-vr->-wr->-r- όπως στα λατ. fabrika > farikë > αλβ. farkë και λατ. Februārius > Fëwruorjë > αλβ. Fror ~ Fruer (το ίδιο και στο βλαχικό cusurinu, ενώ το ρουμανικό urar δείχνει το ενδιάμεσο στάδιο –wr-)
  3. απώλεια του μετατονικού /n/ της τελευταίας συλλαβής (λ.χ. λατ. frēnum > frénu > αλβ. fre)

parë = «πρώτος» (< IE *porh3-wos ~ *pr.h3-wos > OCS prĭvŭ = «πρώτος»)

kam = «έχω» (< PAlb *kap-mi, ΙΕ αθεματικό ρήμα σε -mi -λ.χ. φημί, ἵστημι κλπ- της ρηματικής ρίζας *keh2p- «πιάνω» που έδωσε το ελληνικό κάπτω > χάφτω, το λατινικό capiō και το αγγλικό have = «έχω»)

mos = «μη, δεν» (< PAlb. *mētše < ΙΕ *mē-kwe > ελληνικό μήτε , με ē>ā>ο, όπως λ.χ. στο *plēta > plo και *kwe > tše > s(ë), όπως λ.χ. στο *penkwe > *pentše > pesë)

Παραθέτω, την ετυμολογική περιγραφή των παραπάνω όρων από το λεξικό του Vladimir Orel (AED). Κάντε κλικ πάνω στις εικόνες για να μεγεθυνθούν.

mos

mei

Και ερχόμαστε, επιτέλους, στην ΙΕ ρίζα *mei- «ήπιος, άκακος», από την οποία προέρχεται το αλβανικό επίθετο *mei-ros > mirë = «καλός» (με *ei>ī>i, όπως στο *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ PAlb *dzeimena > αλβ. (τοσκ) dimër).

Ο Orel εύκολα εντόπισε τους βαλτοσλαβικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *mei- «ήπιος, άκακος», αλλά του ξέφυγαν ορισμένοι διάσημοι ελληνικοί απόγονοι της ρίζας.

*mei-ros > PSlv/OCS mirŭ = «ειρήνη» και *mei-los > PSlv/OCS milŭ = «ευχάριστος, αγαπητός, συμπαθητικός» (*ei>ī>i και στον σλαβικό κλάδο, λ.χ. *g’heim- > χεῖμα, χειμών ~ Pslv/OCS zima)

Ο ρωσικός διαστημικός Μιρ σημαίνει «Ειρήνη», ενώ το σλαβικό θηλυκό όνομα L(j)udmila (Λουντμίλα) σημαίνει «αυτή που είναι αγαπητή (mila) στον κόσμο (ljudi)» (~ Δημοφίλη ~ Λαοφίλη).

Δύο δημοφιλή ονόματα που προέρχονται από την σλαβική «ειρήνη» είναι τα Mirko και Miroslav (~ Εἰρηνοκλῆς), ενώ ένα δημοφιλές σλαβικό όνομα που προέρχεται από το επίθετο milŭ είναι το Milan (milŭ = dragŭ > Milan = Dragan).

mir

Οι ελληνικοί απόγονοι της ΙΕ ρίζας *mei- «πράος, άκακος» που διέφυγαν από τον Orel είναι παράγωγα του πρωτοελληνικού επιθέτου *mei-los > *μειλός = «πράος, άκακος» (~ OCS milŭ), όπως:

μείλιχος = «πράος, ευγενικός»

μειλίχ-jω > μειλίσσω = «κατευνάζω, φέρομαι ευγενικά»

(τὰ) μείλια = «δώρα κατευνασμού»

μειλίχιος = «πράος, ευγενικός» (αλλά ως επίθετο του Διός «αυτός που κατευνάζεται με μείλια»)

μειλιχίᾱ = «πραότητα»

Η γραφή Μῑλίχιος στις αρχαϊκές αθηναϊκές αφιερωματικές επιγραφές και ο υποτιθέμενος αιολικός τύπος μέλλιχος (< *μίλλιχος) δείχνουν ότι, εκτός από το πρωτοελληνικό επίθετο *mei-los > *μειλός, πρέπει να υπήρχε και το μηδενόβαθμο παράγωγό του *mil-yos > *milʲlʲos > *μίλλος ~ *μῖλος.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Μειλίχιος Δίας συμβολιζόταν είτε με την μορφή όφεως είτε ως ανθρωπόμορφος καθισμένος σε θρόνο που δέχεται τα μείλια από τους αφιερωτές.

Meilichios

Το βιβλίο της Jennifer Larson “Ancient Greek Cults” (Routledge, 2008) έχει ως εξώφυλλο τον οφιόμορφο Μειλίχιο Δία.

Larson

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Η σλαβομακεδονική διάλεκτος Βοβοστίτσας-Δρενόβου #3: γλωσσολογικά

Σε αυτήν την τρίτη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα ολοκληρώσω τις γλωσσολογικές παρατηρήσεις που ξεκίνησα στην προηγούμενη (δεύτερη) ανάρτηση.

Έχω εξηγήσει τις συντομογραφίες στην αρχή της προηγούμενης ανάρτησης.

Το σλαβικό «σκοτεινό» /Ł/

Στο ΙΒΔ, όπως και σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, το /L/ προφέρεται υπερωικό (velarized Ł,ł) σε όλες τις θέσεις εκτός από την περίπτωση του /L/ πριν από εμπρόσθια φωνήεντα (κυρίως i,e). Αυτό το υπερωικό /L/ ονομάζεται «σκοτεινό» (dark) /L/. Είναι το ίδιο αλλόφωνο που εμείς ονομάζουμε «σαλονικιώτικο λ» και που οι Αλβανοί αποδίδουν γραπτά με διπλό «ll».

ΙΒΔ vałk, pałn, vałna, seło, płanina, Bułgarin/Bołgarin, łapka, łaro (< rało < PSlv *ordlo) κλπ.

Όταν το ΙΒΔ γράφεται στο αλβανικό αλφάβητο αυτό το «σκοτεινό» /ł/ αποδίδεται ως «ll» (λ.χ. vallk, pllanina κλπ). H Αλβανική, κατά κανόνα, διατηρεί την προφορά του σλαβικού /ł/ στα σλαβικά δάνεια (λ.χ. Bullgari, Vllah ~ Vllehë, vlladikë, pllashicë, pllaz, plloçë, plloskë κλπ). Θυμίζω πως το αλλόφωνο /ł/ είναι η φυσιολογική εξέλιξη του πρωτοαλβανικού/προσλαβικού μεσοφωνηεντικού -l- (λ.χ. λατ. angelus > engjëll, PA *alenā > llërë ~ llânë).

albslav-ll

Στο βιβλίο “Τhe Slavonic Languages”, οι Ernst Stanton και Victor Friedman που έγραψαν τα κεφάλαια για την Βουλγαρική και την Σλαβομακεδονική αντίστοιχα γράφουν (σλδ 190, 257):

dark-L

Ο André Mazon γράφει για το ΙΒΔ (σλδ 42-3) πως το /ł/ όχι μόνο διατηρείται ως αρχαϊσμός (αντίθετα με τις διαλέκτους Φλώρινας, Καστοριάς και Νεστορίου που δείχνουν μια τάση αντικατάστασης /Ł/>/L/), αλλά εμφανίζεται και σε θέσεις όπου «φυσιολογικά» δεν είναι αναμενόμενο (πριν από εμπρόσθια φωνήεντα i,e,ü). Ο Mazon εξηγεί αυτήν την ενίσχυση του φθόγγου στην επαφή του ΙΒΔ με την Αλβανική (λ.χ. αυλή > τουρκ. avlu > βουλγ/ΠΣΜ avliya, αλβ avlli ~ ΙΒΔ avłyja, y=/ü/).

dark-L-IBD

Η απώλεια του τελικού /t/

Έχω αναφερθεί σε αυτήν την τάση του ιδιώματος και των γειτονικών στην προηγούμενη ανάρτηση.

Όπως είπα στην προηγούμενη ανάρτηση, τα σλαβικά ιδιώματα Κορυτσάς-Καστοριάς-Φλώρινας έχουν χάσει το τελικό /t/ στο αρσενικό οριστικό άρθρο (λ.χ. ΙΒΔ vałkot > vałko = «ο λύκος») και στις δεκάδες που έχουν ως δεύτερο συνθετικό το deset = «δέκα» (λ.χ. ΙΒΔ sedamdeset/osamdeset > sedamdese/ osamdese = «εβδομήντα/ογδόντα»). Το φαινόμενο παρατηρείται και στον όρο Gospod > Gospot > ΙΒΔ Gospo.

Μία άλλη περίπτωση απώλειας τελικού /-t/ είναι στις λέξεις που τελειώνουν σε /-st/ (λ.χ. τα OCS θηλυκά σε -ostĭ), αλλά αυτό είναι γενικότερη τάση των «χαμηλότερων» κοινωνιολέκτων του πάλαι ποτέ “domaine bulgare” (βουλγαρόφωνου συνεχούς), λ.χ.:

Βουλγ most >  mos = «γέφυρα»

Σλαβoμακ radost > ΠΣΜ rados = «χαρά»

Ο Mazon γράφει στην [σλδ 46]:

rados

Κοινά Φωνολογικά Ισόγλωσσα με την Αλβανική και την Ελληνική

Υπάρχουν μερικά φωνολογικά ισόγλωσσα που συνδέουν το ΙΒΔ με την Αλβανική, κάτι που είναι αναμενόμενο λόγω της μακραίωνης στενής καθημερινής επαφής των δύο γλωσσών. Άλλα πάλι φωνολογικά φαινόμενα μαρτυρούν την επίδραση της Ελληνικής.

Σε μερικές πολυσύλλαβες λέξεις το ΙΒΔ δείχνει μια συμπεριφορά ανάλογη του λεγόμενου «ρυθμικού» κανόνα της Αλβανικής. Τα μεσοφωνηεντικά b,d,g των προσλαβικών όρων της Αλβανικής τράπηκαν σε τριβόμενα v,δ,γ τα οποία, με τη σειρά τους, τράπηκαν σε h = /χ/ το οποίο, κατά κανόνα, εξαφανίστηκε μαζί με το γειτνιάζον άτονο φωνήεν.

ΙΕ *bhlHid-uros > PAlb blaidura > bleδurë > Αλβ blehurë

λατ. médicus > mjéδik > mjéhik > mjek

λατ. dēbitūra > devityrë > dehityrë > detyrë

IE *sreh2g-ús-eh2 > PAlb rrāgúša > rrúsh > rrohúsh > rrush

Το περίεργο είναι πως ο «ρυθμικός κανόνας» ολοκλήρωσε τον κύκλο του στην Αλβανική γύρω στο 700 μ.Χ. (υπάρχει μόνο ένα σλαβικό δάνειο στην γλώσσα που έχει υποστεί τον κανόνα) και, επομένως, το αντίστοιχο φαινόμενο στο ΙΒΔ δεν μπορεί να είναι σύγχρονο με το αλβανικό.

Ο “«ρυθμικός» κανόνας” του ΙΒΔ συμβαίνει μόνο στο OCS -g- πολυσύλλαβων λέξεων που βρίσκεται μεταξύ ομοίων φωνηέντων και αυτό τον διαφοροποιεί από τον «ρυθμικό» κανόνα της Αλβανικής που περιέγραψα. Ο Mazon περιγράφει τα παρακάτω παραδείγματα στην [σλδ 50]:

błagosóvan > błaγosóvan >  błosóvan

Bogorodíca > Boγorodíca > Borodíca = «Θεοτόκος»

magáre > máre > máre = «γαϊδούρι»

rogozína > roγozína > rozína = «ραγαζώνας» (μέρος με ραγάζια < OCS rogozŭ)

mnogogodíne > mnogodíne (εδώ μπορεί να συνέβη και απλολογία, λ.χ. Anglaland > England)

Ο Mazon αναφέρει και μερικά παραδείγματα απώλειας του μεσοφωνηεντικού -d-, χωρίς όμως να συνοδεύεται από απώλεια γειτονικού φωνήεντος. Αυτή είναι μια διαδικασία που συμβαίνει λίγο πολύ σε όλες τις «χαμηλές»/καθημερινές κοινωνιολέκτους όλων των γλωσσών (λ.χ. ελληνικά ὑπάγω > πάω, λέγω > λέω, διάβολος > διάολος/διαόλι, κυπριακά λάδι, σανίδα > λάι, σανία κλπ). Ενίοτε, ένα -j- εμφανίζεται στην θέση του αποβληθέντος συμφώνου για την αποφυγή χασμωδίας. Ο Mazon αναφέρει τα παραδείγματα (σλδ 46):

Gospódin > Gospóδin > Gospóin

grjädi > grjäδi > grjäi > grjäj

kładęnec > kłaδjänec > kłajänec

trideset > triδéset > triese > triʲese

četirideset > četiriδese > četirʲese

Borodica

Αντίθετα, η Αλβανική επίδραση είναι βέβαιη στην εξέλιξη rd>rdh (dh= /δ/). Στην Αλβανική, η τροπή αυτή (λ.χ. PA *garda, skurda > gardh, hurdha > hudhër), σύμφωνα με τον Orel, συνέβη μετά το 1000 μ.Χ. και, επομένως, η ανάλογη εξέλιξη στο ΙΒΔ (λ.χ. OCS tvrĭdŭ > tvr.d- > tvard– > ΙΒΔ tvardho mjäso ~ «σκληρό κρέας») μπορεί κάλλιστα να είναι σύγχρονη με την Αλβανική.

Γράφει ο Mazon στην [σλδ 46]:

tvardho-mjaso

Σημείωσα στην παραπάνω σελίδα και μερικά άλλα παραδείγματα εξέλιξης d>dh. Το ένα είναι στην φράση młado dětę = «νεαρό/μικρό παιδί» > mbładho djäte που δείχνει τροπή d>dh σε μεσοφωνηεντική θέση όπως η Αλβανική και το άλλο είναι η εξέλιξη PSlv *gormada ~ *gŭrmada > *gr.mada > ΙΒΔ garmada > garmadha που δείχνει μεσοφωνηεντικό /dh/, όπως το αλβανικό gërmadhë (πρώιμο σλαβικό δάνειο στην Αλβανική).

Μία άλλη πηγή /dh/ στο ΙΒΔ είναι τα ελληνικά δάνεια που περιέχουν /δ/: δάσκαλος > dhaskał, διάβολος > dhjävoł, διάστημα > dhiastíma, να αδικήσω > (da) adhik’isa, να δοκιμάσω (da) dhok’imasa, να διδάξω > (da) dhidhaksa κλπ, ενώ μια παλαιότερη σειρά ελληνικών δανείων δέχνουν δ > d, όπως και στις υπόλοιπες διαλέκτους του πάλαι ποτέ βουλγαρόφωνου συνεχούς (λ.χ. λιβάδι > livada, δίσκος > disk κλπ). Τέλος, ένα ελληνικό δάνειο δείχνει την ΠΣΜ τροπή dy>gj: μυρωδιά > *μερουδιά (με τυπικό νεοελληνικό άνοιγμα ir>er, όπως μυρμήγκι > μέρμηγκας , χείρ > *χείριον > χέρι και σπείρω > *σπείρνω > σπέρνω)> ΙΒΔ merua (λ.χ. διάβολος > dyavol > ΠΣΜ gʲavol).

merugja

Αντίστοιχα, το /th/ = /θ/ ακούγεται στα ελληνικά δάνεια θαύμα > thavma, θέατρο > theatro, θάρρος > tharos κλπ.

Στο επίθετο młado > mbładho = «νεαρό» (αρσενικό *mbładh > mbłath), στον όρο mrav > mbrav = «μυρμήγκι» και στο δάνειο μάρμαρον > λατ. marmor > LPSlv marmorŭ > OCS mramorŭ > mbramor παρατηρούμε ομοργανική επένθεση ml/mr > mbl/mbr που είναι τυπική της Ελληνικής και της Αλβανικής:

Αρχαία Ελληνική: *mr.tos > *μροτός > μβροτός > βροτός και *mr.ghus > *μραχύς > μβραχύς > βραχύς

Νέα Ελληνική: OCS mrěna > Βουλγ mryana > μπριάνα και τα διαλεκτικά χαμηλός > χαμλός > χαμπλός και φαμίλια > φάμλια > φάμπλια

Αλβανική: PAlb *amla > Αλβ ëmbël

mbramor

Ένα άλλο ενδιαφέρον φωνολογικό ισόγλωσσο που συνδέει το ΙΒΔ με την Αλβανική είναι η απλοποίηση dn>n.

Αλβανικά παραδείγματα bnj,dnj,gnj > nj.

*udnja > unjë > ujë = «νερό»

*webh- > *webnja > wenja > wej

*wradnja > rrënjë

udnja

Στο ΙΒΔ ο Mazon (σλδ 45-6) αναφέρει τα παραδείγματα:

edna > ena = «μία», edno > eno = «ένα»

dnovi > novi = «ημέρες» (πληθυντικός του den)

padna > pana και sjädna > sjäna

Δεν είναι βέβαια ακριβώς το ίδιο με τα αλβανικά παραδείγματα (από τη μια γενικότερα σε όλη τη σειρά b,d,g και, από την άλλη, ειδικότερα για σύμπλεγμα πριν από /j/) και ο Mazon τα εξηγεί ως αφομοίωση dn>nn>n.

ena-eno

Οι τροπές hn>jn, hr>jr, šc>jc και šč>jč και ri/li>ry/ly

Ενδιαφέρον έχουν από την άλλη οι τροπές hn>jn, hr>jr, šc>jc, šč>jč και ri/li > ry/ly (y=/ü/).

[σλδ 42, 45, 50, 52]

OCS hridŭ > rid > ΙΒΔ ryt = «βράχος, γκρεμός»

Οhrid > Ohrit > ΙΒΔ Ojryt

αυλή > avliya > avłyja

τροπή hn>jn>ňj :

pobjähna > pobjäjna > pobjäňja

smjahna > smajna > smaňja

vjähna > vjäjna > vjäňja

OCS gluxŭ > glušec με πληθυντικό glušci > glujci και υποκοριστικό glušče > glue

Ojryt

Προσέξτε την τροπή my>m στο směx- > smyahna > smajna > smaňja. Η ίδια τροπή my>m έγινε και στο zemja > zema = «γη» (σλδ 47).

Η επένθεση sr>str

Στην [σλδ 47] πάντοτε ο Mazon αναφέρει και τα παραδείγματα:

OCS srěda > sryada > strjäda = «μέση»

OCS sĭrebro > srebro > strjäbro = «ασήμι, άργυρος» (εδώ το /jä/ είναι μη αναμενόμενο, επειδή δεν υπάρχει yat. Μία πιθανότητα είναι να προστέθηκε ένα έρρινο strebro > *strémbro > strjäbro).

stryada

Η τροπή serd- > srěd- > sryad- > stryad- μας δείχνει γιατί, μέσα από βουλγαρική διαμεσολάβηση, οι Βυζαντινοί από ένα σημείο και μετά λένε την Σερδική/Σαρδική (ΣόφιαΤριαδίτσα.

Γράφει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (~1080):

θᾶττον ἐξ ἁπασῶν τῶν ἐπαρχιῶν συνεστήσατο στρατιάν, καὶ μετὰ τῶν δυνάμεων τῇ Σαρδικῇ τῇ νῦν λεγομένῃ Τριαδίτζῃ καὶ διαὐτῆς Ἰλλυρικῷ προσβαλὼν κατὰ κράτος τοὺς ἀποστατήσαντας ἐτροπώσατο

λατ. Serdica (/Serdika/)  > PSlv Serdĭkŭ > Serdĭcŭ (/Serdĭtsŭ/) > OCS Srědĭcŭ > Βουλγ. Sredec/Stryadec.

Άλλες φωνολογικές τροπές

Ενδιαφέρον έχει η φωνολογική εξέλιξη:

OCS žénĭski > žénski > žénck’i > žnck’i = «γυναικείος»

γιατί δείχνει την κατασκευή ενός δευτερογενούς έρρινου /ę/ μετά την απώλεια του ασθενούς yer, το οποίο ακολουθεί την ίδια εξέλιξη με το πρωτογενές τονισμένο /ę/ και αυτό μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε την τροπή του πρωτογενούς  ę>n κάποια στιγμή μετά το ~1100 (όταν αρχίζουν σιγά σιγά να χάνονται τα yer σε ασθενή θέση).

Επίσης, αναφέρω το προθετικό e- στον όρο «χήρα»:

vĭdovica > vdovica > evdovica

[σλδ 41-42]

evdovica

Στις [σλδ 51,52] ο Mazon εξηγεί ότι το επίθημα -ĭski εξελίχθηκε γενικά σε -ck’i (carck’i, čovjäck’i, žjänck’i, bułgarck’i/bołgarck’i κλπ), τροπή που κανονικά είναι αναμενόμενη μόνο σε θέματα που τελειώνουν σε /t/ (-t-ĭski > -tski ~ -ck’i) και παραθέτει μερικά παραδείγματα από την τάση του ΙΒΔ για προστριβοποίηση του z>dz (σποραδικό φαινόμενο των δυτικών σλαβομακεδονικών διαλέκτων, λ.χ. ζευγάρι > zevgar > ΠΣΜ dzevgar = «ζεύγος βοδιών»):

noga > πληθ. noze > ΙΒΔ nodze = «πόδια»

ζευγάρι > zevgar > ΙΒΔ dzevgar

gvězda > zvězda > zvjäzda > ΙΒΔ dzvjäzda

zvonec > dzvonec

dzevgar

Το ΙΒΔ συμφωνεί με την ΠΣΜ και την Σερβική στην τροπή του μεσοφωνηεντικού -χ->-v-:

uxo, muxa, suxo > uvo, muva, suvo

(σλδ 49 στον Mazon, θυμίζω το OCS Vlaxŭ > ΠΣΜ Vlav = /Vlaf/ που ανέφερα στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης)

ΗΥπάρχει τάση αποβολής του μεσοφωνηεντικού -v-, ιδίως μεταξύ ομοίων συμφώνων (σλδ 47):

kłavam > kłam (στις δυτικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους είναι συχνή η προφορά gláva > /glᾶ/).

Β. ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

[σλδ 56] Ο πληθυντικός των πολυσύλλαβων αρσενικών είναι κατά κανόνα -i (bratimi, budali), ενώ αυτός των μονοσύλλαβων είναι κατά κανόνα -ovi (carovi, darovi).

[σλδ 56-7] ορισμένοι πληθυντικοί σχηματίζονται με συλλογικά ουσιαστικά (-ja, -je) που ετυμολογικά είναι γραμματικοί ενικοί (grop > grobjata, brat > brakja, kamen > kameňja).

[σλδ 62-63] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του συλλογικού επιθήματος -išt- για τον σχηματισμό το πληθυντικού των ουδετέρων σε OCS -ę (λ.χ. IE *-mn. > -mę ~ vreme, ime κλπ και IE *-ent > -ę ~ tele, kuče, magare κλπ).

Οι φυσιολογικοί σλαβικοί πληθυντικοί αυτών των επιθημάτων είναι:

*-mn. > *-men-h2 > -mena (vremena, imena)

*-ent > *-ent-h2 > -ęta (teleta, kučeta)

Το IΒΔ δείχνει πληθυντικούς του τύπου ime > imenišča, όπως η διάλεκτος της Καστοριάς (kuče > kučenišča)

imenishcha

Στον σχηματισμό του παρακειμένου (σλδ 88), το ΙΒΔ έχει απωλέσει πρακτικά εντελώς τον πρωτοσλαβικό παρακείμενο που χρησιμοποιεί ως βοηθητικό ρήμα το «είμαι» (ο sum-perfect/παρακείμενος της ΠΣΜ) και χρησιμοποιεί μόνο τον δανεισμένο «ελληνορωμαϊκό» (όρος του Mazon) παρακείμενο με βοηθητικό ρήμα το «έχω» (ima-perfect/παρακείμενος της ΠΣΜ, βλαχικό/αρουμανικό γραμματικό δάνειο στις σλαβομακεδονικές διαλέκτους δυτικά του Αξιού).

Η γεωγραφική κατανομή των δύο παρακειμένων είναι τέτοια ώστε:

  1. Κοντά στις λίμνες (Πρέσπες, Καστοριά, Οχρίδα) παραδοσιακά ο δανεισμένος ima-παρακείμενος ήταν πρακτικά ο μόνος που χρησιμοποιούνταν.
  2. Μεταξύ των Λιμνών και του Αξιού, χρησιμοποιούνταν και οι δύο παρακείμενοι εξίσου.
  3. Ανατολικά του Αξιού και βόρεια από τα Σκόπια, πρακτικά απαντούσε μόνον ο πρωτοσλαβικός sum-παρακείμενος (που είναι τυπικός και των γειτονικών διαλεκτικών συστημάτων της Βουλγαρίας και της Σερβίας).

ima-sum

Για την Βλαχική/Αρουμανική ως τον δανειστή του παρακειμένου με το βοηθητικό ρήμα «έχω» παραθέτω την παρακάτω σελίδα (κάντε κλικ για να μεγαλώσει):

Golab ima perfect

Οι ΝΔ («περιλίμνιες») σλαβομακεδονικές διάλεκτοι που χρησιμοποιούν εκτενώς τον «έχω»-παρακείμενο, έχουν δεχτεί και μία άλλη γραμματική επίδραση από την Βλαχική/Αρουμανική. Την παγίωση (μη κλίση κατά γένος και αριθμό) του δοτικού αντωνυμιακού τύπου mu.

Αντίθετα, η ΠΣΜ και οι διάλεκτοι της Πελαγονίας βορείως του Μοναστηρίου κλίνουν την αντωνυμία κατά γένος και αριθμό. Άλλες διαφορές στον σχηματισμό της δοτικής χωρίζουν τις διαλέκτους που μιλιούνται δυτικά του Αξιού από αυτές που μιλιούνται ανατολικά του ποταμού οι οποίες, σε αυτό το θέμα, μοιάζουν περισσότερο στην Πρότυπο Βουλγαρική, παρά στην ΠΣΜ.

Mak-dative1

Mak-dative2

ΠΣΜ/Πελαγονικές Διάλεκτοι:

Neize i go dade

Ανατολικές Διάλεκτοι (ανατολικά του Αξιού) και Βουλγαρική:

Na neja (i) go dade

ΠΣΜ και Βόρειες Πελαγονικές Διάλεκτοι:

mu go dade na brat ti

i go dade na sestra ti

im go dade na decata

ΝΔ («περιλίμνιες») Διάλεκτοι:

mu go dade na brat ti

mu go dade na sestra ti

mu go dade na decata

Παραδείγματα χρήσης της δοτικής στο ΙΒΔ (παραμύθι L’âne malin/Ο Πονηρός Γάιδαρος, σλδ 188).

dative-IBD

vałk = «λύκος», vałko = «ο λύκος»

mare (<magare) = «γαίδούρι», marjäto = «το γαϊδούρι»

vałko mu veli maretomu = «ο λύκος είπε στο γαϊδούρι» (~ ο λύκος τον είπε τον γάιδαρο)

Αυτά για το σλαβομακεδονικό ιδίωμα Βοβοστίτσας-Δρενόβου (ΙΒΔ). Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε στο pdf του βιβλίου του André Mazon.

ΥΓ @ Σχολιαστή “01001001”: Φίλε, ελπίζω να σ΄ικανοποίησα, δεδομένου ότι δεν γνωρίζω ούτε Γαλλικά ούτε Σλαβομακεδονικά. Όποιος βρει κάτι ενδιαφέρον στον Mazon που δεν το ανέφερα, ας το παραθέσει στα σχόλια.

2 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες