Το Γοτθικό πρωτοέθνος στην Ισπανία του 7ου αιώνα

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την διαδικασία με την οποία κατά τον 7° αιώνα στο Βησιγοτθικό βασίλειο της Ισπανίας προέκυψε μια πρωτοεθνική Γοτθική ταυτότητα. Η εύκολη και αστραπιαία αραβική κατάκτηση όλου σχεδόν του βησιγοτθικού βασιλείου το 711 από ένα εκστρατευτικό σώμα 10.000-15.000 ανδρών από τη μια διέκοψε απότομα την περαιτέρω εξέλιξη της πρωτοεθνικής αυτής ταυτότητας και, από την άλλη, δείχνει την κοινωνική ρηχότητα αυτής της ταυτότητας (μόνο στην πολιτική ελίτ και τον υψηλόβαθμο κλήρο), η οποία την κάνει πρωτοεθνική και όχι εθνική. Αν η πατριωτική ιδεολογία αυτής της ταυτότητας είχε περάσει στις μάζες, η Αραβική κατάκτηση δεν θα ήταν τόσο εύκολη και αστραπιαία. Ωστόσο, το βησιγοτθικό επίτευγμα δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Μέσα σε δυο γενιές από την Γ΄ Σύνοδο του Τολέδου (589), όταν οι Γότθοι ασπάστηκαν επίσημα τον Καθολικισμό εγκαταλείποντας τον πάτριο Αρειανισμό (ακυρώνοντας μ΄αυτόν τον τρόπο την θρησκευτική αντίθεση που μέχρι τότε τροφοδοτούσε και διατηρούσε ζωντανή την εθνοτική διάκριση Ρωμαίων και Γότθων), προέκυψε μια συνεργασία μεταξύ της βησιγοτθικής βασιλείας και της τοπικής καθολικής εκκλησίας, η οποία ως τα μέσα του 7ου αιώνα είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα επίσημο όραμα κοινότητας (vision of community κατά την ορολογία της σχολής της Βιέννης του Walter Pohl) στο οποίο είχε πια διαβρωθεί το εθνοτικό τοιχίο που χώριζε Ρωμαίους και Γότθους και ο κάθε γηγενής Καθολικός κάτοικος του βησιγοτθικού βασιλείου πλέον θεωρούνταν μέλος ενός σαφώς γεωπολιτικά αφοριζόμενου γοτθικού γένους (gens Gothorum), του οποίου η πατρίδα (patria) ήταν το βησιγοτθικό βασίλειο της Ισπανίας (regnum Gothorum ή regnum Hispaniae).

Ένα εξαιρετικό βιβλίο που περιγράφει την διαδικασία κατά την οποία οι απόγονοι των πεπτωκότων Ρωμαίων της Ισπανίας/Ιβηρίας και της Γαλλίας βαθμιαία κατά την περίοδο 500-700 απώλεσαν την ρωμαϊκότητά τους και, μέσα από νέα μεταρωμαϊκά οράματα κοινότητας, ταυτίστηκαν πολιτικά με τους Γότθους και Φράγκους ηγεμόνες τους (υιοθετώντας μεταρωμαϊκές βασιλειακές ταυτότητες γότθων και Φράγκων), είναι το παρακάτω:

Erica Buchberger, Shifting Ethnic Identities in Spain and Gaul, 500-700 (Amsterdam University Press, 2017)

Α. Οι Βησιγότθοι από τον Αλάριχο Α΄ ως τον Ρεκκάρεδο Α΄

Οι Βησιγότθοι που ίδρυσαν το βησιγοτθικό βασίλειο στη νότια Γαλλία και την Ιβηρία είναι οι απόγονοι των Γότθων του Αλαρίχου Α΄ που το 410 άλωσαν την Ρώμη. Μετά τον θάνατο του Αλαρίχου, βασιλιάς των Γότθων έγινε ο γαμπρός του Αταούλφος (Athaulf) που οδήγησε τους Γότθους στην Γαλλία και το 414 δευτεροπαντρεύτηκε στην Ναρβώνη την κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου Γάλλα Πλακιδία (η οποία, αργότερα, με την σειρά της δευτεροπαντρεύτηκε τον Κωνστάντιο Γ΄ από τον οποίο απέκτησε τον αυτοκράτορα γιο της Βαλεντινιανό Γ΄).

Η αρχική μικρή περιοχή που οι Ρωμαίοι παραχώρησαν στους Βησιγότθους ήταν η κοιλάδα του ποταμού Γαρούνα μεταξύ Τολώσης/Τουλούζης (η πρώτη πρωτεύουσα του Βησιγοτθικού βασιλείου) και Βουρδιγάλης/Μπορντό, αλλά οι δεύτεροι -εκμεταλλευόμενοι την συνεχώς αυξανόμενη δυτική ρωμαϊκή αδυναμία- βαθμιαία κατάφεραν να επεκτείνουν την επικράτεια του βασιλείου τους σε όλη την νοτιοδυτική Γαλλία (νοτίως του Λίγηρα ποταμού) και το μεγαλύτερο μέρος της Ιβηρίας (εκτός από το βασίλειο των Σουηβών στην Γαλλαικία/Γαλικία και την χώρα των Βασκώνων/Βάσκων):

Βορείως του ποταμού Λίγηρα, ο πρώτος βασιλιάς των Φράγκων, Κλόβις Α΄ (Fr. Gmc *Hlōdowig = «Κλεόμαχος» > LLat. Chlodovechus, ο πρόδρομος του ονόματος Λουδοβίκος/Louis/Ludwig), ίδρυσε το βασίλειο των Φράγγων και την δυναστεία των Μεροβιγγείων και το 507 στη μάχη του Βογλαδησίου Πεδίου (λατ. Campus Vogladensis, γαλλ. Vouillé) νίκησε τους Βησιγότθους σκοτώνοντας τον βασιλιά τους Αλάριχο Β΄ και κατέκτησε όλη τη βησιγοτθική Γαλλία εκτός από την Σεπτιμανία. Οι Βησιγότθοι έχασαν την πρώτη τους πρωτεύουσα, Τολώση, και, με την εξαίρεση της προρρηθείσας Σεπτιμανίας, η επικράτειά τους περιορίστηκε εντός της πρώην ρωμαϊκής Ισπανίας (η ρωμαϊκή Ισπανία γεωγραφικά περιελάμβανε όλη την Ιβηρική χερσόνησο). Ο Βησιγότθος βασιλιάς Λεοβίγιλδος (βασ. 568-86) ολοκλήρωσε την καθυπόταξη όλης της Ιβηρίας και καθιέρωσε ως νέα πρωτεύουσα του βησιγοτθικού βασιλείου το Τολέδο (λατ. Toletum, ισπ. Toledo).

Ο γιος και διάδοχος του Λεοβιγίλδου, Ρεκκάρεδος Α΄ (βασ. 586-601), το 587 πήρε την σοφή απόφαση να εγκαταλείψει τον aρειανισμό (το «πάτριον σέβας» των Γότθων) και να ασπαστεί τον καθολικισμό και, δύο χρόνια αργότερα, η Γ΄ Σύνοδος του Τολέδου (589) καθιέρωσε τον καθολικισμό ως την νέα, επίσημη θρησκεία όλων των Γότθων. Από τότε αρχίζει η περίοδος συνεργασίας της βασιλείας με την τοπική καθολική εκκλησία, ενώ η ακύρωση της θρησκευτικής αντίθεσης μεταξύ Αρειανών Γότθων και Καθολικών Ισπανο-Ρωμαίων, έθεσε τα θεμέλια για την εξάλειψη της εθνοτικής διάκρισης Ρωμαίων και Γότθων και την δημιουργία μιας κοινής γοτθικής βασιλειακής ταυτότητας (regnal identity) για όλους τους καθολικούς κατοίκους του βασιλείου.

Η θρησκευτική αντιπαράθεση καθολικών και αρειανών πριν το 589 ήταν η βασική αιτία που διατηρούσε ενεργή την εθνοτική διάκριση Ρωμαίων και Γότθων. Όταν ο αρειανός Λεοβίγιλδος γύρω στο 580 κατήργησε έναν παλιότερο νόμο που απαγόρευε τους μεικτούς γάμους Γότθων και Ρωμαίων, οι δύο πληθυσμιακές μερίδες που είχαν κατά νου τόσο ο Λεοβίγιλδος όσο και ο παλαιότερος νόμος ήταν στην πραγματικότητα οι θρησκευτικές ομάδες των Αρειανών και Καθολικών. Μέχρι το 589 ήταν διάχυτη η στερεοτυπική αντίληψη ότι οι ρωμαιογενείς ήταν καθολικοί και οι γοτθογενείς αρειανοί και, για το λόγο αυτό, η θρησκευτική αντιπαράθεση αποδίδεται με τις εθνοτικές κατηγορίες «Ρωμαίοι» και «Γότθοι»: ut tam Gothus Romanam, quam etiam Gotam Romanus si ciniugem habere voluerit = «(από εδώ και πέρα) μπορούν να παντρευτούν ένας Γότθος με Ρωμαία και ένας Ρωμαίος με Γότθη».

Φυσικά, η πραγματικότητα ήταν πολυπλοκότερη και, ήδη πριν το 589, υπήρχαν καθολικοί Γότθοι, όπως ο Ιωάννης του Βικλάρου (ο Ισίδωρος της Σεβίλλης τον περιγράφει ως natione Gothus, αλλά ήταν καθολικός).

B. Το βιβλίο της Erica Buchberger

Στο βιβλίο της για τις «ρευστές ταυτότητες» (shifting identities) στην Ισπανία και την Γαλλία της περιόδου 500-700, η Erica Buchberger χρησιμοποιεί τα πορίσματα της «Σχολής της Βιέννης» που ίδρυσε ο Walter Pohl (βλ. Strategies of Distinction, Strategies of Identification και Visions of Community) για να εξηγήσει την μετάβαση από έναν ρωμαϊκό σε έναν μεταρωμαϊκό κόσμο και τον τρόπο με τον οποίο οι ρωμαιογενείς πληθυσμοί της Ισπανίας και της Γαλλίας εγκατέλειψαν σταδιακά την ρωμαϊκή τους ταυτότητα υιοθετώντας μια νέα βασιλειακή ταυτότητα (regnal identity, αντίστοιχα Γοτθική και Φραγκική).

Η βασική αρχή της Buchberger είναι ότι αυτό που επέτρεψε την ταυτοτική μεταμόρφωση ήταν η πολυσημία των όρων «Ρωμαίοι», «Γότθοι» και «Φράγκοι». Οι όροι αυτοί μπορούσαν να έχουν πολιτικό, θρησκευτικό και εθνοτικό περιεχόμενο και τα τρία αυτά είδη συλλογικών ταυτοτήτων συνυπήρχαν χωρίς το ένα να αναιρεί το άλλο.

Η πολιτική ταυτότητα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τους υπηκόους και τους στρατιώτες ενός μονάρχη: «οι Ρωμαίοι» ήταν οι υπήκοοι και οι στρατιώτες του αυτοκράτορα των Ρωμαίων (imperator Romanorum = βασιλεύς Ῥωμαίων, μετά το 476 μόνο αυτός της Κωνσταντινούπολης), «οι Γότθοι» ήταν οι υπήκοοι και στρατιώτες του «βασιλιά των Γότθων» (rex Gothorum) και, τέλος, «οι Φράγκοι» ήταν οι υπήκοοι και οι στρατιώτες του «βασιλιά των Φράγκων» (rex Francorum).

Ὀσον αφορά την θρησκευτική ταυτότητα, οι πηγές της εποχής μας εξηγούν ότι οι Αρειανοί Γότθοι (που υπήρχαν ως το 589) πίστευαν ότι ο Αρειανισμός είναι η «αληθινή καθολική πίστη» και αποκαλούσαν υποτιμητικά τον Καθολικισμό «ρωμαϊκή πίστη» και τους Καθολικούς «Ρωμαίους» (ασχέτως καταγωγής).

Τέλος, η εθνοτική ταυτότητα βασίζεται στην ιδέα της καταγωγής (descent overtones, ‘by birth’) και στην κατοχή ενός «πάτριου» πολιτισμικού πακέτου (γλώσσα, έθιμα κλπ): οι εθνοτικοί Ρωμαίοι (‘Romans by birth‘ = Ρωμαίοι το γένος) ήταν αυτοί που κατάγονταν από παλαιότερους Ρωμαίους και συνέχιζαν να ζουν (όσο μπορούσαν) κατά τον παραδοσιακό ρωμαϊκό τρόπο, οι εθνοτικοί Γότθοι ήταν αυτοί που είχαν Γότθους προγόνους και διατηρούσαν κάποια πάτρια γοτθικά έθιμα και, τέλος, οι εθνοτικοί Φράγκοι είχαν Φράγκους προγόνους και διατηρούσαν κάποια πάτρια φραγκικά έθιμα.

Η Buchberger εξηγεί πολύ ωραία πως μέχρι πρόσφατα υπήρχε ένα ακαδημαϊκό τυφλό σημείο (a scholarly blind spot) στο θέμα της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας κατά την ύστερη αρχαιότητα, λόγω παραμέλησης (neglect) κατά τον προηγούμενο αιώνα της εξέτασης της ταυτότητας αυτής, επειδή οι μελετητές δεν συνειδητοποίησαν ότι, κατά την ύστερη αρχαιότητα, η ρωμαϊκή ταυτότητα είχε πλέον αποκτήσει ΚΑΙ ΕΘΝΟΤΙΚΟ χαρακτήρα (πέρα από τον παλαιότερο πολιτικονομικό και πολιτισμικό της χαρακτήρα): πλέον «οι Ρωμαίοι» αρχίζουν να περιγράφονται ΚΑΙ ως εθνοτική ομάδα που μπορούσε πια να αντιπαραβληθεί εθνοτικά σε άλλες εθνοτικές ομάδες.

Οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι ανέπτυξαν νωρίτερα την εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα σε σχέση με τους ελληνόφωνους Ρωμαίους, αλλά οι δεύτεροι ήταν οι μόνοι που συνέχισαν να υποστηρίζουν θεσμικά την εδραίωση και γενίκευση αυτής της ταυτότητας στην άπτωτη Ρωμανία καθ΄όλο τον πρώιμο μεσαίωνα (600-1000). Γύρω στο 1000, τα εθνοτικά τοιχία (ethnic boundaries) της ρωμαϊκής ταυτότητας των ελληνοφώνων είναι πια κοινός τόπος στις βυζαντινές πηγές της εποχής (βλ. το Romanland του Αντώνη Καλδέλλη). Στην δύση, αντίθετα, στα μέσα του 7ου αιώνα η εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα είχε ως επί το πλείστον αντικατασταθεί από νέα, μεταρωμαϊκά «οράματα κοινότητας» και η σποραδική της επιβίωση στην Φραγκική Γαλλία θεωρούνταν πια «αξιομνημόνευτη ανωμαλία και εξαίρεση» (ο κανόνας ήταν πια η φραγική πολιτική/βασιλειακή ταυτότητα).

Γ. Το βησιγοτθικό επίτευγμα σε δυο σελίδες

Για μια σύντομη περιγραφή του βησιγοτθικού πρωτοεθνικού επιτεύγματος, παραθέτω μια σελίδα από την τρίτη έκδοση του βιβλίου των Wim Blockmans & Peter Hoppenbrouwers, Introduction to Medieval Europe 300-1500 (Routledge 2017):

Σύμφωνα με τον Chris Wickham (Inheritance of Rome, p. 139) «στα τέλη του εβδόμου αιώνα, το Βησιγοτθικό κράτος ήταν το ισχυρότερο της Δύσης» (the late seventh centuryin that period the Visigothic state was the strongest in the West), αλλά αυτό δεν έχει παραδοσιακά αναγνωριστεί εξαιτίας της αποτυχίας του να αποτρέψει την αραβική κατάκτηση το 711 (in 711 the Visigothic kingdom was overthrown by an Arab and Berber army invading from North Africawhen kingdoms collapse quickly, historians have often sought to blame them for their defeat).

Δ. Η περίοδος των εθνοτικών διακρίσεων

Όπως ανέφερα και παραπάνω, πριν την Γ΄ Σύνοδο του Τολέδου (589), η εθνοτική διάκριση Ρωμαίων και Γότθων ήταν ο κανόνας και αυτό που διατηρούσε ζωντανή αυτήν την διάκριση ήταν η θρησκευτική αντίθεση Καθολικών και Αρειανών. Μετά την Γ΄ Σύνοδο του Τολέδου, ακολουθεί μια περίοδος (περ. 590-640) όπου, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, η εθνοτική αντιπαράθεση Ρωμαίων και Γότθων συνεχίζει να αναφέρεται, παρόλο που οι δύο πληθυσμοί είναι πια ομόδοξοι. Κατά την επόμενη περίοδο (περ. 640-711), η εθνοτική διάκριση Ρωμαίων και Γότθων θεωρείται πια φαινόμενο του παρελθόντος και ο όρος «Γοτθικό γένος» (gens Gothorum) έχει ανασημασιοδοτηθεί έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει όλους τους γηγενείς, Καθολικούς κατοίκους του βασιλείου. Ο μόνος εσωτερικός «άλλος» στις επίσημες πηγές της περιόδου αυτής είναι οι Εβραίοι.

Ο Ιωάννης του Βικλάρου ήταν καθολικός που γεννήθηκε στην Βησιγοτθική Λουσιτανία και περιγράφεται ως «γένει Γότθος» (natione Gothus) από τον Ισίδωρο της Σεβίλλης. Κατά το τρίτο τέταρτο του 6ου αιώνα (550-575) έζησε για μερικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη όπου «σπούδασε» Ελληνολατινική γραμματεία. Όταν επέστρεψε στο Βησιγοτθικό βασίλειο, η αρειανική αυλή τον εξόρισε επειδή ήταν καθολικός που αρνήθηκε να ασπαστεί τον αρειανισμό. Μετά τον θάνατο του βασιλιά Λεοβιγίλδου, ο Ιωάννης απελευθερώθηκε και ίδρυσε το μοναστήρι του Βικλάρου. Η επίσημη υιοθέτηση του καθολικισμού το 589 από την Βησιγοτθική ηγεσία ώθησε τον Ιωάννη να γράψει το Χρονικό του, στο οποίο παρουσιάζει τους καθολικούς πια Γότθους ως μέρος του «θεϊκού σχεδίου» για την σωτηρία των Καθολικών χριστιανών της Ιβηρίας. Στο Χρονικό του ο Ιωάννης περιγράφει συνοπτικά τα γεγονότα της περιόδου 567-90 σε Ιβηρία και άπτωτη Ρωμανία. Ο όρος «Ρωμαίοι» (Romani) προσδιορίζει πάντοτε πολιτικά τους «Βυζαντινούς» Ρωμαίους, των οποίων το κράτος ο Ιωάννης αποκαλεί respublica Romana (Ρωμαϊκή πολιτεία) ή σκέτο respublica (επειδή όλοι οι αναγνώστες του ήξεραν ότι υπήρχε μία και μοναδική Πολιτεία, αυτή των Ρωμαίων). Όταν θέλει να πει ότι ο πρίγκιπας Χερμενέγιλδος κατά την εξέγερσή του εναντίον του βασιλιά πατέρα του, Λεοβιγίλδου, χρειάστηκε κάποια στιγμή να καταφύγει στην «βυζαντινή» παράλια λωρίδα της Ισπανίας, o Ιωάννης γράφει ότι ο Χερμενέγιλδος κατέφυγε στην respublica.

Η μοναδική φορά που ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τον όρο «Ρωμαίοι» (Romani) όχι με την πολιτική σημασία «Βυζαντινοί/άπτωτοι Ρωμαίοι», αλλά με την εθνοτική σημασία «γηγενείς Ισπανο-Ρωμαίοι» είναι όταν γράφει πως η εξέγερση του Χερμενεγίλδου προκάλεσε ζημιά χειρότερη κι από επιδρομή ξένων εισβολέων (adversariorum infestatio) σε όλους τους κατοίκους της Ισπανίας, Γότθους τε και Ρωμαίους (tam Gothis quam Romanis). Σ΄αυτό το χωρίο διακρίνει εθνοτικά (βάσει καταγωγής/γένους) τους κατοίκους του Βησογοτθικού βασιλείου σε «Γότθους» και «Ρωμαίους».

Ένας από τους κανόνες της Συνόδου της Ναρβώνης (589, επιβεβαίωσε τις αποφάσεις της Γ΄ Συνόδου του Τολέδου) γράφει «όλοι οι κάτοικοι της περιοχής πρέπει να αποδεκτούν τους κανόνες της Συνόδου: Γότθοι, Ρωμαίοι, Σύριοι, Γραικοί ή Εβραίοι». Εδώ «Ρωμαίοι» είναι οι γηγενείς ρωμαιογενείς του Βησιγοτθικού βασιλείου, «Γότθοι» είναι οι γοτθογενείς, ενώ οι «Σύριοι» και οι «Γραικοί» ήταν έμποροι από την ανατολική Μεσόγειο που κατά κανόνα ζούσαν στις παράλιες μεσογειακές πόλεις της Ισπανίας.

Το βιβλίο Οι Βίοι των πατέρων/επισκόπων της Μέριδας γράφτηκε κατά την περίοδο 633-8 και περιέχει μερικές ενδιάφερουσες εθνοτικές διακρίσεις. Οι επίσκοποι Μέριδας Παύλος και Φιδέλ περιγράφονται ως «Γραικοί» εξ ανατολής. Ο Παύλος χαρακτηρίζεται natione Grecus, arte medicus (γένει Γραικός και γιατρός στο επάγγελμα), ενώ ο ανιψιός του Φιδέλ έφτασε στην Ιβηρία με ένα καράβι «Γραικών εμπόρων» (negotiatores Grecos). Ο συγγραφέας κατανοεί τον Παύλο ως εθνοτικό «Γραικό» (βάσει γένους/καταγωγής) αλλά, όπως εξηγεί εύστοχα η Buchberger, αυτή είναι η ητική αντίληψη ενός δυτικού λατινόφωνου συγγραφέα, όχι η ημική αντίληψη των ίδιων των ελληνοφώνων της ανατολής που εκείνη την εποχή αυτοπροσδιορίζονταν πολιτικά (και όχι μόνο) ως «Ρωμαίοι» και κατανοούσαν τον όρο «Ἕλλην» ως «δυσσεβής πολυθεϊστής». Το κείμενο αυτό, καταλήγει η Buchberger, δεν μας παρέχει πληροφορίες για τον ημικό προσδιορισμό των ελληνοφώνων της ανατολής, απλώς μας δείχνει ότι οι δυτικοί λατινόφωνοι τους θεωρούσαν ως εθνοτικούς «Γραικούς» (Greci).

Το ίδιο βιβλίο περιγράφει τον καθολικό επίσκοπο Μέριδας Μάσονα (περ. 570) «αν και Γότθο στο γένος, [περιέργως για πριν το 589] καθολικό» (genere quidem Gothus, sed mente promptissima erga Deum devotus) και τον δούκα της πόλης Κλαύδιο «καταγόμενο από ευγενές γένος και απόγονο Ρωμαίων προγόνων» (idem vero Claudius nobili genere hortus Romanis fuit parentibus progenitus). Συνεπώς, ο Μάσονας και ο Κλαύδιος είναι ομόδοξοι Καθολικοί, αλλά ο πρώτος είναι γοτθογενής (εθνοτικός Γότθος) και ο δεύτερος ρωμαιογενής (εθνοτικός Ρωμαίος). Και οι δύο ήταν πολιτικά «Γότθοι» (βασιλειακή/πολιτική ταυτότητα) και περισσότερες απο μία πηγές αναφέρουν ότι ο Κλαύδιος οδήγησε «τους Γότθους» (= ο στρατός του βησιγοτθικού βασιλείου) σε νίκη εναντίον Φράγκων εισβολέων. Ο γοτθογενής και αρειανός επίσκοπος της Μέριδας Σούννας κατάφερε να προσηλυτίσει στην «αρειανική αίρεση» κάτι γοτθογενείς αριστοκράτες (Gotorum nobiles genere, που εκείνη την στιγμή ήταν Καθολικοί) και αργότερα προσπάθησε να τους πείσει να σκοτώσουν τους καθολικούς Μάσονα και Κλαύδιο. Αυτό το χωρίο δείχνει ότι η θρησκευτική αντιπαράθεση Αρειανών και Καθολικών είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από την εθνοτική διάκριση Γότθων και Ρωμαίων. Ο τελευταίος επίσκοπος που περιγράφεται στους Βίους (Renovatus, d.633) περιγράφεται απλά ως «γένει Γότθος» (natione Gotus). Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται να εξηγήσει το καθολικό του θρήσκευμά, επειδή ήξερε πως οι αναγνώστες του γνώριζαν πως, μετά την Γ΄ σύνοδο του Τολέδου, όλοι οι γότθογενείς είχαν γίνει πια Καθολικοί.

Ε. Το γοτθικό πρωτοέθνος: Gothorum gens ac patriam

Μετά το 640, η εθνοτική διάκριση Γότθων και Ρωμαίων χάνει την συγχρονική της σημασία και η πολιτική και εκκλησιαστική ελίτ του βασιλείου συναρμόζεται γύρω από την ιδεολογία ενός ενιαίου Γοτθικού γένους (gens Gothorum) που περιλαμβάνει όλους τους γηγενείς καθολικούς κατοίκους του βασιλείου. Η επικράτεια του βασιλείου αρχίζει να περιγράφεται ως «πατρίδα των Γότθων» (patria Gothorum) και ένας αριθμός Συνόδων (εκτός από μία στην Μέριδα (666), όλες οι άλλες στο Τολέδο) νομοθέτησαν ποινές εναντίον οποιουδήποτε βλάψει «το γένος, την πατρίδα και τον βασιλιά των Γότθων» (gens + patria + rex Gothorum).

Αυτή η νέα ιδεολογία εκφράζεται πολλάκις στην πρώτη παράγραφο των κανόνων της Ζ’ Συνόδου του Τολέδου (646) που μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

I.
DE REFUGIS ATQUE PERFIDIS CLERICIS SIVE LAICIS.

CUM IN NOMINE SANCTAE trinitatis pro quibusdam [d] disciplinis ecclesiasticis tam nostra devotione quam studio serenissimi et amatoris Christi Chindasuuindi regis nostri, apud Toletanam urbem conventus adesset, competenter visum est mutua ex [e] conlatione decernere quod sollicite conservandum, et presentibus et futuris commodis nimium ut confidimus prodesse constabit. Magisque semper est magnopere providendum, quicquid vel ecclesiasticis moribus vel utilitati publicae, sine qua quieti non vivimus oportunum esse perpenditur. Nam licet et ante constitutiones canonum extent, quae ad omnem possint correptionem sufficere, si quis eas dignetur libenter adtendere, tamen tanto luminis claritas amplius emicat, quanto fuerit studiosius sępissime contractata. Non parum proficit ad emendationem multorum, si ea quae constituta sunt per fraternam conlationem ad memoriam reducuntur, si illa etiam adiciantur quae aut deesse videntur, aut omnino constituenda competenter existimantur. Quis enim nesciat quanta sint hactenus per tyrannos et refugas transferendo se in externas partes inlicite perpetrata, et quam nefanda eorum superbia iugiter frequentata, quae et patriae diminutionem afferrent, et exercitui Gothorum indesinentem laborem imponerent? Quod siquidem laicorum insania fuisset factum, tolerandum nobis forsitan, aliquotiens videretur. Illud tamen est vehementius stupendum quod peius est, tanti et religionis propositi in hac interdum praesumptione precipites efferuntur, ut non ad levem confessionem nostram pertineat si res ullatenus inulta remaneat, quam et mundana [f] lege et ecclesiastica convenit instanter disciplina corrigere. Ideoque placuit nunc concordi sententia definire ut quisquis in ordine clericatus a maximo gradu usque ad minimum constitutus in alienae ||fol. 84rb|| gentis regionem se quacumque occasione transduxerit, ut exinde superbiendo vel reditum suum vel quolibet aliud videatur expetere, sive etiam quod gentem Gothorum vel [g] patriam aut regnum specialiter sub hac occasione possit nocere, vel fieri disposuerit vel aliquatenus fecerit, sed et quicumque talibus conscius repperitur, eisque vel consilum [h] vel opem administrare cognoscitur qualiter aut ad gentem [i] alienam fugam appeterent, aut in malis quae coeperant perdurarent, seu quamcumque lęsionem genti Gothorum vel patriae aut principi post fugam inferrent, atque in eadem pravitate [k] perseverarent quisquis hoc fecisse dinoscitur, iste ita indubitanter omni honoris sui gradu privetur, ut locum eius in quo ministraverat alter continuo perpetim [l] regendum accipiat. Ipse vero transgressor sub poenitentia constitutus, si reminiscens mali quod fecerat, usque in diem mortis suae si rectissime penituerit, in solo tantum fine communio ei prestanda est [m]. Ita ut antequam finis eius tempus adveniat, si quispiam sacerdotum etiam ordinante principe ei communicare consenserit particeps criminis illius effectus, anathema fiat in perpetuum. Ac simili cum eo cui communicaverit sententia condempnetur. Quoniam potestate principis nullus sacerdotum in hoc prebere debet assensum, unde vel periurium videatur incurrere, vel quod absit si quicumque catholicae fidei prevaricator princeps [n] surrexerit, sacerdos nullatenus vel favore principis, vel terrore a recte credulitatis [o] lumine ad [p] tenebras cogatur reverti. Sic enim nec super adnexa capitula, vel imperiis principum vel terroribus, oportebit umquam evacuari. Quia novimus omnes pene Spaniae sacerdotes omnesque seniores vel iudices ac ceteros homines officii palatini iurasse, atque ita nunc legibus decretum fuisse ut nullus refuga vel perfidus [q] qui contra gentem Gothorum vel patriam seu regem agere, aut in alterius gentis societatem se transducere repperitur, integritate rerum suarum nullatenus reformetur, ||fol. 84va|| nisi forsitan princeps humanitatis aliquid personis talibus impertire voluerit, cui tamen non amplius quam vicesimam partem rerum ei qui perfidus extitit de rebus unde rex elegerit tribuendi potestatem habebit. Sed quia plerosque clericos instantis levitatis interdum pravitas [r] ita elevat, ut pretermissa sui ordinis gravitate, ac polliciti sacramenti immemores, constante principe cui fidem servare promiserant, in alterius erectionem temeraria levitate consentiant, abrogari decet hanc omnino licentiam, et a nostro consortio penitus extirpari. Ita ut si quicumque laicorum quandoquidem intra fines patriae Gothorum superbiens regni apicem sumere fortasse temptaverit, eique clericorum quilibet adiutorium vel favorem prestiterit, atque hunc qui superbire videtur, ad eandem regni ambitionem prevalente delicto pervenire contigerit, ex eo quidem die vel tempore eundem episcopum cuiuslibet ordinis clericum excommunicatum manere perpetim oportebit, quo tali [s] se scelere implicavit. Tamen si improbitate principis cui inique consensit non potuerit instantia sacerdotum a communione suspendi, saltim si superstitem post eiusdem regis obitum tempus invenerit, superiori anathematis correptioni subiaceat. Et quicumque illi preter in ultimo vitae suae fine, si tamen eum legitime poenitere probaverit communionis gratiam consenserit impendendam. Nobis interim ratio [t] persuasit synodali super hoc constitutione decernere, ut quicumque etiam laicorum interdictis capitulis, hoc est in adversitatem gentis, aut patriae vel regiae potestatis in externas partes se conferendo vel talibus opem prebendo noxius fuerit ultra repertus, non solum ut dictum est omni rerum suarum proprietate privetur, sed et perpetua excommunicatione dampnatus, numquam illi in ultimo mortis suae tempore communio tribuatur.

Κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον, θα κάνω ακόμα μια ανάρτηση για τα κεφάλαια όπου η Buchberger περιγράφει τον εκφραγκισμό των Γαλλορωμαίων.

Advertisements

18 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

18 responses to “Το Γοτθικό πρωτοέθνος στην Ισπανία του 7ου αιώνα

  1. Ρήσος

    Και ποια είναι η γλώσσα που μιλιόταν στο νεοσύστατο Γοτθικό κράτος; Οι Γότθοι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τη μητρική τους ή επικράτησε αμέσως η τοπική Romance ποικιλία;

    • Όλα τα Γερμανικά έθνη που επιβλήθηκαν σε ρωμαιογενείς πληθυσμούς εκλατινίστηκαν/εκρωμανίστηκαν σχετικά γρήγορα. Κρατούσαν την γερμανoφωνία μεταξύ τους ως δείκτη που τους ξεχώριζε ως άρχουσα ελίτ, αλλά η επίσημη γλώσσα και η lingua franca των κρατών τους ήταν η λατινική & εγχώρια, δημώδης ρωμανική. Έγιναν δίγλωσσοι από νωρίς και, με τον καιρό, εκεί που προέκυψε ταυτοτική σύγκλιση με τους ρωμαιογενείς (όπως στην Ισπανία), η γερμανοφωνία πρέπει να είχε χαθεί σχεδόν τελείως γύρω στο 600. Οι ανατολικοί Φράγκοι (πουήταν η κυρίαρχη γλωσσική ομάδα στην περιοχή τους) διατήρησαν την lingua teudisca (Παλαιά Άνω Γερμανική) ως τον 9ο αιώνα (και μετά, όταν συνεχίζουν την ιστοράι τους ως Άνω Γερμανοί ξεκομμένοι από τους Φράγκους), αλλά οι δυτικοί Φράγκοι (που ζούσαν σε θάλασσα ρωμανόφωνων) την είχαν ήδη λίγο πολύ χάσει μέχρι τότε. Ο κανόνας 17 της Γ΄ συνόδου της Τουρώνης (813, η τελευταία στην ήτνα παρών ο Καρλομάγνος) απαιτεί ο εκκλησιασμός να γίνεται πλέον όχι στα λατινικά, αλλά στις δύο γλώσσες που καταλαβαίνει με ευκολία ο λαός, in rusticam romanan linguam aut thiotiscam (σε «αγροικική» ρωμαϊκή γλώσσα [= δημώδης γαλλορωμανική] και γερμανική).

      Δες λ.χ. την παρακάτω σελίδα για τους Βανδάλους στην Αφρική: Ο Βίκτωρ της Βίτας γράφει ότι το 484 ο αρειανός (Βάνδαλος) επίσκοπος Καρχηδόνας υποκρίθηκε ότι δεν γνώριζε λατινικά, για να αποφύγει τη συζήτηση με κάτι καθολικούς επισκόπους. Οι δεύτεροι του είπαν «κόψε τις μαλαγανιές, ξέρουμε ότι μιλάς φαρσί τα λατινικά!» 🙂 🙂

      https://imgur.com/Dmgk96p

      • Ρήσος

        Χαχαχα, μάλιστα…
        Πάντως έχει πολύ ενδιαφέρον η αξιολόγηση των παραγόντων για το πως σε κάποιες περιπτώσεις (μάλλον τις περισσότερες) σβήνει η γλώσσα της επείσακτης άρχουσας ελίτ, ενώ σε άλλες επιβάλλεται πάνω στους ντόπιους.

      • Για να επιβληθεί η γλώσσα της επείσακτης ελίτ, θα πρέπει να καταστραφεί το σύστημα που συντηρούσε την χρήση και το κύρος της γηγενούς γλώσσας. Κάτι τέτοιο έγινε στην Ελλάδα (και την βαλκανική ενδοχώρα) τον 7ο αιώνα:
        η παρακμή των πόλεων (που συντηρούσαν την ελληνοφωνία γύρω από αυτές) και η έλλειψη εκκλησιασμού στην ελληνική γλώσσα στα σλαβοκρατούμενα εδάφη (δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι η Ρώμη συνέχισε να στέλνει επισκόπους στις σλαβοκρατούμενες περιοχές), επέτρεψαν την διάδοση της σλαβοφωνίας.

        Αντίθετα, στην Ιταλία οι Οστρογότθοι και οι Λομβαρδοί δεν κατάφεραν να αλλάξουν την γλώσσα της περιοχής, επειδή ούτε οι πόλεις παρήκμασαν (ως τοπικά κέντρα συντήρησης της λατινοφωνίας), ούτε ποτέ σταμάτησε ο εκκλησιασμός στην λατινική γλώσσα. Τελικά, ήταν οι Οστρογότθοι και Λομβαρδοί που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν την λατινική ως επίσημη και λόγια γλώσσα των βασιλείων τους και την δημώδη ρωμανική ως καθημερινή lingua franca.

        Μια μεγάλη διαφορά Ιταλίας και Ελλάδος είναι στον βαθμό διατήρησης των αρχαίων τοπωνύμιων: στην Ελλάδα η σλαβική γλώσσα επιβλήθηκε σε όλο το μικροτοπωνυμικό της περιοχής και ακόμα και στα ονόματα των μεγάλων ποταμών (που συνήθως διατηρούνται σε περιπτώσεις γλωσσικής αλλαγής). Στην Ιταλία, η επίδραση των γερμανικών γλωσσών στο τοπωνυμικό και υδρωνυμικό της περιοχής υπήρξε ελάχιστη και τα τοπωνύμια και υδρωνύμια διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, επειδή δεν διακόπηκε ποτέ η λατινοφωνία/ρωμανοφωνία σε τοπικό επαρχιακό επίπεδο.

  2. Hi Smerdaleos,
    it’s quite interesant the fact that during the Muslim rule in Al-Andalus some Mozarabs (Iberians who maintained their Christian faith),carried surnames such as; Al-Quti (The Goth) https://en.wikipedia.org/wiki/Mozarabs

    • Hi Andrea. If a common regnal Gothic identity was developing during the entire 7th-ce., then it is perfectly normal that some people would continue to consider themselves as ‘Goths’ after the Arab conquest
      (at least for a certain period).

  3. Γεια σου Σμερδαλέε!

    Γράφει η Buchberger στη σ. 98:

    As a substitute for ‘Gothic’, the qualification Hispaniae (of Spain)
    appeared more frequently at this time. […] Toledo XIV (684) tells of ‘Spanish bishops (Spanorum praesulum) of all Spain and Gaul’ rather than Gothic ones, and of the ‘kingdom of Spain (regnum Hispaniae)’ rather than the ‘kingdom of the Goths’. […]
    This shift away from Gothic toward Spanish identity does not mean, as a number of historians have suggested, that the late seventh century was the era in which modern Spain and Spanish identity was born. It is not ‘the birth of the first nation of modern Europe’ or the awakening of ‘the Hispanic nationality’. It is simply a sign of assimilation of Hispano-Romans and others into ‘Gothic’ identity. Gothicness needed to be mentioned less often because in a political sense, and perhaps even in all other senses, effectively everyone in the Visigothic kingdom had come to be envisioned as a ‘Goth’.

    Εδώ η ερμηνεία της μου φαίνεται ελλιπής. Γιατί κάποιος που αφομοιωνόταν στη γοτθική ταυτότητα να έπρεπε να αναφέρεται λιγότερο συχνά σαν Γότθος; Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για ισπανικό “έθνος” εκείνη την εποχή, ωστόσο αυτή η αλλαγή της ορολογίας δεν είναι σημάδι ενός πρώιμου μετασχηματισμού της γοτθικής ταυτότητας σε ισπανική, ο οποίος ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της Reconquista;

    Κατά τ’ ‘άλλα το βιβλίο είναι φοβερά ενδιαφέρον (αν ζούσε ο Ρωμανίδης και διάβαζε για μετατροπή Ρωμαίων σε Φράγκους και Γότθους θα έβγαζε αφρούς 🙂 🙂 )

    • Γιατί κάποιος που αφομοιωνόταν στη γοτθική ταυτότητα να έπρεπε να αναφέρεται λιγότερο συχνά σαν Γότθος;

      Καλημέρα Πέρτιναξ! Για τον ίδιο λόγο που, σύμφωνα με την Buchberger, ο Γρηγόριος της Τουρώνης στα τέλη του 6ου αιώνα δεν αναφέρεται ποτέ σε Ρωμαίους από τον θάνατο του Κλόβις ως τις ημέρες του (δλδ λίγο πολύ σε όλο τον 6° αιώνα), ενώ τον 7ο αιώνα οι αναφορές σε εθνοτικούς Ρωμαίους οργιάζουν σε 4 κείμενα.

      Ο Γρηγόριος δεν αναφέρεται ποτέ σε σύγχρονους Ρωμαίους του 6ου αιώνα, επειδή τόσο αυτός όσο και το στοχευμένο αναγνωστικό του κοινό διέθεταν ακόμα το παραδοσιακό ρωμαϊκό mindset: όσο ζούσαν εντός αυτοκρατορίας δεν χρειαζόταν να αναφέρουν όλη την ώρα ότι κάποιος είναι Ρωμαίος ή ότι «εμείς είμαστε Ρωμαίοι» (ήταν δεδομένο). Για το λόγο αυτό, ο τυπικός προσδιορισμός των ατόμων στα γραπτά του Γρηγορίου είναι «πόλη, οικογένεια, κοινωνικό status» (λ.χ. «από την τάδε πόλη, ο γιος του τάδε, ex genere senatorio [= από συγκλητικό γένος]»).

      Αντίθετα, τον 7ο αιώνα οι αναφορές σε εθνοτικούς Ρωμαίους αυξάνονται επειδή τότε τα άτομα που διατηρούσαν ακόμα την ρωμαϊκή ταυτότητα και την ιδέα της ρωμαϊκής καταγωγής είχαν γίνει πια μειοψηφία, «μια αξιοσχολίαστη ανωμαλία/εξαίρεση» κατά την Buchberger.

      Για την ερμηνεία της σιγής του Γρηγορίου (επειδή στα χρόνια του η ρωμαϊκότητα ήταν ακόμα κοινός τόπος), η Buchberger γράφει:

      [σλδ 107] It is commonly known that … Gregory described people in his native Gaul as ‘Roman’ when writing about the late Roman empire and its immediate aftermath, but not for his own contemporaries in the sixth century.

      Γιατί;

      [σλδ 109] Just as a group of English people talking among themselves would not continually refer to each other as ‘English’

      Μια παρέα Άγγλων, όταν συζητάνε μεταξύ τους, δεν χρειάζεται να εξηγούν όλη την ώρα ότι «εμείς είμαστε Άγγλοι», επειδή αυτό είναι κοινώς γνωστό σε όλη την παρέα. Μόνον αν η συζήτηση πάει σε διεθνές επίπεδο, θα αρχίσουν να αναφέρουν Άγγλους δίπλα σε άλλους λαούς (λ.χ. αν μιλάνε για ένα ματς Βρεττανίας-Γαλλίας θα πούνε «οι Βρεττανοί φίλαθλοι … οι Γάλλοι φίλαθλοι».

      Συνεπώς, για την Ισπανία: κατά την περίοδο 630-660 υπάρχει μια μανιώδης επανάληψη του όρου gens Gothorum, επειδή ακριβώς είναι κάτι καινούριο που πρέπει να επιβληθεί. Στο 684 είχε πια καθιερωθεί ως κοινός τόπος και ,συνεπώς, από την στιγμή που δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί κάποιος μπορούσε να γράψει και ένα regnum Hispaniae αντί για regnum Gothorum.

      • Να σου κάνω ένα παράδειγμα από τον Προκόπιο. Ο Προκόπιος ποτέ δεν νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει ότι η πλειοψηφία των ατόμων που γεννήθηκαν στην Ρωμανία ήταν «Ρωμαίοι το γένος». Παραθέτει μόνο τον τόπο καταγωγής τους, επειδή θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες του θα καταλάβουν ότι αναφέρεται σε Ρωμαίους. Όταν όμως κάποιος αξιωματικός τους στρατού τυχαίνει να είναι Αρμένιος, Ίβηρ ή κάτι άλλο μας το λέει, επειδή αυτό είναι «αξιοσχολίαστη ανωμαλία/εξαίρεση» (κατά τα λόγια της Buchberger).

        Η μόνη φορά που ο Προκόπιος πρσοδιορίζει κάποιον ως «Ρωμαίο το γένος» είναι στην περίπτωση του Ρωμαιογενούς Παύλου που είχε αυτομολήσει στους Πέρσες και τους βοηθούσε στις εισβολές τους στην Ρωμανία. Ακριβώς για να εκφράσει το μέγεθος της προδοσίας του Παύλου, εδώ ο Προκόπιος γράφει «αυτός ο Παύλος, όχι μόνον είχε μεγαλώσει στην Ρωμανία, αλλά μερικοί λένε ότι ήταν και Ρωμαίος το γένος [ρωμαιογενής, εθνοτικός Ρωμαίος]» = δεν πρόδωσε μόνο την Ρωμανία ως πολιτικό θεσμό, πρόδωσε «και το ίδιο του το αίμα» [επειδή ήταν ρωμαϊκής καταγωγής/εθνοτικός Ρωμαίος όχι βάρβαρος/εθνικός κάτοικος Ρωμανίας]».

        Αντίθετα για τους Θρακιώτες Φλωρέντιο (αυτοθυσιάστηκε για να νικήσουν οι Ρωμαίοι τους Πέρσες) και Ρουφίνο (ο πιο θαρραλέος στον ρωμαϊκό στρατό, τον οποίο ο Βελισάριος τίμησε κάνοντάς τον σημαιοφόρο του) δεν χρειάζεται να εξηγήσει ότι ήταν «Ρωμαίοι το γένος», επειδή ήξερε ότι αυτό θα ήταν αυτονόητο στους αναγνώστες του. Γράφει απλά ότι ήταν «Θράκες» (= Ρωμαίοι γεννημένοι στην διοίκηση Θράκης).

    • Αν ήταν απλά αυτός ο λόγος δεν θα χρειαζόταν κανένας αυτοπροσδιοριστικός όρος. Ούτε το Ισπανία-Ισπανοί.

      Αλλά απ’ ότι βλέπω στη σελίδα που παραθέτεις από το “Introduction to Medieval Europe”, οι Blockmans/Hoppenbrouwers δίνουν μια διαφορετική εκδοχή: μερικές δεκαετίες μετά την καθιέρωση του όρου “Γότθοι”, αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο “Ισπανοί” και πλέον ως Γότθοι αναφέρονταν κυρίως οι παλιοί βάρβαροι που είχαν κατακτήσει την Ισπανία σ’ ένα παρελθόν που είχε ήδη περάσει στη σφαίρα του μύθου.

      Μάλιστα αναφέρουν το παράδειγμα της Ισπανίας (όπου τελικά οι βάρβαροι υιοθέτησαν το όνομα της περιοχής που κατέκτησαν) σαν αντίθετο από αυτό της Φραγκίας, της Βουργουνδίας και της Αγγλίας (όπου οι βάρβαροι επέβαλαν το όνομά τους στους παλιούς κατοίκους).

      • Η Buchberger το αναλύει περισσότερο από τους Blackmans & Hoppenbrouwers.
        Πρώτα απ΄όλα, η χρήση του όρου «Ισπανία» στα 680s δεν είναι κάτι καινούριο. Ο όρος ουδέποτε έπαψε να χρησιμοποιείται, λ.χ. ο Ιωάννης του Βικλάρου (έγραψε μεταξύ 590-600) εκεί που κάνει την εθνοτική διάκριση Ρωμαίων και Γότθων γράφει «σε όλους τους κατοίκους της Ισπανίας, Γότθους και Ρωμαίους».

      • Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης στο Laus Spaniae («ύμνος στην Ισπανία», σλδ 68 στην Buchberger) περιγράφει την Ισπανία σαν μια όμορφη νύφη που στην αρχή την φλέρταρε η «κάποτε χρυσή» (αλλά τώρα γηραιή) Ρώμη, αλλά τελικά την πήραν οι Γότθοι (οι οποίοι περιγράφονται ως σφριγηλός και όμορφος νέος). Ο Ισίδωρος όμως ήταν ένας από τους βασικούς πρωτεργάτες στην εδραίωση της ιδεολογίας ενός ενιαίου, καθολικού και βασιλειακού gens Gothorum στα 630s.

      • Είναι αρκετά ενδιαφέρουσα περίπτωση για περαιτέρω έρευνα (όχι από εμάς πάντως 😛 ). Μπορεί ο παλαιός όρος Ισπανία/Ισπανοί σε βάθος χρόνου να αποδείχτηκε περισσότερο κατάλληλος στο να περιγράψει την ένωση Γότθων και Ισπανο-Ρωμαίων (και η επικράτηση της γοτθικής ταυτότητας να ήταν εξαιρετικά παροδική).

      • Δυστυχώς δεν ξέρω τι γίνεται μετά την αραβική κατάκτηση (711). Μπορώ να σου παραθέσω μερικές σελίδες του Dietrich Claude για το πως χρησιμοποιεί ο Ισίδωρος στα 630s τον όρο Hispani.

        Κάτσε να τις βρω και θα τις παραθέσω μέχρι το απόγευμα.

  4. Ρήσος

    Σμερδαλέε, σχολιάζοντας τα παραπάνω, να πω μόνο ότι στην περίπτωση των Σλάβων δε νομίζω ότι υπήρξε απλώς μια ελίτ που κατάφερε να επιβληθεί στους ντόπιους, αλλά πρέπει να αφορούσε ένα μεταναστευτικό φαινόμενο μεγάλου μεγέθους. Η ηπειρωτική Ελλάδα θα πρέπει να είχε πλημμυρίσει κυριολεκτικά από επήλυδες σλαβόφωνους, οι οποίοι -ελλείψει και κρατικής οργάνωσης- κυριάρχησαν για κάποιο διάστημα γλωσσικά και καθιέρωσαν τοπωνύμια και υδρωνύμια (με εξαίρεση ίσως σε κάποια αστικά κέντρα). Παρ’ όλα αυτά, εν τέλει, η Ρωμαϊκή εξουσία κατάφερε είτε με πολεμικές δράσεις είτε με έξυπνη πολιτισμική και θρησκευτική διείσδυση να τους αφομοιώσει και να τους ενσωματώσει στην αυτοκρατορία. Έτσι, η ελληνοφωνία ανέκαμψε.

    Υ.Γ: Στο σημείο που αναφέρεις ότι δεν στέλνονταν επίσκοποι για εκκλησιασμό των σλάβων, φαντάζομαι εννοείς από Κων/πολη.

    • 1) αλλά πρέπει να αφορούσε ένα μεταναστευτικό φαινόμενο μεγάλου μεγέθους

      Μην νομίζεις ότι οι σλάβοι έποικοι του ελλαδικού χώρου ήταν πολύ περισσότεροι από τους Γερμανούς εποίκους σε Ιταλία, Γαλλία και Ιβηρική. Απλώς, επειδή στα Βαλκάνια οι πόλεις είχαν παρηκμάσει ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα, οι Σλάβοι έποικοι του 7ου αιώνα βρήκαν γόνιμο έδαφος για να διαχύσουν την γλώσσα τους.

      Υ.Γ: Στο σημείο που αναφέρεις ότι δεν στέλνονταν επίσκοποι για εκκλησιασμό των σλάβων, φαντάζομαι εννοείς από Κων/πολη.

      Όχι, από Ρώμη εννούσα, γι΄αυτό και έγραψα Ρώμη. Η Ελλάδα ανήκε στο Ιλλυρικό και το Iλλυρικό ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Ρώμης ως το 740 πάνω κάτω. Η δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι το 740 ήταν από τον Νέστο μέχρι τον Ταύρο (και αυτά τα μέρη εξελίχθηκαν σε «Ῥωμαίων ἤθη» = «πατροπαράδοτα μέρη του ρωμαϊκού γένους» κατά την μέση περίοδο). Ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ κάποια στιγμή γύρω στο 740 επέκτεινε τα όρια του κλίματος Κων/πολέως και έφερε το νότιο Ιλλυρικό και την Σικελία στο κλίμα Κων/πόλεως.

      • Ρήσος

        Με άλλα λόγια, δηλαδή, για την απώλεια αυτών των περιοχών από την αυτοκρατορία υπεύθυνη ήταν η ολιγωρία της Εκκλησίας της Ρώμης που ήδη βρισκόταν εκτός; Η κακοδιοίκηση από τότε φαίνεται μας κυνηγάει.

      • Εν μέρει ναι. Μην ξέχνάς ότι η καρδιά της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά την περίοδο 400-600 ήταν η παλιά υπαρχία της Ανατολής (το ανατολικό γκρι τμήμα σ΄αυτόν εδώ τον χάρτη). Το Ιλλυρικό είχε πάντα το πρόβλημα ότι εκκλησιαστικά ελεγχόταν από την Ρώμη και, συνεπώς, δεν μπορούσε να συμμετάσχει στα «αιρετικά», εθνοδομητικά προγράμματα της Κων/πόλεως πυο προϋπέθεταν την συνεργασία πολιτείας-εκκλησίας, γιατί ο Πάπας αμέσως τα βάφτιζε «αιρετικά» (και, αντικειμενικά, είχε δίκαιο).

        Για να καταλάβεις το πρόβλημα, σου παραθέτω το παρακάτω βίντεο από την ταινία Elisabeth: The Golden Age. Όταν ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας ετοίμαζε την περίφημη Ισπανική αρμάδα για να κατακτήσει την Αγγλία, οι μισοί Άγγλοι ήταν καθολικοί και οι άλλοι μισοί αγγλικανοί/προτεστάντες. Εθνική αγγλική ταυτότητα είχαν αρχίσει να αποκτούν μόνον οι προτεστάντες, οι οποίοι έβλεπαν τον Φίλιππο ως ξένο εισβολέα που έπρεπε να αποκρουσθεί. Οι καθολικοί Άγγλοι, αντίθετα, τον εβλεπαν ως απελευθερωτή των καθολικών (από τον ζυγό του «αιρετικού» προτεσταντικού κατεστημένου).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.