Η θέση της Ελληνικής στην ΙΕ οικογένεια #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση επιχείρησα να εξηγήσω πως οι γλωσσολόγοι εκτιμούν την φυλογενετική συγγένεια των (συγγενικών) γλωσσών και γιατί υπάρχει σχετική ομοφωνία για το σχήμα της διάσπασης της ΠΙΕ: ο αρχαϊκός ανατολιακός κλάδος αποσχίστηκε πρώτος, ο Τοχαρικός δεύτερος, η εναπομείνασα ΠΙΕ απέκτησε τα όψιμα χαρακτηριστικά της Ύστερης ΠΙΕ που κληρονόμησαν οι υπόλοιποι θυγατρικοί κλάδοι, η αρκετά πιθανή ύπαρξη ενός «βραχύβιου» Ιταλο-Κελτικού κλάδου και, τέλος, η ιδιαίτερη συγγένεια που συνδέει την Ελληνική με τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο, η οποία είναι ενδεικτική της γεωγραφικής γειτνίασης των προδρόμων τους στις αρχές της τρίτης π.Χ. χιλιετίας.

Στη σημερινή ανάρτηση κι την επόμενη θα κάνω μια παρουσίαση της αναδομημένης γραμματικής της Ύστερης ΠΙΕ (Late PIE, LPIE), γιατί η τελευταία είναι η αφετηρία που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ποια στοιχεία των θυγατρικών γλωσσών συνιστούν αρχαϊσμούς (διατήρηση του αρχικού «σχήματος») και ποια αποτελούν νεωτερισμούς (καινοτομική αλλαγή) και, με φόντο την LPIE γραμματική και κάποια άλλα στοιχεία, θα προσπαθήσω να δείξω την θέση της Ελληνικής στην ΙΕ οικογένεια. Στην παρούσα ανάρτηση θα ασχοληθώ με το ΙΕ ρήμα, αφήνοντας τα υπόλοιπα για την επόμενη ανάρτηση.

Α. Ρήμα

Το αναδομημένο ρηματικό σύστημα της Ύστερης ΠΙΕ είναι γνωστό ως ρηματικό σύστημα Cowgill-Rix (από τους ΙΕστές γλωσσολόγους Warren Cowgill και Helmut Rix). Χονδρικά, έχουν αναδομηθεί δύο ρηματικές κλίσεις (αθέματη και θεματική), δύο φωνές (voices: ενεργητική/active και μεσοπαθητική/mediopassive), τρεις αριθμοί (ενικός, δυϊκός και πληθυντικός), τουλάχιστον τρεις χρόνοι (tenses: ενεστώτας/present, αόριστος/aorist και παρακείμενος/perfect, αν και η αφετηρία των «χρόνων» αυτών είναι οι «(απ)όψεις» (ή ποιόν ενέργειας) = grammatical aspects: eventive (υποδιαιρείται σε perfective > αόριστος & imperfective > ενεστώτας [και με «δευτερογενείς καταλήξεις» παρατατικός] & stative > παρακείμενος), τέσσερις εγκλίσεις (moods: οριστική/indicative, υποτακτική/subjunctive, ευκτική/optative και προστακτική/imperative) και μια σειρά μετοχών (participles).

Μια ωραία περίληψη των παραπάνω είναι οι παρακάτω τρεις σελίδες του Donald Ringe (2006, πλέον στην 2η έκδοση 2017) [οι πρώτες ~60 σελίδες του βιβλίου είναι μια εξαιρετική περιγραφή της Ύστερης ΠΙΕ γραμματικής]:

Α.1. Αθεματική και Θεματική κλίση

Οι ρηματικές καταλήξεις διακρίνονται σε πρωτογενείς (primary) και δευτερογενείς (secondary, -m, -s, -t κλπ), με τις πρώτες να διακρίνονται περαιτέρω σε αθεματικές (-mi, -si, -ti) και θεματικές (-oh2, -si, -ti). Οι αθεματικές καταλήξεις χρησιμοποιούνται στην αθεματική κλίση του ενεστώτα (απευθείας προσθήκη των καταλήξεων στο ρηματικό θέμα, χωρίς την μεσολάβηση του θεματικού φωνήεντος e~ο, λ.χ. *h1es- + -ti > IE *h1esti > ελλην. ἐστί ~ βεδ./σανσκ. ásti), ενώ οι θεματικές καταλήξεις χρησιμοποιούνται στην θεματική κλίση του ενεστώτα (η κλίση στην οποία το θεματικό φωνήεν e~o μεσολαβεί μεταξύ ρηματικής ρίζας και καταλήξεων, λ.χ. *bher-o– + -h2 > IE *bhrer-oh2 > ελλην. φέρω ~ λατ. ferō, *bher-e– + -ti > IE *bhereti > βεδ. bhárati ~ λατ. fert = «φέρει»).

Παραθέτω έναν πίνακα από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του Benjamin Fortson (2004, πλεόν στην 2η έκδοση 2009) με τις πρωτογενείς και δευτερογενείς καταλήξεις:

Όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, η αθεματική κλίση υπήρχε ήδη και στην Πρώιμη ΠΙΕ και είναι η ίδια με την κλίση -mi του ανατολιακού κλάδου. Αντίθετα, δεν υπάρχουν ξεκάθαρα παραδείγματα θεματικής κλίσης στον Ανατολιακό κλάδο και υπάρχουν πολύ λίγα παραδείγματα στον Τοχαρικό, ενώ αντίθετα οι θυγατρικοί κλάδοι της Ύστερης ΠΙΕ βρίθουν με παραδείγματα θεματικής κλίσης. Αυτή η ανοδική πορεία της θεματικής κλίσης συνεχίστηκε και μετά την διάσπαση της LPIE, γιατί οι περισσότεροι θυγατρικοί κλάδοι της κλάδοι δείχνουν την τάση αντικατάστασης της αθεματικής κλίσης με την θεματική. Στην αρχαϊκή Λατινική, η αθεματική κλίση είχε ήδη σε μεγάλο βαθμό διηθηθεί από την θεματική (η αθεματική κλίση επιβίωσε μερικώς μόνο σε ορισμένα αρχαϊκά ανώμαλα ρήματα όπως το ρήμα sum = «είμαι»):

ΙΕ *h1ey-mi = «βαίνω» > ελλην. εἶμι ~ σανσκ. émi, αλλά λατ. *ey-ō > (αλλά με αθεματικό απαρέμφατο *h1ey-se > īre, όπως το επίσης αθεματικό λατινικό απαρέμφατο *h1es-se > esse, του sum = «είμαι»)

IE *dhe-dheh1-mi > ελλην. τίθημι ~ σανσκ. dádhāmi, αλλά λατ. *dhh1-k-yō > faciō

IE *de-deh3-mi > ελλην. δίδωμι ~ σανσκ. dádāmi, αλλά λατ. (< It. *didō)

Οι Geoffey Horrocks & James Clackson γράφουν για την απώλεια της αθεματικής κλίσης στην Λατινική και την τάση απώλειάς της ήδη στις LPIE ποικιλίες:

Η ίδια τάση αντικατάστασης της αθεματικής κλίσης από την θεματική χαρακτηρίζει και την μεταγενέστερη Ελληνική (τίθημι > θέτω, δίδωμι > δίδω/δίνω) και, συνεπώς, η διατήρηση της αθεματικής κλίσης στην αρχαία Ελληνική και τους αρχαίους εκπροσώπους του Ινδου-Ιρανικού κλάδου είναι κοινός αρχαϊσμός που οφείλεται εν μέρει στην ύπαρξη σ΄αυτούς τους κλάδους συντηρητικής επικής/ποιητικής γλώσσας και εν μέρει στην πρώιμη καταγραφή τους. Σκεφτείτε ποια θα ήτνα η εικόνα της Ελληνικής γλώσσας, αν είχε πρωτοκαταγράφεί στην μορφή που είχε τον 9° μ.Χ. αιώνα (την εποχή λ.χ. που πρωτοκαταγράφεται και η Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική= OCS), όταν τα τίθημι/δίδωμι είχαν πια γίνει θέτω/δίδω, το εἰμί είχε γίνει είμαι και τα υπόλοιπα αθεματικά ρήματα (λ.χ. εἶμι, φημί) είχαν εδώ και καιρό χαθεί από την μεσαιωνική καθουμιλουμένη γλώσσα.

Στην Σανσκριτική και τον Σλαβικό κλάδο, η αθεματική κατάληξη *-mi του πρώτου προσώπου εισήλθε στην θεματική κλίση (λ.χ. *bher-oh2-mi > βεδ. bhárāmi = «φέρω» ~ OCS berǫ).

Παραθέτω μερικά παραδείγματα αθεματικής και θεματικής κλίσης από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του Benajmin Fortson:.

Η κλίση του αθεματικού ρήματος *h1es-mi = «είμαι» (ενεργητική φωνή, οριστική ενεστώτα) σε Χεττιτική, Βεδική Σανσκριτική, Ελληνική, Λατινική, Γοτθική και Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική (OCS) και η κλίση του θεματικού ρήματος *bher-oh2 = «φέρω» σε Βεδική Σανσκριτική, Ελληνική, Γοτθική και Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική, μαζί με το θεματικό ρήμα *h2eg’-oh2 > agō (~ ἄγω) της Λατινικής:

Παραθέτω επίσης μερικές σελίδες από την Συγκριτική Γραμματική του Andrew L. Sihler (1995) με την κλίση (ενεστώτας και παρατατικός) σε Ελληνική και Βεδική Σανσκριτική των αθεματικών ρημάτων ΙΕ *dhe-dheh1-mi > τίθημι ~ βεδ. dádhāmi και IE *h1ey-mi («πηγαίνω») > εἶμι ~ βεδ. émi (στην Βεδική συνέβη η μονοφθογγοποίηση *ey>ai>e, λ.χ. IE *h1oy-kos > *aika > éka = «ένας»):

A.2. Χρόνοι

Όπως ανέφερα παραπάνω, οι τέσσερεις χρόνοι που μπορούμε να αναδομήσουμε για την LPIE είναι οι ενεστώτας, παρατατικός (ενεστωτικό θέμα με δευτερογενείς καταλήξεις [και παρελθοντική αύξηση στην Ελληνο-Άρια ομάδα]), αόριστος, και παρακείμενος.

α) Ενεστώτας:

Η LPIE είχε διάφορα είδη ενεστώτα. Έχω ήδη αναφέρει την θεματική (*bher-oh2 > φέρω) και αθεματική (*h1ey-mi > εἶμι) κλίση και τον διπλασιασμένο ενεστώτα (ρίζα *dheh1- > *dhe-dheh1-mi > τίθημι). Ένα άλλο είδος ενεστώτα ήταν η ρινική ένθεση (nasal infix), που σχηματιζόταν με την ένθεση ενός -n(e)- στον μηδενικό βαθμό μιας συμφωνόληκτης ρηματικής ρίζας:

IE *h1reug- > ἐρεύγομαι, αλλά και *h1ru-n(e)-g- > ἐρρυγγάνω

ΙΕ *demh2- > *dem-ne-h2-mi > *δέμνᾱμι > δάμνημι

IE *yeug- > *yu-n(e)-g- > λατ. iungō και σανσκ. yunakti

IE *(s)teud- > *(s)tu-n(e)-d- > αλβ. tund και λατ. tundō

Μια παρεμφερής γκάμα ρινικών ενεστώτων σχηματιζόταν με την προσθήκη του παροντικού (λ.χ. νῦν = τώρα) μορίου *-ne(w)-/-nu- στην ρηματική ρίζα, λ.χ.:

IE *yeug- > *yeug-nu-mi > ζεύγνῡμι

IE steygh- > *steygh-new-tey > EPSlv *steygnawtey > *stīgnantī (με αφομοίωση –naw– > –nan-) > LPSlv και OCS stignǫti (λ.χ. σερβ. stignem και (σλαβο)μακ. stignam)

Ο ρινικός ενεστώτας υπήρξε παραγωγικότατος στην νεοελληνική: δεικνύω > δείχνω (αλλά αόριστος έδειξα) , χέω > χύνω (αλλά αόριστος έχυσα), δίδωμι > δίδω > δίνω (αλλά αορίστος έδωσα), δηλόω/δηλῶ > δηλώνω (αλλά αόριστος δήλωσα) κλπ.

Υπήρχαν και άλλοι ενεστώτες όπως λ.χ. αυτοί σε *-sk’-e-, και *-y-e-, λ.χ. το ζεύγος *gwem- > (βεδ. gacchati*gwm.-sk’-e- >) βάσκω = βαίνω (< *gwm.-yō > λατ. veniō), ο παράγωγος αιτιακός-επαναληπτικός (causative-iterative) σχηματισμός με την ρίζα στον ο-βαθμό και την κατάληξη *-ye-:

IE *bher-e- > *bhor-e-ye > ελλην. *phoreyō > φορέω ~ βεδ. bhāmi

IE *nes-e- > *nos-e-ye– > PSlv *nositi = «φορέω» (πρβ. το α΄ ενικό πρόσωπο στα σρβ-κρ. ρήματα nesti > nesem, αλλά nositi > nosim)

IE *dhegwh-e- > *dhoghw-e-ye– > λατ. foveō ~ αλβ. *h1en-dhogwh-e-ye– > *endagwjō > *endedž- > ndez

Παραθέτω δυο σελίδες του Donald Ringe (2006) με τα LPIE είδη ενεστώτα:

Στην ελληνική υπάρχει η συνήθεια η ρινική ένθεση να συνοδεύεται από την κατάληξη –άν-ω:

*h1rewg- > ἐρεύγομαι > *h1ru-n(e)-g-an– > ἐρυγγάνω

*leykw- > λείπω > *li-n(e)-kw-an– > λιμπάνω

*sweh2dus > ἡδύς > *swh2-n(e)-d-an– > ἁνδάνω = «τέρπω» (< αρχ. σημ. «γλυκαίνω»)

Η ίδια κατάληξη -an- απαντά στους ενεστώτες της Αρμενικής, αλλά χωρίς την ρινική ένθεση, λ.χ. *leykw- > lk’anem = «φεύγω» (~ λιμπάνω), *weyd- > *wid-an– > *gitanem > gtanem = «βρίσκω» κλπ. Στην Αρμενική συνέβη η τροπή *w>gw>g και, για να το θυμάστε, παραθέτω τα αρμενοαγγλικά ζεύγη συγγενών gorc/work και get/wet.

β) H παρελθοντική αύξηση *e-:

Το «παθογνωμονικό» στοιχείο της Ελληνο-Αρίας ομάδας (Ελληνική, Ινδο-Ιρανικός κλάδος, Αρμενική και Φρυγική) είναι η παρελθοντική αύξηση *e- (augment) σε παρατατικό και αόριστο. Σύμφωνα με τον Andrew Sihler, οι παλαιότερες γενιές Ευρωπαίων ΙΕστών αναδομούσαν την αύξηση στην μητρική ΠΙΕ επειδή, λόγω του κύρους που είχαν η Ελληνική και  η Σανσκριτική στον χώρο τους, ήθελαν να νομίζουν πως οι ευρωπαϊκές τους γλώσσες κάποτε διέθεταν και αυτές την αύξηση, αλλά την έχασαν. Ωστόσο, συνεχίζει ο Sihler, αν εξετάσουμε το θέμα ψύχραιμα, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ύπαρξης της αύξησης στην LPIE και, συνεπώς, είναι ορθότερο να θεωρήσουμε την αύξηση ως αποκλειστικό νεωτερισμό της Ελληνο-Άριας ομάδας.

Η ελληνική κληρονόμησε την συλλαβική αύξηση (φέρω > ἔφερον) από τις ελληνοάριες καταβολές της, αλλά δημιούργησε μια νέα, αναλογική, αποκλειστικά δική της χρονική αύξηση: τα κληρονομημένα παραδείγματα e/ē και a/ā των *h1es-/*e-h1(e)s- > *σμί/α και *h2eg’-/*e-h2(e)g’- > γω/γον (> αττικοϊων. γον) οδήγησαν σε γενικευμένη έκταση όλων των αρκτικών φωνηέντων σε αόριστο και παρατατικό (λ.χ. *woyk’- > οἰκέω > κεον/κουν).

Ο Sihler (1995) για την αύξηση:

Ο Fortson (2004, 2009) για την αύξηση:

Ο Ringe (2006) για την αύξηση:

γ) Παρατατικός:

Ο παρατατικός σχηματιζόταν με την προσθήκη των δευτερογενών καταλήξεων στο θέμα του ενεστώτα (και με παρελθοντική αύξηση *e- ειδικά στην Ελληνο-Άρια ομάδα):

  • αθεματικός ενεστώτας *h1es-mi = «είμαι» με παρατατικό *(e)h1es-m.: PAlb.*esa (χωρίς αύξηση) > παλαιό αλβ. jeshë (διατηρείται στα τσάμικα, η πρότυπος αλβ. έχει isha), ελλην. ἦα (< *ēha, με αύξηση και s>h) ~ βεδ. āsam (με αύξηση).
  • αθέματος ενεστώτας *h1ey-mi (εἶμι = «πηγαίνω») με ελληνο-άριο παρατατικό (με αύξηση) *e-h1ey-m. > *ēym. > ελλην. ᾖα ~ βεδ. āyam
  • αθεματικός διπλασιασμένος ενεστώτας *dhe-dheh1-mi = «τίθημι» με ελληνοάριο παρατατικό (με αύξηση) *e-dhe-dheh1-m > ελλην. ἐτίθην ~ βεδ. adadhām
  • θεματικός ενεστώτας *bher-o-h2 = «φέρω» με ελληνοάριο παρατατικό (με αύξηση) *e-bher-o-m > ελλην. ἔφερον, βεδ. ábharam, αρμεν. eber = ἔφερε (<*e-bher-e-t) κλπ.
  • θεματικός ενεστώτας *h2eg’-o-h2 = «άγω» με ελληνοάριο παρατατικό (με άυξηση) *e-h2eg’-o-m > *ah2ag’om > *aag’om > *āg’om > ελλην. ἦγον ~ βεδ. ājam.

Παραθέτω μερικές σελίδες για τα παραπάνω:

Ο Joachim Matzinger (2006) για τον παλαιοαλβανικό παρατατικό *h1es-m. > *esa > jeshë:

Ο Vladimir Orel (2000) για τον παλαιοαλβανικό παρατατικό jeshë που διατηρείται στην τσάμικη (ενώ η πρότυπος αλβανική πλέον έχει isha):

O Andrew L. Sihler (1995) γράφει για τους ελληνοαρίους παρατατικούς (με αύξηση *e-) σε Ελληνική και Βεδική Σανσκριτική  *e-h1es-m. > *ēsm. > ἦα/āsam, *e-h1ey-m. > ᾖα/āyam, *e-dhe-dheh1-m > ἐτίθην/adadhām, και *e-bher-o-m > ἔφερον/abharam (προσέξτε την παρατήρηση του Sihler σε πολλά σημεία -την υπογράμμισα με μπλε- ότι στην λατινική (και γενικά στους δυτικούς κλάδους, Ιταλο-Κελτικό και Γερμανικό) δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος αυτού του παρατατικού, ότι υπάρχει εκπληκτική ομοιότητα μεταξύ του ομηρικού και Ινδο-Ιρανικού παρατατικού και, τέλος, ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες του ελληνικού παρατατικού με τον Ανατολιακό):

O ελληνοάριος παρατατικός του «άγω» σε ελληνική και βεδική *e-h2eg’-o-m > *aag’om > *āg’om > ἦγον/ājam σε μια σελίδα από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του James Clackson (2007):

δ) Αόριστος:

Η LPΙΕ είχε διάφορα είδη αορίστου (βλ. Οι ΙΕ αόριστοι). Ο αόριστος σχηματίζεται με τις δευτερογενείς καταλήξεις και μπορούσε να είναι θεματικός (*-o-m) ή αθεματικός (*-m.). Στην ελληνική ο θεματικός αόριστος έχει κατάληξη *-o-m > -ον (λ.χ. *weyd- > *e-wid-o-m > ἔϝιδον > εἶδον) και ο αθεματικός *-m. > -α (λ.χ. *deyk’- > *e-deyk’-s-m. > ἔδειξα). Ο αόριστος μπορούσε να σχηματιστεί με τους παρακάτω τρόπους:

  • Σιγματικός αόριστος: ελλην. ενεστώτας *deyk’-new– > δείκνῡμι, με σιγματικό αόριστο *e-deyk’-s-m. > ἔδειξα,  λατ. *deyk’- > dīcō, με παρακείμενο (ο λατινικός παρακείμενος προέκυψε από την συγχώνευση αορίστου και παρακειμένου, βλ. παρακάτω) *deyk’-s– > xī, *dewk- > ενεστώτας dūcō, με παρακείμενο  *dewk-s– > xī κλπ, στον σλαβικό κλάδο το /s/ του σιγματικού αορίστου εξελίχθηκε σε /χ/ μετά από r,u,k,i (βλ. RUKI rule) και αυτό το /χ/ γενικεύτηκε ως δείκτης αορίστου με κάποιες περαιτέρω τροποποιήσεις (λ.χ. βουλγ. reká = «λέω», με αόριστο rekoχ = «είπα», η OCS έχει αόριστο rěχŭ = «είπα», με*-k-s– > *-k-š– > *-k-χ– > –χ-) κλπ.
  • Εκτεταμένος αόριστος· σχηματίζεται με την έκταση του ενεστωτικού ε-βαθμού e>ē: λατ. le, με παρακείμενο lē, στην αλβανική εξελίχθηκε στον παραγωγικό αόριστο με /o/ λόγω της τροπής ē>o, λ.χ. mbledh/mblodh, djeg/dogja κλπ. Έχει ενδιαφέρον ότι ο αόριστος της ρηματικής ρίζας *weg’h- = «εποχέομαι» είναι ταυτόχρονα KAI σιγματικός KAI εκτεταμένος (*wēg’h-s-) σε λατινική (vehō > prf. vēxī), και σανσκριτική (avākam, με αύξηση) και το ίδιο συμβαίνει και σε μερικά ρήματα της Εκκλησιαστικής παλαιοσλαβονικής (λ.χ. *wedh- > vedǫ = «άγω», με αόριστο *wēdh-s– > věsŭ). Απ΄όσο γνωρίζω, δεν υπάρχουν παραδείγματα εκτεταμένου αορίστου στην Ελληνική.
  • Χρήση της αοριστικής ρίζας (root aorist)· Σχηματίζεται με την προσθήκη των δευτερογενών καταλήξεων στον ε-βαθμό της ρίζας (ε-βαθμός στον ενικό της ενεργητικής, μηδενικός βαθμός αλλού), λ.χ. *sti-steh2-mi, με ελληνοάριο αόριστο *e-steh2-m > ελλην. ἔστην ~ βεδ. asthām.
  • Θεματικός αόριστος: IE *h1leudh-, με μηδενόβαθμο θεματικό αόριστο *(e)h1ludh-e-t > ελληνικό ἤλυθε (με αύξηση) ~ παλαιοϊρλανδικό luid (χωρίς αύξηση), και η ελληνοάρια τριάδα *weyd- > *e-wid-e-t > ελλην. ἔϝιδε > εἶδε ~ βεδ. ávidat ~ αρμεν. egit, οι φρυγικοί αόριστοι (με αύξηση) *e-dheh1- > εδᾱες = ἔθηκε, εστᾱες = έστησε κλπ.
  • Διπλασιασμένος αόριστος: Υπάρχουν διάφορα είδη διπλασιασμένου αορίστου (λ.χ. ἄγω > ἤγαγον) και εμφανίζονται μόνο στην ελληνοάρια ομάδα και τον Τοχαρικό κλάδο (λ.χ. Τοχ. Α śa-śärs = «γνωστοποίησε», Οδύσσεια, 8.448: δάω = «μαθαίνω» > δέδαε ~ «μου τό μαθε, δίδαξε»). Ο νεοελληνικός αόριστος είπα (< ομηρικό ἔειπον) ανάγεται στον διπλασιασμένο θεματικό αόριστο *e-we-wkw-o-m της ΙΕ ρίζας *wekw- «φωνάζω», τον οποίο η Ελληνική συμμερίζεται με τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο (λ.χ. σανσκ. *a-va-uc-am > ávocam). Το αρμενικό ρήμα aṙnem = «φτιάχνω» (*h2er- + ενεστωτικό -n-) έχει διπλασιασμένο αόριστο arari = «έφτιαξα».

Για να εμπεδώσετε τα παραπάνω, παραθέτω το κεφάλαιο για τον ΙΕ αόριστο από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του Benjamin Fortson (2004, 2009):

ε) Παρακείμενος:

Έχω ήδη αναφέρει ότι ο LPIE παρακείμενος έχει κοινή καταγωγή με την Ανατολιακή -ḫi κλίση. Οι δυτικοί κλάδοι (Ιταλο-Κελτικός και Γερμανικός) και ο Τοχαρικός συγχώνευσαν τον παρακείμενο με τον αόριστο σε ένα νέο είδος παρελθοντικού χρόνου που στα αγγλικά λέγεται preterite (λ.χ. ο υβριδικός παρακείμενος της λατινικής και το simple past της αγγλικής). Ο LPIE παρακείμενος σχηματιζόταν με την προσθήκη των δικών του καταλήξεων στην ο-βαθμη διπλασιασμένη ρηματική ρίζα (λ.χ. IE *leykw- > λείπω, με παρακείμενο *le-loykw-h2e > λέλοιπα, IE *kwer- «ποιώ, φτιάχνω» > σανσκ. ενεστ. kr.ṇóti (από την ίδια ρίζα το κάρμα του ινδουισμού), με παρακείμενο *kwe-kwor-h2e > cakara = «πεποίηκα, έχω φτιάξει»).

Ο υβριδικός λατινικός παρακείμενος («υβριδικός» γιατί χρησιμοποιείται και ως αόριστος και ως παρακείμενος λόγω της συγχώνευσης) διατήρησε μερικά αρχαϊκά παραδείγματα διπλασιασμού, λ.χ. canō = «τραγουδώ», με παρακείμενο cecinī = «τραγούδησα, έχω τραγουδήσει», αλλά ο διπλασιασμός έπαψε να είναι παραγωγικός στην πλειοψηφία των ρημάτων (λ.χ. η τριάδα λατινικών παρακειμένων του Καίσαρα vēnī, vīdī, vīcī που ο Πλούταρχος μετέφρασε ως ἦλθον, εἶδον, ἐνίκησα).

Για να «ξεμπλέξει» ο Κελτικός κλάδος τον συγχωνευμένο παρακείμενο-αόριστο, δημιούργησε έναν νέο παρακείμενο προσθέτοντας το πρόθημα *ro- (λ.χ. παλαιοϊρλανδικός διπλασιασμένος υβριδικός αόριστος cechain = «τραγούδησε» (ενεστ. canaid = «τραγουδά»), αλλά νέος παρακείμενος ro.cechain = «έχει τραγουδήσει»). Παραθέτω μια σελίδα όπου ο Donald Ringe (2006) εξηγεί στην εξέλιξη του ΙΕ παρακειμένου σε preterite στον Ιταλο-Κελτικό και Γερμανικό κλάδο, από τον οποίο κατάγεται το σύγχρονο αγγλικό simple past:

Πως ξέρουμε ότι ο αγγλικός χρόνος simple past (απλός αόριστος, PGmc preterite) κατάγεται από τον LPIE παρακείμενο;

Ας πάρουμε το αγγλικό take = «παίρνω» που έχει απλό αόριστο took = «πήρα». Γιατί συμβαίνει αυτή η φωνηεντική αλλαγή;

Το αγγλικό ρήμα take προέρχεται από το πρωτογερμανικό ρήμα *tēkaną που, με τη σειρά του, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *deh1g-. Γνωρίζοντας το ελληνικό παράδειγμα λείπω/λέλοιπα, πως θα σχηματίζατε τον παρακείμενο την ΙΕ ρίζας *deh1g-;

ΙΕ *de-doh1g-h2a > PGmc *te-tōk-a

Αν περάσουμε στην Βιβλική Γοτθική του Ουλφίλα (4ος μ.Χ. αι., η παλαιότερη καταγεγραμμένη γερμανική γλώσσα), θα δούμε ότι στα αγγλικά take/took αντιστοιχούν τα γοτθικά tēka/tetōk! Η διαφορά είναι ότι η Αγγλική (όπως και οι περισσότερες μεταγενέστερες της Γοτθικής γερμανικές γλώσσες) έπαψε να διπλασιάζει το ρηματικό θέμα στο simple past (λ.χ. αγγλικό simple past let > let, αλλά γοτθικό lēta > lelōt) και, σαν δυτική γερμανική γλώσσα, έκανε την τροπή ē>ā.

Παραθέτω την κλίση των γοτθικών αντίστοιχων ρημάτων των αγγλικών take και let (στο γοτθικό αλφάβητο «ΑΙ» = /ε/ και «Ε» = /ē/, λ.χ. PGmc *tehun > γοτθ. «taihun» = /tεhun/, αγγλ. ten):

Στην παλαιότερη LPIE ο διπλασιασμός δεν ήταν απαραίτητος στον παρακείμενο, όπως μαρτυρεί ο αρχαϊκός παρακέιμενος *weyd- > *woyd-h2e = «έχω δει» > «γνωρίζω» (λ.χ. ελλην. οἶδα, σανσκ. veda, OCS věděti, γοτθ. «wait» = /wεt/ κλπ).

Παραθέτω το κεφάλαιο με τον παρακείμενο από το εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας του Benjamin Fortson:

Για να καταλάβετε την φυλογενετική συγγένεια των ΙΕ γλωσσών, προσέξτε ότι η κλίση όλων των απογόνων του *woyd-h2e = οἶδα που παραθέτει ο Fortson είναι ανώμαλη, έχοντας ο-βαθμο ενικό και μηδενόβαθμο πληθυντικό (*woyd-/*wid- > ελλην. οἶδα/δμεν, σανσκ. veda/vidma, γοτθ. wait/witum).

στ) Μετοχές:

Οι LPIE μετοχές που μπορούμε να αναδομήσουμε περιλαμβάνουν ενεργητικές μετοχές σε *-nt-, μεσοπαθητικές μετοχές σε *-mh1n- και μετοχές παρακειμένου σε *-wos-/-us-. Επειδή οι μετοχές σε *-nt- και *-wos-/-us- είναι αθέματες, οι θηλυκές τους μορφές είναι θηλυκά τύπου Devī (*-ih2).

Ενεργητικές μετοχές σε *-nt-: ΙΕ *bher-e- > αρσ. *bher-o-nt-s, θηλ. *bher-o-nt-ih2, ουδέτ. *bher-o-nt (λ.χ. ελλην. φέρων/φέρουσα/φέρον, σανσκ. bharant-/bharantī, OCS bery/berǫšti, γοτθ. «bairands/bairandei» = /berands / berandī/ κλπ)

Μεσοπαθητικές μετοχές σε *-mh1n-: ελλην. -μένος, φρυγ. -μενος (λ.χ. τετικμενος), σανσκ. -māna, αβεστ. -mna, «απολιθωμένη» λατ. alumnus = «ανατρεφόμενος/αναπτυσσόμενος» κλπ

Μετοχές παρακειμένου σε *-wos-/-us-:

Το στατικό μόρφημα *-wes- σχημάτιζε τις μετοχές παρακειμένου: αρσενική μετοχή *-wos-s > -wōs, θηλυκή *-us-ih2, ουδέτερη *-wos:

Ελληνική: (ὁ) λελοιπώς / (τὸν) λελοιπότα (στην μυκηναϊκή ελληνική το /t/ δεν έχει ακόμα αντικαταστήσει το κληρονομημένο *s>h), (ἡ) λελοιπ-υῖα, (τὸ) λελοιπ-ός, και οἶδα > αρσ. εἰδώς ~ θηλ. ἰδυῖα (δεν είναι ξεκάθαρο ποιος τύπος είναι αρχαϊσμός και ποιος νεωτερισμός).

Σανσκριτική: prf. *kwe-kwor-h2e > cekara = «πεποίηκα», με μηδενόβαθμες μετοχές αρσ. *kwe-kwr.-wos– > cakr.vαs- ~ θηλ. *kwe-kwr-us-ih2 > cakruṣī (παραθέτω και το vidvas- = εἰδώς και *wid-us-ih2 > viduṣī = ἰδυῖα)

Βαλτο-Σλαβικός κλάδος: Το επίθημα *-wos-/-us- επιβιώνει στην σλαβική παρελθοντική ενεργητική μετοχή (past active participle, λ.χ. *wedh-tey > vesti > μετ. αρσ. vedŭ ~ θηλ. vedŭši) και την αντίστοιχη βαλτική (λ.χ. λιθ. αρσ. *we-n-s > -ēs, αλλά συντηρητικός θηλυκός τύπος -ušī, η ρινική ένθεση στον λιθουανικό αρσενικό τύπο θυμίζει το αντίστοιχο φαινόμενο της σανσκριτικής: ονομ. ενικ. -vāṃs).

Παραθέτω για όποιον ενδιαφέρεται μερικές σελίδες για τις μετοχές ΙΕ παρακειμένου σε *-wos-/-us-:

Ο Andrew L. Sihler (1995) για την μετοχή *(we-)wid-wos- = εἰδώς/ἰδυῖα σε ελληνική, βεδική σανσκριτική και αβεστική:

O Michael Meier-Brügger (2003) για τον τρόπο σχηματισμού της ΙΕ μετοχής παρακειμένου, τον σανσκριτικό τύπο cakr.vas- ~ cakruṣī και την διατήρηση στην μυκηναϊκή ελληνική του κληρονομημένου *s>h που αργότερα αντικαταστάθηκε με /t/ (λ.χ. ονομ. *-wos-s > -wōs > -ώς, με γενική *-wos-os > PGrk & Μυκ. -wohos > μεταγενέστερο -ότος):

Οι John Hewson & Vit Bubenik (1997) για τις μετοχές σε *-wos-/*-us- σε Ελληνική, Σανσκριτική και τον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο και ο Alexander M. Schenker (στο Comrie & Corbett 1993) για την παρελθοντική ενεργητική μετοχή του σλαβικού κλάδου:

ζ) Απαρέμφατα:

Δεν μπορούμε να αναδομήσουμε κάποιο συγκεκριμένο απαρέμφατο για την LPIE επειδή οι θυγατρικές γλώσσες σχημάτισαν τα απαρέμφατά τους από διάφορα ρηματικά ουσιαστικά. Ο Βαλτο-Σλαβικός κλάδος σχηματίζει απαρέμφατα από το μόρφημα *-tey-/*-ti- (λ.χ. *steyg-new-tey > PSlv *stignǫti > σερβ-κρ. stignuti) που στην ελληνική σχηματίζει τα θηλυκά ρηματικά ουσιαστικά σε *-tis > -σις, λ.χ. *st(e)h2-tis > στάσις, *tn.tis > τάσις, το /t/ διατηρείται στο *bhish-tis > πίστις. Η Λατινική δημιούργησε απαρέμφατα με το επίθημα *-se (αθέματα *h1es-se > esse, *h1ey-se > *eyze > īre και τα πιο γνωστά *-V-ze > -āre, -ere, -ēre και -īre), η ελληνική χρησιμοποίησε τα μορφήματα *-men-, *-sen-, *-wen- και -ναι (λ.χ. δωρικό ἦμεν = αττικοϊων. εἶναι = λεσβ. ἔμμεναι, *bher-e-sen– > pherehen > αττικοϊων φέρειν, *dh3-wen– > δοϝέναι (Κυπρ.) > δοῦναι κλπ.

Η ασιατική αιολική (Λέσβος) χρησιμοποιούσε το επίθημα -μεναι για τα αθέματα ρήματα (απαντά και στα ομηρικά έπη ως αιολισμός), το οποίο παραδοσιακά ερμηνεύεται ως νεωτερισμός της διαλέκτου, της οποίας οι ομιλητές έφεραν μαζί τους από την Θεσσαλία το -μεν και, επηρεαζόμενοι από το -ναι των Ιώνων γειτόνων τους, δημιούργησνα το υβριδικό απαρέμφατο -μεναι. Αυτή είναι η παραδοσιακή άποψη που θα βρείτε λ.χ. στο βιβλίο του Geoffrey Horrocks για την ιστορία της Ελληνικής. Ωστόσο, ο José Luis García Ramón έχει αμφισβητήσει αυτή την άποψη, παρατηρώντας ότι τα απαρέμφατα σε *-menai απαντούν και στην Σανσκριτική (λ.χ. ομηρ. ἴδμεναι, δόμεναι = βεδ. vidmane, mane), κάτι που σημαίνει ότι το απαρέμφατο της ασιατικής αιολικής μπορεί κάλλιστα να είναι απομονωμένος αρχαϊσμός. Παραθέτω δυο σελίδες του Horrocks με την παραδοσιακή άποψη περί όψιμης δημιουργίας (στην Αιολίδα μετά το 1000 π.Χ. με Ιωνική επίδραση) και μια σελίδα με την κριτική του García Ramón:

Α.3. Μεσοπαθητική φωνή

Η ΠΙΕ είχε μεσοπαθητική φωνή, αλλά οι θυγατρικοί ΙΕ κλάδοι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Η μια κατηγορία περιλαμβάνει τούς συντηρητικούς κλάδους (Ανατολιακός, Τοχαρικός, Ιταλο-Κελτικός και μάλλον η Φρυγική) που έχουν μεσοπαθητικές καταλήξεις σε *-r και η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει τους καινοτομικούς κλάδους (Ελληνικός, Ινδο-Ιρανικός, Γερμανικός, Αρμενικός και Αλβανικός) που έκαναν την αλλαγή *-r > *-i. Εντός της καινοτομικής κατηγορίας, η Ελληνική, η Αρμενική και η Αλβανική χαρακτηρίζονται επιπρόσθετα από την εισαγωγή των προσωπικού δείκτη *-m- στην κατάληξη του πρώτου προσώπου ενικού (ΙΕ *-h2e-i > *-m-h2e-i > *-mai, λ.χ. αρμ. berim = φέρομαι, αλβ. lidhem = δένομαι). Την καινοτομία αυτή έκανε και o Τοχαρικός κλάδος, αλλά αυτός ανήκει στον συντηρητικό κλάδο με *-r (λ.χ. Τοχ. A –mār = –μαι, αλλά Τοχ. Β –mai στον παρελθοντικό χρόνο (preterite) της μέσης φωνής, λ.χ. kautāmai = «διαιρέθηκα, διασπάστηκα»).

Αν πάρουμε το τρίτο πρόσωπο ενικού, βρίσκουμε τις εξής καταλήξεις:

Συντηρητική ομάδα: *-(t)or > χεττ. -tar(i),  λατιν. fertur = «φέρεται», παλαιοϊρλ. -tha(i)r, φρυγ. αββερέτορ = λατ. adfertur, Τοχ. A -tär

Καινοτομική ομάδα: *-toi > σανσκ. barate = φέρεται (ΙΕ *oi > InIr. > *ai > σανσκ. e), πρωτοελληνικό φέρετοι > ελλην. φέρεται (βλ. παρακάτω), αβεστικό -te, αλβ. -et (< PAlb *-etai), γοτθ. -da

Προσέξτε ότι παρά την γενική ομοιότητα της Φρυγικής με την Ελληνική, στο θέμα της μεσοπαθητικής φωνής η συντηρητικότητα της Φρυγικής την διακρίνει από τα υπόλοιπα μέλη της ελληνοάριας ομάδας και την αλβανική. Στο θέμα της μεσοπαθητικής φωνής, Ελληνική, Αρμενική και Αλβανική ακολούθησαν την ίδια καινοτομική πορεία (*-r > *-i και εισαγωγή του δείκτη *-m- στην κατάληξη του πρώτου προσώπου).

Παραθέτω μερικές σελίδες τωνRinge (2006) και Fortson (2004) για τα παραπάνω (στην 1η έκδοση [2004] του Fortson που παραθέτω, η παλαιοϊρλανδική κατάληξη δίνεται -ther, αλλά στην 2η έκδοση [2009] ο Fortson την δίνει ως -tha(i)r):

Για την μέση φωνή της Αλβανικής μπορείτε αν διαβάσετε αυτό το άρθρο του αλβανιστή γλωσσολόγου Stefan Schumacher, από το οποίο πήρα τον παρακάτω πίνακα:

Τα ίδια πράγματα θα βρείτε και στο παρακάτω βιβλίο του αλβανιστή γλωσσολόγου Joachim Matzinger (2006):

Στην Ελληνική, οι μεσοπαθητικές καταλήξεις του τρίτου προσώπου σε ενικό και πληθυντικό αρχικά ήταν -τοι και -ντοι αντίστοιχα, αλλά τελικά μετατράπηκαν σε -ται και -νται από την αναλογική επίδραση του -μαι (του οποίου το /a/ προέκυψε κανονικά από λαρυγγικό χρωματισμό: *-m-h2e-i > *-m-h2a-i > -mai). Η μυκηναϊκή ελληνική και η αρκαδοκυπριακή διάλεκτος (η πλησιέστερη στην μυκηναϊκή ιστορική διάλεκτος) διατήρησαν τα πρωτοελληνικά -τοι/-ντοι:

Μυκηναϊκή: e-u-ke-to = /eukhetoi/ = εὔχετοι = αττικοϊων. εὔχεται

Αρκαδική: ἔ[σ]ετοι (5ος π.Χ. αι.) = αττικοϊων. ἔσται, βόλΕτοι (περ. 390 π.Χ.) = αττικοϊων. βούληται

Κυπριακή: ke-to = /keitoi/ = κεῖτοι = αττικοϊων. κεῖται

Παραθέτω μερικές σελίδες για τις καταλήξεις -τοι/-ντοι της πρωτοελληνικής, μυκηναϊκής και αρκαδοκυπριακής που μετατράπηκαν σε -ται/-νται στην ιστορική αττικοϊωνική (και, μέσω της Κοινής, συνεχίζουν έτσι στην νεότερη ελληνική).

Jeremy Rau (2010):

José Luis García Ramón (2007)· αναφέρει και την θεσσαλική κατάληξη -τει = -ται που μπορεί να περοέρχεται απευθείας από την πρωτοελληνική -τοι (λ.χ. ο παρόμοιος φωνηεντισμός στην δοτική πληθυντικού τεῖς αὐτεῖς = τοῖς αὐτοῖς):

Andrew L. Sihler (1995):

A.4. Εγκλίσεις

Όπως ανέφερα παραπάνω, οι γλωσσολόγοι έχουν αναδομήσει τις παρακάτω εγκλίσεις (moods) της LPIE: οριστική/indicative, υποτακτική/subjunctive, ευκτική/optative, και προστακτική/imperative. Η αναδομημένη οριστική είναι αυτή που περιέγραφα μέχρι τώρα στην περιγραφή των χρόνων. Ας δούμε τις άλλες εγκλίσεις.

α) Υποτακτική:

Η LPIE υποτακτική σχηματίζεται με την ανάπτυξη (επένθεση φωνήεντος) ενός θεματικού φωνήεντος e~ο μετά την ρηματική ρίζα. Στην θεματική κλίση, το επενθετικό φωνήεν συναιρέθηκε με το προϋπάρχον θεματικό σχηματίζοντας ένα μακρό φωνήεν *ē ~ *ō (*-e-e- > -ē- και *-o-o- > *-ō-):

αθεματική κλίση:

οριστική *h1es-ti > σανσκ. ásti = ἐστί, με υποτακτική *h1es-e-ti > σανσκ. ásαt(i) = «να είναι»

Από την ελληνική αναφέρω τα εξής αθεματικά παραδείγματα:

εἶμι > ἴμεν = «πηγαίνουμε» (< *h1ey-me-), με ομηρική υποτακτικήομεν = «να πάμε» (< *h1i-o-me-, μεταγενέστερη ἴωμεν από την αναλογική επίδραση της θεματικής υποτακτικής):

[Ιλιάδα, 2.440] ἴομεν ὄφρα κε θᾶσσον ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα = «να πάμε να ξεκινήσουμε τη μάχη το ταχύτερο δυνατόν»

ἵστημι > οριστική αορίστου ἔστην > ἔστημεν (< *e-steh2-me-), με υποτακτική *steh2-o-me-  > στήομεν (ομηρικό) > στέωμεν (λόγω αττικοϊωνικής ποσοτικής αντιμετάθεσης ηο>εω) > στῶμεν (λόγω αττικής συναίρεσης, λ.χ. γενέων > γενν) = «να/ας σταθούμε/παραμείνουμε»:

[Ιλιάδα, 15.296-8]

αὐτοὶ δ᾽, ὅσσοι ἄριστοι ἐνὶ στρατῷ εὐχόμεθ᾽ εἶναι,
στήομεν, εἴ κεν πρῶτον ἐρύξομεν ἀντιάσαντες,
δούρατ᾽ ἀνασχόμενοι· τὸν δ᾽ οἴω καὶ μεμαῶτα

Μιλάει ο Αίας ο Τελαμώνιος «αλλά εμείς, όσοι καυχιόμαστε πως είμαστε οι άριστοι αυτού του στρατού, να μείνουμε εδώ (για να αντιμετωπίσουμε τον Έκτορα)».

θεματική κλίση:

οριστική *bher-e/-o-, με υποτακτική *bher-e-e-/-o-o- > *bher-ē/ō-:

ελληνική οριστική φέρεις/φέρομεν, με υποτακτική φέρς/φέρωμεν = «να φέρεις/φέρουμε»

-στην Σανσκριτική τα ē/ō συνέπεσαν σε ā: οριστική bharati/bharanti = φέρει/φέρουσι, με υποτακτική bharāti/bharānti = φέρ/φέρωσι

Η ΙΕ υποτακτική επιβιώνει μόνο στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο, τον Ελληνικό, εν μέρει στον Κελτικό και, τέλος, στην Λατινική, όπου όμως εξελίχθηκε σε μέλλοντα:

Σανσκριτική υποτακτική του «είμαι» (*h1es-e-): ásas(i), ásat(i) = «να είσαι/είναι»

Λατινικός μέλλοντας του «είμαι» (*h1es-e– > *eze– > eri-): éris, érit = «θα είσαι/είναι»

Ο Ιταλο-Κελτικός κλάδος δημιούργησε μια νέα υποτακτική από μια παράξενη ευκτική σε *-ā- (λ.χ. λατ. habeās/habeāmus = «να έχεις/έχουμε»).

β) Ευκτική:

Η αναδομημένη LPIE ευκτική σχηματίζεται με την προσθήκη του μορφήματος *-yeh1-/*-ih1- και τις δευτερογενείς καταλήξεις:

αθεματική κλίση:

ΙΕ οριστική *h1es-mi «είμαι», με ευκτική *h1s-yeh1-m > πρωτοελληνικό *ehyēn > *eyyēn > *eiēn = ελλην. εἴην ~ σανσκ. syām ~ λατ. siem (αρχαϊκό, μεταγενέστερο sim, αλλά έγινε υποτακτική στην λατ.)

θεματική κλίση:

ΙΕ οριστική *bher-e/o- = «φέρω», με ευκτική *bher-o-ih2-m. > ελληνικό φέροιμι ~ σανσκ. bháreyam (< *bháraiyam, με μονοφθογγοποίηση *oih1 > *oī > *ai > e)

Η κατάληξη -μι του ελληνικού φέροιμι είναι καινοτομία που προέκυψε μετά τo πρωτοελληνικό στάδιο. Η Αρκαδική διατήρησε την αναμενόμενη πρωτοελληνική κατάληξη *-oih1-m. > *-oia (λ.χ. αρκαδ. ἐξελαύνοια).

Η LPIE ευκτική εξελίχθηκε σε «υποτακτική» στον Ιταλικό και Γερμανικό κλάδο (στην λατ. ορισμένες μόνο ανώμαλες υποτακτικές, όπως αυτή του «είμαι»), ενώ στον Σλαβικό κλάδο εξελίχθηκε σε προστακτική:

γ) Προστακτική:

Η αναδομημένη LPIE προστακτική είναι αυτή που συνέχισε στην Ελληνική και τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο.

θεματική κλίση:

ΙΕ *bher-e- > προστακτική *bhere/ *bherete! > ελλην. φέρε/φέρετε! ~ σανσκ. bhara/bharata! ~ λατ. fer/ferte!

αθεματική κλίση:

Στο β΄ ενικό πρόσωπο της αθεματικής κλίσης, η ο Ιταλικός κλάδος και η Χεττιτική ακολουθούν το θεματικό παράδειγμα, ενώ η Ελληνική και ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος (και ίσως ο ΒαλτοΣλαβικός, τα βαλτοσλαβικά παραδείγματα μπορουν να ερμηνευτούν και χωρίς το μόρφημα *-dhi, από την ευκτική που έγινε νέα προστακτική) χρησιμοποιούν την κατάληξη *-dhi (αν και υπάρχουν και παραδείγματα αθεματικών προστακτικών δίχως το *-dhi): ελλην. -θι ~ αβεστ. -δi/-di (με το /i/ μακρό ή βραχύ)~ σανσκ. -(d)hi (και ίσως OCS -dĭ).

IE *h1ey-mi > εἶμι (πηγαίνω), με προστακτική β΄ ενικού προσώπου *h1ey-dhi > ελλην. ἴθι! ~ σανσκ. ihi!

IE *h1es-mi = «είμαι», με προστακτική β΄ εν. *h1es-dhi > ελλην. ἴσθι! (ανώμαλο, θα περιμέναμε **ἔσθι) ~ αβεστ. zdi! ~ σανσκ. edhi! (< *azdhi!)

ΙΕ *k’lew-/k’lu- = «ακούω» (λ.χ. ελλην. κλύω, OCS slušati), με προστακτική β΄ εν. *k’lu-dhi = «άκου!» > ελλην. κλῦθι! ~ σανσκ. śrudhi!

IE *woyd-h2e > οἶδα, με προστακτική β΄ εν. *wid-dhi! = «γνῶθι» > ελλην. ἴσθι! ~ σανσκ. viddhi! (και ίσως OCS věždĭ!)

IE *di-deh3-mi > δίδωμι, με προστακτική β΄ εν. *deh3-(d?)-dhi = «δώσε!»: σανσκ. dehi! (< *dazdhi) ~ αβεστ. dāiδī! ~ OCS daždĭ! ~ λιθ. duodi! (η ελληνική εδώ έχει δίδου, τα βαλτοσλαβικά παραδείγματα μπορούν να ερμηνευτούν και χωρίς το μόρφημα *-dhi, μέσω της IE ευκτικής που έγινε σλαβική προστακτική, λ.χ. EPSlv *dōd-j-ī-s > OCS daždĭ).

Για να θυμάστε τα κλῦθι = śrudhi και ἴσθι = zdi = edhi, παραθέτω δυο αρχαιοελληνικά χωρία με τα κλῦθι και ἴσθι (φαντάζομαι ότι ήδη γνωρίζετε το περίφημο γνῶθι σ΄αὐτόν):

[Ιλιάδα, 1.37] «Κλῦθί μευ, Ἀργυρότοξ᾽, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας

Μετάφραση: «Άκου με, Αργυρότοξε, …

Ένα από τα ρητά που η αρχαιοελληνική παράδοση απέδιδε στον Θαλή τον Μιλήσιο ( είναι το παρακάτω:

Μὴ τὴν ὄψιν καλλωπίζου, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἴσθι καλός.

Μετάφραση: Να μην καλλωπίζεις (μόνο) την εξωτερική σου εμφάνιση, αλλά κοίτα να είσαι ωραίος (και) στις πράξεις σου.

Παραθέτω μερικές σελίδες του Sihler (1995) για την ΙΕ προστακτική (περιγράφει και το αναδομημένο μόρφημα προστακτικής *-tōt > ελλην. -τω ~ λατ. -tō(d) ~ βεδ. -tāt, λ.χ. γ΄εν. φερέτω ~ λατ. β΄ εν. memen! = «να θυμάσαι!»):

Κλείνω την ενότητα για τις LPIE εγκλίσεις παραθέτοντας την αντίστοιχη ενότητα από το εγχειρίδιο του Fortson (2004):

Θα ολοκληρώσω την περιγραφή στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

4 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Η θέση της Ελληνικής στην ΙΕ οικογένεια #2

  1. Gandalf

    Καλημέρα σμερδαλέε

    Πολύ διαφωτιστική η ανάρτηση. Εγώ έχω μια απορία (βασικά χρόνια τώρα) αναφορικά με αυτές τις γλώσσες του ανατολικού κλάδου που αναφέρεις πιο πάνω. Για παράδειγμα η χεττιτική. Πως στον διάολο “διαβάστηκε” η συγκεκριμένη γλώσσα όταν είχαμε στην εξίσωση δυο αγνώστους. 1. άγνωστο αλφάβητο και 2. άγνωστη γλώσσα; Να εμπιστευτούμε τον Χρόζνυ; Που με τον ίδιο τρόπο είχε διαβάσει την μινωική ΚΑΙ την μυκηναϊκή πρίν τον Βέντρις; Εγώ είμαι καχύποπτος όχι μόνο για τα παραπάνω αλλά και για τις διαφωνίες που γλωσσολόγοι είχαν για χονδροειδή ζητήματα σε τέτοιες γλώσσες. Δηλαδή σαν στην φυσική να διαφωνήσουν επιστήμονες αν ο σίδηρος είναι μέταλλο ή αμέταλλο. Και από την άλλη, ό,τι μπουρδολογία να κατεβάσει σήμερα ένας γλωσσολόγος ειδικός στην χεττιτική είμαστε υποχρεωμένοι να την δεχτούμε, γιατί δεν υπάρχουν ξερωγώ πάνω από δέκα που να ασχολούνται ή σε ένα πανεπιστήμιο οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν ένα μοντέλο που προφανώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

    Δηλαδή, σαν να τους δώσεις Τόλκιν, θα μάθουν ξωτικογλώσσα. Δεν υπάρχει δυνατότητα όπως πχ με την ελληνική ή την λατινική να τους αμφισβητήσει κάποιος. Δεν μπορεί να βγει ένας και να πει για την αρχαία ελληνική ότι το λύω είναι ουσιαστικό ή άρθρο, θα τον πιάσουν με τις πέτρες μέχρι και τα παιδιά του γυμνασίου. Ενώ για την χεττιτική μπορεί να βγει ένας γλωσσολόγος και να πει ότι το blablabla είναι τρίτος ενικός του ρήματος blabla σε αόριστο β’. Και όλοι από κάτω να χειροκροτούμε.

    • Gandalf καλημέρα.

      Η Χεττιτική γραφόταν σε ακκαδική σφηνοειδή γραφή, ένα είδος γραφής που είχε ήδη αποκωδικοποιηθεί, όταν ανακαλύφθηκαν οι πρώτες πινακίδες της Χεττιτικής στο Boğazköy (η αρχαία Χαττούσα).

      Σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουμε την Χεττιτική στον βαθμό που γνωρίζουμε την ελληνική, την λατινική και την σανσκριτική, γλώσσες για τις οποίες ήδη οι αρχαίοι γραμματικοί μας άφησαν γραμματικές και σχόλια. Πάντως, από την στιγμή που μπορούμε να διαβάσουμε την ακκαδική σφηνοειδή στην οποία γράφηκε η Χεττιτική, το θέμα γίνεται σαν την αποκωδικοποίηση των φρυγικών επιγραφών που γράφτηκαν σε ελληνικό αλφάβητο (λ.χ. αββερετορ = λατ. adfertur = *ad- + «φέρεται»). Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουμε τέλεια την φρυγική γραμματική, απλά έχουμε ένα χονδροειδές σχήμα της γραμματικής της (λ.χ. mātār = μήτηρ, με δοτική māter-ey = (τῇ) μητρί και αιτιατική māter-an = (τὴν) μητέρα).

      Δεν ξέρω τις λεπτομέρειες της αποκωδικοποίσης της σφηνοειδούς γραφής, αλλά νομίζω πως έγιναν από την εξέταση δίγλωσσων επιγραφών στην Περσία (σημαντικότερη από τις οποίες ήτνα η τρίγλωσση επιγραφή Μπεχιστούν σε Αρχαία Περσική, Ελαμιτική και Βαβυλωνιακή [=Ακκαδική]).

      Για την αποκωδικοποίηση της Χεττιτικής δες το παρακάτω βίντεο από το [04:35] και μετά:

      Ιδίως στο [04:50-05:02] που λέει ‘many of the texts were composed in Akkadian, the international language of ancient times. Akkadian had already been deciphered, so scholars could immediately read these tablets.’

      Στο [06:17] αρχίζει να μιλάει για την αποκωδικοποίηση του Χροζνύ.

      • Gandalf

        Καλημέρα σμερδαλέε,

        Βρε καλά τα λες εσύ και ο Τζέρεμυ Άιρονς, το θέμα είναι όμως πως έχουμε πάνω από 200 χρόνια αντιεπιστημονικής μεσανατολικής αερολογίας που δύσκολα μπορεί να καθαρίσει. Πληρώνουμε και στην επιστήμη τον αποικιοκρατικό ανταγωνισμό των προηγούμενων αιώνων όπου κάθε χώρα ήθελε να “αποκρυπτογραφήσει” και από μια γλώσσα και να εμπλουτίσει τα μουσεία της με όσο περισσότερα ευρήματα. Όπως με τον Ψυχρό Πόλεμο που πλήρωνε ο πλανήτης την κούρσα των εξοπλισμών

        Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η χεττιτική, το πρόβλημα επεκτείνεται σχεδόν σε όλη την μεσσοποταμιακή γραμματεία. Χαρακτηριστικές απιθανότητες στις χρονολογήσεις των επιγραφών (με αποκλίσεις μέχρι και χιλιάδων χρόνων), “αποκρυπτογραφήσεις” γλωσσών και γραφών επίσης χιλιάδων χρόνων όταν για παράδειγμα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την μυκηναϊκή παρόλο που απέχει από την ομηρική περίπου διακόσια και κάτι χρόνια. Ενώ σε αυτές τις γλώσσες σου κάνουν μέχρι και ανάλυση διαλέκτων, γραμματικών τύπων, ελεγειακών ποιημάτων, ερωτικών επιστολών, μέχρι και διακρίσεις σχολικών τάξεων αρρένων και θηλέων!

        Βασάλτης μαύρος και διορίτης λίθος. Πολύ σκληρά πετρώματα, πιο σκληρά και από το μάρμαρο που για την επεξεργασία τους χρειάζεται σίδηρος. Στήλη του Χαμουραμπί. Χρονολόγηση της; 1800 πΧ. Βρες το λάθος.

        Θα επανέλθω και σε κάτι που έχω αναφέρει. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου της παραπάνω ασχετοσύνης. Αυτή την στιγμή ζήτημα να υπάρχουν 15 γλωσσολόγοι που να ασχολούνται με ασσυροβαβυλωνιακή γλώσσα ή την ακκαδική ή την χεττιτική. Και από αυτούς κανείς δεν επεμβαίνει στα χωράφια του άλλου. Γιατί όταν το κάναν ξεφτιλίστηκαν, όπως το 1952 όταν δυο επιφανείς αιγυπτιολόγοι, ο Γκλεμπ και ο Έντγκερτον διαφώνησαν για την αιγυπτιακή γραφή αν είναι συλλαβική ή αν είναι το κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη λέξη/ πρόταση. Τρομακτικά πράγματα.

        Δεν θα αναφερθώ καν στον Σαμπολιόν και το γεγονός ότι ανακάλυψε τον… τροχό! Μια από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις ήταν απλά μια απάτη. Μια πλαστογραφία του ελληνικού αλφάβητου με αιγυπτιακό περίβλημα (κανείς δεν παρατήρησε ότι είχε και αυτό 25 γράμματα, 24 συν την δασεία). Γι αυτό που λες, εγώ όταν ακούω μεσανατολικές φανφάρες ψάχνω κατευθείαν για το όπλο μου 😀

      • Αυτή την στιγμή ζήτημα να υπάρχουν 15 γλωσσολόγοι που να ασχολούνται με ασσυροβαβυλωνιακή γλώσσα ή την ακκαδική ή την χεττιτική.

        Gandalf, καλημέρα.

        Για τις μη ΙΕ αρχαίες γλώσσες της ανατολής δεν ξέρω να σου πω, γιατί δεν έχω ασχοληθεί με το θέμα. Αλλά για τις 2 ανατολιακές γλώσσες (χεττιτική και λουβική) για τις οποίες έχουμε εκτενή κείμενα έχει συμβεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία 30 χρόνια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.