Το επίθημα -escu της ΑΒΡ

Στη σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το συσχετιστικό επίθημα -esc(u) της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ), το οποίο προέρχεται από το υστερολατινικό επίθημα -iscus που δεν απαντά στην κλασική λατινική, και το οποίο κατά κανόνα εξηγείται ως γερμανικό δάνειο (PGmc *-iskaz, λ.χ. αγγλικό -ish). Ωστόσο, όπως έδειξε εδώ και καιρό (1927) ο Ρουμάνος γλωσσολόγος Alexandru Graur, το πρόβλημα με την υπόθεση γερμανικής καταγωγής του επιθήματος έγκειται στο ότι στην Λατινική των Βαλκανίων, το επίθημα -iscus εμφανίζεται ήδη από τον 3° μ.Χ. αιώνα, δηλαδή έναν αιώνα πριν την εγκατάσταση των Γότθων στα Βαλκάνια. Αφού περιγράφει την συχνή απάντηση του επιθήματος -isk- στην αρχαία θρακική (και μερικές άλλες παλαιοβαλκανικές γλώσσες όπως τα κελτικά εθνώνυμα Ταυρίσκοι, Eravisci και Σκορδίσκοι σε Νωρικό και Παννονία), στο τέλος του άρθρου ο Graur καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ειδικά η ΑΒΡ είναι πιθανότερο να πήρε το επίθημα -isc- > -esc(u) από την Θρακική (στα εδάφη της οποίας διαμορφώθηκε) και όχι από την Ανατολική Γερμανική (Γοτθική, Γεπιδική κλπ).

1. Το ΙΕ επίθημα *-iskos

Είναι γνωστό ότι η ύστερη ΠΙΕ γλώσσα διέθετε το συσχετιστικό επίθημα *-iskos που σχημάτιζε συσχετιστικά επίθετα. Το επίθημα αυτό μπορεί να είναι η πηγή και του ελληνικού υποκοριστικού επιθήματος -ίσκος (λ.χ. νεανίας > νεανίσκος), αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι το ελληνικό επίθημα ΔΕΝ είναι ισολειτουργικό με το επίθημα -isk- των άλλων θυγατρικών γλωσσών και, συνεπώς, δεν αποκλείεται να έχει διαφορετική καταγωγή.

Στις υπόλοιπες θυγατρικές ΙΕ γλώσσες, το επίθημα έχει ξεκάθαρη συσχετιστική λειτουργία:

Γερμανικός Κλάδος: PGmc *-iskaz (λ.χ. το αγγλικό -ish στα English και childish = «παιδικός, παιδαριώδης», το γερμανικό -isch στα lateinisch = «λατινικός» και griechisch = «ελληνικός» κλπ).

Βαλτικός Κλάδος: πρβ. το λιθουανικό -iškas στο επίθετο lietuviškas = «λιθουανικός»

Σλαβικός Κλάδος: PSlv -ĭskŭ (με οριστικό τύπο -ĭskŭjĭ που συνεχίζει στις σύγχρονες σλαβικές γλώσσες ως -ski), λ.χ. OCS slověnĭskŭ = «σλαβικός» και dět-ĭskŭ = child-ish = «παιδικός, παιδαριώδης», σημ. βουλγ. και (σλαβο)μακ. detski, ρωσικό détskij κλπ.

2. Το επίθημα -esc(u) στην ΑΒΡ: Romaniscus

Ενώ οι δυτικοί ρωμανόφωνοι γενίκευσαν το επίθετο rōmān-icus = «ρωμαϊκός» (απ΄όπου και το παράγωγο επίρρημα rōmān-ic-ē = «ρωμαϊστί» που έδωσε τον όρο ρομάντζο), οι ομιλητές της ΑΒΡ γενίκευσαν το επίθετο rōmān-iscus = «ρωμαϊκός» και το αντίστοιχο επίρρημα rōmān-isc-ē = «ρωμαϊστί». Στον πληθυντικό του επιθέτου και στο επίρρημα συνέβη η συνήθης ανομοίωση της ΑΒΡ -štš- > -št- (λ.χ. λατ. piscis/piscem > ΑΒΡ peaște) και έτσι λ.χ. προέκυψε το ρουμανικό τοπωνύμιο *Bucur-esci > *Bucur-eștși > Bucur-ești = «οι Μπουκουραίοι, η φάρα του Μπούκουρ(α)». Με άλλα λόγια, το Βουκουρέστι ξεκίνησε ως το χωριό της φάρας των Μπουκουραίων (Bucur-escu = «απόγονος του Bucur, μέλος της φάρας των Μπουκουραίων»).

Αναλόγως:

rōmān-iscus > ρουμαν. românesc = «ρουμανικός», αρμαν. armânesc(u) = «αρμανικός» (και το αντίστοιχο ρεμενικό/αρβανιτοβλαχικό rrămân-) κλπ.

rōmān-isc-ē > ρουμαν. românește = «ρουμανιστί», αρμαν. armâneaște/armâneaști = «αρμανιστί», ιστρορουμαν. rumârește = «ιστρορουμανιστί» κλπ

Όλως περιέργως, το επίθετο rōmān-iscus απαντά όχι στα Βαλκάνια, αλλά στο διπλό όνομα (λατινικό και γερμανικό) vicus Romaniscus = Walchwis (= «Βλαχοχώρι», 8ος αι.) ενός χωριού κοντά στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας (πρβ. και το ιταλικό romanesco = «αυτός που σχετίζεται με την πόλη της Ρώμης»).

Σύμφωνα με ένα ένστιχο, δίγλωσσο (Λατινική και Παλαιά Άνω Γερμανική) χωρίό από τις Γλώσσες του Κάσσελ (Βαυαρία, αρχές 9ου μ.Χ. αιώνα), οι μεν Ρωμαίοι/Βλάχοι (Romani/uualha =  οι ρωμανόφωνοι) είναι ανόητοι, οι δε Βαυαροί σοφοί:

Λατινικά: Stulti sunt / romani / sapienti sunt / paiovari

Γερμανικά: Tole sint / uualha / spahe sint / peigira

3. Η άποψη του Alexandru Graur για το επίθημα -escu της ΑΒΡ

To 1927 ο Ρουμάνος γλωσσολόγος Alexandru Graur έγραψε το άρθρο La suffixe roumain -escu et le suffixe Thrace -isk όπου, αφού περιγράφει το επίθημα -isk- στην θρακική γλώσσα (από την κλασική αρχαιότητα του Ηροδότου ως τον Θεοφύλακτο Σιμοκάττη στο τέλος της ύστερης αρχαιότητας) και την εμφάνισή του στην Λατινική των Βαλκανίων πριν την εγκατάσταση των Γότθων (τέλη 4ου αιώνα), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ΑΒΡ μάλλον δανείστηκε το επίθημα -iscus > -escu από την αρχαία θρακική (στα μέρη της οποίας διαμορφώθηκε). Ξεκινώ ανάποδα παραθέτοντας το τελικό συμπέρασμα του Graur:

Οι τύποι Dacisci = «κάτοικοι της επαρχίας Δακίας» και milites Dacisciáni = «στρατιώτες που στρατολογήθηκαν από τους Dacisci» είναι ήδη καθιερωμένοι σε συγγραφείς της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου (Α΄ μισό 4ου μ.Χ. αι.), όπως οι συγγραφείς της Historia Augusta (HA) και ο Λακτάντιος:

[ΗΑ, Κλαύδιος Β΄, 17.3] nescientibus hoc militibus Daciscianis

[HA, Αυρηλιανός, 38.4] Hi conpressi sunt septem milibus Lembariorum et Riparensium et Castrianorum et Daciscorum interemptis.

[Λακτάντιος, De mort. pers., 27.8] ut non Romanum imperium, sed Daciscum cognominaretur.

Την ίδια πάνω κάτω περίοδο, τρεις στρατιώτες από την περιοχή της Σαρδικής (Σόφια) προσδιορίζονται σε επιγραφές ως natione Thrax civitate Serdica, natione Bessus natus regione Serdica vicο Magari, και natione Dacisca, regione Serdica αντίστοιχα. Οι δύο πρώτοι μάλλον προσδιορίζονται εθνοτικά ως Θράκες/Βέσσοι, ενώ ο τρίτος μάλλον προσδιορίζεται γεωδιοικητικά (natione Dacisca = γεννημένος στην επαρχία Μεσογείου Δακίας = Dacia Mediterranea):

Αντίστοιχος με τον τύπο Daciscus = «Δαξ, Δακιώτης = (Ρωμαίος πολίτης) από την Δακία» είναι ο όρος Thraciscus = «Θραξ, Θρακιώτης = (Ρωμαίος πολίτης) από την Θράκη» που απαντά στο κεφάλαιο της Historia Augusta για τον αυτοκράτορα Μαξιμίνο τον Θράκα:

[HA, Maximini Duo, 3]  “Quid vis, Thracisce? num quid delectat luctari post cursum?” tum “Quantum libet,” inquit, “Imperator.”

Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα διαβάσετε με την ησυχία σας στο άρθρο του Graur.

Advertisements

5 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Το επίθημα -escu της ΑΒΡ

  1. Δημήτρης

    Καλησπέρα!
    Υπάρχει άραγε κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτό το επίθημα και στις ρουμανικές/αρουμανικές ρηματικές καταλήξεις -esc, -eșt(i), -ește/i, ή η ομοιότητα είναι συμπτωματική και οι δύο καταλήξεις έχουν διαφορετική αφετηρία;

    • Γεια σου Δημήτρη.

      Η ΑΒΡ ρηματική κατάληξη -escu και η αντίστοιχη ιταλική -isco (λ.χ. finire/finisco, από το λατινικό finire/finio) ανάγονται στην λατινική επαυξημένη κατάληξη -ēō > -ē-sk-ō (λ.χ. λατ. caleo/calesco = θερμαίνω, ζεσταίνω, candeo = «φέγγω, λάμπω»/incandesco = «πυρακτώνομαι»).

      Τα λατινικά ρήματα σε -ē-sk-ō συνήθως δηλώνουν την μετάβαση σε μια νέα κατάσταση (inchoative).

  2. Φάνης Δασούλας

    Δεν συμφωνω με τον Graur για δύο λόγους 1. μου είναι δύσκολο να φανταστώ πριν τον 4ο μια ΑΒΡ αυτονομημένη από την δημώδη λατινική 2. η λειτουργία του επιθήματος -isk της θρακικης είναι διαφορετική από αυτή της ΑΒΡ ειδικά στην αρμανική. Εκτός από κατάληξη επιθέτου που δηλώνει ότι κάτι /κάποιος ανήκει ή αναφέρεται σε κάτι (κατά το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών) αποτελεί κατάληψη ρήματος μάλιστα τόση ισχυρή που σήμερα είναι η μόνο η που χρησιμοποιείται όταν η βλαχική γλώσσα δανείζεται μία ξένη λέξη π.χ, agăpsescu “αγαπώ”, trunduyescu”τραντάζω” hărzescu ”χαρίζω”. Οι ρουμανοι θέλουν να βγάλουν τα πάντα θρακικά διότι έτσι βολεύει το “εθνικό τους αφήγημα”

    • Γεια σου Φάνη.

      Το ρηματικό επίθημα -escu που παρέθεσες (agăpsescu) είναι το ρηματικό λατινικό -ēsco, όχι το συσχετιστικό επίθημα -iscus > -escu που περιγράφει ο Graur.

      Όποια κι αν ήταν η καταγωγή του συσχετιστικού επιθήματος (θρακική ή μη), τον 3ο μ.Χ. αιώνα έχει την ίδια λειτουργία στην βαλκανική λατινική που έχει το -escu στην ΑΒΡ (bărbăt > bărbătesc = «ανδρικός, που σχετίζεται με τους άνδρες».

      Όπως το Bucur-escu (πληθ/Becur-ești, όπως τα αντίστοιχα σλαβικά τοπωνύμια σε -ovci, λ.χ. Radovci = «οι απόγονοι του Rado») είναι πατρωνυμικό επίθετο και δηλώνει «αυτόν που κατάγεται από τον Bucur, μέλος της φάρας των Μπουκουραίων», έτσι και τα επίθετα Daciscus, Thraciscus, Frigiscus, Syriscus που καθιερώνονται στα λατινικά κείμενα γύρω στο 300 μ.Χ., υποψιάζομαι ότι είναι συνέπεια της Constitutio Antoniniana (212) και εφευρέθηκαν για να δηλώνουν, όχι τόσο τον πριν το 212 «κατακτημένο (από τους Ρωμαίους) Δάκα, Θράκα, Φρύγα και Συρό», αλλά πλέον «τον Ρωμαίο πολίτη που κατάγεται από τους Δάκες, Θράκες, Φρύγες, Συρούς (ή που γεννήθηκε στα μέρη (επαρχίες) των Δακών, Θρακών, Φρυγών, Συρών)».

      Αυτή η συσχετιστική λειτουργία είναι η ίδια με το -escu της ΑΒΡ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.