Ο Βελλεροφόντης και η ΙΕ ρίζα *gwelH- «πλήττω»

Την σημερινή ανάρτηση την κάνω γιατί ο φίλος Λεώνικος μου ζήτησε να του εξηγήσω αναλυτικότερα μια ετυμολογική υπόθεση που είχα κάνει παλαιότερα για το πρώτο συνθετικό του ονόματος Βελλεροφόντης. Το όνομα Βελλερο-φόντης σημαίνει «αυτός που σκότωσε τον *Βέλλερο» και, όπως γνωρίζουμε από την μυθολογία, ο Βελλεροφόντης σκότωσε την Χίμαιρα.

Σε παλαιότερη ανάρτηση είχα προτείνει την ετυμολόγηση του όρου *Βέλλερος ως «μάστιγα, πλήγμα, συμφορά» από την ΙΕ ρίζα *gwelH- «πλήττω, πληγώνω», κάτι που εξηγεί το όνομα Βελλεροφόντης ως «μαστιγοκτόνος, αυτός που σκοτώνει το κακό, αυτός που εξουδετερώνει την συμφορά».

Ας τα πάρουμε ένα ένα με τη σειρά.

1. Η ΙΕ ρίζα *gwelH- «πλήττω, πληγώνω»

Στον Γερμανικό κλάδο η ΙΕ ρίζα *gwelH- έδωσε τα ρήματα *gwelH-e- >*kwelaną = «υποφέρω, πληγώνομαι» και  *gwolH-eye- > PGmc *kwaljaną = «πλήττω, βασανίζω, μαστίζω» (λ.χ. παλαιό σκανδιναβικό kvelja = «βασανίζω, μαστίζω», αγγλικό quell = «καταβάλλω» και kill = «σκοτώνω» κλπ) και, μεταξύ άλλων, το ουσιαστικό *gwēlH-eh2 > *kwēlō = «αγωνία, βάσανο, μαρτύριο» (λ.χ. γερμανικό Qual).

Ο Guus Kroonen γράφει για τους παραπάνω πρωτογερμανικούς όρους:

Στον Βαλτικό κλάδο η ΙΕ ρίζα *gwelH- υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική. Έδωσε το λιθουανικό ρήμα *gwelH-tey > gelti = «δαγκώνω, τσιμπώ/κεντρίζω» και το αντίστοιχο λετονικό dzelt = «δαγκώνω, τσιμπώ/κεντρίζω (για έντομο)» και, μεταξύ άλλων, το λιθουανικό ουσιαστικό gėlà = «οξύς πόνος» (ο ακριβής λιθουανικός συγγενής του προρρηθέντος γερμανικού όρου Qual). Αμέσως παρακάτω, στον σχολιασμό των σλαβικών απογόνων της ρίζας θα παραθέσω και ένα ακόμα βαλτικό παράγωγο ουσιαστικό με τη σημασία «τρυποκάρυδος» («αυτός που πλήττει το δένδρο»).

Ο Rick Derksen γράφει για τους παραπάνω βαλτικούς όρους:

Στον Σλαβικό κλάδο έδωσε μεταξύ άλλων τα ουσιαστικά *gwēlH-is > PSlv *žalĭ = «πόνος, θλίψη», *gwelH-dhlom > *želdlo > *žendlo (με ανομοίωση l..l > n..l) > PSlv *žędlo = «κεντρί» και *gwl.H-neh2 > PSlv *žĭlna = «τρυποκάρυδος» (= «αυτός που πλήττει το δένδρο», όρος που απαντά και στον βαλτικό κλάδο, λ.χ. λιθ. gilna ~ λετ. dzilna = «τρυποκάρυδος»).

Ο Rick Derksen γράφει για τους παραπάνω σλαβικούς όρους:

Στην Αρμενική, η ΙΕ ρίζα *gwelH- έδωσε το ρήμα *gwelH-e- > kełem = «βασανίζω, μαστίζω» και τα ουσιαστικά keł = «πόνος, έλκος, πληγή, κακό, συμφορά, λοιμός» και *gwelH-er-yo- > kełerǰ = «πόνος, παράπονο».

2. Ο Βελλεροφόντης

Αν, όπως υποψιάζομαι, το πρώτο συνθετικό Βελλερο- του ελληνικού ονόματος Βελλερο-φόντης συνδέεται με τους παραπάνω ΙΕ όρους και σημαίνει «κακό, μάστιγα, συμφορά», τότε το διπλό –λλ– του όρου μπορεί να εξηγηθεί από το σύμπλεγμα -ln- (-ln- > -ll-, λ.χ. *ὄλνῡμι > ὄλλῡμι) που βρίσκουμε και στον βαλτοσλαβικό «τρυποκάρυδο» (IE *gwl.H-neh2 > BSlv *gilnā), ενώ το επιθηματικό επαύξημα –ερο– θυμίζει αυτό του αρμενικού όρου *gwelH-er-yo- > kełerǰ = «πόνος, παράπονο».

Επομένως, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το πρώτο συνθετικό Βελλερο- ως ΙΕ *gwelH-n-er-os > PGrk *gwelneros > βέλλερος = «μάστιγα, συμφορά, κακό».

Ειδικότερα, θα μπορούσαμε να αναδομήσουμε το θηλυκό ουσιαστικό:

*gwelH-neh2 > PGrk *gwelnā > *βελλά/*βελλή = «μάστιγα, πλήγμα, συμφορά»

και να παράξουμε το παράγωγο επίθετο *βελλερός = «αυτός που συμπεριφέρεται ως μάστιγα, συμφορά» κατά το παράδειγμα των όρων βλάβη > βλαβερός και τρυφή > τρυφερός.

Ο σίγουρος ελληνικός απόγονος της ΙΕ ρίζας *gwelH- είναι ο όρος βελόνη (θυμίζω τα PSlv *zędlo = «κεντρί» και λιθ. gelti ~ λετ. dzelt = «τσιμπώ/κεντρίζω, δαγκώνω»).

3. Το επίθετο ἔλλερος

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει και το ανετυμολόγητο επίθετο ἔλλερος = «εχθρικός, πολέμιος, φόνιος, άδικος, χαλεπός, κακός» (λ.χ. ἔλλερα ἔργα):

Ησύχιος: ἔλλερα· ἐχθρά, πολέμια. ἄδικα (Callim. fr. 283)

Ο όρος αυτός θα μπορούσε να συνδεθεί με τους επίσης ανετυμολόγητους όρους βέλλιον = «ατυχές» (Κρήτες) και γελσόν = «ατυχές» (η εναλλαγή β/γ δείχνει ότι τα γράμματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση ενός δίγαμμα [ϝελσ-], βλ. λ.χ. εδώ «γέντερ» < λατ. venter).

Ο Robert Beekes γράφει γι΄αυτούς τους τρεις όρους:

Αν το επίθετο ἔλλερος αρχικά ήταν *ϝέλλερος, τότε δημιουργείται το ερώτημα της πιθανής του σχέσης με το *gwelH-n-ero- > Βελλερο-. Οι μόνες ΙΕ γλώσσες που δάνεισαν από νωρίς στην Ελληνική, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την τροπή *gw>w (>ελλην. ϝ) είναι η Λουβική και η Λυκική (λ.χ. *gwenh2 > λουβ. wāna- = «γυνή» και *gwows > λυκ. wawa- = «βοῦς»).

Επομένως, θα μπορούσαμε θεωρητικά να εξηγήσουμε το επίθετο ἔλλερος ως μια εκδοχή του όρου *Βέλλερος, η οποία δέχτηκε την αναλογική έλξη ενός λουβικού ή λυκικού συγγενή όρου που ακολούθησε την κανονική τροπή *gw>w που χαρακτηρίζει αυτές τις γλώσσες (λ.χ. *gwelH- > λουβ/λυκ. *wel- > ελλην. ϝελ-, το οποίο έδρασε ως αναλογικός καταλύτης της εξέλιξης Βέλλερος > ϝέλλερος).

Κλείνω την ανάρτηση με δυο σελίδες του Benjamin Fortson για την λουβική και λυκική εξέλιξη *gw>w:

Advertisements

1 Comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

One response to “Ο Βελλεροφόντης και η ΙΕ ρίζα *gwelH- «πλήττω»

  1. Μανούσος

    Τροφή για σκέψη

    Η τριγράμματη ρίζα γ/g-u-l δίνει στα αραβικά το γούλ (ανθρωποφάγο δαιμόνιο) και γίλα غيلة φόνος, δολοφονία και غائلة γάιλα συμφορά, ενώ το ρήμα غال γάλα (γ΄ πρ. αρσ. ενικού, το α μακρό) σκοτώνω. (Λεξικό Hans Wehr στην αγγλ. 3η έκδοση Milton Cowan σ. 688)

    Στα συριακά ܔܘܠܐ γούλο άγριο θηρίο, ύαινα, τρόμος, αλλά και σε συγγενή ρίζα γ-ου-λ συγκινούμαι, ελεώ, αλλά και αποβάλλω απωθώ,
    http://www.dukhrana.com/lexicon/PayneSmith/page.php?p=64

    Ίσως αυτός που σκοτώνει το Γουλ, το κακό θηρίο, δεν σκότωσε άλλωστε την Χίμαιρα;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.