Το λεξικό του Αρμανικού ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα #1

Σε πολλές παλαιότερες αναρτήσεις έχω αναφερθεί στο λεξικό του Φάνη Δασούλα για το αρμανικό/βλαχικό ιδίωμα του Μετσόβου, αλλά ποτέ μέχρι τώρα δεν έτυχε να αφιερώσω μια σειρά αναρτήσεων γι΄αυτό το εξαιρετικό πόνημα. Όπως λέει και ο τίτλος του έργου (Η αποκωδικοποίηση ενός πολιτισμού μέσα από το πεδίο της γλωσσικής του έκφρασης. Το βλαχικό ιδίωμα του Μετσόβου), το έργο του Φάνη δεν είναι μόνο μια συλλογή λέξεων, αλλά αποτελεί κι ένα παράθυρο στον πολιτισμό και την ιστορία των ανθρώπων που χρησιμοποιούσαν καθημερινά τις λέξεις που κατέγραψε. Δυστυχώς, η γλώσσα των Βλάχων και η ιστορία της δεν έχουν ακόμα ούτε κατά διάνοια μελετηθεί με την δέουσα σοβαρότητα.

Ο Φάνης Δασούλας κι ο Σταμάτης Μπέης έχουν γράψει και το άρθρο Πρόταση για το σύστημα γραφής της Βλαχικής γλώσσας (περιοδικό γλωσσολογία 25: 51-69).

Το θέμα της παρούσας ανάρτησης (και των επομένων της σειράς) είναι ο σχολιασμός του λεξικού του Φάνη Δασούλα.

Α. Γενικά

Η Βλαχική ή Αρμανική γλώσσα, όπως και οι υπόλοιπες Ρωμανικές γλώσσες (βλ. την σειρά αναρτήσεων Η Διάσπαση της Λατινικής σε Ρωμανικές Γλώσσες), προέκυψε από την επιχώρια Δημώδη Λατινική (sermo vulgaris) της βαλκανικής ενδοχώρας που ονομάζουμε Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, στα αγγλικά EBR = Eastern Balkan Romance). Ο όρος «Ανατολική» διακρίνει την ποικιλία αυτή από την γειτονική της Δυτική Βαλκανική Ρωμανική που μιλιόταν στην στενόμακρη λωρίδα της δαλματικής ακτής και εξελίχθηκε στην Δαλματική γλώσσα. Η ΑΒΡ διαμορφώθηκε σταδιακά κατά την ύστερη αρχαιότητα (χονδρικά 3ος-7ος μ.Χ. αι.) στις λατινόφωνες περιοχές (βλ. γραμμή Jireček) της βαλκανικής ενδοχώρας (η Διοίκηση Δακίας και το βόρειο τμήμα της Διοικήσεως Θράκης που αντιστοιχούσε στις επαρχίες Μυσία Β΄ και Μικρά Σκυθία). Κατά τον 5ο αιώνα η Ναϊσσός αποτελούσε την έδρα του magister militum per Illyricum και η Μαρκιανούπολις την έδρα του magister militum per Thracias (βλ. magister militum). Οι ποταμοί Ούτος και Νέστος σχημάτιζαν το σύνορο των διοικήσεων Θράκης και Ιλλυρικού που, εκτός από διοικητικό σύνορο, αποτελούσε και το σύνορο της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας (κλίμα) Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Ενώ το λατινόφωνο Ιλλυρικό αναμφίβολα εκχριστιανίστηκε από και εκκλησιαζόταν στην Λατινική Γλώσσα, μέχρι στιγμής δεν έχει τύχει να βρω κάποια πληροφορία για την γλωσσική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως στις λατινόφωνες επαρχίες του κλίματός της (βόρεια Διοίκηση Θράκης).

Επιγραφικά δείγματα της δημώδους λατινικής των παραπάνω περιοχών μπορείτε να δείτε στις αναρτήσεις Avete voi viatores και zies Lune.

Η απόσυρση της ρωμαϊκής διοίκησης από την βαλκανική ενδοχώρα και ο σλαβικός εποικισμός της χερσονήσου κατά τον 7° αιώνα αποτελούν το terminus ante quem των κοινών εξελίξεων της ΑΒΡ. Οι ομιλητές της ΑΒΡ αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν σ΄αυτά τα γεγονότα υιοθετώντας τον ανίδρυτο ποιμενικό βίο (βλ. Η διασπορά του ποιμενικού λεξιλογίου της ΑΒΡ) και να διασπαστούν σε απομονωμένες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν η κάθε μια την δική της ιστορία. Τα ιδιώματα αυτών των διεσπαρμένων ομάδων με τον καιρό εξελίχθηκαν στις θυγατρικές ποικιλίες της ΑΒΡ: Αρμανική/Βλαχική, Μογλενίτικη, Ρουμανική και Ιστρορουμανική.

Η πρώτη φωνολογική ένδειξη της απομόνωσης της Βλαχικής/Αρμανικής από τις υπόλοιπες θυγατρικές ποικιλίες της ΑΒΡ είναι η αρμανική τροπή των χειλικών συμφώνων σε υπερωικά πριν από /i/ και /y/, μια διαδικασία που συνέβη μετά την είσοδο των πρώιμων σλαβικών δανείων στην γλώσσα: ο πρωτοσλαβικός όρος slabŭ = «αδύναμος» εισήλθε και στην Αρμανική και την Ρουμανική, αλλά ενώ στην δεύτερη ο πληθυντικός είναι slabi, στην πρώτη έγινε slaghi (όπως στους λατινογενείς αρμανικούς όρους lup(u)/luchi = «λύκος/λύκοι» και orbu/orghi = «τυφλός/τυφλοί»).

Θα περιγράψω σε ξεχωριστή ενότητα παρακάτω μερικά μεσαιωνικά ελληνικά και σλαβικά δάνεια της Αρμανικής που βρήκα στο λεξικό του Φάνη τα οποία δείχνουν αυτήν την τυπική αρμανική εξέλιξη. Εδώ θα αρκεστώ μόνο στην βλαχική προφορά του χωριού Χρυσοβίτσα Μετσόβου που ο Φάνης παραθέτει στην δεξιά στήλη της σελίδας 81. Πίσω από το ελληνοπρεπές τοπωνύμιο «Χρυσοβίτσα» κρύβεται το σλαβικό τοπωνύμιο Krušovica = «Αχλαδοχώρι» (λ.χ. Krushovë Αλβανίας, Krushovo Βουλγαρίας, Krušovice Τσεχίας κλπ), το οποίο στην εγχώρια Αρμανική/Βλαχική έγινε κανονικότατα Cruşoyitsă (λ.χ. λατ. num > αρμαν. yin(u) αλλά ρουμαν. vin).

Β. Το λεξικό του Φάνη Δασούλα

Εδώ θα σχολιάσω κατά ενότητες ορισμένους όρους που κατέγραψα από το λεξικό του Φάνη.

1. Υποκορισμός

Τα συχνότερα υποκοριστικά επιθήματα είναι τα -icu/-ică (pútsu = «πηγάδι», σλδ 184, δεξιά στήλη: pucícu = «πηγούλα», ο πληθυντικός -tșî δημιούργησε αναλογικά και την παραλλαγή -itșu/-itșă) και –ușu/-ușă (λ.χ. pecuraru = «τσομπάνος, με υποκοριστικό (σλδ 174, δεξιά στήλη) perucarușu/pecurarușă = «τσομπανόπουλο/τσομπανοπούλα»), αλλά παρατήρησα και το πιο σπάνιο -ocă (λ.χ. σλδ 60, αριστερή στήλη: biștă = «μουνί, αιδοίο», biștocă = «μουνάκι», η έλλειψη μεταφωνίας πιστεύω ότι είναι ενδεικτική της πιο πρόσφατης εμφάνισης αυτού του επιθήματος). Tο λατινικό υποκοριστικό επίθημα -ellus/-ella χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή της λέξης «καλικάτσαρος» από τον όρο pāgānus = «ειδωλολάτρης, πολυθεϊστής»:

σλδ 171, αριστερή στήλη: paγaneáo/paγaneále = «καλικάτζαρος/καλικάτζαροι» (περιέργως, το θέμα της λέξης *paγanella δεν είναι το κληρονομημένο păngăn-, βλ. παρακάτω Θρησκευτική Ορολογία)

2. Η τροπή -wă > -o

Η προρρηθείσα λέξη για τον «καλικάτζαρο» δείχνει ένα από τα φωνολογικά χαρακτηριστικά του βλαχικού ιδιώματος του Μετσόβου, έτσι όπως το κατέγραψε ο Φάνης: την εξέλιξη -wă >-o. Το /w/ προέρχεται τόσο από το λατινικό /w/ όσο και από το λατινικό διπλό –ll– της δομής -allă (κοινό χαρακτηριστικό της ΑΒΡ):

λατ. nix/nivem = «νιφάδα» > ΑΒΡ *neva > *neavă > αρμαν. nea/neao ~ ρουμαν. nea (o Φάνης έχει neáo/néuri, σλδ 160, αριστερή στήλη)

λατ. stella/stellae = «άστρο/άστρα» > ΑΒΡ *steallă > steală > steawă > αρμαν. steauă/stea(u)o ~ ρουμαν. stea (ο Φάνης έχει steáo/steále, σλδ 203, αριστερή στήλη)

3. Η τροπή Py>Ky

Όπως ανέφερα παραπάνω, η πρώτη φωνολογική ένδειξη της απόσχισης/απομόνωσης της Αρμανικής από την ΑΒΡ είναι η τροπή των χειλικών φθόγγων (f,v,b,p) σε υπερωικούς (h,y,g,k) πριν από i/y:

λατ. lius = «υιός» > αρμαν. hilju , αλλά ρουμαν. fiu

λατ. num/na = «κρασί/κρασιά» > αρμαν. yin(u)/yinuri , αλλά ρουμαν. vin/vinuri

λατ. alvus «κοιλότητα, κυψέλη»  > ΑΒΡ alvīna > albi = «μέλισσα» > αρμαν. alghi , αλλά ρουμαν. albi

λατ. petra > ΑΒΡ pjatră > αρμαν. chiatră ,αλλά ρουμαν. piatră

Παραθέτω επιλεκτικά έναν λατινικό όρο και μερικά μεσαιωνικά ελληνικά και σλαβικά δάνεια του βλαχικού ιδιώματος του Μετσόβου που βρήκα στο λεξικό του Φάνη, τα οποία δείχνουν αυτήν την εξέλιξη:

λατ. palumbus/palumbi = «περιστέρι/περιστέρια» > părúngu/părúngi = «φάσα, αγριοπερίστερο» (σλδ 173, αριστερή στήλη): Η τροπή έγινε στον πληθυντικό και δημιουργήθηκε αναλογικά ένας νέος ενικός με /g/ (πάντως, το βικιλεξικό έχει părúmbu/părúnghi)

Σλαβικά δάνεια:

σλαβ. Krušovice > αρμαν. Cruşoyitsă (Χρυσοβίτσα, σλδ 81. δεξιά στήλη)

λατ.  scorpius > νοτιοσλαβικό *skrapjĭ (με τυπική νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών) > αρμαν. scrapu/scrachi (σλδ 195, δεξιά στήλη)

Ο νοτιοσλαβικός όρος είναι η πηγή και του αλβανικού shkrap:

Μεσαιωνικά Ελληνικά δάνεια:

καραβίδα > cărăyidhă (σλδ 70, αριστερή στήλη)

σταφίδα > stăhidhă (σλδ 202, δεξιά)

πίσσα > chisă = «βαθύ σκοτάδι» (σλδ 75, αριστερή στήλη) και pi = «πίσσα, βαθύ σκοτάδι» (σλδ 177 , δεξιά στήλη)

(σχ.: ο ελληνικός όρος πίσσα εισήλθε δύο φορές στην Αρμανική, η πρώτη μορφή chiαντιστοιχεί στον παλαιότερο δανεισμό)

4. Η Θρησκευτική Ορολογία

Η θρησκευτική ορολογία της Αρμανικής και της Τοσκικής Αλβανικής διακρίνεται σε δύο ετερόχρονα στρώματα: ένα πιο πρόσφατο στρώμα (μετά το 1000 μ.Χ.) δημιουργήθηκε κατά την περίοδο που οι γλωσσικές αυτές ομάδες τελούσαν υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του ελληνόφωνου πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ένα παλαιότερο στρώμα (πριν το 600 μ.Χ.) δημιουργήθηκε κατά την περίοδο που οι ομιλητές της ΑΒΡ και της πρωτοαλβανικής τελούσαν υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της λατινόφωνης εκκλησίας της Ρώμης.

Παράδειγμα του παλαιότερου λατινικού στρώματος αποτελεί ο λατινικός όρος για την Σαρακοστή:

λατ. quadragesima > δημώδες λατινικό quaresima > ιταλικό quaresima, αλβανικό kreshmë , αρμανικό p(ã)reasinj (στο λεξικό του Φάνη: σλδ 172, δεξιά στήλη), ρουμανικό păresimi

Άλλοι τέτοιοι όροι που βρήκα στο λεξικό του Φάνη είναι:

λατ. communio/comminucatura > αρμαν. comnicătură = «θεία κοινωνία» (σλδ 78, δεξιά στήλη)

λατ. sanctam Mariam > αρμαν. Stămăríe = «Παναγία» (αυτό και το παρακάτω:  σλδ 202-3)

λατ. sanctam Venerem > αρμαν. Stăvinere = «Αγία Παρασκευή» (λατ. diēs Veneris = ἧμαρ Ἀφροδίτης = Παρασκευή)

λατ. *Lūc-io/Lūc-ionem > αρμαν. Lutşúnu = «γιορτή Αγίου Λουκά» (σλδ 144, δεξιά στήλη, οι φωνολογικές εξελίξεις [ουράνωση και φωνηεντική ανύψωση] και η παραγωγή της λέξης με το επίθημα Hoffmann δείχνουν την αρχαιότητα του όρου, λ.χ. Laverna > Lavern-iōnēs = «οι κλέφτες ως προστατευόμενοι της θεάς των κλεφτών Λαβέρνας, mūlus > mūl- /mūl-iōnem = «μουλαράς, αυτός που σχετίζεται με μουλάρια»)

λατ. pāgānus = «πολυθεϊστής, ειδωλολάτρης» > αρμαν. păngăn(u) = «(μυσαρός/δυσσεβής) Ἕλλην», păngănitate = «ἑλληνισμός, δυσσέβεια, βδέλυγμα, ακαθαρσία», păngănescu = «μαγαρίζω» κλπ.

Παραθέτω όλη την σελίδα 172 του Φάνη για να δείξω την αντιστοιχία του βυζαντινού  θρησκευτικού όρου «Ἕλλην» και του λατινικού του αντίστοιχου paganus (Graecus id est paganus, όπως σχολίαζαν οι λατινόφωνοι μεταφραστές των ελληνόγλωσσων θρησκευτικών κειμένων της περιόδου 350-450 μ.Χ., όταν συναντούσαν τον όρο Ἕλλην στο κείμενο που μετέφραζαν):

5. Η επένθεση n/m

Η προρρηθείσα εξέλιξη λατ. paganus > αρμαν.ngănu δείχνει την επένθεση ενός /n/ πριν από το /g/. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στις θυγατρικές γλώσσες της ΑΒΡ που δείχνουν αυτού του είδους την επένθεση, με πρώτο και καλύτερο το βλαχικό όνομα του Μετσόβου > Amindju, αν το τοπωνύμιο όντως προέρχεται από το σλαβικό Mečovo = «Αρκουδότοπος» (λ.χ. νοτιοσλαβ. mečka = «αρκούδα» > σερβ. Mečkovac, σλαβομακ. meče = «αρκουδάκι» κλπ).

Η εξέλιξη méč- > *méntš- > míntš > Amíndžu δείχνει την τυπική φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ, η οποία ΔΕΝ απαντά στα μεσαιωνικά ελληνικά δάνεια της αρμανικής (τα παλαιότερα δείχνουν απλά μεταφωνία, λ.χ. σλδ 46, δεξιά στήλη: αρραβώνας > arăvoánă, σλσ 121, αριστερή στήλη: ικόνα > icoánă, σλδ 236, αριστερή στήλη: (τα) ξένα (μέρη) > xeáne, και τα πιο πρόσφατα ούτε καν μεταφωνία, λ.χ. τα παραδείγματα ακόνι > acóne, αμόνι > amóne, αηδόνι > aidhóne από το γράμμα a). Αυτό φαίνεται να δείχνει ότι οι Βλάχοι γνώρισαν το σλαβικό τοπωνύμιο Μέτσοβο νωρίτερα (8ος-9ος αιώνας; ) από τους ελληνικούς όρους αρραβώνας, ικόνα και (τα) ξένα (10ος-11ος αιώνας; ).

Στην Ρουμανική, τα πρώιμα σλαβικά δάνεια δείχνουν την τυπική φωνηεντική ανύψωση της ΑΒΡ:

PSlv *gręda > ρουμαν. grín, PSlv *pętino > ρουμαν. pínten , PSlv *dǫga > ρουμαν. dún , PSlv *skǫpŭ > ρουμαν. scúmp κλπ

Αλλά ας γυρίσουμε στην επένθεση n/m της Αρμανικής. Από το λεξικό του Φάνη κατέγραψα τα εξής παραδείγματα:

λατ. frāgum > αρμαν. fran = «φράουλα» (σλδ 105, δεξιά στήλη)

λατ. nuptiae > Vlat. *nupta > ΑΒΡ *numptă > αρμαν. numptă (σλδ 162, αριστερή στήλη) ~ ρουμαν. nun

ελλην. στραβός > λατ.  strabus > VLat strambu > αρμαν. strămbu [και strămbeatsă «στραβισμός, λοξότητα, λάθος» (σλδ 204, αριστερή στήλη)] ~ ρουμαν. strâmb κλπ

6. Συλλογικές και Αφηρημένες Έννοιες

Όπως και οι υπόλοιπες ρωμανικές γλώσσες, η ΑΒΡ χρησιμοποίησε τα επιθήματα *-ālia, *-īlia, *-āmen, *-īmen για να δημιουργήσει αφηρημένες και συλλογικές έννοιες. Το πιο παραγωγικό από αυτά τα επιθήματα στην αρμανική/βλαχική ήταν αναμφίβολα το *-āmen > -áme (μόνο στο λεξικό του Φάνη υπάρχουν καμιά πενηνταριά παραδείγματα). Ένα άλλο ιδιαίτερα παραγωγικό επίθημα για αφηρημένες έννοιες σε όλες τις ρωμανικές γλώσσες είναι το λατ. -itia > VLat etsa > ΑΒΡ -eatsă (λ.χ. ιταλικό dolcezza = αρμαν. dulceatsă = ρουμαν. dulceață = «γλυκάδα»).

i) λατ. *-ālia > ΑΒΡ -alje:

αφηρημένη σημασία: αρμαν. udu/udare = «βρέχω, βρέξιμο» > udalʲu = «υγρασία» (σλδ 227, αριστερή στήλη)

ii) λατ. *-īlia > ΑΒΡ -ilje :

λ.χ. αρμαν. frãtsilje ~ ρουμαν. frăție = «αδελφότητα, αδελφοσύνη»

Από το λεξικό του Φάνη αναφέρω τα εξής παραδείγματα:

συλλογική σημασία: oilʲe = «πλήθος προβάτων» (σλδ 166, αριστερή στήλη, λ.χ. το λατ. ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο επίθετο ovīle = «στάνη»)

αφηρημένη σημασία: pseftsîlʲe = «ψευτιά» (σλδ 184, δεξιά στήλη)

iii) λατ.*-āmen > ΑΒΡ -ame:

Στην Ιταλική τα λατινικά επιθήματα -āmen, -īmen, -ūmen έδωσαν τα αντίστοιχα επιθήματα -ame, -ime, -ume (λ.χ. λατ. ligāmen > Ιταλ. legame = «δεσμός») τα οποία πολύ συχνά σχηματίζουν συλλογικά ουσιαστικά. Το επίθημα -ume ειδικότερα έχει χρωματιστεί αρνητικά στην ιταλική γλώσσα και σχηματίζει συλλογικότητες ευτελών αντικειμένων ή υποτιμητικά συλλογικά (λ.χ. anticume = «πλήθος παλιών αντικειμένων που έχουν χάσιε την αξία τους», pecurume = «προβατολόι» (για πλήθος χαζών/άβουλων ανθρώπων που κατευθύνονται από άλλους), tedescume = «γερμανολόι» (υποτιμητική αναφορά σε Γερμανούς).

Μερικά παραδείγματα κανονικών ιταλικών συλλογικών είναι:

fogliame = φυλλολόι

legname = ξυλεία (πλήθος τεμαχισμένων ξύλων για κάψιμο)

mangime = «ζωοτροφή» (mangio = «τρώω»)

Το αρμανικό επίθημα -ame έχει αφηρημένη σημασία στους εξής όρους που κατέγραψε ο Φάνης:

singur(u) = «μόνος, μοναχός» > singur-ame = μοναξ-ιά (σλδ 198, δεξιά στήλη)

sots(u) = «φίλος» > sots-ame = φιλ-ία (φιλία 199, δεξιά στήλη)

Στα περισσότερα άλλα λήμματα έχει ξεκάθαρη συλλογική σημασία δηλώνοντας πλήθος ανθρώπων, ζώων και αντικειμένων:

Turche-ame = η Τουρκ-ιά, το σύνολο των Τούρκων/μουσουλμάνων

Arben-uș-ame = η Αρβανιτ-ιά, το σύνολο των Αρβανιτών/Αλβανών, όπως στο τσάμικο τραγούδι Σαν κίνησε η Αρβανιτιά (σλδ 46, δεξιά στήλη)

auș-ame = γεροντο-λόι (σλδ 53, αριστερή στήλη)

capre-ame = πλήθος γιδών (σλδ 69, δεξιά στήλη)

7. Μερικοί ενδιαφέροντες όροι

Εδώ θα σχολιάσω επιλεκτικά μερικούς από τους ενδιαφέροντες όρους (θα χρειαστεί ξεχωριστή ανάρτηση για όλους τους όρους που έκρινα άξιους σχολιασμού).

i) căcătoru = «αφοδευτήριο, χέστρα» (σλδ 67, αριστερή στήλη)

Είναι το αρμανικό αντίστοιχο του πορτογαλικού όρου cagatório = «χέστρα» (λατ. cacāre = «χέζω» + οργανικό επίθημα -tōrium, λ.χ. audītōrium = «ἀκουσ-τήριον, αίθουσα διαλέξεων»)

Στην ΑΒΡ συνεβη απλοποίηση -ry- > -rr- > -r- (λ.χ. -tōrium > -toru, rius > -aru, ariēs/arietem > areate κλπ)

ii) tueágă/tuégi (σλδ 225, αριστερή στήλη)

Ο όρος tueágă σύμφωνα με τον Φάνη σημαίνει «το ραβδί της γκλίτσας, γκλίτσα χωρίς λαβή, κάθε ραβδί που χρησιμοποιείται ως γκλίτσα». Πρόκεται για έναν ΙΕ όρο με τη σημασία «κλαδί, διακλάδωση/διχάλα» που απαντά στον γερμανικό (λ.χ. PGmc *twig- ~ twīgą > αγγλικό twig = «βέργα, κλαδάκι», η πρωτογερμανική ρίζα αναδομείται τόσο με μακρό όσο και με βραχύ /i/), τον σλαβικό κλάδο (OCS dvigŭ = «κλαδί») και την αλβανική (PAlb. *dwaigā > αλβ. degë). Αν κρίνω από το αρκτικό /t/ του αρμανικού όρου θα έλεγα ότι μάλλον πρόκειται για γερμανικό (γοτθικό; ) δάνειο, χωρίς όμως να αποκλείω την πιθανότητα υποστρωματικής καταγωγής (κάτι σαν τον πρωτοαλβανικό όρο *dwaigā) με δευτερογενή απηχηροποίηση d>t στην βλαχική.

iii) predhă/predhe = «πέρασμα, διάβαση» (σλδ 183, αριστερή στήλη)

Αυτός ο όρος ήταν ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη του λεξικού. Βρίσκω ελκυστική την ιδέα ότι πρόκειται για υποστρωματικό θρακικό όρο που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *bhredh- «διαβαίνω» (λ.χ. PSlv bresti = «διαβαίνω» και  *brodŭ = «διάβαση/πόρος ποταμού»). Η ρηματική ρίζα επιβιώνει και στο αλβανικό ρήμα bredh, αλλά έχει συμβεί αλλαγή της σημασίας από «διαβαίνω» σε «πηδώ, περιπλανιέμαι». Η αρχική μορφή του αρμανικού όρου predhă πρέπει να ήταν *bredu (αρχικά πρέπει να ήταν ουδέτερο, γιατί μόνο η λατινική κατάληξη ουδετέρων και αρσενικών σε -u(m) (η γενικευμένη αιτιατική της ύστερης δημώδους λατινικής) μπορεί να εξηγήσει την έλλειψη μεταφωνίας, λ.χ. negru/neagră, και να άλλαξε γένος πιο πρόσφατα, εκτός αν πρόκειται για σχετικά πρόσφατο ξένο δάνειο στην βλαχική). Αν δεχτούμε την ετυμολόγησητου όρου predhă από την ΙΕ ρίζα *bhredh-, πάλι βλέπουμε μια διαδικασία απηχηροποίησης b>p σε αρκτική θέση, όπως (ενδεχομένως) στο d>t του προρρηθέντος όρου tueagă.

Ο θρακικός όρος που υποψιάζομαι ως πρόδρομο απαντά πολλάκις στο τοπωνυμικό της αρχαίας Θράκης. Ο Προκόπιος στο Περί Κτισμάτων κατέγραψε το τοπωνυμίο Βρέδας (i.e., λατ. αιτ. πληθ. Bredas του ενικού Breda) στην επαρχία Αιμιμόντου:

Αἱμιμόντου. Ζημάρκου. Κηριπάρων. Κασιβόνων. Τὸ Οὔκου. Ἀντωῖνον. Γεσιλαφοσσᾶτον. Χεροῖνον. Προβίνου. Τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Βουρδέπτω. Ῥακούλη. Τοῦ ἁγίου Ἰουλιανοῦ. Τζιταετοῦς. Βηλαστύρας. Γετρίνας. Βρέδας. Βῆρος. Θωκύωδις. Βία. Ἀναγογκλί. Σούρας. Αὐθιπάρου. Δορδᾶς. Σαρμαθών. Κλεισοῦρα. Ὑλασιάναι. Θρασαρίχου. Βαῖκα. Χρύσανθος. Μαρκέρωτα. Ζδεβρήν. Τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Ἄσγαρζος. Βουρτούδγιζ. Ταυρόκωμον. Νίκη. Καβοτούμβα. Δείξας. Γητριστάους. Δέβρη. Γητριστάοιε. Προβίνου. Κάρβερος. Τηεσιμόντη. Ἀσγίζους. Δαλάταρβα. Θεοδωρούπολις. Τζυειδών. Τζονπολέγων. Βασίβουνον. Ἀγχίαλος. Μαρκιανόν. Κυρίδανα. Βεκοῦλι.

Το τοπωνύμιο Βουρδέπτω που επίσης σημείωσα, μαζί με τα τοπωνύμια Βούρδωπες και Βουρδόμινα που αναφέρει στις περιοχές της Παυταλίας και της Ρεμεσιανής αντίστοιχα στην Διοίκηση Δακίας, μάλλον περιέχουν τον μηδενικό βαθμό της ίδια ρίζας (IE *bhr.dh- > Θρακ. burd-):

Ὑπὸ πόλιν Παυτά· Τάρπωρον. Σουάβαστας. Χερδούσκερα. Βλέβοις. Ζεαπουρίες. Ἐν χώρᾳ Σκασσετάνᾳ· Ἄλαρον. Μαγιμιάς. Λουκουνάντα. Βάλαυσον. Βούττις. Ὑπὸ πόλιν δὲ … νέα μέν· Καλβεντία.
Φαράνορες. Στρανβάστα. Ἄλδανες. Βαραχτέστες. Σάρματες. Ἄρσενα. Βράρκεδον. Ἐραρία. Βερκάδιον. Σαβινίριβες. Τιμίανα. Κάνδιλαρ. Ἄρσαζα. Βικούλεα. Καστέλλιον. Γρόφφες. Γάρκες. Πίστες. Δούσμανες. Βράτζιστα. Ὁλόδορις. Κασσία. Γράνδετον. Οὐρβρίανα. Νώγετο. Γούρβικον. Λαύτζονες. Δουλίαρες. Μεδίανα. Τιούγκωνα. Καστέλλιον. Ἀνενεώθη δέ· Ἕρκουλα. Μουτζιανικάστελλον. Βούρδωπες. Κάλις. Μιλλάρεκα. Δέδβερα. Χεσδούπαρα. Ἐν χώρᾳ Ῥεμισιανισίᾳ· Βρίττουρα. Σούβαρας. Λαμπωνίανα. Στρόγγες. Δάλματας. Πριμίανα. Φρερραρία. Τόπερα. Τόμες. Κούας. Τζερτζενούτζας. Στένες. Αἰάδαβα. Δέστρεβα. Πρετζουρίες. Κουμούδεβα. Δευριάς. Λούτζολο. Ῥεπόρδενες. Σπέλογκα. Σκοῦμβρο. Βρίπαρο. Τουλκόβουργο. Λογγίανα. Λουποφαντάνα. Δαρδάπαρα. Βουρδόμινα. Γριγκιάπανα. Γραῖκος. Δρασίμαρκα.

Το θρακικό τοπωνύμιο Burd-apa (απαντά σε αρκετές επιγραφές στην μορφή του εθνικού επιθέτου Βουρδαπηνός) κατά κανόνα ετυμολογείται ως «πέρασμα του ποταμού» (IE *bhr.dh-h2ep-, *bhredh- = «διαβαίνω» και *h2ep- «νερό, ποτάμι»).

Παραθέτω μερικές σελίδες για την ΙΕ ρίζα *bhredh- «διαβαίνω» και μια για το θρακικό τοπωνύμιο *Burd-apa.

Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον να προσθέσω ακόμα μια ανάρτηση με σχόλια για το λεξικό του Φάνη.

Advertisements

44 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

44 responses to “Το λεξικό του Αρμανικού ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα #1

  1. Φάνης Δασούλας

    εξεπλάγην, σε ευχαριστώ πολύ, και σου αποκαλύπτω ότι θα ακολουθήσει έντυπη έκδοση με όπου θα περιλαμβάνει επιπλέον, αντωνυμίες, επιρρήματα, επίθετα κ.λπ.

    • Γεια σου Φάνη λεβεντιά! Κάποια στιγμή θα κάνω σίγουρα ακόμα μια ανάρτηση, γιατί άφησα ασχολίαστο πολύ υλικό από τις σημειώσεις που κράτησα.

      BTW, μόλις κατάλαβα γιατί η ΙΕ ρίζα *dwey- «δύο, δι-» του όρου «κλαδί, διακλάδωση» έδωσε τον όρο tueagă.

      Η παραδοσιακή γκλίτσα έχει ως λαβή την διακλάδωση απ΄όπου εκφύεται το κλαδί!!!

      https://imgur.com/a/SQIMggI

  2. Φάνης Δασούλας

    O Βάσμερ δεν αποδέχεται σλαβική ρίζα του Αmindju

    • Για πες περισσότερα, γιατί δεν είχα την ευκαιρία να μεταφράσω τον γερμανικό σύνδεσμο του Φάσμερ που παρέθεσα. Το ακριβώς πίστευε;

      • Αν κατάλαβα καλά, το απορρίπτει επειδή το έρρινο ę δεν μπορεί να αποδειχτεί στον σλαβικό όρο meč- «αρκούδα».

        Ωστόσο, δεν χρειάζεται ο σλαβικός όρος να έχει έρρινο ę, γιατί η βλαχική μπορεί να πρόσθεσε δευτερογενώς το /n/, όπως στους όρους που ανέφερα. Το ίδιο έκανε η ρουμανική λ.χ. στο σλαβικό δάνειο čĭstĭ > cinste.

  3. Φάνης Δασούλας

    Συγνώμη την λέξη Μέτσοβο εννοούσα όχι το Amindju

  4. Φάνης Δασούλας

    συγνώμη στην ονομασία Μέτσοβο αναφερόμουν παρά την κατάληξη /ovo/ για λόγους φωνητικούς αν θυμάμαι καλά δεν μπορεί να δεχτεί το meč- «αρκούδα» ως ρίζα του θέματος /Μέτσ/.

    • Φάνη, καλημέρα. Εσύ έχεις βρει κάποια άλλη πειστική ετυμολογία;

      • Από μια πρόχειρη αναζήτηση που έκανα στα γρήγορα, βρήκα το τοπωνύμιο Minčovo στην Βουλγαρία (Minčovoto horo = ο Μιντσιοβίτικος χορός), το οποίο έχει παραχθεί από το υποκοριστικό Mincho/Minko = Μιχαλάκης (λ.χ. ο βούλγαρος ποδοσφαιριστής Minčo Minčev είναι «Μιχαλάκης Μιχαλακακόπουλος»).

        (Αλλά αμφιβάλλω αν αυτό το σλαβικό υποκοριστικό -που προϋποθέτει σλαβική εξοικείωση με τα χριστιανικά ονόματα- να υπήρχε πριν τον 10ο αιώνα).

      • Φάνης Δασούλας

        Η σημερινή βλαχική ονομασία Amindju σχηματίζεται από την πρόθεση a” «προς, στο» και τον τύπο Mindju και χρησιμοποιείται πότε ως ουσιαστικό Amindju-lu «το Μέτσοβο» πότε ως επίρρημα me ducu Amindju «πάω προς το/ στο Μέτσοβο». Αυτό σημαίνει ότι ο αρχικός τύπος της βλαχικής ονομασίας ήταν Mindju (αυτό δείχνουν και τα εθνικά Mindjanu Mindjană«Μετσοβίτης Μετσοβίτσα» καθώς και το επίθετο midjănescu midjănească «μετσοβίτικος,-ίτικη,-ίτικο» που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους κατοίκους του Μετσόβου. Τείνω λοιπόν στην άποψη ότι το θέμα /Μετσ/ στην ονομασία Μέτσοβο σχετίζεται με την ονομασία Mindju, χωρίς να μπορώ να το τεκμηριώσω απόλυτα φωνητικά (με μπερδεύει το n στο Mindju). Στις οθωμανικές απογραφές 15ου και 16ου αιώνα απαντάται ο τύπος Mcwh που αποδίδεται συνήθως φωνητικά ως Miçova. Επίσης οι βλαχόφωνοι που αγνοούν τον τύπο Amindju χρησιμοποιούν την ονομασία Medjova. Αν ισχύει η άποψη που διατύπωσα τότε το ζήτημα είναι τι σημαίνει mindju; Αν όμως το minʤu αποτελεί εξέλιξη ενός αμάρτυρου Medzo(u) ή Midzo(u) που έδωσε τον τύπο Μέτσοβα ή Μέτσοβο τότε το ζήτημα είναι τι σημαίνει το θέμα /Μετσ/. Πάντως έχω ενδείξεις ότι οι μεσαιωνικοί Βλάχοι του Ελλαδικού χώρου έφεραν και σλαβογεννή βαπτιστικά βλ. «Σλαβοτάς», « Ράδος» (Κεκαυμένος και Rouillard & Collomp). Βορειότερα στον βαλκανικό χώρο αυτή η σλαβική επίδραση στα βαπτιστικά των βλάχων είναι εντονότερη.

      • Πάντως έχω ενδείξεις ότι οι μεσαιωνικοί Βλάχοι του Ελλαδικού χώρου έφεραν και σλαβογεννή βαπτιστικά βλ. «Σλαβοτάς», « Ράδος» (Κεκαυμένος και Rouillard & Collomp). Βορειότερα στον βαλκανικό χώρο αυτή η σλαβική επίδραση στα βαπτιστικά των βλάχων είναι εντονότερη.

        Κάτι παρόμοιο ισχυρίζεται και ο Andre Du Nay για τον Ρουμάνους.

        Σύμφωνα με τον Du Nay, στα παλαιότερα σλαβικά δάνεια (ως τον 11ο αιώνα) της ρουμανικής τα τονισμένα έρρινα πρωτοσλαβικά ę/ǫ αποδίδονται ως iN/uN. Στο επόμενο στρώμα σλαβικών δανείων τα ę/ǫ αποδίδονται πλέον ως âN και αυτό συμβαίνει με τα περισσότερα παλιά σλαβικά τοπωνύμια της Ρουμανίας (λ.χ. Dâmbovița). Για τον Du Nay αυτό αποτελεί ένδειξη της εισόδου των Ρουμάνων στην Ρουμανία γύρω στο 1200.

        Ωστόσο, στην Ρουμανία υπάρχουν και μερικά σλαβικά τοπωνύμια σε iN/uN και, σύμφωνα με τον Du Nay, αυτά τα σλαβικά τοπωνύμια τα δημιούργησαν οι ιδιοι οι Ρουμάνοι από τα παλιά σλαβικά δάνεια που είχαν εισέλθει νωρίτερα στην γλώσσα τους.

        Σου παραθέτω τη σελίδα του Du Nay (σλδ 100 στην έκδοση που έχω):

        https://imgur.com/Rll9jqY

  5. Γεια σου smerd,
    σχετικά με την ετυμολόγηση του τοπωνυμίου Χρυσοβίτσα

    —Krušovica = «Αχλαδοχώρι» (λ.χ. Krushovë Αλβανίας, Krushovo Βουλγαρίας, Krušovice Τσεχίας κλπ), το οποίο στην εγχώρια Αρμανική/Βλαχική έγινε κανονικότατα Cruşoyitsă—

    όταν είχα ασχοληθεί με την ετυμολόγηση της Χρυσοβίτσας (όχι του Μετσόβου αλλά της Αιτωλοακαρνανίας. Έχει δύο, μία στο δήμο Θέρμου και μία στο δήμο Αστακού) είχα επιλέξει ότι προέρχεται από το Xrьsъ=καλός, όπως το Xrьsъ Dažьbogъ το θεωνύμιο του θεού Ήλιου που ήταν πολύ συχνό τότε στις μεσαιωνικές βουλγαρικές και σερβικές πηγές. Πχ ο Δοβρομηρός Χρυσός (Μαλινγκούδης). Η λέξη έχει χαθεί πλέον από τις σλαβικές γλώσσες εκτός της ρωσικής που είναι το γνωστό хорошо=καλά. Από οσσετικό xorz/xwarz > LPS xrьsъ = καλός.

    Είχα διαλέξει αυτό αντί για το Krušovica = «Αχλαδοχώρι για δύο λόγους.
    Πρώτον επειδή σε όλα τα σλαβικά τοπωνύμια δεν συνάντησα καμία μετατροπή Κ>Χ. Το σλαβικό /Κ/ πάντα μεταφέρεται σε ελληνικό /Κ/.
    Δεύτερον επειδή υπάρχει και παρόμοιο τοπωνύμιο Χρίσοβο (η γραφή είτε με /ι/ είτε με /υ/ δεν είναι πρόβλημα, είναι συχνή) το οποίο στα τούρκικα κατάστιχα της περιοχής του 1454 αναγραφόταν ως Hirsova.

    Βέβαια, το ότι οι βλαχόφωνοι λένε το χωριό Χρυσοβίτσα Μετσόβου Cruşoyitsă είναι ισχυρό επιχείρημα ότι τελικά το αρχικό γράμμα να ήταν /Κ/ και όχι /Χ/.

    • Βέβαια, το ότι οι βλαχόφωνοι λένε το χωριό Χρυσοβίτσα Μετσόβου Cruşoyitsă είναι ισχυρό επιχείρημα ότι τελικά το αρχικό γράμμα να ήταν /Κ/ και όχι /Χ/.

      Γεια σου Χρηστάρα, λεβεντιά! Στην περίπτωση της Χρυσοβίτσας Μετσόβου, νομίζω πως και το παχύ /ş/ του αρμανικού τύπου συνηγορεί
      για το θέμα kruša = «αχλάδι».

  6. Gandalf

    Πολύ καλή ανάρτηση για πολύ καλό θέμα και εξαιρετική εργασία του Φάνη. Πράγματι, καλό θα ήταν να κυκλοφορούσε και έντυπη γιατί έχω την αίσθηση ότι ένα καλό λεξικό της βλαχικής στην ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζει (του Νικολαΐδη είναι ξεπερασμένο).

    Λίγη προσοχή μόνο στην επιμέλεια γιατί έχουν ξεφύγει μερικά λαθάκια, στην γραμματοσειρά, βιβλιογραφία κ.λπ.

    μια συμβολή και από εμένα για την ονομασία του Μετσόβου (σ. 197 και η βλαχική ονομασία), από το βιβλίο του Κ. Οικονόμου, Τα οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων.

    https://imgur.com/a/df2995r

    • Καλώς τον Gandalf! Ευαριστώ για την παράθεση.

      Τελικά έχει ενδιαφέρον πως όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την ετυμολογία του Μετσόβου, δεν έχουν να προτείνουν κάτι βέβαιο ή έστω αρκετά πιθανό.

  7. Φάνης Δασούλας

    Αν θυμάμαι καλά ο Oικονόμου βασίζεται στην λανθασμένη υπόθεση ότι προφέρεται mîndju [mɨ́nʤu̯] γεγονός που τον οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.. Πράγματι υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες στο να ετυμολογηθεί το Μέτσοβο – (A)mindju. Έχω κάνει και άλλες υποθέσεις όπως πιθανή συσχέτιση με το αρμανικό ńédzu [ɲéʣu̯]«μέσο, μέση» ( βλ. ρουμανικό miez και ιταλικό mezzo) που αρχικά ίσως είχε τη μορφή miedzu ( από το λατινικό medius) ωστόσο μου λείπουν κομμάτια από το παζλ.

    • Φάνη, καλημέρα.

      Τα μόνα κομμάτια που έχω να προσφέρω στο παζλ του τοπωνύμιου Μέτσοβο/Amindju είναι:

      1) Το αρκτικό a- μπορεί να είναι απλά προθετικό (συχνότατο φαινόμενο ιδίως πριν από ένηχους φθόγγους r,l,n,m τόσο στα αρμανικά όσο
      και στα ρωμαίικα): λ.χ. rapio > arachiu, rușine > arușine και γρήγορα > αγλήγουρα, καλώ > ακαλνώ

      2) Πρέπει να δούμε πως η αρμανική αποδίδει τα παλιά σλαβικά τοπωνύμια σε -ovo, για να δούμε αν η κατάληξη του Μετσόβου είναι
      αυθεντική, δλδ να εξακριβώσουμε αν η τροπή σλαβ. -ovo > αρμαν. -u είναι κανονική.

      3) Το πρόβλημα με το ńédzu είναι ότι έχει άλλο προστριβόμενο (dz και όχι dj = /dž/).

      4) Το dj του Amindju μάλλον είναι προϊόν ηχηροποίησης (από το προκείμενο /n/) ενός tş (δλδ ntş > ndž, πρβ. την νεοελληνική προφορά pazienza > πασιέντζα). Συνεπώς, ίσως πρέπει να ψάχνουμε για την ετυμολογία του θέματος míntş- και, στην ΑΒΡ, το μετατονικό tş κατά κανόνα προέρχεται από ουρανωμένο υπερωικό /ky/, λ.χ. erícius > arítşu (εκτός αν πρόκειται για δάνειο όρο που διαθέτει tş κατά τους φωνολογικούς κανόνες της δανειοδότριας γλώσσας).

  8. Φάνης Δασούλας

    Θα ήθελα να προσθέσω ότι από τα μεσαιωνικά χρόνια έως και τον 18ο αιώνα η ονομασία Μέτσοβο δεν αφορούσε μόνο τον σημερινό ομώνυμο οικισμό αλλά αποτελούσε τη λαϊκή ονομασία της Πίνδου ( βλ. άρθρο μου «Πίνδος. Οι Γεωγραφικές και Ιστορικές διαστάσεις ενός ονόματος», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 31 (2012), 189-254) .

  9. Φάνης Δασούλας

    Καλησπέρα. Mία παροιμία λέει, “γιατί είσαι ιδρωμένος-μιλούσα με βλάχο” τέλος πάντων τελευταίες πινελιές γιατί το θέμα δεν έχει τελειωμό.
    1. Το αρκτικό a- εμφανίζεται σπάνια ως προθετικό στο βλαχικό ιδίωμα του Μετσόβου. Ίδια περίπτωση με το Amindju είναι και το Ameru (το βλαχικό όνομα του όμορου προς το Μέτσοβο χωριού Μηλιά, ο κάτοικος meranu). Επιμένω σε ενσωμάτωση στο όνομα Μindju της πρόθεσης a «προς στο» ίδια περίπτωση όπως τα βλαχικά επιρρ. a-cásă «στο σπίτι, προς το σπίτι» a-moĺu «μουσκίδι, μούσκεμα ή στο μούσκιο» a-foară «έξω, προς τα έξω, έξωθεν» κ.λπ. ( πρβλ ιταλ. a Roma «στη Ρώμη», a casa «στο σπίτι», γαλλ. à paris «στο Παρίσι». Οι “προφορικές” γλώσσες λειτουργούν περίεργα για αυτό τα ίδια επιρρήματα μας έχουν δώσει πληθυντικούς (δηλαδή ουσιαστική η επιθετική λειτουργία) του τύπου a-căsi «στα σπίτια» a-moĺi «μουσκεμένοι.
    2. Πιστεύω το -οβο απηχεί λόγια ελληνική επίδραση παλαιοτέρων τοπωνυμίων που τελειώνουν σε –ova. Επαναλαμβάνω ο Vasmer για φωνητικούς λόγους δεν βρίσκει καμία σχέση του θέματος /Μετς/ με τα σλαβικά mečka, mečem mečzk «αρκούδα».
    3. Συμφωνώ σε αυτό με ο ίδιος προβληματισμός καθώς και το /n/ με εμποδίζουν να δεχτώ το ńédzu.
    4. Δεν διαφωνώ όλα είναι πιθανά. Προσθέτω μόνο ότι στις λατινογενείς λέξεις της βλαχικής το dj[ʤ] αποτελεί εξέλιξη του και πραγματώνεται αντίστοιχα στη ρουμανική και ιταλική γλώσσα ως [ʓ] και [ʤ]. Έτσι η λατινική λέξη jocus /jókus/ παρήγαγε την βλαχική, ρουμανική και ιταλική αντίστοιχα λέξη djocu [ʤóku], joc [ʓók] και giuoco [ʤuóko]

    • Επιμένω σε ενσωμάτωση στο όνομα Μindju της πρόθεσης a «προς στο»

      Εσύ σίγουρα ξέρεις καλύτερα το εγχώριο ιδίωμα και, συνεπώς, κάτι παραπάνω θα ξέρεις.

      Σε κάνα 5λεπτο θα ξεφουρνίσω μια ακόμα ανάρτηση με δύο ρήματα από το λεξικό σου. Ετοιμάσου! 🙂

  10. Simplizissimus

    Πίσω από το ελληνοπρεπές τοπωνύμιο «Χρυσοβίτσα» κρύβεται το σλαβικό τοπωνύμιο Krušovica = «Αχλαδοχώρι»

    Πολύ μου άρεσε αυτό, Σμερδαλέε, γιατί από πολύ παλιά προσπαθώ να βρω πώς συνδέεται το γραφικό Χρυσοβίτσι της Αρκαδίας, χτισμένο μες στην καρδιά του δάσους του Μαινάλου, με τη μάρκα μπίρας Krušovice από τη Βοημία!

  11. Γιώργος

    Πολύ ωραίο! Να ρωτήσω τους γνώστες της Αρμανικής- Βλαχικής: Η εξέλιξη του αρμαν. steaua από το λατ. stella έχει να κάνει με το λεγόμενο φαινόμενο της αλλοφωνίας (με την έννοια της τροπής σε u ή της αποβολής) του l (ή ll); Γιατί, κάπου είχα διαβάσει ότι το φαινόμενο αυτό παρατηρείται μόνο στο αρβανιτοβλάχικο (καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας και σε κανένα άλλο βλάχικο ιδίωμα.

    • Γεια σου Γιώργο.

      Αφού ολοκληρώθηκε ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /L/ στην ΑΒΡ (λ.χ. singulus > singuru, solem > soare), το λατινικό διπλό -ll- απλοποιήθηκε και ειδικά στην θέση -allă φαίνεται να μετατράπηκε σε υπερωικό αλλόφωνο, όπως λ.χ. στην γαλλική και την αρχαία κρητική σε προσυμφωνική θέση:

      λατ. alter/altrum > γαλλ. autre

      ελλ. χαλκός > αρχαίο κρητικό *χαυκός > καυχός

      Από κει και μετά, η εξέλιξη -allă > -aLă (L= υπερωικό αλλόφωνο) > -awă απαντά σε όλες τις ποικιλίες της ΑΒΡ (αρμανική, μογλενίτικη, ρουμανική, ιστορρουμανική) και, συνεπώς, είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για κοινή εξελιξη της ΑΒΡ.

      Την βλέπεις στην εξέλιξη των λατινικών λέξεων: sella, stella, catella (=σκυλίτσα, και όλα τα υποκοριστικά σε -ella):

      Η μεταφωνία της ΑΒΡ πρώτα τα μετέτρεψε σε -ella > -eallă και τότε δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την εξέλιξη -ll- > -L- > -w-.

      Στην περίπτωση του όρου catella πρόλαβε να συμβεί (πάντοτε στην ΑΒΡ) και η οπροστριβοποίηση του /t/:

      catella > cateallă > cătiawă > cătjawă > cătsawă

  12. Φάνης Δασούλας

    είναι αξιοπαρατήρητο ο πληθυντικός των ίδιων λέξεων δεν έχει χει υποστεί στην ίδια εξέλιξη: steao -steale, cătsao – cătsale, mărgeao – măgreale κ. λπ.

    • Γεια σου Φάνη λεβεντιά!

      Ο πληθυντικός δεν υπέστη την τροπή, επειδή σ’αυτόν δεν ικανοποιείται η συνθήκη -allă, γιατί ο πληθυντικός είναι -allae > -alle.

      Ούτε στον ενικό αρσενικών σε -ellus συμβαίνει αυτή η εξέλιξη, λ.χ. λατ. porcellus > αρμαν. porcel(u) (αλλά θηλυκό porceao/porceauă)

      ΥΓ: ενώ εσύ στο λεξικό (σλδ 181) το παραθέτεις porcelu με αναμενόμενο /ce/= /tșe/, το βικιλεξικό το παραθέτει purtsel(u) με μη αναμενόμενο /tse/.

    • Δημήτρης

      Στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα οι πληθυντικοί αυτοί είναι χωρίς το “ea” (steli, cătseli, κοκ)

      • Γεια σου Δημήτρη. Σε όλες τις ποικιλίες της ΑΒΡ ο πληθυντικός stellae έχει /e/: ρουμαν. stele, ιστρορουμανικό stele κοκ. Μόνο η αρμανική (απ΄όσο μπορώ να κρίνω από το wiktionary) έχει steale/steali.

        Στην Ρουμανική και την Ιστρορουμανική είναι συνέπεια της επανατροπής ea>e πριν από ε, λ.χ. λατ. lex/legem > παλαιό ρουμανικό leage, αλλά σημερινό lege. Περιέργως, η επανατροπή αυτή δεν συνέβη στα απαρέρφματα σε -ere: λατ. videre > σύγχρονο ρουμαν. a vedea (= vedeare).

      • Δημήτρης

        (Επειδή δε μπορώ να απαντήσω κάτω από την απάντησή σου, τοποθετώ την απάντησή μου εδώ)
        Μία Ρουμάνα φιλόλογος μου έχει πει (αν θυμάμαι καλά) πως η μετατροπή του “e” σε “ea” συμβαίνει όταν η επόμενη συλλαβή έχει φωνήεν “a” ή “ă”. Επομένως, με βάση αυτό τον κανόνα, στον πληθυντικό stele/steli το “e” δεν μετατράπηκε ποτέ σε “ea” και άρα ούτε επανατροπή έχουμε.
        Δεν είμαι ειδικός βέβαια στο θέμα.

      • Η μετατροή e>ea και o>oa λέγεται μεταφωνία της ΑΒΡ (metaphony) και συνέβη σε τονισμένη θέση, όταν το επόμενο φωνήεν του λατινικού όρου είναι e,a,o. Δεν συνέβη, όταν το επόμενο φωνήεν είναι i,u (λ.χ. noapte, αλλά πληθυντικός noptsi, neagră, αλλά negru), και όταν μετά το τονισμένο φωνήεν υπάρχει έρρινο n,m, γιατί τότε συμβαίνει φωνηεντική ανύψωση e>i, o>u (λ.χ. mons/montem > munte, vena > vina κλπ).

        Στην Ρουμανική, κάποια στιγμή συνέβη επανατροπή (reversion) ea>e πριν από e.

        Αν θέλεις, στο βιβλίο των Ti Alkire & Rosen Carol για τις ρμωανικές γλώσσες, υπάρχει αναλυτική περιγραφή του φαινομένου στο κεφάλαιο για την ρουμανική γλώσσα.

        Δες την σύγκριση μεταξύ Παλαιάς και Σύγχρονης Ρουμανικής στην παρακάτω σελίδα των Alkire & Rosen:

      • Δημήτρης

        Επίσης στα απαρέμφατα σε -ere, σύμφωνα και με τον κανόνα που ανέφερα πριν, το “e” κανονικά δεν έχει λόγο να μετατραπεί σε “ea” αφού δεν ακολουθεί συλλαβή με “a” ή “ă”. Αυτό βέβαια ισχύει για την ρουμανική και την αρβανιτοβλάχικη ποικιλία όπου έχουμε vedere και videri αντίστοιχα. Ενώ στην αρμανική είναι videari.

      • Δημήτρη, δεν έχεις καταλάβει καλά το φαινόμενο της μεταφωνίας της ΑΒΡ (η ρουμάνα σου είπε κοτσάνες). Διάβασε την σελίδα που σου έχω παραθέσει στο προηγούμενο σχόλιο.

      • Δημήτρης

        Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ευχαριστώ!

      • Έχω κάνει ολόκληρη σειρά αναρτήσεων για την διάσπαση της λατινικής σε ρωμανικές γλώσσες, από αυτό το βιβλίο. Μέσα έχω περιγράψει και τις ποικιλίες της ΑΒΡ.

      • Για να σε ρωτήσω, για να δεις την μεταφωνία πριν από /e/. Το «εφτά» και το «φίδι» πως λέγονται στην ρεμένικη;

      • Δημήτρη, εδώ (στο Γ.2) έχω εξηγήσει την μεταφωνία της ΑΒΡ.

      • Δημήτρης

        Ευχαριστώ πολύ για για τον χρόνο σου! Και κάτι τελευταίο: ρουμανικές και αρβανιτοβλάχικες λέξεις όπως biserică αντί για bisearică (εκκλησία) που θα έλεγε ένας Αρμάνος, nedzi αντί neadzi (πηγαίνει), esti αντί easti (είναι), η κατάληξη -ește/i αντι για -eaște/i (όπως στο crește/i vs creaște/i μεγαλώνει) είναι επίσης περιπτώσεις επανατροπής;
        ΥΓ. Όσο για τον κανόνα που σου είπα ότι μου ανέφερε η συγκεκριμένη κυρία, επειδή διδάσκει ρουμανική γλώσσα, ίσως να είναι κάποια υπεραπλούστευση που βοηθάει τους μαθητές στην κλίση των ρημάτων και των ουσιαστικών και επιθέτων.

      • είναι επίσης περιπτώσεις επανατροπής;
        —-

        Μόνο για τον όρο basilica μπορώ να πω. Έγινε δημώδες baseleca, το οποίο στην ΑΒΡ αναμένεται να υποστεί μεταφωνία σε băsearecă (όρος που απαντά στην Παλαιά Ρουμανική, δες εδώ στο ‘obsolete’).

        Επειδή όμως φαίνεται να επιβίωσε και ο παράλληλος τύπος *baselica, στον οποίο το /i/ ακυρώνει την μεταφωνία, αυτός ο τύπος αναμένεται να γίνει băserică/biserică.

        Τελικά (στην παλαιά ρουμανικη τουλάχισταν) προέκυψε ένα μείγμα από τους δύο τύπους, μέχρι που τελικά στην νεότερη ρουμανική επικράτησε ο τύπος biserică.

        Για τους άλλους όρους πρέπει να ψάξω πριν σου απαντήσω.

      • Δημήτρης

        șarpi και șapti (μολονότι ακολουθεί e/i και όχι a ή ă) 🙂

      • Είδες που έγινε μεταφωνία πριν από e?

        λατ. septem > sjeapte > sjapte > șapte > șapti.

        Αν δεν συνέβαινε μεταφωνία πριν από /e/ στην κοινή ΑΒΡ, δεν θα προέκυπταν ποτέ οι τύποι șarpi και șapti. 🙂

  13. Γιώργος

    Ευχαριστώ.

  14. Φάνης Δασούλας

    Mία διευκρίνηση το δικό μου /c/ μπροστά από τα πρόσθια φωνήεντα e+i αποδίδει τον φθόγγο του ΔΦΑ /ʦ/ και όχι το /ʧ/ , πρόκειται για τσιτακισμό του λατινικού γράμματος /c/ μπροστά από τα πρόσθια φωνήεντα e+i κληρονομημένο από την δημώδη λατινική στην ιταλική, ρουμανική και αρμανική γλώσσα με την διαφορά ότι στις δύο πρώτες προφέρεται /ʧ/ και στην αρμανική /ʦ/, συνεπώς κράτησα την ιστορική γραφή του φθόγγου άρα το porcelu στο προτεινόμενο από εμε΄να και τον Μπέη σύστημα γραφής (που σέβεται το ιστορικό κριτήριο της γλώσσας) αποδίδεται στο ΔΦΑ ως [poɾʦelu̯].

    • κληρονομημένο από την δημώδη λατινική στην ιταλική, ρουμανική και αρμανική γλώσσα με την διαφορά ότι στις δύο πρώτες προφέρεται /ʧ/ και στην αρμανική /ʦ/

      Φάνη, ευχαριστώ για την διευκρίνιση. Είχα την εντύπωση ότι το «ce» σας ήταν /ʧe/.

      Εδώ πρέπει να έχει συμβεί μια καινοτομία της αρμανικής ως προς την ΑΒΡ (αλλαγή του προστριβόμενου φθόγγου;).

      • Φάνης Δασούλας

        Εδώ πρέπει να έχει συμβεί μια καινοτομία της αρμανικής ως προς την ΑΒΡ (αλλαγή του προστριβόμενου φθόγγου;).

        πάνω σε αυτό το θέμα από ότι ξέρω δεν έχει γίνει καμία μελέτη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.